Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

«Ὁμολογοῦμεν τόν Ἰησοῦν Χριστό;»


 
 ΠΑΤΡΙΚΕΣ ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ
 Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου
   Εὐλογημένοι μου Χριστιανοί
Κάθε πράξις μας σέ τούτη τή ζωή ἔχει τήν ἀνταμοιβή της στήν ἄλλη, τήν αἰώνιο. Ὄχι μόνο οἱ θετικές πράξεις, ἀλλά καί οἱ ἀρνητικές. Καί ἡ περισσότερη ἀρνητική πράξις εἶναι ἡ ἄρνησις τοῦ Χριστοῦ. Ἄν ἀρνηθοῦμε τόν Ἰησοῦ Χριστό, τότε καί Ἐκεῖνος θά μᾶς ἀρνηθῆ. Αὐτό τονίζει ὁ Παῦλος «Εἰ ἀρνούμεθα τόν Χριστόν, κἀκεῖνος ἀρνήσεται ἡμᾶς». Ἄρνησις καί Ὁμολογία εἶναι δύο θέσεις, πού παίρνει ὁ ἄνθρωπος ἔναντι τοῦ Χριστοῦ. Μπροστά στόν ἥλιο ἤ θά κλείσης τά μάτια, ἀρνούμενος τή λάμψι του, ἤ θά τόν δεχθῆς. Δέν χωράει τρίτη θέσις. Ἀδιάφοροι μπροστά στόν Χριστό δέν μποροῦμε νά περάσουμε. Ἤ θά τόν ὁμολογοῦμε ἤ θά τόν ἀρνούμεθα. Δέν θά σωθοῦμε ἄν δέν Ὁμολογοῦμε τόν Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος παρουσίασε καί τή θετική καί τήν ἀρνητική ὄψι, καί ἦταν κατηγορηματικός: «Πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν Οὐρανοῖς. Ὅστις δ᾿ ἄν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτόν κἀγώ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν Οὐρανοῖς»1.
Ἡ Ὁμολογία ἤ ἡ ἄρνησις ἔχουν σχέσι μέ τή δημοσιότητα. Δέν εἴμεθα μόνοι στόν κόσμο. Ζοῦμε μέ ἄλλους. Ἄν ἤμασταν μόνοι, θά μπορούσαμε νά σωθοῦμε, ἔχοντας τήν πίστι στόν Ἰησοῦ Χριστό κρυμμένη στά βάθη τῆς καρδιᾶς μας. Ἄν καί τότε πάλι θά ἔπρεπε νά λειτουργῆ παράλληλα μέ τήν καρδιά καί τό στόμα, ἀφοῦ θά ἔπρεπε νά δοξολογοῦμε καί νά ὑμνοῦμε τόν ἀγαπημένο μας Ἰησοῦ. Ἀκόμη καί οἱ Ἄγγελοι «ἀκαταπαύστοις στόμασι, ἀσιγήτοις δοξολογίαις», μιλᾶνε γιά τόν Θεό. Πολύ περισσότερο ἐμεῖς, πού δέν ζοῦμε μόνοι μας, ἀλλά ζοῦμε σέ κοινωνία ἀνθρώπων. Ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων ὀφείλουμε νά δίνουμε τή μαρτυρία μας γιά τόν Χριστό μας. Ἄλλωστε μάρτυρες χώρις μαρτυρία δέν ὑπάρχουν. Καί μάρτυρας γιά μᾶς ὁ Χριστός δέν θά εἶναι, ἄν ἐμεῖς δέν δίνουμε τή μαρτυρία γιά τό ἅγιο Ὄνομά του.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος βλέπει τίς συνέπειες τῆς ἀρνήσεως τοῦ Ἰησοῦ. Ἄν τόν ἀρνηθοῦμε, θά μᾶς ἀρνηθῆ. Δέν θά μᾶς ἀρνηθῆ ἀπό ἐκδίκησι, ἀλλά διότι ἐμεῖς δέν θέλουμε νά μᾶς ὁμολογήση γιά δικούς του, νά μᾶς σώση. Καί ὑπάρχουν δύο σημαντικές διαφορές ἀνάμεσα στή δική μας ἄρνησι καί τή δική του.
Ἄν ἐμεῖς τόν ἀρνηθοῦμε, εἴμεθα ἁπλῶς ἄνθρωποι. Δέν ἔχει μεγάλη σημασία ἡ δική μας ἄρνησι. Ἐκεῖνος ὅμως εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Τό ἴδιο πρᾶγμα εἶναι νά σοῦ ἀρνηθῆ βοήθεια ἕνας πάμπτωχος, καί τό ἴδιο εἶναι νά σοῦ ἀρνηθῆ ἕνας πλούσιος; Ὁ Θεός εἶναι ὁ πλούσιος ἐν ἐλέει καί οἰκτιρμοῖς. Ἀλλοίμονο, ἄν σοῦ ἀρνηθῆ τή βοήθεια του, καί μάλιστα τότε πού θά δικάζεσαι ἐνώπιόν Του, πού θά τρέμης σάν τό φθινοπωρινό φύλλο.
Ἄς μή νομίζουμε, λοιπόν, ὅτι μᾶς ἔχει ἀνάγκη ὁ Θεός. Ἄς μή νομίζουμε, ὅτι ὠφελοῦμε ἤ βλάπτουμε τόν Θεό. Τόν ἑαυτόν μας ὠφελοῦμε ἤ βλάπτουμε μέ τήν Ὁμολογία ἤ μέ τήν ἄρνησι. Ἄν ὁ Θεός θέλη νά τόν ὁμολογοῦμε, τό θέλει γιά μᾶς, ὄχι γιά τόν ἑαυτό του. Ἔχει ἀνάγκη ἀπό διαφήμισι ὁ ἥλιος; Εἴδατε ποτέ διαφημιστικό γραφεῖο νά διαφημίζη τόν ἥλιο; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ὁ ἥλιος αὐτοδιαφημίζεται. Ἔτσι καί ὁ Χριστός μας, δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό τήν δική μας διαφήμιση. Ἔμεῖς ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό τήν προβολή τοῦ Χριστοῦ. Προβάλλοντας τόν Ἰησοῦ, δείχνουμε ὅτι τόν πιστεύουμε, καί φανερώνουμε ὅτι τόν ἀγαπᾶμε, ἀφοῦ δέν φοβούμεθα κανέναν, ἀλλά καί ἐκφράζουμε ἀγάπη στούς ἄλλους, πού ζοῦν ἀκόμη μακρυά ἀπό τό φῶς τοῦ Χριστοῦ.
Ἀλλ᾿ ἐνῶ ὁ Παῦλος παρουσιάζει τήν ἀνταπόδοσι στόν ἀγῶνα ἤ τήν ἄρνησι τοῦ Χριστιανοῦ, στή συνέχεια παρουσιάζει κάτι, πού δέν μπορεῖ νά τό κάνη ὁ Θεός. Ὁ παντοδύναμος Θεός ὅλα μπορεῖ νά τά κάνη. Ἕνα δέν μπορεῖ. Δέν μπορεῖ νά ἁμαρτήση. Καί ἁμαρτία εἶναι ἡ ἀπιστία, ἡ ἔλλειψις ἀγάπης. Γι᾿ αὐτό ὁ Θεός δέν μπορεῖ νά μήν εἶναι ἀξιόπιστος. Δέν μπορεῖ νά μήν ἔχει ἀγάπη στούς ἀνθρώπους. Ἐμεῖς εἶναι δυνατόν νά φθάσουμε στόν σημεῖο τῆς ἀπιστίας. Ἐκεῖνος ποτέ. Λέγει, λοιπόν, στή συνέχεια τῆς Ἐπιστολῆς του ὁ Παῦλος. «Εἰ ἀπιστοῦμεν, ἐκεῖνος πιστός μένει· ἀρνήσασθαι ἑαυτόν οὐ δύναται»2.
Ἄς ὑποθέσουμε, ὅτι ἐμεῖς ὁδηγούμεθα στήν ἀπιστία καί τήν ἄρνησι. Ἄς ὑποθέσουμε, ὅτι λέμε πώς ὑπάρχει ἤ δέν ὑπάρχει Θεός, ἀναστήθηκε ἤ δέν ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, ὑπάρχει ἤ δέν ὑπάρχει παράδεισος. Ὅλα αὐτά ἀγγίζουν ἐμᾶς. Δέν ἀγγίζουν τόν Θεό, καί πρό παντός δέν ἀγγίζουν τήν ἀντικειμενική πραγματικότητα περί τοῦ Θεοῦ. Ἄπιστος σύ, πιστός ὅμως ὁ Θεός. Ὄχι μόνο, διότι δέν ἐπηρεάζεται ἀπό τή δική σου ἀπιστία, ἀλλά καί διότι ἐξακολουθεῖ νά σέ ἀγαπᾶ, καί ἄς τόν ἔχης ἀρνηθῆ.
Τό ποτάμι θά κυλάη τό γάργαρο νερό, ἔστω καί ἄν σύ τό περιφρονῆς.
Ὁ ἥλιος θά ρίχνη τίς ἀκτῖνες του, ἔστω καί ἄν σύ κλείνης τά μάτια σου.
Ἡ ἄνοιξις θά συνεχίση νά λουλουδίζη, ἔστω καί ἄν σύ ἔχης βαρυχειμωνιάση μέσα σου.
Ὁ Θεός δέν μπορεῖ ν᾿ ἀρνηθῆ τόν ἑαυτόν του. Καί ἐπειδή ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη, δέν μπορεῖ ν᾿ ἀρνηθῆ τήν ἀγάπη του. Δέν μπορεῖ νά πάρη πίσω τήν ἀγάπη, πού ἔχει ἐκχύσει στόν κόσμο ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Δέν θά κηρύξη «ἐμπάρκο» ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος θέλει νά μᾶς στηρίξη στή σταθερότερη πραγματικότητα ὅτι, δηλαδή, ὁ Θεός εἶναι ἀξιόπιστος. Μέ ἄλλα λόγια, δέν μᾶς κοροϊδεύει. Θά ἐκπληρώση ὅλες τίς ὑποσχέσεις του. Μᾶς ἀγαπάει πάντοτε. Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ Θεός ἔχει λύσει τά σπουδαῖα προβλήματα τῆς ζωῆς μας, μέ ἐλάχιστο γιά μᾶς κόστος, γιατί ἐμεῖς νά ἔχουμε τόση ἀγωνία; Καί γιατί νά λογομαχοῦμε μεταξύ μας, νά φιλονικοῦμε, νά τσακωνώμεθα; Ἄν θελήσουμε μέ μία λέξι νά χαρακτηρίσουμε τήν αἰτία τῶν λογομαχιῶν καί τῶν ἀντιδικιῶν ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους, θά λέγαμε:
Ἐγωϊσμός! Ἀτομοκεντρισμός! ὡσάν νά μήν ὑπάρχη Θεός, ὡσάν νά μήν ὑπάρχη ἄλλη ζωή, διεκδικοῦμε μέ πεῖσμα τά μικρά μας συμφέροντα καί θυσιάζουμε τά μεγάλα καί αἰώνια.
Γι᾿ αὐτό ὁ Παῦλος τονίζει στόν Τιμόθεο:
«Ταῦτα ὑπομίμνησκε, διαμαρτυρόμενος ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μή λογομαχεῖν εἰς οὐδέν χρήσιμον, ἐπί καταστροφῇ τῶν ἀκουόντων»3.

Ὅλα αὐτά πού γράφει στήν Ἐπιστολή του, ἀλήθειες μεγάλες καί ἀδιαμφισβήτητες, πρέπει ὁ Τιμόθεος νά τίς ὑπενθυμίζη στούς πιστούς. Καί ποιός εἶναι ὁ μάρτυρας γιά τήν ἀληθινότητά τους; Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός. Εἶναι φοβερό νά ἐπικαλεῖται μάρτυρα τόν Ἰησοῦ Χριστό. Τό κάνει, γιά νά ξέρουμε, ὅτι ἡ ὑπόθεσις τῆς σωτηρίας μας εἶναι ἀποδεδειγμένη.
«Διαμαρτυρόμενος ἐνώπιον τοῦ Κυρίου». Σᾶς παρακαλῶ. Ἐπικαλοῦμαι μάρτυρα τόν Κύριο. Ἐν ὀνόματι Κυρίου, γιά τό ὄνομα τοῦ Κυρίου, τί εἶναι αὐτά πού κάνετε; Πῶς λογομαχεῖτε ἔτσι; Ὅπως συμπεριφέρεσθε, ὄχι μόνο τίποτε τό χρήσιμο δέν κάνετε, ἀλλά καί προκαλεῖτε ζημιά καί σ᾿ αὐτούς πού σᾶς ἀκοῦνε.
Κάπως ἔτσι μποροῦμε ν᾿ ἀποδώσουμε τά λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου:
«Μή λογομαχεῖτε εἰς οὐδέν χρήσιμον, ἐπί καταστροφῇ τῶν ἀκουόντων». Καί γιατί ἀναφέρει ὁ Παῦλος τή λογομαχία; Διότι ξέρει, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ρέπουν στό νά φιλονικοῦν, ν᾿ ἀντιλέγουν ὁ ἕνας τόν ἄλλον.
Πολλές φορές καί οἱ γονεῖς ἀπρόσεκτα φιλονικοῦν μπροστά στά παιδία των, μέ ἀποτέλεσμα νά τά σκανδαλίζουν, νά τά πικραίνουν, νά τά πληγώνουν, νά μαθαίνουν τίς διαφορές των, καί νά τά ἀναγκάζουν νά πέρνουν θέσι καί μέρος στή φιλονικία των, τοποθετούμεθα ἀνάλογα. Ἀπό τίς φωνές καί τίς λογομαχίες τους, δημιουργοῦνται σόκ, ψυχολογικά προβλήματα φόβου καί ταραχῆς, ἀλλά καί πληγή μίσους καί ἀπαίχθειας, μέ ἀποτέλεσμα νά πληγώνονται ἀνεπανόρθωτα διά βίου, γιά ὅλη τή ζωή των…
Ἀνυπολόγιστη εἶναι ἡ εὐθύνη τῶν γονέων ὅταν φιλονικοῦν μπροστά στά παιδία των. Ἄς φοβηθοῦμε τόν Θεό καί τήν κρίση, πού θά δώσουμε ἐν ἡμέρᾳ τῆς φοβερᾶς ἐξετάσεως τῶν ἔργων μας, διά τήν ἀπρόσεκτη διαγωγή μας.
Τό Ἱερόν Εὐαγγέλιον εἶναι φῶς Χριστοῦ. Νά μελετοῦμε τήν Καινή Διαθήκη κάθε μέρα, καί τό Φῶς τό ἀνέσπερο, θά μᾶς χαρίση Φωτισμό, Εἰρήνη καί ἥσυχη συνείδηση σωτηρίας. Ἀμήν.
    Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι
 κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
 Ἀμήν.
 
Ἀπό τό βιβλίο: “ΠΑΤΡΙΚΕΣ ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ”

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου