Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2017

Νά γονατίζουμε καί νά προσευχόμαστε μέ πολλή ταπείνωση.


elder ephraim 2 …Να γονατίζουμε και να προσευχόμαστε με πολλή ταπείνωση. Σε κάθε μετανοημένη ψυχή δίδεται λόγος, της δίδεται φωτισμένη προσευχή. Αυτό το βλέπουμε στην πόρνη του Ευαγγελίου κατά τη Μεγάλη Τρίτη. Πού ήξερε αυτή, μια γυναίκα του δρόμου να κάνει προσευχή;
Αφ’ης στιγμής, όμως, αποφάσισε να μετανοήσει και άρχισε να κλίνει προς το φως και προς την αλήθεια, της δόθηκε πνεύμα προσευχής.Πόσο ωραία είναι τα λόγια της μπροστά στο Σωτήρα! Εξέφρασε με όλη την καρδιά την μετάνοιά της (…). Είδε ότι μόνο ο Ιησούς, ο Χριστός, είναι αυτός που θα της δώσει το φως, την ανακούφιση, την χαρά και την άφεση των πολλών της εγκλημάτων…
(απόσπασμα απ’το βιβλίο του γερ.Εφραίμ Φιλοθεΐτη, “Η τέχνη της σωτηρίας”, εκδ. Ι.Μ.Φιλοθέου)

Ὁ πόλεμος κατά τῶν παθῶν (Γέροντας Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης)


Geronda Efraim 12Ευλογημένα μου παιδιά,
Λέγουν οι πατέρες ότι η καρδιά του ανθρώπου είναι μπλεγμένη με τις ρίζες των παθών, που είναι ακανθώδεις, και την έχουν «γαντζώσει» για τα καλά. Μόλις, λοιπόν, επιχειρήση ο άνθρωπος με την φώτιση του Θεού να ξερριζώση ένα πάθος (ουσιαστικά να μεταμορφώση ένα πάθος) , να αρχίση να βγάζη τα ριζίδια ,να τα πιάνη με την τσιμπίδα και να τα τραβάη, ξερριζώνοντας το πάθος σκίζει και την καρδιά! Σχιζομένη δε η καρδιά βγάζει αίμα και πονάει. Αν δεν κάνη ο άνθρωπος υπομονή στον πόνο, σταματάει εκεί και εγκαταλείπει τον αγώνα και μένει εμπαθής και αμαρτωλός. Αν όμως κάνη υπομονή στον πόνο, την βγάζει τη ρίζα του πάθους και απαλλάσσεται.
Γι’ αυτό και οι άγιοι πατέρες με την άσκησί τους, με την φώτιση του Θεού, με την προσευχή κ.λ.π. αγωνίστηκαν και πίεσαν τον εαυτό τους και ξερρίζωσαν σιγά-σιγά τις ριζίτσες των παθών∙ μία-μία τις έβγαλαν και έφθασαν στην απάθεια. Και μετά δεν επολεμούντο ούτε από υπερηφάνεια, ούτε από κενοδοξία, ούτε από φθόνο, ούτε από λογισμούς βρώμικους, ούτε από μίσος κ.α.
Βλέπουμε τους αγίους να κάνουνε θαύματα και να μην υπερηφανεύωνται καθόλου. Και λες: «Μα, πως δεν υπερηφανεύοντο αυτοί οι άνθρωποι∙ εμείς το παραμικρό κάνουμε και αμέσως φουντώνει το κερατάκι και μου λέγει: “ Ω, είσαι μεγάλος, είσαι τρανός, εσύ έκανες αυτό το έργο, που άλλος δεν το κάνει∙ εσύ είσαι πιο φωτισμένος, εσύ έχεις πιο πολλή αγωνιστικότητα” κ.λ.π.». Και σου φουσκώνει τώρα το «εγώ» και προσπαθεί ο διάβολος αυτός να σου κλέψη το κέρδος της προσπάθειας που έκανες. Όταν κενοδοξή ο άνθρωπος για το έργο που κάνει, χάνει το μισθό του. Μένει η εξωτερική πράξι. Αν μετανοιώση, ξαναπαίρνει το κέρδος . Αλλά πώς θα πάρη το κέρδος; Με την αυτομεμψία, με την αυτοκατηγορία.
Ένας Πατριάρχης Αλεξανδρείας, Θεόφιλος λεγόμενος, πήγε στο όρος της Νιτρίας στην Αίγυπτο, όπου ήταν οι πιο διάσημοι ασκητές. Ω φημισμένο όρος της Νιτρίας! Πήγε στον Πρώτο του όρους, στον πιο πνευματικό και προοδευμένο γέροντα και του λέει:
«Πάτερ, τι περισσότερο βρήκες εσύ γενόμενος μοναχός και κατοικώντας σ’ αυτό εδώ το όρος; Ποια είναι η μεγαλύτερη αρετή που βρήκες και ποια είναι αυτή που αξίζει πάνω απ’ όλες τις αρετές;».
Απάντησε εκείνος: «Βρήκα την αυτομεμψία, δηλαδή το να κατηγορώ τον εαυτό μου και να ρίχνω το βάρος επάνω μου ότι εγώ φταίω “ Το μέμφεσθαι εαυτόν”.
Ο Μέγας Αντώνιος λέγει: «Αν ο άνθρωπος ρίξη το βάρος επάνω του, βρίσκει ανάπαυσι. Την στιγμή που θα το ρίξη στον άλλον, θα βρη ταραχή μέσα του».
Δοκιμάστε το σε μία περίπτωσι, σ’ έναν πειρασμό. Πέστε ότι έφταιξε εκείνος, ο άλλος… Αισθάνεσθε ταραχή, ανακατωσούρα μέσα σας, στενοχώρια! Άπαξ και πης: «Δεν φταίει ο άλλος, εγώ φταίω∙ τι μιλάω τώρα γι’ άλλον, ξέχασα ποιος είμαι εγώ; Εγώ έκανα εκείνο, εκείνο, εκείνο… επομένως να μη μιλάω καθόλου». Ωπ! Σαν να προσγειώνεσαι σε στέρεο έδαφος και δεν φοβάσαι μην πέσης. Ενώ προηγουμένως ήσουν ψηλά και έλεγες: «Από δω θα πέσω, από κει θα πέσω» και είχες φόβο και ταραχή. Άπαξ και έπεσες χαμηλά και πάτησες σε στέρεο έδαφος, δεν φοβάσαι.
Όταν έρχωμαι σε μία διένεξι μ’ έναν άνθρωπο και ο εαυτός μου μου φέρνει αντίσταση, μου λέει ο λογισμός : «Αυτός έφταιξε, αυτός θύμωσε, αυτός μου μίλησε , αυτός πρέπει να ταπεινωθή. Αν μου μιλούσε τέλος πάντων πιο οικονομικά και πιο απαλά, εγώ θα έκανα υπομονή και δεν θα σκανδαλιζόμουν. Άρα φταίει αυτός». Να το πάθος του εγωισμού. Πρέπει να αντισταθούμε και να πούμε: «Όχι, όχι∙ αν εγώ δεν είχα εγωισμό ,δεν θα πειραζόμουν . Άρα εγώ φταίω, δεν φταίει ο αδελφός. Αν είχα ταπείνωσι, θα σκεπτόμουν ότι στεφάνι μου προξενείται κι ότι ο καυστήρας του Ιησού είναι αυτός ο άνθρωπος , γιατί καυτηριάζει το πάθος μου, για να γίνω υγιής! Άρα με ευεργετεί τώρα καυτηριάζοντας το πάθος μου. Είναι ευεργέτης μου! Πρέπει να τον αγκαλιάσω, πρέπει να τον αγαπώ, πρέπει να του κάνω και προσευχή που μου έκανε αυτό το καλό, που μου φανέρωσε τι έχω! Διότι αν δεν μου έλεγε αυτόν τον λόγο, κι αν δεν γινόταν ο πειρασμός, εγώ δεν θα ήξερα πόσο εγωισμό είχα μέσα μου και δεν θα έκανα και τον ανάλογο αγώνα να τον χτυπήσω. Επομένως με την νύξι του πειρασμού φανερώθηκε η ασθένειά μου και τώρα αφού την είδα, θα φροντίσω να βάλω φάρμακο και να γίνω καλά».
Πρέπει ,λοιπόν, ο άνθρωπος αφού πιάση το θέμα με την θεωρία, να αγωνισθή τώρα εσωτερικά. Πρέπει να κατέβη, να εντοπίση το κακό στην καρδιά, και να πολεμήση το πάθος, την πικρία, την δυσκολία, την πίεσι του δαίμονος, ο οποίος πιέζει την κατάστασι και λέει: «Μην υποχωρήσης! Μην το κάνης αυτό!»Και τότε πρέπει να δεηθή του Θεού ο άνθρωπος, να παρακαλέση τον Θεό, να πάρη δύναμι, να «στραμπουλήξη» το εγώ, να πη∙ «σώπα, κάτσε στην θέσι σου, κι εγώ πρέπει να κάνω το καθήκον μου τώρα». Να πάη στον άλλον, να βάλη μετάνοια. Εμείς οι μοναχοί, φερ’ ειπείν, βάζομε μετάνοια. Ο κατά κόσμον άνθρωπος φέρεται διαφορετικά∙ θα πη «καλημέρα, χρόνια πολλά, συγχώρεσέ με, θα κοινωνήσουμε, άγια μέρα ήρθε κ.λ.π.» κι έτσι γίνεται αγάπη.
Όταν το κάνη αυτό το πράγμα, αμέσως νοιώθει μια χαρά, μια ξεκούραση, μια ελάφρυνσι. Γιατί; Γιατί ήταν το βάρος το προηγούμενο, ήταν ο δαίμονας που πίεζε περισσότερο, γιατί ήθελε να γίνη το δικό του, το μίσος, η έχθρα, ο χωρισμός, η διάστασις. Ενώ ο Θεός είναι αγάπη και ταπείνωσι. Εμείς όμως όλοι οι άνθρωποι, και πρώτος εγώ, την «πατάμε» από τον εγωισμό μας, με το να θέλουμε να στήσουμε το δικό μας θέλημα, θεωρώντας ότι έχουμε δίκαιο, ότι είμαστε καλοί κι ότι ο άλλος φταίει. Το ότι κατακρίνουμε τι σημαίνει; Ότι θεωρούμε τον εαυτό μας μη σφάλλοντα σε οποιονδήποτε αμάρτημα. Γι’ αυτό λέγει ο Κύριος : «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε, και, εν ω κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε»( Ματθ. 7,1 ) . Είναι τόσο σοβαρή βέβαια η κατάκρισι, παρ’ ότι εμείς την έχουμε για «ψωμοτύρι» και σαν εμπερίστατη αμαρτία. Εμπερίστατος αμαρτία είναι αυτή , που γίνεται σε κάθε περίστασι και κάθε ώρα…
… Πόσοι και πόσοι άνθρωποι , που εμείς τους έχουμε για τιποτένιους και για αμαρτωλούς , μία μέρα μπορεί να βρεθούνε στην Βασιλεία του Θεού∙ κι εμείς που παίρνουμε την καθέδρα του δικαστού και κρίνουμε, να βρεθούμε κατακριτέοι και να περάσουμε στην κόλασι!
Γι’ αυτό , λοιπόν, χρειάζεται πάρα πολλή προσοχή στα έργα μας και να αγωνιζώμεθα να ξερριζώσουμε τον εγωισμό, αυτό το φοβερό θηρίο, που μας τρώγει τα σωθικά. Το «εγώ»! Αυτό φουντώνει μέσα μας και θυμώνουμε και οργιζόμεθα και κατακρίνουμε και απαιτούμε το ένα , απαιτούμε το άλλο και βρίζουμε και χλευάζουμε τον έναν και ταπεινώνουμε τον άλλον. Θηρίο! Αυτό βοηθάει στην κατάκρισι, αυτό φουσκώνει τον λογισμό ότι κάτι φτιάχνουμε, ότι είμαστε καλοί, ότι έχουμε αρετές, και χίλια δύο άλλα.
Η αφετηρία των καλών είναι η ταπεινοφροσύνη και η αφετηρία των κακών ο εγωισμός…
… Και σε μας τους πνευματικούς καμμιά φορά έρχονται να ζητήσουν συμβουλή σε κάτι δύσκολα θέματα! Πως το σκέπτεσαι να μετρήσης την κάθε λέξι! Λες μια λέξη παραπάνω και την παίρνουν στραβά. Και ύστερα «τρέχα γύρευε». Πάρα πολλή προσοχή χρειάζεται σε όλους μας.
Πρέπει ακόμα να προσέξουμε στην καλή εκμετάλλευσι του χρόνου, για να μας πλουτίζη κατά Χριστόν για την αιώνια ζωή. Όταν τον χρόνο τον σπαταλήσουμε έτσι άσκοπα και χωρίς κέρδος πνευματικό, θα φύγουμε από την ζωή χωρίς τίποτε. Και βλέπεις τον αδελφό σου να αγωνίζεται, να εκμεταλλεύεται τον χρόνο και να πλουτίζη , κι εσύ ο ταλαίπωρος να μην κινήσαι, ώστε να κάνης κάτι καλό. Κι έρχεται εις αμφοτέρους ο θάνατος∙ ο μεν ένας πάει φορτωμένος επάνω, γεμάτος οφέλη, ενώ ο άλλος, εσύ, πας με άδειο «ντουρβά», γεμάτος κακίες και αμαρτίες! Γι’ αυτό στον χρόνο που μας έδωσε ο Χριστός να προσπαθήσουμε κάθε μέρα να κάνουμε κάτι καλό. Φερ’ ειπείν, πόσο ευεργετικό είναι , όταν εφαρμόζουμε τις παραγγελίες του πνευματικού, που μας λέει: «Παιδί μου, κοίταξε να κάνης το πρωί την προσευχή σου, να κάνης τις μετάνοιες, να διαβάζης το Ευαγγελιάκι σου∙ το απόγευμα να κάνης την Παράκλησί σου, το βράδυ πάλι την προσευχή σου, τις μετάνοιές σου∙ να σκέπτεσαι τον Θεό, να κάνης εκείνο, το άλλο, να λες την ευχή και να διώχνης τους κακούς λογισμούς». Όταν κάνης υπακοή σ’ αυτά, την σελίδα τα κάθε ημέρας την γεμίζεις με οφέλη. Αν όμως δεν πας σε πνευματικό και δεν σε βάλη σε μία τάξι, μαζεύεται το «κουβάρι», φθάνει το τέλος και δεν έχεις πολλά πράγματα να παρουσιάσης. Γι’ αυτό η υπακοή στον πνευματικό γεμίζει του ανθρώπου την ζωή, την οποία θα παρουσιάση κατόπιν ενώπιον του Θεού κατάφορτη από αρετή, όπως ένα δένδρο που έχει λυγισμένα τα κλωνάρια του, γιατί είναι κατάφορτα από τον πολύ καρπό.
Κι εμείς ,βέβαια , οι πνευματικοί έχουμε ευθύνη μεγάλη γι’ αυτό το πνευματικό εμπόριο που εργαζόμεθα, για να βοηθήσουμε τους άλλους. Το θέμα είναι ότι το έργο μας είναι πάρα πολύ κοπιαστικό, πάρα πολύ επίμοχθο και γεμάτο θλίψεις και στενοχώριες, όπως λέει κι ο Ιερός Χρυσόστομος: «Το άρχειν ψυχών επιπονώτερον πάντων». Είμαστε σαν τους εμπόρους τους μεγάλους, που αλωνίζουν τις ηπείρους, για να μπορέσουν να βρούνε θησαυρούς και άλλοτε γυρίζουν με κατάφορτα τα πλοία. Καμμιά φορά όμως πέφτουν σε ληστές , τους τα κλέβουν όλα και τους σκοτώνουν κιόλας. Κι έτσι, ενώ πήγαν για τα πολλά, έχασαν και τα λίγα.
Πάμε κι εμείς να εμπορευθούμε ψυχές, προσπαθούμε να ωφελήσουμε, να πάρουμε κέρδη και οφέλη, αλλά καμμιά φορά ο διάβολος προκαλεί ναυάγιο, κι εκεί που θα ωφελούσαμε τους άλλους, τους σκανδαλίζουμε. Όπως λέει ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος∙ «Είστε σαν τα ναυαγοσωστικά, που πάνε και σώζουν τους ναυαγούς∙ πηγαίνουν, έρχονται, αλλά καμμιά φορά βουλιάζουν».Γι’ αυτό να εύχεσθε και για μας, να μας βοηθάη ο Θεός, να μας σκεπάζη, για να μπορέσουμε μέχρι τέλους της ζωής μας να βοηθούμε και να σώζουμε, για να μας ελεήση κι εμάς ο Θεός, να συγχωρέση τις αμαρτίες μας και να μας σώση.Από το βιβλίο «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΪΤΟΥ
Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ»
ΤΟΜΟΣ Α΄ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΥ
ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Ὁ νόμος τῆς ἁμαρτίας ( Γέροντας Ἐφραίμ τῆς Ἀριζόνας )


Ο νόμος της αμαρτίας ( Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας ) Η έκπτωσις του ανθρώπου εις την θνητότητα την σωματικήν με τα επακόλουθα της εξορίας και της απομακρύνσεως εκ του αγαθού πατρός Θεού, επροξένησαν τον νόμον της αμαρτίας, τον αντιστρατευόμενον εις τον νόμον του Θεού.
Ο νόμος της αμαρτίας, ως ροπή και κλήσις και ως πονηρία, έγκειται εις τον άνθρωπον εκ νεότητος αυτού. Και αυτή η ροπή προς το κακόν, ως προπατορική κληρονομία και δείγμα και αποκύημα και λείψανον της παλαιάς αποκοπής από την πηγήν της ευτυχίας, έλαβε φυσικά διαστάσεις επί την ανθρωπίνην φύσιν και ως εκ τούτου σύρεται αύτη επί τα πονηρά και φυσικώς ακολουθούν αι θλιβεραί επιφοραί εις τα τέκνα του Αδάμ και της Εύας.Η ανάκλησις επί την πάλαι υιοθεσίαν, δια μέσου του σταυρικού θανάτου του Κυρίου Ιησού, ωδήγησεν εις την αιώνιον σωτηρίαν, αλλ’ όμως ουκ ήρε τον νόμον της αμαρτίας, τον ένδοθεν του ανθρώπου, όχι ότι ουκ ηδύνατο, διότι έστω και μία ρανίς του φρικτού και αγίου αίματος του Ιησού Χριστού ηδύνατο το παν να μεταβάλη, αλλά οικονομικώς τον άφησε να συνυπάρχη τω ανθρώπω, ίνα δια μέσου τούτου όχι μόνον τον παιδαγωγήση, αλλά ίνα γνωρίση και την εκάστου προαίρεσιν.
Ουκ επέτρεψεν ο Θεός, λέγει η Γραφή, να εξολοθρεύση ο Ιησούς του Ναυή πάντα τα κύκλω αυτού ειδωλολατρικά έθνη, αλλά άφησέ τινα, ίνα δια των τοιούτων διδάξη τους υιούς Ισραήλ τον πόλεμον. Όταν λοιπόν αυτός ο νόμος της αμαρτίας δεν εύρη αντίπαλον γενναίον, δηλαδή την καλήν θέλησιν και προαίρεσιν, με όπλα τας θείας εντολάς και παραγγέλματα, τότε νικά και αιχμαλωτίζει τον αγωνιστήν, τον γυμνώνει εκ των θεϊκών όπλων και κατόπιν τον σύρει προς τον αμαρτωλόν της αμαρτίας ρουν.
Εκ τούτων όλων και άλλων πολλών, βγαίνει το αληθές συμπέρασμα ότι όλα τα θλιβερά γεγονότα και πράγματα επί την ανθρωπίνην φύσιν είναι αποκυήματα της ολισθήσεώς της εκ της πρώην αθανασίας προς την θνητότητα, και ότι του Θεανθρώπου Ιησού η σωτήριος θυσία ουκ ήρε τον ένδοθεν του ανθρώπου νόμον της αμαρτίας οικονομικώς, προς παιδαγωγίαν αυτού και δια άλλα πολλά σωτήρια αίτια, ίνα δια τούτων τον καταστήση σοφόν κληρονόμον των αιωνίων Αυτού αγαθών.
Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας

«Τά βιβλία τῶν συνειδήσεων» μέρος β΄ τελευταῖο


 
  ΟΜΙΛΙΑ ΚΓ΄
Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου
 Ἔχουμε ὅμως ἐκτός ἀπό τήν ἀγαθή συνείδησι καί τήν πονηρά συνείδησι. Αὐτή μᾶς ὁδηγεῖ πρός τόν δρόμο τοῦ διαβόλου καί τῆς ἁμαρτίας. Ὑπακούοντας σ᾿ αὐτήν ἔρχονται περιπτώσεις, πού ὁ ἄνθρωπος κάνει πράγματα πού τά ζῶα δέν τά κάνουν. Ἔτσι στήν Κρίσι τοῦ Θεοῦ αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν θά μπορέση νά κοιτάξη κατάματα τόν Θεό. Διότι πῶς θά Τόν ἀντικρύση, ὅταν ἦρθαν στιγμές, πού μέ τά μάτια του δέν τόν σεβάσθηκε καθόλου καί τόν βλασφήμησε τόν Θεό! Κι ὁ Χριστός θά τοῦ πῆ: «Ἐγώ παιδί μου, ἔγινα ἄνθρωπος γιά σένα, σταυρώθηκα γιά σένα, ἔκανα ἐκεῖνο, τό ἄλλο γιά σένα· σοῦ ἔχω δώσει τήν ζωή, σοῦ ἔχω δώσει τά ἀγαθά, τόσα καί τόσα· κι ἐσύ εἰς ἀνταπόδοσιν ὅλων αὐτῶν τῶν καλῶν μέ ἐβλασφήμησες, δέν μέ λογάριασες κ. λ. π.». Αὐτά ὅλα θά συμβοῦν, ὅταν δέν κάμη ὑπακοή στήν ἀγαθή του συνείδησι.
Καί πάλι βλέπουμε ὅμως ὅτι ἡ ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ θέλει νά μᾶς βοηθήση καί μᾶς λέει: «Ὁσάκις πέφτεις, σήκω». Διότι τό νά πέση κανείς εἶναι ἀνθώπινο, ἀλλά τό νά πέση καί νά μή σηκωθῆ, εἶναι διαβολικό. Ἑβδομηκοντάκις ἑπτά τῆς ἡμέρας, ἄν πέσουμε, ἄς σηκωθοῦμε. Πολλές φορές μᾶς φταῖνε οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι καί κρατοῦμε μῖσος, ψύχρα, δέν συγχωροῦμε εὔκολα κι ἀγνοοῦμε τό ἑβδομηκοντάκις ἑπτά τῆς ἡμέρας τοῦ Θεοῦ.
Λυποῦμε τόν Θεό τόσο πολύ ἄσχημα καί μέ τόση ἀσέβεια· κι ὅμως ἡ καλοσύνη Του πού δέν ἔχει τέλος καί ὅρια, μᾶς δέχεται τόσο πολύ ὄμορφα καί μᾶς καλεῖ μέ τόση ἀγάπη καί στοργή νά πᾶμε κοντά Του! Σέ κάποιο σημεῖο τῆς πατερικῆς διδασκαλίας λέγει ὅτι ἕνας πατέρας εἶχε κατέβει στήν πόλη καί ἄκουσε ἕνα παιδάκι πού ἔλεγε: «Πατέρα, ἕνας ἄνθρωπος μέ ἀγαπᾶ κι ἐγώ τόν μισῶ. Ἕνας ἄλλος μέ μισεῖ κι ἐγώ τόν ἀγαπῶ». Καί ὁ μοναχός σκέφθηκε ὅτι εἶναι ἀλήθεια αὐτό τό πρᾶγμα. Τό ἔκαμε θεωρία. Ὁ Θεός μᾶς ἀγαπάει κι ἐμεῖς Τόν μισοῦμε. Ὁ διάβολος μᾶς μισεῖ κι ἐμεῖς τόν ἀγαποῦμε διά τῶν πράξεών μας.
Καί πάλι μοῦ ἔρχετε στό μυαλό ἕνα πατερικό πάρα πολύ ὄμορφο, πού εἶναι τό ἑξῆς: «Ὅταν ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου θά ἐξέλθη ἀπό τό σῶμα καί θά τήν πάρουν οἱ ἄγγελοι, μετά τήν τρίτη ἡμέρα, ἀφοῦ φθάση βέβαια στόν Θεό καί Τόν προσκυνήση, θά πάρη ἄδεια γιά 40 ἡμέρες νά γυρίση ὅλα τά μέρη, ὅπου ἔζησε σέ ὅλη της τήν ζωή. Ὁ δέ ἄγγελος ὁ φύλακάς της, θά τήν περνάη ἀπό παντοῦ καί θά τῆς δείχνει τούς τόπους τῆς ἁμαρτίας καί τούς τόπους τῆς ἀρετῆς, καί θά λέη: “Ἐδώ ἔπραξες αὐτήν τήν ἁμαρτία, αὐτήν τήν ἀσχήμια”. Καί ἡ ψυχή, ὅταν θά δῆ τό μέρος καί θά ἀναπολήση τό ἱστορικό τῆς ἁμαρτίας, θά νοιώθη τόση ντροπή, πού θά ἀποστρέφη τό πρόσωπο νά μή ἰδῆ τόν τόπο ἐκεῖνο, στόν ὁποῖον ἁμάρτησε. Ὅταν ὅμως ἰδῆ τόν τόπο καί τό σημεῖο ἐκεῖνο, στό ὁποῖον ἔκανε κάποια ἀρετή, μετενόησε, ἔκλαψε, ἔβαλε μετάνοιες, ἐκεῖ θά νοιώση πάρα πολύ εὐχάριστα».
Ἀπό ὅσα εἴπαμε ἐδῶ, μποροῦμε νά σκεφθοῦμε καί νά ἀποφασίσουμε. Ἐφ᾿ ὅσον ἡ Ἐκκλησία, ἐφ᾿ ὅσον ἡ Παράδοσις, ἐφ᾿ ὅσον οἱ προσωπικές ἐμπειρίες ἁγίων ἀνθρώπων μᾶς πιστοποιοῦν ὅτι εἶναι μιά ἀπέραντη ἀλήθεια κι ὅτι δέν μπορεῖ νά συμβῆ κάτι διαφορετικό, πρέπει νά βάλουμε κάτω τά πράγματα, «ἐπί τῆς τραπέζης», νά λύσουμε τό θέμα καί νά ποῦμε ὅτι «ἕνα κι ἕνα κάνουν δύο». Πρέπει νά τακτοποιήσω τόν ἑαυτό μου. Πρόκειται νά πάρω τήν εἰδοποίησι, νά προχωρήσω σ᾿ αὐτόν τόν τόπο πού δέν γνωρίζω καί μοῦ χρειάζεται νά ἑτοιμάσω τό διαβατήριο, γιτί ἄν δέν προλάβω, θά ἔχω πρόβλημα, τήν στιγμή πού θά ἀναχωρήσω οὕτως ἤ ἄλλως.
Κι ἔτσι ὅταν προετοιμαστοῦμε, ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ θά μᾶς βοηθήση πάρα πολύ, διότι ἡ καρδιά τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁλάνοιχτη καί μᾶς περιμένει νά μᾶς βάλη μέσα της καί νά μᾶς κάνη εὐτυχεῖς. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι δέν ἔχουμε γνωρίσει ποιόν Θεό ἔχουμε. Ἐάν τό γνωρίζαμε θά κάναμε τό πᾶν νά μή Τόν χάσουμε. Ὁ Γέροντάς μου μοῦ ἔλεγε ὅτι ὑπῆρξαν πατέρες παλιά, πού στό ἄκουσμα τῆς λέξεως «Θεός, Χριστός» τά μάτια τους ἔτρεχαν ποτάμι ἀπό δάκρυα, δάκρυα χαρᾶς, δάκρυα ἀγάπης, ἔρωτος Θεοῦ. Ἐμεῖς ἀκοῦμε, διαβάζουμε γιά τό Θεό δέν μιλάμει μέσα μας, δηλαδή δέν Τόν νοιώσαμε μέσα μας. Βέβαια ἔχουμε νοιώσει ἀγάπη γιά τόν συνάνθρωπό μας ποικιλοτρόπως, κι ἔχουμε μία γνῶσι πῶς μπορεῖ κανείς νά νοιώθη ἀγάπη καί τί εἶναι ἡ ἀγάπη πρός ἕνα ἄλλο πρόσωπο. Γιά τήν πραγματικότητα ὅμως τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ νοιώσαμε κάτι τέτοιο; Πρέπει νά ἀγωνιστοῦμε, ὅσο γίνεται περισσότερο, νά φτάσουμε σ᾿ αὐτήν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
Θά ἔκανα ἀπό μέρους μου μία πατρική παράκλησι. Νά προσπαθήσουμε, ὅσο γίνεται περισσότερο, περί τοῦ «ἑνός ἐστι χρεία»· νά ἀγωνισθοῦμε καί νά προετοιμασθοῦμε. Νά τακτοποιήσουμε τίς σελίδες τοῦ βιβλίου τῆς ζωῆς μας πού γράφουν τά ἁμαρτήματα, νά τίς σβήσουμε καί νά ἀφήσουμε μόνον τίς σελίδες πού γράφουν τίς καλές πράξεις.
Καί ὅταν κάνουμε ἕνα βῆμα ἐμεῖς, ὁ Θεός θά μᾶς σπρώξη νά κάνουμε ἑκατό βήματα. Μόνο λίγη προαίρεσι χρειάζεται κι αὐτή ἡ μικρή βία κι ὁ Θεός θά μᾶς δώση πολλά. Τί ἔκαμε στήν ἔρημο; Πέντε ψωμάκια εἶχαν ἐκεῖ καί οἱ ἄνθρωποι ἦταν χιλιάδες. Μποροῦσαν χιλιάδες ἄνθρωποι μέ πέντε ψωμάκια νά χορτάσουνε; Ὄχι. Κι ὅμως εὐλόγησε τούς πέντε ἄρτους καί χιλιάδες ἄνθρωποι χόρτασαν καί περίσσευσαν τόσα καλάθια μέ ψωμί. Ἔτσι καί σέ μᾶς τήν λίγη προσπάθεια, τά λίγα πράγματα, ὅταν τά εὐλογήση, θά γίνουν πολλά. Καί ποιά θά εἶναι τά πολλά; Νά πετύχουμε τήν αἰώνια σωτηρία καί νά ἀποκλεισθῆ ἡ αἰώνια δυστυχία.
Καί ἕνα ἄλλο εἶναι τό ὅτι πρέπει νά δώσουμε μεγαλύτερη ἔμφασι στό σημεῖο τό δύσκολο, τό μαῦρο, πού λέγεται «κόλασι», διότι σήμερα ὁ διάβολος κάνει κάτι ἄλλο, πάρα πολύ ἐπιδέξια. Ἡ ἐπιδεξιότητά του συνίσταται στό ὅτι παρουσιάζει τήν κόλασι σάν θέμα συνειδήσεως καί τίποτα περισσότερο· ὅτι δέν ὑπάρχει ὑποστατική κόλασις, ἀλλά κόλασις μόνο στήν συνείδησι. Δηλαδή, ὅταν σκεφτῶ ὅτι ἔκανα ἕνα ἔγκλημα, νοιώθω πολλή δυσκολία μέσα μου καί ὑποφέρω. Ἐκεῖ τό πᾶνε τό θέμα τῆς κολάσεως. Συμφέρει βέβαια τόν διάβολο καί τούς ἀνθρώπους, πού θέλουν νά ζήσουν τήν ζωή τους, νά σκέπτωνται ὅτι ἡ κόλασις εἶναι μόνο στήν συνείδησι καί ὅτι θά ὑποφέρη ψυχικά καί μόνον ὁ ἄνθρωπος καί ὅτι δέν θά ὑπάρχη κόλασις ὑποστατική. Διότι λένε: «Μά, στόν ἄλλο κόσμο θά ὑπάρχουν καζάνια καί φωτιές;»
Σέ μιά περίπτωσι εἶχα μιά συνάντησι κάπου μέ κάποιον στήν Ἑλλάδα, καί τόλμησα νά πῶ ὅτι ὅπως αὐτός ὁ ἄνθρωπος φρονοῦσε σχετικά μέ τό θέμα τῆς κολάσεως καί ὅπως κήρυττε πάνω σ᾿ αὐτό τό θέμα, εἶχε λάθος. Καί μοῦ λέει:
Πάτερ, εἶναι θέμα συνειδήσεως καί ὄχι ὑποστάσεως.
Δέν συμφωνῶ μέ σᾶς, λέω.
Τί πάτερ, μπορεῖτε νά φαντασθῆτε ἐσεῖς ὅτι ὑπάρχει κόλασις μέ φωτιές, μέ καζάνια, μέ σκουλίκια καί τόσα ἄλλα;
Τοῦ λέω τό ἑξῆς:
Ὅταν θά ἔλθη ὁ Κύριος στήν Δετέρα Παρουσία Του, θά πῆ στούς ἐξ ἀριστερῶν· «Πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον τό ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ»1. Ἔτσι δέν εἶναι;
Ἔτσι.
Ὁ διάβολος ἔχει συνείδησι;
Δηλαδή;
Ὁ διάβολος ὑποφέρει ἀπό τήν συνείδησί του, ὅταν κάμη τίς πράξεις του τίς ἄσχημες; Δέν ὑποφέρει, τοῦ λέω. Πανηγυρίζει, σκιρτᾶ ἀπό χαρά, ὅταν κάνη τίς κακές πράξεις, διότι πολεμεῖ τόν Θεό. Ἑπομένως μήν θέτετε θέμα κολάσεως στήν συνείδησι τοῦ διαβόλου, γιατί τότε τοῦ διαβόλου ἡ κόλασις ποιά θά εἶναι;
Δέν ἀπαντοῦσε.
Ἑπομένως ἔχουμε κόλασι πραγματική, ἀλλά ὅμως πνευματική· ὄχι ὑλική. Δέν ἔχει καμμία σχέσι τό πνεῦμα μέ τήν ὕλη.
Στήν συνέχεια ἄρχισε νά κλονίζεται στίς πεποιθήσεις του καί τοῦ λέω τό ἑξῆς:
Πιστεύουμε ὅτι εἶναι ἀληθινή ἡ ἀσκητική παράδοσις τῶν ἀσκητῶν, πού μιλοῦσαν μέ τόν Θεό καί εἶχαν σχέσεις μέ τόν Θεό καί ἔπαιρναν ἀπό κεῖ ἀπευθείας τήν ἀλήθεια; Εἶχαν γνωρίσει ἐμπράκτως καί τήν μέν καί τήν δέ κατάστασι καί ἐξέφρασαν πολλές γνῶμες γιά τό ὅτι ἡ κόλασις δέν εἶναι στήν συνείδησι.
Μοῦ λέει:
Σ᾿ αὐτά μέ τόν χρόνο καί μέ τίς συνεχεῖς ἐκδόσεις τῶν βιβλίων αὐτῶν γίνονται ἀλλοιώσεις.
Τοῦ λέω:
Ἔ, ἅμα τό πᾶτε ἐκεῖ τό θέμα, τότε νά πιστέψουμε ὅτι μέ τίς ἐπανεκδόσεις καί ὅλα τά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν λάθη.
Ὄχι, μοῦ λέει.
Τοῦ λέω:
Ἔχουμε τόν Ἅγιο Ἀνδρέα, τόν διά Χριστόν Σαλό, πού σέ μία περίπτωσι, ὅταν ἐδιάβαζε μέ τόν ὑποτακτικό του τόν Ἐπιφάνιο, πού κατόπιν ἁγίασε κι αὐτός, ἕνα κείμενο τοῦ Ἁγ. Βασιλείου, ὁ Ἐπιφάνιος αἰσθάνθηκε πάρα πολύ μεγάλη εὐωδία. Καί λέει: «Γέροντα, πόθεν αὐτή ἡ εὐωδία;»
Καί ἀπάντησε ὁ Ἅγιος: «Οἱ ἄγγελοι παιδί μου, θυμιάζουν τά λόγια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τά ὁποῖα ἔγραψε ἐδῶ στό βιβλίο του ὁ Μέγας Βασίλειος».
Καί ἐρωτᾶ ὁ Ἐπιφάνιος: «Μά, Γέροντα ὑπάρχουν θυμιατήρια καί στούς ἀγγέλους;».
Καί λέγει ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας: «Παιδί μου, οἱ ὑλικοί ἄνθρωποι ἔχουν τά ὑλικά θυμιατήρια καί οἱ πνευματικοί τά πνευματικά».
Ἑπομένως ἔχουμε πνευματική ὑπόστασι πραγμάτων κι ἔτσι πρέπει νά παραδεεχθοῦμε ἀκέραια καί καθαρά ὅτι δέν θἄχουμε τήν κόλασι στήν συνείδησι, ἀλλά στήν ὑπόστασι τήν πνευματική, διότι δέν μπορεῖ νά τυραννηθῆ τό πνεῦμα ἀπό τήν συνείδησι. Ὅταν θά πρόκειται νά γίνη ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν, τά σώματα, τά ὁποῖα ἔχουν ταφῆ κι ἔχουν ἀλλοιωθῆ κι ἔχουν σβήσει, θά ἀνασυγκροτηθοῦν πνευματικά. «Σπείρεται σῶμα ψυχικόν καί ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν»2 καί ὅτι θά ἁρπαχθοῦν «ἐν ταῖς νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου»3. Ὅπως καί τοῦ Χριστοῦ μας τό ὑλικό, ἔτσι ἀκριβῶς καί τά σώματα τά ἀνθρώπινα θά πνευματοποιηθοῦν. Καί ἐπειδή ἁμάρτησε ὁ ἄνθρωπος ψυχικά καί σωματικά καί κουράστηκε γιά νά διορθώση τήν ψυχική καί σωματική του κατάστασι, ἔτσι θά ἀναπαυθῆ ἤ θά κολασθῆ ψυχικά καί πνευματικά.
Κι ὅταν ἔφθασα στό τέρμα, γιά νά χωρίσουμε, μοῦ λέει:
Μήτε τά δικά σου, μήτε τά δικά μου.
Δέν ἔχουμε δικά μας πράγματα νά ποῦμε, τοῦ λέω. Τά ὅσα εἴπαμε ἐδῶ εἶναι τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας κι ἑπομένως πρέπει νά δογματίζουμε σωστά καί νά διδάσκουμε σωστά, διότι ἄν ποῦμε καί διδάξουμε ὅτι ἡ κόλασις εἶναι στήν συνείδησι, τότε θά ἀρχίσουμε νά κάνουμε μιά ζωή ἐντελῶς διαφορετική. Θά γλεντοῦμε, θά κάνουμε διάφορα ἁμαρτήματα κι ὅταν θἄρθη ἡ συνείδησις, θά τήν περιφρονήσουμε καί δέν θά τυραννούμεθα ἀπ᾿ αὐτήν. Δέν εἶναι τά πράγματα ἔτσι.
Καί τελειώνω ἐδῶ, παιδιά. Θά πρέπει τώρα ὅλοι μας –καί πρῶτα ἐγώ πού λέω αὐτά τά πράγματα καί θά εἶμαι ὁ πιό ὑπεύθυνος, ἄν δέν βιασθῶ– νά βιασθοῦμε, νά κάνουμε ὑπακοή στήν συνείδησί μας καί σέ ὅ,τι ἀγαθό μᾶς συμβουλεύει, ὥστε ὅταν ἀνοιχθῆ τό βιβλίο τῆς συνειδήσεως ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, νά μή καταισχυνθοῦμε νά μή χάσουμε τήν ψυχή μας, ἀλλά νά ζήσουμε αἰώνια μέ τόν Χριστό. Ἀμήν.
   Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι
κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
 Ἀμήν.
 
  Ἀπό τό βιβλίο: “ Ἡ τέχνη τῆς σωτηρίας”
Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου
Ἔκδοσεις Ἱεράς Μονῆς Φιλοθέου Ἅγιον Ὄρος
Τόμος α΄
Κεντρική διάθεση:
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Δέν ἔχει ἀνάγκην ὁ Χριστός μας ἀπό ἡμᾶς


Δεν έχει ανάγκην ο Χριστός μας από ημάς, διότι έχει μυριάδας αγγέλους που λειτουργούν αμέμπτως, και δύναται δια του λόγου άλλας τόσας μυριάδας να παραστήση όντα αγιώτατα. Αλλά η άπειρος αγάπη Τον αναγκάζει να αδολεσχή με ημάς μη αισχυνόμενος την δυσωδίαν μας και τα έλκη μας.Λοιπόν την αγάπην αυτήν του Θεού ας αναμνησθώμεν εις πάσας τας στιγμάς του βίου μας, όπως τα ευτελή έργα μας, τα ποιώμεν μόνον και μόνον δια την αγάπην του Θεού. Σκεφθήτε ότι δεν εσταυρώθημεν δια τον Χριστόν μας, τον Σωτήρα μας, ενώ Αυτός δι’ ημάς τα εκτρώματα υπέστη σταυρικόν θάνατον δια την υπακοήν!
Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας

Ὁ χρόνος φεύγει, τά ἕτη κυλοῦν καί ὅλο καί πλησιάζομεν διά τήν αἰωνιότητα


 
Η μετάνοια είναι ατέλεστος, όλαι αι αρεταί δύνανται με την χάριν του Θεού, να τελειοποιηθούν από τον άνθρωπον. Την μετάνοιαν ουδείς δύναται να την τελειοποιήση, διότι μέχρι και της τελευταίας ημών αναπνοής έχομεν ανάγκην της μετανοίας, διότι σφάλλομεν εν ριπή οφθαλμού, οπότε η μετάνοια είναι ακατάκτητος. Ω, πόσον αγαθός ο Θεός! Δικαίως λοιπόν θα κολασθούν οι συναμαρτωλοί μου, διότι παρεγνώρισαν την άπειρον ευσπλαγχνίαν του ουρανίου Πατρός. Ενώ λοιπόν ως άνθρωποι σφάλλομεν, μας έρχεται οκνηρόν το να είπωμεν το « ήμαρτον »! Και πως θα το είπωμεν, εφ’ όσον έχομεν, εγώ πρώτος, την λήθην και την ραθυμίαν με συμβοηθόν την υπερηφάνειαν, ισχυρά εμπόδια προς τον δρόμον της ταπεινώσεως! Μας τον έδειξεν ο Χριστός δια του Σταυρού Του, αλλά δυστυχώς θεληματικώς κωφεύομεν προς μεγίστην μεταμέλειάν μας. Ο χρόνος φεύγει, τα έτη κυλούν και όλο και πλησιάζομεν δια την αιωνιότητα. Το βλέπομεν, ενώ μία νάρκη διανοητική μας δεσμεύει, έως να βληθώμεν, εγώ πρώτος, εις την κόλασιν! Ο Θεός μου, ο λυτρωσάμενος το ανθρώπινον γένος εκ της δουλείας του εχθρού, ρύσαι και ημάς από την μέλλουσαν καταδίκην, όταν θα έλθης να κρίνης τον κόσμον, αποδίδων εκάστω κατά τα έργα αυτού. Είθε δι’ ευχών σου να εύρω έλεος, όταν κρίνεται η ελεεινή μου ψυχή, διότι δειλιώ απαντήσαι τω φοβερώ Κριτή ελεγχόμενος υπό του ιδίου μου συνειδότος.
Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας

Ὅσον μεγάλα καί ἄν εἶναι τά ἁμαρτήματα, ἀφοῦ προσεγγίσουν τῇ μετανοία, διελύθησαν (Γέροντας Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης)


022ac493-13cb-465c-b633-139d7492d9eb_zpsajeuq54j Δια την λύπην που έχεις εις την ψυχήν σου ένεκεν των αμαρτιών, καλόν είναι και ωφέλιμον. Μόνον όταν σε οδηγή εις την απόγνωσιν, τότε είναι καθαρώς δαιμονικόν. Αμέσως να στρέφεσαι προς την ελπίδα και να λέγης: «Εφ’ όσον μετανοώ δι’ όλα, ελπίζω ότι όλα μου είναι συγκεχωρημένα. Δεν υπάρχει αμάρτημα νικών την ευσπλαχνίαν του Θεού.
Όσον μεγάλα και αν είναι τα αμαρτήματα, αφού προσεγγίσουν τη μετανοία, διελύθησαν. Ω βάθος ταπεινώσεως, ανεξικακίας και ευσπλαχνίας του Κυρίου».Ας λάβουν θάρρος, όλοι όσοι υπάρχουν βαρυποινίται, ότι υπάρχει Θεός, ο οποίος ου λογίζεται ό,τι κακόν και αν πράξωμεν προς Αυτόν, συγχωρεί πάσαν αμαρτίαν, μόνον να μετανοήσωμεν ειλικρινά. Υπόμεινε, παιδί μου, τας δοκιμασίας και ευ σοι γένηται, υπομονή, ναι, υπομονή, και αύτη θα μας ανοίξη τας πύλας του παραδείσου.
Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας