Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

Η ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ Π. ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ


Η ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΜΕΤΑΒΑΛΛΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΕ ΧΑΡΑ


Γέροντας Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης
Όλα τα κακά αισθήματα, η ανασφάλεια, η απελπισία, η απογοήτευση, που πάνε να κυριεύσουν την ψυχή, φεύγουν με την ταπείνωση. Αυτός που δεν έχει ταπείνωση, ο εγωιστής, δεν θέλει να του κόψεις το θέλημα, να τον θίξεις, να του κάνεις υποδείξεις.
Στενοχωρείται, νευριάζει, επαναστατεί, αντιδρά, τον κυριεύει η κατάθλιψη.
Η κατάσταση αυτή θεραπεύεται με τη χάρη. Πρέπει η ψυχή να στραφεί στην αγάπη του Θεού. Η θεραπεία θα γίνει με το ν’ αγαπήσει τον Θεό με λαχτάρα. Πολλοί άγιοί μας μετέτρεψαν την κατάθλιψη σε χαρά με την αγάπη προς τον Χριστό.
Παίρνανε δηλαδή την ψυχική δύναμη, που ήθελε να τη συντρίψει ο διάβολος, και τη δίνανε στον Θεό και τη μεταβάλλανε σε χαρά και αγαλλίαση. Η προσευχή, η λατρεία του Θεού μεταβάλλει σιγά σιγά την κατάθλιψη και τη γυρίζει σε χαρά, διότι επιδρά η χάρις του Θεού. Εδώ χρειάζεται να έχεις τη δύναμη, ώστε ν’ αποσπάσεις τη χάρη του Θεού, που θα σε βοηθάει να ενωθείς μαζί του.
Χρειάζεται τέχνη. Όταν δοθείς στον Θεό και γίνεις ένα μαζί του, θα ξεχάσεις το κακό πνεύμα, που σε τραβούσε από πίσω, κι εκείνο έτσι περιφρονημένο θα φύγει. Στη συνέχεια, όσο θ’ αφοσιώνεσαι στο Πνεύμα του Θεού, τόσο δεν θα κοιτάζεις πίσω σου, για να δείς αυτόν που σε τραβάει. Όταν σε ελκύσει η χάρις, ενώνεσαι με τον Θεό. Κι όταν ενωθείς με τον Θεό και δοθείς σ’ Εκείνον, πάνε όλα τ’ άλλα, τα ξεχνάς και σώζεσαι. Η μεγάλη τέχνη, λοιπόν, το μεγάλο μυστικό, για ν’ απαλλαγείς απ’ την κατάθλιψη και όλα τ’ αρνητικά, είναι να δοθείς στην αγάπη του Θεού.
Ένα πράγμα που μπορεί να βοηθήσει τον καταθλιπτικό είναι και η εργασία, το ενδιαφέρον για τη ζωή. Ο κήπος, τα φυτά, τα λουλούδια, τα δέντρα, η εξοχή, ο περίπατος στην ύπαιθρο, η πορεία, ολ’ αυτά, βγάζουν τον άνθρωπο απ’ την αδράνεια και του δημιουργούν άλλα ενδιαφέροντα. Επιδρούν σαν φάρμακα. Η ασχολία με την τέχνη, τη μουσική κ.λπ. κάνουν πολύ καλό. Σ’ εκείνο, όμως, που δίνω τη μεγαλύτερη σημασία είναι το ενδιαφέρον για την Εκκλησία, για τη μελέτη της Αγίας Γραφής, για τις ακολουθίες. Μελετώντας τα λόγια του Θεού, θεραπεύεται κανείς χωρίς να το καταλάβει.
Να σας διηγηθώ για μια κοπέλα, που ήλθε σ’ εμένανε τον ταπεινό. Έπασχε από φοβερή κατάθλιψη. Δεν κατάφερε κάτι με τα φάρμακα. Παράτησε τα πάντα, τη δουλειά της, το σπίτι της, τις απασχολήσεις της. Κι εγώ της είπα αυτά που ξέρω. Της είπα για την αγάπη του Χριστού, που αιχμαλωτίζει την ψυχή, διότι η χάρις του Θεού γεμίζει την ψυχή και την αλλάζει. Της εξήγησα ότι είναι δαιμονική αυτή η δύναμη που καταλαμβάνει την ψυχή και μεταβάλλει την ψυχική δύναμη σε κατάθλιψη, τη ρίχνει κάτω, τη βασανίζει και την αχρηστεύει. Την συμβούλευσα ν’ ασχολείται με διάφορες απασχολήσεις, όπως, για παράδειγμα, με τη μουσική που της άρεσε πρώτα κ.λπ. Τόνισα, όμως, περισσότερο τη στροφή και την αγάπη της προς τον Χριστό. Της είπα ακόμη ότι μέσα στην Εκκλησία μας υπάρχει θεραπεία με την αγάπη προς τον Θεό και την προσευχή, αλλά που θα γίνεται με λαχτάρα.
Αυτό είναι το μυστικό της θεραπείας. Αυτά δέχεται η Εκκλησία μας.

*Το χάρισμα της διάκρισης, σ. 350-352

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΧΑΡΑ Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΤΟ ΦΩΣ Η ΕΛΠΙΔΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΧΑΡΑ Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΤΟ ΦΩΣ Η ΕΛΠΙΔΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ


Αγίου Γέροντος Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου

Η σχέση μας με τον Χριστό είναι αγάπη, είναι έρωτας, είναι ενθουσιασμός, είναι λαχτάρα του θείου. Ο Χριστός είναι το παν. Αυτός είναι η αγάπη μας, Αυτός ο έρωτάς μας. Είναι έρωτας αναφαίρετος ο έρωτας του Χριστού. Από κει πηγάζει η χαρά..
Όταν βρεις τον Χριστό, σου αρκεί, δεν θέλεις τίποτ’ άλλο, ησυχάζεις. Γίνεσαι άλλος άνθρωπος. Ζεις παντού, όπου υπάρχει Χριστός. Ζεις στα άστρα, στο άπειρο, στον ουρανό με τους αγγέλους, με τους αγίους, στη γη με τους ανθρώπους, με τα φυτά, με τα ζώα, με όλους, με όλα.
Όπου υπάρχει η αγάπη στον Χριστό, εξαφανίζεται η μοναξιά. Είσαι ειρηνικός, χαρούμενος, γεμάτος. Ούτε μελαγχολία, ούτε αρρώστια, ούτε πίεση, ούτε άγχος, ούτε κατήφεια, ούτε κόλαση.Ο έρωτας προς τον Χριστό είναι κάτι άλλο. Δεν έχει τέλος, δεν έχει χορτασμό. Δίνει ζωή, δίνει σθένος, δίνει υγεία, δίνει, δίνει, δίνει… Κι όσο δίνει, τόσο πιο πολύ ο άνθρωπος θέλει να ερωτεύεται.
Ενώ ο ανθρώπινος έρωτας μπορεί να φθείρει τον άνθρωπο, να τον τρελάνει. Όταν αγαπήσομε τον Χριστό, όλες οι άλλες αγάπες υποχωρούν. Οι άλλες αγάπες έχουν κορεσμό. Η αγάπη του Χριστού δεν έχει κορεσμό. Η σαρκική αγάπη έχει κορεσμό. Μετά μπορεί ν’ αρχίσει η ζήλεια, η γκρίνια, μέχρι και ο φόνος. Μπορεί να μεταβληθεί σε μίσος. Η εν Χριστώ αγάπη δεν αλλοιώνεται.
Η κοσμική αγάπη λίγο διατηρείται και σιγά-σιγά σβήνει, ενώ η θεία αγάπη ολοένα μεγαλώνει και βαθαίνει. Κάθε άλλος έρωτας μπορεί να φέρει τον άνθρωπο σ’ απελπισία. Ο θείος έρως, όμως, μας ανεβάζει στη σφαίρα του Θεού, μας χαρίζει γαλήνη, χαρά, πληρότητα. Οι άλλες ηδονές κουράζουν, ενώ αυτή διαρκώς δεν χορταίνεται. Είναι μία ηδονή ακόρεστος, που δεν τη βαριέται κανείς ποτέ. Είναι το άκρον αγαθόν.
Αυτή είναι η θρησκεία μας. Εκεί πρέπει να πάμε. Ο Χριστός είναι ο Παράδεισος, παιδιά μου. Τι είναι Παράδεισος; Ο Χριστός είναι. Από δω αρχίζει ο Παράδεισος. Είναι ακριβώς το ίδιο? όσοι εδώ στη γη ζουν τον Χριστό, ζουν τον Παράδεισο. Έτσι είναι που σας το λέγω. Είναι σωστό, αληθινό αυτό, πιστέψτε με! Έργο μας είναι να προσπαθούμε να βρούμε ένα τρόπο να μπούμε μέσα στο φως του Χριστού.
Δεν είναι να κάνει κανείς τα τυπικά. Η ουσία είναι να είμαστε μαζί με τον Χριστό. Να ξυπνήσει η ψυχή και ν’ αγαπήσει τον Χριστό, να γίνει αγία. Να επιδοθεί στο θείο έρωτα. Έτσι θα μας αγαπήσει κι Εκείνος. Θα είναι τότε η χαρά αναφαίρετη. Αυτό θέλει πιο πολύ ο Χριστός, να μας γεμίζει από χαρά, διότι είναι η πηγή της χαράς. Αυτή η χαρά είναι δώρο του Χριστού. Μέσα σ’ αυτή τη χαρά θα γνωρίσουμε τον Χριστό.
Δεν μπορούμε να Τον γνωρίσουμε, αν Εκείνος δεν μας γνωρίσει.
Αυτά η ψυχή μας θέλει να αποκτήσει. Αν προετοιμαστούμε ανάλογα, η χάρις θα μας τα δώσει. Δεν είναι δύσκολο. Αν αποσπάσουμε την χάρη, όλα είναι εύκολα, χαρούμενα κι ευλογία θεού. Η θεία χάρις διαρκώς κρούει την πόρτα της ψυχής μας και περιμένει ν’ ανοίξουμε, για να έλθει στην διψώσαν καρδία μας και να την πληρώσει.
Το πλήρωμα είναι ο Χριστός, η Παναγία μας, η Αγία Τριάς. Τι ωραία πράγματα! Άμα αγαπάς, ζεις στην Ομόνοια και δεν ξέρεις ότι βρίσκεσαι στην Ομόνοια.
Ούτε αυτοκίνητα βλέπεις, ούτε κόσμο βλέπεις, ούτε τίποτα. Είσαι μέσα σου με το πρόσωπο που αγαπάς. Το ζεις, το ευχαριστιέσαι, σ’ εμπνέει. Δεν είναι αληθινά αυτά; Σκεφθείτε αυτό το πρόσωπο που αγαπάτε να είναι ο Χριστός. Ο Χριστός στο νου σου, ο Χριστός στην καρδιά σου, ο Χριστός σ’ όλο σου το είναι, ο Χριστός παντού.
Ο Χριστός είναι η ζωή, η πηγή της ζωής, η πηγή της χαράς, η πηγή του φωτός του αληθινού, το παν. Όποιος αγαπάει τον Χριστό και τους άλλους, αυτός ζει τη ζωή. Ζωή χωρίς Χριστό είναι θάνατος, είναι κόλαση, δεν είναι ζωή. Αυτή είναι κόλαση, η μη αγάπη. Ζωή είναι ο Χριστός. Η αγάπη είναι η ζωή του Χριστού.
Ή θα είσαι στη ζωή ή στο θάνατο. Από σένα εξαρτάται να διαλέξεις..!!!

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

Μοναχική ζωή και καταναλωτική κοινωνία

Μοναχική ζωή και καταναλωτική κοινωνία
       






Μοναχή μακρίνα, Ηγουμένη Ι. Μονής Παναγίας του Εβρου 
«Η Ορθόδοξη Μοναχική ζωή και η καταναλωτική κοινωνία είναι δύο έννοιες ριζικά διαφορετικές. Η καταναλωτική κοινωνία με το πρόσχημα της οικονομίας χρόνου, δυνάμεων και παράλληλα καλύτερης εξυπηρέτησης και απόδοσης, δελεάζει και παρασύρει τον άνθρωπο (και επί του προκειμένου τον Μοναχισμό), στη σύγχρονη τεχνολογική εξυπηρέτηση. Η ευρηματικότητά της είναι ανεξάντλητη και γι΄ αυτό εξαναγκάζεται ο άνθρωπος να τρέχη συνεχώς και με συνεχές άγχος για να ανταποκρίνεται στις ποικίλες προσφορές και εναλλαγές απασχολήσεων. Τελικά η καταναλωτική κοινωνία οδηγεί σε καθήλωση στα γήινα και σε πνευματική αποδιοργάνωση.
Ο Ορθόδοξος Μοναχισμός, ως απάρνηση και φυγή εκ του κόσμου και του φρονήματός του, είναι θεσμός ασκήσεως, εκούσιας στέρησης, εγκράτειας, κακοπάθειας και πνευματικής καθάρσεως. Ως εκ τούτου (έχοντας ίδιον πολίτευμα), είναι επιφυλακτικός απέναντι στις προσφορές της καταναλωτικής κοινωνίας, χωρίς να απορρίπτη τον πολιτισμό και τα αγαθά του. Απορρίπτει την εμπαθή σχέση με τα υλικά αγαθά, χωρίς να τα θεωρή καθ΄ εαυτά αμαρτωλά. Αντίθετα τα δέχεται ως δώρα Θεού και μετέχει ευχαριστιακά σε αυτά, αλλά με διάκριση και υπακοή στους πνευματικούς οδηγούς, πράγμα που τον διασφαλίζει από την μη παρέκκλισή του από τις βιοτικές αρχές του και τον ουσιαστικό του στόχο, δηλαδή τον αγιασμό».

Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

ΤΑ ΑΜΦΙΑ ΤΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ


ΟΙ ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΕΣ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

Η Παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου.
Η περίοδος αυτή περιλαμβάνει τρεις εβδομάδες και τέσσερις Κυριακές και έχει το χαρακτήρα προπαρασκευής για το στάδιο της Μ. Τεσσαρακοστής. Σ΄ αυτό αποβλέπουν τα ευαγγελικά αναγνώσματα των τεσσάρων Κυριακών και οι μνήμες που τελούνται σ΄ αυτές. Έτσι τη πρώτη Κυριακή διαβάζεται η παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου (Λουκά ιη΄, 10 – 14), που διδάσκει την ανάγκη και την ωφέλεια της ταπεινώσεως. τη δεύτερη Κυριακή διαβάζεται η παραβολή του ασώτου υιού (Λουκά ιε΄, 11 – 32), που διδάσκει την αξία της μετάνοιας. Από τις παραβολές αυτές οι δύο Κυριακές ονομάσθηκαν αντίστοιχα Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου και Κυριακή του Ασώτου.
Ο άσωτος υιός.
Η υμνολογία των ημερών αυτών αναλύει και υπογραμμίζει τις παραβολές και τα διδάγματά τους. Την τρίτη Κυριακή (της Απόκρεω) τελείται ανάμνησις της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου και της μελλούσης κρίσεως
Δευτέρα Παρουσία 19oς αιών Κωνσταντινούπολη.
Μέλλουσα Κρίση (Κυριακό Σκήτης των Καυσοκαλυβίων του Αγίου Όρους).
και διαβάζεται η σχετική ευαγγελική περικοπή (Ματθαίο κε΄, 31 – 46), για να μας θυμίζει ότι ο Θεός δεν είναι μόνο φιλάνθρωπος πατέρας, αλλά και δίκαιος κριτής. Την παραμονή της Κυριακής αυτής (Ψυχοσάββατον) τελείται μνημόσυνον όλων των κεκοιμημένων, γιατί πριν από την κρίση θα γίνει η Ανάσταση των νεκρών. Το επόμενο Σάββατο είναι αφιερωμένο στη μνήμη όλων των ασκητών, ανδρών και γυναικών. Η Εκκλησία μας τους προβάλει ως παραδείγματα αγωνιστών της εγκράτειας και μας παρακινεί να τους μιμηθούμε, αναλαμβάνοντας πρόθυμα τον πνευματικό αγώνα κατά τη Μ. Τεσσαρακοστή. Κακώς επικράτησε να θεωρούνται ψυχοσάββατα, το Σάββατο αυτό και το επόμενο (του Αγίου Θεοδώρου). Την τετάρτη Κυριακή (της Τυρινής) που είναι παραμονή της Μ. Τεσσαρακοστής, τελείται ανάμνησις της εξορίας των πρωτοπλάστων από τον παράδεισο,
Η Εξορία των πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο. 
η οποία μας διδάσκει τις ολέθριες συνέπειες της αμαρτίας και μας παρακινεί να αναλάβουμε τον αγώνα της νηστείας και της υπακοής στο θέλημα του Θεού. Η ευαγγελική περικοπή της ημέρας μας διδάσκει τον ορθό τρόπο της νηστείας και την ανάγκη της απαλλαγής από τη μνησικακία, την πλεονεξία και την προσκόλληση στα υλικά αγαθά. Πολύ επίκαιρα συνηθίζεται στον εσπερινό της Κυριακής αυτής να συγχωρούμαστε μεταξύ μας, ώστε όλοι με αγάπη και ομόνοια να μπούμε στη Μ. Τεσσαρακοστή. Ως προς τη νηστεία τηρείται κατά τις εβδομάδες αυτές η ακόλουθη τάξις. Την πρώτη εβδομάδα γίνεται κατάλυση σε όλα ακόμη και την Τετάρτη και Παρασκευή. τη δεύτερη εβδομάδα (της Απόκρεω) γίνεται επίσης κατάλυσις σε όλα εκτός Τετάρτης και Παρασκευής. την τρίτη εβδομάδα (της Τυρινής ή Τυροφάγου) δεν επιτρέπεται πλέον η κατάλυσις κρέατος, επιτρέπεται όμως η κατάλυσις ψαριών, αυγών, και γαλακτερών όλες τις ημέρες. Έτσι η Εκκλησία μας εισάγει προοδευτικά στην αυστηρή νηστεία της Μ. Τεσσαρακοστής.

ΠΗΓΗ : ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ, ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ – ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΗ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1998, σελ. 51 κ.ε.

ΤΑ ΑΜΦΙΑ ΤΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ


Ένα μικρό οπτικό βοήθημα για το μάθημα της Λειτουργικής της α΄ τάξης του Εκκλησιαστικού Γυμνασίου.


Ο ΦΩΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΧΑΡΙΣ

Ο ΦΩΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΧΑΡΙΣ
agiooros.net
Όταν ο νους με την βοήθεια της νοεράς προσευχής και της ασκήσεως καθαριστεί και φωτιστεί, εκτός από τον δικό του φωτισμό δέχεται επιπλέον και τον φωτισμό της θείας χάριτος. Στην κατάσταση αυτή αρπάζεται ο νους σε θεωρίες και οράσεις, για να πληροφορηθεί για θεάματα τα οποία η θεία χάρις κρίνει. Ένα τέτοιο περιστατικό συνέβη στον Γέροντα Ιωσήφ, όταν ήταν στη Μικρά Αγία Άννα : “Καθόμουν εδώ στο παράθυρο γονατιστός και έλεγα την ευχή. Σε μια στιγμή, όπως κρατούσα τον νουν μου στην ενέργεια της ευχής που η θεία χάρις ενεργεί με τον θείο φωτισμό της, αυξήθηκε περισσότερο το φως και ο νους μου άρχισε να πλατύνεται και να περισσεύει τόσο, που όλα μου έγιναν φωτεινά και έβλεπα όλη τη πλευρά του τόπου μας, από τα Κατουνάκια ως τα μοναστήρια κάτω μέχρι τη Δάφνη, καθώς και πίσω μου και τίποτε δεν μου ήταν αφανές ή άγνωστο”, εξομολογείται ο Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής. Το φως πάλι δεν ήταν όπως το φυσικό που δίνει ο ήλιος ή το τεχνητό που κάνουν οι άνθρωποι. Ήταν φως εξαίσιο, λευκό, άϋλο, που δεν είναι μόνο εξωτερικό, όπως το φυσικό που επιτρέπει σε όσους έχουν μάτια να βλέπουν εξωτερικά. Το φως εκείνο βρίσκεται και μέσα στον άνθρωπο, το αισθάνεται σαν δική του πνοή, τον γεμίζει σαν τροφή και αναπνοή, τον ελαφρύνει από το φυσικό του βάρος και τον μεταμορφώνει, έτσι ώστε να μην ξέρει αν έχει σώμα και βάρος ή κάποιον περιορισμό. Τότε, συνεχίζει ο Γέροντας, είδα και τον π. Αθανάσιο να έρχεται προς εμάς, από την στράτα του Αγίου Παύλου φορτωμένος με τον μεγάλο ντορβά του. Έμεινα παρακολουθώντας τον μέχρις ότου ήρθε εδώ. Έβλεπα όλες τις κινήσεις του. Που καθόταν να ξεκουραστεί ή να ακουμπήσει το φορτίον του στη πηγή της Αγίας Άννας, στο μύλο όπου σταμάτησε και ήπιε νερό, μέχρι να φτάσει στη πόρτα μας, να πάρει το κλειδί, να ανοίξει και να μπει μέσα, να έρθει μπροστά μου και να βάλλει μετάνοια”.

ΠΗΓΗ : Ι.Μ. ΚΑΡΑΚΑΛΛΟΥ, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΑΙ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΗ, σσ. 198-199

Ο ΓΕΡΩΝ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ


Ο ΓΕΡΩΝ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ


“Σε μια τέτοια κατάσταση, κατακυριευμένος από την θλίψη του βάρους αυτού, κλείστηκα στο κελλάκι μου και κάθησα στο σκαμνί, συγκεντρώνοντας όσο μπορούσα τον νου μου στην ευχή για να στηριχθώ. Δεν ξέρω πόσο κράτησε η προσπάθεια αυτή και πόσο επικαλέστηκα το θείο έλεος με πολλή ταπείνωση. Ξαφνικά αισθάνθηκα μέσα μου παρηγοριά και γέμισα φως, όπως γίνεται πάντοτε στην κατάσταση αυτή. Η καρδία μου πλημμύρισε από θεία αγάπη και βγήκα από τον εαυτό μου. Ήμουν σε άπλετο φως και μπροστά μου εκτεινόταν μια απέραντη πεδιάδα, σαν θάλασσα χωρίς σημείο ορίζοντα. Μου φαινόταν ότι βάδιζα ανατολικά, δεν πατούσα όμως στην γη, ούτε αισθανόμουν βάρος ή περιορισμό. Μόνο έβλεπα πως ήμουν ντυμένος με τα φτωχικά μου ενδύματα. Πήγαινα με πολλή ταχύτητα και απορούσα, πως γινόταν αυτό χωρίς προσπάθεια και αναρωτιόμουν τι ήταν αυτό το πράγμα και που πήγαινα. Έπειτα άρχισα να σκέφτομαι, πως θα γυρίσω πίσω, αφού δεν γνώριζα που ήρθα και τι ήταν εκεί. Όταν σταμάτησα, άρχισα να κοιτάζω γύρω μου με απορία αλλά χωρίς φόβο. Μου φάνηκε ότι άκουσα ομιλίες σε κοντινή απόσταση. Κατευθύνθηκα προς τα εκεί και βάδιζα σύντομα να βρω αυτούς που μιλούν, να μου πούνε τι συμβαίνει. Βρέθηκα κοντά σε κάποιο κοίλωμα της γης, όπου ήταν κατασκευασμένη μια κατάβαση, όπως στις μεγάλες πόλεις που κατεβαίνει κάποιος στις υπόγειες στοές. Μόλις πλησίασα κοντά και φαινόταν καθαρά η κάθοδος, είδα να βγαίνει ένας στρατηγός, που έδειχνε πως είχε μεγάλη εξουσία. Με κοίταξε με παρρησία και μου μίλησε με οικειότητα σαν πολύ γνωστός. “Καλώς ήλθες, πάτερ Ιωσήφ, έλα πέρασε να προσκυνήσεις, γιατί σε περιμέναμε”. Εγώ συνεστάλθηκα και ντρεπόμουν, γιατί είχα την αίσθηση πως ήμουν ντυμένος με τα ξεσχισμένα και άπλυτα παλιόρασά μου. Εκείνος όμως με πλησίασε, με πήρε από το χέρι και αρχίσαμε να κατεβαίνουμε πολυτελή σκαλοπάτια, που μου φαίνονταν κυκλικά, και από κάτω ακουγόταν μελωδία. Όταν τέλειωσε η κατάβαση, που δεν μου φάνηκε μεγάλη, αντίκρισα μια τεράστια αίθουσα, που ήταν μάλλον νάρθηκας ναού, γιατί υπήρχαν στασίδια ωραιότατα, γεμάτα από ολόφωτους νέους, που έμοιαζαν όλοι τους στην ηλικία και τα χαρακτηριστικά. Αυτοί, έψαλλαν τον ύμνο που άκουγα πρωτύτερα. Όταν τα είδα όλα αυτά, σταμάτησα και δεν μπόρεσα να κάνω τίποτε. Μόνο θαύμαζα τα μεγαλεία αυτά και το ωραιότατο μέλος της ψαλμωδίας. Ο οδηγός μου, μόλις φθάσαμε κάτω, με άφησε και προχώρησε μέσα ανατολικά, που φαινόταν ότι ήταν ο κυρίως ναός. Οι νέοι εκείνοι με προσκαλούσαν να καθίσω σε ένα από τα στασίδια τους και μου φέρονταν με τόση οικειότητα, που νόμιζα ότι με γνώριζαν από πολύ καιρό και ήταν φίλοι εγκάρδιοι. Από μέσα, στον κυρίως ναό, ακουγόταν άλλος ύμνος και φαινόταν καθαρά ότι απευθυνόταν στην Κυρία μας Θεοτόκο. Εγώ ήθελα να με αφήσουν να καθήσω κάπου εκεί στο δάπεδο και να θαυμάζω αυτή την μεγαλοπρέπεια.Τότε άνοιξε η πόρτα και ήρθε πάλι ο στρατηγός, που με είχε φέρει εκεί, και με κάλεσε με χαρά : “Έλα πάτερ Ιωσήφ, έλα μέσα, πάμε να προκυνήσεις”. Δεν κινήθηκα καθόλου από συστολή, αλλ΄ αυτός με πήρε από το χέρι, περάσαμε ανάμεσα από τους λαμπρούς εκείνους νέους και φθάσαμε στην είσοδο. Όταν άνοιξε η πόρτα με οδήγησε μέσα. Βρέθηκα σε μια ασύλληπτη μεγαλοπρέπεια, σε ένα άπειρο μεγαλείο που δεν γνωρίζω αν ήταν ναός ή ουρανός και θρόνος του Θεού, και έμεινα ακίνητος. Όλη μου η αίσθηση, όλη μου η θεωρία, όλο μου το είναι πλημμύρισαν από την δόξα και το φως εκείνο το όντως άκτιστο και πάνω από κάθε λευκότητα και αφάνταστη λεπτότητα. Τότε είδα μπροστά μου το εξαίσιο τέμπλο αυτού του μεγαλοπρεπούς ναού, από το οποίο, όπως από τον ήλιο πηγάζει το φως, έτσι και από εκεί σκορπιζόταν όλη η δόξα και η μεγαλοπρέπεια. Τότε διέκρινα δύο μεγάλες εικόνες, δεξιά και αριστερά της ωραίας Πύλης, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και της πανάχραντης Μητέρας Του, που καθόταν σε θρόνο, και βάσταζε στα γόνατά Της ως βρέφος τον προαιώνιο Κύριό μας. Μόλις μπόρεσα να κοιτάξω καλύτερα, γιατί με αιχμαλώτισε τελείως η θεωρία αυτή, δεν μου φάνηκαν πλέον σαν εικόνες, αλλά σαν να ήταν οι ίδιοι πραγματικά ζωντανοί και το πανάγιο Βρέφος άστραψε τόσο που όλα εκεί σώπασαν, γιατί γύρω έψαλλαν ένδοξοι αξιωματικοί. Τότε μου έκανε νεύμα ο οδηγός μου να πλησιάσω για να προσκυνήσω και με γύρισε προς την Δέσποινα μας Θεοτόκο και Παραμυθία όλων των Χριστιανών. Δεν κατάλαβα αν και πόσο κινήθηκα εκεί, ενώ ήμουν στραμμένος προς Αυτήν και προσπαθούσα να θαυμάσω την δόξα και το μεγαλείο Της, ο οδηγός μου, που φαινόταν ότι είχε πολλή οικειότητα και παρρησία, με ένα ύφος παρακλητικό και με φωνή πολύ καθαρή, που την θυμάμαι και τώρα, είπε προς την Κυρία μας : “Δέσποινα του κόσμου, δείξε την δόξα Σου στον δούλο Σου να μην κυριευθεί από την λύπη”. Τότε, τι να πω ο ευτελής και περισσότερο από κάθε άνθρωπο ανάξιος ; Έλαμψε όπως ο ήλιος η παναγία μορφή Της και είδα καθαρά πλέον, όχι σαν εικόνα, αλλά ζωντανή και ολόσωμη κατά την δύναμη της θνητότητός μου την Κυρία όλων και Βασίλισσα να βαστάζει στις αγκάλες Της τον Σωτήρα του κόσμου τον Κύριό μας Ιησού, πλήρη Χάριτος και μεγαλείου. Μόλις είδα μέχρι σε ένα σημείο την θεοπρεπή εκείνη δόξα της Κυρίας μας, δεν μπόρεσα να σταθώ άλλο και έπεσα κάτω στο δάπεδο και άρχισα να κλαίω ψιθυρίζοντας : “Δέσποινα μου, Δέσποινά μου, μη με εγκαταλείπεις”. Τότε άκουσα την μακάρια, μελισταγή και ανώτερη κάθε παρηγοριάς φωνή Της να λέει στον οδηγό μου : “Πάρε τον τώρα στον τόπο του να αγωνίζεται και να έχει την ελπίδα του σε μένα”. Αισθάνθηκα ότι κάποιος με κτύπησε ελαφρά στον ώμο και καθώς δοκίμαζα να σηκωθώ βρέθηκα στον τόπο μου, όπως κάθησα στην αρχή και προσευχόμουν με το πρόσωπό μου βρεγμένο από δάκρυα. Από τότε και πέρα τόση αγάπη και ευλάβεια αισθανόμουν προς την Κυρία μας, ώστε μόνο το όνομά Της με γέμιζε χαρά πνευματική. Το “ας έχει την ελπίδα του σε μένα” ήταν από τότε και μπρος η μόνιμη παρηγοριά μου”.

Πηγή : Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, Βίος-Διδασκαλία- “Η δεκάφωνος σάλπιγξ”, Ψυχοφελή Βατοπαιδινά 1, σσ. 101-104.