Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

Ὁ Γέρ. Δανιὴλ Κατουνακιώτης μιλᾶ γιὰ τὸν μεγάλο ἀσκητὴ Φιλάρετο στὸ φρικαλέο Καρούλι

Ὁ Γέρ. Δανιὴλ Κατουνακιώτης μιλᾶ γιὰ τὸν μεγάλο ἀσκητὴ Φιλάρετο στὸ φρικαλέο Καρούλι
Posted:
gerontas-danihl-katounakiwtisΕχω διαβάσει στο Λαυσαϊκόν του Παλλαδίου τα εξής περί του αββά Ωρ: «Ούτος εν τη ερήμω διάγων, ήσθιεν μεν βοτάνας και ρίζας γλυκείας, έπινεν δε και ύδωρ ότε ηύρισκεν, εν ευχαίς και ύμνοις διατελών πάντα τον χρόνον».
 Νομίζω αποδίδουν άριστα τα της ασκητικοτάτης βιοτής του πατρός Φιλαρέτου.
Ηταν ενα από τα εύοσμα άνθη που φυτρώνουν στα βράχια των Καρουλίων! Φίλος της αρετής όντως. Πάντα κυκλοφορούσε ξυπόλυτος.
Μια μέρα ο Γέροντάς μας, ο π. Γερόντιος, θέλοντας να τον δοκιμάσει αν είναι από τον Θεόν η τόση αγάπη και απλότητά του ή από εγωισμό, του είπε:
-«Πάτερ Φιλάρετε…»
-«Ευλογείτε, Γέροντα».
-«Είσαι υποκριτής! Μας δείχνεις ότι περπατάς ξυπόλυτος και με κουρελιασμένα ράσα, για να κάνεις τον ταπεινό!
-«Γέροντα», απήντησεν εκείνος κατεβάζοντας ταπεινά το κεφάλι, «είμαι υποκριτής! Ομως τι να κάνω για να… θεραπευθώ;»
-«Να βάλεις παπούτσια και να σουλουπωθείς».
-«Να ’ναι ευλογημένο, Γέροντα· αυτό θα κάνω».
Εβαλε βαθιά μετάνοια κι έφυγε.
Πήγε αμέσως και βρήκε κάτι παμπάλαια παπούτσια και τα είχε κάτω από τη μασχάλη του και, όταν ήλθε στην πόρτα του ησυχαστηρίου μας, τα έβαλε και μπήκε! Αυτό έγινε με πόνο πολύ, διότι, τόσα χρόνια ξυπόλυτος, τα πέλματα είχαν πρησθεί και δεν χωρούσαν σε παπούτσι για πολλήν ώρα. Ομως η υπακοή, βλέπετε, και η ταπεινοφροσύνη κάνουν θαύματα! Η αρετή φαίνεται όταν σε ελέγχει ο αδελφός κι εσύ ταπεινώνεσαι αδιαμαρτύρητα. Ο διάβολος καίγεται με τέτοια συμπεριφορά…
-«Τώρα, μάλιστα! Τώρα είσαι όντως ταπεινός μοναχός» του είπε ο Γέροντάς μας.
-«Ευλόγησον, Γέροντα, ευλόγησον» είπε και, αφού έβαλε μετάνοια, απομακρύνθηκε παραπατώντας σαν παιδί…
Δίπλα στο ασκητήριό του φύτρωναν αγριόχορτα. Τα έκοβε και, μολονότι του ήσαν απολύτως απαραίτητα, μας τα έφερνε λέγοντας:
-«Φάτε, πατέρες. Του Θεού είναι κι αυτά και πρέπει να τα τρώγουν αυτοί που ευαρεσθούν εις Αυτόν και όχι οι ράθυμοι σαν εμένα!»
Κάποια μέρα πέρασε από εκεί ένας ρασοφόρος, ο οποίος είπε πως ήτο διάκονος. Βλέποντας τα παλαιά βιβλία του ασκητού, τα έβαλε στο μάτι και με τρόπο τ’ αφήρεσε. Εφυγε παίρνοντάς τα μαζί του. Κατευθύνθηκε στη Δάφνη, μη γνωρίζοντας ότι στο τελωνείο της γίνεται έλεγχος στους εξερχομένους. Εκεί λοιπόν τον συνέλαβαν!
«Πού τα βρήκες αυτά;» τον ρώτησαν.
«Μου τα… πούλησε ο πατήρ Φιλάρετος, εις τα Καρούλια!»
Είπε ψέματα για να δικαιολογηθεί και συνέχισε τη φρικτή συκοφαντία του:
«Αυτός είναι αρχαιοκάπηλος! Πουλάει παλαιά βιβλία!»
Οι αστυνομικοί ήλθαν εδώ στην έρημο κι έκαναν ανακρίσεις. Στη συνέχεια, έχοντας πεισθεί από τον πανούργο αυτόν άνθρωπο, μήνυσαν τον άγιον ασκητή! Κάποια μέρα έφθασαν σ’ εμάς οι κλήσεις, γιατί απ’ εδώ περνούν τα πάντα. Οι ασκηταί δεν γνωρίζουν από αυτά, αλλά και γενικότερα δεν ασχολούνται με βιοτικά πράγματα. Με τις κλήσεις εκαλείτο λοιπόν να δικασθεί!



Τον ενημερώσαμε σχετικά κι εκείνος μας είπε: «Εγώ δεν γνωρίζω πού να πάω. Σας παρακαλώ σεις να με οδηγήσετε».
Ε, εμείς κάναμε ό,τι έπρεπε, του δώσαμε μερικά ρουχαλάκια -γιατί τα μοναδικά δικά του ήσαν ξεσχισμένα από την τραχιάν ασκητική ζωή- και είπαμε σ’ έναν γνωστό μας δικηγόρο να πάει να τον βοηθήσει. Του δώσαμε και λίγα χρήματα για να πάει στη Θεσσαλονίκη να δικασθεί. Ποιος; Εκείνος τον οποίον ούτε ο Θεός, νομίζουμε ταπεινά, δεν θα δικάσει «εν εκείνη τη ημέρα». Ενας ουράνιος άνθρωπος, ο οποίος ευωδίαζε άρωμα ασκήσεως! Παρά ταύτα ο άγιος ασκητής μάς είπε: «Εγώ θα κάνω υπακοή στην Πολιτεία και θα πάω, όπως μου λένε, να δικασθώ».

 
Εφυγε για τη Θεσσαλονίκη αυτός που είχε να βγει από το Αγιον Ορος πενήντα οκτώ ολόκληρα χρόνια! Πενήντα οκτώ χρόνια ασκητής εδώ, στο Καρούλι, τρώγοντας μόνο λίγα χορταράκια και πίνοντας το νεράκι του Θεού!
Ο ευλογημένος αυτός άνθρωπος, ο οποίος είχε φθάσει σε πολύ μεγάλα μέτρα αρετής, πήγε και κάθισε στο εδώλιο του κατηγορουμένου.
Πώς γίνονται εκεί ούτε που ξέρω. Δεν πήγα ποτέ σ’ αυτές τις πόρτες… Απλώς θυμάμαι, όπως μας τα έλεγε ο ευλογημένος αυτός Γέροντας. Τον φώναξε λοιπόν ο πρόεδρος του δικαστηρίου:
«Ο μοναχός Φιλάρετος;»
«Εγώ είμαι ο ελεεινός» απήντησε ταπεινά σκύβοντας το κεφάλι.
«Γιατί πούλησες τα βιβλία αυτά;»
«Δεν τα πούλησα, αδελφέ! Να, πέρασε ο αδελφός και τα πήρε να τα διαβάσει και ασφαλώς θα τα γύριζε. Εγώ αυτό πίστευα…»
«Πρέπει να ορκισθείς, πάτερ, για να είσαι πιστευτός. Αυτή είναι η τάξη του δικαστηρίου».
«Α, δεν ορκίζομαι γιατί στο άγιον Ευαγγέλιο λέει “μη ομώσαι όλως”!»
«Μα πρέπει, πάτερ, να ορκισθείς».
«Πώς ορκίζονται;»
«Βάζοντας την παλάμη πάνω στο Ευαγγέλιο».
Ο π. Φιλάρετος τότε… έβαλε τρεις στρωτές μετάνοιες μπροστά στο ιερό Ευαγγέλιο και το ασπάσθηκε μ’ ευλάβεια, λέγοντάς τους:
«Αρκείσθε σ’ αυτό;»
«Οχι, πάτερ, πρέπει να βάλεις το χέρι σου στο Ευαγγέλιο και να πεις “ορκίζομαι…” κ.λπ.».
«Δεν μπορώ να ορκισθώ».
«Μα, αν δεν ορκισθείς, θα πας εννέα μήνες φυλακή…»
«Να πάω φυλακή χίλιες φορές! Εγώ αναμένω την αιωνία καταδίκη από τον Θεό για τις αμαρτίες μου και θα σκεφθώ τη φυλάκιση των εννέα μηνών;»
Παρών ήτο και ο ψευδοδιάκονος -φουσκώνοντας και ξεφουσκώνοντας από μεγαλοπρέπεια και ύφος- ατσαλάκωτος μέσα στα γυαλιστερά ράσα του. Είχε βάλει έναν δικηγόρο, ο οποίος είπε ένα σωρό ψεύδη. Μεταξύ άλλων ο δικηγόρος είπε:
«Πώς είναι δυνατόν, κύριοι δικασταί, να κλέψει ο εκλεκτός αυτός κληρικός τα βιβλία αυτού του ρακενδύτου; Είναι δυνατόν; Μήπως τα είχε ανάγκη; Αν είναι δυνατόν…».

Εν τέλει, με αυτές τις ψευδομαρτυρίες και τη διαστρέβλωση της αληθείας, δικαιώθηκε ο απαστράπτων κλέπτης και καταδικάσθηκε ο ενάρετος ασκητής, ο οποίος παρουσιάσθηκε με φτωχικά ράσα, χωρίς την τέχνη του ψεύδους και, φυσικά, δίχως να ορκισθεί. Βγήκε λοιπόν η καταδικαστική απόφαση και τον πήρε ο αστυνομικός να τον οδηγήσει στη φυλακή!
Οι ιθύνοντες δεν συγκινήθηκαν και συγκινήθηκε το ακροατήριο.
Εκαναν πρόχειρον έρανο μεταξύ τους και μάζεψαν το ποσό που χρειαζόταν για ν’ απαλλαγεί ο ασκητής από τη φυλάκιση. Με απλότητα τους ευχαρίστησε κι έφυγε χαρούμενος, επιστρέφοντας εδώ στα Καρούλια, χώρο της μακροχρονίου ασκήσεώς του. Ευχαριστούσε κι εμάς που τον βοηθήσαμε με τις πενιχρές δυνάμεις μας:
 «Ευχαριστώ, πατέρες», μας έλεγε, «εύχεσθε να λυτρωθώ και από την αιωνία φυλακή!» Μεταξύ άλλων ήταν ενθουσιασμένος με τον δικηγόρο που είχαμε στείλει για να τον υπερασπισθεί. Ο αγαθός ασκητής, κάνοντας πάντα καλούς λογισμούς, τα έβλεπε όλα υπέροχα κι έλεγε και ξανάλεγε εντυπωσιασμένος:
«Αυτός ο δικηγόρος έχει πνεύμα Θεού! Οπως ακριβώς έγιναν τα πράγματα, έτσι τα έλεγε».
«Γέροντα», του είπα, «η τέχνη του είναι αυτή…».
«Οχι, ευλόγησον, πνεύμα Θεού είναι» επέμενε ο Γέρων!
Τον ρώτησα:
«Γέροντα, πώς είδες τον κόσμο ύστερ’ από πενήντα οκτώ χρόνια που είχες να βγεις από το Αγιον Ορος»;
Ο καλός άνθρωπος που τα βλέπει όλα καλά έχει, όπως είπαμε, μόνον αγαθούς λογισμούς. Είπε λοιπόν ο Γέρων Φιλάρετος:
«Τι να σας πω, πατέρες, όλοι οι άνθρωποι έξω είναι πολύ καλοί. Ολοι τρέχουν πέρα δώθε για τη σωτηρία τους, εκτός από μένα τον ράθυμο και αμαρτωλό που κάθομαι σ’ αυτά εδώ τα βράχια και δεν εργάζομαι όπως πρέπει, όπως είναι το θέλημα του Θεού!»
Αυτά είπε και μπήκε στο ασκητήριό του, δοξάζοντας τον Θεό που στα τέλη της ζωής του τού έδωσε αυτή τη δοκιμασία για τη σωτηρία της ψυχής του, όπως έλεγε συνεχώς.
Ο μεγάλος και άγιος Γέροντας Δανιήλ Κατουνακιώτης (1846-1929), αφηγητής στην παρούσα διήγηση.
Οταν έφθασε σε βαθύ γήρας, μας εκάλεσε μίαν ημέρα στο ασκηταριό του. Πήγαμε με τον π. Ακάκιο. Με χαρά μας είπε:
«Καλώς τα παιδιά μου! Καλά κάνατε που ήλθατε, διότι άλλη φορά δεν θα σας δω! Εγώ απόψε θα φύγω… Θέλω όμως, πριν συμβεί αυτό, να με αναπαύσετε».
-Τι θέλεις, Γέροντα;
-Να μου ψάλετε! Πείτε κάτι να ευφρανθεί η ψυχή μου.
Ψάλαμε διάφορα κι ο Γέροντας έκλαιγε από χαρά και σταυροκοπιόταν κατανενυγμένος. Μόλις τελειώσαμε, μας είπε:
«Τώρα, κάτι τελευταίο: Θέλω να μου ψάλετε τον “εθνικό ύμνο” της Παναγίας, το «Αξιον εστίν»! Αυτό όμως θα το ψάλουμε όρθιοι, όπως ψέλνουμε και τον εθνικό ύμνο της πατρίδος μας!»
Σηκώθηκε με κόπο. Ητο σκελετωμένος. Το δέρμα του σχεδόν διάφανο. Αφού συμψάλαμε, με δάκρυα χαράς και συγκινήσεως μας αγκάλιασε, μας ασπάσθηκε και μας είπε:
«Παιδιά μου, άλλη φορά εδώ δεν σας βλέπω! Συγχωρήσατέ με, συγχωρήσατέ με!»
Δακρύσαμε όλοι. Εκείνος με κόπο μας προέπεμψε. Φύγαμε κατασυγκινημένοι.
Το πρωί μας ειδοποίησαν ότι εκοιμήθη! Οπως ακριβώς το είχε πει…

Ανοίξαμε στα βράχια μια λακκουβίτσα και τον θάψαμε, αφού τον κηδεύσαμε όπως του άξιζε… Εσβησε -ανθρωπίνως το λέγω- στον αθωνικό ουρανό το αστέρι αυτό του αγιορειτικού μοναχισμού. Αφησε όμως μίαν αείφωτη τροχιά αγωνιστικότητος και ασκήσεως αυστηρής. Αιωνία του η μνήμη. Την πολύτιμη ευχή του να έχουμε.
Μερικές φορές ο πανάγαθος Θεός παραχωρεί και στο τέλος της ζωής μια δοκιμασία, για να γίνει ο άνθρωπος καλύτερος και να ωφεληθούν και άλλοι. Ετσι και ο π. Φιλάρετος υπέμεινε αγόγγυστα και βραβεύθηκε από τον Κύριο. Είδατε, πώς ο διάβολος πήγε να ταλαιπωρήσει τον άνθρωπο της ασκήσεως και της αρετής, αλλ’ ο πανάγαθος Θεός τον σκέπασε με τη χάρη Του και, αντί να πάθει βλάβη η ψυχή του, δέθηκε ακόμη περισσότερο με τον Θεό;
Περισσότερο αγάπησε τον Θεό και με μεγαλύτερη ζέση Τον εδόξαζε.

Μανώλης Μελινός
Θεολόγος – συγγραφέας
ἐφημ. «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ», 15.03.2014
christianvivliografia.wordpress.com

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Γέροντας Γερβάσιος Παρασκευόπουλος. 50 χρόνια από την κοίμησί του

Γέροντας Γερβάσιος Παρασκευόπουλος. 50 χρόνια από την κοίμησί του
Posted: June 20, 2014 at 9:30 am, Last Updated:
gervasios-paraskevopoulos
Αρχιμ. Δανιήλ Γ. Αεράκη

Κατηχητής-ιεροκήρυκας-λειτουργιολόγος
Στις 30 Ιουνίου, εορτή των Δώδεκα Αποστόλων, συμπληρώνον­ται πενήντα χρόνια από την εις Κύριον εκδημία ενός εκ των αγίων κληρικών του 20ού αιώνος. Πρόκειται για τον αρχιμανδρίτη π. Γερ­βάσιο Παρασκευόπουλο, τον ακάματο εργάτη του Ευαγγελίου, τον ιεροκήρυκα και πνευματικό της πόλεως Πατρών, τον πρωτοπόρο στο έργο των Κατηχητικών Σχολείων, τον άμεμπτο στο ήθος και σοφό στη Θεολογία, τον ελεγκτή των δημοσίων σκανδάλων, τον σε­βάσμιο πρεσβύτερο, που μέχρι σήμερα η Πάτρα ευλαβείται ως όν­τως άγιο.
•Παρέμεινε εκ πεποιθήσεως στη στρατειά των εκλεκτών πρε­σβυτέρων, που προσέφεραν τη μαρτυρία του Ιησού Χριστού υπέρ πολλούς επισκόπους της Εκκλησίας μας και σαγήνευσαν τα πλήθη και ωδήγησαν νέους στην εν Χριστώ ζωή και κατέστησαν όργανα του Θεού, για να πορευθούν μυριάδες ψυχές στη βασιλεία των Ουρανών.
• Ο ιεροκήρυκας τότε αρχιμανδρίτης Αυγουστίνος Καντιώτης, που συνδεόταν μαζί του με στενή εν Χριστώ φιλία, μίλησε κατά την εξόδιο ακολουθία του π. Γερβασίου στην Πάτρα και στο τέλος της ομιλίας του ο λαός με μια φωνή αναφώνησε «Άγιος!». Δεν έχει ση­μασία, αν επισήμως δεν έχει αναγνωρισθή ως άγιος ο πατήρ Γερ­βάσιος. Σημασία σπουδαία έχει ότι απολαμβάνει τώρα τον «στέ­φανον της ζωής» (Ιακ. α΄ 12) που του χάρισε Εκείνος, υπέρ του ο­νόματος του οποίου με τόση γλυκύτητα και τόσο ιερό πάθος μίλησε και έγραψε ο πατήρ Γερβάσιος.
• Δεν έγινε επίσκοπος και μητροπολίτης ο πατήρ Γερβάσιος. Άν το ήθελε, ασφαλώς και θα γινόταν. Σημειωτέο δε, ότι επί αρχιεπι­σκόπου Αθηνών Χρυσάνθου (1938-1941) είχε επιλεγη ως το κα­ταλληλότερο πρόσωπο για την πρωτοσυγκελλίατης Αρχιεπισκο­πής Αθηνών. Νύχτα και μέρα εργαζόταν για τη δόξα της Εκκλησίας, για την κάθαρσι του χώρου της από φαύλους κληρικούς, για την α­νακούφισι του πονεμένου και πενομένου τότε λαού.
• Για ένα ουδέποτε ενδιαφέρθηκε, για το πώς θα γινόταν Δε­σπότης. Κάποτε ο πατήρ Αυγουστίνος Καντιώτης (Ιούν. 1966) έ­γραψε άρθρο στη «Σπίθα» με τίτλο: «Δεσπότης;», απαντώντας σε μερικούς, που κατηγορούσαν το θαρραλέο λόγο του, ότι τάχα έγρα­φε όσα έγραφε επειδή δεν είχε γίνει Δεσπότης! Τελικά ο πατήρ Αυ­γουστίνος έγινε επίσκοπος (Φλωρίνης), διατηρώντας βέβαια και το ρόλο του θαρραλέου ιεροκήρυκος. Ο πατήρ Γερβάσιος εκοιμήθη ως πρεσβύτερος. Μια περικοπή εκείνου του άρθρου του πατρός Αυ­γουστίνου ταιριάζει και στο στόμα του πατρός Γερβασίου, που πα­ρέμεινε εκ πεποιθήσεως πρεσβύτερος:
«Η έφεσίς μου εκ παιδικής ηλικίας δεν ήταν να γίνω δεσπότης για ν’ απολαύσω πλούτη και ματαία δόξα. Η έφεσίς μου ήταν να γίνω ιεροκήρυξ και να υπηρετήσω και εγώ με τις μικρές μου δυ­νάμεις, με τον προφορικό και γραπτό λόγο, το λαό μας. Για το σκοπό αυτό εσπούδασα τη Θεολογία και συνεχώς μελετώ Γραφές και Πατέρες, για να μπορέσω ν’ ανταποκριθώ στο δύσκολο μέσα στη σύγχρονη γενεά έργο του ιεροκήρυκος, που είναι υποχρε­ωμένος να κηρύττη όχι μόνο εποικοδομητικά αλλά και ελεγκτικά, πρό παντός δε ελεγκτικά, λόγω της κρισιμότητος των καιρών.
Το έργο αυτό με απορροφά και δεν μου μένει χρόνος για να τρέχω και να συναγωνίζομαι τους σπουδαρχίδες σε μαραθωνίους δρόμους, για να γίνω δεσπότης. Αυτόκλητος επίσκοπος δεν επε­θύμησα ποτέ να γίνω. Διότι, όπως πολλές φορές κηρύξαμε, ο ε­πίσκοπος πρέπει να είναι ή δημόκλητος ή θεόκλητος».
• Θα παραθέσουμε μερικές μικρές περικοπές από το περίφημο και πρωτοποριακό για την εποχή του βιβλίο του π. Γερβασίου: «Ερ­μηνευτική επιστασία επί της θείας Λειτουργίας» (έκδ. α΄). Ο π. Γερβάσιος ήταν και κατηχητής και ιεροκήρυξ και πνευματικός και κανονολόγος αλλά και λειτουργιολόγος.

Γιά τήν απλότητα καί συμμετοχή του λαού

• Για την κατανόησι των λεγομένων στη λατρευτική σύναξι γράφει: «Η πλήρης κατανόησις της θείας Λειτουργίας θα αναπλη­ρώση τα ελλείποντα στην Ορθοδοξία και θα επαναφέρη τα χρόνια εκείνα, όπου “οι πιστεύοντες ήσαν προσκαρτερούντες τη διδα­σκαλία των αποστόλων και τη κοινωνία και τη κλάσει του άρτου και ταις προσευχαίς”» (σελ. 8).
• Για το σκοπό της θείας Λειτουργίας γράφει: «Κύριος σκοπός είναι ν’ απολαύσουμε τη γλυκειά όψι του Προσώπου, άν και ο Κύ­ριος, ως κατοικών “φως απρόσιτον”, αόρατος διατελεί και ουδείς δύναται να Τον δή και να ζήση. Κυριαρχείται παντελώς η ευσεβής ψυχή, καλείται ως βάτος ουρανία, να αισθάνεται τον Κύριο μέσα της ενοικούντα και εμπεριπατούντα κατά το άγιο θέλημά Του. Αυτό επιτυγχάνεται μεν και με την ένθεο προσευχή, την κατ’ ιδίαν και δημοσία, αλλά κυρίως με το μυστήριο των μυστηρίων, της αγίας Κοινωνίας» (σελ. 9).
• Για το τί είναι η θεία Ευχαριστία λέει: «Είναι ανάμνησις, κοι­νωνία και θυσία. Ως ανάμνησις του Μυστικού Δείπνου είναι συν­έχεια της θειοτάτης εκείνης Ιερουργίας, κατά το “Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν”. Ως κοινωνία είναι πλήρης υπακοή και συμ­μόρφωσις των πιστών στην Κυριακή πρόσκλησι: “Λάβετε φάγετε· τούτό εστί το Σώμα μου”. Ως θυσία δέ, είναι αναπαράστασις της Σταυρικής θυσίας, συγχρόνως και πραγματική, αλλ’ αναίμακτος θυσία”, κατά το Α΄ Κορ. ια΄ 26»(σελ. 11).
• Για την απλούστευσι των τελουμένων: στη λατρεία σημειώ­νει: «Την απλούστευσι (π.χ. σύντμησι ψαλμάτων, περιορισμό συμ­βολισμών, λιτότητα του εξωτερικού στολισμού κ.ο.κ.) απαιτεί η παράδοσις και η επαναφορά στην εκκλησία των αποστολικών χρό­νων, απαράμιλλος στολισμός της οποίας ήταν η χρυσή απλότητα» (σελ. 18).
• Για τη λιτότητα λέγει: «Η δόξα της Εκκλησίας είναι το εσωτε­ρικό κάλλος της και το κάλλος αυτό νοθεύεται και συχνά αφανί­ζεται, όταν με τις εξωτερικές λάμψεις προκαλήται κοσμικός θαυ­μασμός. Αφανίζεται δέ, καθ’ όν χρόνον είναι αναγκαίο να διαλάμψη η εσωτερικότητά της, το πλήθος των αρετών της, τα ουράνια θέλ­γητρά της, οι ατίμητοι μαργαρίτες της. Να διαλάμψουν αγνοί, α­παλλαγμένοι του ρύπου ή των ρυτίδων των εφημέρων λάμψεων» (σελ. 19).
• Για τη συμμετοχή του λαού στο Αμήν σημειώνει ο απαράμιλ­λος λειτουργός π. Γερβάσιος: «Η έννοια του “Αμήν” συνάγεται από όσα γράφει ο απόστολος Παύλος στο Α΄ Κορ. ιδ΄ 16… Ο άγιος Ιερώνυμος παρομοιάζει τις πολύφωνες από όλο το πλήρωμα των εκκκλησιαζομένων αντηχήσεις του “Αμήν” “προς ουρανίους βρον­τάς”… Πού σήμερα τα μυριόστομα εκείνα “Αμήν” του συμπροσ­ευχομένου τα παλαιά χρόνια λαού, που γεμίζουν το κενό, που α­φυπνίζουν και περιμαζεύουν τον διεσκορπισμένο νού όσων στέ­κουν με αμέλεια και με ραθυμία;» (σελ. 42-43).

Γιά το θυμίαμα και το αντίδωρο

Συνεχίζουμε τήν αναφορά μας στον μεγάλο λειτουργιολόγο μα­καριστό αρχιμανδρίτη π. Γερβάσιο Παρασκευόπουλο, που φέτος συμπληρώνονται 50 χρόνια από την κοίμησί του. Σημειώνουμε πε­ρισότερο λειτουργικούς τους αγώνες, γιατί έχει ανάγκη κλήρος και λαος σε συνειδητή μετοχή της Ορθοδόξου λατρείας. Όσα μέ Γρα­φικά, Πατερικά καί Αγιοπνευματικά επιχειρήματα υποστηρίζει ο ευλαβέστατος πρεσβύτερος των Πατρών, έχουν βρη αποδοχη από πολλούς συγχρόνους λειτουργιολόγους. Δυστυχώς στην πράξι δεν φαίνεται οι λειτουργοί των τριών βαθμίδων νά ευλαβούνται τι σωστές θέσεις του αγίου πατρός.
Στη συνέχεια τρεις επισημάνσεις του σεμνού και προσεκτικού λειτουργού πατρός Γερβασίου παραθέτουμε. Και οι τρεις είναι συν­εχόμενες στο βιβλίο του «Ερμηνευτική επιστασία επί της θείας Λειτουργίας» (σελ. 224-226), μεταγλωττισμένες, προς καλύτερη κατανόησι.
Πρώτον:
«Ποιός ο λόγος του προσφερομένου κατά το “εξαιρέτως της Παναγίας αχράντου…” θυμιάματος;

Δυό λόγοι επιβάλλουν το θυμίαμα κατά την ώρα εκείνη.

• Ο πρώτος είναι ο προτιθέμενος άμωμος Αμνός, το θείον Ιε­ρείον, το σφαγιασθέν υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας, και ο Άρτος, ο οποίος κατεβαίνει από τον Ουρανό και δίνει ζωή σ’ όσους πιστούς Τον μεταλαμβάνουν. Σ’ Αυτόν ανήκει κάθε τιμή και λατρεία, σ’ Αυτόν, τον Θεό και Λυτρωτή.
Πρόκειται, λοιπόν, για θυμίαμα λατρείας στον Αμνό του Θεού και Σωτήρα του κόσμου.
• Ο δεύτερος λόγος πρέπει ν’ αναζητηθή στη γενική μνη­μό­νευσι, που έχει τοποθετηθή μετά τον καθαγιασμό των τιμίων Δώρων. Ιδιαίτερα έχει σχέσι με τη μνημόνευσι των κεκοιμημένων μελών της Εκκλησίας, που επισφραγίζεται, ύστερα από λίγο, με την εκφώνησι “και πάντων και πασών· και ών έκαστος κατά δι­άνοιαν έχει”.
Είναι σε όλους γνωστό, ότι η Εκκλησία μας σε κάθε επιμνη­μόσυνο δέησι χρησιμοποιεί λιβανωτόν μετά θυμιάματος. Πρόκειται, δηλαδή, για θυμίαμα προσευχής στο θρόνο του Υψίστου Θεού υ­πέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων αδελφών. Σχετική είναι η λειτουργική πράξις του αγγέλου της Αποκαλύψεως: «Και άλλος άγγελος ήλθε και εστάθη επί του θυσιαστηρίου έχων λιβανωτόν χρυσούν, και εδόθη αυτώ θυμιάματα πολλά, ίνα δώση ταίς προσ­ευχαίς των αγίων πάντων από το θυσιαστήριον το χρυσούν το εν­ώπιον του θρόνου. Και ανέβη ο καπνός των θυμιαμάτων ταίς προσευχαίς των αγίων εκ χειρός του αγγέλου ενώπιον του Θεού” (η΄ 3-4)».
Δεύτερον:
«Παρατηρείται, μετά τον καθαγιασμό των τιμίων Δώρων ευ­λογία του αντιδώρου και διανομή του, την ώρα μάλιστα που ψάλ­λεται το “Άξιόν εστί”.
Επισταμένη  λειτουργική μελέτη της επικρατούσης αυτής συν­ηθείας με έπεισε απολύτως και σταθερώς, να πιστεύσω και να διακηρύξω, αλλά και να διαμαρτυρηθώ δημοσία:
  • α) Διότι η ευλόγησις του άρτου μετά το “εξαιρέτως” συνε­τέλεσε, ώστε να παραφθαρή σπουδαίας σημασίας τμήμα τηςευ­χής της αγίας αναφοράς.
  • β) Διότι, ανεξαρτήτως του παραπάνω λόγου, η ευλόγησις του αντιδώρου δεν είναι άλλη από την καθωρισμένη υπό της λει­τουργικής διατάξεως. Και αυτή βρίσκεται πρό της απολύσεως της θείας Λειτουργίας. Έχει δέ ως εξής: “Ευλογία Κυρίου και έλεος έλθοι εφ’ υμάς τή Αυτού θεία χάριτι…”. Η δέ ευλογία στον καθένα ξεχωριστά κατά τη διανομή του αντιδώρου, καί εκείνο που λέγει ο λειτουργός “ευλογία Κυρίου και έλεος έλθοι επί σέ”, είναι επίσης ευλογία του αντιδώρου. Κάθε πιστός ασπάζεται την καθημαγμένη δεξιά του ιερέως, με μυστική παράκλησι να λάβη από εκεί την ευλογία και το έλεος. Και κυρίως την ευλογία αυτή περιμένουν όσοι δεν μπόρεσαν για διαφόρους λόγους να μετάσχουν των αχράντων Μυστηρίων.
Πρός ενίσχυσι της ορθότητος των θέσεών μας αυτών, παρα­πέμπω τον αναγνώστη σε επίσημο λειτουργικό κείμενο (“Αι τρείς Λειτουργίαι” υπό Παν. Τρεμπέλα, σελ. 157-158). Και σε όσους ως μόνο επιχείρημα της αταξίας του αντιδώρου επικαλούνται το “έτσι το βρήκαμε°, απαντώ: Έθος επικρατήσαν σε χρόνους παρακμής της λειτουργικής ευσεβείας, δεν είναι δυνατόν να χρησιμεύση ως στή­ριγμα και θεμέλιο στην προσπάθεια για αναζωπύρωσι του λει­τουργικού ζήλου.
• Κατά τα ανωτέρω κάνουν μεγάλο λάθος και προξενούν με­γάλη αταξία όσοι λειτουργοί ευλογούν, ούτως ή άλλως, αντίδωρο αμέσως μετά τον καθαγιασμό των τιμίων Δώρων, πολύ δέ πε­ρισσότερο και όσοι λειτουργοί διανέμουν κατά την ώρα εκείνη αν­τίδωρο, και μάλιστα επιδεικτικά και διακριτικά, είτε τιμώντας πρόσωπα που (πολύ κακώς) βρίσκονται στο ιερό Βήμα, είτε δί­νοντας… ειδικά αντίδωρα (“υψώματα”).
• Πιστεύω, ότι είναι ανάγκη επιτακτική, να τεθή τέρμα με α­πόφασι της Διοικούσης Εκκλησίας στην κακή αυτή συνήθεια. Είναι απαράδεκτο να συνεχίζωνται τα παρατηρούμενα άτοπα, όσα λαμβάνουν χώρα μετά τον καθαγιασμό των τιμίων Δώρων, όπως να βλέπης το λειτουργό να επιδίδεται σε φιλοφρονήσεις και λοι­πές αξιοδάκρυτες πράξεις προς τους εν πολλοίς θαμώνας, που πλημμυρίζουν το ιερό Βήμα!
Άν σ’ αυτά προσθέσω και την ασεβή επαφή αντιδώρου επί του Αγίου Ποτηρίου από τον λειτουργό, για να επισπάση τάχα μεγα­λύτερι χάρη υπέρ των (κακώς) ευρισκομένων στο Ιερό και ανα­μενόντων να πάρουν εκείνη την ώρα αντίδωρο, τότε κάθε ευλαβής πιστός, κληρικός ή λαϊκός, αντιλαμβάνεται την αταξία και τη με­γίστη πνευματική ζημία».
Τρίτον:
«Εισερχόμεθα στο μέρος εκείνο της θείας Λειτουργίας, χάριν του οποίου και μόνο τελείται η θεία Λειτουργία. Πρόκειται για τη θεία Κοινωνία. Και εδώ βλέπουμε ουσιαστική ευλογία της λει­τουργούσης Εκκλησίας (όχι όπως η παρείσακτη του αντιδώρου).
• Επειδή το θέμα της προετοιμασίας για την Αγία Μετάληψι εί­ναι από τα ουσιωδέστερα, γι’ αυτό η Εκκλησίας μας, ως φιλό­στοργος μητέρα, κρίνει πολύ αναγκαίο να επιδαψιλεύση σε μάς την αποστολική ευλογία. Προτάσσεται η ευλογία αυτή της προε­τοιμασίας για τη θεία Μετάληψι. Ιδού η ευλογία: “Και έσται τα ελέη του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού μετά πάντων υμών”.
• Η ευλογία αυτή σημαίνει: Άν πάντοτε και παντού χρει­α­ζόμεθα το έλεος του Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, εξαιρέτως χρει­αζόμεθα το έλεός Του τώρα που πρόκειται να προσέλθουμε στη θεία Κοινωνία».
Καί μιά πρότασις
Ας γίνη από την αρμόδια Συνοδική Επιτροπή Εισήγησις στη Διαρκή Ι. Σύνοδο να αφιερωθούν τά Δίπτυχα του 2015 στους δυο σοφούς και ευλαβείς πρεσβυτέρους, που κοπίασαν πολλές δεκα­ετίες γιά τη αναζωπύρωσι της λειτουργικής μας ζωής.
Ο ένας έφυγε πριν από 50 χρόνια, ο πατήρ Γερβάσιος Παρα­σκευόπουλος, πρεσβύτερος των Πατρών. Ο άλλος έφυγε προσ­φάτως, ο π. Κωνσταντίνος Παπαγιάννης, πρεσβύτερος της Θεσ­σαλονίκης. Οι λειτουργοί της Εκκλησίας, «οι περιλειπόμενοι», τών δυό αυτών ευλαβών λειτουργών και λειτουργιολόγων ασπαζό­μαστε ταπεινά τό χέρι. Ζητάμε την ευχή τους για να ξαναζήσουν οι πιστοί τη Λειτουργία κατά τό θέλημα του Θεού, όπως εκφράζεται στό ιδ΄ κεφάλαιο της πρώτης πρός Κορινθίους Επιστολης.

ΓΕΡΒΑΣΙΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ ΠΟΙΜΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΚΗΡΥΚΑΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

ΓΕΡΒΑΣΙΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ ΠΟΙΜΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΚΗΡΥΚΑΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ
Posted:
gerontas-gervasios-paraskevopoulos

Στην ταραγμένη εποχή του 20ου αιώνα, με τα συγκλονιστικά γεγονότα τα τόσο καθοριστικά για την ανθρώπινη ιστορία, ένα λαμπρό αστέρι πρόβαλε στο στερέωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, ο Αρχιμανδρίτης Γερβάσιος Παρασκευόπουλος (1877-1964).
Ο πατήρ Γερβάσιος, κατά κόσμον Γεώργιος, καταγόταν από την Γρανίτσα (σημερινή Νυμφασία) Αρκαδίας. Η φλόγα της κατά Χριστόν ζωής που έκαιγε μέσα του από την παιδική του ηλικία τον οδήγησε, δεκατριών μόλις ετών, στην Μονή Κερνίτσης, όπου ανέλαβε με ζήλο τους κόπους της μοναχικής ζωής. Λίγο αργότερα κατευθύνθηκε στην Μονή Ταξιαρχών Αιγιαλείας, για να σπουδάσει στο Σχολαρχείο της. Κατόπιν εγκαταβίωσε στην Μονή Γηροκομείου Πατρών, όπου και εκάρη μοναχός, ενώ παράλληλα συνέχιζε τις σπουδές του στο Γυμνάσιο, διακονώντας συνάμα την Μονή του και αυξάνοντας καθημερινώς τους ασκητικούς του αγώνες.
Το 1903 χειροτονήθηκε διάκονος και αναχώρησε για ανώτερες σπουδές στην Ριζάρειο Σχολή. Την εποχή εκείνη Διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής ήταν ο Πενταπόλεως ΄Αγιος Νεκτάριος, τον οποίο ο π. Γερβάσιος βαθειά αγάπησε και μιμήθηκε. Μετά από άριστες σπουδές στην Ριζάρειο, εγγράφηκε στην Θεολογική Σχολή, όπου και πάλι αρίστευσε.
Στην συνέχεια και αφού τελείωσε τις σπουδές του, έλαβε τον βαθμό του Πρεσβυτέρου από τον Πατρών Αντώνιο. Το 1912-13 υπηρέτησε ως στρατιωτικός ιερέας στους Βαλκανικούς πολέμους, όπου και παρασημοφορήθηκε για τις υψηλές υπηρεσίες του. Στην μεταπολεμική περίοδο επέστρεψε στην Μονή της μετανοίας του, την Ιερά Μονή Παναγίας Γηροκομητίσσης Πατρών, αφ᾿ ενός μεν για να ασκηθεί στην περισυλλογή και την πνευματική κατάρτιση και αφ῾ ετέρου για να συνεχίσει την αγαπημένη του μελέτη. Με εντολή του Μητροπολίτου άρχισε την ανακαίνιση της Μονής. Εργάσθηκε σκληρά για την πνευματική ανύψωσή της με βάση την Εκκλησιαστική Πατερική Μοναχική παράδοση.
Τα κατοπινά χρόνια κλήθηκε από τον Επίσκοπό του να υπηρετήσει την Μητρόπολη ως εφημέριος κατ᾿ αρχήν στον Ιερό Ναό Αγίας Παρασκευής Πατρών και στην συνέχεια στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου.
Ως ποιμένας πλέον ο π. Γερβάσιος διακρίθηκε για τον προφητικό του ζήλο. «Ζηλών εζήλωσα τω Κυρίω παντοκράτορι», έλεγε συχνά. Οι ποιμαντικές του δραστηριότητες αγκάλιαζαν όλους τους τομείς. Οργάνωσε συστηματικά τα πρώτα κατηχητικά σχολεία στην Ελλάδα.
Αγαπούσε πολύ τα παιδιά και αγωνίσθηκε με όλες του τις δυνάμεις για τους νέους. Κήρυττε καθημερινώς με άκαμπτη σταθερότητα την Ευαγγελική αλήθεια. Εξομολογούσε ακούραστα τον λαό του Θεού οδηγώντας τον με πατρική στοργή στην εν Χριστώ μετάνοια. Λειτουργούσε συχνά, διότι πίστευε ότι η Θεία Λειτουργία «κύριον και μοναδικόν σκοπόν και έργον έχει την θέωσιν ημών…». Μεριμνούσε για τους φυλακισμένους και τους ενδεείς και είχε γίνει ο προστάτης των προσφύγων. Ζούσε και κήρυττε ως Ορθόδοξος κληρικός, χωρίς να απομακρύνεται ούτε στο ελάχιστο από την αγία Παράδοση και τους ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας μας. Αυτό, όμως, είχε ως αποτέλεσμα να διωχθεί.
Οι πρώτες συκοφαντίες άρχισαν με αφορμή τις νυκτερινές Θείες Λειτουργίες που τελούσε χάριν των εργαζομένων. Κι αυτό ήταν η αρχή ενός απηνούς πολέμου κατά του Αγίου Πατρός. Για πολλούς ήταν «βαρύς και βλεπόμενος». ΄Επρεπε να φιμωθεί ο λόγος της αληθείας. ΄Επρεπε να εξουδετερωθεί ο άνθρωπος του Θεού, για να παύσει ο έλεγχος των αμαρτωλών συνειδήσεων. Το 1931 η υπόθεση έφθασε στο Συνοδικό Δικαστήριο. Το αποτέλεσμα της δίκης ήταν, με πλειοψηφία μιας μόνο ψήφου, εξάμηνη αργία και περιορισμός στην Ιερά Μονή Γηροκομείου. Η συμπαράσταση όμως του λαού, ο οποίος σύσσωμος υπερασπίσθηκε τον πνευματικό του πατέρα, ήταν συγκινητική. Τελικά, η αθωότητα του Αγίου Γέροντος αποδείχθηκε περίτρανα και όχι μόνον διατάχθηκε ενωρίτερα η άρση της ποινής του, αλλά και τιμήθηκε να υπηρετήσει ως Πρωτοσύγκελλος στην Ιερά Μητρόπολη Πατρών.
Το 1939 καλείται από τον Αθηνών Χρύσανθο να αναλάβει τα καθήκοντα του Μεγάλου Πρωτοσυγκέλλου της Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Κατόπιν πολλών πιέσεων δέχθηκε. Κι απ᾿ την θέση αυτή εργάσθηκε με σθένος για την εξυγίανση των εκκλησιαστικών πραγμάτων προχωρώντας σε βαθειές τομές. Δεν λύγιζε μπροστά σε τίποτε. Ουδέποτε εργάσθηκε για το ατομικό του συμφέρον. ΄Ελαμψε και στην περίοδο αυτή της πρωτοσυγκελλίας του με το άριστο παρά- δειγμα και την ασκητική ζωή του.
Το 1941 απαλλάχθηκε των καθηκόντων του Πρωτοσυγκέλλου και επέστρεψε στην Πάτρα. Μετά από λίγο καιρό ο νέος αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός τον κάλεσε πάλι στην Αθήνα, αλλά αυτή την φορά δεν αποδέχθηκε την πρόσκληση. Παρέμεινε έκτοτε κοντά στο ποίμνιό του, που με τόσο πόνο είχε αποχωρισθεί.
Ο π. Γερβάσιος ζούσε και εκινείτο εν Αγίω Πνεύματι. Η καθαρή του ψυχή ήταν πλημμυρισμένη από τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Οι ίδιοι οι εξομολογούμενοι γνώριζαν το προορατικό του χάρισμα. ΄Ηταν «πόλις επάνω όρους κειμένη». Επίσης, το χάρισμα της θαυματουργίας – που λίγοι από τους Αγίους αξιώθηκαν να λάβουν απ᾿ αυτή την ζωή – μαρτυρείται και σήμερα από τους ανθρώπους που έζησαν κοντά του.
Ζώντας ο πατήρ Γερβάσιος ουράνια ζωή κατώρθωσε να αποκτήση τέτοια παρρησία προς τον Θεό, ώστε να καταστεί πηγή αστείρευτη θαυμάτων πολλών, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά το πνευματικό του παιδί, ο Αρχιμανδρίτης Κύριλλος Κωστόπουλος..
΄Ομως, η αγιασμένη ύπαρξή του έφθασε στο τέλος της επίγειας πορείας της. Στις 30 Ιουνίου 1964 εκοιμήθη με το όνομα της Παναγίας στα χείλη του. Ο θρήνος του λαού, οι κραυγές των παρακολουθούντων την εξόδιο ακολουθία «΄Αγιος, ΄Αγιος», κατά την εκφορά του Αγίου Λειψάνου του, φανερώνουν περίτρανα το λυτρωτικό έργο που συντελέσθηκε στην πόλη των Πατρών από τον Αρχιμανδρίτη Γερβάσιο Παρασκευόπουλο.
Η ακλόνητη πίστη του προς τον Τριαδικό Θεό, η ασκητική του ζωή, ο μαρτυρικός του αγώνας για την Εκκλησιαστική αλήθεια, η άπειρη αγάπη του για τον άνθρωπο οδήγησαν τον ίδιο στην Αγιότητα, αλλά και τον λαό του Θεού στην θεογνωσία. Η παρουσία του και η ζωή του στην Πάτρα ήταν η ευλογία του Θεού στην πόλη του Πρωτοκλήτου. ΄Εζησε ο λαός τότε ημέρες πρώτων χριστιανικών αιώνων. ΄Οταν ανεχώρησε από την επίγεια ζωή, τον θρήνησε γοερώς.
Τώρα ζητά να πανηγυρίσει με δοξολογίες προς τον Θεό την επίσημη διακήρυξη της αγιότητός του και την αγιοκατάταξή του στην χορεία των Αγίων Πατέρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
* Από το βιβλίο του Αρχ. Κυρίλλου Κωστοπούλου Ιεροκήρυκα Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών, Δρ. Θεολογίας, «ΠΟΙΜΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΚΗΡΥΚΑΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ – π. Γερβάσιος Παρασκευόπουλος» (α΄ έκδοση 1976, β΄ έκδοση 1982, γ΄ έκδοση 1999).

π. Γερβάσιος Παρασκευόπουλος: Ο Άνθρωπος του Θεού – 50 χρόνια οπό την κοίμησή του

π. Γερβάσιος Παρασκευόπουλος: Ο Άνθρωπος του Θεού – 50 χρόνια οπό την κοίμησή του
Posted:
gerontas-gervasios-paraskeuopoulos

Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν κ.κ. Χρυσοστόμου
Πέρασαν πενήντα χρόνια ἀπό τότε πού ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ ἀοίδιμος π. Γερβάσιος Παρασκευόπουλος, ἔγειρε τό ἁγιασμένο καί λευκασμένο ἀπό τούς ἱερούς ἀγῶνες ὑπέρ τῆς εὐσεβείας κεφάλι του καί ἄφησε τήν ψυχή του νά φτερουγίσῃ στήν ἀγκαλιά τοῦ Οὐρανίου Πατρός.
Πλῆθος λαοῦ τότε τόν προέπεμψε στήν αἰωνιότητα μέ δάκρυα στά μάτια, γιατί ἔφευγε ὁ πνευματικός τους πατέρας, ὁ ὁποῖος τούς ἐδίδαξε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, τούς ἐστήριξε στόν πόνο τους, χάρηκε στήν χαρά τους καί ἐφώτισε ὡς ἀστήρ φαεινός τήν πορεία τῆς ζωῆς τους.
Γεννημένος τό 1877 στήν Γρανίτσα, σημερινή Νυμφασία τῆς Γορτυνίας, στά ἅγια χώματα τῆς ἡρωοτόκου καί ἁγιοτόκου Ἀρκαδίας, καί ἔχοντας φάει τοῦ πόνου καί τῆς ὀρφάνιας τό ψωμί, ἔφτασε μέ κόπους καί ὀδύνες πολλές στήν πόλη τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, τήν ὁποία τότε ἐποίμαινε ὁ πολύς Ἱερόθεος (Μητρόπουλος), ἄλλος ἀστήρ φωτεινός, ἐξ Ἀρκαδίας ἐπίσης ἕλκων τήν καταγωγή καί ἐκ πλησιοχώρου κώμης μέ ἐκείνη πού εἶδε τό φῶς τῆς ζωῆς ὁ μακάριος π. Γερβάσιος.
Στήν Πάτρα γεύθηκε τήν ἀγάπη καί τήν πατρική στοργή, ἔζησε τήν φλόγα καί τόν θερμουργο ζῆλο τοῦ θαυμαστοῦ καί διαπρύσιου Ἱεράρχου Ἱεροθέου, ὁ ὁποῖος ἠγωνίσθη μέ πάθος ἐναντίον τῶν αἱρέσεων καί τῆς μασσωνίας, καί ἔφυγε ἀπό τήν ζωή πικραμένος μέν, ἀσυμβίβαστος δέ ὡς πρός τά ἱερά πιστεύματα καί τήν Ἑλληνορθόδοξη παράδοση, πού διεφύλαξε ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ.
Ἔτσι λοιπόν, ὁ π. Γερβάσιος, εἰσῆλθε μέ ζῆλον Ἠλιού στόν ἱερόν Ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, ὡς μοναχός καί σέ λίγο ὡς Διάκονος καί Πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ἐσφαγμένου Ἀρνίου.
Ἔλαμψε ὁ ἀοίδιμος καί ἀκτινοβόλησε ἀληθῶς, ὡς «λύχνος ἐπί τήν λυχνίαν τῆς τοῦ Κυρίου φωτοφόρου καθέδρας, ἐξαστράπτων φωτισμόν καί δογμάτων καί πράξεων», κατά τόν Ἅγιο Ἰσίδωρο τόν Πηλουσιώτη.
Μορφή προφητική, μετέφερε τό μήνυμα περί τοῦ ἑνός καί μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ, περί τῆς μιᾶς, ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὡς τοῦ μόνου σωτηρίου σώματος, ἐντός τοῦ ὁποίου σώζεται ὁ ἄνθρωπος.
Ἤλεγξε μέ πάθος ψυχῆς τήν ἁμαρτία καί τήν ἀποστασία ἀπό τόν Θεό, ὡς ἄλλος προφήτης Κυρίου, καί ἐπεβλήθη ὡς ἀπλανής ὁδηγός τῶν ἀνθρώπων μέ τήν βιβλική, ἁγιοπατερική, αὐστηρή μέν, ἀποπνέουσα ἀγάπη δέ πρός κάθε ἄνθρωπο, προσωπικότητά του.
Ὁ λόγος του καθαρός, σάν τό ξάστερο νερό πού ἤπιε γιά πρώτη φορά στά κακοτράχαλα βουνά τῆς Γορτυνίας· ἡ ζωή του σάν τόν ἥλιο λαμπρή, ἀκτινοβολοῦσα καί ἀστράπτουσα τῶν ἀρετῶν τάς λαμπηδόνας.
Βράχος ἀμετακίνητος στήν ἀποκεκαλυμμένη ἀπό τόν Θεό ἀλήθεια καί στήν διδασκαλία τῆς πίστεως, δέν διενοήθη ποτέ νά νοθεύσῃ τό ἀλάβαστρον τοῦ πολυτίμου πνευματικοῦ μύρου, τῆς ἱερᾶς δηλαδή Ὀρθοδόξου παραδόσεως, ἔχων πάντοτε στά ὦτα του, ἤ τί λέγω, στήν καρδιά του τούς λόγους τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου: «Καί ἐάν ἡμεῖς ἤ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ’ ὅ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλ. α’. 8).
Ὡς Λειτουργός τοῦ Ὑψίστου, εὑρίσκετο μετάρσιος μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς καί ζοῦσε τίς συγκλονιστικές ἐμπειρίες τῶν Ἁγίων τοῦ Θεοῦ. Ἡ Θεία Λειτουργία ἦτο ὄντως γιά αὐτόν θεία μυσταγωγία. Προσηλωμένος ἀπόλυτα στό Ἱερό Μυστήριο, πλήρης δέους καί ἱεροπρεπείας, σεμνός, μέ λιτή περιβολή, ἔδινε τήν ἐντύπωση οὐρανίου ὄντος καί ὡδηγοῦσε τίς ψυχές σέ πνευματικούς ἀναβαθμούς, σέ ἀληθῆ μεταρσίωση, κατά τίς μαρτυρίες πολλῶν Κληρικῶν καί Λαϊκῶν πού ἔζησαν αὐτές τίς θαυμαστές ἐμπειρίες κοντά του.
Ὡς πνευματικός ἦτο ἀκούραστος. Ὁ ζῆλος του ἀμείωτος. Ἡ ἀγάπη του παραδειγματική. Ἡ ὑπομονή του ἀξιοθαύμαστη. Οὔτε ἡ ἡλικία, οὔτε ἡ πολυετής διακονία ἔκαμψαν τόν ἱερό ἐνθουσιασμό του γιά τό σωτήριο μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως, μέσα ἀπό τό ὁποῖο χιλιάδες ἀνθρώπων ἀναγεννήθηκαν πνευματικά καί βρῆκαν τήν ὁδόν τῆς σωτηρίας διά τῆς συντριβῆς τῆς καρδίας καί τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας.
Ἀγάπησε ἰδιαιτέρως τά παιδιά καί εἶναι ὁ ἱδρυτής τῶν Κατηχητικῶν Σχολείων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. «Νά προσέχετε τά ἀρνία τοῦ Θεοῦ», ἔλεγε γιά τά παιδιά, τά ὁποῖα ἔτρεχαν κοντά του αἰσθανόμενα τήν ἁγνότητα τῆς καρδιᾶς του καί τήν ἁγιότητα τοῦ βίου του.
Διεκρίθη γιά τόν μαχητικό του ἐνθουσιασμό, ὅμοιο μέ ἐκεῖνον τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, ὁ ὁποῖος σταμάτησε ἀκόμη καί τόν ἥλιο προκειμένου νά κερδηθῇ ἡ μάχη (Ἰησ. Ναυ. 10. 12-14).
Ἦτο ἀσυμβίβαστος μπροστά στήν ἐπιτέλεση τοῦ καθήκοντος, σέ ὅποια θέση καί ἄν ὑπηρέτησε. Ἰδιαιτέρως αὐτό ἐφάνη ὅταν ὑπηρετοῦσε ὡς Πρωτοσύγκελλος τοῦ ἀοιδίμου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Χρυσάνθου.
Ἀλλά καί σημειοφόρος ἀνεδείχθη, ἀφοῦ ὁ Κύριος θαυμαστῶς ἀπεκάλυψε τόν τύπον τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἐντός πεύκου, τό ὁποῖο ὁ Γέροντας εἶχε φυτεύσει στόν τόπο τῶν Κατασκηνώσεων.
Ἐνθυμοῦμαι χαρακτηριστικῶς τήν συζήτηση, τήν ὁποία εἶχα μετά τοῦ Γέροντός μου, ἀειμνήστου Μητροπολίτου Μαντινείας καί Κυνουρίας Θεοκλήτου, ὁ ὁποῖος μέ συμμαρτυρία τοῦ π. Γερβασίου εἰσῆλθε στόν Ἱερό Κλῆρο. Ἐπάνω στό γραφεῖο τοῦ μακαριστοῦ Θεοκλήτου εὑρίσκετο μονίμως ἡ φωτογραφία τοῦ Γέροντος, καθώς καί φωτογραφία εἰκονίζουσα τό ἐντός τοῦ δένδρου τύπωμα τοῦ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ. «Ἦτο ἡγιασμένος ἄνθρωπος», ἔλεγε γιά τόν π. Γερβάσιο ὁ χειροτονήσας με Ἀρχιερεύς, «εἶχε ἰσάγγελον πολιτείαν καί σέ προτρέπω πατρικῶς καί σέ παρακαλῶ νά τοῦ μοιάσῃς, βαδίζοντας στά ἴχνη του».
Πέρασαν τά χρόνια, ὁ Μητροπολίτης ἔφυγε γιά τόν οὐρανό, καί ὁ Κύριος μέ ἀπέστειλε στήν Πάτρα ὡς Ἀρχιερέα. Ἐκ τῶν πρώτων μελημάτων μου ἦτο νά τελέσω τρισάγιο ἐπί τοῦ τάφου τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Γερβασίου καί νά ἀσπασθῶ τήν πλάκα, κάτω ἀπό τήν ὁποία φυλάσσονται τά σεβάσμια καί ἡγιασμένα Λείψανα τοῦ θερμουργοῦ ἐργάτου τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου καί φωτοφόρου Λειτουργοῦ τοῦ Ὑψίστου.
Ἡ ἐπίσκεψη μέ πλῆθος εὐλαβῶν Πατρέων στήν γενέτειρά του Νυμφασία Γορτυνίας, ἡ τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας στόν Ἱερό Ναό τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ ἐπιμνημόσυνη δέηση στόν τόπο πού γεννήθηκε, ἦταν ἐμπειρίες πνευματικά συγκλονιστικές.
Πενήντα χρόνια πέρασαν ἀπό τότε πού ἔφυγε γιά τόν οὐρανό ὁ π. Γερβάσιος, στίς 30 Ἰουνίου τοῦ 1964, ἀνήμερα τῆς Συνάξεως τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Ὅμως ἡ πνευματική του παρουσία στήν Πάτρα εἶναι συνεχής. Οὐδέποτε μᾶς ἐγκατέλειψε. Αἰσθανόμεθα τήν ἀνάσα του, τήν ἀγάπη του, τήν εὐλογία του, τίς πρεσβεῖες του.
Χρέος ἱερό καί καθῆκον ἅγιο πρός τόν πνευματικό πατέρα καί διδάσκαλο τῶν Πατρῶν, στόν ὁποῖο σύμπας ὁ ἱερός Κλῆρος καί ὁ εὐσεβής Λαός μας ὑποκλίνονται εὐλαβικά, μᾶς ὡδήγησε νά λάβωμε τήν ἀπόφαση γιά τήν ἀνακομιδή τῶν ἱερῶν του Λειψάνων, δοξάζοντες τόν Θεό γιατί μᾶς χάρισε τόν π. Γερβάσιο καί τιμῶντες τήν μνήμη εὐγνωμόνως τοῦ μακαριστοῦ καί λαμπροῦ Ἱερωμένου.
Ὅμως καί ἡ ὑπόσχεση, κατόπιν μακρᾶς συζητήσεως, μέ τόν ἄλλο ἀδάμαντα τῶν Πατρῶν, μαθητή καί πνευματικό τέκνο τοῦ ἀοιδίμου π. Γερβασίου, τόν μακαριστό Μητροπολίτη Ὕδρας, Σπετσῶν καί Αἰγίνης Ἱερόθεο (Τσαντίλη), ὡδήγησε τήν καρδιά μας στήν ὡς ἄνω ἀπόφαση, ὥστε καί τήν ἁγία ψυχή ἐκείνου, κατά τήν ὑπόσχεσή μας καί τήν πνευματική μας δέσμευση, νά ἀναπαύσωμε.
Τήν Κυριακή 29 Ἰουνίου τό ἀπόγευμα, μετά τόν Ἑσπερινό πού θά τελεσθῇ στίς 5:30 στόν Ἱερό Ναό τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς στίς Κατασκηνώσεις στά Συχαινά, πού ὁ ἴδιος ὁ π. Γερβάσιος ἵδρυσε, θά προβοῦμε στήν ἀνακομιδῆ τῶν Λειψάνων του, ὥστε νά ἀσπασθοῦμε τήν ἡγιασμένη κάρα του καί μέ αὐτή νά εὐλογήσωμε τήν πόλη τῶν Πατρῶν, πού τόσο ἀγάπησε ὁ Γέροντας, ἀλλά καί τόν Λαό αύτῆς, ὑπέρ τοῦ ὁποίου μέχρι τελευταίας του πνοῆς ἠγωνίσθη, προκειμένου νά τόν προσαγάγῃ ὡς ποιμήν ἄριστος στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ.