Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΙΚΡΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΗΣ -ΥΜΝΩΔΟΣ ΤΟΥ ΑΘΩΝΑ


Γέροντας Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης-Ένας υμνωδός από τον Άθωνα


«Από το Καρούλι, ανηφορίζων προς δυσμάς, προχωρείς εις τα ανώμαλα υψώματα, κατά μήκος της μεσημβρινής παραλίας της Αγιορειτικής Χερσονήσου και, μετά ημίσειαν περίπου ώραν, φθάνεις εις το κελλίον του Μοναχού Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, ήγουν του ανήκοντος εις την Σκήτην της Μικράς Αγίας Άννης. Ούτος ο ευλογημένος μοναχός Γεράσιμος κατάγεται από την Βόρειον Ήπειρον και ασκητεύει επί 3Ο έτη εις το Άγιον Όρος, κέκτηται δε παρά Θεού το χάρισμα του υμνογράφου ...».
(Απόσπασμα από προσκυνηματικό οδηγό του Αγίου Όρους, 1950).
001.jpg
Ο κατά κόσμον Αναστάσιος-Αθανάσιος γεννήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 1905 στην Δρόβιανη της επαρχίας Δελβίνου Βορείου Ηπείρου. Έμαθε τα πρώτα του γράμματα στο δημοτικό σχολείο της γενέτειράς του. Με το τέλος του δημοτικού σχολείου ο έφηβος πλέον Αναστάσιος έμελλε να εγκαταλείψει το περιβάλλον του χωριού. Ήδη ο πατέρας του είχε εγκατασταθεί στον Πειραιά, όπου εργαζόταν. Και ο ίδιος έπρεπε να τον ακολουθήσει για να εργαστεί κοντά του. Έτσι, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την μητέρα και τον μικρότερο αδελφό του.
Ο ίδιος περιγράφει την αναχώρησή του από το χωριό: «Από την Δρόβιανη δεν θυμούμαι αν έφυγα με σκοπό να ξαναγυρίσω». Ο χωρισμός αυτός κόστισε σε όλα τα μέλη της οικογένειας. Ιδιαίτερα στην μητέρα του Αθηνά. Ο ανηψιός του μας πληροφορεί σχετικά: «Για πρώτη φορά άκουσα για τον γέροντα το 1941, όταν επιστρέψαμε από Ελλάδα, εγώ, η μαμά μου Ευθαλία και ο πατέρας μου Κίμων, όπου με είχαν φέρει για κάποια χειρουργική επέμβαση. Όταν, λοιπόν, επιστρέψαμε στο σπίτι, με ρώτησε η γιαγιά μου· τον θείο σου τον είδες; Τον αντάμωσες; Εγώ με απορία την κοίταξα στα μάτια και ρώτησα· ποίον; Και μου λέει· τον Γεράσιμο. (Ήξερε ότι έγινε μοναχός, γιατί είχαν αλληλογραφία). Όχι, της λέω. Ήμουν 5-6 χρονών τότε. Έκτοτε άρχισα να ζω την αγωνία της γιαγιάς μου, μήπως κλείσει τα μάτια της μη βλέποντάς τον ποτέ, πράγμα που έγινε κιόλας».

-Από την Β. Ήπειρο στην Αθήνα
Αρχικά εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, κοντά στον πατέρα και την θεία του, Φωτεινή Χαρμπάτση-Γεωργίου. Στην συνέχεια μετακόμισαν στην Αθήνα. Στην νέα του διαμονή συνέχισε τις σπουδές του στο γυμνάσιο. Ο ζήλος του για τα γράμματα εντυπωσιακός. Μετά το γυμνάσιο συνέχισε τις σπουδές του σε κάποια ανώτερη σχολή ελληνικής παιδείας.
Στην Αθήνα φρόντισε και για την πνευματική του ζωή και εκκλησιαζόταν τακτικά. Θυμάται ο ίδιος: «Η ενορία μας ήταν ο Άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης. Συνήθως πηγαίναμε επί της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, όπου ήτο η παλαιά Ριζάρειος Σχολή, στον Άγιο Γεώργιο της Ριζαρείου, επειδή ήταν κοντά. Εκεί κατ πανάληψη λειτούργησε και ο Πενταπόλεως Νεκτάριος, τον οποίο είδα. Ήρχετο από την Αίγινα καμμιά φορά. Ένας πολύ σεβάσμιος, πολύ ... Που να ξέρω εγώ ότι αυτός είναι άγιος! Ήταν όπως στο ύψος μου· ταπεινός, γεμάτος χάρη· όταν ομιλούσε ολίγα "άλατι ηρτυμένα", αυτά τα θυμούμαι. Δεν θυμούμαι άλλους λειτουργούς».
Στην Αθήνα καλλιέργησε την σκέψη να γίνει μοναχός και σκέφθηκε να φύγει έγκαιρα, πριν αναλάβει άλλες υποχρεώσεις. Και δεν χρειάστηκε πολύ χρόνο για να πραγματοποιήσει την κλίση του. Έτσι έρχεται στο Άγιον Όρος στις 15-8-1922 σύμφωνα με δική του διήγηση, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία του Μοναχολογίου του αρχείου της Μονής Μεγίστης Λαύρας στις 15-8-1923.

-Από την Αθήνα στο Άγιον Όρος
Στο Άγιον Όρος εγκαταβιώνει ως δόκιμος στην σκήτη της Αγίας Άννης. Συγκεκριμένα στην Μικρά Αγία Άννα, στο κελλί του Τιμίου Προδρόμου, έχοντας ως γέροντα τον μικρασιάτη ιερομόναχο Μελέτιο Ιωαννίδη.
Εδώ, σ' αυτή την ερημική, άνυδρη, αιχμηρή και άγονη τοποθεσία της Μικράς Αγίας Άννης, βρίσκει απόλυτη πνευματική χαρά και εκπλήρωση του ονείρου της ζωής του. Μπορεί πλέον απερίσπαστα να επιδοθεί στην άσκηση της πνευματικής ζωής και στην μελέτη των ιερών εκκλησιαστικών κειμένων.
Στις 20 Οκτωβρίου του 1924 κατά την διάρκεια της αγρυπνίας στην μνήμη του αγίου Γερασίμου Κεφαλληνίας έγινε η μοναχική κουρά του παίρνοντας το όνομα του αγίου.
G.jpg
Ο μοναχός Γεράσιμος, προσαρμοσμένος πλήρως στην νέα του ζωή, αποτέλεσε πρότυπο υπακοής, ταπεινώσεως και κάθε αρετής. Παράλληλα με την τέλεση των καθημερινών μοναχικών ακολουθιών και την μελέτη, οι δύο μοναχοί της καλύβης, γέροντας και υποτακτικός, εργάζονταν για την επιβίωσή τους ως άνθρωποι. Ο Γέροντας Μελέτιος γνώριζε καλά και ασκούσε από χρόνια την τέχνη κατασκευής ξυλόγλυπτων σφραγίδων που χρησιμοποιούνται στην παρασκευή προσφορών για την θεία Λειτουργία. Κοντά σ αυτόν και ο νέος μοναχός Γεράσιμος έμαθε την τέχνη αυτή, την οποία και ασκούσε φίλεργα.0011.jpg
Εκείνο, όμως, το οποίο τον γοήτευε ήταν η ενασχόληση με τα γράμματα. Μας λέει σχετικά: «Εδώ, όταν ήρθα, καλλιέργησα και ανακεφαλαίωσα τις γνώσεις μου. Τους αρχαίους συγγραφείς, όλα τα χόρτασα, όλα τα χώνεψα. Είχα μερικά βιβλία απ' έξω, που τα έδωσα σε ορισμένα πτωχά παιδιά που μ' επισκέφθηκαν από την Συκιά απέναντι».
Μετά την παρέλευση λίγων ετών, ο γέροντας Μελέτιος φεύγει οριστικά για την Αθήνα, αφήνοντας τελείως μόνο του τον νέο μοναχό Γεράσιμο. Ο τελευταίος εξηγεί τους λόγους: «Ο γερο-Μελέτιος έφυγε το 1924-1925. Ήμουν 24-25 ετών. Εκείνος έφυγε, επειδή τον παραπλάνησαν οι ζηλωταί, για να κάνει τον παπά έξω. Δεν με πήρε μαζί του. Εγώ έφυγα από τον κόσμο για να ρθει εδώ· όχι να γυρίσω πάλι πίσω».
Κάτω από την καλύβη του Τιμίου Προδρόμου βρίσκεται η καλύβη Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Σε αυτήν εγκαταβιούσε ο ασκητής Γέροντας Αβιμέλεχ (1965). Το 1946 υποτάχθηκε σ' αυτόν ο μετέπειτα ιερομόναχος Διονύσιος. Με τον π. Διονύσιο συνδέθηκε ο π. Γεράσιμος και αργότερα, το 1966, ενώθηκαν σε μία μόνη συνοδεία. Ο μοναχός Γεράσιμος γίνεται κτίτορας του ναού των αγίων Πατέρων Διονυσίου του ρήτορος και Μητροφάνους. Συγκεκριμένα, το 1956 στο σπήλαιο όπου ασκήτευσαν οι δύο όσιοι κτίζει μικρό ναΐδριο και το 1960 το συμπληρώνει με την λιτή. Στο μεταξύ, η συνοδεία αυξάνει.
Ο Γέροντας Γεράσιμος, εκτός των άλλων, φημιζόταν για την διάθεση φιλοξενίας, την οποία ενέπνευσε και στους υποτακτικούς του. Είναι άξιο λόγου ότι η ασκητική και αναχωρητική του βιοτή σε τίποτα δεν έπληξε την κοινωνικότητά του. Οι προσερχόμενοι σ'; αυτόν λαϊκοί επισκέπτες πάντοτε έφευγαν ωφελημένοι και γοητευμένοι, καθώς ο λόγος του ήταν πάντοτε προσεγμένος. Συνετός στις αποκρίσεις του, απέφευγε συστηματικά τις άκαιρες συζητήσεις και φλυαρίες· επιδίωκε πάντοτε την σιωπή, την οποία και θεωρούσε «μητέρα σοφωτάτων εννοιών».
Εκτός από τους λαϊκούς, οι επισκέπτες ήταν πολλές φορές κληρικοί η και μοναχοί, που έρχονταν με τον ίδιο σκοπό: να ακούσουν τον γέροντα, να ωφεληθούν πνευματικά και να διδαχθούν από την ενάρετη ζωή του. Κατά την διάρκεια της ζωής του, του ανατέθηκαν μοναχικά διακονήματα. Διετέλεσε βιβλιοθηκάριος και τυπικάρης του Κυριακού της σκήτης Αγίας Άννης. Ως βιβλιοθηκάριος μάλιστα ασχολήθηκε με την σύνταξη και δημοσίευση καταλόγου των χειρογράφων κωδίκων της βιβλιοθήκης του κυριακού της σκήτης. Με την ιδιότητα αυτή βοήθησε πολλούς επιστήμονες στην εύρεση και απόκτηση αντιγράφων των χειρογράφων. Ο ίδιος συνέταξε αξιόλογες μελέτες και άρθρα.
Ο Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης είναι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις υμνογράφων, που το μεγαλύτερο μέρος του έργου του χρησιμοποιήθηκε αμέσως στην λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Έτσι, το μεγαλύτερο μέρος του έργου είναι προσιτό, παρά το γεγονός ότι ένα μικρό μόλις τμήμα του έχει εκδοθεί. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι πολλές ακολουθίες κυκλοφορούν ευρύτατα σε δακτυλογραφημένα φωτοαντίγραφα.
Αλλά και την ίδια την υμνογραφία την θεωρεί προέκταση της προσευχής, κοινωνία με τον Θεό και τους αγίους: «Έχω τον άγιο μπροστά. Γι' αυτό και δεν θέλω επικοινωνία με κανέναν. Η υμνογραφία, η πνευματική αυτή εργασία, είναι ένωση της ψυχής μετά του Θεού· είναι μία θαυμασία προσευχή· είναι μία μεταρσίωσις του νοός· είναι μία μυστική θεωρία· είναι ένα μυστήριον, που δεν ερμηνεύεται και με λόγους δεν εξωτερικεύεται. Η υμνογραφία είναι η υπάτη φιλοσοφία. Δεν εκφράζεται με αυτά τα λόγια. Πρέπει κανείς να την δοκιμάση για να την αισθανθή».
002.jpg
-Υμνογραφικό έργο
Ο Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης αναδείχθηκε ως ο μεγαλύτερος υμνογράφος της μεταβυζαντινής εποχής. Το έργο του γνώρισε μεγάλη απήχηση και η φήμη του ως υμνογράφου ξεπέρασε σύντομα το ασκητικό κελλί και διαδόθηκε σε ολόκληρο το Άγιον Όρος. Ιδιαίτερα αξιομνημόνευτο είναι το γεγονός ότι η αναγνώριση του έργου δεν συνέβη κατά το τέλος η έστω την διάρκεια της υμνογραφικής παραγωγής, αλλά ήδη από τα πρώιμα στάδιά της.
Η Εκκλησία αποδέχθηκε πολύ νωρίς το έργο του νέου υμνογράφου της και το ενέταξε στις εκκλησιαστικές ακολουθίες. Επανειλημμένα επαινεί το έργο και τιμά το πρόσωπο του υμνογράφου. Οι ύμνοι ψάλλονται στις εκκλησιαστικές ακολουθίες, εντάσσονται δηλαδή στην λειτουργική χρήση, παράλληλα με τα έργα των προγενέστερων μεγάλων υμνογράφων της. Η ευρεία απήχηση του έργου φαίνεται και από την μεγάλη ζήτηση των διαφόρων ακολουθιών, από ολόκληρο τον κόσμο, προκειμένου να συμπληρωθούν τα εκκλησιαστικά βιβλία.
Όπως ήταν φυσικό, η πανθομολογούμενη αναγνώριση της αξίας του έργου του υμνογράφου προκάλεσε και την, συνδεόμενη με αυτήν, απονομή διαφόρων διακρίσεων, τόσο από την Εκκλησία όσο και από την Πολιτεία.
Η Εκκλησία τίμησε τον υμνογράφο με πολλές διακρίσεις. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο του απονέμει την ευαρέσκειά του. Η ανώτατη εκκλησιαστική διάκριση δόθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα, όταν ο π. Γεράσιμος ονομάστηκε Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Στην απόφαση αυτή οδηγήθηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπως αναφέρει το σχετικό πατριαρχικό γράμμα με ημερομηνία 25 Αυγούστου 1955.
Πέρα από τις παραπάνω εκκλησιαστικές διακρίσεις ο υμνογράφος έλαβε και πολλά μετάλλια και παράσημα. Το 1963 του απονεμήθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη ο σταυρός της χιλιετηρίδας του Αγίου Όρους, για την συμβολή του στην διοργάνωση και επιτυχία των εορτών που είχαν προγραμματισθεί.
400 (2).JPG
Εκτός από την Εκκλησία και η Ελληνική Πολιτεία τίμησε τον υμνογράφο. Η ύψιστη τιμή και ταυτόχρονα αναγνώριση του έργου του προέρχεται από την Ακαδημία Αθηνών. Στις 3 Δεκεμβρίου 1953 από το βήμα του ανώτατου πνευματικού ιδρύματος της χώρας έγινε ιδιαίτερος λόγος για το έργο του υμνογράφου. Ύστερα από 15 χρόνια η Ακαδημία Αθηνών απονέμει το αργυρό της μετάλλιο στον υμνογράφο, «δια το υπέροχον υμνογραφικόν του έργον το οποίον τιμά την ελληνικήν γραμματείαν και την θρησκευτικήν ποίησιν».
Ο υμνογράφος Γεράσιμος δεν ήταν «φρέαρ συντετριμμένον», αλλά πηγή «ύδατος ζώντος, αλλομένου εις ζωήν αιώνιον» (Ιω. δ 14). Το καθαρό του στόμα ήταν η διέξοδος των πολλών υδάτων της εκκλησιαστικής υμνογραφικής παραδόσεως, στην οποία ήταν ταπεινά ενταγμένος και την οποία με καθαρή καρδιά και συντετριμμένη ψυχή βίωνε σε όλη την ασκητική του ζωή. Έτσι εξηγείται η ασύγκριτη σε ποσότητα (37.000 σελίδες) και εκλεκτή σε ποιότητα υμνογραφική του παραγωγή. Το δοθέν από τον Θεό τάλαντο φιλοπόνως καλλιέργησε και γρηγορών χρησιμοποίησε, ψάλλοντας προς δόξαν Θεού και την τιμή της Θεοτόκου και των αγίων, αλλά και για την οικοδομή και την στήριξη της Εκκλησίας του Χριστού.
-Η εκδημία του
Ο Γέροντας Γεράσιμος αποτελεί χαρακτηριστική και γραφική μορφή του σύγχρονου αθωνικού μοναχισμού και δεν λείπει από τις αναφορές των διαφόρων οδοιπορικών και προσκυνηματικών οδηγών του Αγίου Όρους. Παρά το γεγονός ότι ποτέ δεν τον εγκατέλειψαν η σωματική ευρωστία και η πνευματική διαύγεια, που τον χαρακτήριζαν, τα τελευταία χρόνια διαισθανόταν τον θάνατό του. Έτσι, φρόντισε να καταγράψει τις τελευταίες πατρικές του υποθήκες προς τους υποτακτικούς του και να επιλέξει τον τόπο ταφής του, κοντά στο σπήλαιο των αγίων Διονυσίου και Μητροφάνους.
Δεν αντιμετώπιζε ιδιαίτερα προβλήματα υγείας. Μέχρι και την παραμονή της εκδημίας του έγραφε, χωρίς κανένα πρόβλημα. Η τελευταία του μάλιστα επιστολή, με ημερομηνία 30 Νοεμβρίου 1991, απευθύνεται προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Το μεσημέρι της Παρασκευής 6 Δεκεμβρίου 1991, έπειτα από αναπνευστική δυσφορία, έμεινε κλινήρης και ξημερώματα Σαββάτου 7 Δεκεμβρίου άφησε στο μοναχικό του κελλί την τελευταία του πνοή, ενώ βάδιζε ήδη το 86ο έτος της επίγειας ζωής του.
0022.jpg
Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε βαθειά συγκίνηση σε ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο, ελληνόφωνο και μη. Η νεκρώσιμη ακολουθία τελέστηκε την επομένη με την παρουσία λίγων ιερέων, μοναχών και λαϊκών, που μπόρεσαν να βρεθούν εκεί. Σε ένδειξη σεβασμού και εκτιμήσεως η μονή Αγίου Παύλου πρόσφερε τον τάφο. Η σφοδρή κακοκαιρία, που έπληξε την περιοχή την ημέρα εκείνη, δεν επέτρεψε την παρουσία όλων όσοι θα επιθυμούσαν να παραστούν στην νεκρώσιμη ακολουθία.
0000.jpg
Ο Γέροντας Γεράσιμος έμεινε βέβαια περισσότερο γνωστός ως υμνογράφος. Διακρίθηκε, όμως, και ως μοναχός. Δεν θα ήταν υπερβολή να λέγαμε πως ήταν υμνογράφος επειδή ήταν μοναχός. Στο πρόσωπό του η υμνογραφία δεν ήταν κάτι εξωτερικό η επίκτητο, αλλά προέκταση του ζωντανού βιώματος ενός δοκιμασμένου και παραδοσιακού αγιορείτη μοναχού, όπως ακριβώς ήταν ο ίδιος.
Διατηρούσε σε ολόκληρη την ζωή του αμείωτη την προθυμία προς τους πνευματικούς αγώνες, και άσβεστη την φλόγα της αγάπης προς την μοναχική ζωή. Ο ίδιος θεωρούσε δωρεά της Θεοτόκου το να είναι κανείς αγιορείτης μοναχός και, κάθε φορά που τύχαινε να βρίσκεται εκτός Αγίου Όρους, διακατεχόταν από έντονη αγωνία μήπως αρρωστήσει και δεν προλάβει να επιστρέψει πίσω.
Ιδιαίτερα διακρίθηκε για την υπακοή και την ταπείνωση. Θεωρούσε πως η τέλεια και αδιάκριτη υπακοή είναι το θεμέλιο της πνευματικής ζωής, γεννήτρια της ταπεινώσεως, πηγή ειρήνης και πνευματικής χαράς στην καρδιά του καλού και υπάκουου μοναχού. Και αυτό συνιστούσε πάντοτε στους υποτακτικούς του.
Πράος, ειρηνικός και ήσυχος, δεν έχασε, μέχρι και τα βαθιά του γεράματα, την γλυκύτητα του προσώπου του, παρά την αγριότητα και σκληρότητα του τόπου που κατοικούσε. Αναδείχθηκε, κατά γενική μαρτυρία, «των αρετών θησαυρός, των εν τω Άθω μοναστών θείον καύχημα, ο πράξει και θεωρία καταλαμπρύνας τον νουν και πλησθείς των θείων επιλάμψεων ... ως πραύς και ακέραιος».

-Υποθήκες προς τα πνευματικά του τέκνα:
«Τέκνα μου εν Κυρίω αγαπητά και περιπόθητα, ακούσατέ μου της ταπεινής φωνής, ήτις χάριτι Κυρίου και βοηθεία της Κυρίας ημών Θεοτόκου θα είπη εις υμάς ρήματα ζωής αιωνίου, ήτοι μικρόν και συνεπτυγμένον, αλλά πρακτικόν λόγον ωφελείας και οικοδομής.
Δόξαν και ευγνωμοσύνην να προσφέρωμεν καθ' εκάστην ημέραν τω Κυρίω και τη Παναγία Αυτού Μητρί, διότι ηξίωσαν ημάς να έλθωμεν εις τον άγιον τούτον τόπον και να γίνωμεν μοναχοί, όπερ πολλοί επεθύμησαν, αλλά δεν το κατόρθωσαν. Γενόμενοι μοναχοί να έχωμεν αμείωτον την προθυμίαν προς τους πνευματικούς αγώνας και άσβεστον την φλόγα της αγάπης προς την μοναχικήν ζωήν, ως είμεθα την πρώτην ημέραν της ενταύθα ελεύσεώς μας. Να προσέχωμεν πολύ δια να φυλάττωμεν τον νουν μας καθαρόν από τους πονηρούς και ακαθάρτους λογισμούς, οίτινες μολύνουν την καρδίαν μας, αποδιώκουν μακράν ημών την θείαν χάριν και γινόμεθα παίγνιον του σατανά.
Ιδιαιτέρως σας συνιστώ να προσέξωμεν το έργον της υπακοής, της τελείας και αδιακρίτου υπακοής, ήτις είναι το θεμέλιον της μοναχικής ζωής, γεννήτρια της ταπεινώσεως και πηγή ειρήνης και πνευματικής χαράς εις την καρδίαν του καλού και υπηκόου μοναχού. Υπακοή και ταπεινοφροσύνη είναι δύο πτέρυγες, αίτινες υψώνουν ημάς ταχύτερον εις την πνευματικήν τελειότητα. Υπήκοος μοναχός, εργάτης αρετής· παρήκοος, πλήρης ακαταστασίας.
Να εξομολογήσθε ταχτικώς και ειλικρινώς και να ανοίγητε διάπλατα την καρδίαν σας εις τον πνευματικόν σας πατέρα. Η συνεχής και καθαρά εξομολόγησις καίει τον σατανά, ευφραίνει τον άγγελον φύλακα της ψυχής και πληροί την καρδίαν μας θείας χάριτος.
Να προσέρχεσθε ταχτικότερον εν φόβω Θεού και καθαρά εξομολογήσει εις την μετάληψιν των αγίων και αχράντων Μυστηρίων. Ο μεταλαμβάνων ταχτικώς εν φόβω Θεού ενούται μετά του Κυρίου, φωτίζεται η ψυχή του, λαμβάνει μυστικήν δύναμιν κατά του αοράτου εχθρού, όστις σφόδρα φοβείται την θείαν Μετάληψιν και κατακαίεται υπ' αυτής και γενικώς ο μεταλαμβάνων εν βαθυτάτη ταπεινώσει αξιούται νοερώς πολλών παρά Θεού πραγμάτων και δωρεών ως εμπράκτως εδοκιμάσαμεν τούτο.
Να μην αμελήτε τον κανόνα σας και τα λοιπά καθήκοντά σας, ήτοι εσπερινόν, απόδειπνον, όρθρον ως και την ανάγνωσιν.
Όταν δε εργάζεσθε να προσπαθήτε να λέγετε την ευχήν «Κύριε Ιησού Χριστέ» και ενδιαμέσως το «Θεοτόκε Παρθένε».
Να έχετε αγάπην μεταξύ σας αδελφικήν, άδολον και ανυπόκριτον, δια να σας επισκιάζη η χάρις του Θεού.
Να αγαπάτε και να σέβεσθε τον πνευματικόν σας πατέρα, ήτις αγάπη και σεβασμός αναφέρεται εις τον Χριστόν.
Να είσθε προσεκτικοί εις τους λόγους σας, συνετοί εις τας αποκρίσεις σας, να αποφεύγετε τας ακαίρους συζητήσεις και φλυαρίας και να επιδιώκετε πάντοτε την σιωπήν, ως μητέρα σοφωτάτων εννοιών κατά τον ειπόντα θείον Πατέρα.
Να ευλαβείσθε σφόδρα την Κυρίαν ημών Θεοτόκον, την έφορον και προστάτιδα ημών, τον αρχηγόν ημών Άγιον Ιωάννην τον Πρόδρομον και τους ιδιαιτέρους προστάτας ημών Άγιον Διονύσιον τον Ρήτορα και Άγιον Μητροφάνην, οίτινες υπερίπτανται νοερώς και ευλογούσιν ημάς και να λέγετε εν τακτύή ημέρα της εβδομάδος ανελλιπώς τους χαιρετισμούς και την παράκλησιν αυτών.
Να βιάζεσθε, αγαπητά μου τέκνα, να βιάζεσθε εις το καλόν και γενικώς εις τα μοναχικά σας καθήκοντα και ως λέγει ο Ουρανοβάμων Άγιος Απόστολος Παύλος "βλέπετε πως ακριβώς περιπατείτε μη ως άσοφοι αλλ'; ως σοφοί εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, ότι αι ημέραι πονηραί εισι".
Μακάριος ο μοναχός εκείνος, όστις βιάσει τον εαυτόν του και ζήσει εναρέτως κατά τας δοθείσας υποσχέσεις εν τη κουρά. Ούτος θα αξιωθή μακαρίου τέλους και μετά το τέλος του η Κυρία Θεοτόκος θα απολογηθή υπέρ αυτού προς τον εύσπλαχνον Υιόν της και Θεόν ημών Κύριον Ιησούν Χριστόν, ου η χάρις και το άπειρον έλεος είη μεθ' ημών. Αμήν.
Και ταύτα πάντα μετά πολλής εν Χριστώ αγάπης και θερμών πατρικών ευχών, ο ταπεινός Γέρων Μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης
Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας
Εν μηνί Αυγούστω 15. 1985
Κατά ταύτην την ημέραν εορτή της Κοιμήσεως της Κυρίας ημών Θεοτόκου ήλθον εις Άγιον Όρος εν έτει 1922.
-«Το κύκνειον άσμα του Γέροντα»
Αλλ' ω Πανύμνητε Δέσποινα, δέξαι παρακαλώ, εν πολλή μητρική ευνοία και συμπαθεία και συγκαταβάσει, ως εδέξατο ο Υιός σου και Θεός ημών τα δύο λεπτά της χήρας, τα ταπεινά μου ταύτα ψελλίσματα, άτινα γονυκλινώς εν πολλύή ευλαβεία προσφέρω τη Θεομητορική σου μεγαλειότητι, «ως δώρα ευπρόσδεκτα και προσφοράν τελείαν», και εν τη φοβερά ώρύα του θανάτου βοήθει μοι τω αναξίω και αμαρτωλώ ικέτη σου, εν δε τω αδεκάστω βήματι του φιλανθρώπου Υιού σου και Θεού ημών, παράστησόν με ακατάκριτον δια της Μητρικής σου παρρησίας, ως υπέσχου, φιλάγαθε Δέσποινα, και πάντας τους ψάλλοντας αυτούς εν ευλαβεία, αξίωσον της ουρανίου βασιλείας. Αμήν.
Δέξασθε ευμενώς, παρακαλώ υμάς, αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί, το παρόν Θεοτοκάριον, και ψάλλατε τους εν αυτώ κανόνας εν πίστει και ευλαβεία προς την Κυρίαν ημών Θεοτόκον, ίνα απαλλάττη υμάς πειρασμών και κινδύνων και πάσης αμαρτίας, μετά δε το τέλος αξιώση υμάς, ταις Μητρικαίς αυτής πρεσβείαις, της βασιλείας των ουρανών· ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού· ω η δόξα και το κράτος και η προσκύνησις συν τω ανάρχω αυτού Πατρί, και τω Παναγίω και ομοουσίω αυτού Πνεύματι νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Tου αρχιμανδρίτου Γεωργίου Χρυσοστόμου, Διδάκτορος Φιλολογίας, Πρωτοσυγκέλλου Ι. Μητροπ. Βεροίας
Αντιγραφή από agioritikesmnimes.pblogs

Αγιος Νεκτάριος και Γέροντας Δανιήλ Κατουνακιωτης .Βίοι παράλληλοι και η μέσω επιστολών επικοινωνία μεταξύ δύο οσιακών μορφών

Αγιος Νεκτάριος και Γέροντας Δανιήλ Κατουνακιωτης .Βίοι παράλληλοι και η μέσω επιστολών επικοινωνία μεταξύ δύο οσιακών μορφών

Παραλληλίζοντας τις δύο μεγάλες οσιακές μορφές του αιώνα μας, τον άγιο Νεκτάριο και τον Γέροντα Δανιήλ, προκύπτουν πολλά όμοια στοιχεία στη ζωή και στο έργο τους, μέσα ασφαλώς στην διαφορότητα και την ιδιαιτερότητα των χαρισμάτων με τα οποία τους προίκισε η Χάρη του Θεού. 
 Γεννήθηκαν και οι δύο το ίδιο έτος, 1846. Πατρίδες και των δυό είναι ευλογημένοι τόποι της Ανατολής, η Σηλυβρία της Θράκης του Αγίου Νεκταρίου, η ξακουστή Σμύρνη η ιστορική μητρόπολη της Μικρασίας, του Γέροντα Δανιήλ. Και οι δύο ήταν παιδιά πολύτεκνων οικογενειών. Δαψιλής παιδεία και ακαταπόνητη διά βίου μελέτη. Πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ο άγιος Νεκτάριος, αριστούχος πτυχιούχος της περίφημης Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης ο Γέροντας Δανιήλ. Στροφή προς τον μοναχισμό και την άσκηση. Σε ηλικία τριάντα ετών ο άγιος Νεκτάριος κείρεται μοναχός (1876) στη Νέα Μονή της Χίου. Ο Γέροντας Δανιήλ εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος του Αγίου Όρους σε ηλικία 20 περίπου ετών (1866).
Διώξεις, θλίψεις και ταλαιπωρίες για τις οποίες έπαιρναν θάρρος από την μεγάλη ευλάβεια και αγάπη που είχαν στον πρόσωπο της Παναγίας.
   Ο άγιος Νεκτάριος έτρεφε μεγάλη αγάπη προς το Άγιον Όρος. Αυτό φαίνεται και από την επιστολή του προς τον Γέροντα Δανιήλ με την οποία του ανακοινώνει την πρόθεση του να αγοράσει κάποιο κελλί στο Άγιον Όρος, για να εγκαταστήσει αρχικά εκεί τα πνευματικά του τέκνα, που ήθελαν να μονάσουν και στη συνέχεια, όταν απαλλαγεί από τις φροντίδες της Μονής στην Αίγινα να μεταβαίνει και ο ίδιος στο Άγιον Όρος και να μένει για κάποιο διάστημα “προς πνευματικήν αναψυχήν”. Αυτά έγραφε το 1913.. 
  Δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα, το 1898, είχε επισκεφθεί για πρώτη και μοναδική φορά το Άγιον Όρος. 
 Πρώτος γράφει επιστολή ο Γέροντας Δανιήλ, απευθυνόμενος με δισταγμό και σεβασμό προς τον Μητροπολίτη Πενταπόλεως τον Μάρτιο του 1903. Στην απόφαση του να γράψει ενισχύθηκε από τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, κοινό γνωστό αμφοτέρων, ο οποίος διαβεβαίωσε τον Γέροντα Δανιήλ οτι τυγχάνει ιδιαιτέρας συμπαθείας εκ μέρους του Μητροπολίτου Πενταπόλεως. Ο άγιος Νεκτάριος απήντησε αμέσως μέσα στον ίδιο μήνα, τον Μάρτιο του 1903, με μια θαυμάσια επιστολή, ενα πνευματικότατο και φιλοσοφικώτατο κείμενο, στο οποίο αναπτύσσει την θέση οτι οι δοκιμασίες και οι θλίψεις οφείλονται στην αγάπη του Θεού και βοηθούν να φθάσει κανείς ασφαλέστερα στην πνευματική τελείωση. 
***
  Μεσολάβησε ένα μικρό διάστημα διακοπής της επικοινωνίας. Την αρχή έκανε πάλι πρώτος ο Γέροντας Δανιήλ, ο οποίος τον Δεκέμβριο του 1907 γράφει προς τον Άγιο Νεκτάριο ζητώντας να του σταλούν βιβλία του και συγχαίροντας για την ίδρυση του Ιερού Φροντιστηρίου, της Ιεράς δηλαδή γυναικείας Μονής της Αγίας Τριάδος στην Αίγινα. Η επιστολή αυτή του Γέροντα Δανιήλ δεν σώζεται. Μαθαίνουμε όμως το περιεχόμενο της από το δεύτερο γράμμα του Αγίου Νεκταρίου που στέλνεται στον Γέροντα Δανιήλ τον Ιανουάριο του 1908. Σε αυτή την επιστολή ο άγιος Νεκτάριος παρακαλεί τον Γέροντα να βοηθήσει πνευματικά τις μοναχές της Ι.Μονής Αγίας Τριάδος γράφοντας σχετικό πνευματικό έργο.    
  Μέσα στο ίδιο έτος, τον Ιούλιο του 1908 αποστέλει πράγματι ο Γέροντας Δανιήλ, απευθυνόμενος προς την ηγουμένη Ξένη και την αδελφότητα, τον αιτηθέντα λόγο. Αμέσως μετά την παραλαβή της ασκητικής πραγματείας του Γέροντα Δανιήλ, ο άγιος Νεκτάριος απήντησε ευχαριστώντας. Δεν σώζεται ολόκληρη αυτή η επιστολή. 
***
  Η επόμενη επικοινωνία τους γίνεται μερικά χρόνια αργότερα τον Αύγουστο του 1913. Την πρωτοβουλία έχει τώρα ο άγιος Νεκτάριος ο οποίος παίρνοντας θάρρος όπως γράφει, από την αγάπη του Γέροντα Δανιήλ του αναθέτει να επιτελέσει έργο που επιθυμούσε πολύ. Να αγοράσει δηλαδή για λογαριασμό του ένα κελλί στο Όρος. Ο Γέροντας Δανιήλ απαντά αμέσως (Σεπτέμβριος του 1913), η απάντηση του όμως είναι αρνητική, ασφαλώς με βάση πραγματικές και αντικειμενικές δυσκολίες που εμπόδιζαν την περίοδο εκείνη την εκπλήρωση της ωραίας και συγκινητικής πράγματι επιθυμίας του αγίου Νεκταρίου να αποκτήσει κελλί στο Άγιον Όρος για τα πνευματικά του παιδιά και τον ίδιο.
***
  Η επόμενη τελευταία επικοινωνία τους έγινε με πρωτοβουλία του Γέροντα Δανιήλ, ο οποίος έστειλε ευγενή όντως επιστολή, στις 30 Σεπτεμβρίου του 1915. Σ’αυτήν εκφράζει την ευγνωμοσύνη του για τις ευεργεσίες προς την αδελφότητα και την λοιπή πολύτιμη σειρά των ωφελιμοτάτων συγγραμμάτων του αγίου. Απαντώντας ο άγιος Νεκτάριος στις 6 Δεκεμβρίου του 1915, ευχαριστεί για την πολλή αγάπη και την απόφαση τους “δια την εγγραφήν του ονόματος ημών εν τοις διπτύχοις του Ιερού Κελλίου ως Κτίτορος και Πατρός και Καθηγουμένου”.
Οι σωζόμενες επιστολές του Γέροντα Δανιήλ προς τον άγιο Νεκτάριο, βρίσκονται στο Ησυχαστήριο της Αδελφότητας των Δανιηλαίων.

ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ - ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΚΟΤΤΕΑ - ΝΕΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗ
ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΜΕΛΕΤΗ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΚΟΤΤΕΑ
ΕΠΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ


Εἰσαγωγικά τινά εἰς τό θέμα

Ἡ ἀπολογητική ὑπέρ τῆς ‘Αληθείας μελέτη, ἡ ὁποία δημοσιεύεται παρακάτω, εἶχε δημοσιευθεῖ εἰς βιβλίδιον τό 1932 ὑπό τοῦ ἁγιορείτου Μοναχοῦ  ‘Αρσενίου Κοττέα. Πρόκειται, ὅπως γράφει καί ὁ τίτλος, περί μιᾶς ἀπαντήσεως τοῦ ἐν λόγω Μοναχοῦ, εἰς τόν καινοτόμον ‘Αρχιεπίσκοπον Χρυσόστομον Παπαδόπουλον καί εἰδικώτερα μία ἀπάντησις εἰς τό ψεῦδος, τό ὁποῖον ἐφεῦρε ἐκ τῶν ὑστέρων ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ὅτι δῆθεν δέν ὑπάρχει καταδίκη τοῦ νέου Παπικοῦ Ἡμερολογίου, ἀλλά μόνον τοῦ Πασχαλίου.
Εἰδικώτερον:
Εὐθύς μόλις ἡ Ἱεραρχία τῆς ‘Εκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τό 1924 ἀπεδέχθη, τό εἰσαχθέν «ἐλέῳ Μασωνίας» νέον Παπικόν Ἡμερολόγιον ἡ ὀρθοδοξοῦσα συνείδησις Κλήρου καί Λαοῦ, ἐξηγέρθη καί ἠγωνίσθη σθεναρῶς καί ὁμολογιακῶς κατά τῆς καινοτομίας. Πρῶτοι οἱ ὁποῖοι ἐβροντοφώνησαν τότε τό «Στῶμεν καλῶς» ἦσαν οἱ  Ἁγιορεῖται Πατέρες, οἱ καί «Ζηλωταί» ἀποκληθέντες, οἱ ὁποῖοι ἐνημέρωσαν τόν λαόν τοῦ Θεοῦ περί τῆς Καινοτομίας. ‘Ανέτρεξαν εἰς τά ‘Αρχεῖα καί τάς Βιβλιοθήκας τῶν Ἱερῶν Μονῶν, ὅπου εὗρον τά κατά τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου Σιγγίλια καί ‘Αναθέματα τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων τοῦ ΙΣΤ αἰῶνος καί τά ἐκυκλοφόρησαν πανταχοῦ. Ἦτο τόσο δυνατόν τό ὁμολογιακόν των καί ἀγωνιστικόν των φρόνημα, καθώς καί τοῦ λοιποῦ ὀρθοδόξου Κλήρου καί Λαοῦ, ὥστε τό οἰκοδόμημα τοῦ καινοτόμου ‘Αρχιεπισκόπου νά κινδυνεύση νά καταρρεύση.
‘Αλλ’ ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, δέσμιος ὤν τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων, ἀντί νά ἐπανορθώση ὡς ὤφειλε, «προέκοπτεν ἐπί τό χεῖρον». Κατέφυγε εἰς τό ψεῦδος. Ἐχαρακτήρισε τά Σιγγίλια καί τάς ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων, τά ὁποῖα ἐκυκλοφόρησαν οἱ ἁγιορεῖται Πατέρες ὡς πλαστά, αὐτούς δέ ὡς διαδίνοντας ψεύδη. Διετύπωσε δέ ἄλλην ἄποψιν ἐπί τοῦ θέματος τοῦ Ἡμερολογίου, ἀντίθετον ἀπό αὐτήν πού εἶχε διατυπώσει ὡς Καθηγητής τῆς ‘Εκκλησιαστικῆς Ἱστορίας εἰς τά συγγράμματά του. Ὑπεστήριξεν, δηλαδή, ὅτι δέν κατεδικάσθη τό Ἡμερολόγιον (Καλενδάριον), ἀλλά μόνον τό Πασχάλιον. ‘Ακριβῶς ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀνιστορήτου θεωρίας τοῦ Καθηγητοῦ τῆς Ἱστορίας καί ‘Αρχιεππισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ΑΠΑΝΤΗΣΕ ἐν ἔτει 1932 ὁ μοναχός ‘Αρσένιος Κοττέας.
Ἡ ὁμολογιακή ἀπάντησις τοῦ ἁγιορείτου Μοναχοῦ ‘Αρσενίου Κοττέα, ἡ ὁποία φέρει τόν τίτλον «ΑΝΤΕΛΕΓΧΟΣ ΑΒΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ», καί ἡ ὁποία πράγματι  ἀποτελεῖ ἀναίρεσιν τοῦ ψεύδους τοῦ ‘Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, πρέπει νά μελετηθῆ καλῶς ὑφ’ ὅλων, ὅσοι ἐπιθυμοῦν νά γνωρίσουν τήν πραγματικήν ἀλήθειαν ἐπί τοῦ Ἡμερολογιακοῦ θέματος. Καί ἡ ἀλήθεια εἶναι ἐν προκειμένω ὅτι αἱ Πανορθόδοξοι Σύνοδοι ΚΑΤΕΔΙΚΑΣΑΝ καί μάλιστα μετ’ ἀναθέματος, τήν Καινοτομίαν τοῦ τε Παπικοῦ Πασχαλίου, ἀλλά καί τοῦ Νέου Ἡμερολογίου (Καλενδαρίου), τά ὁποῖα ἄλλωστε εἶναι ἀλληλένδετα.
Πρέπει νά τό γνωρίζουν καί δι’ ἕναν ἄλλον λόγον. Διότι τό δόλιον τοῦτο ψεῦδος τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου κατέφαγεν οὐχί μόνον τόν ἐφευρέτην αὐτοῦ Χρυσόστομον Παπαδόπουλον, ἀλλά καί ὁλοκλήρους Αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας καί Πατριαρχεῖα, καί αὐτά ἀκόμη τά ὁποῖα παρέμειαναν εἰς τό παλαιόν, δέν διέκοψαν ὅμως κοινωνίαν μετά τῶν Νεοημερολογιτῶν. Αὐτό τό ψεῦδος κατέφαγε καί παρέσυρε καί αὐτούς τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς, οἱ ὁποῖοι, ἄν καί παρέμειαν μέ τό παλαιόν, οὐδέποτε διέκοψαν κοινωνίαν μετά τῶν Νεοημερολογιτῶν, ὅπως μοῦ τό ἐπιβεβαίωσε καί ὁ σημερινός Μητροπολίτης των Λαῦρος εἰς μίαν συζήτησιν τήν ὁποίαν ὅλως τυχαίως εἴχομεν μαζί του εἰς ἕνα προσκύνημα εἰς Ἅγιον Νεκτάριον Αἰγίνης.
Αὐτό τό ψεῦδος κατέφαγεν ἐπίσης καί πολλούς κατά τά  ἄλλα «συντηρητικούς» Νεοημερολογίτας, ἀλλά καί αὐτούς τούς τρεῖς ‘Αρχιερεῖς τούς πρός καιρόν ὁμολογητάς, ἤτοι τόν Δημητριάδος Γερμανόν, τόν πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον καί τόν Ζακύνθου Χρυσόστομον, οἱ ὁποῖοι μετά τήν καλήν Ὁμολογίαν των ἐν ἔτει 1935 καί τήν μετάδοσιν εἰς τήν ἀκαινοτόμητον ‘Ορθόδοξον Ἐκκλησίαν τῆς γνησίας καί ἀνοθεύτου Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, ἐπέστρεψαν πάλιν εἰς τήν Καινοτομίαν. Ὁ δέ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος διά σκοπιμότητα παρέμεινεν εἰς τό παλαιόν, προκειμένου νά δικαιολογήση τήν βλάσφημον περί «δυνάμει καί οὐχί ἐνεργείᾳ τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ Σχίσματος», θεωρίαν του, ἐπεκαλέσθη καί οὗτος τό ψεῦδος τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου περί μή καταδίκης τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, διό καί παρέπεμψε τό θέμα εἰς τήν μέλλουσαν νά συνέλθη Πανορθόδοξον Σύνοδον.
Ὅσον δέ καί ἄν φανῆ παράξενον, θά εἴπω καί τοῦτο, ὅτι τό ψεῦδος τοῦτο τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου «περί μή καταδίκης κλπ» κατέφαγε καί τόν ‘Αρχιεπίσκοπον ‘Ανδρέαν, ὁ ὁποῖος, προφανῶς παρασυρθείς, ὑπέγραψε ἐν ἔτει 1973 τήν «ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ» τῆς «ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ ΤΗΣ ΓΕΝΕΥΗΣ», ἡ ὁποία, κατά τόν ἱδρυτήν της, τότε Πρεσβύτερον Βασίλειον Σακκᾶν, «ΔΕΝ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΚΑΤΑΔΙΚΗΝ», ἀλλά μόνον «ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΝ ΕΥΘΥΝΩΝ» μέχρις ὅτου μία Πανορθόδοξος Σύνοδος τῶν Γ.Ο.Χ. καταδικάσει τήν καινοτομίαν.  Ἔτσι ἐξηγεῖται καί ἡ κάλυψις τήν ὁποίαν παρέσχε ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος ‘Ανδρέας κατά τήν τελευταίαν δεκαετίαν εἰς τόν παλαιοημερολογιτικόν Οἱκουμενισμόν τοῦ κ. Βασιλείου Σακκᾶ, κατά τόν ὁποῖον δέν ὑπάρχει διαφορά μεταξύ Ματθαίκῶν καί Φλωρινικῶν...
Αὐτήν, λοιπόν, τήν ΑΝΕΥ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ μέχρι συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου ΨΕΥΔΟΟΜΟΛΟΓΙΑΝ προσεπάθησαν τά ξένα Κέντρα νά ἐπιβάλλουν ἀπό τό 1997, εἰς ὅλους ἡμᾶς τούς ‘Αρχιερεῖς τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μέσω τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ τοῦ κ. Βασιλείου Σακκᾶ, ἡ ὁποία ὅμως ἐπεβλήθη μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκάλυψαν τήν προπαγάνδα τοῦ Βασιλείου Σακκᾶ, καί ἠρνήθησαν πεισμόνως νά καταδικάσουν συγκεκριμένας ἐκδηλώσεις τοῦ Παλαιοημερολογιτικλοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καί ἔφθασαν καί μέχρι τῆς ἱεροσύλου παραιτήσεως τοῦ ‘Αρχιεπισκόπου ‘Ανδρέου ὑπέρ τοῦ ἀνεγνωρισμένου κατά τό 54/76 ‘Απαλλακτικόν Βούλευμα τοῦ Πλημμελειοδικείου Πειραιῶς, τό ὁποῖον ε’πίσης στηρίζεται ἐπί τοῦ ἰδίου ψεύδους. Καί διατί ἔγιναν ὅλα αὐτά. Διότι, ἐάν δεχθῶμεν, ἔστω καί σωπηλῶς, μίαν τοιαύτην Ὁμολογίαν «περί μή καταδίκης τοῦ νέου Ἡμερολογίου μέχρι συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου», ὅπερ ταυτόν μέ τό «μακράν ἀπό ἐκκλησιολογίες καί ἀποστολικές διαδοχές», εὐκόλως γινόμεθα δεκτοί, καί «ἀναγνωριζόμεθα», ἔστω καί ὡς δεκατριμερῖτες, ὡς μία δευτέρα ‘Εκκλησία, εἰς τήν εὐρυτέραν οἰκουμενιστικήν ‘Εκκλησίαν τοῦ νέου Ἡμερολογίου, καί εἰς αὐτό τό «Παγκκόσμιον Συμβούλιον τῶν ‘Εκκλησιῶν», ὅπως συμβαίνει μέ τόσους ἄλλους, Πατριαρχεῖα, τά ὁποῖα ἀκολουθοῦν τό Παλαιόν Ἡμερολόγιον, ἔχουν ὅμως κοινωνία μέ τό νεοημερολογιτισμό.
‘Ιδού ἡ μελέτη:

ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΚΟΤΤΕΑ
ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ

ΑΝΤΕΛΕΓΧΟΣ
ΑΒΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ
ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ
ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΝ
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ
ΕΓΡΑΦΗ ΕΝ ΑΓΙΩ ΟΡΕΙ ΚΑΙ ΕΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗ
ΥΠΟ ΤΟΥ «ΚΗΡΥΚΟΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ» ΕΝ ΕΤΕΙ 1932


Μοναχός Ἀρσένιος Κοττέας,
δημοσιογράφος καί προτεργάτης
τοῦ Ἱεροῦ Συνδέσμου τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν Μοναχῶν.

«Μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε ...(Ματθ., κεφ. Ζ, 1)
«Ὅς δ’ ἄν σκανδαλίση ἕνα τῶν μικρῶν τούτων, τῶν πιστευόντων εἰς ἐμέ,
συμφέρει αὐτῶ  ἵνα κρεμασθῆ μύλος ὀνικός ἐπί τόν τράχηλον αὐτοῦ,
καί καταποντισθῆ ἐν τῶ πελάγει τῆς θαλάσσης»(Ματθ. ΙΗ, 12).

Εἰς δύο συνεχῆ φύλλα τοῦ ἑβδομαδιαίου φύλλου «’Εκκλησία», ἐπισήμου Δελτίου τῆς ‘Εκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὑπό τόν τίτλον «Ἔλεγχος παραποιήσεως Συνοδικῶν Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων» ὁ ΄Αρχιεπίσκοπος ‘Αθηνῶν έδημοσίευσε μακράν πραγματείαν ἀναφερομένην εἰς τό ζήτημα τοῦ ‘Ημερολογίου, ἐν τῆ ὁποία ἔχων πάντοτε ὡς σκοπόν νά δικαιολογήση ἀπό ἐκκλησιαστικῆς ἐπόψεως τήν ἐναντίον τῶν Παραδόσεων τῆς ‘Εκκλησίας καί ὡρισμένων Συνοδικῶν Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων διαπραχθεῖσαν ὑπό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἡμερολογιακήν μεταρρύθμισιν διά τῆς παραδοχῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, παρά τήν ἐμμονήν ἄλλων Ὀρθοδόξων ‘Εκκλησιῶν εἰς τό πατροπαράδοτον ‘Ιουλιανόν Ἡμερολόγιον καί παρά τήν ἔνεκα τούτου ἐπελθοῦσαν διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῶν ‘Εκκλησιῶν καί τήν διαίρεσιν τῶν ‘Ορθοδόξων Χριστιανῶν, προβαίνει, ὡς λέγει, εἰς τόν ἔλεγχον «θρασείας παραποιήσεως Συνοδικῶν τινων Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων τοῦ ιστ΄ καί ιζ΄ αἰῶνος» περιλαμβανόντων ἀναθεματισμούς, ἵνα προφυλάξη, ὡς λέγει, τά  εὐσεβῆ τέκνα τῆς ‘Εκκλησίας, τινά τῶν ὁποίων «ἐξ’ ἀγνοίας καί ἁπλοϊκότητος παρασύρονται εἰς ἀπείθειαν πρός τήν ‘Εκκλησίαν διά τῆς μεταξύ αὐτῶν διαδόσεως ψευδῶν καί πλαστῶν ἀναθεματισμῶν».
Χαίρομεν, διότι πρώτην φοράν ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος ‘Αθηνῶν προβάλλει ἐπισήμως καί ἐνυπογράφως ὑπεραμυνόμενος τῆς ἀντικανονικῆς ἐκκλησιαστικῆς καινοτομίας ἐν τῶ ἡμερολογιακῶ ζητήματι καί ἐπικρίνων τά κατ’ αὐτῆς δημοσιευθέντα, ἐνῶ μέχρι τοῦδε, ἀπήντα εἰς αὐτά δι’ ἀνωνύμων καί ἀνευθύνων φυλλαδίων, ἐν οἷς αἱ ὕβρεις  κατά τῶν ἐπικριτῶν του ἠμιλλῶντο πρός τάς τολμηροτέρας ἀντορθοδόξους δοξασίας καί τάς πλέον ἀνιέρους συστάσεις καί συμβουλάς, τινές τῶν ὁποίων μετεφέροντο καί εἰς ἐμπιστευτικά αὐτοῦ ἔγγραφα πρός διαφόρους ἀρχάς, παρ’ ὧν ἐζήτει τήν «ῥαγδαίως καί ἀθορύβως» έξόντωσιν τῶν ἐχόντων τό θάρρος νά ψέξωσι  δριμύτατα τήν ἐναντίον τῶν Κανόνων καί τῆς Παραδόσεως τῆς ‘Εκκλησίας πολιτείαν αὐτοῦ.
Δέν γνωρίζομεν ὅμως ποῦ νά ἀποδώσωμεν τήν τόσον κοπιώδη ἐκδρομήν τοῦ ‘Αρχιεπισκόπου ‘Αθηνῶν εἰς ἀρχαῖα δύσβατα καί ἐρεβώδη ἱστορικά πεδία, διά νά καταγγείλη ὡς παραποιημένα δῆθεν καί πλαστά κείμενα ὡρισμένων Συνοδικῶν πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων, ἀπαγγελόντων ἀναθεματισμούς κατά τῶν ἀποδεχομένων τό Παπικόν Ἡμερολόγιον. Ὡς ἐάν οἱ ἀναθεματισμοί καί μόνον αὐτοί καθίστων ἀπαράδεκτον καί καταδικαστέον τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον καί ὡς νά μή προσέκρουε τοῦτο εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ἐκκλησιαστικήν διάταξιν καί εἰς οὐδεμίαν παράδοσιν καί ἐπομένως ὡς νά ἔπρεπε ὅλαι αἱ ‘Ορθόδοξοι ‘Εκκλησίαι ν’ ἀσπασθῶσιν ἀσμένως τήν καινοτομίαν τοῦ Ἡμερολογίου, ἐπειδή τάχα ἡ τήρησις τοῦ ‘Ιουλιανοῦ Ἡμερολογίου δέν κατωχυροῦτο δι’ ἀναθεματισμοῦ!  Καί φαίνεται πιστεύων ὁ ἀρχηγός τῆς ‘Εκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἐκκλησιαστικός συγγραφεύς καί πρώην Καθηγητής τῆς Θεολογίας, ὠς ρητῶς γράφει ἐν τῶ προλόγω τῆς πραγματείας του, ὅτι «τινά τῶν εὐσεβῶν τέκνων τῆς Ὀρθοδόξου ‘Εκκλησίας», ἐάν ἀπειθῶσι πρός τήν ἐπίσημον ‘Εκκλησίαν καί δέν ἐδέχθησαν μέχρι σήμερον τήν εἰσαγωγήν τοῦ Παπικοῦ ἡμερολογίου ἐμμένοντα εἰς τό παλαιόν ‘Ιουλιανόν ἠμερολόγιον πράττουσι τοῦτο «ἐξ’ ἀγνοίας» δῆθεν καί «ἁπλοϊκότητος διά τῆς μεταξύ αὐτῶν διαδόσεως ψευδῶν καί πλαστῶν ἀναθεματισμῶν».
Ἀλλ’ ἐάν ἡ καταδίκη τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ὑπό τῆς ‘Ορθοδόξου ‘Ανατολικῆς ‘Εκκλησίας ὑπῆρξεν, ὡς εἶναι βέβαιον, καί, ὡς θά ἀποδείξωμεν, γενική, ρητή καί ἀναντίρρητος, καί ἄν αἱ παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ διηνεκής πρᾶξις αὐτῆς ἐπί εἴκοσιν αἰῶνας τήν ἐπεσφράγισαν  καί τήν κατέστησαν ἀναλλοίωτον τῆς ‘Ορθοδοξίας θεσμόν καί τό ἐμφανέστερον ἐξωτερικόν γνώρισμα αὐτῆς ἀπέναντι τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας, εἰς τί δύναται νά ὠφελήση ἡ ἀποκάλυψις δῆθεν τῆς πλαστότητος τοῦ ἀναθεματισμοῦ, ὅν ἐν τούτοις ἀναγινώσκομεν ἀπό τόσων αἰώνων εἰς κείμενα Πατριαρχικῶν ἐγγράφων  καί Συνοδικῶν ἀποφάσεων; Μήτοι αἱ ἱεραί Παραδόσεις καί αἱ διατάξεις τῆς ‘Εκκλησίας διά νά εἶναι σεβασταί καί νά τηρῶνται αὐστηρῶς πρέπει ἀπαραιτήτως νά περιφρουρῶνται δι’ ἀναθεματισμῶν; Καί ἀν δέν συνοδεύωνται ὑπό ἀναθεματισμῶν ἔχει ἄρα γε πᾶς τις τό δικαίωμα νά τάς ἀθετῆ καί τάς ποδοπατῆ;

Ματαία καί ἄσκοπος προσπάθεια

Διά νά ἀπαντήση τό πρῶτον ἤδη ἐνυπογράφως ὁ ΄Αρχιεπίσκοπος ‘Αθηνῶν εἰς τά ἀπό ἑπταετίας περί ‘Ἡμερολογιακῆς μεταβολῆς γραφέντα ὑπό τῶν «Ζηλωτῶν Μοναχῶν» Ἁγιορειτῶν καί ὑπ’ ἐμοῦ, ὡς καί ὑπό ἄλλων τῆς Ὀρθοδοξίας προμάχων, καί ἵνα συγκροτήση τήν μετά τόσου στόμφου ἐξαγγελλομένην ἀποκάλυψίν του περί δῆθεν πλαστὀτητος τῶν σχετικῶν Συνοδικῶν Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων, ἐχρειάσθη μἰαν τριετίαν, ἀναβαλών, ὡς γράφει, τόν ἔλεγχόν του, λόγω τῶν ἀσχολιῶν αὐτοῦ. Θά ἐχρειαζόμεθα ἴσως ἀνάλογον χρόνον, ἵνα ἀναδιφήσωμεν ἀρχεῖα καί κειμήλια ἐκκλησιαστικά αἰώνων ὁλοκλήρων πολλαχοῦ ἐγκατεσπαρμένα  καί ἴνα παρακολουθήσωμεν τόν Ἀρχιεπίσκοπον ‘Αθηνῶν εἰς τάς ἱστορικάς ἐκστρατείας του. Ἀλλά θά προσπαθήσωμεν σήμερον ἐκ τῶν ἑνόντων καί ἐκ τῶν προσιτῶν εἰς ἡμᾶς πηγῶν ν’ ἀποδείξωμεν ἀβάσιμον τήν κατηγορίαν του, καί ἄν ὄχι ἄλλο ματαίαν, ἄσκοπον, ἀλλά καί ἔνοχον τήν προσπάθειαν του νά ἐπιρριφθῆ ὁ μῶμος τῆς πλαστότητος εἰς ἀρχαῖα ἐκκλησιαστικά κείμενα, ἀφοῦ ὄχι ἁπλῶς ἡ πλαστότης δῆθεν αὐτῶν, ἀλλά καί ἡ παντελής ἔλλειψίς των οὐδαμῶς θά καθίστων συγγνωστήν τήν τολμηράν καί ἀντικανονικήν ἀπόφασιν τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ ‘Ιουλιανοιῦ Ἡμερολογίου ἐν τῆ ‘Εκκλησίᾳ. ‘Επιφυλάσσομαι δέ νά ἀπαντήσω εὐρύτερον εἰς τά ἄρθρα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἀποδεικνύων καί διά φωτογραφιῶν διαφόρων σχετικῶν κειμένων τήν ἀστήρικτον κατηγορίαν αὐτοῦ ἐναντίον τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν καί τήν εὐλαβῆ αὐτῶν πρόθεσιν, ὄχι νά πλαστογραφήσωσιν, ἀλλά νά συλλέξωσι μετ’ ἐπιμελείας καί ἐξάρωσι τά περί καταδίκης τοῦ Παπικοῦ «καλενδαρίου» σχετικά κείμενα.
‘Αφοῦ δέ οὐδόλως συντείνει εἰς τήν κανονικοποίησιν τῆς ἀντικανονικῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου ἐν τῆ ‘Εκκλησίᾳ ἡ ὑποβολή τῆς ἰδέας τῆς πλαστότητος ὡρισμένων ἐκκλησιαστικῶν ἐγγράφων, πρός τί ἆραγε ὁ σκανδαλισμός τῶν συνειδήσεων τῶν εὐσεβῶν Χριστιανῶν Ὀρθοδόξων καί ὁ κλονισμός τῆς πίστεως αὐτῶν δι’ ὅλας τάς Συνοδικάς Πράξεις καί τά Πατριαρχικά ἔγγραφα, δι’ ἅ, ἅπαντα εὐλόγως δύναται νά ἐγερθῆ ἡ ἀμφιβολία εἰς ψυχάς ἁπλοϊκῶν καί ἀμορφώτων περί τῆς ἀληθείας καί γνησιότητος αὐτῶν; Ὁ ἀθεϊσμός (καί ὅλα τά ὄργανα τοῦ ἀντιχρίστου) διά νά ἐπιτύχωσι τό σκοπούμενον ἐσκέφθησαν νά ρίψουν τόν σπόρον τῆς πλαστότητος καί τοῦ ψεύδους παντός ἱεροῦ κειμηλίου καί πάσης ἐγγράφου καί ἀγράφου παραδόσεως τῆς χριστιανικῆς θρησκείας. Καί ἠμεῖς σήμερον ἐν καιρῶ τόσης ἐγκληματικῆς δράσεως τῶν μαινομένων τούτων ἐχθρῶν τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ἀντί ἄλλου τινός ἐποικοδομητικοῦ τῆς ἱερᾶς ἡμῶν πίστεως καί θρησκείας, ἀγωνιζόμεθα διά τῶν ἀρχηγῶν τῆς ‘Εκκλησίας νά ἐξαγάγωμεν ἀπό τόν βυθόν τῆς ἱστορίας βεβιασμένα συμπεράσματα καί ἐξεζητημένας γνώμας  περί πλαστότητος Συνοδικῶν ἀποφάσεων καί πατριαρχικῶν ἐγγράφων, χωρίς νά σκεπτώμεθα ὅτι κλονίζομεν τήν ἐπ’ αὐτῶν καί τῶν Πατέρων τῆς ‘Εκκλησίας πίστιν τοῦ εὐσεβοῦς ἑλληνικοῦ λαοῦ, σκανδαλίζοντες τήν συνείδησιν αὐτοῦ.
Ὅτε ὁ ἀλαζών Γάλλος ἀστρονόμος Λαπλάς ἐνεχείρησε τήν Κοσμογονικήν θεωρίαν του, ἤτοι τήν γνωστήν «Ἔκθεσιν τοῦ συστήματος τοῦ κόσμου» εἰς τόν αὐτοκράτορα Ναπολέοντα, οὗτος, ἀποβλέψας εἰς τό σκάνδαλον, ὅπερ θά ἐπήρχετο εἰς τόν λαόν του διά τῆς δημοσιεύσεως τοῦ βιβλίου τοῦ Λαπλάς, τόν ἠρώτησε: «Ποῦ εἶναι ὁ Θεός εἰς τό σύστημά σας;», ὁ δέ ἄθεος ἐκεῖνος φιλόσοφος μεγαλαυχῶν ἀπήντησε: «Δέν ἔχω ἀνάγκην αὐτοῦ, Μεγαλειότατε». ‘Αλλά βραδύτερον, κατιδών τήν ἀδυναμίαν του ἀπέναντι τῆς ἰδέας τοῦ Δημιουργοῦ, ἀπέθανε φρενόπληκτος. Ἡ δέ ἀθεϊστική ἕνωσις ἐν Ρωσία θεμελιωθεῖσα καί ἐπί τῶν κηρυγμάτων τοῦ βλασφήμου Λαπλάς συντηρεῖ σήμερον, ὡς μᾶς πληροφορεῖ ὀ ‘Αγγλικός τύπος (“Morning Post” Ἰουνίου 1931) 80 περίπου ἀθειστικάς ‘Ακαδημίας, ἀριθμούσας  πλέον τῶν 5.000.000 μελῶν.
Καί ὁ Μουσολίνι, ὅτε κατά τό 1912 εἰς τό Συνέδριον τῶν Σοσιαλιστῶν τῆς REGGIO – EMILIA ἐκήρυξεν: «Ἡμεῖς καί χωρίς τόν Θεόν θά νικήσωμεν. Θεός δέν ὑπάρχει», εἶχεν ἐμποτισθῆ ὑπό τῆς ἀθεϊστικῆς ἰδέας. ‘Εν τούτοις καί αὐτός, ὅτε ἐπεχείρησε τό κατά τῆς Ρώμης ἐπιθετικόν του ἐγχείρημα, ἀποβλέψας εἰς τόν λαόν τοῦ ὁποίου τήν ψυχήν θά ἐσκανδάλιζεν ἡ ἀθεϊστική ἰδέα καί ἔχων ἀνάγκην ὅλης τῆς πίστεως αὐτοῦ, προσεκύνησε τήν θρησκείαν τοῦ Πάπα καί τόν Βασιλέα πρός στερέωσιν τῆς Δικτατορίας του.
Μετά τόν Εὐρωπαϊκόν πόλεμον αἱ καταχθόνιαι αὗται ἀθειστικαί βλέψεις, αἵτινες ὀλίγον κατ’ ὀλίγον παρέσυρον τούς ἐν τῆ χριστιανικῆ πίστει ἀσθενεστέρους,,  ἐγένοντο ἀφορμή ριζικῆς κοινωνικῆς ἀνατροπῆς καί ὡς ἐκ τούτου τινές ἀντίχριστοι ἠθέλησαν νά ἐπιβάλλωσιν εἰς τήν κοινωνίαν νέον ρυθμόν ζωῆς, ὅστις νά προσαρμόζηται εἰς τάς ὑλικάς ἀνάγκας.
Καί πρός ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τούτου ἐπεδίωξαν εὐρείας μεταρρυθμίσεις καθ’ ὅλους τούς κλάδους, διοικητικούς οἰκονομικούς, ἐκπαιδευτικούς, δικαστικούς ὡς καί ἐκκλησιαστικούς. Συμμορφούμενοι δέ πρός τόν νέον τοῦτον ρυθμόν – μοντερνισμοῦ -  οἱ σημερινοί νέοι ἐκκλησιαστικοί ‘Αλκιβιάδαι ἐλαφρᾶ τῆ συνειδήσει καί πρός «παγκόσμιον σκάνδαλον καί αὐθαίρετον τῶν ‘Εκκλησιαστικῶν παραδόσεων καταπάτησιν» (ὅρα Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου ὡς ἱστορικοῦ ‘Εκκλησιαστικήν ἱστορίαν Ἱερουσαλήμ, σελ. 842) σύν τοῖς ἄλλοις ἐξοβέλισαν καί τό ἡμερολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰσαγαγόντες τό Παπικόν καί βλασφημοῦντες τήν παράδοσιν τῆς ‘Εκκλησίας ὡς πεπλανημένην. Τούς δέ θεοπνεύστους Πατέρας πλαγίως ἀπεκάλεσαν ὄργανα «τῶν ψαράδων καί τῶν μπακάληδων» (ὅρα ἐπίσημον δελτίον τῆς ‘Εκκλησίας τῆς Ἑλλάδος «’Εκκλησία» ἀριθμ. 28 τοῦ 1924 καί Συνοδικήν ‘Εγκύκλιον ‘Ιουλ. 1924 Βουκουρεστίου).
Ἑπόμενον λοιπόν ἦτο νά ἀντιστῶσιν εἰς τήν ἔκνοον ταύτην ἀσέβειαν οἱ Γνήσιοι ‘Ορθόδοξοι, ὄχι μόνον εἰς τήν προσφιλῆ ἡμῶν Πατρίδα, ἀλλά καί ἀλλαχοῦ, ὡς μᾶς πληροφορεῖ ἡ ἐφημερίς UNIVERSOYL 17 Ίανουαρίου 1932 ἀνακοινοῦσα ὅτι, ὁλόκληροι αἱ ἐπαρχίαι τῆς Βουκοβίνας, Μολδαυϊας καί Βεσσαραβίας, δηλαδή τά ἑκατομμύρια ἐκεῖνα, ἅτινα ἀναφέρει ἐν τῶ πρός τήν Ἱεραρχίαν τῆς Ἑλλάδος ὑποβληθέντι τῶ 1929 ὑπομνήματι αὐτοῦ ὁ Σ.  Μητροπολίτης Κασσανδρείας κ. Εἰρηναῖος, παρ’ ὅλας τάς διώξεις ἑώρτασαν καί ἐφέτος τό Νέον ἔτος κατά τό ‘Ορθόδοξον Παλαιόν Ἡμερολόγιον.
‘Ορθῶς δέ εἰς τό ἀνωτέρω Ὑπόμνημά του ὁ μνησθείς ἐπιφανής Μητροπολίτης Κασσανδρείας (σελ. 14 καί 15) ἀποδίδει εἰς τούς Μασσόνους τό ἐπικρατοῦν σήμερον καταστρεπτικόν φρόνημα παρά τοῖς πλείστοις  τῶν διανοουμένων λαϊκῶν καί κληρικῶν, οἵτινες ἐν ὀνόματι τοῦ πολιτισμοῦ δῆθεν καί τῆς ἐπιστήμης διά τῶν συγχρονιστικῶν τάχα ἰδεῶν αὐτῶν ἀνυπολογίστως ἔβλαψαν καί παρέλυσαν τήν ‘Ορθόδοξον ‘Εκκλησίαν.

Ἡ σκανδαλώδης ἰδέα

Τήν σκανδαλώδη ἰδέαν περί παραποιήσεως τῆς Πατριαρχικῆς ἐγκυκλίου τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β΄ τοῦ καταδικάσαντος τό Γρηγοριανόν Ημερολόγιον ἔρριψεν ἀορίστως τό πρῶτον ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὡς Πρόεδρος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος πρός καθησύχασιν τοῦ πατάγου, ὅν ἤγειρε τό ἀνωτέρω εἰρημένον πρός τήν Ἱεραρχίαν Ὑπόμνημα τοῦ Μητροπολίτου Κασσανδρείας, τό ἐλέγξαν δριμύτατα τήν καινοτομίαν τοῦ Νέου Ἡμερολογίου. Καί καθώς γνωρίζομεν, ὅπως ὑφαρπασθῶσιν αἱ ὑπογραφαί τότε 44 Ἀρχιερέων εἰς τό κατά τοῦ ὑπομνήματος ἐκείνου συνταχθέν ἀνακοινωθέν, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἐνήργησεν ἀκριβῶς ὅπως καί διά τήν ἀπόφασιν τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Ἡμερολογίου. Τότε παρεπλανήθη ἡ Ἰεραρχία ὅτι τήν μεταρρύθμισιν  θά εἰσαγάγη ἡ ‘Εκκλησία ἡμῶν μετά συνεννόησιν ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν, οὐχί δέ μόνον μετά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (ὅρα «Πραγματικήν ‘Αλήθειαν περί τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ‘Ημερολογίου» κ. Γρηγορίου Εὐστρατιάδου, σελ. 41). Κατά τό 1929 πρός ἀπόκρουσιν τοῦ ὑπομνήματος τοῦ Μητροπολίτου Κασσανδρείας, τοῦ συγκλονίσαντος τούς Ἐκκλησιαστικούς κύκλους, ὀ Ἀρχιεπίσκοπος εἶπε πρός τήν Ἱεραρχίαν. «Σᾶς βεβαιῶ, ὡς ἱστορικός, ὅτι δέν εἶναι ἀληθῆ τά περί Πατριάρχου Ἱερεμίου λεγόμενα, περί καταδίκης τοῦ νέου Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου». Ἐν τούτοις ὁ ἴδιος ἄλλοτε, ὡς ἰστορικός καί πάλιν, ρητῶς ἐβεβαίου σύν τοῖς ἄλλοις καί τοῦτο: «... Τῶ ἔτει 1584 συγκροτηθείσης ἐν Κων/λει Συνοδικῆς διασκέψεως πρός ἀποκήρυξιν τοῦ Γρηγοριανοῦ  Ἠμερολογίου, διά τοῦ ὁποίου ἐσκόπει ἡ Λατινική Ἐκκλησία νά παραπλανήση τούς Ὀρθοδόξους ...» καί «τῆς ἀποφάσεως ταύτης συμμετέσχε διά τοῦ Πατριαρχικοῦ αὐτοῦ κύρους καί ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος ὁ Δ΄, ὅστις μεταβάς εἰς Κων/λιν ἀποφαίνεται ὅτι μετά τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἐπανῆλθεν εἰς Ἱεροσόλυμα» (Βλέπε «‘Εκκλησιαστικήν Ἱστορίαν Ἱεροσολύμων Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου», σελ. 842).  Εἰς δέ τόν «Ἐκκλησιαστικόν Κήρυκα» 1918 τονίζει πάλιν ὁ ἱστορικός κ. Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ὅτι «ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐχαρακτηρίσθη ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Ἡμερολογίου ὡς νεωτερισμός ἀντιβαίνων εἰς τούς Κανόνας καί Διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας». Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν δέν μᾶς λέγει τίποτε περί τῆς άντιφάσεώς του ταύτης μεταξύ ἐκείνων τά ὁποῖα ἔγραψεν ὡς ἱστορικός ἐν τῆ ἐκκλησιαστικῆ του Ἱστορία καί ἐκείνων τά ὁποῖα γράφει σήμερον κηρύσσων ἐλαφρᾶ τῆ συνειδήσει, ὅτι οὔτε ἀντικανονική εἶναι ἡ εἰσαγωγή τοῦ νέου ἡμερολογίου ἐν τῆ ‘Εκκλησία, οὔτε κατεδικάσθη αὕτη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, ἁπλῶς δῆθεν καταδικασάσης τόν τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα νεωτερισμόν ὡς ἀντιβαίνοντα εἰς τήν διάταξιν τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Τό ἐντελῶς ἀστήρικτον κατά βάσιν ἀνακοινωθέν τῶν 44 Ἀρχιερέων, τό βεβαιοῦν ἐντελῶς ἀντίθετα τῶν ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, ὡς ἱστορικοῦ, διδαχθέντων διά τῆς Ἐκκλησιαστικῆς αὐτοῦ ἱστορίας, ἀνεσκεύασα τότε ἐγώ, ὡς ἐλάχιστος ἐν Μοναχοῖς Ἁγιορείταις κατά δύναμιν δι’ ἐπισήμων ἱστορικῶν μαρτυριῶν, τάς ὁποίας ἐδημοσίευσα ἐν ἰδιαιτέρῳ ἄρθρῳ μου εἰς τήν ἐφημερίδα «ΣΚΡΙΠ» τῆς 11ης Αὐγούστου 1927.
       
Ἱερά ὑποχρέωσις

Καί αἰσθάνομαι σήμερον ὑποχρέωσιν ἱεράν νά ἀνασκευάσω καί τά ἐν τῆ «Ἐκκλησία» οὐχί μετ’ εὐθύτητος καί ἱστορικῆς εἰλικρινείας ἀποτολμηθέντα δημοσιεύματα, καί νά ἀποδείξω, ὅτι καί ταῦτα πρός παραπλάνησιν τῶν πιστῶν ἐγράφησαν ἄνευ οὐδενός σοβαροῦ λόγου, μόνον καί μόνον ἵνα κλονίσωσι τήν ἐπί τά κείμενα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί ἐπί τάς διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας πίστιν τῶν χριστιανῶν καί ἵνα παραστήσωσι δῆθεν, ὅτι ἡ καινοτομία τοῦ Ἡμερολογίου δέν κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ὅτι μόνον δῆθεν διά τήν ἑορτήν τοῦ Πάσχα ἀπηγγέλθησαν καταδῖκαι καί ἀναθέματα.  Ὄχι δέ μόνον δι’ ἐμαυτόν προσωπικῶς αἰσθάνομαι τήν ὑποχρέωσιν ὡς ἕλλην Μοναχός τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τῆς Κιβωτοῦ ταύτης τῶν ἱερῶν παραδόσεων καί τῆς ἁγιωνύμου κορυφῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τοῦ Ἔθνους ἡμῶν, περί τοῦ ὁποίου καί τῶν ἐν αὐτῶ Μοναχῶν μετά τόσης ἀνευλαβοῦς εἰρωνείας καί χλεύης ὁμιλεῖ εἰς τά περί ὧν πρόκειται ἄρθρα του ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ‘Αθηνῶν, ἀλλά καί διά τούς «Ζηλωτάς Ἁγιορείτας», κατά τῶν ὀποίων κυρίως βάλλει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ἀλλ’ οἵτινες ὑπῆρξαν οἱ σημαιοφόροι τοῦ τελευταίου ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῶν ἱερῶν ἡμῶν παραδόσεων ἀγῶνος καί ὑπό τῶν ὁποίων μετά τόσου σθένους κατηγγέλθη ἡ παράτολμος καί ἀντικανονική τοῦ ‘Εκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου καινοτομία, διεσώθη ἡ ἰδέα τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἀνεκόπη ἡ ἀνίερος ὁρμή ὡρισμένων ‘Εκκλησιαστικῶν ‘Αρχηγῶν πρός ἀνατροπήν καί κατάλυσιν παντός ἀκρογωνιαίου λίθου τοῦ θείου οἰκοδομήματος τῆς ‘Ανατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά καί συνεκρατήθη καί ἡδραιώθη ἡ πρός τάς παραδόσεις τῆς ‘Εκκλησίας πίστις καί εὐλάβεια μυριάδων ὀρθοδόξων Χριστιανῶν καί συνεπήχθη τό Κέντρον τῆς «Ἑλληνικῆς Θρησκευτικῆς Κοινότητος τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν», τό ἀναγνωρισθέν ὑπό τῆς Πολιτείας καί ἐκπροσωποῦν τήν θρησκευτικήν συνείδησιν τῶν ἁπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος Ὀρθοδόξων, τῶν μή ἀποδεξαμένων τήν ἀντικανονικήν καινοτομίαν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἡμερολογίου, κατά τῶν ὀποίων ἐπίσης καί κατά τοῦ δημοσιογραφικοῦ αὐτῶν ὀργάνου ὁ «Κήρυξ», τόσα βέλη ρίπτει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ‘Αθηνῶν.
Δέν ἦτο δυνατόν νά ἀφήσωμεν νά χλευάζεται ἀνιέρως ὁ Μοναχισμός τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ἐκεῖ ὅπου ἀνετράφημεν  καί ἐξεπαιδεύθημεν ἱεροπρεπῶς καί ὑπό τήν ἱεράν σκιάν τοῦ ὁποίου γαλουχηθέντες μέ τά νάματα τῆς Ὀρθοδοξίας ἐνεπνεύσθημεν τό πρῶτον τήν πρός τήν ἀληθῆ θρησκείαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τήν πρός τάς ἱεράς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν ἀκλόνητον πίστιν καί ἠσθάνθημεν τάς πρώτας συγκινήσεις τῆς θείας ἡμῶν λατρείας.
Τῶν «Ζηλωτῶν» τούτων τοῦ Ἁγίου Ὄρους τόν ἀγῶνα καί τήν σημασίαν αὐτοῦ ζητῶν νά μειώση ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος ‘Αθηνῶν τούς παρουσιάζει εἰς τό ἄρθρον του ὡς «ἐλαχίστους καί ὀλίγους τινάς Ἁγιορείτας». Ἀλλ’ ὁ Σ.  Μητροπολίτης Μαρωνείας κ. Ἄνθιμος ὁ μέ εἰδικήν ἐντολήν μεταβάς εἰς Ἅγιον Ὄρος, ἀσφαλῶς θά ἐπληροφόρησε τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν πόσοι καί ποῖοι εἶναι οἱ «Ζηλωταί» Ἁγιορεῖται.  Καί ἀσφαλῶς θά ἀνέγνωσεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τήν ἐπίσημον Ἔκθεσιν τοῦ Μητροπολίτου Μαρωνείας πρός τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον τοῦ 1927 ἐν ἧ προκειμένου περί τῶν «Ζηλωτῶν», διαλαμβάνει καί τάς ἑξῆς: «Ἐάν θά προβῶμεν εἰς τόν διωγμόν τῶν Ζηλωτῶν θά προέλθη ἡ ἐρήμωσις τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἡ καταστροφή αὐτοῦ».
Διέδωκαν, λέγει ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος, οἱ «Ζηλωταί» διάφορα πλαστά κείμενα, περιέχοντα ἀναθέματα κατά τῶν παραδεχομένων τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον. Πάλιν καλά, ὅτι δέν λέγει «ἐπλαστογράφησαν» σήμερον τά κείμενα ταῦτα, ἀλλ’ ὅτι διέδωκαν προϋπάρχοντα δῆθεν πλαστά κείμενα. ‘Εάν δέν ὑφιστάμην τούς ἀγρίους διωγμούς τοῦ ‘Αρχιεπισκόπου ‘Αθηνῶν, ἄλλοτε μέν καταγγέλλοντός με ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἄλλοτε δέ ἀξιοῦντος διοικητικῶς τήν «ραγδαίως καί ἀθορύβως» ἀπέλασίν μου, καί πάντοτε παριστάνοντός με ὡς ἀλλοδαπόν πρός δυσφημισμόν μου, ἐάν λέγω δέν ὑφιστάμην τούς διωγμούς αὐτοῦ, θά ἠδυνάμην κατά πλάτος νά ἀπαντήσω εἰς τά τελευταῖα αὐτοῦ ἄρθρα περί τῶν δῆθεν «πλαστῶν» κειμένων καί νά δημοσιεύσω φωτογραφίας διαφόρων κειμένων δημοσιευθέντων εἰς διαφόρους γλώσσας σχετικῶς μέ τήν Συνοδικήν ἀπόφασιν τῆς καταδίκης τοῦ Ἡμερολογίου. Τοῦτο θέλω πράξει ἐν καιρῶ, περιοριζόμενος σήμερον, ὡς ἐν ἀρχῆ εἶπον εἰς σύντομον ἀντέλεγχον τῆς πραγματείας αὐτοῦ ἐξ  ὅσων πηγῶν εἶχον προχείρους.
 Ἐν ἀρχῆ τῆς ἀρθρογραφικῆς πραγματείας αὐτοῦ ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος  Ἀθηνῶν συκοφαντῶν τούς Ζηλωτάς ἁγίους Πατέρας ὅτι δι’ ἀνυπάρκτων δῆθεν ἀναθεματισμῶν κατά τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἐτρομοκράτησαν τούς ἁπλοϊκούς εὐσεβεῖς, λέγει σοφιστικώτατα ὅτι: «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὡς καί αἱ λοιπαί Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι (δηλαδή ὀ Μύρων καί ὁ Μεταξάκης) δέν παρεδέχθη τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον, ἀλλ’ ἐπέφερε μόνον διόρθωσιν πανθομολογουμένου σφάλματος τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου». ‘Εν τούτοις ἀντιφάσκων εὐθύς κατωτέρω εἰς τάς αὐτάς γραμμάς, ὁμιλεῖ περί συγχύσεως δῆθεν ἥτις θά ἐπήρχετο ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τό Κράτος τοῦ νέου πολιτικοῦ ἡμερολογίου, διότι «δέν ἦτο δυνατόν νά ὑπάρχωσι δύο ἡμερολόγια». Ὁμολογεῖ ἄρα ὅτι περί δύο ἡμερολογίων πρόκειται καί ὅτι καί ἡ Ἐκκλησία ἀπεδέχθη τό νέον Πολιτικόν ἡμερολόγιον. Θέλων δέ νά κολάση τοῦτο προσθέτει ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἠρκέσθη εἰς τήν διόρθωσιν «πανθομολογουμένου» δῆθεν σφάλματος τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου. Ἀλλά τί εἶναι τοῦτο; Δέν εἶναι ἀποδοχή τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου; Ἄν δέ δέν ἐτολμήθη ἀκόμη ἡ ἀλλαγή καί τοῦ Πασχαλίου ἐκ φόβου πρός τάς ρητάς ἀπαγορεύσεις τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἕπεται ἄρα γε ἐκ τούτου καί μόνον ὅτι δέν ἐγένετο ἀποδοχή τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου καί δέν ἀνετράπη ὅλη ἡ ἡμερολογιακή τάξις ἐν τῆ Ἐκκλησία.
Ἡ προσπάθεια τοῦ ‘Αρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν εἶναι νά πείση τούς ἁπλοϊκοτέρους καί τούς μή γνωρίζοντας τήν Ἐκκλησιαστικήν ἱστορίαν, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐάν ἀπέκρουσε πάντοτε τήν Γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν τοῦ ἡμερολογίου, ἔπραξε τοῦτο διότι ἐζητεῖτο ἡ ἐπιβολή αὐτῆς πρός προσηλυτιστικούς σκοπούς καί τήν δι’ αὐτῆς ἀνατροπήν τῆς περί τῆς Ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀποφάσεως τῆς Α΄Οἱκουμενικῆς Συνόδου. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἈΑθηνῶν ἀποφεύγει νά εἴπη καί ζητεῖ νά ἀποκρύψη ὅτι ἀπό τόν 16ον αἰῶνα, ὅτε εἰσήχθη τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία κατεδίκασε τοῦτο διά πολλῶν Συνοδικῶν ἀποφάσεων. Τονίζει μόνον ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὅτι οὐδεμία Σύνοδος καί οὐδείς Πατριάρχης ἐξέδωκεν ἀνάθεμα σχετικῶς πρός τό Ἡμερολόγιον!
Ἄν ὅμως ἀποδειχθῆ διά κειμένων αὐθεντικῶν ὅτι τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον ἐν τῶ συνόλῳ του κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, τί ἄρα γε εἶναι ἡ ‘Εκκλησιαστική αὐτή καταδίκη; Δέν εἶναι ἀπαγόρευσις τῆς παραδοχῆς αὐτοῦ; ’Εάν δέ ἀπηγορεύθη καί κατεδικάσθη ρητῶς ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον, νομίζει ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος ὅτι ἡ καταδίκη αὕτη δέν ἔχει σημασίαν καί δύναται νά παροραθῆ, ἐφ’ ὅσον δέν ἐξεδόθη τυχόν ἀνάθεμα σχετικῶς πρός αὐτό; Ἡ καταδίκη καί ἀπαγόρευσις τοῦ φόνου, τῆς κλοπῆς, τῆς μοιχείας, τῆς ψευδομαρτυρίας ὑπό τῆς Ἐκκλησίας διά τήν μή ἔκδοσιν ἀναθέματος ὡς πρός ταῦτα, δύναται ἄρα γε νά ὑπερπηδηθῆ καί νά συγχωρηθῆ ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ παραβίασις τῶν θείων τούτων ἐντολῶν;
Ἀλλ’ ἡ καταδίκη ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἐν γένει, αὐτή ἠμπόδιζεν ἐπί τόσους αἰῶνας τήν ἀποδοχήν αὐτοῦ, διότι ἐσεβάσθη ἡ  Ἐκκλησία τῶν νεωτέρων χρόνων, τάς καταδικαστικάς διατάξεις τῶν Πατέρων τῆς ‘Εκκλησίας.  Ὄχι δέ ἁπλῶς ἡ περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀπόφασις τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀπετέλει πρόσκομμα εἰς τήν ἀποδοχήν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. ‘Απετέλει πρόσκομμα ἡ καταδίκη καθόλου τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. Δέν ἀπέκρουσε λοιπόν ἁπλῶς ὡς θέλει νά πιστεύη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος - ἡ ‘Ορθόδοξος Ἐκκλησία – τήν Γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν, ἀλλά τήν κατεδίκασεν.  Αὐτός δέ οὗτος ὁ ζητῶν σήμερον νά ἀποκρύψη τήν καταδίκην ταύτην ‘Αρχιεπίσκοπος ‘Αθηνῶν, τήν διεκήρυξε ἄλλοτε, ὡς θά ἴδωμεν κατωτέρω, ἐν τῆ Ἐκκλησιαστικῆ του Ἰστορίᾳ.

Αἱ ἀποδείξεις
    
‘Αποδείξεις καί κείμενα περί τῆς ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἔχομεν πολλά:
Καί πρῶτον, αὐτό τοῦτο τό κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β, πρός τούς ‘Αρμενίους, ἥν συνυπέγραψε καί ὁ Πατριάρχης ‘Αλεξανδρείας Σίλβεστρος, βοᾶ περί τῆς καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου καί ἀποδεικνύει ὅτι κατά τόν 16ον αἰῶνα, ὅτε ἐγένετο ἡ Γρηγοριανή τοῦ ἡμερολογίου μεταρρύθμισις, ἡ ‘Ορθόδοξος Ἐκκλησία δέν ἀπέκρουσεν αὐτήν, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος, μόνον καί κυρίως διά τήν τολμηθεῖσαν ἀνατροπήν τῆς περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀποφάσεως τῆς Α΄ Οἱκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλά διότι, ὡς λέγει ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας, «κακῶς καί παρά τινων ἀστρονόμων τῆς Παλαιᾶς Ρώμης ἀφηρέθησαν αἱ δέκα ἡμέραι παρά τοῦ Ὀκτωβρίου μηνός».  «Πρός τοῖς ἄλλοις γε καί σύγχυσιν ἐν ἑαυτῶ περιέχει τό νέον αὐτῶν ἡμερολόγιον καί ἀνατροπήν ἀναθεωρούμενον». Δέν ἀπεκρούσθη λοιπόν ἡ μεταρρύθμισις τοῦ ἠμερολογίου μόνον διά τήν μετατροπήν τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἀλλά ἀπεκρούσθη τό ὅλον ἡμερολόγιον (καλενδάριον ἤ ὠρολόγιον) διότι «ἔξω παντός λόγου τάς δέκα ἡμέρας τοῦ Ὀκτωβρίου οἱ ἀστρονόμοι τῆς Ρώμης ἐξέβαλον ἵνα φανῶσι μόνοι ὡς δοκεῖ τοῖς ἀνθρώποις ποιεῖν τι δόξης κενῆς ἕνεκα». Ἐνῶ δέ ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος ἰσχυρίζεται ὅτι τό Ἰουλιανόν ἡμερολόγιον μετερρυθμίσθη «διά τό πανθομολογούμενον αὐτοῦ σφάλμα» ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας εἰς τήν περί περί ἧς πρόκειται ἀπάντησίν του πρός τούς ‘Αρμενίους κραυγάζει: «Ὅθεν οὐδείς ὅλως νομισάτω ὅτι τούς παναρίστους ἐκείνους θείους Πατέρας διέλαθε τό δοκοῦν τοῦτο λάθος ἵνα παρά τῶν ἀστρονόμων τύχη βελτίονος διορθώσεως».
Ἀλλά πάντα ταῦτα παρέτρεξεν ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος ‘Αθηνῶν βιαζόμενος νά ἀνακαλύψη δῆθεν πλαστότητα εἰς τό κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου. Καί ἐνῶ διά νά ἀποδείξη τήν δῆθεν πλαστότητα αύτῆς παραθέτει ἐκ τοῦ «Τόμου Ἀγάπης» τοῦ Δοσιθέου Ἱεροσολύμων τό γνήσιον, ὡς λέγει κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἱερεμίου πρός τούς ‘Αρμενίους, διαπράττει ὁ ἴδιος παράλειψιν καί παραποίησιν εἰς τό γνήσιον τοῦτο κείμενον παραλείπων ἐξ’ αὐτοῦ ὅσα ἀντιτίθενται πρός τούς μή ἀληθεῖς ἰσχυρισμούς του. Οὕτω παραλείπει ὁλόκληρον τόν τίτλον τοῦ κεφαλαίου καί τήν ἐπιγραφήν ἥν περιέχει ὁ «Τόμος ‘Αγάπης» τοῦ Δοσιθέου, εἰ ὅ μέρος ὑπάρχει τό κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἱερεμίου. ‘Εκτός δέ τούτου παραλείπει τό μεγαλύτερον μέρος τοῦ κειμένου τούτου τό ἀναφερόμενον εἰς τήν κατάκρισιν τοῦ νέου Ἡμερολογίου. Τοῦτο ἀποτελεῖ παραποίησιν τῆς ἀληθείας, τήν ὁποίαν ἀφήνομεν νά σχολιάσουν οἱ ἀναγνῶσται. Παραθέτομεν δέ ἐνταῦθα ἡμεῖς ἐκ τοῦ «Τόμου ‘Αγἀπης» τοῦ Δοσιθέου, (σελ. 538 ) τό πλεῖστον μέρος τοῦ κειμένου τούτου, ἵνα καταδειχθῶσιν αἱ παραλειφθεῖσαι ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν περικοπαί.
Ὁ τίτλος τοῦ ὅλου κεφαλαίου τοῦ Δοσιθέου, ὁ ἐπαναλαμβανόμενος εἰς ὅλας τάς σχετικάς σελίδας εἶναι «Κατά τοῦ Λατινικοῦ Καλενδαρίου». Αὐτό καί μόνον θά ἤρκει ἵνα ἀποδείξη ὀρθήν τήν ἀντίληψιν, ὅτι τό ὅλον Καλενδάριον τῶν Λατίνων κατεκρίθη οὐχί δέ μόνον ἡ περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀνατροπή.
Ἔπειτα δέ τό κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἰερεμίου τό καταχωριζόμενον εἰς τόν Δοσίθεον φέρει ἐπί κεφαλῆς αὐτοῦ τήν ἐπιγραφήν: «Περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου παρά τῶν Λατίνων ἐπιστολαί τινές» προφανῶς δηλοῦν ὅτι περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου ὑπάρχουσι καί ἄλλα κείμενα. Ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος ‘Αθηνῶν καταχωρίζων πρός ἀντιπαραβολήν υτά δύο κείμενα, τό γνήσιον, ὡς λέγει, καί τό πλαστόν, εἰς μέν τό γνήσιον οὐδεμίαν σημειώνει Ἐπιγραφήν, εἰς δέ τό ὑπ’ αὐτοῦ ὀνομαζόμενον πλαστόν σημειώνει: «Σιγγίλιον Πατριαρχικόν κξαί Συνοδικόν. Περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου πρό 12 ἡμέρας ἀρχίζειν τούς μῆνας». Καί οὕτω ἐνῶ ὁ Δοσίθεος σημειώνει ρητῶς ὡς ἐπιγραφήν «Περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου», ταύτην ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καταχωρίζει εἰς τό δῆθεν πλαστόν κείμενον διά νά παραπλανήση τούς ἀναγινώσκοντας ὅτι τό «Περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου»εἶναι πλαστή προσθήκη μή περιεχομένη εἰς τό γνήσιον κείμενον. ‘Αφοῦ δέ καταχωρίζει ὡς ἔχει, τόν πρόλογον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἱερεμία, ἔπειτα θέτων ὀλίγα ἀποσιωπητικά τελειώνει τήν ὅλην ἐπιστολήν μέ τόν ἐπίλογον «Καί ταῦτα μέν ἡμεῖς πρός ἀμφότερα λέγομεν κλπ».

Τό κείμενον τοῦ Ἱερεμίου

Ἀλλά τό κείμενον τοῦ Ἱερεμίου εἶναι μακρότατον, ὁλόκληρον δέ τό ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου σκοπίμως παραλειφθέν μέρος, ὅπερ εἶναι σημαντικώτατον ἔχει ὡς ἑξῆς:
«... Δεύτερον καί ὑφηγούμεθα παντί χριστιανῶ Ὀρθοδόξῳ βουλομένω, ὡς οὐκ ἔστιν ἀσύστατον τό παρ’ ὑμῖν Πασχάλιον, ἀλλ’ ὡς ἀκόλουθον τοῖς ὁρισθεῖσι τῶν Ἁγίων Πατέρων, μένει ὀρθόν καί εἰς αἰῶνας σταθερόν διαμενεῖ, ἕως οὗ φυλάττει τήν τάξιν ἥν ἔλαχεν ἀπαρασάλευτον, ἀρίστως ἐσκεμμένην τοῖς θείοις Πατράσιν, ὧν οὐδείς τῶν νῦν οὔτε τήν ἐπιστήμην οἶδε τῆς ἀστρονομίας κατ’ ἐκείνους τούς ἀρίστους, οὔτε τόν ἁγιασμόν ἔχει, πλήν εἰ μή που δοκήσει, τά δ’ ἄλλα ἐστίν ἀληθείας μακράν.  Τεσσάρων γε ὄντων τῶν τοῦ Πάσχα διορισμῶν, ὁ πρῶτος ἐντέλλεται, ὅτι δεῖ μετά τήν ἰσημερίαν τήν Ἐαρινήν τό Πάσχα τελεῖν.  Ὁ δεύτερος ὅτι μή τήν αὐτήν ἡμέραν τῆς Ἰουδαϊκῆς τελετῆς. Ὁ τρίτος ὅτι οὐχ ἁπλῶς μετά τήν ἰσημερίαν ἀλλά τήν πρώτην μετ’ ἰσημερίαν Πανσέληνον. Ὁ τέταρτος, ὅτι καί μετά τήν Πανσέληνον εὐθύς, τῆς ἑβδομάδος τῆ πρώτη. Ὅθεν οὐδείς ὅλως νομισάτω ὅτι τούς παναρίστους ἐκείνους Πατέρας διέλαθε τό δοκοῦν τοῦτο λάθος, ἵνα παρά τῶν ἀστρονόμων τύχη βελτίονος διορθώσεως. Χάριτι τοῦ Χριστοῦ ἀπό τῆς Α΄ Συνόδου καί ἕως τοῦ νῦν ἀεί τό Πάσχα τό ἱερόν μετά τό νομικόν γίνεται καί ἐν Κυριακῆ, καί σύγχυσιν οὐκ ἔγνωμεν ἵνα εἰς διόρθωσιν ἀναστῶμεν.
Καλῶς γάρ διετυπώθη τοῖς ἁγίοις Πατράσι καί αἰωνίως διαμένει ἄπταιστον, κακῶς καί παρά τινων ἀστρονόμων τῆς Παλαιᾶς Ρώμης ἀφηρέθησαν αἱ δέκα ἡμέραι παρά τοῦ Ὀκτωβρίου μηνός. Πρός τοῖς ἄλλοις γε καί σύγχυσιν ἐν ἑαυτῶ περιέχει τό νέον αὐτῶν ὠρολόγιον, καί ἀνατροπήν ἀναθεωρούμενον. Εἴ γε δι’ ὅλων ρλδ ἐνιαυτῶν νυχθήμερον ἕν συνάγουσιν, εὔδηλον ὅτι ἀπό τῆς Α΄ Συνόδου, ἡμέραι μόνον ἐννέα καί ὧραι παρά μισήν στιγμήν συνάγονται καί λείπεται.  Εἰ καί δι’ ἑκατόν εἴκοσι χρόνων νυχθήμερον ἕν γενήσεται, ἔσονται ἡμέραι δέκα καί ὧραι δέκα, καί πλεονάζει. Τά τοιαῦτα καί ἐπισφαλῆ φαίνονται, ἀλλά καί κατά τούς τήν Ἐπιστήμην τά ἀστροθεάμονα δεινούς, τόν μέγαν Πτολεμαῖον καί ἄλλους, ἐσφαλμένα ταῦτα εὑρίσκονται.
 Ἐν τριακοσίοις γάρ ἔτεσιν ἐκεῖνοι καί μικρόν τι πρός, νυχθήμερον ἕν συνάγεσθαι ἀποφαίνονται, καί τοῦτο οὐκ ἀπό τῆς τοῦ ἡλίου κινήσεως, ὁμαλήν γάρ ποιεῖται τήν κίνησιν καί ἀπαράκλιτον. ‘Αλλά παρά τήν ἀπαρίθμησιν τῶν ἡμερῶν τοῦ ἐναιυτοῦ καί κατά τούτους ἡμέραι τέσσαρες καί ὧραι πέντε καί στιγμαί ιβ ἀπό τῆς ἐν Νικαία καί δεῦρο γίνονται.
 Καί τούτων οὕτως ἀναμετρουμένων καί τῆ Ἑλλήνων σοφία ἔτι ἀναδείκνυται, ὅτι ἔξω παντός λόγου τάς δέκα ἡμέρας τοῦ Ὀκτωβρίου, οἱ ἀστρονόμοι τῆς Ρώμης ἐξέβαλον, ἵνα φανῶσι μόνον ὡς δοκεῖ  τοῖς ἀνθρώποις ποιεῖν τι δόξης κενῆς ἕνεκα, βέλτιον οὖν ἦν αὐτοῖς μή καινοτομεῖς καί ταῦτα μεταποιεῖν καί ταῖς Ἐκκλησίαις Χριστοῦ στάσεως οὐ μετρίας γίνεσθαι πρόξενοι, ἤ κἄν βίαν μή ἐπάγειν ἕνεκα τούτων, ὅπερ τολμῶσιν, οὐκ εὔλογον λογίζηται ὡς τοῖς ἀντεχομένοις τά καλῶς ὁρισθέντα τοῖς Ἱεροαγίοις πατράσιν, οὐ μόνον λελογισμένον ἀλλά καί θεῖον.
Καί ταῦτα μέν ἡμεῖς πρός ἀμφότερα λέγομεν σημειωσάμενοι καί τό ἀληθές».
(ᾳφπγ΄ ἔτος τό ἀπό Θεανθρώπου. Νοεμβρίου κ.  Ἰνδικτιῶνος ιβ).
 Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας Ὁ ‘Αλεξανδρείας Σίλβεστρος
Ἐκτός ὅμως τοῦ κειμένου τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου, ἐπικαλεῖται ὁ Ἀρχιεπίσκοπος αὐτήν τήν Συνοδικήν πρᾶξιν τῆς ἐπί τοῦ αὐτοῦ Ἱερεμίου τοῦ Β΄, κατά τό ἔτος 1593 συνελθούσης Μεγάλης Συνόδου, ἥτις συνεκλήθη ὄχι μόνον πρός κύρωσιν τοῦ ἱδρυθέντος Ρωσικοῦ Πατριαρχείου, ἀλλά καί πρός ἀποβολήν τοῦ νέου Καλενδαρίου. Καί εἰς τήν καταχώρησιν τοῦ κειμένου τῆς πράξεως ταύτης, ἥν ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εἰς τά ἄρθρα του λέγει ὅτι ἀντέγραψεν ἀπό τόν «Τόμον ‘Αγάπης» τοῦ Δοσιθέου, ἐτἠρησε τήν αὐτήν τακτικήν τῶν ... ἀποσιωπητικῶν, παραλιπών ὅσα μέρη τῶ ἦσαν ἀσύμφορα, ἐνῶ παραθέτει ὡς πλαστόν δῆθεν κείμενον τῆς αὐτῆς πράξεως, τήν συλλογήν διαφόρων περικοπῶν αὐτῆς ὑπάρχουσαν εἰς κώδικας διαφόρων Μονῶν.
Ἡ πρᾶξις τῆς ἐπί Ἱερεμίου Μεγάλης ταύτης Συνόδου ἧς μετέσχον ἀφ’ ἑνός μέν ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Μελέτιος Πηγᾶς, ἀντιπροσωπεύσας τόν Ἀντιοχείας ‘Ιωακείμ καί τόν Σωφρόνιον Ἱεροσολύμων, ἀφ’ ἑτέρου δέ 41 Ἀρχιερεῖς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εἶναι δημοσιευμένη εἰς τόν «Τόμον ‘Αγάπης» τοῦ Δοσιθέου ἐν σελ. 541.  Ἔχει δέ καί αὕτη ἐν τῶ Τόμῳ ἐπικεφαλίδα τήν ἑξῆς: «Πρᾶξις Συνοδική ἒν ἧ καί ἀποβολή τοῦ νέου Καλενδαρίου, ἤτοι τῆς περί τό Πάσχα Λατίνων καινοτομίας»
Ἀκολουθεῖ εἶτα ὁ Πρόλογος, ὅν καταχωρίζει καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος εἰς χωριστήν στήλην ὀνομάζων αὐτήν «γνήσιον κείμενον». Ἀλλά λησμονῶν ὅτι ὁμιλεῖ περί γνησιότητος παραλείπει εὐθύς ἀμέσως ἐξ’ αὐτῆς ὁλόκληρον τήν ἀνωτέρω ἐπιγραφήν ἵνα ἀποφύγη τήν λέξιν «ἀποβολή τοῦ νέου Καλενδαρίου». 
Μετά δέ τόν Πρόλογον ὑπάρχει τό ἑξῆς ἐκτενές κείμενον, τό ὁποῖον πάλιν ὁλόκληρον παραλείπει ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος ‘Αθηνῶν.
«...... Μελέτιος ὁ Μακαριώτατος ‘Αλεξανδρείας εἶπεν. Οἴδατε ἀδελφοί, ὅτι χαρακτηριστικόν τῆς πρός τόν Σωτῆρα καί Θεόν ἡμῶν ἀγάπης ἡ ποιμαντική ἐστίν ἐπιμέλεια. Πέτρε γάρ φησί, φιλεῖς με, ποίμαινε τά πρόβατά μου, δι’ ἥν αἰτίαν καί ἡμεῖς πολλούς πολλάκις ἀγῶνάς τε καί κόπους καί κινδύνους ὑπεμείναμέν τε καί ὑπομένομεν, ὡς οἴδατε, καί νῦν γε ἐπειδή πρός ἡμᾶς γράμματα ἀπεστάλη, παρά τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ, τοῦ ἀδελφοῦ καί συλλειτουργοῦ ἡμῶν καί τῶν λοιπῶν ‘Αρχιερέων ἀξιοῦντα παραγενέσθαι ἡμᾶς εἰς Κωνσταντινούπολιν, τῆς Ἐκκλησίας τῶν ἀναγκῶν χάριν.
‘Εγώ γε καί τοῖς γράμμασι τοῖς ἀπό Μοσκοβίας τῆς ὀρθοδοξοτάτης παρά τοῦ εὐσεβεστάτου Θεοδώρου ἐντυχών, καί ἐκατέρου τῶν πραγμάτων ὑπερφροντίζων τῆς τε ἀνάγκης τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς βασιλικῆς ἀξιώσεως, παρακαλῶ τήν ὑμετέραν εὐλάβειαν ἀκριβῶς τά λεγόμενα παρ’ ἡμῶν σκεψαμένη συμψηφίσασθαι ἡμῖν περί τῶν λεχθησομένων, ὅπερ ἄν δίκαιον εἶναι φανῆ. 
Πρῶτον τοιγαροῦν, ἐπειδή Θεοῦ χάριτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ κατηρτισμένη ὑπάρχουσα, καί κατά τά τῆς εὐσεβείας δόγματα τελείαν εἴληφε κατάστασιν ἐν τοῖς ὁρισθεῖσιν καί τρανωθεῖσιν ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ Σωτῆρος διά τῶν ‘Αποστόλων καί Πατέρων Ἁγίων, διαπρεψάντων ἐνταῦθα, ἐν τε τῆ Ἁγία Συνόδω τῶν τριακοσίων δέκα καί ὀκτώ Θεοφόρων Πατέρων τῶν ἐν Νικαίᾳ καί ταῖς καθεξῆς οἰκουμενικαῖς ἕξ Συνόδοις, μέχρι τῆς Ζ΄ τῆς τό δεύτερον ἐν Νικαίᾳ συναθροισθείσης ὡσαύτως καί ταῖς μεταξύ τῶν ἐπτά οἰκουμενικῶν κατά διαφόρους καιρούς συναχθείσαις τοπικαῖς τῶν Ὀρθοδόξων Συνόδοις.
Ἐπειδή τοίνυν τό τέλειον εἴληφεν ἡ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησία, οὐ μόνον κατά τά τῆς θεογνωσίας καί εὐσεβείας δόγματα, ἀλλά καί κατά τήν ἱεράν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων κατάστασιν, δίκαιόν ἐστιν καί ἡμᾶς, πάντα νεωτερισμόν τῶν τῆς Ἐκκλησίας περιβόλων περιορίζειν, εἰδότες ὑπαιτίους γεγονέναι άεί τούς νεωτερισμούς τῆς τῶν Ἐκκλησιῶν συγχύσεως τε καί διαστάσεως, ἀλλά τοῖς ὅροις ἕπεσθαι τῶν Ἁγίων Πατέρων, τά παρ’ αὐτῶν δογματισθέντα ἀπαράτρωτα, δίχα προσθήκης ἥστινοσοῦν, καί χωρίς ἀφαιρέσεως ἐνστερνιζομένους κατά τόν πρῶτον τῆς Οἰκουμενικῆς ἑβδόμης Συνόδου κανόνα οὕτως ἔχοντα. «Τοῖς τήν ἱερατικήν ἀξίαν κλπ κλπ».
Ὁμιλεῖ λοιπόν καί ἡ Συνοδική αὕτη πρᾶξις ὄχι μόνον περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἀλλά ἐν γένει περί ἀποβολῆς παντός νεωτερισμοῦ ἐν τῆ Ἐκκλησία, ἥτις πλέον, ὡς λέγει, ὑπάρχει κατηρτισμένη καί ἤτις «τό τέλειον εἴληφεν», δηλαδή ἔχει εἰς τήν τελειότητα καί τά δόγματά της καί τό ὅλον αὐτῆς καθεστώς ὡς πρός τήν τάξιν αὐτῆς, δηλαδή ὡς πρός τάς ἑορτάς της, τά τῆς νηστείας καί ἐν γένει τά τῆς θείας λατρείας. Νεωτερισμόν δέ ἀπόβλητον ἐννοεῖ προφανῶς τήν ἡμερολογιακήν μεταρρύθμισιν, ἐξ’ αἰτίας τῆς ὁποίας προεκλήθη ἡ Συνοδική αὕτη πρᾶξις.


Ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία

 Ὅτι κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας ὄχι μόνον ἡ ἀνατροπή τοῦ Πασχαλίου, ἀλλ’ ἐν γένει ἡ εἰσαγωγή τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καί ἀπεκρούσθη οἱαδήποτε διόρθωσις τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου βεβαιοῖ κατηγορηματικῶς ἡ Ἐκκλησιαστική Ἱστορία διερμηνεύουσα τό πνεῦμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τήν κοινήν συνείδησιν αὐτῆς.  ‘Εν τῆ ‘Εκκλησιαστικῆ Ἱστορία Μελετίου ἀρχαίου Μητροπολίτου Ἀθηνῶν ἐν Τόμῳ 3ω καί ἐν σελίδι 402 7 9 σημειοῦνται τά ἑξῆς: «Πατριαρχεύοντος τούτου τοῦ Ἱερεμίου σύνοδος Μητροπολιτῶν συνήχθη ἐν Κων/λει τῶ αφπγ΄ (1583) ἐπιδημεύσαντος καί Σιλβέστρου τοῦ ‘Αλεξανδρείας, ἥτις κατακρίνασα τό καινοτομηθέν ὑπό Γρηγορίου τῆς Ρώμης Καλενδάριον, δέν τό ἐδέχθη κατά τήν αἴτησιν τῶν Λατίνων».
Τήν αὐτήν πληροφορίαν περί καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου μᾶς δίδει ἡ ‘Εκκλησιαστική Ἱστορία τοῦ Φιλαρέτου Βαφείδου, Μητροπολίτου Διδυμοτείχου, ἐν Τόμῳ 3ω, (1453 – 1908) ἐν σελ. 124 -125 γράφουσα περί τῆς ἐκδοθείσης τῶ 1583 ἐπιστολῆς τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β΄ ἥτις, ὡς λέγει ὁ Βαφείδης, ἐγράφη συνεπείᾳ τῆς κατά τό ἔτος ἐκεῖνο συγκροτηθείσης ἐν Κων/λει Συνόδου καί ἥτις κυρίως,  λέγει ὁ Βαφείδης,  καταδικάζει τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον.  Παρακατιών δέ ὁ αὐτός ἱστορικός λέγει: «Ὁμοίως κατά τό 1587 συνεκροτήθη Σύνοδος ἐν Κων/λει, ἐν ἧ παρόντων Ἱερεμίου τοῦ Β΄, Μελετίου τοῦ Πηγᾶ καί τοῦ Ἱεροσολύμων Σωφρονίου κατεκρίθη τοῦ Ἡμερολογίου ἡ διόρθωσις ὡς ἐπισφαλής καί οὐκ ἀναγκαία, πρόξενος δέ μᾶλλον πολλῶν κινδύνων.
Αὐτός οὗτος ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος ‘Αθηνῶν κ. Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ὠς Καθηγητής τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας ἐν τῆ «περί τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων» συγγραφῆ του (σελ. 482) ἀναφέρει περί τῆς καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπί Σωφρονίου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων γράφων ἐπί λέξει: «Ἕνεκα τῆς πάλης αὐτῆς ἐξῆλθεν ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος ὁ Δ΄ εἰς περιοδείαν τῶ 1584 πρός συλλογήν ἐράνων, μεταβάς δέ εἰς Κων/λιν τῶ ἔτει ἐκείνω συμμετέσχε τῆς ἐκεῖ συγκροτηθείσης συνοδικῆς διασκέψεως πρός ἀποκήρυξιν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου.... Τῆς ἀποφάσεως ταύτης συμμετέσχε διά τοῦ Πατριαρχικοῦ αὐτοῦ κύρους καί ὁ Πατριάρχης Σωφρόνιος, ὅστις ἀποφαίνεται ὅτι μετά τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου μετέβη εἰς Ἱεροσόλυμα». ὁ αὐτός δέ Ἀρχιεπίσκοπος ‘Αθηνῶν ἐν ἔτει 1918 δημοσιεύσας ἐν τῶ «Ἐκκλησιαστικῶ Κήρυκι» Ἀθηνῶν πραγματείαν του περί τοῦ Ἡμερολογίου καί σχολιάζων τήν γνωστήν πρός τόν Δαπόντε Δόγην τῆς ‘Ενετίας ἐπιστολήν τοῦ Πατριάχρου (Ἱερεμίου τοῦ Β΄) χαρακτηρίζει ὡς ἄριστα τήν θέσιν ἥν εὐθύς κατέλαβεν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπέναντι τῆς Γρηγοριανῆς τροποποιήσεως τοῦ Ἡμερολογίου. Θεωρεῖται αὕτη ὑπ’ αὐτῆς ὡς μία τῶν «πολλῶν καινοτομιῶν τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης, παγκόσμιον σκάνδαλον καί αὐθαίρετος τῶν Ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων καταπάτησις».
Ὁ νεώτερος ‘Ιστορικός καί δεινός Κανονιολόγος Σεβ. Μητροπολίτης Κασσανδρείας  διά προτάσεώς του, ἥν ὑπέβαλεν εἰς τήν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος τῶ 1929, ὑπογεγραμμένης καί ὑπό τῶν Δρυινουπόλεως καί Δημητριάδος, ὡς καί διά τοῦ ὑποβληθέντος είς αὐτήν μακροῦ ὑπομνήματός του, κατήγγειλε τό Νέον Ἡμερολόγιον ὡς ἔργον ἀσεβείας ἔναντι τῶν ἑπτά Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ὡς ὑποσκάπτον τά θεμέλια τῆς Ὀρθοδοξίας. ‘Εβεβαίουν δέ οἱ ἀνωτέρω τρεῖς Ἱεράρχαι εἰς τήν ὑποβληθεῖσαν ὑπ’ αὐτῶν πρότασιν, ὅτι πάντες οἱ Πατριάρχαι τῆς κατά Ἀνατολάς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν κοινῆ Συνόδῳ ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Τρανοῦ καί λοιπῶν ἀπέκλεισαν δι’ ἀναθέματος τήν ἀποδοχήν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. Ὁ δέ Σεβ. Μητροπολίτης Κασσανδρείας χαρακτηρίζει ἐν τῶ ὑπομνήματι του ἐκείνω τήν γενομένην ἡμερολογιακήν διόρθωσιν ὡς «παράτολμον καί ἀντικανονικήν πρᾶξιν».
Ὁ Ρῶσος ‘Αρχιμανδρίτης Πορφύριος Οὐσπένσκι, κατά τό ἔτος 1880 ἐδημοσίευσε εἰς τά Ρωσικά περιοδικά καί τά Πρακτικά τῆς Μεγάλης Συνόδου 1583-1593 καί τήν ἀπόφασιν ἤ Σιγγίλιον ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Β΄. ‘Αντέγραψε δέ ταῦτα οὐχί ἐκ τῶν κωδίκων τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀλλ’ ἐκ τῆς Μεγάλης Βιβλιοθήκης τοῦ Ὄρους Σινᾶ, ἔνθα ὑπάρχουν ἐν χειρογράφω κώδικι τά ἄνω στοιχεῖα περί τῆς καταδίκης τοῦ Νέου Ἡμερολογίου. Καί πάντα ταῦτα ἐδημοσίευσεν ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ρουμανίας εἰς τά ἐπίσημα περιοδικά αὐτῆς «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ» ἀριθμ. 11/1880 καί «ΡΟΥΜΑΝΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ» ἀριθμ. 12/1881 ὑπό τόν τίτλον: «ΕΠΙΣΗΜΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΛΕΝΔΑΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΠΑ».
Καί ταῦτα ἐδημοσιεύθησαν εἰς τήν Ρουμανίαν ἀκριβῶς καθ’ ἥν ἐποχήν στενοκέφαλοι τινές νεωτερισταί ἠθέλησαν νά κάμουν λόγον περί ἀλλαγῆς τοῦ Ὀρθοδόξου Ἡμερολογίου. ‘Αλλ’ ἡ παρουσία τῶν ἄνω ἐπισήμων ἐγγράφων περί καταδίκης τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ἐχαλιναγώγησε τάς καινοτομικάς ὁρμάς των. Ἐπί πλέον δέ ἡ Σύνοδος ἐπί τῆ βάσει τούτων καθαρά ἐδήλωσεν ὅτι «Οὐδεμία ‘Εκκλησία δύναται νά μεταβάλη τό Ὀρθόδοξον Ἡμερολόγιον ἄνευ κινδύνου νά γίνη σχισματική ἐν σχέσει πρός τάς ἄλλας ‘Ορθοδόξους Ἐκκλησίας».

Παράτολμος  αὐθαιρεσία

Ὅταν τοιαύτας ἀναμφισβητήτους ἱστορικάς μαρτυρίας καί ὁμολογίας καί ἀποφάνσεις ἔχομεν περί τῆς ‘Εκκλησιαστικῆς καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ὑπό τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς καινοτομίας ἀντιβαινούσης εἰς τό πνεῦμα τῶν διατάξεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, δέν εἶναι αὐθαιρεσία παράτολμος καί ἀντίθετος πρός τήν ἱστορικήν ἀλήθειαν, ψευδής δέ διακήρυξις, τό γραφόμενον καί ἐπαναλαμβανόμενον στομφωδῶς ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν ὅτι «οὐδέποτε κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ὀρθοδοξίας τό νέον ἡμερολόγιον» καί ὅτι δέν ἀπεκλείση ὑπ’ αὐτῆς πᾶσα διόρθωσις τοῦ ‘Ιουλιανοῦ; Εἶναι βέβαιον καί ἀναμφισβήτητον ὅτι μεταβολή τοῦ Πασχαλίου ἐξυπονοεῖ μεταβολήν τοῦ Ἡμερολογίου, ἤτοι παντός τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ συστήματος καί τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς ἐνιαυσίου περιόδου καί τῶν κινητῶν ἐορτῶν΄ καί ἀντιθέτως μεταβολή τοῦ ἡμερολογίου, ἐξυπακούει ἀπαραιτήτως τήν μεταβολήν τοῦ Πασχαλίου, διότι τό Πασχάλιον τῆς Ἐκκλησίας ὁλόκληρον εἶναι προσηρμοσμένον ἐπί τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου, ὡς εἶναι προσηρμοσμένον ἐπ’ αὐτοῦ τό ἑορτολόγιον ὅλου τοῦ ἔτους. ‘Επίσης προκύπτει ἐξ’ ὅλων τῶν κειμένων Συνοδικῶν Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἀποφάσεων, ἐξ’ ὅλων τῶν λόγων τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων ὅτι ἡ ἀνατροπή τῆς ἑορτῆς τοῦ Πασχαλίου καί ἠ διόρθωσις τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου ταυτίζονται, διότι οἱ ὁμιλοῦντες περί μεταβολῆς τοῦ Πάσχα ὁμιλοῦσι περί τοῦ «νέου Καλενταρίου» καί «τἀνάπαλιν».
Τό ὅλον, τό κύριον θέμα, εἶναι τό ἡμερολόγιον καί τό μέρος, τό ἐξαρτώμενον ἀναποστάστως ἐκ τοῦ ἡμερολογίου, εἶναι ἡ ἑορτή τοῦ Πάσχα. Οὐδείς ἐσκέφθη νά χωρίση τό Πάσχα ἀπό τόν ὅλον ἠμερολόγιον καί οὐδείς Πατήρ, οὐδεμία Σύνοδος, οὐδεμία Πατριαρχική Πρᾶξις διακρίνει ὡς πρός τήν καταδίκην τόν νεωτερισμόν τῆς διορθώσεως τοῦ Πασχαλίου ἀπό τόν νεωτερισμόν τῆς διορθώσεως τοῦ Ἡμερολογίου. Ἀμφότερα εἶναι ἀλληλένδετα ἐξαρτώμενα τό ἔν ἐκ τοῦ ἄλλου.  Τό πνεῦμα δέ ὅλων τῶν σχετικῶν Κανόνων καί τῶν συνοδικῶν πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἀποφάσεων εἶναι ρητή κατάκρισις καί καταδίκη τοῦ Παπικοῦ νεωτερισμοῦ, ἤτοι τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, ὡς ἀνατρέποντος τήν καθεστηκυίαν τάξιν καί συνήθειαν ἐν τῆ Ἐκκλησία.
Ὅταν ταῦτα εἶναι ἀναμφισβήτητα καί εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον ὅτι διά Συνοδικῶν ἀποφάσεων καί ἄλλων ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων ὁρίζονται ἀναθεματισμοί καί ἀφορισμοί διά τήν μετατροπήν τοῦ Πασχαλίου, ἥτις γενικῶς κατεκρίθη καί κατεδικάσθη ἐκκλησιαστικῶς, δέν εἶναι αὐτονόητον καί καταφανές ὅτι αἱ καταδῖκαι καί τά ἀναθέματα τά ἀπαγγελθέντα κατά τῆς καινοτομίας τοῦ Πασχαλίου εἶναι συγχρόνως καταδῖκαι καί ἀναθέματα ἀπαγγελθέντα κατά τῆς διορθώσεως τοῦ Ἱουλιανοῦ ἡμερολογίου τῆς συνεπαγομένης τήν ἀνατροπήν τοῦ ὅλου Πασχαλίου κύκλου;
Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ὁμιλεῖ περί «κεκρατηκυίας συνηθείας» ἐν τῆ Ἐκκλησία καί ἀναφωνεῖ: «Μή καινοτομίαν καί ἀφαίρεσιν ποιήσασθαι τῆς εὐσεβῶς ἐν ἡμῖν κεκρατηκυίας συνηθείας. Τά γάρ παραδοθέντα ἐν τῆ Καθολικῆ Ἐκκλησία οὔτε προσθήκην, οὔτε μείωσιν ἐπιδέχεται, μεγίστη γάρ τόν προστιθέντα ἤ τόν ἀφαιροῦντα τιμωρία δεσμοῖ. Ἐπικατάρατος γάρ φησίν, ὅς μετατίθησιν ὅρια πατέρων αὐτοῦ». Δέν εἶναι τοῦτο φοβερά καταδίκη καί ἀναθεματισμός καί κατάρα κατά τῶν ἀποτολμώντων πᾶσαν καινοτομίαν εἰς τήν «κεκρατηκυίαν συνήθειαν» καί δή εἰς τό τῆς Ἐκκλησίας ἡμερολόγιον;
Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ἐκτός τῶν Πρακτικῶν αὐτῆς ἐξέδωκε καί τόν Ὅρον αὐτῆς, ὅστις περιφρουρεῖ τούς θεσμούς τῆς Ἐκκλησίας καί τήν παράδοσιν αὐτῆς.  Καί εἰς τόν Ὅρον τοῦτον περιλαμβάνεται καί ἠ ἑξῆς διάταξις: «Εἴ τις πᾶσαν παράδοσιν ‘Εκκλησιαστικήν ἔγγραφόν τε ἤ ἄγραφον ἀθετεῖ, ἀνάθεμα». Τό δέ «Συνοδικόν» τοῦ Τριωδίου τό ἀναγινωσκόμενον ἐν τῆ Ἐκκλησία κατά τήν Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας μεταξύ τῶν ἀναθεμάτων περιλαμβάνει τά ἑξῆς: «Ἅπαντα τά παρά τήν ‘Εκκλησιαστικήν παράδοσιν καί τήν διδασκαλίαν καί ὑποτύπωσιν τῶν ἁγίων καί ἀοιδίμων Πατέρων καινοτομηθέντα, ἤ μετά ταῦτα πραχθησόμενα ‘Ανάθεμα γ΄».
Δύναταί τις νά εἴπη σοβαρῶς, λελογισμένως καί ἐν καλῆ πίστει, ὅτι αἱ ἀνωτέρω τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου Διατάξεις δέν ἐφαρμόζονται καί διά τήν ἀθέτησιν τῆς περί τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου τῆς ‘Εκκλησίας συνηθείας καί παραδόσεως;
Ἀναφωνῶν ὀ Δοσίθεος Ἱεροσολύμων ὅτι «Τέσσαρα μεγάλα θηρία ἐγέννησεν ὁ ΣΤ  αἰών, τήν αἵρεσιν τοῦ Λουθήρου, τοῦ Καλβίνου, τῶν Γιεζουβιτῶν καί τήν αἵρεσιν τοῦ νέου Καλενδαρίου, κατά τῆς ὁποίας ἀπεφάνθη ἡ ἐν Κων/λει Μεγάλη Σύνοδος ἐπί τοῦ Ἱερεμίου» δέν διερμηνεύει τήν κρατοῦσαν τότε ἐκκλησιαστικήν συνείδησιν, τό πνεῦμα καί τό νόημα τῶν ‘Εκκλησιαστικῶν διατάξεων, καθ’ ἅς καί ἠ μεταρρύθμισις τοῦ Ἡμερολογίου εἶναι καταδικασθεῖσα καί ἀναθεματισθεῖσα αἵρεσις καί ὅτι οἱ ἀκολουθήσαντες τό νέον Παπικόν ἡμερολόγιον ὑπόκεινται εἰς τήν αὐτήν μετά τῶν αἱρετικῶν κατάκρισιν;
Δέν εἶναι δυνατόν νά δεχθῶμεν ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ὁ Καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ἱστορικός συγγραφεύς δέν κατανοεῖ τά ἀνωτέρω, τά ὁποῖα ὁ ἴδιος ἄλλοτε ἐδίδαξε καί ἐκήρυξε. Δέν εἶναι δυνατόν νά μή ἔχη ὀρθήν ἀντίληψιν περί τῆς σοβαρότητος, τῆς καταδίκης καί τοῦ ἀναθεματισμοῦ τῆς καινοτομίας τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. Τόσον εἶναι βέβαιον ὅτι θεωρεῖ τό ‘Εκκλησιαστικόν ἡμερολόγιον σοβαρώτατον ζήτημα δυνάμενον νά συνεπαγάγῃ τό ἀνάθεμα, ὥστε ὁ ἴδιος πρό τινων ἐτῶν ὡς Πρόεδρος τῆς Ι. Συνόδου ἀντιθέτως πρός ὅ,τι σήμερον κηρύσσει, ἀναθεμάτισε καί ἀφώρισε εὐσεβεστάτας μοναχάς τῆς Τήνου διότι εἶχον τό σθένος νά ἀκολουθῶσι τό ἐκ παραδόσεως αἰώνων ἐφαρμοζόμενον Ἰουλιανόν Ἡμερολόγιον.
Εἶναι φαρισαϊκή προσήλωσις εἰς λέξεις καί γράμματα νά ἀποφαινώμεθα ὅτι διά τήν διόρθωσιν τοῦ Ἡμερολογίου δέν ἀναφέρεται ἡ λέξις «ἀνάθεμα» εἰς τάς Πατριαρχικάς ἀποφάσεις. Διότι τί ἄλλο σημαίνουν αἱ ἀπαντώμεναι εἰς τάς ἀποφάσεις ταύτας ἐκφράσεις «ἀπέκρουσεν», «ἀπέβαλεν», «κατέκρινεν», «κατεδίκασεν» τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον, εἰμή ἀποδοκιμασίαν καί ἀναθεματισμόν.
Ὁ ἀναγινώσκων τήν ‘Αρθρογραφικήν ἐπίθεσιν τοῦ ΄Αρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κατά τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν καί βλέπων μετά πόσης εὐκολίας καί ἀποφθεγματικότητος ὁμιλεῖ οὗτος περί πλαστότητος καί παραποιήσεως ἱερῶν κειμένων ὑπ’ αὐτῶν καί ὅτι παραθέτει εἰς ἀντιβολήν φωτοτυπημένα κείμενα γνήσια δῆθεν καί πλαστά νομίζει ὅτι πρόκειται περί ἀποκαλύψεως κανενός φοβεροῦ ἐγκλήματος, περί προσβολῆς τοῦ Ὁμοουσίου τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἤ περί παραχαράξεως τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως; Καί ἀπορῶν ἐρωτᾶ: Ἀλλά τί ἔπραξαν τέλος πάντων οἱ Ζηλωταί Μοναχοί, ὁ Ἰάκωβος Νεοασκητικώτης - ὁ κατά τόν Ἀρχιεπίσκοπον αὐτουργός τῆς Πλαστογραφίας, μιᾶς Συνοδικῆς ἀποφάσεως – καί οἱ νεώτεροι ἁγιορεῖται Ζηλωταί; Ποῖον ἰδοτελῆ σκοπόν ἐπεδίωκον διά νά διαπράξουν τοιοῦτον ἔγκλημα; Ἦσαν τάχα ὄργανα προπαγάνδας ἀντιθρησκευτικῆς; Ἦσαν ἄπιστοι καί ἐμπαῖκται τῶν θείων Πατέρων; Ἤ ἦσαν λαοπλάνοι καί ἐκμεταλλευταί;
Τίποτε ἐξ’ αὐτῶν ἀπολύτως. Οἱ Ζηλωταί Ἁγιορεῖται δέν ἔπραξαν τίποτε ἄλλο ἤ νά ἐπαναλάβουν καί νά διαδώσουν καί νά ἐξάρουν τάς Συνοδικάς πράξεις καί Πατριαρχικάς ἀποφάσεις, ἅς εὗρον εἰς Κώδικας καί βίβλους τοῦ ΙΣΤ  αἰῶνος καί τῶν μετέπειτα.  Καί αἱ ἀποφάσεις αὗται καί αἱ Συνοδικαί πράξεις - ἀναμφισβήτητα  ἱστορικά κειμήλια – καταβοῶσι τῆς καινοτομίας τοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου, καί τήν καταδικάζουν καί ἀναθεματίζουν τούς ἀκολουθοῦντας αὐτήν. Ἄν ὁ Ἰάκωβος Νεοασκητιώτης καί οἱ Ζηλωταί Ἁγιορεῖται συλλέξαντες ἐπιμελῶς πάντα ταῦτα τά ἔγγραφα τά ἐπέγραψαν ὡς «Σιγγίλια», ἤ ὡς «πράξεις», ἤ ὡς «ἀποφάσεις», ἤ ὡς «Κανόνας», ἤ ἄν συνέταξαν περιλήψεις αὐτῶν, ἤ ἄν τάς ἐφωτοτύπησαν, ἤ ἄν τάς διένειμαν εἰς φυλλάδια διά τούς πιστούς, ὅμως δέν ἠλλοίωσαν οὔτε τήν οὐσίαν, οὔτε τό πνεῦμα καί τήν ἔννοιαν αὐτῶν, ὥστε νά κατηγορῶνται ὡς πλαστογράφοι.
Ποῖον συμφέρον εἶχεν ὁ Ἰάκωβος Νεοασκητικώτης νά πλαστογραφήση τά περί τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου κείμενα ἀφοῦ τότε δέν εἶχεν ἀνακινηθῆ τό ἡμερολογιακόν ζήτημα καί οὐδείς εἶχε σκεφθεῖ διά τήν εἰσαγωγήν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου; Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἐν τούτοις μέ ὅλην τήν κακήν προσπάθειάν του καί τάς φωτογραφικάς του πλάκας καί τάς κατά τῶν Ζηλωτῶν Πατέρων συκοφαντίας του, δέν ἀπέδειξε διά τῶν ἄρθρων του τίποτα ἀπό ὅσα κατηγορεῖ, ἠδίκησε δέ μόνον ἑαυτόν καί διέψευσε τήν φήμην του ὡς ἱστορικοῦ, ἐπιπολαίως καί ἀβαθῶς ἁλιεύσας ἀποκόμματα ἐγγράφων, κατασπαράξας δέ ταῦτα ἵνα τά ἀποδείξῃ πλαστά.

Εἰς ἀρχαιοτέρους χρόνους

Προσεπάθησεν ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος ‘Αθηνῶν εἰς τά ἄρθρα του νά παραστήση ὅτι ἡ καινοτομία τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου εἶναι ἀσήμαντον πράγμα ἀποτελοῦν ἁπλῆν ἡμερολογιακήν διαφοράν 13 ἡμερῶν καί ψέγει τούς Ζηλωτάς Ἁγιορείτας ὅτι διά νά τρομοκρατήσουν τήν συνείδησιν τῶν ἁπλοϊκῶν ἀνεζήτησαν άναθέματα πάσης ἐποχῆς στρεφόμενα κατά τῶν αἱρετικῶν καί κατά τῶν νεωτεριστῶν, καί ἐδημοσίευσαν ταῦτα ὡς ἔχοντα σχέσιν μέ τήν διαφοράν τῶν 13 ἡμερῶν!  Τοῦτο εἶναι τουλάχιστον ἁπλοϊκότης΄ διότι ἀπεδείξαμεν ἀνωτέρω, ὅτι καί οἱ μεταρρυθμισταί τοῦ ἡμερολογίου κατεδικάσθησαν, καί πᾶς νεωτερισμός ὡς ἀθετῶν τήν ‘Εκκλησιαστικήν πρᾶξιν καί παράδοσιν ἀναθεματίσθη. Ἀλλ’ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἐπινοεῖ διά τῶν ἄρθρων του καί ἄλλο ἀβάσιμον καί ἀβαθές ἐπιχείρημα ὅτι τάχα ἐν ἀρχαιοτέροις χρόνοις ἡ Ἐκκλησία, καθ’ ὅ εἶχε δικαίωμα, ἐν τῆ μερίμνη περί τῶν πιστῶν καί διεκνύουσα τάχα ὅτι ἐπί τῶν ἡμερῶν καί τοῦ χρόνου τῶν ἑορτῶν οὐδαμῶς θίγουσα τά δόγματα αὐτῆς ἐκανόνισε μέν τά τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἀσχέτως πρός οἱανδήποτε ἡμερομηνίαν, μετέθηκε δέ τήν ἑορτήν τῶν Χριστουγέννων ἀπό τίς 6 Ἰανουαρίου εἰς τήν 25 Δεκεμβρίου, τήν ἑορτἠν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἀπό τήν 28 Δεκεμβρίου εἰς τήν 29 Ἰουνίου κλπ.
Λησμονεῖ ὅμως ἤ θέλει νά λησμονῆ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὅτι ἡ Ἐκκλησία καθ’ ἥν ἐποχήν μετέθετε τάς ἀνωτέρω ἑορτάς δέν ἦτο ἀκόμη πλήρως κατηρτισμένη καί δέν εἶχεν ὁλοκληρώσει διά τῶν ἐπτά Οἱκουμενικῶν Συνόδων τό καθεστώς αὐτῆς. Ἀφ’ ἧς ὅμως ἐθέσπισε τό καθεστώς αὐτῆς καί ἀφοῦ καταρτισθεῖσα πλήρως «τό τέλειον εἴληφεν» ὡς λέγει ἡ Συνοδική πρᾶξις τοῦ Ἱερεμίου, καί ἀφοῦ ὕψωσεν ὡσεί δόγμα τάς παραδόσεις καί τάς συνηθείας αὐτῆς καί ἀνεθεμάτισε πάντα νεωτερισμόν καί πᾶσαν παράβασιν αὐτῆς, οὐδεμίαν ἀπολύτως ἐπέφερε μεταβολήν εἰς τάς ἑορτάς. Καί διά τοῦτο τό ἑορτολόγιον τῆς Ἐκκλησίας προσηρμοσμένον εἰς τό Ἰουλιανόν Ἡμερολόγιον ἔμεινεν καί κατά τούς δ΄ καί ε΄ αἰῶνας ἀναλλοίωτον, διότι οὐδείς ἄνευ νέας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, εἶχε τήν τόλμην νά κάμνη μεταθέσεις ἑορτῶν, ὑποπίπτων ὡς νεωτεριστής εἰς τάς ἀπαγορεύσεις καί τά ἀναθέματα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Λέγει ἀκόμη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὅτι ἀπό αἰῶνος, ὅτε ἐγένοντο αἱ ἀνωτέρω μεταθέσεις ἑορτῶν τινῶν, μέχρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἤν ἔληξαν καί αἱ περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα διαφωνίαι, οὐδείς ἐτόλμησε νά εἴπη ὅτι ἀνετράπη ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Λέγει δέ τοῦτο, διότι οἵ τε Ζηλωταί Ἁγιορεῖται καί πάντες οἱ χριστιανοί οἱ μή δεχθέντες τήν καινοτομηθεῖσαν τελευταίως ἡμερολογιακήν ἀνατροπήν καί διά τοῦτο εὐλόγως καί δικαίως κληθέντες Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι, κατήγγειλαν καί κατεδίκασαν τήν διά τῆς αὐθαιρέτου εἰσαγωγῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἐπελθοῦσαν διαίρεσιν τῶν Ἐκκλησιῶν καί διάσπασιν τῆς ἑνότητος αὐτῶν.  ‘Αλλά καί ἐν τῶ κεφαλαίῳ τούτῳ δέν λέγει τήν ἀλήθειαν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν σοφιστευόμενος καί παραπλανῶν τούς ἀναγνώστας του. Διότι ἀείποτε μέριμνα τῶν Πατέρων ἦτο νά μή ἀνατραπῆ ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.  ‘Ακριβῶς δἐ διά τήν ἐνότητα ταύτην ἐμερίμνησε ἡ πρώτη ἐν Νικαία Οἰκουμενική Σύνοδος, ἵνα ὡς διεκήρυξεν αὕτη: «Οἱ ἀνά πᾶσαν τήν Οἰκουμένην Χριστιανοί τόν αὐτόν ἑορτάζουσι χρόνον» καί διότι - ὡς γράφει εἰς τήν Συνοδικήν ἐπιστολήν του, ὀ Βασιλεύς Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας – εἶναι δεινόν καί ἀπρεπές «κατά τάς αὐτάς ἡμέρας ἐτέρους μέν ταῖς νηστείαις σχολάζειν, ἑτέρους δέ συμπόσια συντελεῖν... ».
Πῶς λοιπόν λέγει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὅτι οὐδείς ἐτόλμησε νά εἴπη εἰς τήν παλαιάν ἐποχήν ὅτι ἀνετρέπετο ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐκ τῆς μεταθέσεως διαφόρων ἑορτῶν; Δέν διεμαρτύροντο οἱ Πατέρες ἀπό τοῦ τετάρτου ἀκόμη αἰῶνος διά τάς διαφοράς καί διαφωνίας μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐξ’ αἰτίας τῶν ἐν διαφόροις ἡμέραις τελουμένων ἑορτῶν καί νηστειῶν ὑπό ἐκάστης Ἐκκλησίας; Δέν διεμαρτύρετο ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὀ ἅγιος ‘Επιφάνιος Ἐπίσκοπος Κύπρου, ὀ Μακάριος Θεοδώρητος, ὁμιλοῦντες περί τῆς «χλεύης διά τήν ἐν τῆ Ἐκκλησία διαφωνίαν» περί τοῦ «ἐπικινδύνου καί ὀλεθρίου τῆς πρός τόν Θεόν άπειθείας ἐν τῆ πρός ἀλλήλους διαστάσει» καί περί τόσων ἄλλων ἐκδηλούντων διαμαρτυρίαν διά τήν καθημερινήν τότε ἀνατροπήν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας; Βεβαίως δέ ἀφοῦ ἔληξαν αἱ περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα διαφωνίαι καί ἀφοῦ μετά τάς Οἰκουμενικάς Συνόδους καί τήν πλήρη κατάρτισιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπαγιώθη ἠ Ἐκκλησιαστική ἑνότης ἐν τῆ Ὀρθοδοξίᾳ καί ἀπηγορεύθη δι’ ἀναθέματος πᾶσα καινοτομία, καί συνεπῶς πᾶσα μετάθεσις ἑορτῶν, οὐδεμία ἐδόθη πλέον ἀφορμή νά καταγγείλῃ τις τήν διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀλλ’ ἀφοῦ μετά τόσων αἰώνων ἑνότητα ἡ νεωτεριστική μανία ἡ καταλαβοῦσα καί τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καί εἰσαγαγοῦσα ἄνευ κοινῆς συμφωνίας ἁπασῶν τῶν Ὀρθοδόξων  Ἐκκλησιῶν τήν Γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν διέσπασε τήν ἑνότητα ταύτην καί διήρεσε τούς Χριστιανούς εἰς τά τῆς λατρείας αὐτῶν, πῶς ἦτο δυνατόν οἱ γνήσιοι ‘Ορθόδοξοι καί δή οἱ Ζηλωταί Ἁγιορεῖται νά μή διαμαρτυρηθῶσι καί νά μή καταγγείλωσιν ἐνώπιον τῶν πιστῶν τήν διά τῆς ἡμερολογιακῆς μεταβολῆς διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας καί διαίρεσιν τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος εἰς νεοημερολογίτας καί παλαιοημερολογίτας.
‘Εκεῖνο τό ὁποῖον ἔπραξαν ἕως τώρα οἱ Ζηλωταί Ἁγιορεῖται διά τήν αὐθαίρετον ἀντικανονικήν τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου ἀλλαγήν, εἶχον καθῆκον νά τό πράξουν. Τό ἐπέβαλεν εἰς αὐτούς ἡ θρησκευτική των πίστις καί ἡ μοναχική καί ἐκκλησιαστική των συνείδησις. Τό ὑπηγόρευσεν εἰς αὐτούς αὐτός ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἀπό τῆς ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου ὡς καθηγητής καί διά τῆς ἐκκλησιαστικῆς του ἱστορίας ὡς ἱστορικός, διακηρύξας ὅτι «ἡ ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου εἶναι παγκόσμιον σκάνδαλον καί αὐθαίρετος τῶν ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων καταπάτησις, ἀντιβαίνουσα εἰς ἱερούς κανόνας καί διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας». Ὀλιγώτερον λοιπόν παντός ἄλλου δικαιούμενος νά ἐξανίσταται καί διαμαρτύρεται σήμερον κατά τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν εἶναι ὀ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν.
Ἐάν ὑπάρχη τις, καθ’  οὗ πρέπει νά ἐξαναστῆ καί τόν ὁποῖον πρέπει νά κακίση, οὗτος εἶναι ὁ ἴδιος, διότι πρίν μελετήση καλῶς τό ἡμερολογιακόν ζήτημα ἀπό ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως, προέβη μετά καταπλησσούσης εὐκολίας εἰς τήν ἀλλαγήν, διασκελίσας Ἱστορίαν, Κανόνας, Παραδόσεις, Διατάξεις, Ἐκκλησιαστικήν πρᾶξιν καί συνήθειαν ὁλοκλήρων αἰώνων. Καί σήμερον, εὑρισκόμενος πρό ἀμηχανίας καί δικαίας ἐξεγέρσεως κατ’ αὐτοῦ, καταφεύγει εἰς ἀναληθεῖς, ἀτόπους καί σκανδαλώδεις ἀποκαλύψεις δῆθεν πλαστοτήτων καί παραποιήσεων κειμένων. Ἀλλά δυνάμεθα νά ἐρωτήσωμεν τόν Ἀρχιεπίσκοπον: Ποῦ στηρίζει τήν γνώμην του περί πλαστότητος τοῦ κειμένου τῆς ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Β΄ἐκδοθείσης Συνοδικῆς ἀποφάσεως ἤ τῆς πρός Ἀρμενίους ἀπαντήσεως Ἱερεμίου τοῦ Β΄; Πόθεν συνάγει καί πῶς ἀποφαίνεται ὅτι ἡ μόνη (;) ἀπόφασις τῆς ἐπί Ἱερεμίου Μεγάλης Συνόδου ἀναφέρεται μόνον εἰς τόν Πασχάλιον Κανόνα καί ὅτι δέν περιέχει δῆθεν αὕτη ἀναθεματισμόν κατά τῶν ἀκολουθησάντων τό Παπικόν Ἡμερολόγιον; Οὐδέν ἄλλο μᾶς λέγει εἰς τά ἄρθρα του εἰ μή ὅτι ὁ Δοσίθεος ἐδημοσίευσε τό πρῶτον τήν ἀπάντησιν τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Β΄ πρός τούς Ἀρμενίους, συνυπογράψαντος καί τοῦ Πατριάρχου ‘Αλεξανδρείας Σιλβέστρου, ὡς ἐπίσης καί τούς ὀκτώ κανόνας τῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως τῆς ἐκδοθείσης τῶ 1593 ἐπί τοῦ αὐτοῦ Ἱερεμίου καί ὅτι εἰς ταύτας δέν καταδικάζεται ἡ ἡμερολογιακή καινοτομία, οὔτε ἀναθέματα περιέχονται.
Ἀλλ’ ὁ Δοσίθεος δέν ἐδημοσίευσεν ὅλας τάς ἐπιστολάς καί ὄλας τάς Συνοδικάς ἀποφάσεις τάς σχετικάς μέ τήν Γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου ἤ ἄλλων Πατριαρχῶν. Εἰς τό κεφάλαιον «Κατά τοῦ Λατινικοῦ Καλλενδαρίου», ἔνθα ὁ Δοσίθεος δημοσιεύει τά τοῦ Ἱερεμίου τοῦ Β΄, ἔχει τίτλον «Ἐπιστολαί τινές». Δέν καταχωρίζονται λοιπόν εἰς τόν Δοσίθεον, τά ἅπαντα τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου ἤ τῶν λοιπῶν Πατριαρχῶν περί τοῦ Λατινικοῦ Καλενδαρίου. ‘Εν τούτοις ἔχομεν ἄλλας μαρτυρίας διαψευδούσας τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν. Ὁ Μελέτιος ἀρχαῖος Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ὡς εἴπομεν καί ἀνωτέρω, εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν Ἱστορίαν του (σελ. 402, & 9) βεβαιοῖ ὅτι πατριαρχεύοντος τοῦ Ἱερεμίου Σύνοδος Μητροπολιτῶν συνήχθη ἐν Κων/λει τῶ 1583, ἐπιδημεύσαντος καί Σιλβέστρου τοῦ Ἀλεξανδρείας, ἥτις κατέκρινε τό καινοτομηθέν ὑπό Γρηγορίου τῆς Ρώμης Καλλενδάριον. Ἔχομεν λοιπόν βεβαίωσιν ἱστορικοῦ ἀνδρός ἐπιφανοῦς, ὅτι τό 1583, ὅτε λέγει καί ὀ Ἀρχιεπίσκοπος ὅτι ἀπεστάλη ἡ πρός ‘Αρμενίους ἀπάντησις τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Β΄, συνεκροτήθη Σύνοδος ἐν Κων/λει κατακρίνασα τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον. Διατί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἀποσιωπᾶ τοῦτο καί άναφέρει μόνον τήν κατά τό ἔτος αὐτό ἀπάντησιν πρός Ἀρμενίους τοῦ Ἱερεμίου; Ἡ ἀπάντησις αὕτη εἶναι φυσικόν ὅτι ἀπεστάλη κατόπιν τῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως καί διά τοῦτο ὑπεγράφη καί ἀπό τόν Σίλβεστρον, τόν συμμετασχόντα τῆς Συνόδου. Οὐδέ ἦτο δυνατόν ἐπί τόσω σοβαροῦ ἀντικειμένου νά ἀποσταλῆ εἰς μίαν ἐπαρχίαν ἐπιστολή ἀπαγορεύουσα τήν ἀποδοχήν τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου, ἄνευ προηγουμένης συγκλήσεως Συνόδου ἀποφανθείσης ἐπί τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Καί ἐρωτῶμεν τόν Ἀρχιεπίσκοπον, ποῦ εἶναι τά Πρακτικά τῆς συγκροτηθείσης ταύτης Συνόδου; Δέν περιέχονται εἰς αὐτά ἀναθεματισμοί;

Καί ἄλλη βεβαίωσις

Ἀλλ’ ἔχομεν καί ἄλλην βεβαίωσιν. Ὁ γνωστότατος ἱστορικός συγγραφεύς Φιλάρετος Βαφείδης εἰς τόν Τόμον 3 τῆς ‘Εκκλησιαστικῆς του Ἱστορίας (σελ. 124-125) ὡς ἀνεφέραμεν καί ἀνωτέρω, γράφων περί τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου λέγει ὅτι «ἡ ἐπιστολή αὕτη ἐγράφη συνεπεία τῆς κατά τό ἔτος ἐκεῖνο συγκροτηθείσης ἐν Κων/λει Συνόδου, ἥτις καταδικάζει τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον». Διατί ὀ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν δέν ἐφρόντισεν ἐν τῆ ἱστορικῆ του ἐρεύνη ν’ ἀνεύρη τά πρακτικά καί τάς διατάξεις τῆς Συνόδου ταύτης τῆς καταδικασάσης τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον, ἀλλά ὁμιλεῖ περί μιᾶς μόνον Συνόδου ἐπί Ἱερεμίου, τῆς συνελθούσης, ὡς λέγει, κατά τό 1593, ὅτε δέν ὑπῆρχε πλέον ὁ Σίλβεστρος, ἀλλ’ ὁ Μελέτιος Πηγᾶς ἐν Ἀλεξανδρεία; Καί ἐπειδή εἰς τόν Δοσίθεον δέν εὑρίσκει παρά τούς Κανόνας τῆς Συνόδου ταύτης μή περιέχοντας ἀνάθεμα ἀποφαίνεται ὅτι ἄρα καί ἀνάθεμα δέν ὑπάρχει, οὔτε εἰς τήν προηγουμένην τοῦ 1583 Σύνοδον, τήν καταδικάσασαν τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον. Ἀλλ’ ἐάν καί ἀφοῦ κατεδικάσθη καί δι’ ἀναθέματος κατά τήν πρώτην Σύνοδον τῶ 1583 ὑπό Ἱερεμίου τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον, δέν ὑπῆρχε λόγος νά ἐπαναληφθῆ ἠ καταδίκη ἤ τό ἀνάθεμα καί εἰς τήν Β΄ Σύνοδον, ἀλλά κατεχωρίσθη εἰς αὐτήν ὁ Α΄ Κανών τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου «ἀσάλευτον διαμένειν βουλόμεθα τό τοῖς Πατρᾶσι διορισθέν περί τοῦ Ἁγίου Σωτηρίου Πάσχα κλπ».
Καί ἐρωτῶμεν ἤδη, εἶναι ἔνοχος πλαστογραφίας ὁ μοναχός Ἰάκωβος Νεασκητιώτης διότι περισυνέλεξε, τίς οἶδε διά ποίων μόχθων καί ἐκ τίνων κειμένων πρακτικῶν καί ἀποφάσεων Συνοδικῶν, πάντα τά ἀφορῶντα τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου, τά ὁποῖα συνέπτυξε ἤ τά συνεχώνευσε καί ἀπετέλεσεν ἕν κείμενον περιλαμβάνον τά οὐσιώδη μέρη τῶν ἀληθῶν καί πραγματικῶν κειμένων τῶν δύο Συνοδικῶν ἀποφάσεων τῶν ἐπί Ἱερεμίου περί τοῦ Ἡμερολογίου καί τοῦ Πάσχα ἐκδοθεισῶν, ὡς καί τοῦ Τόμου τοῦ Κυρίλλου Λουκάρεως, ἤ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εἶναι ἔνοχος ἀπαοσιωπήσεως καί ἀποκρύψεως τῆς ἀληθείας περί τῶν δύο Συνοδικῶν ἀποφάσεων τῶν ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Β΄ ἐκδοθεισῶν.
Δέν ἐπιτρέπεται εἰς τόν ἱστορικόν κ. Χρυσόστομον Παπαδόπουλον νά ἀποφαίνεται ὅτι δέν ἐξεδόθησαν ἀναθεματισμοί διά τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, ἐπειδή δέν ἔχει ὑπ’ ὄψιν τά Πρακτικά καί πλήρεις τάς ἀποφάσεις τῶν ἐπί Ἱερεμίου Β΄, δύο Συνόδων καί νά ἀποκαλῆ πλαστογράφους ὅσους ἦτο δυνατόν νά κατέβαλον μείζονα προσοχήν διά τά ἀληθῆ κείμενα τῶν Συνοδικῶν τούτων ἀποφάσεων. Διότι ἐν τοιαύτη περιπτώσει θά ἀποκαλέση αὔριον ἴσως πλαστογράφους τόν Πάμφιλον, Εὐσέβιον καί τόν Ρουφῖνον καί τόν Σωκράτην καί τόν Θεοδώρητον καί τόν Ἱερώνυμον καί τόν Γελάσιον τόν Κυζίκου, τόν ἔπειτα ‘Αρχιεπίσκοπον Καισαρείας, ὅσοι ἐπιμελῶς ἐξ  αὐθεντικῶν πηγῶν συνέλεξαν καί συνέγραψαν τά Πρακτικά τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τά ὁποῖα τό Πηδάλιον καί οἱ λοιποί ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς λέγουν ὅτι οὔτε ἑλληνιστί, οὔτε Λατινιστί ἐξεδόθησαν, τά ὁποῖα ὅμως εὑρίσκονται εἰς τόμους συλλογῆς τῶν Συνόδων.
Μόνον οἱ Παπισταί καί οἱ συνήγοροι τῆς Ἑνώσεως καινοτόμοι καραδοκοῦσιν εὐκαιρίας, ἵνα ἐμμέσουν τό δηλητήριον τῆς ἀμφιβολίας  εἰς τάς συνειδήσεις τῶν πιστῶν διά σπερμολογιῶν περί πλαστότητος ἤ ἀνυπαρξίας ἐπισήμων κειμένων πρακτικῶν καί πράξεων Συνόδων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων, κεραυνοβολούντων διά καταδίκης καί ἀναθέματος τούς νεωτερισμούς τῶν Λατίνων.

Συμπέρασμα

Συμπεραίνομεν ὅτι ὅσα σοφίσματα ἤ βεβιασμένους συλλογισμούς ἤ ἐπιχειρήματα καί ἄν ἐπινοήση ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὅπως παραστήση ἀσήμαντον ἤ ἀδιάφορον διά τήν Ἐκκλησίαν καί τήν Ὀρθοδοξίαν τήν ἡμερολογιακήν ἀλλαγήν καί ὡς μή ἀπαγορευομένην δῆθεν ὑπό Κανόνων καί Συνοδικῶν καί Πατριαρχικῶν πράξεων, ὅσας συκοφαντίας, χλευασμούς ἤ λοιδωρίας καί ἄν ρίψη κατά τῶν ὐπέρ τῆς τηρήσεως τῶν Πατρώων ‘Εκκλησιαστικῶν παραδόσεων ἀγωνιζομένων καί δή κατά τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, δέν θά δυνηθῆ ποτέ νά ἀποσείση ἀπ’ αὐτοῦ τόν «Ὀνικόν μῦλον» τοῦ Εὐαγγελίου τόν κρεμάμενον ἐπί τοῦ τραχήλου του διά τό δημιουργηθέν καί καθημερινῶς ἀνακινούμενον ὑπ’ αὐτοῦ σκάνδαλον ἐπί τῆς συνειδήσεως τῶν ἀληθῶς εἰς Χριστόν πιστευόντων, τῶν εἰς τά δόγματα, τούς Κανόνας καί τάς παραδόσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας παμψύχως προσηλουμένων. Καί θά ἀκούεται ἐσαεί ἐπικροτουμένη καί ἐπαναλαμβανομένη ὑπό μυριάδων στομάτων εὐσεβῶν χριστιανῶν, γνησίων Ὀρθοδόξων, ἡ ἔντονος καί καυστική φωνή τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κασσανδρείας, ἡ ἐντός τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος τό πρῶτον ὑψωθεῖσα καί κράζουσα: «Ἱερόν θεωρῶ καθῆκον ... νά χαρακτηρίσω ὡς παράτολμον καί ἀντικανονικήν πρᾶξιν καί παιγνίδιον ἐν οὐ παικτοῖς τήν ἀλλαγήν, ἤ διόρθωσιν ἤ ὁπωσδήποτε ἄν ἀποκαλῶσι ταύτην τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου, ὅπερ περιφρουρεῖ ὡς ἄγγελος φύλαξ, τήν πίστιν, τάς παραδόσεις, τά ἤθη καί τά ἔθιμα τῶν ἀνά τό πρόσωπον τῆς γῆς διεσπαρμένων, ὅτι ἑορτάζοντες κατ’ αὐτό ἀνήκουσιν εἰς τήν μίαν καί μόνην Πρεσβυγενῆ καί ἀκαινοτόμητον τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν».
ΤΕΛΟΣ

‘Αντί ‘Επιλόγου.
Ὅποιος μελετήσει μετά προσοχῆς τήν παροῦσαν ἀπολογητικήν ἀπαντητικήν πραγματείαν, πιστεύομεν ὅτι θά συμφωνήση μαζί μας, ὅτι πρέπει νά κυκλοφορήση παντοῦ, νά μάθουν ὅλοι τήν ἀλήθεια διά τό ψεῦδος τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, πάνω στόν ὁποῖο στηρίζεται ὅλον τό οἰκοδόμημα τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ καί Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Καί ἐπειδή προτιθέμεθα νά ἐκδώσωμεν ταύτην καί εἰς βιβλίον, ὅπως εἶχεν ἐκδοθεῖ ἐν ἔτει τό 1932, ἀπό τήν τότε ‘Εφημερίδα «ΚΗΡΥΞ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ», διό παρακαλοῦμεν ὅσοι ἔχουν τήν δυνατότητα νά ἐνισχύσουν αὐτήν τ’΄ην προσπάθειαν. Εἶναι ἔργον ἱεραποστολῆς, ἔργον ‘Ορθοδοξίας καί ὅλοι πρέπει νά βοηθήσωμεν. «Νῦν ὑπέρ τῆς ‘Αληθείας (Ὀρθοδοξίας) ὁ ‘Αγών.»