Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

Ιερομόναχος Παντελεήμων Καρυώτης (1892 – 28 Δεκεμβρίου 1989)

Ιερομόναχος Παντελεήμων ΚαρυώτηςΟ κατά κόσμον Θεόδωρος Πάνου του Σπυρίδωνος γεννήθηκε στο χωριό Κολλιανοί Κορινθίας το 1892. Νέος προσήλθε στη σκή­τη Αγίου Δημητρίου της μονής Βατοπεδίου. Εκεί εκάρη μοναχός από τον ενάρετο Γέροντα Παΐσιο (+1948) το 1912. Το 1921, λόγω κάποιου σοβαρού πειρασμού που συνέβη και δίχασε τους πατέρες της σκήτης, αναγκάσθηκε η ευλαβέστατη συνοδεία, χάριν της αγάπης, της ειρήνης και της ομόνοιας, ν’ αναχωρήσει. Τη συνοδεία αποτελούσαν ο Γέροντας Παΐσιος, ο μοναχός Γεράσιμος (+1984), ο ιερομόναχος Παντελεήμων και ένας δόκιμος, που κατόπιν εκάρη μοναχός και ονομάσθηκε Αρτέμιος (+1978). Αυτός ήταν πολύ ενάρετος, ασθένησε όμως από ημιπληγία και εκοιμήθη σχετικά νέος. Το 1981 προστέθηκε στη συνοδεία ο ιεροδιάκονος Γεράσιμος (+2006) από την Προβάτα.
Το 1921 λοιπόν ήλθαν στο Αγιοπαυλίτικο Κελλί της Υπαπαντής παρά τις Καρυές οι τέσσερις εκλεκτοί πατέρες. Στο Κελλί τους διατή­ρησαν το σκητιώτικο τυπικό. Είχαν μακρές ακολουθίες, με Ψαλτήρια, Θεοτοκάρια, Παρακλήσεις και λοιπά. Τηρούσαν αυστηρές νηστείες και το μοναστικό πρόγραμμα επακριβώς. Μάλιστα είχαν την ευλογία να έχουν μία πολύ καλή γειτονιά με τις ευλογημένες συνοδείες των παρα­πλήσιων Κελλιών: το Λαυριώτικο της Αγίας Τριάδος και το Ιβηρίτικο της Αναλήψεως του Κυρίου. Τις μεγάλες εορτές λειτουργούσαν εκ πε­ριτροπής στα κατανυκτικά εκκλησάκια και ήταν σαν μία μικρή σκήτη.
Ο παπα-Παντελεήμων ήταν ένας άξιος λειτουργός και διακριτικός και διακεκριμένος Πνευματικός. Όταν ήταν να λειτουργήσει το πρωί, δεν κοιμόταν ποτέ καθόλου αποβραδίς. Ήταν αρχαία παράδοση αυτή και στις μονές και στις σκήτες και στα Κελλιά. Στο άγιο πετραχήλι του άφησαν λογισμούς μάταιους, πονηρούς κι επηρμένους, πάθη αντίθεα, πράξεις αμαρτωλές, κρίματα βαριά πολλοί. Μοναχοί απ’ όλο το Άγιον Όρος, λαϊκοί εργαζόμενοι και προσκυνητές έλαβαν άφεση αμαρτιών και συγχώρηση πλημμελημάτων. Ήταν ανεκτικός, επιεικής, συμπαθής και ακριβής εξομολόγος. Ήταν ένα κόσμημα ο κόσμιος παπάς με την απλότητα, τη γνησιότητα και την ταπεινότητά του. Εκοιμήθη εν Κυρίω στις 28.12.1989.
Πήγες – Βιβλιογραφία:
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ΄1984-2000 , σελ. 1257-1262, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

Χριστιανισμός και ΟυμανισμόςΓέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός († 2009)


christinismos-ke-oumanismos
Η μικρή αυτή μελέτη σκοπό έχει μια σύντομη θεώρηση και ανάλυση του σημερινού πολιτισμού, των σκέψεων και των επιδιώξεων του σημερινού ανθρώπου, και ιδίως του ευρωπαίου ανθρώπου που επηρεάζει γενικά το ανθρώπινο σύνολο. Αν και επικαλεσθήκαμε τον όρο «ευρωπαίος», εν τούτοις δεν περιοριζόμαστε στα στενά γεωγραφικά όρια της «εν κακοίς γηρασκούσης» Ευρώπης, αλλά εννοούμε και τους δύο πολιτισμούς, Ανατολικό και Δυτικό, οι οποίοι, παρά τις διαφορετικές εκφράσεις και μορφές ανήκουν στο ίδιο στρατόπεδο του άθεου ουμανισμού. Θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή του λαού μας στον επικείμενο κίνδυνο της απομακρύνσεως από τα ιδανικά μας, τις παραδόσεις μας, την ιερή παρακαταθήκη μας, ένεκα των ξένων και σφαλερών ιδεών που κατακλύζουν με όλα τα μέσα την κοινωνία μας. Όμως η υγιαίουσα ορθή πίστη, της οποίας είμαστε κληρονόμοι και που είναι η ιερή παρακαταθήκη μας, αποτελεί το πιο μεγάλο αγαθό υπό τον ήλιο, γι’ αυτό και ο αγώνας γι’ αυτήν πρέπει να είναι ανένδοτος και γενναίος.
Επειδή ο στόχος του διαβόλου είναι να απομακρύνει τον άνθρωπο από τον Θεό, χρησιμοποιώντας άπειρες μεθόδους για να τον αποπλανήσει, γι’ αυτό εδώ θα ασχοληθούμε με μια απ’ αυτές, τον άθεο ουμανισμό, που αποτελεί και τη βάση του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Σαν σε εισαγωγή θα αναφερθούμε στην ύλη και το πνεύμα, από τα οποία αποτελείται ο γύρω μας κόσμος και στη συνέχεια θα μιλήσουμε για την αξία της ανθρώπινης προσωπικότητας, για το απόλυτο και το πεπερασμένο, το άφθαρτο και το φθαρτό, το αιώνιο και το πρόσκαιρο· θα αναφερθούμε στην «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» δημιουργία του ανθρώπου, η οποία μαρτυρείται όχι μόνο από την Αγ. Γραφή, αλλά και από φυσικά δεδομένα τα οποία μας δίνουν λύση στα αγωνιώδη περί του ανθρώπου ερωτήματα· θα αναφερθούμε μετά στην ενσάρκωση του Θεού Λόγου και στην τελείωση της φύσεώς μας σ’ Αυτόν και μόνον. Τέλος θα τονίσουμε ότι ο Θεάνθρωπος αποτελεί το παν, το απόλυτο κριτήριο για τον άνθρωπο, δανειζόμενοι για τον σκοπό αυτό μερικές ωραίες και σοφές σκέψεις του μακαριστού και αγίου γέροντος π. Ιουστίνου Πόποβιτς.
***
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο άνθρωπος είναι μετά τον Θεό η πιο μυστηριώδης και αινιγματική ύπαρξη. Από την αρχή της ιστορίας του διαπιστώνει κανείς ότι συνυπάρχουν μέσα του δύο αντίθετες δυνάμεις που προσπαθούν να επικρατήσουν και να τον τραβήξουν προς το μέρος τους: το καλό και το κακό, η ζωή και ο θάνατος, ο Θεός και ο διάβολος, το καθένα με τον τρόπο και τα μέσα του. Ποιός όμως είναι εκείνος ο παράγων διά του οποίου ο άνθρωπος αισθάνεται και διακρίνει όχι μόνο αυτές τις καταστάσεις αλλά κι όλες τις πραγματικότητες που βρίσκονται στον αισθητό κόσμο γύρω του;
Μόλις αποκτήσει τις αισθήσεις του ο άνθρωπος στον κόσμο αυτό, βλέπει και αισθάνεται με αυτές και περιγράφει όλα τα υλικά πράγματα που βρίσκονται γύρω του. Ενώ όμως τα άλογα ζώα βλέπουν με τις αισθήσεις τους τον όγκο ενός πράγματος χωρίς να καταλαβαίνουν ούτε την ουσία ούτε την ιδιότητά του, αντίθετα ο άνθρωπος με μια μυστηριώδη δύναμη, όταν αντικρύσει την οποιαδήποτε μορφή ύλης αμέσως την περιγράφει σ’ όλες της τις διαστάσεις. Προσδιορίζει τον χρόνο της, τις ιδιότητές της, τη χρήση της, την αλλοιώνει, την μειώνει, την αυξάνει, την διαλύει, την μεταβάλλει όπως θέλει και γενικά την υποτάσσει και την κυβερνά. Αυτό το μυστηριώδες μέσα στον άνθρωπο είναι το πνεύμα του, το οποίο δεν περιγράφεται με τα υλικά πράγματα, ούτε μοιάζει με αυτά, ούτε μπορούν αυτά να το χωρέσουν και να το περικλείσουν, αλλ’ ούτε και ο ίδιος ο άνθρωπος το γνωρίζει σε μορφή και ποιότητα. Και ενώ αυτό είναι, σε σύγκριση με την ύλη, αόρατο και άϋλο και απερίγραπτο, εν τούτοις αυτό αποτελεί όχι μόνο πιο αληθινή πραγματικότητα μέσα στο περιβάλλον των υλικών πραγμάτων (αφού τα μυστήρια του υλικού κόσμου ερμηνεύονται και κατανοούνται με το άϋλο πνεύμα), αλλά και μέτρον αυτών. Αφού αυτή είναι η πραγματικότης, ας σκεφθεί κάνεις πόσο μεγάλη πρέπει να είναι η αξία του πνεύματος. «Γιατί, τι ωφελείται ο άνθρωπος, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο, χάσει όμως τη ζωή του; Ή τι μπορεί να δώσει ο άνθρωπος ως αντάλαγμα για τη ζωή του;» (Ματθ. ιστ’ 26), έλεγε ο Κύριός μας Ι. Χριστός.
Το συμπέρασμα είναι ότι ο άνθρωπος, όλη την ορατή ζωή του, η οποία ενεργείται μέσα στον χώρο και τον χρόνο, την θεμελιώνει επί των αοράτων δυνάμεων της ψυχής (του πνεύματος δηλαδή): πάνω στην αίσθηση, αντίληψη, κρίση, διάκριση, απόφαση, συνείδηση. Το πνεύμα του ανθρώπου είναι ένα θαυματουργικό εργαστήριο, μέσα στο οποίο οι εντυπώσεις που λαμβάνονται από τις αισθήσεις μεταβάλλονται κατά ένα ασύλληπτο τρόπο σε σκέψεις.
Ένας σοβαρός παρατηρητής της κοσμογονίας, από οποιανδήποτε πλευρά κι αν πλησιάσει την κτίση, είτε την υλική είτε την πνευματική, θα αισθανθεί την παρουσία ενός ανέκφραστου μυστηρίου σ’ όλα τα φαινόμενα. Μόνο όμως ένα υγιές πνεύμα θα μπορέσει να προσανατολισθεί ορθά και να δώσει τη σωστή ερμηνεία σ’ αυτό το αινιγματικό μυστήριο του κόσμου. Η εμπειρία που αποκτά το υγιές ανθρώπινο πνεύμα με την επαφή του με τα αισθητά και τα νοητά πράγματα το οδηγεί αμέσως στη νοσταλγία του άπειρου, του αιώνιου, του απόλυτου, και συμπεραίνει σαν βάση και σκοπό των πάντων την «αιώνια ζωή».
Στην έφεσή του αυτή προς το απόλυτο, το ανθρώπινο πνεύμα στρέφει όλη του την προσπάθεια στο να νικήσει και δαμάσει το πεπερασμένο, το θνητό, το φθαρτό, και γενικά τον περιορισμό και αυτό τον θάνατο. Αν προσέξουμε την ιστορία του ανθρώπινου βίου από τα βάθη των αιώνων, θα δούμε ότι ο στόχος των προσπαθειών του ανθρώπου με τις θρησκείες του, τις φιλοσοφίες του, τον πολιτισμό του, σ’ ένα σκοπό απέβλεπε, στο να νικηθεί η θνητότητα και ο θάνατος, που είναι το μόνο ξένο κι ανόμοιο και αλλότριο στοιχείο που παρεμποδίζει την ολοκλήρωση της ζωής.
Από πού όμως πηγάζει στο ανθρώπινο πνεύμα αυτή η νοσταλγία και έφεση προς το άπειρο; Τι είναι εκείνο που σπρώχνει την ανθρώπινη σκέψη σ’ αυτόν τον προβληματισμό του απολύτου; Εάν αυτή η σκέψη ήταν δεισιδαιμονία του απλού και αμαθούς κόσμου, δεν θα απασχολούσε τους διανοούμενους και σοφούς, ενώ βλέπουμε ότι απασχολεί έντονα κι αυτούς. Ούτε πάλιν ήταν δυνατό να επιβλήθηκαν στον άνθρωπο από την εξωτερική ύλη ή και από αυτό ακόμη το σώμα του η έννοια της αιωνιότητας και του απόλυτου, αφού αυτά (η ύλη και το σώμα) είναι πεπερασμένα.
Η μόνη εξήγηση είναι ότι ο πόθος και η έφεση του ανθρώπου προς το απόλυτο, προς την αιωνιότητα και τη ζωή, βρίσκεται μέσα σ’ αυτή την ύπαρξη του ανθρώπινου πνεύματος, μέσα στη φύση του, είναι το βασικό στοιχείο της οντότητάς του. Γι’ αυτό ο πόθος του απόλυτου και της αθανασίας δεν μπορούσε παρά να είναι η μόνη διαρκής μεταφυσική δίψα του. Αλλά και οι φυσικοί κανόνες των όντων δεν μας διδάσκουν ότι το καθένα αναζητεί το όμοιό του και ότι καθετί αυτό που έχει μπορεί να μεταδώσει; Έτσι την αθανασία και την αιώνια ζωή μόνον Εκείνος που είναι η αυτο-Ζωή μπορεί να μεταδώσει. Όλα αυτά δεν είναι παρά μια πιστοποίηση των λόγων της Αγίας Γραφής, η οποία μας αποκαλύπτει τους «λόγους» της δημιουργίας των όντων και ιδίως της δικής μας φύσεως, όπου «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν κτισθέντες, του αειζώου και αφθάρτου και αιωνίου και αθανάτου Θεού, έχουμε μέσα μας όλους τους χαρακτήρες της θεοειδούς καταστάσεως».
Είναι λοιπόν φυσικό για τον «κατ’ εικόνα Θεού» πλασθέντα άνθρωπο να ποθεί τον δημιουργό του ως το πρότυπό του. Σ’ αυτή τη νοσταλγία του θείου θεμελιώνεται οντολογικά ο άνθρωπος. Ό,τι είναι κι ό,τι έχει ο Θεός, την αιωνιότητα, το άπειρο, την αθανασία, το αεί ζην, την μακαριότητα, σ’ εκείνα το ανθρώπινο πνεύμα συνεχώς περιστρέφεται και εκείνα φαντάζεται και νοσταλγεί, επινοώντας τρόπους και μεθόδους και σχήματα να ικανοποιήσει αυτή του τη δίψα και τον πόθο. Διαπίστωση της πραγματικότητας αυτής είναι ακόμη η κόπωση και η αποστροφή που αισθάνεται σε οποιανδήποτε άλλη ασχολία κι αν επιδοθεί· προσέξτε τις διάφορες κατακτήσεις τις οποίες επιτυγχάνει, πως μόλις τις ολοκληρώσει, γυρίζει αμέσως κουρασμένο σε άλλες και άλλες και ποτέ δεν αναπαύεται σε καμιά. Ενώ αντίθετα όσοι γνώρισαν τον Θεό και πέτυχαν την ένωση μαζί του με την μετοχή στις άκτιστες ενέργειές Του, δηλαδή διά του αγιασμού, κανείς απ’ αυτούς δεν στράφηκε σε άλλες αναζητήσεις.
Σ’ αυτή τη φυσική έφεση του ανθρώπου απαντώντας ο Σωτήρας μας, διεκήρυξε το «να γίνετε, λοιπόν, κι εσείς τέλειοι, όπως τέλειος είναι και ο Πατέρας σας ο ουράνιος»(Ματθ. ε’ 48). Οντολογικά λοιπόν ο άνθρωπος είναι με ολόκληρη την υπαρξή του θεοειδής και σ’ αυτό έγκειται η ουσία του. Είναι κάτι το δεδομένο, είναι η θέση της φύσεώς του. Αυτό φανερώνει και τον τελολογικό χαρακτήρα της υπάρξεως του, γιατί τέλος (σκοπός) όλων των πόθων και στόχων και ενεργειών του είναι ο Θεός. Είναι πλασμένος δυνάμει θεανθρώπινο ον, το οποίο οδηγούμενο από τη θεοειδή ψυχή του έχει χρέος να εξομοιώσει τον εαυτό του και τα πάντα προς τον Θεό και έτσι να γίνει και ενεργεία θεανθρώπινο ον όπου, ενωμένος κατά ένα τέλειο τρόπο με τον Θεό, να ζει μέσα στις άπειρες θείες τελειότητες. Έτσι ερμηνεύεται και ολοκληρώνεται το «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν».
 Ας μας επιτραπεί εδώ να προσθέσουμε και το εξής: όχι μόνο οι μέσα στον άνθρωπο εφέσεις μαρτυρούν την ύπαρξη Θεού και αιωνιότητας, αλλά και αυτές ακόμα —θα μπορούσαμε να πούμε— οι προκλητικές και σε πολλά αβάστακτες αδικίες που επικρατούν όχι μόνο στην κοινωνική ζωή, αλλά και σ’ όλόκληρη την κτίση. Πράγματι,  στους μεν ανθρώπους παρατηρούμε ότι άλλος είναι πλούσιος και άλλος φτωχός, άλλος είναι ωραίος και άλλος άσχημος, άλλος υγιής και άλλος ανάπηρος ή ασθενικός, σ’ άλλον έρχονται όλα βολικά και σ’ άλλον όλα ανάποδα. Στη δε φύση, βλέπουμε ανωμαλίες στους φυσικούς νόμους, θεομηνίες, συμφορές, καταστροφές που φέρνουν δυστυχία σε ολόκληρους λαούς. Μάταια οι σχετικοκράτες φιλόσοφοι θα προσπαθήσουν να δώσουν λύση γι’ αυτά που συμβαίνουν. Για ένα χριστιανό όμως η κατάφορη αυτή αδικία που βλέπουμε παντού αποτελεί απόδειξη της υπάρξεως μιας μεταφυσικής δικαιοσύνης, ενός άλλου κόσμου και χώρου, καλύτερου και τελειότερου, στον οποίο βασιλεύει πραγματικά η δικαιοσύνη. Αν αρνηθούμε την ύπαρξη της δικαιοσύνης αυτής, τότε καταργείται ταυτόχρονα κι ο νόμος της λογικής και κάθε ηθικής αξίας. Εάν δεν υπήρχε κάπου αλλού η λύση στην τόση αδικία, στην τόση πρόκληση της ανισότητας, της καταπίεσης, που αποτελούν γενικό κανόνα που υπάρχει στις συνθήκες του ανθρώπινου βίου, τότε ο άνθρωπος θα ήταν το ελεεινότερο πλάσμα και η ζωή του θα αποτελούσε πραγματική κατάρα και δυστυχία.
Οι τρόποι αυτοί της γενικής προνοίας του Θεού είναι μυστηριώδεις για μας και ακατάληπτοι και μόνον όσοι έχουν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος μπορούν να διεισδύσουν και ακόμα να επέμβουν με την προσευχή τους και να τους επηρεάσουν (πόσοι άγιοι δεν θεράπευσαν ανίατες ασθένειες, σταμάτησαν θεομηνίες, έλυσαν ανομβρίες, προστάτεψαν ολόκληρους λαούς από συμφορές). Αλλ’ η πρόνοια του Θεού αποδεικνύεται άγρυπνη μέσα στις αδικίες και ανωμαλίες αυτές και από το ότι συχνά οι ανωμαλίες και οι συμφορές σταμάτησαν όταν οι άνθρωποι που τις υφίσταντο μετανοούσαν από τα πονηρά τους έργα. Αυτό σημαίνει ότι τίποτε δεν γίνεται τυχαία και συμπτωματικά.
Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι στον κόσμο αυτό δεν είναι ποτέ δυνατό να πραγματοποιηθεί μια γενική δικαιοσύνη στις ανθρώπινες κοινωνίες (όπως διακηρύττουν δημαγωγικά πολλοί υλιστικά σκεπτόμενοι άνθρωποι), αφού υπάρχουν οι απεριόριστες σε αριθμό φυσικές αδικίες. Τότε μόνο η αδικία θα καταργηθεί, όταν φανερωθούν από τον ίδιο τον Δημιουργό οι «καινούριοι ουρανοί και η καινούρια γη, όπου θα βασιλεύει η δικαιοσύνη» (Β’ Πέτρ. γ’ 13).

Μέσα στον κόσμο των ιερών εικόνων ο ήλιος δεν δύει ποτέ! (Παταπίου μοναχού Καυσοκαλυβίτου)


(…) Στήν παράσταση τῆς εἰκόνας τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, μέ τήν ταυτόχρονη ἀπεικόνιση μέσα στήν ἴδια σύνθεση γεγονότων πού διαφέρουν χρονικά μεταξύ τους, δίνεται μία ἄλλη αἴσθηση τοῦ χρόνου, πού εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐνόρασης τῶν Χριστουγέννων ὡς γεγονότος ἱστορικοῦ ἀλλά καί πέρα ἀπό τήν ἱστορία· γεγονότος μυστηριακοῦ, ἐξωχρονικοῦ. Γιά παράδειγμα: ἡ ταυτόχρονη παρουσίαση τοῦ Χριστοῦ στή φάτνη καί στό λουτρό, καί οἱ Μάγοι πού ταξιδεύουν καί συγχρόνως προσφέρουν τά δῶρα τους στόν Χριστό. Ὑπογραμμίζεται ἐδῶ ἡ ὑπέρβαση τοῦ τρισδιάστατου φυσικοῦ χώρου καί χρόνου καί ἡ ἀναγωγή του σέ ἕνα συνεχές ‘‘ἐδῶ’’ καί ἕνα διαρκές δοξολογικό ‘‘παρόν’’. 
Μέσα στην Ἐκκλησία ὅλα τά γεγονότα τῆς θείας Οἰκονομίας εἶναι διαχρονικά. «Σήμερον ὁ Δεσπότης τίκτεται ὡς βρέφος…», «Σήμερον γεννᾶται ἐκ Παρθένου…», θά ψάλλουμε κατά τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων, κι ἄς ἀναφερόμαστε σ᾿ ἕνα γεγονός πού συνέβη πρίν δύο χιλιάδες χρόνια.
 
Ὁ χρόνος δέν μετριέται ὡς παρελθόν, παρόν, μέλλον. Ἡ Ἐκκλησία ζεῖ τό γεγονός τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως ὡς ἕνα συνεχές παρόν. Ὁ Χριστός ἀσφαλῶς γεννήθηκε σ᾿ ἕνα συγκεκριμένο τόπο καί χρόνο, στή Βηθλεέμ τῆς Ἰουδαίας, στά χρόνια πού βασίλευε ὁ Ἠρώδης ἀλλά εἶναι «ὁ πρό αἰώνων Θεός ἡμῶν», ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά γεννιέται καθημερινά στίς καρδιές μας καί μέ τόν τρόπο αὐτό νά μᾶς ἀναγεννάει πνευματικά.
Τόν χρόνο ὁ ὀρθόδοξος ζωγράφος τόν χρησιμοποιεῖ ἐλεύθερα, γιατί ὁ Χριστός εἶναι ἔξω ἀπό τόν χρόνο. Γιατί κι᾿ἄν σαρκώθηκε καί γεννήθηκε σέ μία ἱστορική–πραγματική στιγμή, δέν παύει νά εἶναι χθές καί σήμερα καί αὔριο ὁ ἴδιος, ὁ «Ἰησοῦς Χριστός ὁ αὐτός εἰς τούς αἰῶνας». Στήν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως παρουσιάζεται αὐτή ἡ ὑπέρβαση τοῦ χρόνου, ὁ λειτουργικός χρόνος, ὅπου τά πάντα εἶναι παρόν. Σημασία ἐδῶ ἔχει ὄχι ἡ συγκεκριμένη στιγμή τοῦ ἱστορικοῦ παρελθόντος, ἀλλά τό πῶς τό συγκεκριμένο γεγονός ἐπιβιώνει στήν ἐσχατολογική αἰωνιότητα τῆς οὐράνιας βασιλείας.
Μέσα στόν κόσμο τῶν ἱερῶν εἰκόνων ὁ ἥλιος δέν δύει ποτέ!
Τά Χριστούγεννα ὁ ἄχρονος Θεός μπῆκε μέσα στόν χρόνο καί ἀνέστρεψε τήν πορεία του. Ὁ Θεός φανερώθηκε στόν κόσμο μας, εἰσῆλθε μέσα στή   δική μας ἀνθρώπινη πραγματικότητα καί ἱστορία, μέσα στό εἶναι καί τή ζωή μας. Τώρα πλέον τό ποτάμι τοῦ χρόνου ἐκβάλλει στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ ἄχρονος Θεός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του μπῆκε μέσα στόν χρόνο, τόν ἔκοψε στή μέση. Μιλᾶμε γιά πρό Χριστοῦ, μιλᾶμε γιά μετά Χριστόν.
Ἀλλά αὐτό δέν ἀφορᾶ μόνο τήν ἱστορία γενικά. Ἀφορᾶ τήν προσωπική ἱστορία τοῦ καθενός μας. Κι ἄν ὁ Χριστός μπεῖ στόν χρόνο τῆς δικῆς μας ζωῆς, τότε καί μόνον τότε, μποροῦμε νά μιλᾶμε γιά τόν «νέο ἄνθρωπο». Τά Χριστούγεννα, τότε μόνο ἔχουν ἀξία γιά μᾶς, τότε ἔχουν ἀξία γιά τόν ἄνθρωπο, ὅταν γίνουν ἡ ἀφορμή, ὁ σαρκωθείς Θεός νά μπεῖ στόν χρόνο τῆς προσωπικῆς μας ζωῆς. Ὅταν μπεῖ μέσα στόν χρόνο τῆς ζωῆς μας καί τήν κόψει στή μέση: στήν πρό καί τήν μετά Χριστόν ζωή μας. Κι αὐτός ἄς εἶναι ὁ οὐσιαστικότερος τρόπος νά ἑορτάσουμε, ὄχι μιά στιγμή, ὄχι μιά μέρα μόνο, τά Χριστούγεννα.
Κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, «ὅλος ὁ χρόνος καί ὅλα ὅσα εἶναι ἐν χρόνῳ, βρίσκουν τήν ἀρχή καί τό τέλος τους στόν Χριστό». Ὁ Χριστός μπορεῖ νά γεννήθηκε σέ ὁρισμένο μετρητό χρόνο ὅταν ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου καί συγκεκριμένο τόπο, δέν ἔπαυσε ὅμως νά εἶναι «ὁ πρό τῶν αἰώνων ἄχρονος Υἱός» πού «ὅλος ἦν ἐν τοῖς κάτω καί τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν», ὅπως ψάλλουμε στόν Ἀκάθιστο Ὕμνο. Μέ τόν ἐκφραστικό αὐτό τρόπο ἡ εἰκόνα καθιστᾶ τό εἰκονιζόμενο γεγονός σύγχρονο, μοντέρνο, καί προτρέπει τόν πιστό νά συμμετάσχει καί νά δεῖ τόν τόπο ὅπου γεννήθηκε ὁ Χριστός· ὁ Χριστός, στό πρόσωπο τοῦ ὁποίου ἡ ἱστορία βρῆκε τό τέλος της, δηλαδή τό σκοπό της, πού εἶναι ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου…                                      
Ἀποσπάσματα ἀπό Ὁμιλία τοῦ συγγραφέα μέ τίτλο: 
«Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί: Εἰκονογραφικές προσεγγίσεις στό μυστήριο τῶν Χριστουγέννων».
 Ἡ ἐκδήλωση πραγματοποιήθηκε στίς 12 Δεκεμβρίου 2016 
στόν ἱερό Ναό Ἁγίου Γεωργίου Κυψέλης τῆς ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν

- Στο «φως» στοιχεία της σχέσης Αριστοτέλη με τον Άθω, από τον Μοναχό Μάξιμο Ιβηρίτη


Άγνωστα έως τώρα στοιχεία για την σχέση του Αριστοτέλη με τον Άθω αλλά και της παρουσίας του Μακεδόνα φιλοσόφου στο Άγιο  Όρος αποκάλυψε ο μοναχός Μάξιμος Ιβηρίτης, μιλώντας στην εκδήλωση που πραγματοποίησε χθες η Ιστορική και Λαογραφική Εταιρία Χαλκιδικής στην αίθουσα διαλέξεων της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.
Ο μοναχός Μάξιμος ήταν ο κεντρικός ομιλητής της εκδήλωσης, σε μια κατάμεστη από κόσμο αίθουσα, με θέμα «Αριστοτελικά Αποτυπώματα εις τον Άθωνα» κι όπως επισήμανε χαρακτηριστικά στον εναρκτήριο λόγο του, «το Άγιο Όρος είναι Ουρανογείτων αλλά είναι και Αριστοτελικογείτων αφού ο Αριστοτέλης καταγόταν από τα αρχαία Στάγειρα, πόλη που βρίσκεται στην προ του Άθω περιοχή».
Αναφερόμενος συγκεκριμένα στα αποτυπώματα του Μακεδόνα φιλοσόφου στον Άθω και  στο Άγιο Όρος σήμερα, ο μοναχός Μάξιμος  τόνισε ότι:

–«Την εποχή του Αριστοτέλη ο  Άθως λόγω της γεωμορφολογίας και του φυσικού του περιβάλλοντος προσέλκυε τους φιλοσόφους και μεταξύ αυτών ο Αριστοτέλης ο οποίος είχε κάνει μελέτες στο Άγιο Όρος κι αναφέρεται στα έργα του. Μελέτες που αφορούσαν τα χερσαία και θαλάσσια θηλαστικά, στα «Περί Υδάτων» και «Καιρικών φαινομένων» ενώ κάνει πολλές αναφορές για την διώρυγα του Ξέρξη κ.α.
–«Στην πορεία, όταν οι Αγιορείτες πατέρες συγκροτούσαν την Αθωνική Πολιτεία  σαφώς μελέτησαν τα έργα του Αριστοτέλη κι έχουμε πολλούς αριστοτελιστές πατέρες. Κυρίως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας υπήρχαν σχολεία στο Άγιο Όρος που δίδασκαν Αριστοτελικά έργα.
–«…Οι πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς θεωρούσαν ότι μια σειρά φιλοσόφων προετοίμασαν με τον σπερματικό λόγο τους την έλευση του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Οι πατέρες ενσωμάτωσαν το αρχαίο ελληνικό πνεύμα με την  εκκλησία, την Ορθοδοξία. Είναι μεγάλο επίτευγμα αυτό. Ξεκαθάρισαν την σοφία από την σοφιστεία. Οπότε βλέπουμε τους πατέρες της Εκκλησίας να αναφέρονται τακτικά στον Αριστοτέλη. Το έργο του Αριστοτέλους «Περί αρετών και κακιών» ταυτίζεται με την θεολογία του Αποστόλου Παύλου. Ήταν μονοθεϊσταί οι φιλόσοφοι. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Ε που έζησε εξόριστος στον Άθω είχε κάνει παράφραση στα «Ειδικά» του Αριστοτέλους. Στο Άγιο Όρος έχουμε πάρα πολλά χειρόγραφα-σχόλια στα έργα του Αριστοτέλους».
–«Δέκα σελίδες είναι μόνο οι τίτλοι των χειρογράφων που έχω καταγράψει στις βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους. Υπάρχουν 4 αυτούσια χειρόγραφα με έργα του Αριστοτέλη, 3 είναι στην ιερά μονή Μεγίστης Λαύρας και 1 στην μονή Ιβήρων και τα υπόλοιπα είναι διάσπαρτα στις βιβλιοθήκες των μονών.
–«Επειδή οι φιλόσοφοι είχαν τον σπερματικό λόγο, θεολογούσαν πριν έρθει ακόμη ο Χριστός τους έχουν ζωγραφίσει στους έξω-νάρθηκες. Έτσι εξηγείται η παρουσία αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων σε τοιχογραφίες χριστιανικών ναών. Και όχι μόνο φιλόσοφοι αλλά και ποιητές και ρήτορες και άλλα πρόσωπα ιστορικά , τα οποία ,προ Χριστού, άνοιξαν τον δρόμο για την έλευσή Του. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς που έζησε τον 3ο αιώνα, λέγει μάλιστα χαρακτηριστικά ότι ήταν στο σχέδιο προαιωνίως του Θεού οι φιλόσοφοι και οι ρήτορες, αφού ομιλούν για το Θείον, ομιλούν για έναν Θεό ».
–«…Ο Αριστοτέλης είναι από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της Αρχαιότητας,ο παμμέγιστος των Φιλοσόφων κι ασχολήθηκε μ όλους τους κλάδους της Επιστήμης .Δεν έχουν σωθεί βεβαίως όλα τα έργα του αλλά μόνο ένα μικρό μέρος αυτών και δεν ξέρουμε που θα ευρίσκετο ο κόσμος εάν είχαν σωθεί όλα τα έργα του».
–«…Το Άγιο Όρος πάντως είναι ένα Αριστοτελικό Ταμείο κι είναι πολύ συγκινητικές σήμερα οι αναφορές του μεγάλου Μακεδόνα φιλοσόφου και δασκάλου του Μεγάλου Αλεξάνδρου στον Άθωνα, στις πόλεις που υπήρχαν στην περιοχή του καθώς και στην διώρυγα».
Στην προσφώνησή του, ο πρόεδρος της ΙΛΕΧ κ Βασιλ Πάππας αφού επισήμανε ότι η παρουσίαση της μελέτης εντάσσεται στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για το έτος Αριστοτέλη 2016,τόνισε ,μεταξύ άλλων, ότι «η ΙΛΕΧ από της ιδρύσεώς της το 1960, δεν έπαυσε, ως η μόνη ως τα τώρα επιστημονική Εταιρεία της Χαλκιδικής, να τιμά τον μεγάλο φιλόσοφο με ομιλίες, ημερίδες, συνέδρια και με σειρά εκδηλώσεων αλλά και εκδόσεων, οι οποίες σε έντυπη μορφή υπερβαίνουν τις 3500 σελίδες».

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ

Όρθρος Βαθύς, το πώς η φθορά τῇ ζωῇ νικάται». Το νέο βιβλίο του παπα Αναστάση, Γέροντος του Ι. Κελλιού Τιμίου Προδρόμου (Φουρνά)


Στην πρωτεύουσα της Αθωνικής Πολιτείας, τις Καρυές, βρίσκεται το ιστορικό Κελλί του Τιμίου Προδρόμου, κτίτωρ του οποίου είναι ο μέγας διδάσκαλος της αγιογραφικής τέχνης ιερομόναχος Διονύσιος ο εκ Φουρνά των Αγράφων (περ. 1670-1745), συγγραφέας του περισπούδαστου έργου «Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης» (περ. 1728-1733).
Το Ιερό Κελλί, συνεχίζοντας την παράδοση περί την τέχνην, διακονεί με καλλιτεχνικές δραστηριότητες, όπως εκθέσεις και εκδόσεις υπό τον διακριτικό τίτλο «Ερμηνεία».
Τελευταία έκδοση αποτελεί το βιβλίο του Γέροντος του Κελλιού Ιερομονάχου Αναστασίου, με τίτλο «Όρθρος Βαθύς, το πώς η φθορά τ ζωῇ νικάται»

Ο ιερομόναχος Αναστάσιος κατάγεται από το Παντείχιον της Κωνσταντινούπολης. Εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου το 1977 και από το 1982 εγκαταβιώνει στο Ιερό Κελλί Τιμίου Προδρόμου “Διονυσίου εκ Φουρνά” στις Καρυές, κτήτωρ του οποίου είναι ο μέγας διδάσκαλος της αγιογραφικής τέχνης ιερομόναχος Διονύσιος ο εκ Φουρνά των Αγράφων (περ. 1670-1745).
Διακονεί με καλλιτεχνικές δραστηριότητες, ζωγραφίζει, γράφει και καλλιεργεί τον κήπο του Κελλιού. Εκθέσεις του έχουν παρουσιαστεί στη Θεσσαλονίκη, τη Λάρισα, τη Βέροια, τον Βόλο, την Αγιά Λάρισας, την Αθήνα καθώς και στην Κωνσταντινούπολη, τη Μόσχα, το Ελσίνκι και τη Γρανάδα.
Έχει εκδώσει τα κάτωθι λευκώματα – πονήματα: «Αθωνικά Δίπτυχα» (2000), «Από τον Σεπτέμβριο έως τον Αύγουστο» (2004), ‘Κωνσταντινούπολις, Παράκληση στην Παυσολύπη» (2011) ενώ προσφάτως κυκλοφόρησε το νέο του έργο, υπό τον τίτλο «Όρθρος Βαθύς, το πώς η φθορά τη ζωή νικάται» (2016), ενώ το 2007 επανεξέδωσε το περισπούδαστο έργο «Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης» (περ. 1728-1733) του ιερομονάχου Διονυσίου του εκ Φουρνά, το οποίο αποτελεί επί τρεις και πλέον αιώνες πολύτιμο εγχειρίδιο και μοναδικό έργο.

- Μητροπολίτης Κινσάσας κ. Νικηφόρος Μικραγιαννανίτης: Η Ορθοδοξία κηρύττει την ελευθερία και δεν εξαναγκάζει κανέναν να την ακολουθήσει.


Γράφτηκε από την Romfea.gr.
Πραγματοποιήθηκε Τρίτη 13 Δεκεμβρίου στην Θεολογική Σχολή της Κινσάσας του Κογκό «Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης», εκπαιδευτική ημερίδα της περιφερείας Κινσάσας, προεδρεύοντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κινσάσας κ. Νικηφόρου και συμμετεχόντων των εφημερίων και των διευθυντών των σχολείων των ενοριών της ως άνω περιφερείας. Ο Σεβασμιώτατος καλωσόρισε τους συνέδρους και εκδήλωσε την χαρά του για την παρουσία τους στην Θεολογική Σχολή, ενώ αναφέρθηκε στην σπουδαιότητα της ημερίδος προκειμένου να συντονισθεί καλύτερα το εκπαιδευτικό έργο της Μητροπόλεως.

Αναφέρθηκε εκτενώς στον σκοπό της υπάρξεως των σχολείων της Μητροπόλεως.
Σκοπός, τόνισε ο Σεβασμιώτατος, δεν είναι να λύσουμε τα εκπαιδευτικά θέματα της χώρας, αλλά σκοπός των σχολείων της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι να δώσει την παρουσία Της μέσα στην χώρα, τις αρχές Της και το ήθος Της.
Να δείξει και να γνωρίσει στην χώρα την ορθή πίστη, μακριά από προσηλυτισμούς και εξαναγκασμούς, τα οποία είναι ξένα στο ήθος της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Η Ορθοδοξία κηρύττει την ελευθερία και δεν εξαναγκάζει κανέναν να την ακολουθήσει. Εμείς οφείλουμε να φανερώσουμε στον κόσμο την ορθόδοξη διδασκαλεία και πίστη και όσοι θέλουν να την ακολουθήσουν αβίαστα και ελεύθερα.
Αυτός είναι και ο λόγος που δεν υποχρεώνουμε τους μαθητάς να γίνουν ορθόδοξοι προκειμένου να εγγραφούν στα σχολεία μας. 
Επίσης ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε και στο θέμα του φυλετισμού, όπου είναι ξένος προς την φύση της Ορθοδόξου πίστεως και που η Ορθόδοξος Εκκλησία, διαχρονικά καταδίκασε μέσο Ιερών Συνόδων.
Επέδειξε τον σεβασμό μεταξύ των αφρικανικών φυλών, την συνεργασία και την αγάπη για την επίτευξη του σκοπού των σχολείων της Μητροπόλεως.
Μεταξύ των άλλων ο Σεβασμιώτατος τόνισε πως το καλό σχολείο μορφώνει τον νου και την ψυχή του ανθρώπου. 
Εξέφρασε την χαρά του, που μεταξύ των άλλων, πολλά σχολεία κατόρθωσαν να συγκροτήσουν ωραίες χορωδίες, που κοσμούν με τις ωραίες τους φωνές και με τον παλμό τους τόσο τα ιερά αναλόγια των εκκλησιών, όσο και εκδηλώσεις που συχνά πραγματοποιούνται στις ενορίες.
Βεβαίως, ο Σεβασμιώτατος ανέφερε πως πέρα από την επίτευξη του σκοπού των σχολείων μας, επιθυμεί η Ιερά Μητρόπολης, κατά το μέτρο των δυνατοτήτων της, να βοηθήσει στην εκπαίδευση της χώρας, χωρίς όμως αυτό να είναι ο αρχικός της και απώτερος σκοπός Της. 
Έλαβε τον λόγο ο Αρχιμ. Θεοδόσιος Τσιτσιβός, αρχικώς να ευχαριστήσει και εκ μέρους των συνέδρων τον Σεβασμιώτατο για την πραγματοποιηθείσα ημερίδα, αλλά και για την σπουδαιότητα όλων όσων συζητήθηκαν σε θέματα εκπαίδευσης των σχολείων της Μητροπόλεως.
Επακολούθησε εκτενής συζήτηση με ανταλλαγή απόψεων και ο δεσπότης έδωσε κατευθυντήριες γραμμές για τη προαγωγή του εκπαιδευτικού έργου.
Έκανε γνωστό πως θα οργανωθούν αντίστοιχες ημερίδες και στις υπόλοιπες περιφέρειες της Μητροπόλεως.
Οι ιερείς και οι διευθυντές ευχαρίστησαν με την σειρά τους τον Σεβασμιώτατο για την ημερίδα και δεσμεύτηκαν αμφότεροι για την επανάληψη της συναντήσεως. Ορίστηκε τετραμελής επιτροπή για να εκδώσει τα πορίσματα της ημερίδος.
Τέλος ο Σεβασμιώτατος παρέθεσε γεύμα προς όλους τους συνέδρους μεταφέροντάς τους, την ευλογία του Μακαριωτάτου Πάπα και Πατριάρχου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ. Θεοδώρου του Β'.












Ιερομόναχος Ακάκιος Ξηροποταμηνός (1834 - 15 Δεκεμβρίου 1922)


Ο κατά κόσμον Αθανάσιος Μάδης γεννήθηκε στο χωριό Γεράκι της Λακωνίας το 1834. Μεγάλωσε ασχολούμενος με τα πατρικά του κτήματα. 
Στη μονή Ξηροποτάμου εισήλθε το 1865. Μοναχός εκάρη το 1866 μετονομασθείς Ακάκιος. Το 1869 χειροτονήθηκε διάκονος και το 1872 πρεσβύτερος. Το 1876 προήχθη σε Προϊστάμενο της μονής του. 
Αγαπούσε ιδιαίτερα την εκκλησία και τις ιερές ακολουθίες. Είχε ευλάβεια, προσοχή και κατάνυξη. Διετέλεσε επί έτη και καλός τυπικάρης. 
Το μοναχολόγιο της μονής λακωνικά αναφέρει περί αυτού: «Ήτο πολύ φιλακόλουθος, ιστάμενος μετ’ ευλαβείας και προσοχής εν τη εκκλησία, χρηματίσας και τυπικάρης».
Ανεπαύθη εν Κυρίω ειρηνικά στις 15.12.1922, ημέρα μνήμης του άγι­ου ιερομάρτυρος Ελευθερίου.

Πήγες – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου, α.α. 1.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α΄1901-1955 , σελ.169 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011

Μοναχός Ιερόθεος Δοχειαρίτης (1880 - 15 Δεκεμβρίου 1976)


Ο κατά κόσμον Ιωάννης Κυριάκου Κοντόπουλος γεννήθηκε στις Σαράντα Εκκλησιές της Α. Θράκης το έτος 1880. Προσήλθε στην ωραία και ιερά μονή Δοχειαρίου το 1900. Μοναχός εκάρη το 1902. Το 1911 εξελέγη προϊστάμενος αυτής. Επί μία τριακονταετία και πλέον διακόνησε αόκνως στη γραμματεία της μονής. 
Το υπομονετικό κι επιμε­λημένο έργο του παραμένει μέχρι σήμερα αρκετά χρήσιμο. Εργάσθηκε για τη σύνταξη του Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους. Διετέλεσε αντιπρόσωπος με βαρύνουσα γνώμη και ήταν σεβαστός απ’ όλους. Ο λογιότατος Ιερόθεος διετέλεσε επίσης καλός ψάλτης και ασχολήθηκε με την αντιγραφή μουσικών χειρογράφων.
Έτρεφε ιδιαίτερα μεγάλη ευλάβεια προς την Παναγία τη Γοργοϋπήκοο, τη θαυματουργή προστάτισσα όλων των Δοχειαριτών πατέ­ρων. Κάποτε μάλιστα που από την υπερβολική κόπωση των γραφείων έπαθαν τα μάτια του, κατέφυγε με θερμή πίστη στην εικόνα της Πανα­γίας και θεραπεύθηκε θαυματουργικά.

Ήταν καλογερικός άνθρωπος. Δεν κατέλυε ποτέ κρέας, παρότι ήταν ιδιορρυθμίτης. Σε όλη του τη ζωή ήταν πάντοτε λιτός και απλός.
Ο Γέροντας Γαβριήλ Διονυσιάτης (†1983) στο ωραιότατο του Λαυσαϊκόν του Αγίου Όρους τον εκθειάζει ως προεξάρχοντα στα διοικητι­κά και πνευματικά έργα της μονής, συνετό, εξυπηρετήσαντα το Δοχειάρι και το Άγιον Όρος, αξιέπαινο ζηλωτή, και καταλήγει: «Ανέκαθεν η Μονή Δοχειαρίου εφίλει την παιδείαν και προσοικειούτο τους μορ­φωμένους, και η παράδοσις αύτη συνεχίζεται και υπό των σημερινών πατέρων, εκ του υστερήματος αυτών μορφωσάντων αρτίως πολλούς υποτακτικούς των».
Κάποτε σε μεγάλη ηλικία, πάνω από ενενήντα ετών, ο κοινός Πνευ­ματικός της μονής τού έβαλε επιτίμιο να μείνει μετανοών κάτω από τον κεντρικό πολυέλαιο του Καθολικού κατά την κοινή ακολουθία. Κι έβλεπες τον πολιό Γέροντα, τον επί πολλά έτη πρόεδρο της Συνάξεως να στέκεται ως αρχάριος μετανοών. Ετελειώθη πλήρης ημερών στις 15.12.1976, για ν’ αναπαυθεί αιώνια από τους πολλούς και μακρούς του κόπους και κατά Θεόν αγώνες.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Γαβριήλ Διονυσιάτου αρχιμ., Λαυσαϊκόν του Αγίου Όρους, Βόλος 1953, σσ. 86-87. Πληροφορίες Γέροντος Θεοκτίστου Δοχειαρίτου.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β΄1956-1983, σελ.909-911, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011

Ιερομόναχος Παρθένιος Καρεώτης, ο κουτσο Παρθένιος


Ο ιερομόναχος Παρθένιος Καρεώτης, υπήρξε υποτακτικός του φημισμένου Γέροντος Χατζη Γεώργη.
Ο Γέροντας Παΐσιος στην βιογραφία του Γέροντα Χατζη Γεώργη την οποία συνέγραψε ο ίδιος, αναφέρει για τον Παρθένιο:
Πολύ του είχε συμπαρασταθεί του Γέροντα ο Ιερομόναχος Παρθένιος (Ρώσος) από την Κερασιά, ο οποίος είχε σωθεί από τον Χατζή-Γεώργη από βέβαιο θάνατο, και μετά έγινε υποτακτικός του και τον είχε σε ευλάβεια τον Γέροντα. Η όλη όμως συμπεριφορά του Ρώσου Ιερομόναχου Παρθενίου είχε ερεθίσει και αυτή πολύ την όλη εκείνη κατάσταση, για την εξορία του Χατζή-Γεώργη. Διότι ο Ιερομόναχος Παρθένιος, επειδή αγαπούσε λίγο την δόξα και ήθελε να αναδειχθεί, χρησιμοποιούσε το όνομα του Όσιου ΧατζήΓεώργη, σε όλες του τις ενέργειες, εκμεταλλευόμενος την Αγιότητα του Γέροντα, και δημιουργούσε προβλήματα. Αλλά όμως και τον αγαπούσε και παρέμεινε δίπλα του στα τελευταία της ζωής του.
Χατζηγιώργης μοναχός, ο περιβόητος ασκητής του Άθω (†1886)
Μεγαλόσχημος μοναχός Γεώργιος Χατζής 1828

Πειθήνιο όργανο του πανσλαβισμού, ο Παρθένιος, εκμεταλλευόμενος την φήμη του Γέροντά του στην Ρωσία, την οποία φήμη ο ίδιος διέδωσε, κατόρθωσε να καρπωθεί μεγάλα χρηματικά ποσά από δωρεές Ρώσων πιστών και να τα χρησιμοποιήσει για την επέκταση των κελλιών τα οποία αγόραζε, κατασκευάζοντας μεγαλοπρεπή κτίρια με πολλά δωμάτια, κατά παράβαση των αρχών του Τόπου, με σκοπό να τα επανδρώσει με Ρώσους μοναχούς και λαϊκούς.
Σας μεταφέρω αποσπάσματα από το βιβλίο του Γερασίμου Σμυρνάκη ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ (1903):
Τη 10η Οκτωβρίου 1882 εξεδόθη υπό της Ιεράς Κοινότητος η υπ’ αριθμόν ΙΗ΄ απόφασις κατά του Χατζή Γιώργη και του Ρώσσου Παρθενίου, κελλιωτών του κελλίου του Πρωτομάρτυρος Αρχιδιακόνου Στεφάνου, του υπαγομένου τη κυριάρχω Μονή του Ρωσσικού…. Εν δε τω διατακτικώ μέρει της ρηθείσης αποφάσεως αναφέρεται, ότι ο Παρθένιος αποβάλλεται του κελλίου υποχρεούμενος να παραδώση άπασαν την προίκα αυτού (εξ επίπλων και ιερών σκευών) τω ιερώ Κοινοβίω του Ρωσσικού, τας δε δύο σφραγίδας τη ιερά Κοινότητι. Προσέτι δε ότι απαγορεύεται μεν αυτώ τε και τω Χατζη Γιώργη ν’ αγοράσωσιν έτερον κελλίον, όπερ θέλει γείνη γνωστόν ταις ιεραίς Μοναίς δι’ εγκυκλίων, ίνα μη παραχωρήσωσιν αυτοίς, οις η συμβίωσις απαγορεύεται, τοιούτον, είτε διηρημένοις, είτε και ηνωμένοις. Επιτρέπεται δε να παραλάβη παρά του ρωσικού Κοινοβίου όσα εμέτρησε προς αγοράν του κελλίου, ήτοι 50.000 γροσίων ως και ετέρας 50.000 δια τας νέας οικοδομάς, ας εποίησεν κτλ.
Παρθένιος ιερομόναχος Καρεώτης, Χατζηγιωργιάτης (1840-1926),
με συμμοναστή, χιλανδαρινό κελλί του Ευαγγελισμού
…Ο ρηθείς Χατζή Γιώργης ην Μικρασιάτης την πατρίδα, απλούς το ήθος και ασκητικώτατος, διαμένων εν Κερασιά της Λαύρας και εν τω κελλίω του Αγίου Δημητρίου. Είτα δε αποβληθείς ένεκα του Ρώσσου Παρθενίου υποτακτικού αυτού, όστις ην ο κύριος μοχλός των πράξεων και ψευδών θαυματουργικών αγγελμάτων εις Ρωσσίαν, ηγόρασε το παρά τον υδροπρίονα της Μονής Γρηγορίου κελλίον «ο Άγιος Θεολόγος», έχων μεθ’ εαυτού μεγάλην ακολουθίαν εκ Ρώσσων και Ελλήνων Μοναχών. Αποβληθέντα όμως και εντεύθεν υπό των φιλοπατρίδων Γρηγοριατών ένεκα των ρωσσικών σχεδίων του Παρθενίου, ενεκολπώθησαν αυτόν στενώτερον οι του Ρωσσικού, εγκαθιδρύσαντες εν τω μνησθέντι κελλίω του Πρωτομάρτυρος Αγίου Στεφάνου, απέχοντι μίαν ώραν εκ Καρυών. 
Επειδή όμως η αρετή του Χατζη Γιώργη διεφημίσθη ανά την Ρωσσίαν, ένθα εθεωρείτο άγιος, η ρωσσική Μονή φοβουμένη την υπεροχήν αυτού και των μετ’ αυτού Ρώσσων και Ελλήνων απεφάσισε την εξόντωσιν αυτού καταστιγματίσασα όλως ασπλάχνως. Όθεν δια των πανισχύρων μέσων της Μονής του Ρωσσικού παρά τη Ιερά Κοινότητι εξορισθείς μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν, ένθα και ετελεύτησε τω 1886, αφειδώς ελεών τους πένητας εκ των αποστελλομένων αυτώ εκ Ρωσσίας βοηθημάτων.
Ιερό Χιλιανδαρινό Κελλί Ευαγγελισμός
Λιθογραφία 1894
Φωτ. ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΦΩΤΟΘΗΚΗ
Μετά δε την τελευτήν αυτού ο Ρώσσος Παρθένιος δια διαφόρων δωροδοκιών κατώρθωσεν επανελθών εν αγίω Όρει ν’ αγοράση το Χιλιανδαρινόν κελλίον «ο Ευαγγελισμός», ύπερθεν των Καρυών. Παρά τούτο δε ανήγειρε τριώροφον μέγαρον μήκους 40 πήχεων και πλάτους 14, τη αδεία της κυριάρχου αυτού Μονής ου ένεκεν κατεδικάσθη υπό της ιεράς Κοινότητος δια της από 3ης Φεβρουαρίου 1899 ΝΑ΄ αποφάσεως, δι ης διατάσσεται αύθις η εκτέλεσις της μνησθείσης ΙΗ’ αποφάσεως του 1882, ήτοι οριστικώς ν’ αποβληθή εκ του Τόπου εντός διμήνου, εκποιών το κελλίον αυτού.
Παρθένιος ιερομόναχος Καρεώτης, Χατζηγιωργιάτης (1840-1926),
χιλανδαρινό κελλί του Ευαγγελισμού,
με τον Ρώσο πρόξενο στη Θεσσαλονίκη Ν.Β. Κόχμανεκ, 1906
Δυστυχώς προς χλεύην των ιεροδικαστών αντιπροσώπων ο χωλός τον πόδα Παρθένιος κατέχων μέχρι σήμερον το ειρημένον μέγαρον, όλως αθορύβως προβαίνει επί το έργον της αναπτύξεως αυτού, πηγνύων σταύλους και αχυραποθήκας, άτινα μετά μικρόν μετατρέπει εις οικοδομάς μετά πολυαρίθμων δωματίων, μηδόλως πτοούμενος, ως εν δέοντι θέλομεν γνωρίση τοις αναγνώσταις τας ανισχύρους αυτώ αποφάσεις του ιερού Κριτηρίου, αίτινες ατυχώς ουδαμώς εφηρμόσθησάν ποτε, διότι δεν κατηγγέλθη ίσως υπό της ρωσσικής Μονής, εις ην απαρέσκουσι τα ούτω αυστηρά μέτρα, αφού μάλιστα ουδόλως παραβλάπτονται τα συμφέροντα αυτής.

Ο π. Γεώργιος (Χατζη-Γεώργης) Αγιορείτης εκ Καππαδοκίας (1809 – 17 Δεκεμβρίου 1886)



Είχε αδελφή μοναχή, την οποία επισκεπτόταν με τα παιδιά της. Στον μικρό Γαβριήλ που άκουγε τις διάφορες διηγήσεις από την θεία του για τους ασκητές, άναψε η επιθυμία στην παιδική του καρδιά να γίνει Μοναχός και προσπαθούσε να μιμηθεί τους ασκητές με αυστηρές νηστείες και προσευχές.
Ο πατέρας του ήταν ευλαβής, έλειπε όμως πολύ καιρό από το σπίτι λόγω της απασχόλησής του με το εμπόριο. Η μητέρα του Μαρία, επειδή είχε περισ­σότερη ευλάβεια, έπαιρνε μαζί της τον μικρό Γαβριήλ και αγρυπνούσε με άλλες γυναί­κες πότε στις σπηλιές και πότε στα εξωκκλήσια.
Όταν μεγάλωσε ο Γαβριήλ, πήγε στο σχολείο, αλλά δεν μπορούσε να μάθει γράμματα, ενώ ήταν πολύ έξυπνος. Φαίνεται ήταν οικονομία Θεού, για να μάθει με θεϊκό τρόπο γράμματα το αγιασμένο αυτό παιδί. Τέσσερα χρόνια στο σχολείο δεν κατόρθωσε ούτε να συλλαβίζει. Επειδή τον μάλω­ναν οι γονείς του και ο δάσκαλος, εύρισκε ευκαιρία και έφευγε στις σπηλιές. Τις περισσότερες φορές κατέφευγε στη σπηλιά με τα αποτυπώματα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου που ήταν κοντά στην περιοχή τους. Νήστευε πολύ και προσευχόταν, κάνοντας πολλές μετάνοιες εδαφιαίες, και όταν ένιωθε εξάντληση, έτρωγε χόρτα που φύτρωναν στο βουνό.
Κάποτε μάλιστα απουσίασε ένα μήνα ζώντας μαζί με τους ασκητές που έμεναν γύρω στις σπηλιές. Τον βρήκαν μετά οι γονείς του και από τότε δεν τον μάλωναν που δεν μπορούσε να μάθει γράμματα.
Μιά μέρα, τον προέτρεψε η μητέρα του να παρακαλέσει την Παναγία, να τον βοηθήσει να μάθει γράμματα. Μετά από τριήμερη νηστεία και πολλές μετάνοιες πήγε νύκτα, για να μην τον δουν οι άνθρωποι, να προσευχηθεί στην Εκκλησία στην οποία υπήρχε Θαυματουργός Ει­κόνα της Θεοτόκου.
Έφθασε στο κατώφλι της κλειστής πόρτας του Ναού και με ευλάβεια και δάκρυα προσκύνησε απ’ έξω. Ενώ παρακαλούσε· «Δώσε μου, Βασίλισσα του Ουρανού, να μάθω γράμμα­τα!», ξαφνικά άνοιξαν οι πόρτες της Εκκλησίας, και μπήκε η Θεοτόκος. Παίρνοντάς τον από το χέρι, τον έφερε στην Εικόνα του Χριστού και είπε· «Υιέ μου, δώσε στον μικρό Γαβριήλ να μάθει γράμματα». Κι όπως έλεγε αργότερα ο ίδιος: Μ’ αυτά τα λόγια μ’ ευλόγησε με το χέρι Της, μ’ ασπάσθηκε και είπε: «Τώρα, έμαθες γράμματα». Μετά μπήκε στην Βόρεια πύλη του Ιερού.
Ο Γαβριήλ έψαξε σ’ όλη την Εκκλησία, αλλά δεν μπόρεσε να βρει την Παναγία! Όταν ήλθε ο νεωκόρος για να σημάνει την ώρα της ακολουθίας, βλέπει τις πόρτες ανοιχτές και τον Γαβριήλ μέσα στον Ναό! Τον ρώτησε με έκπληξη!
- Πως βρέθηκες εδώ;
Ο Γαβριήλ του διηγήθηκε όλα όσα συνέβησαν. Ο νεωκόρος, για να διαπιστώσει την αλήθεια, του έδωσε ένα βιβλίο να διαβάσει, και ο Γαβριήλ άρχισε να διαβάζει ωραία και καθαρά. Τότε του είπε. «Πράγματι, εκείνη η γυναίκα ήταν η Πανα­γία!».

Περί των μοναχών (Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης)


Ὑπάρχουν τινες οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι οἱ μοναχοὶ ὀφείλουν νὰ ὑπηρετοῦν τὸν κόσμον, ἵνα μὴ τρώγουν τὸν ἄρτον δωρεάν. Πρέπει ὅμως νὰ ἐννοήσωμεν εἰς τί ἔγκειται ἡ ὑπηρεσία αὕτη καὶ τίνι τρόπῳ ὀφείλει ὁ μοναχὸς νὰ βοηθῇ τὸν κόσμον.
Ὁ μοναχὸς εἶναι ἱκέτης ὑπὲρ ὅλου τοῦ κόσμου· θρηνεῖ δι᾿ ὅλον τὸν κόσμον· καὶ εἰς τοῦτο ἔγκειται τὸ κύριον ἔργο αὐτοῦ.
Ποῖος ἆρά γε προτρέπει αὐτόν, ὅπως χέῃ δάκρυα δι᾿ ὅλον τὸν κόσμον;
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἐμπνέει τὸν μοναχόν. Αὐτὸς δίδει εἰς τὸν μοναχὸν τὴν ἀγάπην τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἐκ τῆς ἀγάπης αὐτῆς ἡ καρδία τοῦ μοναχοῦ εἶναι πάντοτε περίλυπος διὰ τὸν λαόν, ἐπειδὴ δὲν σῴζονται πάντες. Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος ἦτο τοσοῦτον περίλυπος διὰ τὸν λαόν, ὥστε παρέδωκεν Ἑαυτὸν εἰς τὸν διὰ σταυροῦ θάνατον. Καὶ ἡ Παναγία τὴν αὐτὴν λύπην διὰ τοὺς ἀνθρώπους ἔφερεν ἐν τῇ καρδίᾳ Αὐτῆς καὶ ὁμοίως πρὸς τὸν Ἠγαπημένον Αὐτῆς Υἱὸν εἰς τέλος ἐπόθει τὴν σωτηρίαν τοῦ σύμπαντος κόσμου.

Τὸ αὐτὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἔδωκεν ὁ Κύριος καὶ εἰς τοὺς Ἀποστόλους, καὶ εἰς τοὺς Ἁγίους ἡμῶν Πατέρας, καὶ εἰς τοὺς ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας. Εἰς τοῦτο συνίσταται ἡ διακονία ἡμῶν ἐν τῷ κόσμῳ. Καὶ διὰ τοῦτο οὔτε οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε οἱ μοναχοὶ πρέπει νὰ ἀπασχολῶνται εἰς κοσμικὰ προβλήματα, ἀλλὰ νὰ μιμῶνται τὴν Θεομήτορα, Ἥτις ἐντὸς τοῦ Ναοῦ, εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἐμελέτα ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου καὶ ἔμενε πρεσβεύουσα ὑπὲρ τοῦ λαοῦ.
Δὲν εἶναι ἔργον τοῦ μοναχοῦ, ἵνα διακονῇ τὸν κόσμον ἐκ τοῦ κόπου τῶν χειρῶν αὐτοῦ. Τοῦτο εἶναι ἔργον τῶν ἐν τῷ κόσμῳ. Οἱ ἐν τῷ κόσμῳ προσεύχονται ὀλίγον, ὁ δὲ μοναχὸς διηνεκῶς. Χάρις εἰς τοὺς μοναχοὺς ἡ προσευχὴ ἐπὶ τῆς γῆς οὐδέποτε παύει. Καὶ ἐν τούτῳ ὠφελεῖται ὅλος ὁ κόσμος, διότι ὁ κόσμος ἵσταται διὰ τῆς προσευχῆς, ὅταν δὲ ἐξασθενήσῃ ἡ προσευχή, τότε θὰ ἀπολεσθῇ ὁ κόσμος.
Καὶ τί δύναται νὰ παραγάγῃ ὁ μοναχὸς διὰ τῶν χειρῶν αὐτοῦ; Θὰ κερδίσῃ ἀσήμαντόν τι ποσὸν διὰ τὴν ἐργασίαν ὅλης τῆς ἡμέρας. Τί εἶναι τοῦτο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Μία σκέψις ὅμως εὐάρεστος εἰς τὸν Θεὸν τελεῖ θαύματα. Βλέπομεν τοῦτο ἐκ τῆς Γραφῆς.
Ὁ προφήτης Μωϋσῆς προσηυχήθη νοερῶς, καὶ ὁ Κύριος εἶπεν εἰς αὐτόν, Μωϋσῆ, τί βοᾷς πρός Με, καὶ ἔσῳσεν ὁ Κύριος τοὺς Ἰσραηλίτας ἐκ τοῦ ὀλέθρου (Ἐξ. ιδ´ 15). Ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἐβοήθει τὸν κόσμον διὰ τῆς προσευχῆς καὶ οὐχὶ διὰ τῶν χειρῶν αὐτοῦ. Ὁ Ὅσιος Σέργιος διὰ τῆς νηστείας καὶ τῆς προσευχῆς ἐβοήθησε τὸν Ρωσικὸν λαὸν νὰ ἀπελευθερωθῇ ἐκ τοῦ ταταρικοῦ ζυγοῦ. Ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ προσηυχήθη νοερῶς, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα κατέβη ἐπὶ τοῦ Μοτοβίλωφ. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι τὸ κύριον ἔργον τῶν μοναχῶν.
Ἐὰν ὅμως ὁ μοναχὸς εἶναι ἀμελὴς καὶ δὲν ἔφθασεν εἰς ἀδιάλειπτον θεωρίαν τοῦ Θεοῦ, τότε ἂς διακονῇ τοὺς προσκυνητὰς καὶ ἂς ὑπηρετῇ τοὺς κοσμικοὺς ἐκ τῶν κόπων αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο εἶναι εὐάρεστον εἰς τὸν Θεόν, ἀλλὰ γνώριζε ὅτι αὐτὸ εἶναι μακρὰν τοῦ ἀληθινοῦ μοναχισμοῦ.
Ὁ μοναχὸς ὀφείλει νὰ παλαίῃ κατὰ τῶν παθῶν καὶ βοηθούμενος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ νὰ νικᾷ ταῦτα. Ὁ μοναχὸς ἄλλοτε μὲν ἀπολαύει μακαριότητος ἐν τῷ Θεῶ καὶ ζῇ ὡς ἐν τῷ παραδείσῳ, πλησίον τοῦ Θεοῦ, ἄλλοτε δὲ θρηνεῖ δι᾿ ὅλον τὸν κόσμον, διότι ἐπιθυμεῖ ὅπως πάντες σωθοῦν.
Οὕτω τὸ Ἅγιον Πνεῦμα διδάσκει τὸν μοναχὸν νὰ ἀγαπᾷ τὸν Θεόν, νὰ ἀγαπᾷ καὶ τὸν κόσμον.
Θὰ εἴπῃς, ἴσως, ὅτι νῦν δὲν ὑπάρχουν τοιοῦτοι μοναχοί, οἵτινες προσεύχονται διαπύρως ὑπὲρ ὅλου τοῦ κόσμου. Ἐγὼ ὅμως θὰ εἴπω εἰς σὲ ὅτι, ὅταν ἐπὶ τῆς γῆς δὲν θὰ ὑπάρχουν πλέον ἄνθρωποι πρεσβεύοντες ὑπὲρ τοῦ κόσμου, τότε ὁ κόσμος θὰ παρέλθῃ, θὰ ἔλθουν αἱ μεγάλαι ὠδῖνες. Καὶ ἤδη ὑπάρχουν αἱ ἀρχαὶ αὐτῶν.
Ὁ κόσμος ἵσταται διὰ τῶν προσευχῶν τῶν Ἁγίων. Καὶ ὁ μοναχὸς ἐκλήθη, ἵνα προσεύχηται ὑπὲρ τοῦ κόσμου δι᾿ ὅλου τοῦ εἶναι αὐτοῦ. Εἰς τοῦτο ἔγκειται ἡ διακονία αὐτοῦ καὶ διὰ τοῦτο μὴ ἐπιβαρύνετε αὐτὸν διὰ κοσμικῶν μεριμνῶν. Ὁ μοναχὸς ὀφείλει νὰ ζῇ ἐν συνεχεῖ ἐγκρατείᾳ. Ἐὰν ὅμως εἶναι ἀπησχολημένος εἰς κοσμικὰς φροντίδας, τότε ἀναγκάζεται νὰ τρώγῃ πλεῖον, καὶ ἐκ τούτου προκαλεῖται γενικὴ ζημία, διότι ὁ τρώγων ὑπὲρ τὸ δέον δὲν δύναται πλέον νὰ προσεύχηται, ὡς ὤφειλεν. Ἡ χάρις ἀγαπᾷ νὰ ζῇ ἐν ἀπεξηραμμένῳ δι᾿ ἀσκήσεως σώματι.
Ὁ κόσμος νομίζει ὅτι οἱ μοναχοὶ εἶναι ἀνωφελὲς γένος. Ἀλλ᾿ ἀδίκως σκέπτονται οὕτω. Δὲν γνωρίζουν ὅτι ὁ μοναχὸς εἶναι εὐχέτης ὑπὲρ ὅλου τοῦ κόσμου. Δὲν βλέπουν τὰς προσευχὰς αὐτοῦ καὶ δὲν γνωρίζουν ὁπόσον ἐλεημόνως δέχεται αὐτὰς ὁ Κύριος. Οἱ μοναχοὶ διεξάγουν ἰσχυρὸν πόλεμον κατὰ τῶν παθῶν καὶ διὰ τὸν ἀγῶνα αὐτὸν θὰ εἶναι μεγάλοι παρὰ τῷ Θεῷ.
Ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶμαι ἀνάξιος νὰ ὀνομάζωμαι μοναχός. Ἔζησα ὑπὲρ τὰ τεσσαράκοντα ἔτη ἐν τῇ Μονῇ καὶ αἰσθάνομαι ἐμαυτὸν ὡς ἀρχάριον ὑποτακτικόν. Γνωρίζω ὅμως μοναχούς, οἵτινες εἶναι πλησίον τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Παναγίας. Ὁ Κύριος εἶναι τοσοῦτον ἐγγὺς ἡμῶν, ἐγγύτερον τοῦ ἀέρος, τὸν ὁποῖον ἀναπνέομεν. Ὁ ἀὴρ εἰσέρχεται εἰς τὸ σῶμα καὶ φθάνει μέχρι τῆς καρδίας, ἀλλ᾿ ὁ Κύριος ζῇ ἐντὸς τῆς καρδίας τοῦ ἀνθρώπου: «ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω... καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς Πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ Μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ» (Β´ Κορ. στ´ 16-18).
Ἰδοὺ ἡ χαρὰ ἡμῶν: Ὁ Θεὸς μεθ᾿ ἡμῶν καὶ ἐν ἡμῖν.
Γνωρίζουν τοῦτο ἆρα γε πάντες; Δυστυχῶς, οὐχὶ πάντες, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνοι οἵτινες ἐταπεινώθησαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπέκοψαν τὸ ἴδιον αὐτῶν θέλημα, διότι ὁ Θεὸς «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται», ζῇ δὲ μόνον ἐν τῇ ταπεινῇ καρδίᾳ. Ὁ Κύριος χαίρει, ὅταν ἐνθυμώμεθα τὴν εὐσπλαγχνίαν Αὐτοῦ καὶ ἐξομοιούμεθα πρὸς Αὐτὸν διὰ τῆς ταπεινώσεως.
Ὅπως ὁ Λουκᾶς καὶ ὁ Κλεόπας εἶχον τὰς καρδίας καιομένας, ὅτε περιεπάτει μετ᾿ αὐτῶν ὁ Κύριος, οὕτω καὶ νῦν αἱ καρδίαι πολλῶν μοναχῶν καίουν ἐκ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Κύριον καὶ αἱ ψυχαὶ αὐτῶν ἐν ταπεινώσει πνεύματος καὶ ἐν ἀγάπῃ ἐκολλήθησαν εἰς τὸν Ἕνα Θεόν. Ἀλλ᾿ ἡ ψυχὴ τοῦ μοναχοῦ, ὅστις ἔχει προσπάθειαν πρὸς χρήματα ἢ πράγματα ἢ γενικῶς πρὸς ὅ,τιδήποτε γήϊνον, δὲν δύναται νὰ ἀγαπήσῃ τὸν Θεόν, ὡς θὰ ἔπρεπε, διότι ὁ νοῦς αὐτοῦ διχάζεται καὶ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς τὰ πράγματα, ἐνῷ ὁ Κύριος εἶπεν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ δουλεύωμεν εἰς δύο κυρίους. Οὕτως ὁ νοῦς τῶν κοσμικῶν ἀπασχολεῖται εἰς τὰ γήϊνα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύνανται νὰ ἀγαποῦν τὸν Θεόν, ὅπως ἀγαποῦν Αὐτὸν οἱ μοναχοί.
Ἂν καὶ ὁ μοναχὸς καταγίνηται καὶ εἰς τὰ ἐπίγεια, ὅσον τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν ζωὴν τοῦ σώματος, τὸ πνεῦμα ὅμως αὐτοῦ καίει ἐξ ἀγάπης πρὸς τὸν Θεόν. Ἂν καὶ ἐργάζηται διὰ τῶν χειρῶν αὐτοῦ, ἐν τούτοις διὰ τοῦ νοῦ μένει ἐν τῷ Θεῷ. Ὅπως οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐκήρυττον τὸν λόγον εἰς τὸν λαόν, ἀλλ᾿ ἡ ψυχὴ αὐτῶν ἦτο πλήρως ἐν τῷ Θεῷ -διότι τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἔζη ἐντὸς αὐτῶν καὶ ὡδήγει τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν αὐτῶν- ὁμοίως καὶ ὁ μοναχός, ἔστω καὶ ἂν ἐν σώματι κάθηται ἐντὸς τοῦ μικροῦ καὶ πτωχοῦ κελλίου αὐτοῦ, πνεύματι θεωρεῖ τὸ μεγαλεῖον τοῦ Θεοῦ. Ἐν παντὶ φυλάττει τὴν συνείδησιν αὐτοῦ καθαράν, ὅπως μὴ θλίψῃ διά τινος τὸν ἀδελφόν, μὴ λυπήσῃ τὸ ἐν αὐτῷ Ἅγιον Πνεῦμα διά τινος κακοῦ λογισμοῦ· ταπεινοῖ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, καὶ διὰ τῆς ταπεινώσεως ἐκδιώκει τοὺς ἐχθροὺς ἀπ᾿ αὐτοῦ καὶ ἀπ᾿ ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες ζητοῦν τὰς προσευχὰς αὐτοῦ.
Ὑπάρχουν μοναχοί, οἵτινες γνωρίζουν τὸν Θεόν, γνωρίζουν καὶ τὴν Θεοτόκον καὶ τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους καὶ τὸν παράδεισον· συγχρόνως δὲ οὗτοι γνωρίζουν καὶ τοὺς δαίμονας καὶ τὰ κολαστήρια τοῦ ᾅδου, καὶ γνωρίζουν ταῦτα ἐκ πείρας.
Πνεύματι Ἁγίῳ ἡ ψυχὴ γνωρίζει τὸν Θεόν. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον δίδει, κατὰ τὸ ἐφικτὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἵνα γνωρίσῃ οὗτος, ἔτι ἐντεῦθεν, τὴν χαρὰν τοῦ παραδείσου, τὴν ὁποίαν ἄνευ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος δὲν δύναται νὰ βαστάσῃ, καὶ ἀποθνῄσκει.
Ἐκ τῆς πολυετοῦς πείρας ὁ μοναχὸς διεξάγει τὸν πόλεμον κατὰ τῶν ὑπερηφάνων ἐχθρῶν, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα διδάσκει καὶ σοφοῖ αὐτὸν καὶ δίδει εἰς αὐτὸν τὴν δύναμιν νὰ νικήσῃ. Ὁ σοφὸς μοναχὸς διὰ τῆς ταπεινώσεως ἀποκρούει πᾶσαν ὑψηλοφροσύνην καὶ ὑπερηφανίαν. Λέγει:
«Εἶμαι ἀνάξιος τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ παραδείσου. Ἐγὼ εἶμαι ἄξιος τῶν βασάνων τοῦ ᾅδου καὶ αἰωνίως θὰ καίωμαι ἐν τῷ πυρί. Ἀληθῶς, εἶμαι χείριστος πάντων καὶ ἀνάξιος ἐλέους».
Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα διδάσκει νὰ σκεπτώμεθα οὕτω περὶ ἑαυτῶν. Καὶ ὁ Κύριος χαίρει δι᾿ ἡμᾶς, ὅταν ταπεινοῦμεν καὶ καταδικάζωμεν ἑαυτούς, καὶ δίδει εἰς τὴν ψυχὴν χάριν.
Ὅστις ἐταπείνωσεν ἑαυτόν, οὗτος ἐνίκησε τοὺς ἐχθρούς. Ὅστις ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ θεωρεῖ ἑαυτὸν ἄξιον τῆς αἰωνίου φλογός, εἰς αὐτὸν οὐδεὶς ἐχθρὸς δύναται νὰ προσεγγίσῃ, καὶ τότε ἐν τῇ ψυχῇ δὲν ὑπάρχει τόπος δι᾿ ἐμπαθεῖς λογισμούς, ἀλλ᾿ ὅλος ὁ νοῦς καὶ ὅλη ἡ καρδία μένουν σταθερῶς ἐν τῷ Θεῷ. Ὅστις δὲ ἐγνώρισε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καὶ ἔμαθε παρ᾿ Αὐτοῦ τὴν ταπείνωσιν, οὗτος ἐγένετο ὅμοιος πρὸς τὸν διδάσκαλον αὐτοῦ Ἰησοῦν Χριστόν, τὀν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ.
Πάντες ἡμεῖς, οἱ ἀκόλουθοι τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ κυρίως οἱ μοναχοί, διεξάγομεν ἀγώνα κατὰ τοῦ ἐχθροῦ. Εὑρισκόμεθα ἐν πολέμῳ, καὶ ἡ μάχη ἡμῶν γίνεται καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν καὶ ὥραν, καὶ ὅστις ἀγαπᾷ νὰ ἀποκόπτῃ τὸ θέλημα αὐτοῦ, μένει ἄτρωτος ἐκ τοῦ ἐχθροῦ. Ἵνα νικήσῃς δὲ τελείως τὸν ἐχθρόν, πρέπει νὰ μάθῃς τὴν κατὰ Χριστὸν ταπείνωσιν.
Ἀλλ᾿ ἂς μὴ ἀπογινώσκωμεν ἑαυτούς, διότι ὁ Κύριος εἶναι ἀπείρως ἐλεήμων καὶ ἀγαπᾷ ἡμᾶς.
Ὁ Θεὸς διὰ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δίδει εἰς τὴν ψυχὴν νὰ γνωρίσῃ ποία προσευχὴ προσιδιάζει εἰς ἀρχαρίους, ποία εἶναι μέση καὶ ποία τελεία. Ἀλλὰ καὶ τὴν τελείαν προσευχὴν ὁ Κύριος δέχεται, οὐχὶ διότι ἡ ψυχὴ εἶναι τελεία, ἀλλὰ διότι Οὗτος εἶναι ἐλεήμων καὶ θέλει, ὡς φιλόστοργος μήτηρ, νὰ παρηγορήσῃ τὴν ψυχήν, ὥστε ἔτι μᾶλλον νὰ ζέῃ καὶ νὰ μὴ γνωρίζῃ ἀνάπαυσιν ἡμέρας καὶ νυκτός.
Ἡ καθαρὰ προσευχὴ χρῄζει ψυχικῆς εἰρήνης, ἡ δὲ εἰρήνη ἐν τῇ ψυχῇ εἶναι ἀδύνατος χωρὶς ὑπακοῆς καὶ ἐγκρατείας.
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἔθεσαν τὴν ὑπακοὴν ὑπὲρ τὴν νηστείαν καὶ τὴν προσευχήν, διότι ἄνευ τῆς ὑπακοῆς ὁ ἄνθρωπος δύναται νὰ νομίζῃ περὶ ἑαυτοῦ ὅτι εἶναι σπουδαῖος ἀσκητὴς καὶ εὐχέτης. Ὅστις δὲ ἀπέκοψεν ἐν πᾶσι τὸ θέλημα αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ γέροντος καὶ τοῦ πνευματικοῦ, οὗτος ἔχει νοῦν καθαρόν.
Ὁ ἀνυπήκοος μοναχὸς οὐδέποτε θὰ γνωρίσῃ τί ἐστιν ἡ καθαρὰ προσευχή. Ὁ ἀγέρωχος καὶ αὐθαίρετος, καὶ ἂν ἔτι ἔζῃ ἑκατὸν χρόνους ἐν τῇ Μονῇ, οὐδὲν πνευματικὸν θὰ ἐμάνθανε, διότι διὰ τῆς ἀνυπακοῆς προσβάλλει τοὺς γέροντας καὶ ἐν τῷ προσώπῳ αὐτῶν τὸν Θεόν.
Οὐαὶ εἰς τὸν μοναχὸν ἐκεῖνον ὅστις δὲν ὑπακούει εἰς τοὺς γέροντας. Προτιμότερον νὰ ἔμενεν εἰς τὸν κόσμον. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ κόσμῳ οἱ ἄνθρωποι ὑπακούουν εἰς τοὺς γονεῖς καὶ ἐκτιμοῦν τοὺς πρεσβυτέρους, ὑποτάσσονται εἰς τοὺς ἀνωτέρους καὶ εἰς τὰς ἀρχάς.
Οὐαὶ εἰς ἡμᾶς. Ὁ Κύριος, ὁ Βασιλεὺς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ τοῦ σύμπαντος κόσμου, ἐταπείνωσεν Ἑαυτὸν καὶ ὑπετάσσετο εἰς τὴν Μητέρα Αὐτοῦ καὶ τὸν Ἅγιον Ἰωσήφ, ἡμεῖς δὲ δὲν θέλομεν νὰ ὑπακούωμεν εἰς τὸν γέροντα, πνευματικὸν πατέρα, τὸν ὁποῖον ἀγαπᾷ ὁ Κύριος καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεπιστεύθη ἡμᾶς. Καὶ ἐὰν ὁ γέρων εἶναι δυσκόλου χαρακτῆρος, ὅπερ εἶναι διὰ τὸν ὑποτακτικὸν μέγαλη δυστυχία, ὅμως καὶ τότε ὁ ὑποτακτικὸς ὀφείλει νὰ προσεύχηται ὑπὲρ αὐτοῦ εἰς τὸν Θεὸν ἐν πνεύματι ταπεινώσεως, καὶ ὁ Κύριος ὁπωσδήποτε θὰ ἐλεήσῃ καὶ τὸν ὑποτακτικὸν καὶ τὸν γέροντα αὐτοῦ
Μοναχοί τινες δυσφοροῦν καὶ εὑρίσκουν προφάσεις: ἢ ἡ ὑπακοὴ1 εἶναι δύσκολη, ἢ τὸ κελλίον εἶναι ἀκατάλληλον, ἢ ὁ Προεστὼς (ὁ Γέρων)2 ἔχει βίαιον χαρακτῆρα. Ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦν οὗτοι ὅτι οὔτε τὸ κελλίον, οὔτε τὸ διακόνημα, οὔτε ὁ Γέρων, ἀποτελοῦν τὴν πραγματικὴν αἰτίαν τῆς δυσφορίας αὐτῶν, ἀλλ᾿ ἡ ψυχὴ αὐτῶν εἶναι ἄρρωστος. Εἰς τὴν ὑπερήφανον ψυχὴν οὐδὲν ἀρέσκει, εἰς τὸν ταπεινὸν ἄνθρωπον ὅμως τὰ πάντα εἶναι ἀνεκτά.

Ἐὰν ὁ Προεστὼς εἶναι κακός, τότε εὔχου ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ θὰ ἔχῃς εἰρήνην ἐν τῇ καρδίᾳ. Ἐὰν τὸ κελλίον εἶναι ἀκατάλληλον ἢ τὸ διακόνημα φορτικὸν ἢ ἡ ἀσθένεια βαρεῖα, τότε λογίζου ἐν ἑαυτῷ, «ὁ Κύριος βλέπει καὶ γνωρίζει τὴν κατάστασίν μου· οὗτως ηὐδόκησεν ὁ Θεός», καὶ θὰ μένῃς εἰρηνικός. Ἐὰν ἡ ψυχὴ δὲν παραδοθῇ εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, οὐδαμοῦ θὰ μένῃ εἰρηνική, καὶ ἐὰν εἰσέτι πολὺ νηστεύῃ καὶ προσεύχηται ἐκτενῶς. Ὅστις ἐνοχοποιεῖ τοὺς ἀνθρώπους, διότι οὗτοι προσέβαλον αὐτόν, δὲν γνωρίζει ὅτι ἡ ψυχὴ αὐτοῦ εἶναι ἄρρωστος καὶ ὅτι αἱ προσβολαὶ δὲν εἶναι ἡ ἀληθινὴ αἰτία τῶν παθημάτων αὐτοῦ. Ὅστις ἐκπληροῖ τὸ ἴδιον θέλημα, οὗτος οὐδόλως εἶναι σοφός· ὅστις ὅμως εἶναι ὑπήκοος, ἐκεῖνος ταχέως προοδεύει, διότι ἀγαπᾷ αὐτὸν ὁ Κύριος. Ἐὰν εἲς τινα ὑπάρχῃ ἔστω καὶ μικρὰ χάρις Ἁγίου Πνεύματος, οὗτος ἀγαπᾶ πᾶσαν ἐξουσίαν δοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ καὶ μετὰ χαρᾶς ὑποτάσσεται εἰς αὐτὴν πρὸς δόξαν Θεοῦ. Ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἡμῶν τοῦτο εἶναι γνωστὸν δι᾿ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ οἱ Πατέρες ἔγραψαν περὶ τούτου.
Εἶναι ἀδύνατον νὰ διατηρήσωμεν τὴν ψυχικὴν εἰρήνην, ἐὰν δὲν φυλάττωμεν τὸν νοῦν. Ἐὰν θέλῃ τις νὰ ἔχῃ ψυχικὴν εἰρήνην, πρέπει νὰ εἶναι ἐγκρατής, διότι ἡ εἰρήνη φυγαδεύεται καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ σώματος ἡμῶν. Δὲν πρέπει νὰ εἶσαι περίεργος· ἀπόφευγε νὰ ἀναγινώσκῃς ἐφημερίδας ἢ κοσμικὰ βιβλία, ἅτινα ἐρημοῦν τὴν ψυχὴν καὶ φέρουν ἀκηδίαν καὶ σύγχυσιν. Μὴ κατακρίνῃς τοὺς ἄλλους, διότι πολλάκις συμβαίνει οἱ ἄνθρωποι, μὴ γνωρίζοντές τινα, νὰ κατηγοροῦν αὐτόν, ἐνῷ οὗτος κατὰ τὸν νοῦν εἶναι ὅμοιος πρὸς ἀγγέλους. Μὴ θελήσῃς νὰ γνωρίζῃς τὰς ξένας ὑποθέσεις, ἀλλὰ μόνον τὰς σεαυτοῦ. Φρόντιζε μόνον νὰ ἐμπιστεύησαι εἰς τοὺς γέροντας, καὶ τότε, ἕνεκα τῆς ὑπακοῆς, ὁ Κύριος θὰ σὲ βοηθήσῃ διὰ τῆς χάριτος Αὐτοῦ.
Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ κοινοβίῳ ἀπομακρύνεται κυρίως, διότι δὲν ἐμάθομεν νὰ ἀγαπῶμεν τὸν ἀδελφὸν κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου. Ἐὰν ἀδελφός τις σὲ προσβάλῃ καὶ σὺ ἐκείνην τὴν στιγμὴν δεχθῇς ἐναντίον αὐτοῦ λογισμὸν ὀργῆς ἢ κρίνῃς ἢ μισήσῃς αὐτόν, τότε θὰ αἰσθανθῇς ὅτι ἡ χάρις σὲ ἐγκατέλειψε καὶ ἡ εἰρήνη ἀπωλέσθη. Διὰ τὴν ψυχικὴν εἰρήνην ὀφείλει νὰ μάθῃ ἡ ψυχὴ νὰ ἀγαπᾷ ἐκεῖνον, ὅστις προσέβαλεν αὐτήν, καὶ εὐθὺς νὰ προσεύχηται ὑπὲρ αὐτοῦ. Δὲν δύναται ἡ ψυχὴ νὰ ἔχῃ εἰρήνην, ἐὰν δὲν ζητῇ παρὰ τοῦ Κυρίου ἐξ ὅλης τῆς δυνάμεως τὸ χάρισμα νὰ ἀγαπᾷ πάντας τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ Κύριος εἶπεν: «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν», καὶ ἡμεῖς, ἐὰν δὲν ἀγαπῶμεν τοὺς ἐχθρούς, δὲν θὰ ἔχωμεν εἰρήνην ἐν τῇ ψυχῇ. Ἀπαραίτητον εἶναι νὰ ἀποκτήσωμεν ὑπακοήν, ταπείνωσιν καὶ ἀγάπην, ἄλλως πᾶσαι αἱ μεγάλαι ἀσκήσεις καὶ ἀγρυπνίαι ἡμῶν ἀποβαίνουν μάταιαι. Γέρων τις εἶδε τοιαύτην ὅρασιν: Ἄνθρωπός τις ἔχεεν ὕδωρ εἰς σκάφην τινά, ἥτις ἦτο διάτρητος εἰς τὸν πυθμένα. Προσεπάθει ἐπὶ πολὺ ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ συνεχῶς διέρρεε καὶ ἡ σκάφη παρέμενε κενή. Ὁμοίως καὶ ἡμεῖς ζῶμεν ἀσκητικῶς, ἀλλὰ παραλείπομεν ἀρετήν τινα καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῆς ἡ ψυχὴ μένει κενή.
Ὦ, ἀδελφοί, ἀθληταὶ Χριστοῦ, ἂς μὴ γινώμεθα ράθυμοι εἰς τὴν ἄσκησιν καὶ τὴν προσευχήν, ἀλλ᾿ ἂς μένωμεν ἀφωσιωμένοι εἰς τὸν πνευματικὸν ἀγῶνα δι᾿ ὅλου τοῦ βίου ἡμῶν. Ἐγνώρισα πολλοὺς μοναχούς, οἵτινες προσῆλθον εἰς τὴν Μονὴν μετὰ καιομένης ψυχῆς, ἀλλ᾿ ὕστερον ἐγκατέλειψαν τὸν πρῶτον ζῆλον. Γνωρίζω καὶ ἄλλους, οἵτινες ἐφύλαξαν τὴν πρώτην θέρμην μέχρι τέλους.
Ἵνα τηρήσωμεν τὸν ζῆλον, πρέπει συνεχῶς νὰ ἐνθυμώμεθα τὸν Κύριον καὶ νὰ σκεπτώμεθα: «Ἔφθασε τὸ τέλος μου καὶ ὀφείλω νὰ ἐμφανισθῶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πρὸς κρίσιν». Καὶ ἐὰν ἡ ψυχὴ διαμένῃ συνεχῶς ἑτοίμη πρὸς τὸ θάνατον, τότε παύει πλέον νὰ φοβῆται αὐτόν, ἀλλ᾿ ἔρχεται εἰς μετάνοιαν καὶ ταπεινὴν προσευχήν, διὰ τῆς ὁποίας καθαίρεται ὁ νοῦς καὶ δὲν θέλγεται πλέον ὑπὸ τοῦ κόσμου καὶ ἀρχίζει ἐν πνεύματι Χριστοῦ νὰ ἀγαπᾷ τοὺς πάντας καὶ νὰ χέῃ δάκρυα, προσευχόμενος ὑπὲρ τοῦ κόσμου. Ὅταν ὅμως λάβῃς τοῦτο, γνώριζε ὅτι εἶναι δῶρον τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, ὁ δὲ ἄνθρωπος μόνος ἀφ᾿ ἑαυτοῦ εἶναι μηδέν, γῆ ἁμαρτωλός.
Εἶδον ἀνθρώπους, οἵτινες ἦσαν ἐνάρετοι, ὅτε προσῆλθον εἰς τὴν Μονήν, ἀλλ᾿ ὕστερον ἐχαυνώθησαν. Εἶδον καὶ ἄλλους, οἵτινες ἦλθον διεφθαρμένοι, ὕστερον ὅμως ἐγένοντο ταπεινοὶ καὶ πρᾶοι, καὶ ἔχαιρεν ἡ ψυχὴ νὰ βλέπῃ αὐτούς.
Γνωρίζω μοναχόν τινα, ὅστις, ὅτε ἦτο νέος, παρέκαμπτε τὰ χωρία, ἵνα μὴ πέσῃ εἰς πειρασμόν, καὶ πρὸ ὀλίγου εἶπεν εἰς ἐμὲ ὁ ἴδιος ὅτι ἐπὶ δύο ὥρας προσέβλεπε μετ᾿ ἐμπαθοῦς ἐπιθυμίας εἰς τὸν κόσμον, τὸν εὑρισκόμενον ἐπὶ τῆς γέφυρας πλοίου. Οὕτω δύναται νὰ ἀλλάξῃ ἡ ψυχὴ τοῦ μοναχοῦ καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὰ κοσμικὰ πάθη. Καὶ ὅμως οὗτος ἦτο δέκα ἑπτὰ ἐτῶν νέος, ὅτε ἦλθεν εἰς τὴν Μονήν, ἔνθα ἔζησε μοναχὸς ἐπὶ τριάκοντα καὶ πέντε ἔτη. Ἐκ τούτου εἶναι φανερὸν ὅτι πρέπει νὰ φοβώμεθα μὴ σβεσθῇ ἐντὸς ἡμῶν ἐκεῖνο τὸ πῦρ, ὅπερ ἐνέπνευσεν ἡμᾶς νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸν κόσμον διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Κυρίου.
Πολλοὶ μοναχοὶ γνωρίζουν τὴν χάρην τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι γλυκὺ καὶ τοσοῦτον ἀγαπητὸν εἰς τὴν ψυχήν, ὥστε, καὶ ἂν ἴδῃ ὡραίαν κόρην ὁ μοναχός, μένει ἄτρωτος ἐκ τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας. Ὅστις ὅμως ἔχει τὴν χάριν μόνον ἐν τῇ ψυχῆ, ἐκεῖνος φοβεῖται εἰσέτι τὴν ἁμαρτίαν, ἐπειδὴ αἰσθάνεται ὅτι ἕλκουν αὐτὸν εἰσέτι τὰ πάθη καὶ ζῇ ἐντὸς αὐτοῦ ἡ ἁμαρτία.
Τινὲς ἔμαθον νὰ προσεύχωνται εὑρισκόμενοι ἐν τοῖς κινδύνοις τοῦ πολέμου, ὅπου φονεύουν μόνον τὸ σῶμα, ἡμεῖς ὅμως, οἱ μοναχοί, διεξάγομεν ἄλλον πόλεμον ἐντὸς ἡμῶν, ὅπου ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἀπολεσθῇ ἡ ψυχή. Διὰ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ προσευχώμεθα μετὰ μεγαλυτέρας σπουδῆς καὶ θέρμης, ὥστε ἡ ψυχὴ ἡμῶν νὰ διαμένῃ πάντοτε μετὰ τοῦ Κυρίου. Ὀφείλομεν οὐχὶ μόνον νὰ καταφεύγωμεν εἰς Αὐτόν, ἀλλὰ καὶ συνεχῶς νὰ μένωμεν ἐν Αὐτῷ. Καθὼς οἱ Ἄγγελοι πάντοτε διακονοῦν τὸν Θεὸν νοερῶς, οὕτω καὶ ὁ μοναχὸς πάντοτε ὀφείλει νὰ εὑρίσκεται νοερῶς ἐν τῷ Θεῷ καὶ νὰ μελετᾷ τὸν νόμον Αὐτοῦ ἡμέρας καὶ νυκτός.
Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅμοιος πρὸς μέγαν, ὡραῖον κῆπον, ἐν τῷ ὁποίῳ ζῇ καὶ Αὐτὸς ὁ Κύριος καὶ πάντες οἱ Ἅγιοι Αὐτοῦ: Προφῆται, Ἀπόστολοι, Ἱεράρχαι, Μάρτυρες καὶ Ὅσιοι ταπεινοὶ ἀσκηταί. Καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι συνήχθησαν θαυμαστῶς ὑπὸ τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ· καὶ ἡ ψυχὴ χαίρει δι᾿ αὐτὴν τὴν ἁγίαν, μεγάλην καὶ θαυμαστὴν Σύναξιν.
Πολλοὶ ἐπιθυμοῦν νὰ γνωρίζουν καὶ νὰ βλέπουν τὸν βασιλέα, ἄνθρωπον θνητόν· ἀλλὰ νὰ γνωρίζῃς τὸν Κύριον, τὸν Βασιλέα τῆς αἰωνίου δόξης, εἶναι πολυτιμότερον πάντων.
Ὦ, ἀδελφοί, μελετᾶτε ἔτι πλεῖον τὸ Εὐαγγέλιον, τὰς ἐπιστολὰς τῶν Ἀποστόλων καὶ τὰ ἔργα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Διὰ τῆς μελέτης αὐτῆς ἡ ψυχὴ θὰ γνωρίσῃ τὸν Θεόν, καὶ ὁ νοῦς τοσοῦτον ἁρπάζεται ὑπὸ τοῦ Κυρίου, ὥστε ὁ κόσμος «λησμονεῖται» ἐντελῶς, ὡς νὰ μὴ ἐγεννήθη αὕτη εἰς τὸν κόσμον.
Ὁ Κύριος ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς τὸ Εὐαγγέλιον καὶ θέλει ἵνα ἡμεῖς ἀκολουθῶμεν αὐτό. Ἀλλ᾿ ἐκτὸς τούτου ὁ Κύριος διδάσκει ἡμᾶς καὶ διὰ τῆς χάριτος Αὐτοῦ. Ἐν τούτοις οὐχὶ πάντες δύνανται νὰ ἐννοήσουν τοῦτο, εἰ μὴ μόνον σπάνιοι, οἵτινες ταπεινῶς ἀπεξεδύθησαν τὸ ἴδιον θέλημα. Ἡμεῖς δὲ ὀφείλομεν νὰ ἐρωτῶμεν τοὺς ἁγίους πνευματικοὺς καὶ οὗτοι θὰ ὁδηγήσουν ἡμᾶς πρὸς τὸν Χριστόν, διότι εἰς αὐτοὺς ἐδόθη ἡ χάρις τοῦ «δεσμεῖν καὶ λύειν». Ὕπαγε εἰς τὸν πνευματικὸν μετὰ πίστεως καὶ θὰ λάβῃς τὸν παράδεισον.
Εἶναι καλὸν εἰς τὸν μοναχὸν νὰ εἶναι ὑπήκοος καὶ νὰ ἐξομολογῆται καθαρῶς, ὥστε νὰ γνωρίζῃ ὁ πνευματικὸς ὁποίας σκέψεις ἀγαπᾷ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ. Ὁ τοιοῦτος μοναχὸς πάντοτε θὰ ἔχῃ εἰρήνην ἐν τῷ Θεῷ, καὶ ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ θὰ γεννῶνται θεῖοι λογισμοί, καὶ ὁ νοῦς αὐτοῦ θὰ φωτίζηται ὑπὸ τῆς χάριτος, ἡ δὲ καρδία αὐτοῦ θὰ εἶναι ἀναπεπαυμένη ἐν τῷ Θεῷ.
Ζῇ τοιοῦτος μοναχὸς ἐπὶ τῆς γῆς ἐν μέσῳ σκανδάλων καὶ παντοίων πειρασμῶν, ἀλλ᾿ οὐδὲν φοβεῖται, διότι ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐστερεώθη ἐν τῷ Θεῷ καὶ ἠγάπησεν Αὐτόν, καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ ὅλη εἶναι πῶς νὰ ταπεινώσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, διότι ὁ Κύριος ἀγαπᾷ τὴν ταπεινὴν ψυχὴν καὶ ἡ ψυχὴ γνωρίζει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, διότι ἔχει Αὐτὸν τὸν Κύριον Διδάσκαλον αὐτῆς.
Καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις ἡμῶν ὑπάρχουν πολλοὶ ἀσκηταί, οἵτινες εἶναι εὐάρεστοι εἰς τὸν Θεόν, ἂν καὶ δὲν θαυματουργοῦν φανερῶς.
Ἀλλ᾿ ἰδοὺ τὸ θαῦμα, ὅπερ εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδωμεν ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν. Ἐὰν ἡ ψυχή σου ταπεινωθῇ, ὅπως πρέπει, τότε ὁ Ἐλεήμων Κύριος θὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν χαρὰν μεγάλην καὶ κατάνυξιν. Ἐὰν ὅμως ἡ ψυχή σου κλίνῃ ὀλίγον εἰς τὴν ὑπερηφάνιαν, ἐμπίπτει τότε εἰς ἀκηδίαν καὶ σκοτισμόν. Περὶ τούτου ὅμως γνωρίζουν μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐμμένουν εἰς τὴν ἄσκησιν.
Ἐὰν ἦλθες εἰς τὴν Μονὴν μετ᾿ ἀγάπης πρὸς τὸν Κύριον, ἔστω καὶ οὐχὶ μεγάλης, καὶ λογίζησαι ὅτι ὁ Κύριος σὲ ὁδήγησεν ἐνταῦθα καὶ Αὐτὸς κατευθύνει τοὺς γέροντάς σου, τότε ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ θὰ σκηνώσῃ ἐντός σου καὶ ὁ Κύριος θὰ δώσῃ εἰς σὲ εἰρήνην καὶ διάκρισιν τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, καὶ ἡ ψυχή σου θὰ διώκῃ τὸ ἀγαθὸν ἑκάστην ἡμέραν καὶ ὥραν, διότι ἐτέρφθη ἐν τῶ νόμῳ τοῦ Θεοῦ.
Ἐὰν εἰσῆλθες εἰς τὸ Κοινόβιον, ἀνδρίζου καὶ ἂς μὴ ταράττηται ἡ ψυχή σου.
Ἐὰν διακονῇς εἰς τὸν ξενῶνα, ὁμοίαζε πρὸς τὸν Ἀβραάμ, ὅστις ἠξιώθη νὰ φιλοξενήσῃ τοὺς τρεῖς θαυμαστοὺς Ὁδοιπόρους. Ταπεινῶς καὶ μετὰ χαρᾶς ὑπηρέτει πατέρας καὶ ἀδελφοὺς καὶ προσκυνητάς, καὶ θὰ λάβῃς Ἀβραμιαίαν ἀμοιβήν.
Ἐὰν εἶσαι εἰς ἐργασίας μεταξὺ ἀδελφῶν καὶ ὑπομένῃς τὰ τυχὸν σκάνδαλα, τότε ὁμοίαζε πρὸς τοὺς διὰ Χριστὸν σαλούς. Ἐκεῖνοι προσηύχοντο δι᾿ ὅσους ὕβριζον αὐτούς, καὶ ἕνεκα τούτου ἡ ἀγάπη τοῦ Κυρίου ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἦτο εὔκολον εἰς αὐτοὺς νὰ ζοῦν μετὰ τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ ὑποφέρουν παντοίας θλίψεις.
Ἐὰν τελῇς διακόνημα τι, ἔστω καὶ ἂν διὰ τοῦ νοὸς διασκορπίζησαὶ ποτε, ὁ Κύριος εἶναι ἐλεήμων πρὸς σέ. Ὁ δὲ παρήκοος μόνος ἀποδιώκει ἀφ᾿ ἑαυτοῦ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ.
Ἐὰν πάλιν ἡσυχάζῃς ἐντὸς κελλίου, τότε μιμοῦ τὴν ἡσυχίαν Ἀρσενίου τοῦ Μεγάλου, ἵνα τὸ Ἅγιον Πνεῦμα κατευθύνῃ τὸ πλοῖον τῆς ψυχῆς σου.
Ἐὰν τυχὸν ἀποκάμῃς, ἐνθυμοῦ τοὺς ἐλεητικοὺς λόγους τοῦ Κυρίου: «Δεῦτε πρός Με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. ια´ 28). Τὴν ἀνάπαυσιν αὐτὴν λαμβάνει ἡ ψυχὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίω διὰ τὴν μετάνοιαν.
Ὁ Κύριος ἀγαπᾷ τὴν ψυχήν, ἥτις ἀναζητεῖ Αὐτὸν ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, διότι Αὐτὸς εἶπε: «Τοὺς Ἐμὲ φιλοῦντας ἀγαπῶ, οἱ δὲ Ἐμὲ ζητοῦντες εὑρήσουσι χάριν» (Παρ. η´ 17). Καὶ ἡ χάρις αὕτη μετὰ δακρύων ἕλκει τὴν ψυχὴν εἰς ἀναζήτησιν τοῦ Θεοῦ.

--------------------------------------------------------------------------------
Σημειώσεις:
1. Εἰς τὴν δεδομένην περίπτωσιν ὑπὸ τὸν ὅρον «ὑπακοὴ» δηλοῦται ἡ ἐργασία ἢ τὸ διακόνημα τὸ ἀνατεθὲν εἰς τὸν μοναχόν.
2. Ἡ ὀνομασία «Γέρων» (Στάρετς) ἐν τῆ ρωσικῇ ἐκκλησιαστικῇ συνειδήσει κατ᾿ ἐξοχὴν χρησιμοποιεῖται ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἀσκητάς, οἵτινες διῆλθον μακρὰν δοκιμήν, ἐγνώρισαν διὰ πείρας τὴν πνευματικὴν πάλην, ἀπέκτησαν διὰ πολλῶν ἀγώνων τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως καὶ εἶναι ἱκανοὶ διὰ τῆς προσευχῆς νὰ συλλάβουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ περὶ τοῦ ἀνθρώπου, τουτέστι κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον βαθμὸν ἔλαβον τὸ χάρισμα τῆς διορατικότητος, καὶ ὡς ἐκ τούτου δύνανται νὰ χειραγωγοῦν πνευματικῶς τοὺς προστρέχοντας εἰς αὐτούς.
Ἐν τῷ Ἄθῳ ὁ ὅρος «Γέρων», ὡς τιμητικὴ ὀνομασία, ἔλαβε καὶ ἄλλας, οὕτως εἰπεῖν, τοπικὰς σημασίας. Ἐν τῶ Ρωσικῷ Κοινοβίῳ τῆς Σκήτης τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου ὀνομάζουν Γέροντα τὸν Ἡγούμενον. Εἰς τὰ «Κελλία» Γέροντα ἀποκαλοῦν τὸν προεστῶτα τοῦ Κελλίου (μικροῦ οἰκήματος ἐξαρτωμένου ἔκ τινος Μονῆς). Τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἢ τῆς Συνάξεως τῶν Γερόντων καλοῦνται «Γέροντες». Συχνάκις Γέροντα ὀνομάζουν ἐν γένει ἡλικιωμένον ἀσκητὴν μοναχόν.
Ἐν τῇ Μονῇ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος οἱ ὑποτασσόμενοι μοναχοὶ εἰς ἔνδειξιν σεβασμοῦ Γέροντα ἀποκαλοῦν τὸν ὑπεύθυνον αὐτῶν, τουτέστι τὸν γεροντότερον, τὸν διευθύνοντα τὸ μοναστηριακὸν διακόνημα ἢ τὴν ἐργασίαν ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν ἐτάχθη ὁ μοναχός. Σὺν τῷ χρόνῳ ἡ τιμητικὴ αὕτη ὀνομασία ἐπεκράτησεν ἐν τῇ Μονῇ διὰ τοὺς ὑπευθύνους τῶν ἐργαστηρίων ἢ τῶν διακονημάτων.
Ὁ Γέρων Σιλουανὸς εἰς τὴν δεδομένην περίπτωσιν ἔχει ὑπ᾿ ὄψιν τὴν τελευταίαν ταύτην, τοπικήν, μοναστηριακὴν σημασίαν τοῦ ὅρου.