Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Μοναχός Χριστόδουλος Κατουνακιώτης (1894 – 23 Απριλίου 1982)


Ο μακάριος Γέροντας Χριστόδουλος Κατουνακιώτης (δεξιά), με τον εκλεκτό υποτακτικό του μοναχό Καλλίνικο
Ο μακάριος Γέροντας Χριστόδουλος Κατουνακιώτης (δεξιά), με τον εκλεκτό υποτακτικό του μοναχό Καλλίνικο
Γεννήθηκε στη Λαμία το 1894 ο κατά κόσμον Χρηστός Κοντονικολός. Νέο τον βρίσκουμε τσαγκάρη στη Χαλκίδα. Δεκάχρονος είχε μείνει ορφανός από πατέρα. Η καλή του μητέρα τον πότισε τα νάματα της ευσέβειας. Κατέληξε τον βίο της ως μεγαλόσχημη μοναχή Μαγδαληνή.
Το 1923 εισέρχεται με ένθεο πόθο στον αγιορείτικο στίβο. Η φιλέρημη ψυχή του αγκιστρώνεται στα πάντερπνα, πανέρημα και ησυχία Κατουνάκια. Εδώ δεν έχει πράσινο, δέντρα, πουλιά, μόνο βράχους απαράκλητους. Η αγριότητα του τόπου δίνει αγιότητα στις ψυχές των τετρωμένων στρουθιών τ’ ουρανού. Παρά τους πόδες του νηπτικού- ήσυχαστή Γέροντος Καλλινίκου († 1930) βρίσκει διδάσκαλο έμπειρο στην υπακοή και τη νοερά προσευχή. Οι ανθρώπινες παρηγοριές απουσιάζουν από εδώ. Δεν υπάρχει πηγαίο νερό, στην καθημερινή τράπεζα κατάξερο παξιμάδι, το πρόγραμμα εξαντλητικό, η κόπωση μεγάλη, ο τόπος ερημικός, η συνεχής εκκοπή του ιδίου θελήματος μαρτύριο αναίμακτο. Εκάρη μοναχός το 1924.
Υπάρχουν όμως κάποιες μικρές ή μεγάλες μυστικές χαρές από την προσευχή, την υπακοή, την ασκηση. Η ευχή του Ιησού, η ευλογία του Γέροντα, η θεία λατρεία χαριτώνουν την ψυχή του. Τηρεί τα λόγια που άκουσε στην κουρά του. Υπομένει «πάσαν θλίψιν και στενοχώριαν του μονήρους βίου διά την βασιλείαν των ουρανών» με τη βοήθεια και τη χάρη του Παναγάθου Θεού. Η αυστηρότατη αυτή μοναχική ζωή ήταν για πολύ λίγους. Ο π. Χριστόδουλος ήταν ένας από αυτούς τους πολύ λίγους. Σου θύμιζε αρχαίους αββάδες της Νιτρίας.
Ο Γέροντας Χριστόδουλος (στο μέσο) με τους υποτακτικούς του Καλλίνικο και Γεράσιμο
Ο Γέροντας Χριστόδουλος (στο μέσο) με τους υποτακτικούς του Καλλίνικο και Γεράσιμο
Ο Γέροντάς τους ήταν πολύ αυστηρός. Τον έστελνε να πάει στις Καρυές ακόμη και ένα γράμμα, βαδίζοντας δέκα ώρες. Επέστρεφε βαρυφορτωμένος ψώνια. Δεν τον άφηνε και να πολυδιαβάζει. «Τί σε ωφελεί να τα διαβάζεις, χωρίς να τα εκτελείς;», του έλεγε. Λίγο μετά την κοίμηση του Γέροντός του, ο Θεός του έστειλε εκλεκτό υποτακτικό, στον οποίο έδωσε τ’ όνομα του Γέροντός του, ο οποίος τον διακόνησε πρόθυμα και πρόσχαρα έως το τέλος της ζωής του. Γνωρίσαμε τα δύο μακάρια αυτά γεροντάκια και δεν γνωρίζαμε ποιό να πρωτοθαυμάσουμε. Τα λίγα λόγια τους λίαν ψυχωφελή. Δίδασκαν και σιωπηλά.
Το τέλος του Γέροντος Χριστοδούλου ήταν οδυνηρό. Πλήγιασε όλο του το σώμα από την ασθένεια. Είχε συνεχείς και δυνατούς πόνους. Υπόμεινε αγόγγυστα. Έλεγε: «Οι αρρώστιες είναι καθαρτήριο για την ψυχή μας». Ζητούσε συγχώρεση από τους υποτακτικούς του, που τους κούραζε. Τους ονόμαζε αγγέλους. Επικαλούνταν το έλεος του Πανοικτίρμονος Θεού. Ζητούσε ν’ αναχωρήσει της ζωής, να μην ταλαιπωρεί με την αρρώστια του τους ανθρώπους. Πίστευε τι έλεγε, δεν ταπεινολογούσε καθόλου.
Οι μακαριστοί Κατουνακιώτες Γέροντες Χριστόδουλος και Καλλίνικος
Οι μακαριστοί Κατουνακιώτες Γέροντες Χριστόδουλος και Καλλίνικος
Ζούσε τη μετάνοια, την ταπείνωση, τη συντριβή, την κατάνυξη. Είχε μνήμη θανάτου, συναίσθηση της αμαρτωλότητος, χαρμολύπη, χαροποιό πένθος. Δίδασκε χαμηλόφωνα: «Η ευχή είναι μία καλή συνήθεια. Έρχεται μέσα μας ο Χριστός, χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Μη στενοχωρείσθε αν καμιά φορά φεύγει ο νους από την ευχή. Εσείς να τη λέτε, διότι την ακούει ο Θεός και φυγαδεύονται οι δαίμονες… Μοναχός σημαίνει “νούς ορών τον Θεόν”. Πως θα φθάσουμε εκεί; Με την απλότητα της ζωής και την εργασία της ευχής, που είναι μάχαιρα κατά του διαβόλου… Εάν νηστεύετε, κοινωνείτε, διαβάζετε και αγάπη δεν έχετε, όλα είναι μηδέν, διότι ο Θεός είναι αγάπη. Να μιμείσθε ο ένας τα καλά του άλλου και για τις αδυναμίες των άλλων να προσεύχεσθε να τους ελεήσει ο Θεός…».
Ανεπαύθη, αν μπορούμε να πούμε, ο μεγάλος αυτός ασκητής του εικοστού αιώνος, ο τηρητής της ανόθευτης μοναχικής παραδόσεως, ο φιλοπάτορας, φιλάδελφος, φιλότεκνος και φιλάνθρωπος στις 23.4.1982. Αγωνιζόταν να ωφελήσει με πατερικούς λόγους και οσιακά παραδείγματα και όχι με αυστηρά επιτίμια και σκληρούς λόγους. Ήταν αυστηρός αρκετά στον εαυτό του και επιεικής στους άλλους. Ήταν μία εικόνα ωραία πραότητος και οσιότητος.
Πηγές – Βιβλιογραφία:
Δ.Μ.Γ., Ο Γέροντας Χριστόδουλος Κατουνακιώτης, Ο Όσιος Γρηγόριος 7/1982, σσ. 71-79.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Β΄ 1956-1983. σελ.1027 – 1029.

«Τι ψάχνεις; Για σένα είναι το κομποσχοίνι». Θαυμαστή εμφάνιση του Γέροντος Ιάκωβου Τσαλίκη


gerondas_Iakovos_799-541x330
Ό κ. Γιώργος Ίωαννίδης, γιατρός παθολόγος από το Βόλο,(προσωπικός γιατρός του τότε Μητροπολίτου Δημητριάδος και αργότερα Αρχιεπισκόπου κ. Χριστοδούλου) ανέφερε μεταξύ άλλων και τα έξης:
«Φεύγοντας από τη Μονή του Όσιου Δαυΐδ, οπού είχα έλθει με την οικογένεια μου για προσκύνημα το Σεπτέμβριο του 1997, κι ενώ βρισκόμουν στην πύλη της αισθάνθηκα μέσα μου μια δυνατή επιθυμία ναπάω να ξαναπροσκυνήσω τον τάφο του Γέροντα Ιακώβου. Αισθανόμουν όπως αισθάνεται κάποιος πού ξέχασε πίσω του κάτι πολύτιμο και θέλει να γυρίσει να το πάρει.
Πραγματικά γύρισα με το γιο μου και στο ένα μέτρο πριν από τον τάφο του Γέροντα βλέπω κάτω στη γη ένα κομποσχοίνι. Παίρνω το κομποσχοίνι στο χέρι μου, το υψώνω και το κρατώ επιδεικτικά, ώστε αν κάποιος από τους γύρω προσκυνητές το έχασε, να το δει και να “ρθει να το πάρει. Εκείνη όμως ακριβώς τη στιγμή ακούω φωνή πίσω μου πού μου έλεγε: «Τι ψάχνεις; Για σένα είναι το κομποσχοίνι». Γυρίζω και σε απόσταση ενός μέτρου βλέπω ολοζώντανο το Γέροντα Ιάκωβο να μου χαμογελά.
Τον είδα ολοκάθαρα. Διέκρινα την υγρασία των ματιών του, τις φλεβίτσες στο πρόσωπο του,τη γενειάδα του, όπως την είχε. Ένοιωσα κάτι το ξεχωριστό,συγκλονίστηκα. Ή κυριολεκτικά αυτή ζωντανή παρουσία του Γέροντα Ιακώβου μπροστά μου ήταν καθοριστική κι έβαλε μέσα μου τη σφραγίδα περί της βεβαιότητας της θείας παρουσίας»

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Μοναχός Παχώμιος Παντοκρατορινός (1880 – 22 Απριλίου 1974)

Kelli Agiou Georgiou Faneromenou
Το Κελλί του Αγίου Γεωργίου του Φανερωμένου, στην Παντοκρατορινή Καψάλα
Ο κατά κόσμον Νικόλαος Τριαντάφυλλου ήταν από το χωριό Καλύβια της Β. Εύβοιας. Υπήρξε μετανάστης στην Αμερική, έγγαμος και πατέρας ενός παιδιού. Μετά τον θάνατο του παιδιού του, επέστρεψε στην Ελλάδα κι εγκατέλειψε τα εγκόσμια, υστέρα και από άλλες πικρές περιπέτειες της ζωής του. Κατευθύνθηκε πρώτα στη μονή Κουτλουμουσίου, όπου μόναζε ένας ενάρετος συμπατριώτης του, ο μοναχός Ιωάσαφ († 1928). Εκεί ασθένησε και τον επισκέφθηκε ο Γέροντας Ευλόγιος από το Κελλί του Φανερωμένου, ως πρακτικός ιατρός, για να τον συνδράμει. Έτσι γνωρίσθηκαν και συνδέθηκαν και αργότερα τον ακολούθησε στο Κελλί του Αγίου Γεωργίου του Φανερωμένου, το 1908. Εκάρη μοναχός το 1912.
Iera Moni Pantokratoros
Ο Γέροντας Παχώμιος υπήρξε πνευματικός εγγονός του Γέροντα Χατζη-Γιώργη. Ήταν απλός, ήρεμος και ησύχιος. Είχε οσιακό τέλος. Τρεις ημέρες προ της εκδημίας του κάλεσε τον υποτακτικό του Γεώργιο († 1982) και του είπε να πάει να προμηθευθεί ψάρια για την επικείμενη εορτή του Αγίου Γεωργίου και για την κηδεία του. «Εγώ θα γιορτάσω στον Ουρανό», είπε, «με τον Άγιο Γεώργιο, δεν θα είμαι μαζί σας». Έτσι κι έγινε. Με χαρά ψυχής μεγάλη μετάλαβε των αχράντων Μυστηρίων δοξάζοντας εκ βαθέων τον Πανάγαθο Θεό. Την ώρα που εξήρχετο η ψυχή του, στις 22.4.1974, ακούσθηκε αγγελικός χαιρετισμός: «Χαίροις ψυχή απερχομένου». Ο μοναχός Γεώργιος που τον διακονούσε το άκουσε καλά. Ταυτόχρονα ευωδίασε όλο το κελλί και ιδιαίτερα το δωμάτιο του Γέροντος Παχωμίου, που είχε πριν βαριά μυρωδιά από τη μακρά ασθένεια του κατάκοιτου Γέροντος. Ο Γέροντας Παΐσιος γράφοντας για τους ενάρετους Αγιορείτες πατέρες αναφέρει: «Ο πατήρ Παχώμιος γιόρτασε με τον Άγιο Γεώργιο στον Ουρανό, όπως είπε, και χόρτασε από τα κάλλη του Παραδείσου και μέθυσε από το πνευματικό κρασί της αγάπης του Θεού μαζί με τον Άγιο Γεώργιο. Ο καλός Θεός να αξιώσει και εμάς να γευθούμε λίγο απ’ αυτό».
Πήγες – Βιβλιογραφία
Δαβίδ ιερομ., Ο Γέρων Ευλόγιος του Φανερωμένου, Θεσσαλονίκη 1984, σσ. 20-21. Παϊσίου Αγιορείτου μοναχού, Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1994, σσ. 43-44.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Β΄ 1956-1983. σελ. 885-886

Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

''Το θέλημα του Θεού'' στη ζωή μας Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος


  
''Κι ίσως, για να βγάλεις φτερά, φτάνει ν' ακουμπήσεις σ' έναν τοίχο,
 και να σκεφτείς πόσο λίγο θα ζήσεις...'' ~ Τάσος Λειβαδίτης

Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος


Το θέλημα του Θεού αποτελεί έκφραση της αγίας βουλήσεώς Του. Ο Θεός «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν». 

Θέλημά Του είναι η σωτηρία μας και η επίγνωση της αλήθειας Του. 

Οι εντολές και η τήρησή τους, (ή τουλάχιστον η επιθυμία μας να ζήσουμε το πνεύμα των εντολών Του Θεού) προσδιορίζουν το άγιο θέλημά Του και χαρίζουν τον απαραίτητο για την επίγνωση της αληθείας Του φωτισμό.

Είναι βέβαια αλήθεια ότι η ζωή μας ξεδιπλώνεται μέσα από διλήμματα...
ευκαιρίες και δυνατότητες, οι οποίες προκαλούν ιδιαίτερα την ελευθερία μας, κι ακόμα μέσα από επιλογές που συχνά μας υποχρεώνουν να παλινδρομούμε μεταξύ της έκφρασης του δικού μας θελήματος και της αναγνώρισης του δικού Του.

Ο Θεός όμως, δεν λειτουργεί σαν γραμμική εξίσωση με μία λύση, διότι τότε θα έφτιαχνε ανθρώπους χωρίς ελευθερία. 

Ο Θεός για κάθε άνθρωπο, για κάθε περίσταση, για κάθε στιγμή προσφέρει ως θέλημά Του άπειρες δυνατότητες, που όλες όμως εκφράζουν την βούλησή Του.

Γι ‘ αυτό και το θέλημα του Θεού δεν μοιάζει με το εγωιστικό δικό μας.

Δεν υπάρχει για να δεσμεύει την ελευθερία μας, αλλά για να την ενεργοποιεί και να την ζωντανεύει. Το ένα θέλημά μας καταργεί την ελευθερία μας και την υποδουλώνει στον εγωισμό μας. Τα άπειρα θελήματα του Θεού μας βοηθούν να ανακαλύψουμε την ελευθερία ως ύψιστο δώρο...

Η υποταγή και η ταύτιση της βούλησής μας στη βούληση του Θεού, φωτίζει το νου, γεννά την απόφαση και αναδεικνύει το πρόσωπο. 

Υπάρχει μία θαυμάσια μονολόγιστη προσευχή που εκφράζει αυτό το φρόνημα:

«Κύριε, ποίησόν με οἷον θέλεις, ὡς θέλεις, κἄν θέλω, κἄν μή θέλω.»

Αν η καρδιά ενός ανθρώπου μπορεί να προσεύχεται με αυτόν τον τρόπο, είναι δυνατόν να διερωτάται ποιο είναι το θέλημα του Θεού; 

Ο Θεός έχει άπειρα θελήματα που τα προσφέρει στον καθένα μας ως ευκαιρίες και δυνατότητες. 

Όταν εμείς ταυτιστούμε με την βούληση Του, τότε διακρίνουμε το ένα που μπορούμε να επιλέξουμε και ξεκάθαρα να αποφασίσουμε.

Η κοσμική ηθική, η ηθική των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, στηριζόταν στην υποταγή της φύσεως στην βούληση του ανθρώπου.

Αντίθετα, η πνευματική ηθική βασίζεται, στην υποταγή της ανθρώπινης βούλησης στην βούληση του Θεού. Το πρώτο γεννά εγωισμό ενώ το δεύτερο ταπείνωση που προσελκύει τη χάρι του Θεού. Έτσι, υποτάσσεται όλος ο άνθρωπος- ψυχή και σώμα, φύση και πνεύμα- στη χάρι Του.

Έτσι γίνεται «θείας κοινωνός φύσεως» και «γνωσθείς υπό Θεού».

 Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικολάου ~ Άνθρωπος μεθόριος.
Από τα αναπάντητα διλήμματα στα περάσματα της "άλλης λογικής". Εκδόσεις Εν πλω
_____________________________________________

Πηγή: orthodoxmathiteia.blogspot.com

Η γνώση του Θεού κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά



Η γνώση του Θεού κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά 

«Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε’,8 ).

Όταν ο άνθρωπος ανέλθη από την σαρκική γνώση στην ψυχική και από την ψυχική στην πνευματική, τότε ορά τον Θεό και αποκτά την γνώση του Θεού, που είναι η σωτηρία του. Η γνώση του Θεού, όπως θα αναπτυχθή κατωτέρω, δεν είναι εγκεφαλική, αλλά υπαρξιακή, δηλαδή όλη η ύπαρξη του ανθρώπου πληροφορείται αυτήν την θεογνωσία. Αλλά για να φθάση ο άνθρωπος σ’ αυτήν την γνώση πρέπει να προηγηθή κάθαρση της καρδιάς, δηλαδή θεραπεία της ψυχής, του νοός και της καρδίας. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε’, 8).

Όπως έχει σημειωθή, ο Βαρλαάμ ισχυριζόταν ότι η γνώση του Θεού δεν είναι υπόθεση θεωρίας του Θεού, αλλά υπόθεση της νοήσεως του ανθρώπου. Μπορούμε, έλεγε, να αποκτήσουμε την θεογνωσία με την φιλοσοφία, γι’ αυτό τους Προφήτας και τους Αποστόλους, που έβλεπαν το άκτιστο Φως, κατέτασσε σε κατώτερη θέση από  τους φιλοσόφους. Το άκτιστο Φως το ονόμαζε αισθητό, κτιστό και «χείρον της ημετέρας νοήσεως».

Όμως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, φορεύς της Παραδόσεως και άνθρωπος της αποκαλύψεως, υποστήριζε τα αντίθετα...
Στην θεολογία του παρουσιάζεται η διδασκαλία της Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία, το άκτιστο Φως,  δηλαδή η όραση του Θεού, δεν είναι απλώς συμβολική όραση, δεν είναι αισθητή και κτιστή, ούτε κατωτέρα της νοήσεως, αλλά είναι θέωση. Δια της θεώσεως ο άνθρωπος αξιώνεται να δη τον Θεό. Και αυτή η θέωση δεν είναι αφηρημένη κατάσταση, αλλά ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Δηλαδή ο άνθρωπος θεωρώντας το άκτιστο Φως, το βλέπει γιατί ενώνεται με τον Θεό, το βλέπει με τους εσωτερικούς οφθαλμούς και με αυτούς ακόμη τους σωματικούς οφθαλμούς, οι οποίοι έχουν μετασκευασθή από την ενέργεια του Θεού. Επομένως η θεωρία είναι ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Και αυτή η ένωση  είναι γνώση του Θεού. Τότε ο άνθρωπος αξιώνεται να γνωρίση  τον Θεό. Και αυτή η γνώση είναι υπέρ την ανθρωπίνην γνώσιν και  υπέρ την αίσθησιν.

Ο άγιος Γρηγόριος κάνει λόγο για την έκσταση. Αλλά αυτή η έκσταση, στην πατερική διδασκαλία, δεν έχει καμμιά σχέση με την έκσταση της Πυθείας και των άλλων θρησκειών…Με άλλα λόγια η έκσταση, που είναι η αδιάλειπτη νοερά προσευχή κατά την οποία ο νους του ανθρώπου έχει μνήμη αδιάλειπτη του Θεού και δεν έχει καμμιά σχέση με τα πάθη και τον λεγόμενο κόσμο της αμαρτίας, δεν είναι ακόμη ένωση με τον Θεό. Η ένωση αυτή του ανθρώπου με τον Θεό γίνεται όταν έλθη ο Παράκλητος στον προσευχόμενο, που κάθεται στο υπερώο των φυσικών ακροτήτων και αναμένει την επαγγελία του Θεού, και τον αρπάζει στην θεωρία του ακτίστου Φωτός. Η έλλαμψη του Θεού είναι εκείνη που δείχνει την ένωση του Θεού με τον άνθρωπο.

Αυτά δείχνουν ότι η όραση του Θεού, η θέωση, η ένωση και η γνώση του Θεού είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους. Δεν μπορούν να νοηθούν ανεξάρτητα. Η διάσπαση αυτής της ενότητος απομακρύνει τον άνθρωπο από την γνώση του Θεού. Η βάση της ορθοδόξου γνωσιολογίας είναι η έλλαμψη και αποκάλυψη του Θεού μέσα στην κεκαθαρμένη καρδιά του ανθρώπου.

...Η θεωρία του ακτίστου Φωτός και η γνώση που προέρχεται από αυτή είναι όχι μόνον υπέρ την φύσιν και υπέρ την ανθρωπίνην γνώσιν, αλλά κα υπέρ την αρετήν. Η αρετή και η μίμηση του Θεού μας προετοιμάζει προς την θεία ένωση, αλλά αυτήν την απόρρητη ένωση τελετουργεί η Χάρη. «Αρετή μεν γαρ πάσα και  η εφ’ ημίν του Θεού μίμησις προς την θείαν ένωσιν επιτήδειον ποιείται τον κεκτημένον, η δε χάρις αυτήν τελετουργεί την απόρρητον ένωσιν» (σελ. 616).

Έτσι η θέωση, που είναι ο σκοπός της πνευματικής ζωής, είναι εμφάνεια, φανέρωση του Θεού στην καθαρή καρδιά του ανθρώπου. Αυτή η θέα του ακτίστου Φωτός είναι εκείνη που δημιουργεί την πνευματική ευφροσύνη στην ψυχή. Διότι, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, γνώρισμα του Φωτός εκείνου είναι η εγγινομένη στην ψυχή κατάπαυση των μη καλών ηδονών και παθών, των λογισμών ειρήνη και κατάσταση, ανάπαυση και πνευματική χαρά, περιφρόνηση της δόξης των ανθρώπων, ταπείνωση που είναι συνδεδεμένη με απόρρητη αγαλλίαση, μίσος του κόσμου, έρως των ουρανίων, μάλλον δε μόνον του Θεού των ουρανών, θέα του ακτίστου Φωτός έστω κι αν σκεπάση κανείς τα μάτια ή τα εξορύξη (σελ. 634).

Από τα προηγούμενα φαίνεται  καθαρά ότι το τέλος της θεραπείας του  ανθρώπου είναι η θέα του ακτίστου Φωτός. Επειδή όμως γίνεται λόγος στο κεφάλαιο αυτό περί της θεωρίας νομίζω πως είναι καλό να παρουσιασθή και η διδασκαλία του αγίου ότι υπάρχουν πολλοί βαθμοί θεωρίας. Λέγει ο άγιος ότι της θεωρίας αυτής υπάρχει αρχή και τα μετά την αρχή, που διαφέρουν κατά το αμυδρότερο και το τηλαυγέστερο, δεν υπάρχει όμως τέλος γιατί η πρόοδος αυτής, καθώς επίσης και της εν αποκαλύψει αρπαγής, συνεχίζεται επ’ άπειρον . Γιατί άλλο είναι η έλλαμψη και άλλο η διαρκής θέα του Φωτός και άλλο η θέα των εν τω Φωτί πραγμάτων.

…Επομένως η θεωρία έχει πολλά στάδια και βαθμούς και πολλά προηγούνται για να φθάση κανείς στην θεωρία του ακτίστου Φωτός, που είναι «η καλλονή του μέλλοντος αιώνος», «το βρώμα των επουρανίων». Η μνήμη του θανάτου, που είναι χάρισμα από τον Θεό, η αδιάλειπτη προσευχή, η έμπνευση για να τηρήση κανείς ολοκληρωτικά τις εντολές του Χριστού, η γνώση της πνευματικής μας πτωχείας, δηλαδή η κατανόηση των αμαρτιών και των παθών μας και η ακολουθούσα αυτήν μετάνοια είναι βαθμοί θεωρίας. Όλα αυτά γίνονται με την ενέργεια της θείας Χάριτος. Βέβαια η τελεία θεωρία είναι η θέα του ακτίστου Φωτός, που και αυτή διακρίνεται στην θέα και την διαρκή θέα, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος.

Έτσι η κάθαρση που γίνεται με την Χάρη του Θεού δημιουργεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να φθάση κανείς στην θεωρία που είναι κοινωνία με τον Θεό, θέωση του ανθρώπου και γνώση του Θεού. Η ασκητική μέθοδος της Εκκλησίας οδηγεί σ’ αυτό το σημείο. Δεν γίνεται με ανθρώπινα κριτήρια και  δεν σκοπεύει να κάνη τον άνθρωπο «καλόν καγαθόν», αλλά να τον θεραπεύση τελείως και να αποκτήση κοινωνία με τον Θεό. Όσο ο άνθρωπος βρίσκεται μακράν της κοινωνίας και ενώσεως με τον Θεό, δεν έχει ακόμη επιτύχει την σωτηρία του. Ο ασκούμενος πνευματικά και θεωρών το άκτιστο Φως λέγεται στην γλώσσα των Πατέρων «θεούμενος». Την έκφραση αυτή την χρησιμοποιεί ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και επαναλαμβάνει, όπως είδαμε προηγουμένως, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (σελ. 620).

Η θεραπεία της ψυχής, του νου, της καρδιάς οδηγεί τον άνθρωπο στην θέα του Θεού και τον καθιστά γνώστη της θείας ζωής και αυτή η γνώση είναι σωτηρία του ανθρώπου.

Μητροπολίτου Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου, Ιεροθέου, Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία (πατερική θεραπευτική αγωγή). Έκδοση Ζ’, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας)

ambelosalithini.gr

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ~ Αγιορείτικος τόμος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων.




Αγιορείτικος τόμος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων. 
(Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος Δ΄).

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς

Αγιορείτικος τόμος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων. Γι’ αυτούς που από τη δική τους απειρία και την απείθειά τους στους Αγίους, απορρίπτουν τις μυστικές ενέργειες του Πνεύματος, οι οποίες, με τρόπο που υπερβαίνει το λόγο, ενεργούνται σε όσους ζουν πνευματικά και φανερώνονται με έργα, χωρίς ν’ αποδεικνύονται με λόγια
Τα δόγματα που τώρα πια είναι κοινοποιημένα και γνωστά σε όλους και κηρύττονται δημόσια, ήταν τα μυστήρια του Μωσαϊκού νόμου, τα οποία μόνον οι Προφήτες προέβλεπαν εμπνεόμενοι από το Πνεύμα.
Τα δε υποσχεμένα στους Αγίους αγαθά κατά τον μέλλοντα αιώνα, είναι τα μυστήρια της ευαγγελικής πολιτείας, τα οποία τώρα γίνονται ορατά ως ένα σημείο και δίνονται σαν αρραβώνας μόνο σε όσους αξιώθηκαν από το Πνεύμα να τα βλέπουν.
Αλλά τότε, αν κανείς Ιουδαίος δεν άκουγε μ’ ευχαριστία τους Προφήτες να μιλούν για Λόγο και Πνεύμα Θεού συναιώνια και προαιώνια, μπορούσε να κλείσει τ’ αυτιά του, πιστεύοντας πως ακούει λόγια απαγορευμένα στην ευσεβή πίστη και αντίθετα στη διακήρυξη που δίδασκε τους ευσεβείς ότι· «Ο Κύριος ο Θεός σου, είναι ένας Κύριος»(Δευτ. 6, 4).  
Έτσι και τώρα μπορεί να πάθει κανείς, αν δεν ακούει με ευλάβεια τα μυστήρια του Πνεύματος που είναι γνωστά μόνο σ’ εκείνους που έχουν καθαρθεί δια μέσου της αρετής. Αλλά όπως έπειτα η πραγματοποίηση εκείνων των προφητειών έδειξε τα τότε μυστήρια σύμφωνα με όσα έγιναν φανερά και τώρα πιστεύομε Πατέρα και Υιό και Άγιο Πνεύμα, θεότητα τρισυπόστατη, μία φύση απλή, ασύνθετη, άκτιστη, αόρατη, αχώρητη στο νου, έτσι και όταν αποκαλυφθεί στον ορισμένο καιρό ο μέλλων αιώνας κατά την ανέκφραστη φανέρωση του ενός Θεού που έχει τρεις τέλειες Υποστάσεις, τότε θα φανερωθούν τα μυστήρια σύμφωνα σε όλα με τα φανερά.
Πρέπει όμως να προσέξομε και τούτο· ότι δηλαδή, αν και αργότερα φανερώθηκε στα πέρατα της γής το δόγμα των τριών Υποστάσεων της θεότητας, χωρίς να αναιρεί καθόλου την έννοια του ενός Θεού, εντούτοις στους Προφήτες εκείνους ήταν με ακρίβεια γνωστό και πριν από την έκβαση των πραγμάτων, και το παραδέχονταν άνετα όσοι τότε πείθονταν στα λόγια των Προφητών.
Κατά τον ίδιο τρόπο, ούτε τώρα αγνοούμε τα δόγματα της χριστιανικής μας ομολογίας, κι εκείνα που κηρύττονται φανερά, κι εκείνα που αποκαλύπτονται μυστικά από το Πνεύμα στους αξίους. 

Άλλοι δεν τα αγνοούν γιατί μυήθηκαν σ’ αυτά από την ίδια τους την πείρα, όσοι δηλαδή απαρνήθηκαν και χρήματα και δόξα των ανθρώπων και κακές ηδονές του σώματος για χάρη της ευαγγελικής ζωής, και δεν έμειναν μόνο σ’ αυτό, αλλά και βεβαίωσαν αυτή την απάρνηση με την υποταγή τους στους προχωρημένους στην κατά Χριστόν ηλικία. 

Αφού δηλαδή σχόλασαν στον εαυτό τους και στο Θεό απαλλαγμένοι από κάθε φροντίδα με την ησυχία και την ειλικρινή προσευχή, ξεπέρασαν τον εαυτό τους κι ενώθηκαν με το Θεό, και με τη μυστική και υπέρ νουν ένωση μαζί Του μυήθηκαν στα υπέρ νουν μυστήρια. Άλλοι πάλι τα έμαθαν με το σεβασμό και την πίστη και την αγάπη προς αυτούς.
Έτσι λοιπόν κι εμείς, ακούγοντας τον Μέγα Διονύσιο, στη δεύτερη προς Γάιον επιστολή του, να ονομάζει τη θεοποιό χάρη του Θεού θεότητα, θεαρχία και αγαθαρχία, συμπεραίνομε ότι ο Θεός που παρέχει αυτή τη χάρη στους αξίους, είναι πάνω από αυτή τη «θεότητα» (τη θεοποιό χάρη)· γιατί ο Θεός δεν πάσχει πολλαπλασιασμό, ούτε μιλάει κανείς έτσι για δύο θεότητες. 
Αλλά η θεοποιός αυτή χάρη του Θεού, όπως αποφαίνεται ο θείος Μάξιμος γράφοντας περί του Μελχισεδέκ, είναι άκτιστη και υπάρχει πάντοτε, προερχόμενη από τον αιώνιο Θεό.
Ο ίδιος πάλι, σε πολλά άλλα μέρη, την ονομάζει αγέννητο και ενυπόστατο φως που φανερώνεται στους αξίους όταν γίνουν άξιοί του, αλλά που δε γίνεται βέβαια τότε. Αυτό το φως ο ίδιος το ονομάζει φως της υπερανέκφραστης δόξας και καθαρότητα των Αγγέλων. 

Ενώ ο Μέγας Μακάριος το ονομάζει τροφή των ασωμάτων, δόξα της θείας φύσεως, καλλονή του μέλλοντος αιώνος, φωτιά θεϊκή και επουράνια, φως άρρητο και νοερό, αρραβώνα του Αγίου Πνεύματος, αγιαστικό έλαιο αγαλλιάσεως (Ψαλμ. 44, 8).
Όποιος λοιπόν συναριθμεί με τους Μασσαλιανούς και αποκαλεί διθεΐτες εκείνους που λένε άκτιστη και αγέννητη και ενυπόστατη τη θεοποιό αυτή χάρη του Θεού —αν υπάρχει κανένας τέτοιος—, αυτός ας γνωρίζει ότι αντιτάσσεται στους Αγίους του Θεού, και ότι αν δε μετανοήσει, βγάζει τον εαυτό του από την μερίδα των σωζόμενων και ξεπέφτει από τον ένα και μόνο από τη φύση Του Θεό των Αγίων.
Όποιος πάλι, ενώ πιστεύει και πείθεται και συμφωνεί με τους Αγίους και δεν προφασίζεται «προφάσεις εν αμαρτίαις»(Ψαλμ. 140, 4), αγνοεί τον τρόπο του μυστηρίου, αλλά παρά την άγνοιά του δεν απορρίπτει ό,τι λέγεται φανερά, αυτός ας μην απαξιώνει να ζητεί και να μαθαίνει από εκείνους που γνωρίζουν. Γιατί θα μάθει ότι δεν υπάρχει τίποτε το ανακόλουθο στα θεία λόγια και πράγματα, και μάλιστα στα βασικότατα που χωρίς αυτά τίποτε με κανένα τρόπο δεν μπορεί να υπάρξει, ούτε κανένα γενικά θεοπρεπές μυστήριο.
Όποιος αποφαίνεται ότι η τέλεια ένωση με το Θεό γίνεται με τη μίμηση μόνο και τη σχέση μαζί Του, χωρίς τη θεοποιό χάρη του Πνεύματος, όπως δηλαδή συμβαίνει μεταξύ ανθρώπων που έχουν τις ίδιες συνήθειες και αλληλοαγαπώνται, και θεωρεί τη θεοποιό χάρη του Θεού μια έξη της λογικής φύσεως που αποκτάται μόνο με τη μίμηση και όχι με υπερφυσική έλλαμψη και απόρρητη θεία ενέργεια, την οποία οι άξιοι βλέπουν αοράτως και νοούν απερίληπτα από νου, αυτός ας γνωρίζει ότι χωρίς να ξέρει έπεσε στην πλάνη των Μασσαλιανών.
Γιατί κατά πάσα αναγκαιότητα θα είναι φύσει θεός ο θεούμενος, αν η θέωση γίνεται κατά φυσική δύναμη και περιέχεται μέσα στους όρους της φύσεως. Ας μην προσπαθεί λοιπόν αυτός τη δική του πλάνη να την προσάψει σ’ εκείνους που στέκονται με ασφάλεια και να προξενήσει μώμο στους αμώμητους στην πίστη.
Αλλά ας αποθέσει τη μεγάλη ιδέα του κι ας μάθει από τους πεπειραμένους ή από τους μαθητές τους, ότι η χάρη της θεότητας είναι τελείως απερίληπτη και δεν υπάρχει καμία δύναμη στη φύση που να μπορεί να τη δεχτεί, γιατί τότε δε θα είναι πλέον χάρη, αλλά φανέρωση της ενέργειας μιας φυσικής δυνάμεως.
Οπότε δε θα ήταν κάτι παράδοξο η θέωση, αν γινόταν με μία δύναμη που είναι δεκτική θεώσεως· γιατί τότε η θέωση δικαιολογημένα θα ήταν έργο της φύσεως και όχι δωρεά του Θεού, και θα μπορούσε ο θεωμένος να είναι φύσει θεός και να ονομάζεται έτσι κυριολεκτικά. Γιατί η φυσική δύναμη των όντων δεν είναι τίποτε άλλο παρά η απαράβατη κίνηση της φύσεως προς ενέργεια.
Πώς όμως η θέωση βγάζει τον θεούμενο έξω από τον εαυτό του, αν η ίδια περιλαμβάνεται ακόμη μέσα στα όρια της φύσεως, δεν μπορώ να εννοήσω. 

Επομένως, η χάρη της θεώσεως είναι πάνω από τη φύση και την αρετή και τη γνώση, και όλα αυτά κατά τον άγιο Μάξιμο είναι απείρως κατώτερά της. 

Γιατί όλη η αρετή και η μίμηση του Θεού που μπορούμε να επιτύχομε, κάνει κατάλληλο τον ενάρετο για τη θεία ένωση.
Η χάρη όμως τελεσιουργεί την ίδια την απόρρητη ένωση. Διά μέσου αυτής ολόκληρος ο Θεός περιχωρεί ολόκληρους τους αξίους, και ολόκληροι οι Άγιοι περιχωρούν ολικά ολόκληρο τον Θεό, παίρνοντας όλο το Θεό στη θέση του εαυτού τους κι αποκτώντας τον ίδιο το Θεό μόνο ως βραβείο της αναβάσεώς τους προς Αυτόν, ενωμένο μαζί τους ως με δικά Του μέλη, με τον τρόπο που η ψυχή περιπλέκεται στο σώμα, αφού ο ίδιος τους αξίωσε να είναι μέσα σ’ Αυτόν.
Όποιος ισχυρίζεται ότι είναι Μασσαλιανοί εκείνοι που λένε ότι ο νους εδρεύει στην καρδιά ή στον εγκέφαλο, αυτός ας γνωρίζει ότι κακώς επιτίθεται εναντίον των Αγίων.

Γιατί ο Μέγας Αθανάσιος λέει ότι το λογικό μερος της ψυχής είναι μέσα στον εγκέφαλο, ενώ ο εξίσου μέγας Μακάριος, ότι στην καρδιά είναι η ενέργεια του νου.
Σύμφωνοι με αυτούς είναι σχεδόν και όλοι oι Άγιοι. Αυτό που λέει ο θείος Γρηγόριος Νύσσης, ότι ο νους δεν είναι ούτε μέσα ούτε έξω από το σώμα, ως ασώματος, δεν είναι αντίθετο στη γνώμη εκείνων των Αγίων. Εκείνοι λένε ότι ο νους είναι μέσα στο σώμα, επειδή είναι ενωμένος με αυτό. Διατυπώνοντας λοιπόν τούτο διαφορετικά, ελάχιστα διαφέρουν από εκείνον.
Γιατί δεν αντίκειται μήτε σ’ εκείνον που λέει ότι το θείο, ως ασώματο, δε βρίσκεται σε κάποιον τόπο, εκείνος που λέει ότι κάποτε ο Λόγος του Θεού κατοίκησε μέσα στην παρθενική και πανάμωμη μήτρα, ενωμένος εκεί υπέρλογα με την ανθρώπινη φύση, από ανείπωτη φιλανθρωπία.
Όποιος λέει φάντασμα και σύμβολο το φως που άστραψε γύρω από τους Μαθητές στο όρος Θαβώρ(Ματθ. 17, 1-2), τέτοιο που να γίνεται και να χάνεται, κι όχι ότι υπάρχει καθαυτό και είναι πάνω από κάθε νόηση, άλλ’ ότι είναι ενέργεια κατώτερη της νοήσεως, αυτός αντιλέγει καθαρά στις γνώμες των Αγίων.
Γιατί οι Άγιοι το ονομάζουν, τόσο στους θείους ύμνους, όσο και στα συγγράμματά τους, απόρρητο, άκτιστο, αιώνιο, άχρονο, απρόσιτο, άπλετο, άπειρο, απεριόριστο, αθέατο σε Αγγέλους και ανθρώπους, αρχέτυπο και αναλλοίωτο κάλλος, δόξα του Θεού, δόξα του Χριστού, δόξα του Πνεύματος, ακτίνα της θεότητας και τα όμοια.
Η σάρκα του Χριστού δοξάστηκε από τη στιγμή που Αυτός την προσέλαβε, και η δόξα της θεότητας έγινε δόξα του σώματος. Αλλά η δόξα ήταν αφανής στο φαινόμενο σώμα για εκείνους που δεν χωρούν αυτά που και στους Αγγέλους είναι αθέατα. 

Μεταμορφώνεται λοιπόν, όχι παίρνοντας κάτι που δεν ήταν, ούτε μεταβαλλόμενος σε κάτι που δεν ήταν, αλλά φανερώνοντας στους Μαθητές εκείνο που πράγματι ήταν, ανοίγοντας τα μάτια τους και από τυφλούς κάνοντάς τους να βλέπουν.
Ενώ Αυτός δηλαδή έμενε ο ίδιος, φαινόταν τώρα στους Μαθητές διαφορετικός απ’ ό,τι φαινόταν πριν γιατί Αυτός είναι το αληθινό φώς(Ιω. 1, 9), το ωράϊσμα της θείας δόξας, και τώρα έλαμψε όπως ο ήλιος. Είναι αμυδρή αυτή η εικόνα, αλλά είναι αδύνατο να εικονίζεται δίχως έλλειψη το άκτιστο μέσα στην κτίση.
Όποιος λέει ότι μόνο η ουσία του Θεού είναι άκτιστη, όχι όμως και οι αιώνιες ενέργειές Του, από τις οποίες όλες ο Θεός είναι ανώτερος, γιατί είναι Αυτός που ενεργεί όλα όσα ενεργούνται, ας ακούσει τί λέει ο άγιος Μάξιμος: «Όλα τα αθάνατα και η ίδια η αθανασία, και όλα τα ζώντα και η ίδια η ζωή, και τα άγια όλα και η ίδια η αγιότητα, και όλα τα ενάρετα και η ίδια η αρετή, και τα αγαθά όλα και η ίδια η αγαθότητα, και τα όντα όλα και η ίδια η οντότητα ολοφάνερα είναι έργα του Θεού.

Αλλά τα πρώτα έχουν χρονική αρχή υπάρξεως, γιατί κάποτε δεν υπήρχαν, ενώ τα άλλα δεν έχουν χρονική αρχή, γιατί δεν υπάρχει καιρός που δεν υπήρχαν η αρετή, η αγαθότητα, η αγιότητα, η αθανασία». Και πάλι: «Η αγαθότητα και ό,τι περιλαμβάνεται στην έννοια της αγαθότητας, και γενικά κάθε ζωή και αθανασία και απλότητα και σταθερότητα και απειρία και όσα θεωρούνται σχετικά με την ουσία του Θεού, είναι έργα του Θεού και δεν έχουν χρονική αρχή.
Ποτέ, ας πούμε, δεν προηγήθηκε της αρετής η ανυπαρξία, ούτε κανενός άλλου απ’ όσα αναφέραμε, και αν ακόμη εκείνα που μετέχουν σ’ αυτά έχουν χρονική αρχή. Γιατί κάθε αρετή είναι άναρχη και δεν είναι ο χρόνος αρχαιότερός της, επειδή μόνος γεννήτοράς της είναι αιώνια ο Θεός. Και ο Θεός είναι άπειρες φορές άπειρα έξω απ’ όλα τα όντα, και όσα μετέχονται και όσα μετέχουν».
Ας μαθαίνει λοιπόν από αυτά ότι δεν υπόκεινται στο χρόνο όλα όσα έλαβαν υπόσταση από το Θεό. Μερικά από αυτά είναι άναρχα, χωρίς ν’ αναιρούν καθόλου την έννοια της μόνης φύσει άναρχης και τριαδικής Μονάδας και της υπέρλογης απλότητάς Της. Η απόλυτη αυτή αμέρεια του Θεού έχει σαν αμυδρή της εικόνα το νου, ο οποίος καθόλου δεν είναι σύνθετος, παρά τις έμφυτες νοήσεις του.

Όποιος δεν παραδέχεται τις πνευματικές καταστάσεις που αποτυπώνονται από τα πνευματικά χαρίσματα της ψυχής στο σώμα εκείνων που προκόβουν κατά Θεόν, και ονομάζει απάθεια την έξη της νεκρώσεως του παθητικού μέρους της ψυχής, αλλά όχι και την έξη της ενέργειας προς τα ανώτερα, με ολική αποστροφή των κακών και στροφή προς τα καλά, με αποβολή των κακών έξεων και απόκτηση των αγαθών, αυτός, σύμφωνα με τη γνώμη του αυτή, αρνείται και τη ζωή των όντων με σώμα κατά τον άφθαρτο μέλλοντα αιώνα.
Αν δηλαδή λάβει τότε μέρος και το σώμα μαζί με την ψυχή στα απόρρητα αγαθά, σίγουρα θα συμμετάσχει και τώρα, κατά το δυνατόν, στη χάρη που χορηγεί ο Θεός μυστικά και απόρρητα στον καθαρμένο νου. Και θα δεχτεί κι αυτό τα θεία, με τρόπο βέβαια που αναλογεί στο ότι είναι σώμα· ενώ το παθητικό μέρος της ψυχής θα μεταποιηθεί και θα αγιαστεί, χωρίς όμως να νεκρωθεί κατά την έξη, και θα αγιάζει το ίδιο τις διαθέσεις και τις ενέργειες του σώματος, επειδή θα έχει γίνει πια κοινό της ψυχής και του σώματος.
Γιατί, κατά τον άγιο Διάδοχο, ο νους εκείνων που απαλλάχθηκαν από τα καλά του βίου για την ελπίδα των μελλόντων αγαθών, καθώς κινείται μ’ ευρωστία λόγω της αμεριμνίας, αισθάνεται την ανέκφραστη θεία αγαθότητα και μεταδίδει, ανάλογα με την προκοπή του, και στο σώμα τη δική του καλή κατάσταση. Και η χαρά αυτή που προξενείται τότε στην ψυχή και στο σώμα είναι αλάνθαστη υπενθύμιση της αθάνατης ζωής.

Άλλο φως αντιλαμβάνεται ο νους, άλλο η αίσθηση.

Η αίσθηση αντιλαμβάνεται το αισθητό φως που δείχνει τα αισθητά ως αισθητά. Φως του νου είναι η γνώση που υπάρχει στα νοήματα. Δεν αντιλαμβάνονται λοιπόν το ίδιο φως η όραση και ο νους, αλλά έως ότου καθένα από αυτά ενεργεί κατά τη δική του φύση και μέσα στις κατά φύση συνθήκες.
Όταν όμως οι άξιοι ευτυχήσουν να λάβουν πνευματική και υπέρλογη χάρη και δύναμη, τότε και με την αίσθηση και με το νου βλέπουν αυτά που είναι πάνω από κάθε αίσθηση και κάθε νου, με τρόπο που «γνωρίζει μόνο ο Θεός κι εκείνοι που δέχονται αυτές τις θείες ενέργειες» — για να χρησιμοποιήσομε την έκφραση του Μεγάλου Γρηγορίου του Θεολόγου.
Αυτά διδαχτήκαμε από τις Γραφές. Αυτά παραλάβαμε από τους Πατέρες μας. Αυτά γνωρίσαμε με τη μικρή μας πείρα.

Αυτά συνέγραψε και ο τιμιότατος μεταξύ των ιερομονάχων και αδελφός μας Κυρ Γρηγόριος, με τίτλο «Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων», και τα υπογράψαμε ως σύμφωνα ακριβώς με τις παραδόσεις των Αγίων, για να βεβαιώνονται όσοι τα διαβάζουν.
Ο πρώτος των σεβασμίων Μονών του Αγίου Όρους, Ιερομόναχος Ισαάκ.
Ο ηγούμενος της σεβάσμιας, βασιλικής και ιεράς Λαύρας, Θεοδόσιος Ιερομόναχος.
Είχε και την υπογραφή του Ηγουμένου της Μονής των Ιβήρων, στη δική του γλώσσα.
Ο Καθηγούμενος της σεβάσμιας και βασιλικής Μονής του Βατοπεδίου, Ιερομόναχος Ιωαννίκιος.
Είχε και την υπογραφή του Ηγουμένου της Μονής των Σέρβων στη δική του γλώσσα.
Ο ελάχιστος Ιερομόναχος Φιλόθεος, φρονώντας τα ίδια, υπέγραψα.
Ο ελάχιστος Ιερομόναχος και Πνευματικός της σεβασμίας Μονής του Εσφιγμένου, Αμφιλόχιος.
Ο ελάχιστος Ιερομόναχος και Πνευματικός του Βατοπεδίου Θεοδόσιος.
Ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής του Κουτλουμούση, Θεοστήρικτος Ιερομόναχος.
Ο αμαρτωλός Γερόντιος Μαρούλης, μέλος της γεροντίας της σεβασμίας Λαύρας, φρονώντας τα ίδια, υπέγραψα.
Ο ελάχιστος Μοναχός Κάλλιστος ο Μουζάλων.
Ο ευτελής Ιερομόναχος Γεράσιμος, αφού είδα και διάβασα αυτά που γράφτηκαν με φιλαλήθεια και τα δέχτηκα, υπέγραψα.
Ο ευτελής γέρων και ελάχιστος Μοναχός Μωυσής, φρονώντας τα ίδια, υπέγραψα.
Ο ελάχιστος και ευτελής Μοναχός Γρηγόριος ο Στραβολαγκαδίτης, ησυχαστής τάχα, σκεπτόμενος και φρονώντας τα ίδια, υπέγραψα.
Ο Γέρων και ελάχιστος Ιερομόναχος Ησαΐας από τη σκήτη του Μαγουλά, φρονώντας τα ίδια, υπέγραψα.
Ο ελάχιστος Μοναχός Μάρκος ο του Σιναΐτου.
Ο ελάχιστος Ιερομόναχος Κάλλιστος από τη σκήτη του Μαγουλά.
Είχε και την υπογραφή του Σύρου γέροντα ησυχαστή στη δική του γλώσσα.
Ο ελάχιστος Μοναχός Σωφρόνιος. Ο ελάχιστος Μοναχός Ιωάσαφ.
Ο ταπεινός Επίσκοπος Ιερισσού και Αγίου Όρους Ιάκωβος, αναθρεμμένος με τις αγιορείτικες και πατρικές παραδόσεις, και μαρτυρώντας ότι με τους εκλεκτούς Αγιορείτες που υπέγραψαν εδώ, συμφωνεί και συνυπογράφει όλο το Άγιο Όρος, υπέγραψα κι εγώ, συμφωνώντας και επισφραγίζοντας. 

Και συμπληρώνω μαζί με όλους και τούτο· ότι εκείνον που δε συμφωνεί με τους Αγίους, όπως εμείς και οι λίγο πριν από μας Πατέρες μας, εμείς δε θα τον δεχτούμε σε κοινωνία.

Αγιορείτικος τόμος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων. 
  Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς 
_______________________________

Πηγή : Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος Δ΄ , μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, δ΄τόμος, - (greekdownloads.wordpress.com)

Προσευχή γιά τούς κεκοιμημένους Ευχή των Αποστολικών Διαταγών



ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥΣ
 Ευχή των Αποστολικών Διαταγών
Κύριε ο Θεός μας, Σύ που έχεις εκ φύσεως αθάνατη και χωρίς τέλος ζωή, καί δημιούργησες τα λογικά πλάσματα, καί όσα είναι αθάνατα καί όσα υπόκεινται στο θάνατο Σύ που έπλασες εξαρχής θνητή τη λογική αυτή ύπαρξη, τον άνθρωπο, τον πολίτη του κόσμου, καί υποσχέθηκες σ' αυτόν την ανάσταση, καί δέν άφησες να δοκιμάσουν τον θάνατο ο δίκαιος Ενώχ και ο προφήτης Ηλίας,
Σύ που ονομάζεσαι " Θεός του Αβραάμ και του Ισαάκ και του Ιακώβ ", σα να μην είναι νεκροί, αλλά να έχουν κοντά σου ζωή μακαρία-επειδή οι ψυχές όλων ζούν πλησίον σου και βρίσκονται κάτω απο την προστασία σου τα πνεύματα των δικαίων, τους οποίους δεν θα αγγίξει ποτέ τιμωρία ή θλίψη, διότι όλοι όσοι αγιάστηκαν είναι κάτω απο την πατρική εξουσία σου -


Σύ, ο Θεός μας, ρίξε και τώρα από ψηλά το βλέμμα σου στους κοιμηθέντες δούλους σου, τους οποίους εξέλεξες και παρέλαβες κοντά σου, για να καταλήξουν σε άλλη ζωή, ευφρόσυνη.
Συγχώρησέ τους όσα τυχόν αμαρτήματα διέπραξαν ακουσίως ή εκουσίως, καί δώσε να παραστέκουν πλησίον τους άγγελοι αγαθοί. Καί κατάταξέ τους στις αγκάλες των Πατριαρχών και των Προφητών και των Αποστόλων και όλων των Αγίων, όσοι απο τους αρχαιοτάτους χρόνους μέχρι σήμερα έζησαν σύμφωνα με το θέλημά σου και ευαρέστησαν ενώπιόν σου. Κατάταξέ τους εκεί όπου δεν υπάρχει λύπη και πόνος και στεναγμός αλλά κατοικία ετοιμασμένη για τους ευσεβείς και διαμονή προορισμένη για όσους είναι ευθείς στην καρδιά και για όλους εκείνους πού μέσα σ' αυτή βλέπουν τη δόξα του Χριστού σου. Στον Υιό σου και στο Άγιο Πνεύμα και σ' Εσένα ανήκει δόξα, τιμή, λατρεία ευχαριστία και προσκύνηση είς τους αιώνας. Αμήν.

1).. Εὐχή εἰς κεκοιμημένους
Δέσποτα Κύριε ὁ Θεός, ὁ τῇ σοφίᾳ Σου κατασκευάσας αὐτόν καί θέμενος ἐν αὐτῷ πνοήν ζωῆς, καί εἰσαγαγών εἰς τόν κόσμον τοῦτον πολιτεύεσθαι ἐπ’ ἐλπίδι ζωῆς αἰωνίου, ἁμαρτήσαντα δὲ αὐτόν, θανάτου ἐπαγαγών καί διαλύσας, καί ἀποστρέφων, τήν δέ ψυχήν εἰς ἑαυτόν προσκαλούμενος· Αὐτός ἀνάπαυσον τήν ψυχήν τοῦ δούλου Σου (τοῦδε), ἐν τόπῳ φωτεινῷ, ἐν τόπῳ ἀναψύξεως, ἔνθα ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου Σου Κύριε, ἐν κόλποις Ἀβραάμ καί Ἰσαάκ καί Ἰακώβ, μετά πάντων τῶν ἁγίων· καί εἴτι ἐπλημμέλησεν εἰς Σέ, ἐν πράξει ἤ λόγῳ ἤ κατά διάνοιαν, Αὐτός ὡς ἀγαθός καί φιλάνθρωπος Θεός, ἄνες, ἄφες, συγχώρησον, παριδών αὐτοῦ τε καί ἡμῶν τά ἀνομήματα· ἡμῶν δέ τά τέλη τῆς ζωῆς ἀνώδυνα καί ἀκαταίσχυντα καταξίωσον, ὅτε θέλεις καί ὅτε βούλῃ, μόνον ἄνευ αἰσχύνης καί παραπτωμάτων.