Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

στην καλύβα του Παϊσίου του Μεγάλου



…στην καλύβα του Παϊσίου του Μεγάλου

Παϊσίου Οσίου (19 Ιουνίου)
Μια μέρα πέρασαν από την καλύβα του Οσίου και Μεγάλου Παϊσίου, τρεις άνδρες κουρέληδες. Φαινόταν αξιοθρήνητοι και καταφρονεμένοι. Περάστε τους είπε. Ελάτε να μοιραστούμε τα λίγα παξιμάδια και βρεγμένα κουκιά που έχω. Ελάτε να πλύνω τα πόδια σας με δροσερό νερό, για να ξεκουραστούν λίγο. Ο Όσιος και μεγάλος αυτός πατέρας της Εκκλησίας έφερε αμέσως νερό και άρχισε να πλένει τα πόδια των επισκεπτών του, λέγοντας συγχρόνως λόγια πνευματικής οικοδομής προς αυτούς. Ξαφνικά όμως τά’χασε. Ο τρίτος άνθρωπος του οποίου εκείνη την στιγμή έπλενε τα πόδια, έσκυψε τον αγκάλιασε στοργικά και τον φίλησε! Με φανερή την απορία, σήκωσε το κεφάλι του ο όσιος και είδε! Τί είδε; Είδε τον Σωτήρα, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό σ’΄ολη Του τη Δόξα, σ’όλη Του τη θεϊκή μεγαλοπρέπεια. Τά’χασε ο άγιος. Παρέμεινε εκστατικός, άφωνος… Και ο Κύριος του είπε:
-Ειρήνη σοι, εκλεκτέ μου δούλε Παΐσιε. Κι έγινε άφαντος!
Τα πάντα πλημμύρισαν από φως, από ειρήνη και από θεία ευωδία. Μόλις ο άγιος κατάλαβε τι είχε γίνει, η καρδιά του «άρπαξε» φωτιά. Και ξέροντας πλέον, Τίνος είχε πλύνει τα πόδια, επήρε την πήλινη λεκάνη και ήπιε το νερό, για να λάβη Χάρι και αγιασμό. Και αυτό το νερό του αφαίρεσε τη δίψα μια για πάντα και, όπως μας διασώζει ο βιογράφος του, από τότε και για πολλά χρόνια, «ετρέφετο» ο όσιος μονο με τη Θεία Κοινωνία.

Όταν κηρύττει η ταπεινή καρδιά


Επιστρέφω στο θέμα των κηρυγμάτων του Γέροντα. Ήταν πράγματι μεγάλη πνευματική απόλαυση να τον βλέπει κανείς να κηρύττει στον ναό. Το πρόσωπό του αλλοιωνόταν θαυμαστά, καθώς μετείχε όλη του η ψυχή στο  κήρυγμα. Συχνά μάλιστα έκανε και κάτι σαν αστεϊσμούς ή ανέφερε μερικά πολύ απλά, καθημερινά παραδείγματα, με τα οποία οι άνθρωποι γελούσαν. Απώτερος στόχος ήταν, πέρα από την ψυχική ωφέλεια, να μην τον θαυμάζουν οι άνθρωποι καθόλου. Τόση ήταν η ταπείνωσή του.
Θυμάμαι ότι ανέφερε συχνά το εξής απλό παράδειγμα, για να καταλάβουν οι αμόρφωτοι χωρικοί για ποιο λόγο ο Χριστός ενανθρώπησε: έλεγε ότι κάποιος διέκρινε μυρμήγκια να κινδυνεύουν μέσα σε μια ρεματιά, τα οποία σε λίγο θα πνίγονταν, γιατί δεν καταλάβαιναν ότι έπρεπε να ανεβούν σε ένα ξυλαράκι. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος να τα σώσει, παρά μόνο να γίνει και ο ίδιος μυρμήγκι, και να τους μιλήσει στη γλώσσα τους. Επίσης, στα αντιαιρετικά του κηρύγματα, ανέφερε ένα αστείο παράδειγμα, ότι έξω από το χωριό είδε μια κότα, η οποία περπατούσε αφύσικα. Έκανε μάλιστα  και ο ίδιος με τα χέρια του κάποιες χαρακτηριστικές κινήσεις, προσπαθώντας χαριτωμένα και παραστατικά να την «μιμηθεί» – τόσο συγκατέβαινε. Πρόσεξε όμως καλύτερα και είδε ότι η κότα είχε μόνο ένα πόδι. Έλεγε λοιπόν, ότι έτσι και εμείς, αν έχουμε μόνο το «πόδι» της Βίβλου, χωρίς την ιερά Παράδοση της Εκκλησίας, θα χωλαίνουμε θεολογικά.
Άλλες φόρες όμως το κήρυγμά του ήταν τόσο πνευματικά υψηλό, ώστε οι άνθρωποι έφταναν να θεωρήσουν τον βαθύτερο εαυτό τους, και εκδηλώνονταν ανάλογα: άλλοι με βαθιά ευλάβεια, άλλοι με περισυλλογή, άλλοι με σπασμωδικό γέλωτα, ενώ μερικοί χρειάστηκαν χρόνο για να διορθωθούν. Θυμάμαι μια φορά κήρυττε ο Πατήρ και έλεγε ότι μια μέρα ο Χριστός θα μαζέψει όλον τον κόσμο, τους ανθρώπους κάθε εποχής, όπως λέγει το Ευαγγέλιο, για να μας κρίνει κατά την Δευτέρα Παρουσία. Κάτι γεροντάκια, που δεν έλειπαν ποτέ από την Εκκλησία, άρχισαν να ψιθυρίζουν και να λένε ότι αυτά δεν μπορούν να συμβούν, ότι ο Θεός δεν μπορεί να κάνει τέτοιο θαύμα κλπ. Ο Γέροντας έκανε ότι δεν άκουγε, αλλά, με την πάροδο του χρόνου, ο κόσμος έμαθε ευτυχώς τα στοιχειώδη της χριστιανικής διδασκαλίας. Γενικώς, όμως, χωρίς να κατακρίνει κανέναν, παρά μόνο το κακό, ο φλογερός ιεροκήρυκας είχε την ικανότητα να στοχεύει κατευθείαν αυτό που υπήρχε στην καρδιά, εκεί που φώλιαζαν τα πάθη, και οι άνθρωποι έφθασαν τουλάχιστον σε κάποια συναίσθηση –και αυτό είναι μέγα κέρδος.
Μια φορά πάντως ρώτησα τον Γέροντα γιατί, αφού έχει τόσες πολλές γνώσεις, κηρύττει πολύ απλά. Μου είπε: «σκέψου, παιδί μου, ότι στο προσκύνημα που ήμουν, περνά πάρα πολύς κόσμος, οι πιο πολλοί δεν εκκλησιάζονται καν, και πρέπει ο ιεροκήρυκας να τους ‘‘περάσει’’ όλο τον χριστιανισμό μέσα σε 15 λεπτά». Και σκέφτηκα ότι, όντως, ο Γέροντας συμπυκνώνει τόσο πολύ το κήρυγμά του, εμμένοντας στα βασικά, ώστε ο λόγος του πράγματι «διατρέχει» μέσα σε λίγα λεπτά όλο τον χριστιανισμό. Άλλη φορά μου είπε ότι γνωρίζει πως ό,τι είναι παρά πολύ απλό, αυτό προπαντός εντυπώνεται στην ψυχή. Ας μην ξεχνάμε, πρόσθεσε, πόσο απλά κήρυττε και ο ίδιος ο Κύριός μας.
Εν τω μεταξύ στις ομιλίες του αναφέρει πάντα διδαχές και γνώμες άλλων, είτε αγίων Πατέρων είτε μεγάλων εκκλησιαστικών ανδρών, και ποτέ δεν λέγει τίποτε δικό του. Αυτό συμβαίνει γιατί έχει λάβει, θεωρώ, από τον Θεό ένα ιδιαίτερο χάρισμα, αυτό της «απόκρυψης» του δικού του λόγου, πράγμα που είναι πολύ μεγάλη άσκηση. Έθαψε κυριολεκτικά την δική του γνώμη λόγω ταπείνωσης – το πόσο δύσκολο είναι αυτό, μπορούμε να το καταλάβουμε αν προσπαθήσουμε για λίγο να μην πούμε τίποτε από το νου μας και να «θάψουμε» τα προϊόντα της διανοίας μας. Και όμως ο Πατήρ δεκαετίες ολόκληρες δεν τολμά να εκφράσει δική του προσωπική άποψη, στηριζόμενος στα ιερά λόγια άλλων (γράφω ξανά όμως ότι πρόκειται για χάρισμα, που δεν πρέπει άκριτα να το μιμηθούμε.)
Πρέπει να αναφέρω επίσης σε αυτό το σημείο ότι, μολονότι ο Γέροντας θεωρούνταν αυστηρός στα κηρύγματά του (ενίοτε όσον αφορά τα της άλλης ζωής, μολονότι υπάρχει λόγος και γι’ αυτό), είναι άκρως επιεικής και συγκαταβατικός στην εξομολόγηση, πάντα όμως με διάκριση. Ποτέ δεν κατακεραυνώνει, αλλά ρίχνει βάλσαμο στην πληγή και συμμετέχει στο δράμα του αμαρτωλού. Σε ένα μόνο επιμένει: από τη στιγμή που ο πιστός μετανοεί και εξομολογείται, ο Γέροντας του ζητά να  πιστέψει βαθιά ότι ο Θεός τον συγχώρεσε. Θέλει να εμπιστεύεται ο άνθρωπος το έλεος του Θεού, να τον νιώθει ως πατέρα του, όχι ως αυστηρό Κριτή (χωρίς βέβαια να υποτιμά ο πατήρ την αμαρτία). Επί πολλή ώρα νουθετεί και διαφωτίζει, χωρίς να βαριέται ποτέ, τον εξομολογούμενο. Έχει αναλωθεί κυριολεκτικά και στο ιερό αυτό έργο.
Ο Γέροντας δεν αρνούνταν ποτέ την εξομολόγηση, οποιαδήποτε ώρα και αν προσερχόταν ο πιστός στο ίδρυμα να πει τις αμαρτίες του. Και μάλιστα, συνέβαινε το εξής: αν τελείωνε το μυστήριο, και παρουσιαζόταν ξαφνικά και άλλος πιστός, καθόταν και διάβαζε όλη την ιερολογία της Εξομολόγησης, γιατί, όπως μου έλεγε, «αφού είπα ‘δι’ ευχών’, τώρα πρέπει να αρχίσω ξανά από την αρχή». Όταν τον ρώτησα γιατί δεν κάνει ό,τι και οι  άλλοι ιερείς, που διαβάζουν απλώς την συγχωρητική ευχή σε ανάλογες περιπτώσεις, μου είπε ότι «τα μυστήρια τα επιτελεί στην πραγματικότητα το Άγιο Πνεύμα, και αν δεν το επικαλεστούμε με τις ειδικές ευχές, είναι λάθος. Οι ιερείς βοηθάμε στην τέλεση του Μυστηρίου, δεν τα τελούμε εμείς. Ένεκεν φιλανθρωπίας βέβαια ο Θεός δέχεται και την εξομολόγηση των πιστών με τον τρόπο που συνηθίζουν σήμερα πολλοί ιερείς, αλλά το ορθότερο είναι να διαβάζεται όλη η ακολουθία.»
Ο συντάκτης του κειμένου μας παρεκάλεσε ευγενώς να μην δημοσιευθούν τα στοιχεία ούτε τα προσωπικά ούτε του Γέροντος στον οποίον αναφέρεται. Ωστόσο τα στοιχεία και των δύο είναι γνωστά στην διεύθυνση σύνταξης της Πεμπτουσίας.

(Συνεχίζεται)

«Αυτή, είναι η αγάπη των Γερόντων: σ’ αγκαλιάζουν και ζεσταίνουν, την ψυχή σου!» Γέροντα π. Αμφιλόχιο Μακρή,


Γεώργιος Παπαζάχος (1935-2001)
Για τον γνωστό και αγαπητό σε ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο, Γέροντα π. Αμφιλόχιο Μακρή, τον Γέροντα της Πάτμου (1888–1970), έχω να πω ότι επρόκειτο για έναν άγιο Γέροντα. 
Τον συναντούσα στην Πάτμο, όπου αυτός μόναζε, αλλά και στην Αθήνα, –μάλιστα, μια φορά που είχε έρθει στην Πρωτεύουσα, είχα και την ιδιαίτερη «ευλογία» να τον φιλοξενήσω σπίτι μου. Ήταν γαλήνιος, ήπιος· χαιρόσουν και μόνο να τον βλέπεις!...
Την πρώτη φορά που τον συνάντησα, μόλις με είδε από μακριά, χωρίς καν να με γνωρίζει, άνοιξε διάπλατα τα χέρια του και φώναξε εγκάρδια: «Ευλογημένος, ο ερχόμενος!». Μ’ αγκάλιασε κι’ ύστερα με φίλησε. Αυτή, είναι η αγάπη των Γερόντων: σ’ αγκαλιάζουν και ζεσταίνουν, πραγματικά, την ψυχή σου!...
Μετά, γύρισε και μού ’πε:
–Έλα να καθίσουμε έξω στον «πρωτογιό» μου!...
–Ποιόν, «πρωτογιό» σας, Γέροντα;!...
–Αυτό, που βλέπεις εδώ πέρα, είναι ο «πρωτογιός» μου!...
–Ποιό, παππούλη;!...
–Να, αυτό το πεύκο!...
Ήταν ένα πεύκο, κάτω από το οποίο είχε βάλει ένα μακρόστενο τραπέζι, όπου έτρωγε με διάφορους ανθρώπους, που πήγαιναν να τον επισκεφθούν.
Και, συνέχισε:
–Βλέπεις;!... Πάνω στον κορμό του έχω καρφώσει αυτόν τον σιδερένιο σταυρό. Το πεύκο, λοιπόν, είναι ο «πρωτογιός» μου· και τον έχω κάνει και ...«μεγαλόσχημο»!!
Έλα να κάνουμε το εξής: Να μην μιλήσεις καθόλου και ν’ ακούσεις «πώς» ο «πρωτογιός» μου κάθεται και «μιλά» με την θάλασσα!!...
Πραγματικά!... Ο αγέρας φυσούσε μέσ’ από τα κλαδιά του πεύκου· παντού, γύρω, ακουγόταν το θρόϊσμα των πευκοβελόνων· κι’ από κάτω πέρα, ακουγόταν το κύμα της θάλασσας. Ήταν μια σκηνή απερίγραπτης ευδαιμονίας! Να κάθομαι κοντά σ’ έναν τέτοιον άγιο άνθρωπο, ο οποίος, δεν μιλούσε αλλά προσευχόταν κι’ επικοινωνούσε με τον Θεό!...
Κάποια στιγμή, γύρισε και μού ’πε:
–Αυτή η πλαγιά που βλέπεις νά ’ναι τώρα γεμάτη πεύκα, κάποτε, ήταν εντελώς ξερή. Όποιος, λοιπόν, ερχόταν κοντά μου για εξομολόγηση, τού ’βαζα μετά «κανόνα» να φυτέψει δέντρα!…
Ο Γέροντας Αμφιλόχιος, υπέφερε από σάκχαρο· ήταν διαβητικός. Εκείνη την φορά που ήρθε στην Αθήνα κι’ έμεινε στο σπίτι μας, η γυναίκα μου αντιμετώπισε κάποια δυσκολία, όσον αφορά το διαιτολόγιό του. Κι’ εκείνος της είπε: «Κόρη μου, καμμιά στεναχώρια! Ὀ,τι έχεις ετοιμάσει! Ο Αμφιλόχιος, είναι απλός!».
Και, πράγματι!...
Ήταν τόσο απλός, «ο (Γέροντας) Αμφιλόχιος», που σ’ έβγαζε αμέσως από την δύσκολη θέση· κι’ έμπαινε –από την πρώτη κιόλας στιγμή– μέσα στην καρδιά σου!... 
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ (1935–2001)
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ 

Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

Μετάνοια, η ανανέωση της σχέσεώς μας με τον Προσωπικό Θεό Αρχιμανδρίτης Ζαχαρίας Ζάχαρου, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας


Η αρχή των πάντων είναι ο Θεός, ο Άναρχος, ο Αόρατος, ο Παντοδύναμος, ο Αυτάρκης. Έχει Βασιλεία αιώνια αγάπης, την οποία φύτεψε στην καρδιά του ανθρώπου[1]. Πρώτα δημιούργησε τον Ουρανό και τους Αγγέλους και έπειτα τη γη και τον άνθρωπο. Έπλασε τον Ουρανό πνευματικό, αγγελικό, αιώνιο, «τους αιώνας εποίησεν»[2]. Οποίος ο Θεός, όμοια και τα κτίσματά Του και δεκτικά των ενεργειών Του. Σε όλα αντικατοπτρίζεται η δόξα και η δύναμή Του, αλλά και η ελευθερία Του, διότι χωρίς ελευθερία δεν υπάρχει αγάπη και ο Θεός είναι αγάπη[3]. Τα κτίσματά Του ήλθαν στο είναι από την αγάπη Του και μέσω της αγάπης είναι εγνωσμένα από Αυτόν[4] και το μνημόσυνό τους[5] είναι ενώπιον Του δια παντός.
Αυτή η αγάπη και η ελευθερία των κτισμάτων επαναστάτησε πρώτα στο πρόσωπο μερικών Αγγέλων και έγινε η αιώνια πτώση του τάγματος του Εωσφόρου. Η δημιουργία ήταν πνευματική και έτσι πνευματική ήταν και η πτώση. Αιώνια όντα οι Άγγελοι και ως αποτέλεσμα αιώνια και η δέσμευσή τους στον άδη. Σε αυτούς ήταν πλήρης η όραση του Θεού δια παντός και με τη δεινή ανταρσία εναντίον του Πλαστουργού τους και την εωσφορική υπερηφάνεια έγινε αιώνια και η σκότωσή τους. Τέλειος ήταν ο φωτισμός και η θεωρία του Προσώπου του Θεού και με τη δαιμονική ασθένεια πλήρης ο σκοτισμός και ανεπανόρθωτη η πτώση τους μέσα στην αιωνιότητα. Υπήρξαν, βέβαια, και οι Άγγελοι του Φωτός, που έμειναν αποφασισμένοι αιώνια να αγαπούν ανεπίστρεπτα και με τέλειο τρόπο τον Θεό, και μόνο Αυτόν.
Τότε ο Θεός, ο Πάνσοφος Κτίστης, «εποίησε την γην»[6] και από αγάπη διανοήθηκε άλλη μορφή υπάρξεως. Η ουσιοποιός ενέργειά Του έπλασε όλα τα ορατά κτίσματα «καλώς λίαν»[7] και ως βασιλιά αυτής της υπέροχης κτίσεως δημιούργησε τον άνθρωπο. Ο Αδάμ και η Εύα μέσα στο Παράδεισο τέρπονταν από την προσωπική τους σχέση με τον Δημιουργό, την όραση και τη γνώση Του. Ο Πλαστουργός έδωσε στους Πρωτόπλαστους την εντολή «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε…», για να τους βάλει στην προοπτική και στη φορά της δυναμικής αυξήσεως και πορείας εν Θεώ από το «κατ’ εικόνα» στο «καθ’ ομοίωσιν». Τους προίκισε με απίστευτο νου για τη θεωρία του Θεού και για την προκοπή στην ανάπτυξή τους αυτή, ώστε να φθάσουν στην τελείωση της γνώσεώς Του.
Τους έδωσε επιπλέον και μια κατευθυντήρια εντολή: «Από παντός ξύλου… βρώσει φαγή, από δε του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν, ου φάγεσθε απ’ αυτού…»[8]. Η εντολή αυτή, να μη φάγουν από τον καρπό του δένδρου της γνώσεως του καλού και του κακού, ήταν αναγκαία για αυτούς που βρισκόταν ανάμεσα στην κτιστή ορατή δημιουργία και τον άκτιστο Παράδεισο του Θεού. Υπογράμμιζε την κτιστότητά τους, και επομένως κρατούσε ταπεινό το πνεύμα τους στη σωστή θεωρία μέσα στα όρια των δυνατοτήτων της φύσεώς τους. Σκοπό είχε να τους δώσει το μέσο να θεωρούν την ορατή φύση, ώστε να μυούνται στο νοερό κόσμο[9], και με αυξανόμενη ευγνωμοσύνη και ευχαριστία να φθάσουν «εις παν το πλήρωμα (της αγάπης) του Θεού»[10].
Ο άνθρωπος όμως υπερηφανεύθηκε για τη βασιλική εξουσία του πάνω στον κτιστό κόσμο και υπέπεσε στον πειρασμό που του εισηγήθηκε ο εχθρός: να γίνει θεός, χωρίς να υποταγεί στην εντολή του Θεού. Χωρίς, δηλαδή, να εξαρτάται από κανένα, τελικά χωρίς Θεό. Τότε συνέβει η κοσμική συμφορά και τραγωδία. Ο άνθρωπος τυφλώθηκε πνευματικά, αμαυρώθηκε το κατ’ εικόνα του, κατάντησε ξένος του Πλαστουργού του και βρέθηκε εξόριστος της τρυφής του Παραδείσου. Με την παράβαση της εντολής έχασε την κατά φύση επιθυμία και τη ζωοποιό θεωρία του Θεού που είχε, και με τις αισθήσεις του προσκολλήθηκε στον αισθητό κόσμο. Άρχισε τότε να εισχωρεί στη ζωή του η παρά φύση ηδονή. Ο άνθρωπος βυθίστηκε εκούσια σε ζοφώδη άβυσσο και έγινε πλέον ανίκανος να διακρίνει την παρουσία της υπερηφάνειας στις κινήσεις του νου και της καρδιάς.
[Συνεχίζεται]
  1. Βλ. Λουκ. 17,21.
  2. Βλ. Εβρ. 1,2.
  3. Βλ. Α’ Ιωάν. 4,8.
  4. Βλ. Α’ Κορ. 8,3.
  5. Βλ. Ψαλμ. 111,6.
  6. Βλ. Γεν. 1,1.
  7. Βλ. Γεν. 1,31.
  8. Γεν. 2,16-17.
  9. Βλ. Συμεών Νέου Θεολόγου, Κεφάλαια 2,23, «Sources Chrétiennes», τομ. 51bis, σ. 116.
  10. Εφεσ. 3,19.

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Ιερομόναχος Ιωάσαφ Καυσοκαλυβίτης (1870 – 22 Μαΐου 1938)


Η αδελφότητα των Ιωασαφαίων, ο ιερομόναχος Ιωάσαφ είναι κάτω δεξιά
Η αδελφότητα των Ιωασαφαίων, ο ιερομόναχος Ιωάσαφ είναι κάτω δεξιά
Γεννήθηκε, ο κατά κόσμον Λάζαρος Παναρίνης του Σπυρίδωνος και της Αγγελίνας, το 1870 στην Κορυτσά της Β. Ηπείρου. Ήταν απόφοιτος του Σχολαρχείου. Μόλις το τελείωσε, ακολούθησε τον πατέρα του στο Άγιον Όρος, όπου εργαζόταν από ετών με άλλους συμπατριώτες του. Πήγανε στη μονή Γρηγορίου, όπου φόρεσε τα μοναχικά ενδύματα. Μουσικά έμαθε από ένα Γέροντα ιεροψάλτη της Νέας Σκήτης, τον Ιωάσαφ.
Το 1888 προσήλθε στην πολυμελή αγιογραφική αδελφότητα των Ιωσαφαίων, στην Καλύβη του Αγίου Γεωργίου της σκήτης των Καυσοκαλυβίων. Το 1889 εκάρη μοναχός κι έλαβε τ’ όνομα του ιδρυτού της συνοδείας εναρέτου Γέροντος Ιωάσαφ του Καππαδόκη († 1880), από τον Γέροντα ιεροδιάκονο Χρυσόστομο († 1897). Το 1891 χειροτονήθηκε διάκονος και το 1893 πρεσβύτερος και κατεστάθη Πνευματικός από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωακείμ τον Γ΄ († 1912). Το 1931 ανέλαβε καθήκοντα Γέροντος στην Καλύβη τους έως του θανάτου του.
Ο Γέροντας Ιωάσαφ κατά τον επίσκοπο Κορυτσάς Ευλόγιο Κουρίλα τον Λαυριώτη († 1961) υπήρξε φιλόκαλος, βιβλιόφιλος, ασυναγώνιστος, ακάματος, εξωραϊστής, «εύρημα διά το Καυσοκαλύβιον», ταξινομητής βιβλίων, καλλιτέχνης αγιογράφος αξιόλογος. Άφησε φήμη διακριτικού πνευματικού πατρός, εξαιρετικού και κατανυκτικού ιεροψάλτη, εναρέτου Γέροντος, με πραότητα, μειλιχιότητα, ταπεινότητα, φιλοτιμία και ελεημοσύνη. Ο φίλος του Γέροντας Ισίδωρος († 1968) τον χαρακτηρίζει ότι είναι «ως άλλη φιλόπονος μέλισσα όπου εργάζεται το μέλι της αρετής σεμνοπρεπέστατα». Ο ίδιος ο μακάριος Γέροντας έγραφε περί της συνοδείας τους ότι οι αδελφοί «λίαν προφρόνως και προθύμως ιχνηλατούσι τα ίχνη των Πατέρων αυτών, οίτινες όταν μετ’ αυταπαρνήσεως και της προσηκούσης ευπειθείας και υπακοής εξακολουθώσι την μοναχικήν αυτών αποστολήν, θα ευδοκιμήσωσι ηθικώς τε και πνευματικώς και θα σεμνύνεται η καθ’ ημάς επωνυμία διαιωνίζουσα, κατά το προηγούμενον θέλημα του Παναγάθου Θεού…».
Ιερομόναχος Ιωάσαφ Καυσοκαλυβίτης, ο πράος και καλοκάγαθος.
Ιερομόναχος Ιωάσαφ Καυσοκαλυβίτης, ο πράος και καλοκάγαθος.
Ανεπαύθη εν Κυρίω την 22.5.1938. Στη νεκρολογία του ο Παναγιώτης Βαγιακάκος, μεταξύ άλλων αναφέρει: «Ήσυχα ήσυχα με την μιλιά στο στόμα έκλινε την αγίαν του κεφαλήν ψιθυρίζων το “Κύριε, εις χείράς σου παραδίδω το πνεύμά μου”!… Ως μου εδιηγήθησαν διάφοροι Γέροντες σύγχρονοί του, μετέβαινε εις τα πλέον απομεμακρυσμένα και ερημικά μέρη και κατεσκεύαζε προχείρους καλύβας χρησιμοποιών αυτάς ως προσευχητάρια. Τούτο βεβαίως είναι αρκετόν να μας παρουσιάση την θείαν και ιεράν ψυχήν του παιδός αυτού και να μας καταδείξη πλέον ότι εκ κοιλίας μητρός προωρίζετο διά τον ασκητισμόν… Μανθάνει την θείαν και ιεράν τέχνην της αγιογραφίας… μετά τοσούτου ζήλου και έδειξε τοσαύτην ανάπτυξιν, ώστε δεν άργησε να γνωσθή όχι μόνον καθ’ άπαν το Άγιον ’Όρος αλλά και καθ’ άπασαν την Ελλάδα και Ευρώπην, βραβευθείς παρά πολλών καλλιτεχνών εις διαφόρους εκθέσεις διά διαφόρων μεταλλίων… Ο θάνατος αυτού θλίψιν και καίριον πλήγμα προξενήσας τη ιερά μετανοία του απεστέρησεν αυτήν ανδρός εύφρονος, πνευματικού αρίστου και διακεκριμένου, Γέροντος ευσεβούς και υπό πολλών χριστιανικών αρετών κοσμουμένου: πραότητος, μειλιχιότητος, υπομονής, καλοκαγαθίας, ταπεινότητος και φιλοτιμίας εις τα πνευματικά του καθήκοντα…».
Πηγές – Βιβλιογραφία
Παύλου Λαυριώτου μοναχού, Ιστορία της Αδελφότητος Ιωσαφαίων του Αγίου Όρους, Αθήνα 1996, σσ. 38-40. Μωυσέως Αγιορείτου μοναχού, Ηπειρώτες Λαυριώτες, Ηπειρωτικό Ημερολόγιο, Ιωάννινα 1996-1997, σσ. 124-125. Μαξίμου Καυσοκαλυβίτου ιερομ., Ασκητικές μορφές και διηγήσεις από τον Άθω, Άγιον Όρος 2003, σσ. 146-161 (απ’ όπου οι φωτογραφίες).
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Α΄ 1901-1955, σελ. 319-321

Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

Το τρομακτικό όραμα του Αγίου Γαβριήλ του δια Χριστόν σαλού και Ομολογητού


Αγίου ΓαβριήλΟ π. Γαβριήλ ποτέ δεν σταμάτησε να εργάζεται. Δούλευε για κάποιο διάστημα ως αγρότης στα κολχόζ, όπου και διέμενε. Εκεί στερήθηκε για λίγο την ησυχία, καθώς δεν ήταν εύκολο να μένει μόνος του. Βρήκε όμως πολύ γρήγορα μια σπηλιά, την οποία είχαν εγκαταλείψει οι βοσκοί, την καθάρισε κι εγκαταστάθηκε εκεί. Πολύ πιθανό είναι την άγνωστη σε μας περίοδο της ζωής του να την πέρασε εκεί, στη σπηλιά. Ο τρόπος με τον οποίο μιλούσε για τους ασκητές και τους σπηλαιώτες φανέρωνε μια εξοικείωση με τη ζωή αυτή, ενώ το πρόσωπο του φορτιζόταν και μια ανεπιτήδευτη τρυφερότητα διαγραφόταν στην έκφραση του.
Οι πιστοί συχνά του ζητούσαν να κάνουν παρακλήσεις για να πληθαίνει και να αναπτύσσεται η Γεωργία.

Κάποια φορά, κατά τη διάρκεια της παράκλησης στο ναό Σιόνι, ο άγιος είδε ένα τρομακτικό όραμα. Διηγείται ο ίδιος:
«Ήταν δυο στρατιωτικοί, με αρχαίες στρατιωτικές στολές, που έδειχναν εμένα: «Να! Αυτός είναι!». Ήρθαν πλάι μου και με πήραν μαζί τους. Με δυσκολία καταλάβαινα. Διέκρινα ένα άσπρο σπίτι χωρίς σταυρό. Με έβαλαν μέσα. Ήταν τελείως σκοτεινά.
Αγίου Γαβριήλ3
Έκλεισαν τις πόρτες και μ’ άφησαν εκεί. Όταν τα μάτια μου συνήθισαν στο σκοτάδι, είδα πεταμένα στο πέτρινο πάτωμα παιδάκια, που είχαν το μέγεθος ενός μικρού δαχτύλου και κείτονταν μέσα στα αίματα. Από μια τρύπα στο ταβάνι έπεφταν κι άλλα νεκρά παιδάκια, τόσα πολλά που δεν μπορούσα να σταθώ πουθενά. Όλα γύρω ήταν βουτηγμένα στο αίμα. Στεκόμουν στις μύτες των ποδιών μου. Και ξαφνικά άνοιξε η πόρτα κι άκουσα μια φωνή: » Έρχεται! Έρχεται!» Παραξενεύτηκα. «Ποιος έρχεται; Φαίνεται θα ‘ναι εδώ το αφεντικό. Θα παρακαλέσω να με αφήσουν να φύγω από εδώ», σκέφτηκα. Πάλι ήρθαν εκείνοι οι δύο στρατιωτικοί. Στάθηκαν στην είσοδο και στην έξοδο και δεν μου επέτρεπαν να φύγω. Κόλλησα στον τοίχο. Τότε είδα την Παναγία να έρχεται με τη συνοδεία αγγέλων και αγίων. Ήταν ντυμένη στα λευκά. Την αναγνώρισα αμέσως. Με κοίταξε αυστηρά, μου έδειξε τα ματωμένα παιδιά και μου είπε: ‘Τι’ αυτό με παρακαλάς; Έτσι θα πληθαίνει η Γεωργία; Εγώ θα ευλογώ κι αυτοί θα σκοτώνουν;» Γύρισε κι έφυγε. Έπειτα με πήραν οι δυο στρατιωτικοί και με έφεραν στο κελί μου».
Monk-Gabriel-14
Την επομένη ο π. Γαβριήλ αποκάλυψε αυτό το όραμα σ’ όσους ήταν παρόντες στην ικεσία και παρακάλεσε όλες τις γυναίκες να προσεύχονται προειδοποιώντας τες: «Μητέρες, μην κάνετε εκτρώσεις! Βοηθήστε να σωθεί η Γεωργία! Φοβήθηκα τόσο πολύ όταν είδα οργισμένη την Παναγία, που δεν ήξερα πού να πάω. Δεν επιθυμώ κανείς να δει έτσι τη Βασίλισσα του Ουρανού και της Γης».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ . Ο ΑΓΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ (1929-1995)
Πηγή: apantaortodoxias.blogspot.gr