Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Ο ΚΟΣΜΟΣ..ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ..

Ο ΚΟΣΜΟΣ..ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ..

 


Κάποιος άγιος γέροντας, μεγάλος και διορατικός, έχοντας νικήσει και ξεπεράσει όλους τους πειρασμούς των δαιμόνων, είχε λάβει το χάρισμα να βλέπει οφθαλμοφανώς το πως επιδρούν στη ζωή των ανθρώπων οι άγγελοι και οι δαίμονες· πως δηλ. ο καθένας από την πλευρά του αγωνίζονται για τις ψυχές των ανθρώπων.
Ήταν δε τόσο μεγάλος και υψηλός στην αρετή, που τα ακάθαρτα πνεύματα τον υπολόγιζαν πολύ και συστέλλονταν μπροστά του.
Πολλές φορές τα κορόιδευε και τα ύβριζε θυμίζοντάς τους την πτώση τους από τους ουρανούς και την αιώνια κόλαση του πυρός που τα περιμένει. Οι δαίμονες λοιπόν μιλούσαν με θαυμασμό για τον μεγάλο γέροντα κι έλεγαν ότι κανένας να μη τολμήσει στο εξής να παλέψει μαζί του ή έστω και να τον πλησιάσει, μη τυχόν και πληγωθεί από τον γέροντα, διότι έχει ανέλθει σε μεγάλο πλούτο απάθειας και έχει τύχει της θεώσεως με τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος.
Ενώ λοιπόν έτσι είχαν τα πράγματα, κάποιος δαίμονας ρωτά ένα σύντροφό του:
-Αδελφέ Ζερέφερ (διότι αυτό ήταν το όνομα εκείνου του δαίμονος), αν κάποιος από εμάς μεταμεληθεί, τον δέχεται ο Θεός σε μετάνοια; Ναι ή όχι; Και ποιός άραγε να το γνωρίζει αυτό;
Και αποκρίθηκε ο Ζερέφερ:
—  Θέλεις να πάω στον μεγάλο γέροντα που δεν μας φοβάται, να τον ρωτήσω τάχα σχετικά μ’ αυτό και να τον δοκιμάσω;
—  Πήγαινε, αλλά πρόσεχε πολύ, γιατί ο γέροντας είναι διορατικός και θα καταλάβει ότι πηγαίνεις με δόλο και δεν θα πεισθεί να ρωτήσει τον Θεό. Αλλά πήγαινε και ή τα καταφέρνεις ή απλώς δοκιμάζεις και φεύγεις.
 

Πήγε λοιπόν τότε ο Ζερέφερ σ’ εκείνον τον μεγάλο γέροντα και αφού πήρε σχήμα ανθρώπου, θρηνούσε και οδυρόταν μπροστά στον γέροντα.
Ο Θεός δε, θέλοντας να δείξει ότι δεν αποστρέφεται κανέναν που να έχει μετανοήσει, αλλά δέχεται όλους όσους προστρέχουν σ’ Αυτόν, δεν αποκάλυψε στον γέροντα τά σχετικά με τον δόλιο δράκοντα. Έτσι εκείνος τον έβλεπε σαν άνθρωπο και τίποτε περισσότερο. Γι’ αυτό και τον ρώτησε:
—  Για ποιό λόγο κλαις, άνθρωπε, και θρηνείς από τα κατάβαθα τής καρδιάς σου, ραγίζοντας έτσι με τα δάκρυά σου και την καρδιά μου;
—  Εγώ, πάτερ άγιε, δεν είμαι άνθρωπος, αλλά, όπως μου φαίνεται, διάβολος πονηρός, λόγω τού πλήθους των εγκλημάτων μου.
-Και τί θέλεις να κάνω για σένα. αδελφέ; (Διότι νόμιζε ότι από μεγάλη ταπείνωση αυτοαποκαλείται δαίμονας ό άνθρωπος, αφού ο Θεός δεν του είχε φανερώσει ακόμη τι συνέβαινε στην πραγματικότητα).
— Τίποτε περισσότερο δεν σου ζητώ, άνθρωπε του Θεού, παρά να παρακαλέσεις πολύ τον Κύριο και Θεό σου να σου φανερώσει αν δέχεται τον διάβολο σε μετάνοια. Διότι αν δέχεται εκείνον, τότε θα δεχθεί κι εμένα που δεν υστερώ σε τίποτε από λόγου του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου