Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2017

Συγκέντρωσε, παιδί μου, τάς ψυχικάς δυνάμεις (Γέροντας Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης)


 Οι άνθρωποι, παιδί μου, χωρίζονται εις αυτόν τον κόσμον εις καλούς και κακούς, εις πλουσίους και πτωχούς, εις μορφωμένους και αμορφώτους, εις ευγενείς και αγενείς, εις εξύπνους και ανοήτους. Ενώνονται όμως όλοι εις εν σημείον. Εις τον πόνον. Διότι όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως εις την ζωήν των θα πονέσουν. Καθώς λέγει και το ρητόν: «Τέρας, ει τις ηυτύχησεν δια βίου». Άρα λοιπόν όλοι οι άνθρωποι ζώμεν εις το βασίλειον του πόνου. Γνωρίζομεν ότι ο πόνος είναι κάτι το προσωπικόν, που θα χρειασθή κανείς να τον αντιμετωπίση μόνος του. Είναι ο σταυρός του, που οφείλει να τον σηκώση, όπως και ο Σωτήρ του κόσμου, ο Ιησούς, εσήκωσε τον Σταυρόν Του χάριν ημών. Αναπαύου λοιπόν, παιδί μου, εις το πατρικόν χέρι, που αυτόν τον καιρόν σε χειρουργεί με τον πόνον και ηρέμησε. Δέξου ότι ο Θεός, σου τον στέλλει, συμφιλιώσου μαζί του, με τον πόνον, δια να δυνηθής να τον αντιμετωπίσης.Γνωρίζω πόσον δύσκολον είναι αυτό, αλλά σωτήριον, οι άγιοι έχαιρον εις την θλίψιν των, ημείς τουλάχιστον να δεχώμεθα ταύτην με υπομονήν, και ο Θεός δεν θα ξεχάση, έστω και αυτήν την ελαχίστην προαιρετικήν υπομονήν μας εις το θέλημά Του, που εκπροσωπεί ο πόνος.
Συγκέντρωσε, παιδί μου, τας ψυχικάς δυνάμεις, όταν πονάς και προσπάθησε να εννοήσης τον σκοπόν του πόνου, που δι’ αυτού ο Θεός σου ανοίγει τον ουρανόν. Θαρρείς πως εκείνος που αριθμεί τας τρίχας της κεφαλής δεν γνωρίζει το μέτρον του πόνου σου; Ναι, το γνωρίζει. Λοιπόν αναπαύου εμπιστευτικά εις τον ουράνιον Πατέρα μας. Μην αποκάμης. Μαζί με τον Χριστόν μας, θα τα περάσης όλα, καθώς θα γίνης και κληρονόμος Του, εις την άπειρον περιουσίαν του κοινού Πατρός ημών Θεού. Αμήν.
Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας
Πατερικαί Νουθεσίαι ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄
Περί θλίψεων, πόνων και κόπων.

Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου, διδασκαλία γιά τήν νοερά προσευχή. Ἡ εὐωδία τῆς προσευχῆς.Ἐμπειρίες


 

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΙΤΟΥ  ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΟΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
 
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με
Αυτά δεν σας τα έχω πει άλλη φορά. Αυτή είναι μια δική μου παράλειψης, κι ας πούμε δική μου υπευθυνότητα.
Ή καρδιά τού ανθρώπου είναι το κέντρο των υπέρ φύσιν, των κατά φύσιν και των παρά φύσιν κινήσεων. Τα πάντα ξεκινούν από την καρδιά. Εάν ή καρδιά καθαρισθεί, τότε όπτάνεται ό Θεός, βλέπουμε τον Θεό. Πώς θα Τον δούμε; Μήπως ό Θεός είναι ανθρωπόμορφος και έχει σχήμα ανθρώπινο για να Τον δούμε; Όχι. Ό Θεός είναι νοητός. Ό Θεός είναι Πνεύμα- και ως Πνεύμα απόλυτον βρίσκεται στο σύμπαν. Αλλά βρίσκεται και μέσα στην καρδιά τού ανθρώπου, όταν αυτή γίνει δεκτικό δοχείο. Και για να γίνει δεκτικό δοχείο, πρέπει να γίνει καθαρή. Όχι να την πλένουμε με νερό, αλλά να γίνει καθαρή από λογισμούς ακάθαρτους. Αλλά για να καθαρισθεί ή καρδιά πρέπει να πιει κάποιο φάρμακο. Το φάρμακο είναι ή προσευχή.
Όπου πηγαίνει ό Βασιλεύς, διώκονται οι εχθροί και όπου πηγαίνει ό Χριστός, το Όνομά Του το Αγιον, φυγαδεύονται των δαιμόνων οι φάλαγγες. Και όταν έθρονισθή καλά – καλά μέσα ό Χριστός, τότε υπακούουν τα πάντα.
     Όπως ένας βασιλεύς πού έχει κυριεύσει ένα κράτος και πάει να ενθρονισθεί στην πρωτεύουσα και έχει καθυποτάξει όλους τούς έπαναστάτας προηγουμένως και έχει γεμίσει το κράτος από φαντάρους και όπλα, αφού καθησυχάσουν όλες οι εσωτερικές ανωμαλίες, τότε βασιλεύει τούς υπηκόους με ειρήνη και άγαλλίασιν. Ό βασιλεύς τότε κάθεται εις τον θρόνον του και βλέπει τα πάντα ύποτεταγμένα και τότε χαίρεται και αγάλλεται.
Έτσι είναι και το κράτος της καρδιάς μας. ’Έχει μέσα εχθρούς, έχει έπαναστάτας, έχει λογισμούς, πάθη, αδυναμίες, το ένα, το άλλο, ανακατωσούρες, θύελλες, τρικυμίες, ταραχές και αντιζηλίες. Όλα στην καρδιά γίνονται. Και για να μπορέσει αυτό το κράτος της καρδιάς να καθησύχαση και να ύποταχθή, πρέπει να έλθει ό Χριστός, ό Βασιλεύς με τις στρατιές Του, να κυριεύση το κράτος, να διώξη τον διάβολο, να καθησύχαση κάθε ανησυχία από τα πάθη και αδυναμίες, να βασιλεύση σαν αυτοκράτωρ και σαν Παντοδύναμος, και τότε κατά τούς Πατέρας, αυτή ή κατάστασης λέγεται καρδιακή ησυχία.
 Αυτό θα πει καρδιακή ησυχία, να βασιλεύει ή προσευχή χωρίς να διακόπτεται, και ή προσευχή να έχει δημιουργήσει την καθαρότητα και την ήσυχον καρδιάν.
Οι τρόποι του προσεύχεσθε είναι πολλοί. Υπάρχει βέβαια ό προφορικός τρόπος. Είναι δηλαδή το να λέμε την ευχή με το στόμα. Αυτός ό τρόπος είναι πού πρέπει να τον μεταχειριστούμε κατ’ αρχάς, όταν αρχίσουμε να εργαζόμαστε την ευχή, για να επιτύχουμε τον τελικό σκοπό μας.
Επειδή ό νους είναι αεικίνητος (κινείται πάντοτε) και επειδή όχι κοιτά φύσιν, αλλά κατά κατάχρηση και αδιαφορία και κατά άγνοια πολλή, περιπολεί ό νους εδώ κι εκεί, γυρίζει όλο τον κόσμο και επαναπαύεται στις διάφορες ηδονές. Πότε ό νους πάει στα σαρκικά, πότε σε άλλο πάθος. Λόγω του μετεωρισμού οδηγείται να τριγυρνά οπουδήποτε, και να χαζεύει, πού λέμε. Πάντως όπου κι αν πάει, ότι κι αν σκεφτεί βλέπει μέσα του και κάποια ηδονή και ευχαρίστηση.
    Γι’ αυτό ό άνθρωπος πού έχει σκοπό να κατορθώσει το «άδιαλείπτως προσεύχεσθε» και να συμμαζέψη αυτόν τον σκονισμένο νου του, τον αλήτη, πού γυρίζει όλα τα σοκάκια, ώστε να συμμορφωθεί και να γίνει νοικοκύρης, πρέπει να του προσφέρει κάτι, να τον γλυκάνει, διότι όπως είπαμε ευχαριστιέται και ηδονίζεται να τριγυρνά εδώ κι εκεί. Πρέπει να τον ελκύσουμε πάλι με κάτι το ηδονικό. Γι`  αυτό χρειάζεται να λέμε κατ’ αρχάς την προσευχή με το στόμα. 
  Ό αρχάριος πού διδάσκεται την προσευχή, πρέπει ν’ αρχίσει με το στόμα και να λέει: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με» και να προσπαθεί να τραβά τον νου από τα κοσμικά. Ή φωνή, ή οποία θα βγαίνει, ό ήχος της φωνής, θα ελκύει τον νουν εις προσοχήν. Ό ήχος πού δημιουργεί το κούνημα της γλώσσας σιγά – σιγά συμμαζεύει τον νου από το σκορπισμό. Ή προαίρεσης, ή προσπάθεια, ή προσοχή και ό σκοπός πού επιδιώκουμε να πετύχουμε την αδιάλειπτη προσευχή, μάς βοηθούν όλα αυτά ώστε να αρχίσει να συμμαζεύεται ό νους μας.
Αλλά λεγομένης της ευχής συν τω χρόνιο αρχίζει να δημιουργείται κάποια ευχαρίστησης, κάποια χαρά, μια ειρήνη, κάτι το πνευματικό. Ε! αυτός είναι ό Θεός! Ελκύει τον νουν αυτή ή ευχαρίστησης. Προχωρώντας ή προφορική ευχή, έλκοντας τον νουν προς τα έσω, δίνεται μια ελευθερία στο νου να λέει κι εκείνος την ευχή, χωρίς να ανοίγει το στόμα. Αρχίζει δηλαδή να γίνεται κάποιος καρπός. Μετά την λέει ό άνθρωπος πότε με τον νουν, πότε με το στόμα, και αρχίζει σιγά – σιγά ό νους να κυριεύει την ευχή. Αδολεσχώντας ό νους συνεχώς με την ευχή, αρχίζει να μπαίνει και στην καρδιά. Και κει πού στέκεται ό άνθρωπος, βλέπει την καρδιά να λέει την ευχή.
Για να φθάσωμε όμως εδώ, θα βοηθήσει πολύ ό τρόπος πού λέγεται ή ευχή, τον όποιον βέβαια ίσως έχετε ακούσει άλλοτε, ίσως έχετε διαβάσει. Πάντως τώρα θα τον συστηματοποιήσουμε για να τον εξασκήσουμε, διότι θα φέρει καλά αποτελέσματα.
    Είπαμε ότι ή καρδιά είναι το κέντρο όλων των κινήσεων, των ψυχικών και των διανοητικών, άλλα και των πόνων τού σώματος.
Ο  κάθε, πόνος ό σωματικός κτυπάει στην καρδιά. Και το δόντι στην καρδιά κτυπά όταν πονά. Και το χέρι όταν πληγωθεί και το νεφρό, και όλα στην καρδιά θα κτυπήσουν. Ή καρδιά κινείται διά μέσω της αναπνοής, όταν παύση ό άνθρωπος να αναπνέει, σιγά – σιγά σταματάει και ή καρδιά. Ή καρδιά τού ανθρώπου διά της εισπνοής δέχεται τον καθαρό αέρα, τον βγάζει και παίρνει άλλον, και έτσι σιγά – σιγά διατηρείται στη ζωή.
Όταν λοιπόν αφήσουμε τον κανονικό και φυσικό ρυθμό της εισπνοής και εκπνοής, και εισπνέουμε και εκπνέουμε αργά, γίνεται μια ανωμαλία στην φυσική εισπνοή και εκπνοή της καρδιάς. Οπότε όσο υπάρχει αυτή ή ανωμαλία, δημιουργείται κάποιος πόνος, κάποια, ας το πούμε, στένωση στην καρδιά, διότι δεν απολαμβάνει τον αέρα κατά τον ρυθμό της φύσεως. 
    Δηλαδή αντί να τον δώσωμε σύντομα, τον δίνουμε τον αέρα πιο αργά. Ό πόνος πού δημιουργείται κατά φυσική συνέπεια, έλκει τον νουν να προσέξει την καρδιά, και αυτή ή έλξης τού νου προς την καρδιά δημιουργεί την ένωσιν τού νου και της καρδιάς. Όπως όταν πονάη το δόντι, ό νους γυρνάει – γυρνάει, και πάλι στον πόνο ξανάρχεται, έτσι και στην καρδιά.
Όταν θα αρχίσουμε να λέμε την ευχή με αραιά εισπνοή και εκπνοή θα δημιουργηθεί, κατά φυσική συνέπεια, αυτός ό πόνος, αυτή ή στενοχώρια στην καρδιά. Αυτή ή στενοχώρια θα μάς βοηθήσει, ώστε ό νους να προσέξει την καρδιά. Λέγοντας λοιπόν την ευχή ρυθμισμένη με μια αραιά εισπνοή και εκπνοή ό νους θα κατεβαίνει στον πόνο, οπότε θα αποκλεισθεί ό μετεωρισμός.
    Αποκλεισμένου του μετεωρισμού μ’ αυτόν τον τρόπον, ό νους θα βρει ησυχία, δεν θα βρει αιτία να σκορπιστή. Ό πόνος τον συνάζει.
Αυτή ή μέθοδος με την αραιά εισπνοή και εκπνοή είναι απαιτητικό μέσο, μαζί με την προσοχή, ώστε να μη μάς ξεφεύγει ό νους. Έτσι θα μπορέσουμε να κόψουμε τον μετεωρισμό, ό όποιος είναι ή αφαίμαξης της ουσίας της προσευχής. Δηλαδή ό μετεωρισμός μάς αφαιρει την ωφέλεια της προφερόμενης ευχής.
  Αποκλείοντας λοιπόν τον μετεωρισμό δίνουμε αέρα στο νου, να είναι καθαρός και να προσέχει στην καρδιά. Αρχίζουμε λοιπόν να αναπνέουμε σιγά – σιγά και αναπνέοντας ενώνουμε και την προσευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με». Είτε μια ευχή, είτε δύο, είτε τρεις θα πούμε στην εισπνοή. Ύστερα εκπνέοντας πάλι θα ενώσουμε την προσευχή. Τρεις φορές θα την πούμε στην εκπνοή και δύο στην εισπνοή, όπως μπορούμε- πάντως κατ’ αυτή την έννοια θα ρυθμίζουμε την ευχή με την αναπνοή.
    Τώρα εάν μπορούμε να λέμε την ευχή νοερώς με αραιά εισπνοή και εκπνοή καλώς. Εάν όμως δυσκολευώμεθα διότι ό νους παθαίνει δυσκολία από τον πειρασμό, θα παίρνουμε αναπνοή από το στόμα και μπορεί να κουνιέται λίγο παραμικρό ή γλώσσα μας και αυτό είναι ευεργετικό πολύ στην αρχή.
Αφού λοιπόν θα άδολεσχήσωμε κατ’ αυτήν την έννοια, ρυθμίζοντας την προσευχή με την αραιά εισπνοή και εκπνοή, θα αρχίσει να δημιουργείται μέσα στην καρδιά μας ένας πόνος και ό νους θα κολλήσει εκεί. Αμετακίνητα θα προσπαθεί ό νους να είναι στην καρδιά.
Όταν παίρνουμε την εισπνοή από το στόμα ή από τη μύτη θα λέμε την ευχή, εν τω μεταξύ ό νους θα είναι στην καρδιά, θα παρακολουθεί όχι την καρδιά, το σχήμα δεν θα φανταζώμεθα το σχήμα της καρδιάς, άλλ’ ό νους θα προσέχει στην καρδιά χωρίς να την φαντάζεται. Απλώς θα τοποθετηθεί ό νους στο μέρος της καρδιάς και δεν θα φανταζόμαστε την καρδιά, γιατί αν τη φανταζόμαστε σιγά – σιγά εισχωρεί πλάνη και θα κάνουμε μια φαντασιώδη προσευχή.
 Απλανής είναι ή προσευχή όταν γίνεται άμετεωρίστως, άσχηματίστως με ανίδεο νου, χωρίς ουδεμία μορφή, ουδέν σχήμα, τίποτε απολύτως. Ό νους θα είναι καθαρός από κάθε φαντασία θεία και ανθρώπινη. Ούτε Χριστό, ούτε Παναγία, ούτε τίποτε. Μόνο ό νους νοερός θα βρίσκεται μέσα στην καρδιά, μέσα στο στήθος, τίποτε άλλο. Μόνο να προσέχει ότι βρίσκεται εκεί μέσα. Αλλά εν τω μεταξύ με την εισπνοή θα αρχίσει να λέει ό νους την ευχή χωρίς να φαντάζεται τίποτε άλλο. Ή καρδιά σαν μηχανή θα δουλεύει την ευχή και ό νους σαν ένας απλός θεατής θα παρακολουθεί τα λόγια της ευχής. Αυτός είναι ό απλανής δρόμος της νοεράς προσευχής.
  Όταν θα τον εξασκήσουμε αυτόν στην αρχή θα βρούμε κάποια δυσκολία, αλλά μετά θα βρούμε πλάτος, φάρδος, ύψος, βάθος. Θα δημιουργηθεί πρώτον μια χαρά μεμιγμένη με πόνο, μετά σιγά – σιγά χαρά, ειρήνη, γαλήνη. Αλλά και ό νους αφού γλυκανθή δεν θα μπορέσουμε να τον ξεκολλήσουμε από την προσευχή στην καρδιά και στην ευχή.
Θα δημιουργηθεί τέτοια κατάστασης, πού δεν θα θέλουμε να ξεκολλήσουμε. 
Θα καθίσουμε σε μια γωνιά, είτε όρθιοι, είτε καθισμένοι, θα σκύψουμε το κεφάλι και δεν θα θέλουμε να ξεκολλήσουμε από εκεί ώρες ολόκληρες. Μπορούμε να καθίσουμε μια, δύο, τρεις, τέσσερες, πέντε, έξη ώρες κόκκαλο, και να μη μάς κάνη καρδιά να σηκωθούμε, ούτε ό νους να πάει πουθενά αλλού. Τον βλέπουμε μόλις πάει πουθενά αλλού, αμέσως τραβάει κάτω το κεφάλι. Γίνεται δηλαδή μια αιχμαλωσία στο θέμα της προσευχής. Ό τρόπος αυτός της προσευχής είναι λίαν αποτελεσματικός. Πρώτον θα φέρει την άμετεώριστον προσευχή, θα φέρει χαρά, ειρήνη συνάμα θα φέρει δάκρυα χαράς, διαύγεια τού νου. Ό νους θα γίνει δεκτικός θεωριών, θα δημιουργηθεί μετά ή απόλυτος καρδιακή ησυχία. Δεν θα θέλει ό άνθρωπος να άκούη τίποτε απολύτως. Θα νομίζει ότι βρίσκεται σε μια Σαχάρα έρημο. Συνάμα θα γίνεται ή ευχή και πιο σύντομα. Θέλω να την έχω σύντομα, θέλω αργά, όπως αναπαύεται ή ψυχή, όπως της αρέσει εκείνη την ώρα.
    Θα λέμε λοιπόν: «Κύριε – Ιησού – Χριστέ – ελέησον με – Κύριε – Ιησού – …» και ό νους θα παρακολουθεί την ευχή όπως ένας μηχανικός παρακολουθεί το μηχάνημα πού δουλεύει. Ύστερα αφού δεν θα μπορούμε να πάρουμε άλλη αναπνοή θα εκπνέουμε σιγά – σιγά «Κύριε – Ιησού – Χριστέ – ελέησον με, Κύριε – Ιησού – …», ώστε να φθάσουμε στο τέρμα. Άντε πάλι μια αναπνοή σιγά – σιγά. ’Όχι βιαστικά- απαλά, ήρεμα, ήσυχα, χωρίς βία. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με» και να δείτε ύστερα από λίγο στις δουλειές σας επάνω, μόλις παίρνετε αναπνοή θα λέτε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με», ύστερα στην εκπνοή πάλι την ευχή. Μόνη της ή καρδιά τόσο θα άναπαυθή και ό νους όπου και να βρίσκεται θα παίρνετε αναπνοή και ό νους θα λέγει την ευχή. Βέβαια μπορεί να μη λέτε τρεις ευχές, πάντως μία θα λέτε τουλάχιστον. Και ύστερα θα αποκτηθεί ένας ρυθμός, ένας μηχανισμός ρυθμισμένος μαστορικά, και θα δείτε κατόπιν τα αποτελέσματα πού θα έχει αυτή ή προσευχή.
   Θα τραβά όλο και πιο πολύ. Θα λέτε: πέρασε ένα τέταρτο, και θα- χουν περάσει δύο ώρες. Τόσο δεν θα θέλει ό άνθρωπος να ξεκολλήσει ό νους του από την καρδιά και από το να άκούη την προσευχή. Τί τα θέλεις τα ψαλσίματα, τί θέλεις εκείνο; Γι’ αυτό οι Πατέρες στάς ερήμους δεν χρειάζονταν τέτοια πράγματα. Βέβαια αυτά επικυρώνονται από την εκκλησία. Αλλά οι άνθρωποι πού βρήκαν αυτόν τον τρόπον της νοεράς προσευχής, πού είναι λίαν υψηλότερος των τυπικών, άφησαν τούς τύπους και πιάσαν την ουσία. Εμείς επειδή χάσαμε την ουσία, γιατί ίσως δεν έχουμε διδασκάλους να μάς πουν, ή ότι δεν έχουμε την προαίρεση και την θέληση, πιάσαμε τα τυπικά. Έτσι οι σημερινοί μοναχοί κάνουν τον Εσπερινό τους, την ακολουθία τους, πέραν τούτου τίποτε. Κάνουν και την εργασία τους και λένε ότι κάνουν το καθήκον. Μα δεν έγινε το καθήκον.
      Ό Άγιος Ιωάννης ό Ελεήμων δημιούργησε μοναστήρι και είπε:
-«Πατέρες, κάντε τα καθήκοντά σας τα πνευματικά, κι εγώ θα σάς τρέφω, για να μη έχετε μέριμνα για τα υλικά και υστερείτε από την προσευχή. Εγώ θα σάς δίνω τα χρειαζούμενα κι εσείς προσεύχεσθε». Απαντάει ό ηγούμενος:
    -Μακαριότατε Δέσποτα, εκτελούμε τα καθήκοντά μας. Διαβάζουμε την Πρώτη ώρα, την Τρίτη, την Έκτη και την Ένατη, το Απόδειπνο, τον Εσπερινό, την Λειτουργία.
-Α! λέει, φανερό είναι ότι είσαστε αμελείς. Και τις άλλες ώρες τί κάνετε;
    Τί ήθελε να πει ό Άγιος Ιωάννης μ’ αυτά; Ότι δεν εκπλήρωναν το καθήκον τους, διότι δεν προσηύχοντο αδιάλειπτα.
Όταν σηκωθούμε για την ακολουθία μας, αφού αρχίσουμε το’ «Βασιλεύ Ουράνιε», το Τρισάγιο, «Ελέησον με ό Θεός», θα σκύψουμε το κεφάλι λίγο μπροστά στο στήθος, θα προσπαθήσουμε τον νου να τον ξεκολλήσουμε από κάθε τι και να τον βάλλουμε μέσα στο στήθος, μέσα στην καρδιά μας. Με το σκύψιμο θα βιάσουμε το νου μας να μπει εκεί μέσα. Αφού μπει εκεί μέσα, θα αρχίσουμε με την εισπνοή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με» και το κομποσκοίνι θα δουλεύει. Και να δείτε. Βέβαια στις αρχές μπορεί να γίνει λίγο δυσκολία, αλλά λίγο επιμονή και υπομονή και θα φέρει το αποτέλεσμα. 
  Μετά σαν πάρει φωτιά και γλυκανθή λιγάκι και μπει στο νόημα δεν τον πιάνει κανένας, όλη νύχτα να καθίσει. Και τότε θα δείτε, θα περνά ή ώρα και θα λέτε: Μα τώρα άρχισα την προσευχή. Και θα βρείτε μεγαλύτερα ωφέλεια στον τρόπο αυτό της προσευχής. Και ποιος βέβαια είναι ό σκοπός μας πού ήρθαμε εδώ; Δεν ήρθαμε να βρούμε τον Θεό; Δεν ήρθαμε να βρούμε την ειρήνη; να απαλλαγούμε από τα πάθη;
    Λοιπόν αυτή ή προσευχή κατ’ αυτήν την έννοια, αφού δημιουργήσει μέσα την θέρμη, θα δημιουργηθεί μια φλόγα μέσα στην ψυχή, αφού ή προσευχή θα κινεί την θέρμη και ή θέρμη θα γεννά την προσευχή. Και αφού γίνει αυτό το πράγμα, θα δείτε τότε καίγονται και οι αδυναμίες, καίγονται και οι λογισμοί, καίγονται και τα πάθη λίγο – λίγο και καταλήγουμε στην καθαρότητα της καρδιάς, οπότε θάρθή ό Πατήρ, ό Υιός και το Αγιον Πνεύμα και θα δημιουργήσουν Μονήν και κατοικίαν.
  Λένε οι Πατέρες, ότι ό νους εύκολα μολύνεται και εύκολα καθαρίζεται. Ή καρδιά δυσκόλως καθαρίζεται και δυσκόλως μολύνεται. Μόλις πάει το κακό στο νου αμέσως μολύνθηκε ό νους, ενώ ή καρδιά δεν έγινε αμέσως και μέτοχος τού κακού λογισμού. Έτσι όταν ή καρδιά δημιουργήσει κατάσταση πνευματική και ύστερα κάπως την χάσει και αρχίσει ό νους να μολύνεται, ή καρδιά εύκολα δεν αλλάζει διότι προηγουμένως, είχε αλλοιωθεί από την θείαν χάριν, και έτσι σιγά – σιγά προχωράει το κακό. Γι’ αύτό χρειάζεται ή προσευχή- γιατί μετασχηματίζει την καρδιά από σαρκική και εμπαθή και εγωιστική, σε αγαθή, ώστε να μη αισθάνεται πάθος. Και όταν καθαρισθεί το κέντρο, όλη ή περιφέρεια και ή ακτίνα θα γίνει καθαρή.
  Ή προσευχή θα δίωξη και την απελπισία, την απόγνωση την αμέλεια και την ραθυμία, διότι θα δημιουργήσει νέαν προαίρεσιν, νέον κόπον, νέους αγώνας. Και τότε αν αισθανθούμε αυτό το πράγμα, θα εννοήσουμε ακριβώς τον καρπό της προσευχής, τον σκοπό της προσευχής.
Τότε θα καταλάβουμε και την βασιλεία των ουρανών πού είναι μέσα στην καρδιά μας «Ή βασιλεία τού Θεού εντός υμών εστί». Εκεί μέσα μ’ αυτό το σκάψιμο πού θα κάνουμε, με την εισπνοή και την εκπνοή προσπαθώντας ό νους να είναι μέσα, να προσέχει στα λόγια της ευχής, ανέβα – κατέβα ή προσευχή, σκάβουμε έτσι, σκάβουμε – σκάβουμε και θα βρούμε τον Μαργαρίτη τον κεκρυμμένο.
 Ποιος είναι ό Μαργαρίτης; Είναι ή χάρις τού ‘Αγίου Πνεύματος, την οποίαν πήραμε όταν βαπτισθήκαμε. Αλλά είτε διότι δεν το διδαχθήκαμε, είτε επειδή προχωρήσαμε στα πάθη, παραχώθηκε ή θεία χάρις τού βαπτίσματος και δεν μπορεί να δημιουργήσει διαύγεια. Συνεπώς φταίνε τα πάθη μας. Αλλά ψάχνοντας – ψάχνοντας με την εισπνοή και την εκπνοή, με την προσπάθεια αυτή πετάμε τις σαβούρες. Αλλά μπορούμε επίσης, παίρνοντας την εισπνοή, να δούμε ότι ό αέρας από την μύτη κατεβαίνει στο λάρυγγα, κατεβαίνει – κατεβαίνει στους πνεύμονας και κατόπιν έρχεται στην καρδιά. Εκεί ας σταθούμε, αφού πάρουμε μερικές αναπνοές, εκεί θα σταματήσουμε τον νου στην καρδιά. Εν τω μεταξύ θ’ αρχίσουμε να αναπνέουμε σιγά – σιγά, απαλά – απαλά, ήρεμα, όχι βίαια. Στην αρχή φέρνει στενοχώρια ό διάβολος, ή καρδιά αισθάνεται κάπως δύσκολα κ.τ.λ. Σιγά – σιγά όμως θα αρχίσει να σπάει αυτή ή δυσκολία και θ’ αρχίσει το όμορφο, και μετά δεν χρειάζεται διδάσκαλος. Θα γίνεται διδάσκαλος ό ίδιος ό εαυτός μας.
      Θα δείτε ότι θέλοντας και μη, ό νους μόνος του και ή καρδιά θα θέλουν αυτόν τον τρόπον, γιατί αισθάνονται την ωφέλεια πολύ μεγαλύτερα απ’ ότι φαντάζεσθε. Διότι εδώ εκμεταλλεύονται τα πάντα’ εδώ είναι χρυσό- δεν είναι φράγκα ούτε αργύρια, ούτε τίποτε άλλο. Αυτό είναι καθαρός χρυσός. Ποιος μπορεί να βρει σε ένα μέρος χρυσό και να μη πάει με όλη την προθυμία του και όλη τη φιλαργυρία του να το μαζέψει;
Θαύμασα τον Γέροντά μου. Είχαμε για την προσευχή κάτι σκαμνάκια, όπως οι καρέκλες, αλλά αυτά ήταν πιο χαμηλά και τα χέρια ήταν πιο ψηλά για να ξεκουράζεται. Καθόταν εκεί, έσκυβε το κεφαλάκι του και δός του «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με», ώρες ολόκληρες. Και όταν ενεργούσε ή θεία χάρις και ό νους ήταν σε διαύγεια, παρατούσε την ευχή και άρχιζε την θεωρία με το νου του. ’Αν πάλι δεν έβρισκε θεωρία και έφευγε ό νους του τον έβαζε ξανά στην καρδιά και έβγαζε από κει ωφέλεια. Έτσι είτε έβγαζε κέρδος από την προσευχή, είτε από την θεωρία, και περνούσαν έτσι επτά, οκτώ, εννέα ώρες.
    Προσεύχεσαι, προσεύχεσαι και νόμιζες ότι τώρα άρχισες την προσευχή. Τί είναι δύο, τρεις, τέσσερες ώρες; Και αν ό νους θέλει να ξεφύγει, ας πούμε να ξεσκάσει, πάλι τον τραβάει σαν να είναι ένα πράγμα πάνω στην καρδιά και τον τραβάει εκεί. Μια έλξης γίνεται και σιγά – σιγά ό άνθρωπος μ’ αυτήν την αδολεσχία και μ’ αυτήν την προσευχή τελειοποιείται έσωθεν και ή καρδιά καθαρίζεται όλο και περισσότερο και μετά αποκτά την καρδιακή προσευχή, μετά έρχονται καταστάσεις. Μόνος του ό νους παρακολουθεί την καρδιά να λέει την ευχή’ δεν χρειάζεται εισπνοή και εκπνοή, όταν έλθει αυτή ή κατάστασης. Αυτή λέγεται καρδιακή ευχή.
    Οι Πατέρες μας, αφού άδολεσχοΰσαν έτσι στην ευχή και σιγά – σιγά είχαν θέρμη, μετά είχαν έρωτα Θεού και μετά, αφού μεγάλωνε πολύ ό Θείος έρωτας, έβγαιναν από τον εαυτό τους και έρχονταν σε θεωρία, είχαν εκστάσεις. Τούς έπαιρνε ό Θεός• ψυχικώς τούς έπαιρνε; σωματικούς; δεν έχει σημασία, πάντως έφευγαν από τον εαυτόν τους. Δεν καταλαβαίνει ό άνθρωπος, αν πηγαίνει επάνω με την καρδιά ή με το σώμα. Μόνο καταλαβαίνει ότι ή κατάστασης της προσευχής τον έφερε στην θεωρία.
Και βλέπουμε ότι τον Άγιο Μάξιμο τον Καυσοκαλυβίτη τον έλεγαν πλανεμένο κ.τ.λ. και όταν πήγε εκεί ό Άγιος Γρηγόριος ό Σιναΐτης και τον είδε του είπε:
-Δεν μου λες Γέροντα κρατάς την ευχή; Εκείνος του απήντησε:
-Άγιε του Θεού, εγώ είμαι ένας πλανεμένος άνθρωπος έχεις τίποτε να μου δώσεις να φάω;
Τότε ό Άγιος Γρηγόριος απήντησε:
-Μακάρι να είχα την πλάνη την δική σου. Δεν μου λες, κρατάς την προσευχή; επανέλαβε.
-’Έμ! γι’ αυτό κι εγώ πάω στην έρημο για να μπορέσω να κρατήσω την προσευχή, είπε ό Άγιος Μάξιμος.
-Γνώρισες τούς καρπούς του Αγίου Πνεύματος; ρώτησε πάλιν ό Άγιος Γρηγόριος.
-’Έ! αυτά είναι του Θεού, απήντησε ό Άγιος Μάξιμος.
-Και που πηγαίνει ό νους σου όταν έχεις την ευχή και έρχεται ή χάρις του Θεού;
-Ανεβαίνει στα θεία πράγματα. Πηγαίνει στην Κρίσι του Θεού, στον Παράδεισο, στην Κόλασι, στη Δευτέρα Παρουσία- τον πηγαίνει ό Θεός σε φως ουράνιο, στην κατάσταση του ουρανού.
        Όλα πηγάζουν από την νοερά προσευχή. Χωρίς αυτήν δεν γίνεται τίποτε.
Μια φορά όταν κι εγώ ήμουν αρχάριος, είχε γράψει ή Βρυαίνη, ή ανιψιά του Γέροντά μου, πού ήταν τότε νεοχειροτονημένη. Είχε πάει σε ένα εκκλησάκι, στον Άγιο Νικόλαο, και έλεγε προφορικά την ευχή με εισπνοή και εκπνοή’ με το στόμα δηλαδή ψιθύριζε την ευχή, και είχε έλθει σε πολύ μεγάλη πνευματική κατάσταση.
Βλέπουμε πόσο βοηθάει αυτός ό τρόπος για την επιτυχία της αδιάλειπτου προσευχής. Αυτός πού εξασκεί έτσι την προσευχή και στη δουλειά επάνω, στο εργόχειρο, χωρίς να το θέλει, θα κάμνει εισπνοή και εκπνοή με την ευχή. Θα κολλήσει πάνω στην εισπνοή και την εκπνοή ή προσευχή. Με την εισπνοή πού θα παίρνει, θα αρχίζει χωρίς να το θέλει να λέει την ευχή. Τόσο ωραίο αποτέλεσμα φέρνει αυτός ό τρόπος.
Θα πρέπει με πόθο, με προθυμία, με ζήλο ν’ αρχίσουμε. Λίγο δυσκολία στην αρχή, αλλά κατόπιν θ’ άνοιξη ό δρόμος και μετά δεν σταματάει κανένας τον άνθρωπο. Ότι θέλουν ας πουν ύστερα οι άλλοι. ’Έχει γλυκαθεί ή ψυχή του και δεν τον σταματάει κανείς. Θα δείτε τότε, ότι θα βρείτε χάρι, θα βρείτε έλάφρωσι στα πάθη. Τόση έλάφρωσι στα πάθη θα βρείτε και κυρίως στους αισχρούς λογισμούς, θα βρείτε μεγάλη ανακούφιση. Θα εξαλειφτούν συν τω χρόνο, θα εξαλειφτούν από τον νουν διά της προσευχής, ή δε καρδιά θα γίνει τελείως καλά. Θα γίνει παιδική καρδιά, δεν θα αισθάνεται τίποτε. Θα τα βλέπει όλα φυσιολογικά.
      Έτυχε περίπτωσης, στις αρχές βέβαια, πού πηγαίναμε να λειτουργήσουμε και αφού έκαμνα τις εκφωνήσεις, επειδή είχε γίνει έξις να λέω την ευχή με εισπνοή και εκπνοή, κόντευα αντί να πω τις λέξεις των εκφωνήσεων να πω το «Κύριε Ιησού Χριστέ…», διότι είναι το θέμα της εισπνοής και εκπνοής- διότι κόλλησε ή προσευχή. Τόσο την συνηθίζει ό άνθρωπος, πού με τίποτε δεν φεύγει μετά. Τόσο πολύ κυριεύει τον άνθρωπο. Βέβαια ανάλογα με τη δύναμη πού διαθέτει ό άνθρωπος. Στην αρχή θα μπορέσει λίγο διάστημα να την λέει, την έπαύριο περισσότερο, την άλλη πιο πολύ και μετά θα την λέει συνέχεια.
    Εμείς στο Αγιον Όρος, όταν ζούσε και ό Γέροντας, κάναμε δύο, τρεις, τέσσερες, πέντε ώρες ευχή με εισπνοή και εκπνοή. Βέβαια, όταν μάς πολεμούσε ό ύπνος σηκωνόμασταν και βγαίναμε έξω και λέγαμε την ευχή προφορικά, πιο, ας το πούμε, διασκεδαστικά. Αλλά όταν δεν υπήρχε θέμα ύπνου, μέναμε όλη τη νύχτα.
Λέει ό Άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς ότι όταν ή προσευχή λέγεται διά της εισπνοής και της εκπνοής, συν τω χρόνο εκ των μυκτήρων εξέρχεται ευωδία λεπτή. Όντως έτσι είναι. Θα δημιουργηθεί αήρ ευωδίας πού δεν είναι τίποτε άλλο παρά καρπός προσευχής. Τότε ό άνθρωπος είτε από την πολλή προσευχή, είτε από την ευωδία θα γίνει ένας μηχανισμός.
Όταν πια θα λεχθή πάρα πολύ ή προσευχή και κουραστή ό νους και το στήθος από τον τρόπον αυτόν της εισπνοής και εκπνοής, αφήνει αυτή την μέθοδο, αφού πήρε μπροστά ή μηχανή και προσεύχεται μόνη της, δεν χρειάζεται να εξασκεί αυτόν τον τρόπο με την αναπνοή.
Κάθεται λοιπόν ό άνθρωπος και ακούει την καρδιά πού δουλεύει. Έ! το δούλεμα αυτό βγάζει εμπόριο. Όπως μια μηχανή, την βάζουμε μπροστά και δουλεύει, το ίδιο συμβαίνει όταν προχωρήσει ή επιστήμη της προσευχής. Όπως όταν στις αρχές είναι χειροκίνητες οι μηχανές χρειάζονται κόπο- όταν όμως τις ρύθμιση ό μηχανικός ώστε να γίνουν αυτόματες και με ηλεκτρισμό, τότε βγάζουν περισσότερη δουλειά και χωρίς κόπο. Παρόμοια συμβαίνει και με την προσευχή. Στην αρχή χρειάζεται κόπος για να ρυθμίσει κανείς την προσευχή με την αναπνοή του- κατόπιν όμως γίνεται αυτόματα αυτή ή εργασία και ό νους την παρακολουθεί, όπως ό μηχανικός παρακολουθεί την αυτόματη μηχανή. Εν τω μεταξύ αν βρείτε και καμιά δυσκολία ώσπου να μπείτε στο ρυθμό, μου την λέτε. Εσείς θα βάλλετε αρχή και ότι δυσκολία βρείτε να μου την πείτε να την ρυθμίσω εγώ, να μπει το νερό στο αυλάκι, μετά θα τρέχει μόνο του.
Την προσευχή θα την βοηθήσει, όπως είπαμε, ή σιωπή των χειλιών, να μη έχουμε παρρησία και υπερηφάνεια. Είναι πάρα πολύ μεγάλο εμπόδιο στην προσευχή ή υπερηφάνεια. Όταν θα προσεύχεσθε, μόλις θα γεννά το μυαλό λογισμούς, θα κατηγορείτε τον εαυτόν σας συνεχώς – συνεχώς για να μη σηκώσει κεφάλι ή υπερηφάνεια μέσα. Ματσούκι, ξύλο. «Είσαι τέτοιος, είσαι τέτοιος, είσαι τέτοιος…», ώστε ό εγωισμός να μη σηκώσει κεφάλι καθόλου. Τίποτε να μη σκέπτεται ό άνθρωπος εκείνη την ώρα, μονάχα να προσπαθήσει να προσεύχεται μετά φόβου. Όσο περισσότερο την καλλωπίζει την προσευχή, τόσο μεγαλύτερη πρόοδο θα έχει. Θα το δοκιμάστε και θα δείτε και θα με συγχωράτε.
      Όπως όταν πάμε σε ένα ζαχαροπλαστείο και έχει πολλά γλυκά, και εκείνο, 
και το άλλο- έχει πάστες, έχει καραμέλλες, έχει και σοκολάτες. Έτσι όταν πάμε και στο πνευματικό ζαχαροπλαστείο, θα έχει πολλά γλυκά και όποιο θα σου δώση ό ζαχαροπλάστης εκείνο και θα πάρης. Εμείς θα κάνουμε το καθήκον μας, θα ρυθμίσουμε την προσευχή, θα ταπεινωθούμε και ότι στείλει ό Θεός, εκείνο δικός του λογαριασμός είναι. Εμείς οφείλουμε να κάνουμε όλη αυτή την τυπικότητα, ό δέ Θεός θα δώση την ουσία στην προσευχή. Αλλά όσο πιο ταπεινά θα προσευχόμαστε τόσο πιο πολλή ωφέλεια θα έχουμε. Ιδίως θέλει προσοχή τού νου επάνω στα λόγια της ευχής, χωρίς να σκεπτόμαστε απολύτως τίποτα. Έδώ είναι το έπίκεντρον όλης της υποθέσεως. «Αδύνατον πλανηθήναι τον άνθρωπον προσευχόμενον ούτως». Δεν μπορεί ποτέ να εισχώρηση πλάνη στον άνθρωπο, όταν προσεύχεται έτσι. Μόνον όταν ό νους φαντάζεται εκείνο και το άλλο και προσεύχεται, από εκεί μόνο ξεκινάει ή πλάνη. Και τότε κάνουμε μια προσευχή φαντασιώδη και θα νομίζουμε ότι είδαμε κάτι ενώ στην ουσία μάς πλανά ό διάβολος, ότι είδαμε το Χριστό και θα προσπαθεί να τον κάνη πιο όμορφο και να τον βάλλει στο θρόνο. Και θα τού την χαλάη ό σατανάς και θα αγωνίζεται και θα χτυπιέται ό άνθρωπος και θα περνά ή ώρα και δεν θα κάνη τίποτε.
    Αυτά δεν τα ξέραμε όταν ήμασταν στον κόσμο, δεν είχαμε αυτή την λεπτομέρεια, την διδαχή αυτή απ’ τον πνευματικό μας, και προσευχόμασταν και με φαντασίες, προσευχόμασταν έτσι και αλλιώς. Δεν μάς παρεξηγούσε βέβαια ό Θεός, γιατί δεν ξέραμε. Αλλά το θέμα είναι να διδαχθούμε πράγματα στην πράξη γενόμενα και όχι στη θεωρία, και ότι πηγάσει απ’ αυτήν την προσευχή είναι γνήσιο και δεν είναι από τη φαντασία, ούτε το φαντασθήκαμε διότι μάς ήρθε ένας συναισθηματισμός, όταν π.χ. είδαμε μια ωραία Παναγία και την φαντάστηκα μετά στην προσευχή. Ποιος μπορεί να αποδώσει αυτό στη θεία χάρι, και να πει ότι δεν είναι από την φαντασία και την ηδονή του μυαλού και από συναισθήματα αυταρέσκειας. Άλλ’ εκείνο πού θα πηγάσει από τον άμετεώριστον νουν και από το Όνομα τού Χριστού είναι γνήσιο.
     Λοιπόν, έτσι θα προσευχόμαστε απ’ εδώ και πέρα. Αυτός ό τρόπος θα γίνει πλέον κανών προσευχής, διότι θα μάς βοηθήσει πολύ να δούμε τα πάθη μας, τα σφάλματά μας. Όλος ό κόπος αυτός θα μάς βοηθήσει να συμμαζέψουμε το νου μας. Διότι το φως, το πέρα – δώθε, το κούνημα δημιουργεί σύγχυση στο νου. Αλλά όταν στέκεται ό άνθρωπος είτε όρθιος, είτε καθισμένος, είτε γονατιστός δεν συγχύζεται ό νους. Αυτός ό τρόπος έχει πολλή ουσία μέσα. Αυτό θα το δουλέψετε και θα δείτε, μεγάλα πράγματα θα βρείτε. Αφού, πιστέψτε με, όταν λέγαμε την ευχή έτσι, αρχάριοι κι εμείς, τόση ευωδία υπήρχε, ευωδίαζαν όλα- τα γένια μας κι ακόμη από το στήθος μας μέσα έβγαινε ευωδία τόσο πολύ. Ή εκπνοή πού έβγαινε και ό αέρας πού έμπαινε, όλα ευωδίαζαν, και λέω: Τί είναι αυτή ή προσευχή! Μα το Όνομα τού Χριστού είναι! Το Όνομα του Χριστού, τί δεν έχει μέσα! Με το όνομα τού Χριστού αγιάζονται τα τίμια δώρα, με το Όνομα του Χριστού γίνεται ή βάπτισις, έρχεται το Αγιον Πνεύμα, οι Άγιοι άνάσταιναν τούς νεκρούς. Με το Όνομα του Χριστού γίνονται όλα.
Ένας νηπτικός Πατέρας λέει: Όταν κυριεύση ή προσευχή, την ώρα πού Θα βγαίνει ή ψυχή του ανθρώπου, θα βγει με την προσευχή. Πού να σταθούν οι δαίμονες κοντά της; Το Όνομα του Χριστού θα είναι το όπλο της. Θα είναι τεθωρακισμένη ή ψυχή με την προσευχή. Πώς είναι δυνατόν να την πλησιάσουν οι δαίμονες; Τόσο μεγάλη είναι ή ωφέλεια. Γι` αυτό, όπως λέει ό Άγγελος πού δίδασκε τον Άγιο Παχώμιο, πολλοί άνθρωποι γραμματισμένοι άφησαν τα γράμματα και τις σπουδές και τα συγγράμματα τους και άδολέσχησαν σ’ αυτήν την προσευχή και αγίασαν.
 Όπως γράφει ή ερημίτης Φωτεινή, οι ακολουθίες είναι όπως το μεροκάματο το καθημερινό. Δούλεψα; πήρα και έφαγα. Δεν δούλεψα, την έπαύριο δεν έχω τίποτα. Έτσι είναι τα τυπικά της εκκλησίας. Αλλά ή προσευχή ή άδιάλειπτος και νοερά δεν είναι μόνον μεροκάματο, αλλά φέρνει πολλά χρήματα και βάζεις και στην τράπεζα και γίνεσαι πλούσιος. Μόνο διά της προσευχής αυτής ό άνθρωπος έρχεται στην άπάθεια. Ούτε από
την πολλή μελέτη, ούτε απ’ τα πολλά ψαλσίματα ποτέ ό άνθρωπος έφθασε στην απάθεια.
 Ή απάθεια έρχεται μόνον διά της νοεράς προσευχής. Θα μισήσει μόνος του και την άργολογίαν και την παρρησίαν, θα προσπαθεί να ξεμοναχιάζεται ό άνθρωπος να μη χάση αυτό το πράγμα.
Αυτό εύχομαι να σάς δώση ό Θεός, την αίσθηση της προσευχής αυτής. Και όταν την γνωρίσετε στην πράξη, τότε θα δείτε και θα εννοήσετε καλά – καλά τα πράγματα πού σάς λέω. Τώρα πολύ – πολύ μπορεί να μη με εννοείτε, αλλά μετά πού θα ’ρθή ή χάρις τού Θεού, τότε θα καταλάβετε και θα πείτε: ”Α, καλά μάς έλεγε ό Γέροντας. Και την ημέρα πού θα πηγαίνετε στις εργασίες σας θα βλέπετε να λέτε «Κύριε Ιησού Χριστέ» στην εισπνοή, «ελέησον με» στην εκπνοή. Θα είναι προσευχή χωρίς κομποσκοίνι. Θα λέγεται μόνη της και θα δημιουργείται ή θέρμη, και ή θέρμη θα φέρει μετά όλα τα καλά.
 Έκδοσης Ιεράς Μονής Φιλοθέου ‘Αγίου Όρους.
Κεντρική διάθεσις: «Όρθόδοξος Κυψέλη».

Ἄς πληρώσωμεν τά χρέη τῶν ἁμαρτιῶν μας… (Γέροντας Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης)


Ας πληρώσωμεν τα χρέη των αματιών μας εν υπομονή και καρτερία, και μετά τον θάνατον γενικής ελευθερίας να αξιωθώμεν
Βασανισμένο μου παιδί, ειρήνη και γαλήνη εις την ψυχούλα σου να χαρίση η Παναγία μας. Έλαβα το γράμμα σου, σε επόνεσα πολύ, κάμνε υπομονήν, παιδί μου, ο Θεός δεν θα σε αφήση. Θα αλλάξη η κατάστασίς σου, αλλοίωσις είναι, έτσι έχει χαράξει ο Θεός τον βίον εκάστου ανθρώπου, το να υποφέρη εις αυτόν τον κόσμον, δια να εύρη εις τον άλλον, τον μακάριον κόσμον, ανάπαυσιν και χαράν.
Εδώ, τέκνον μου, ας πληρώσωμεν τα χρέη των αμαρτιών μας εν υπομονή και καρτερία, και μετά τον θάνατον γενικής ελευθερίας να αξιωθώμεν.
Μη στενοχωρήσαι, μη τα βάζης μέσα σου, τα νεύρα σου, δημιουργούν αυτάς τας αλλοιώσεις και σε πλανούν πως δεν έχεις στοργήν κ.λ.π. Θα περάσουν και τότε με δάκρυα θα αναγνωρίζης πόσον λανθασμένα έκρινες τα πράγματα. Εύχομαι ο Θεός να σου χαρίση υπομονήν μέχρι τέλους.

 Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης

Γέροντας Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης: Πρόσεχε τήν συνείδησίν σου, τά ἔργα σου νά εἶναι γνήσια.


athos23 Πρόσεχε την συνείδησίν σου, τα έργα σου να είναι γνήσια. Όχι άλλο εις το στόμα και άλλο εις την καρδίαν σου. Αγάπησε την αλήθειαν, φοβήσου τον έλεγχον της συνειδήσεώς σου, διόρθωνε τον εσωτερικόν σου άνθρωπον, δια να μη μετανοήσης εις το ύστερον ματαίως.Αυτά, και ο Θεός να είναι μαζί σου και η χάρις του Αγίου Πνεύματος να σε ενδυναμώνη προς εφαρμογήν των νουθεσιών.
Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης

Γέροντας Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης: Ἄς ἐξομολογούμεθα συχνά μέ εὐλάβειαν καί καθαράν συνείδησιν


geron Efraim 2 Ας εξομολογούμεθα συχνά με ευλάβειαν και καθαράν συνείδησιν. Να τηρώμεν τας εντολάς του πνευματικού.
Να προσευχώμεθα αδειαλείπτως.
Να έχωμεν την μνήμην θανάτου και δυνατός ο Θεός να μας αξιώση της άλλης ζωής κοντά Του,  δια να συγχαίρωμεν με τους αγίους, εις την θριαμβεύουσαν Εκκλησίαν.

Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης

Γέροντας Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης: Ἀφοῦ ὑπάρχει πόλεμος, παιδί μου…


 
Αφού υπάρχει πόλεμος, παιδί μου, με τον διάβολον, ασφαλώς θα έχωμεν λογισμούς, εφ’ όσον ζη μέσα μας ο παλαιός άνθρωπος, θα έχωμεν αρρωστημένας εκδηλώσεις! Όταν όμως είναι άρρωστος κανείς, του χρειάζεται υπομονή και όχι απελπισία, εσύ διατί απελπίζεσαι, παιδί μου;Βίαζε τον εαυτόν σου, ενθυμού τον θάνατον και το φοβερόν κριτήριον και την κόλασιν, ταπεινώσου, διότι από την υπερηφάνειαν σου συμβαίνουν τα κακά, μη φοβήσαι καθόλου, θάρρος, η χάρις του Θεού θα σε βοηθήση, αν ταπεινωθής.
Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης

«Ἡ ὠφέλεια τῆς ἐλεημοσύνης»


 
 ΟΜΙΛΙΑ ΚΑ΄
 Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου
 Ἀγαπητοί μου χριστιανοί,
Θά σᾶς παρακαλοῦσα νά εὐχηθῆτε, νά φωτίση ὁ Θεός τό σκοπό μου, γιά νά μπορέσω νά σᾶς μιλήσω δυό πράγματα τοῦ Θεοῦ, γιατί χωρίς Θεία φώτισι κανείς δέν μπορεῖ νά ὁμιλῆ σωστά. Σπουδάζουν οἱ ἄνθρωποι καί γνωρίζουν νά μιλοῦν ρητορικά καί συστηματικά. Ἐμεῖς οἱ ταπεινοί μοναχοί δέν ξέρουμε αὐτήν τήν γλῶσσα. Ἐπικαλούμεθα τήν Θεία φώτισι, κατ᾿ εὐθεῖαν νά ἔλθη ἀπό πάνω γιά νά μιλήσουμε καί γιά νά μπῆ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μέσα στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων πού θά τόν ἀκούσουν.
Θά μιλήσουμε γιά τήν ὕψιστη ἀρετή τῆς ἐλεημοσύνης· γιατί ὁ Θεός εἶναι ἐλεήμων, οἰκτίρμων, μακρόθυμος καί μετανοῶν «ἐπί κακίαις ἀνθρώπων». Ἡ ἐλεημοσύνη Του δέν ἔχει ὅρια, ὅπως καί ἡ φύσις Του. Ἀκατάληπτος ὁ Θεός, ἀκατάληπτη κι ἀσύλληπτη καί ἡ ἐλεημοσύνη Του. Αὐτό ἀποδεικνύεται, ἄλλωστε, ἀπό τό ὅτι ἀκόμη μέχρι σήμερα στεκόμεθα καί δέν ἔχουμε τιμωρηθῆ πέρα γιά πέρα γιά τίς πολλές ἁμαρτίες μας. Μᾶς κάνει ὁ Θεός ἀκόμη ἔλεος.
Ἔτσι κι ἐμεῖς πρέπει νά ἀσκούμεθα στήν ἐλεημοσύνη πρός τούς ἀδελφούς μας. Βλέπουμε στήν ἁγία Γραφή· «ὅλην τήν ἡμέραν ἐλεεῖ καί δανείζει ὁ δίκαιος καί τό σπέρμα αὐτοῦ εἰς εὐλογίαν ἔσται»1. Δηλαδή ὁ ἄνθρωπος πού ἐλεεῖ καί δανείζει συνεχῶς, θά ἔχη τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ καί ὁ ἴδιος καί οἱ ἀπόγονοί του. Διότι ὅταν ἐλεῆ, δανείζει στόν Θεό καί ὁ Θεός πού δανείζεται, θά τοῦ ἀποδώση αὐτό τό δάνειο, πού ἐγγυήθηκε, καί σ᾿ αὐτήν τήν ζωή ἑκατονταπλάσιον, δηλαδή ἑκατό φορές περισσότερα, καί στήν ἄλλη ζωή θά τόν ἀξιώση τῆς Βασιλείας Του. Ἔδωσε ὑλικά πράγματα. Ὁ Θεός ὅμως θά τοῦ ἀποδώση πνευματικά.
Βλέπουμε στό Ἱερόν Εὐαγγέλιον, ὅτι ὁ Χριστός ἐκάθισε στήν ἐκκλησία καί παρατηροῦσε τούς ἀνθρώπους πού ἔμπαιναν μέσα καί ἔρριχναν στό ταμεῖο τῆς ἐκκλησία ὅ,τι ἤθελε ὁ καθένας. Οἱ πλούσιοι ἔρριχναν πολλά. Μά μία πτωχή χήρα ἔρριξε μόνον ἕνα δίλεπτο· δέν εἶχε τίποτε ἄλλο. Ὁ Χριστός τό εἶδε καί εἶπε ὅτι αὐτή ἔδωσε τά πιό πολλά ἀπό ὅλους, γιατί οἱ ἄλλοι ἔβαλαν ἀπό τό περίσσευμά τους, ἐνῷ αὐτή ἔβαλε ὅλο τό «βίο» της, ὅ,τι εἶχε. Καί μέ αὐτήν τήν ἁπλῆ πρᾶξι, πῆρε τόση δόξα καί γράφτηκε στό Ἱερόν Εὐαγγέλιον. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς, ὅ,τι κι ἄν προσφέρουμε στόν συνάνθρωπό μας, θά τό πάρουμε πολλαπλάσιο καί σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο καί στόν ἄλλον.
Θά ἀναφέρω σ᾿ ἕναν ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας, τόν Ἄγιο Ἰωάννη, τόν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας, τόν ἐπικληθέντα «Ἐλεήμονα».
Αὐτός ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἦταν λαϊκός, νέος ἄνθρωπος τότε, κάποια νύχτα εἶδε στόν ὕπνο του τό ἑξῆς: Μία κόρη πάρα πολύ ὄμορφη, βασιλικά ντυμένη, πού ἔλαμπε περισσότερο ἀπό τόν ἤλιο, μέ στέφανο ἀπό κλάδο ἐληᾶς στό κεφάλι στάθηκε μπροστά στήν κλίνη του καί τόν ξύπνησε. Αὐτός ἀπόρησε, πῶς αὐτή τόλμησε νά πάη στό σπίτι του καί νά τόν ξυπνήση, διότι ἦταν ἅγιο παιδί κι ἐσκόπευε νά γίνη μοναχός. Τόν πλησίασε καί τοῦ εἶπε:
Ἐγώ εἶμαι ἡ κόρη τοῦ Μεγάλου Βασιλέως. Ἐάν φιλιωθῆς μέ ἐμένα καί μέ κάνης σύντροφό σου, θά σέ ὁδηγήσω ἔμπροσθεν τοῦ Βασιλέως καί θά σέ ἀγαπήση πολύ καί θά γίνης μεγάλος ἄνθρωπος· διότι κανένας ἄλλος δέν ἔχει τόση παρρησία νά κατεβῆ ἀπό τούς οὐρανούς στή γῆ γιά νά λυτρώση τόν ἄνθρωπο.
Τῆς λέγει ὁ ἅγιος:
Καί πῶς σέ λένε ἐσένα;
Ἐγώ λέγομαι ἐλεημοσύνη, τοῦ ἀπαντᾶ καί χάθηκε ἀπό μπροστά του.
Πέρασαν χρόνια ἀπό τότε. Ἡ ἁγιότητά του διαδόθηκε σ᾿ ὅλον τόν κόσμο καί ἡ Σύνοδος τόν ἀνεβίβασε στό ἐπισκοπικό ἀξίωμα καί ἐν συνεχείᾳ τόν ἀνέδειξε Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας.
Πάντοτε τό χέρι του ἔδινε καί ἐλεοῦσε τούς πτωχούς μέ τήν χάρι πού τοῦ δόθηκε ἀπό τόν Θεό. Ἡ κόρη αὐτή πού εἴπαμε παρά πάνω, ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ ὑψίστη αὐτή ἀρετή τοῦ Θεοῦ, τόν ἀκολουθοῦσε σάν δωρεά τοῦ Θεοῦ καί τοῦ δόθηκε σάν χάρισμα. Ἔτσι καί σάν Πατριάρχης ἔφτιαξε νοσοκομεῖα, γηροκομεῖα, ἱδρύματα γιά ἀναπήρους· καί ὁ κόσμος βλέποντας τήν ἁγία του προαίρεσι, τοῦ ἔδινε συνέχεια. Κι αὐτός τά μοίραζε συνεχῶς φροντίζοντας τούς φτωχούς κι ὁ Θεός τοῦ ἔστελνε. Ἄνθρωποι μέ πολλά πλούτη τοῦ ἔστελναν χρήματα μέσα σέ δοχεῖα χρυσᾶ, κι αὐτός διέθετε τά πάντα κατά Θεόν.
Κάποτε ζήτησε κάποιος ἐλεημοσύνη. Λέει στόν διάκο:
Κοίταξε, δῶσε πενῆντα χιλιάδες.
Σάν πολλά εἶναι νά τοῦ δώσω πενῆντα· θά τοῦ δώσω τριάντα καί δέν θά τό πῶ στόν Πατριάρχη.
Ὁ Πατριάρχης ἐνόμιζε ὅτι τοῦ εἶχε δώσει πενῆντα. Μετά ἀπ᾿ αὐτό δέχεται μία ἐπιταγή ὁ Πατριάρχης, μέ ἑκατό φορές περισσότερα, δηλαδή οἱ τριάντα χιλιάδες ἦλθαν ὡς τρία ἑκατομμύρια. Τότε φωτίσθηκε ὁ Πατριάρχης καί σκέφθηκε ὅτι ἀνάλογα μέ ὅσα ἔδωσε, τό ἑκατονταπλάσιον ἔπρεπε νά εἶναι πέντε ἑκατομμύρια καί ὄχι τρία. Φωνάζει τόν διάκο καί τό ἐρωτᾶ:
Πόσα ἔδωσες, διάκονε, στόν φτωχό;
Συγγνώμη, Γέροντα, τοῦ ἔδωσα τριάντα χιλιάδες ἀντί γιά πενῆντα πού εἴπατε.
Ξέρεις πόσο ἐζημίωσες τούς φτωχούς; Δές τήν ἐπιταγή. Καί ἄν θέλης νά δῆς τήν ἀλήθεια τοῦ πράγματος, θά καλέσουμε τήν κυρία πού ἔδωσε τήν ἐπιταγή.
Πράγματι κάλεσε τήν κυρία, ἡ ὁποία ἦταν πολύ πλούσια καί τήν ἐρωτᾶ:
Θά ἤθελα νά μοῦ πῆτε, κυρία μου, πόσα χρήματα θέλατε νά στείλετε γιά τούς φτωχούς πού ἔχουμε;
Πέντε Ἑκατομμύρια.
Καί γιατί στείλατε τρία;
Διότι τήν ὥρα πού τά ἔγραφα, δέν ἔγραψα πέντε, ἀλλά τρία. Δέν τήν διόρθωσα ὅμως, γιατί σκέφθηκα ὅτι ἔτσι θά ἦταν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, νά δώσω τόσα.
Τό βλέπεις, διάκονε, γι᾿ αὐτό, ὅ,τι διατάσσεσαι, αὐτό θά κάνης ἀπό δῶ καί πέρα.
Κι ἄλλο ἕνα περιστατικό θά σᾶς πῶ, ἀπό τήν ζωή αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου.
Ἦταν κάποιος ἐφοπλιστής, ὁ ὁποῖος εἶχε πολλά καράβια πού πήγαιναν σέ ἄλλες χῶρες, φόρτωναν σιτάρια καί τά ἔφερναν γεμᾶτα στήν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου ἔκανε ἐμπόριο κι ἐπλούτιζε.
Κάποια μέρα πού ἔστειλε τά καράβια του γιά φόρτωμα, πῆγε στόν Ἅγιο, τοῦ ἔδωσε ἕνα μεγάλο ποσόν χρημάτων καί τοῦ εἶπε:
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πάρε αὐτά τά χρήματα καί κάνε μου μιά Λειτουργία καί προσευχή, νά πᾶνε τά καράβια μου καλά, νά φορτωθοῦν ἐμπόρευμα καί νά βγάλω κέρδος.
Νά ᾿ναι εὐλογημένο!
Πῆρε τά χρήματα ὁ Ἅγιος καί τά ἔβαλε στό ταμεῖο τῶν πτωχῶν. Πράγματι ἔκανε προσευχή καί τήν Λειτουργία, ἀλλά τά καράβια γυρίζοντας φορτωμένα, βούλιαξαν ὅλα, μόλις ἔμπαιναν στό λιμάνι τῆς Ἀλεξάνδρειας. Μόνο τά πληρώματα διεσώθησαν. Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος κόντεψε νά χάση τό μυαλό του. Κατ᾿ εὐθεῖαν πῆγε στόν Ἅγιο.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, τί ἔγινε; Δέν κάνατε προσευχή; Μά, ἔδωσα τόσα χρήματα γιά τούς φτωχούς, ἔκανα λειτουργία καί μοῦ βούλιαξαν τά καράβια μπροστά στό λιμάνι φορτωμένα!
Ἔκανα, παιδί μου. Παράξενο φαίνεται. Θά κάνω πάλι προσευχή, νά δῶ, γιατί τό ἔκανε αὐτό ὁ Θεός.
Ἔκανε λοιπόν, ὁ Ἅγιος προσευχή καί τοῦ ἀποκαλύπτεται ὅτι ἦταν ἀποφασισμένο ἀπό τόν Θεό, νά πάρη καί τά πληρώματα τῶν πλοίων. Γιά τίς προσευχές ὅμως τοῦ Ἁγίου, τοῦ χάρισε τούς ἀνθρώπους, δηλαδή τά πληρώματα, καί δέν πνίγηκαν· δηλαδή ὁ Θεός τοῦ ἀπήντησε:
Γιά τούς λόγους πού γνωρίζω, αὐτή ἦταν ἡ ἀπόφασίς μου. Καί οἱ ἄνθρωποι θά ἐπνίγοντο. Ἀλλά γιά τίς προσευχές σου καί τήν ἐλεημοσύνη αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ χάρισα τά πληρώματα.
Ἔτσι μέ τήν ἀπάντησι αὐτή ἀναπαύθηκε ὁ ἄνθρωπος.
Θά σᾶς ἀναφέρω καί γιά ἕναν ἄλλο ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας, τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Διάλογο. Ὁ Ὅσιος αὐτός ἀξιώθηκε νά γίνη μοναχός καί κατόπιν λόγῳ τῆς ἀρετῆς καί τῆς μορφώσεώς του ψηφίσθηκε Ἡγούμενος τῆς Μονῆς του. Κι αὐτός ἀσκοῦσε πολύ τήν ἀρετή τῆς ἐλεημοσύνης. Κάποτε ὁ Θεός θέλησε νά τόν δοκιμάση.
Κάποια μέρα τοῦ στέλνει ἕναν ἄγγελό Του σέ σχῆμα ναυαγοῦ. Πῆγε στό μοναστήρι καί τοῦ εἶπε:
Γέροντα, ξέρεις ναυάγησα, τά ἔχασα ὅλα μαζί μέ τό καράβι καί τώρα εἶμαι σέ κακά χάλια. Ζητῶ τήν ἐλεημοσύνη σου.
Νά σοῦ δώδω, παιδί μου.
Φώναξε τόν διάκονό του καί τοῦ λέει:
Δῶσε του ἕνα χρυσό νόμισμα.
Πράγματι τοῦ ἔδωσε. Τήν ἄλλη ἡμέρα ξαναγύρισε καί τοῦ εἶπε:
Γέροντα, δέν μοῦ ἔφτασε αὐτό πού μοῦ ἔδωσες· θέλω κι ἄλλο.
Δώσε του κι ἄλλο, διάκονε.
Τοῦ ἔδωσε ἔτσι ἄλλο ἕνα χρυσό νόμισμα. Μετά ἀπό μέρες ξαναγύρισε·
Γέροντα, πολλά ἔχασα κι ἐσύ λίγα μοῦ ἔδωσες! (Λές καί τοῦ τά χρωστοῦσε!) Φώναξε τόν διάκονο καί τοῦ εἶπε:
Δῶσε του κι ἄλλο!
Συγγνώμη, Γέροντα δέν ἔχω ἄλλο χρυσό στό ταμεῖο. Μόνον ἔμεινε τό ἀγρυρό πινάκιο (τό ἀργυροῦν τριβλίον), πού ἐχάρισε στήν Μονή ἡ μητέρα σας, ἡ μεγάλη κυρία.
Δώσε του κι αὐτό.
Τό ἔδωσε κι αὐτό καί ἔφυγε ὁ ναυαγός.
Μετά ἀπό χρόνια ὁ ἅγιος ἔγινε Ἀρχιερεύς καί Πάπας Ρώμης. Καί ἀπό τῆς θέσεως αὐτῆς πάντοτε ἐφρόντιζε νά ἀσκῆ τήν ἐλεημοσύνη πρός τούς πτωχούς. Θέλησε κάποτε νά ἑορτάση τήν ἀνάμνησι τῆς ἡμέρας τῆς χειροτονίας του στό ἀξίωμα τοῦ Πατριάρχου καί θά ἔκανε τραπέζι. Λέει στόν διάκονό του:
Κοίταξε, παιδί μου, βρές δώδεκα πεινασμένους ἀνθρώπους καί φέρε τους ἐδῶ νά τούς κάνουμε τραπέζι καί νά γιορτάσουμε τήν ἡμέρα τῆς Πατριαρχείας μου.
Ἐκάλεσε ὁ διάκονος δώδεκα ἀνθρώπους καί ἑτοίμασε τό τραπέζι. Ὁ τελευταῖος ἀπό τούς φτωχούς ἄλλαζε φυσιογνωμία, πρόσωπο, χρῶμα, χαρακτηρηριστικά. Ὅταν τελείωσε τό γεῦμα, χαιρέτισαν, κι ἔπαιρναν τήν εὐχή τοῦ Πατριάρχου, γιά νά φύγουν. Ὁ Πατριάρχης τόν δωδέκατο, τόν κράτησε καί τοῦ εἶπε:
Ἐσύ, κάθισε ἐδῶ. Θάλω νά μοῦ πῆς, ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ, τί εἶσαι;
Ἐγώ δέν εἶμαι ἄνθρωπος. Εἶμαι ἄγγελος τοῦ Θεοῦ. Εἶμαι ὁ ναυαγός, πού ἦρθα καί σοῦ ζήτησα ἐλεημοσύνη καί σοῦ πῆρα ὅλα, ὅσα εἶχε τό ταμεῖο. Σέ δοκίμασα, νά δῶ πόσο θά εἶσαι ἐλεήμων καί χωρίς ὀργή. Γι᾿ αὐτό καί σέ προκάλεσα. Κι ἐσύ μέ ὅλη τήν πραότητα μοῦ τά ἔδωσες ὅλα. Κοίταξε, ἀπό τώρα καί στό ἑξῆς θά σοῦ εἶμαι ἀφανής· ἀλλά θά ἀναφέρης ὅ,τι ὑπόθεσι ἔχεις σ᾿ ἐμένα κι ἐγώ θά τήν πηγαίνω στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Γιά τήν ἐλεημοσύνη σου αὐτή σέ ἀξίωσε ὁ Θεός νά γίνης Πατριάρχης.
Ὅσο μισθό θά ἔχουν οἱ ἐλεοῦντες, τόσο σκληρή καί ἀνελεήμων θά εἶναι ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ γιά τούς «μή ποιήσαντας ἔλεος», δηλαδή γιά ἐκείνους πού μποροῦσαν νά κάνουν ἐλεημοσύνη καί δέν τήν ἔκαναν.
Ἔλεος κάνεις, ἔλεος θά βρῆς.
Ὁ Θεός θέλει νά ἐλεῆς μέ ὅ,τι ἔχεις, δέν θέλει περισσότερα ἀπό ὅσα ἔχεις. Ἕνα χέρι ἔχεις; Μέ ἕνα νά ἐλεῆς. Δύο χέρια ἔχεις; Καί μέ τά δύο. Δυό πόδια ἔχεις; Νά ἐξυπηρετήσης τόν ἄρρωστο, τόν ἀνήμπορο, τόν δυστυχή μέ τά δυό σου πόδια, μέ ὅση δύναμι ἔχεις. Ἡ ἐλεημοσύνη γίνεται μέ πολλούς τρόπους.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί ὁ Ἀπόστολος Βαρνάβας ἔπαιρναν τήν ἐλεημοσύνη τῶν χριστιανῶν ἀπό τήν Ἑλλάδα καί τήν πήγαιναν στίς χῆρες καί τά ὀρφανά τῆς Ἱερουσαλήμ. Δηλαδή μπορεῖ νά διαβιβάζεται καί δι᾿ ἄλλων ἀνθρώπων. Ὅπως ἐμεῖς σάν μοναχοί δέν ἔχουμε τίποτα δικό μας, γιά νά βοηθήσουμε. Ἐσεῖς ἐλεεῖτε· μᾶς τά δίνετε κι ἐμεῖς τά διαβιβάζουμε. Εἶναι δική σας ἡ ἐλεημοσύνη κι ἐσεῖς θά ἔχετε τόν μισθό. Καί νά ξέρετε ὅτι ἔτσι καί ἡ ἐλάχιστη δραχμή πηγαίνει σέ φτωχούς, σέ χῆρες, σέ ἀνθρώπους πού εἶναι χρεωμένοι, σέ ὀρφανά καί πολυτέκνους. Καί ὅλοι αὐτοί σᾶς συγχωροῦν ἀπό τήν καρδιά τους γιά τήν βοήθεια πού παίρνουν.
Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος πολύ ἐλεήμων, πού εἶχε καί παιδιά. Τά νουθετοῦσε πάντα νά εἶναι εὐσεβῆ, νά πηγαίνουν στήν ἐκκλησία, νά ἐλεοῦν κ.λ.π. Κι αὐτός ἔδινε ἐντολή στήν γυναῖκα του, ὅταν ἔρχωνται φτωχοί στό σπίτι νά τούς ἐλεῆ καί ὅταν πηγαίνη στήν ἀγορά καί βρίσκη φτωχούς, νά τούς φέρνη στό σπίτι καί νά τούς φιλοξενῆ. Μία μέρα, ἐκεῖ πού κοιμόταν, εἶδε ἕναν ἄνθρωπο πού τοῦ εἶπε:
Ἀκολούθησέ με.
Πράγματι τόν ἀκολούθησε. Ἐκεῖ πού πήγαιναν ὅμως στόν δρόμο, χάθηκε ὁ συνοδοιπόρος, ὁ ὁδηγός του, βρέθηκε μόνος καί γυρίζει καί βλέπει πίσω του νά τόν κυνηγοῦν δαιμόνια. Τρέχει, τρέχει καί μπαίνει σ᾿ ἕνα σπίτι. Ἐνῷ τά δαιμόνια προσπαθοῦσαν νά σπάσουν τίς πόρτες, νά μποῦν νά τόν ἁρπάξουν, βλέπει τρεῖς ἀνθρώπους νά παρουσιάζωνται καί νά τοῦ λένε:
Μή φοβᾶσαι! Δέν θά πάθης τίποτε, ἐμεῖς σέ προστατεύουμε.
Βλέποντας αὐτούς τά δαιμόνια ἐξαφανίσθηκαν. Τότε ἐκεῖνος τούς ρώτησε:
Ποιοί Ἅγιοι εἶσθε σεῖς, πού ἤρθατε καί μέ βοηθήσατε, γιά νά σᾶς εὐγνωμονῶ καί νά σᾶς ἀνάβω κερί;
Αὐτοί τοῦ ἀπαντοῦν:
Εἴμαστε αὐτοί πού μᾶς πῆρες ἀπό τήν πλατεῖα καί μᾶς φιλοξένησες στό σπίτι σου, ὅταν δέν εἴχαμε ποῦ νά μείνουμε. Γιά τό καλό πού μᾶς ἔκανες καί μᾶς ἐλέησες, ἤρθαμε κι ἐμεῖς νά σέ βοηθήσουμε στήν δική σου ἀνάγκη, γιατί ἐμεῖς εἴμαστε τώρα σωσμένοι.
Λέγει ἕνας ἅγιος· «Ἐνθυμοῦ τόν Θεόν ἐν ἡμέραις εἰρήνης, ἵνα σέ ἐνθυμηθῆ ὁ Θεός ἐν ἡμέραις θλίψεως». Πρέπει νά ἐνθυμούμεθα τόν Θεό πάντοτε καί ὅταν ζοῦμε ἡμέρες εὐτυχισμένες, μέ εἰρήνη, μέ ὑγεία καί εὐφορία· καί ὄχι μόνον, ὅταν ἔχουμε θλῖψι, ἀνάγκη καί κίνδυνο, διότι ἔτσι θά μᾶς ἐνθυμηθῆ κι ὁ Θεός στήν δυσκολία μας. Νά ἔχουμε πάντα πρό ὀφθαλμῶν μας τήν ἐλεημοσύνη, τήν ποικίλη, καί τήν ὑλική καί τήν πνευματική καί νά λέμε: «Τά σά ἐκ τῶν σῶν». Δέν εἶναι τίποτε δικό μας. Τά πάντα εἶναι τοῦ Θεοῦ.
Εὐλόγησε ὁ Θεός; Ἔχω.
Δέν εὐλόγησε ὁ Θεός; Δέν ἔχω.
Ὁ Ἅγιος Φιλάρετος, πού ἦταν ἀπό τήν Ἄμνεια τῆς Παφλαγονίας, ἦταν πλούσιος πολύ· εἶχε οἰκογένεια, παιδιά καί μεγάλο σπίτι. Αὐτό δέν τόν ἐμπόδισε νά εἶναι ἐλεήμων, νά γίνη ὁ εὐλογημένος Ἅγιος τοῦ Θεοῦ. Ἐλεοῦσε συνεχῶς ὁ Ἅγιος· τά ἔδωσε ὅλα ὅσα εἶχε, παρ᾿ ὅλο πού ἡ γυναίκα του τόν στρίμωχνε. Εἶχε καί δύο ζῶα στό τέλος κι ὄργωνε τό χωράφι του. Πῆγε κάποιος καί τοῦ λέει:
Ξέρεις ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, μοῦ ψόφησε τό ζῶο μου καί τώρα δέν ἔχω νά κάνω τό χωράφι μου.
Ἔ, πάρε ἕνα, εὐλογημένε, νά ὀργώσης τό χωράφι σου.
Θά σοῦ τό φέρω πίσω μετά.
Κράτησέ το, εὐλογημένε, νά κάνης τή δουλειά σου. Γιατί νά τό φέρης πίσω, ἔχω ἐγώ τό ἄλλο.
Τό πῆρε ὁ φτωχός τό ζῶο κι ὁ ἅγιος ὄργωνε μέ τό ἕνα. Τοῦ λέει ἡ γυναίκα του:
Ποῦ εἶναι τό ἄλλο ζῶο;
Τό ἔδωσα.
Δέν δίνεις κι αὐτό νά τελειώνης;
Ἄ, ἔτσι; Νά τό δώσω.
Πράγματι ἔδωσε καί τό ἄλλο ζῶο. Στό τέλος δέν τοῦ ἔμενε τίποτε, ἀπ᾿ αὐτές τίς ἐλεημοσύνες πού ἔκανε. Τοῦ ἔλεγε ἡ γυναίκα του:
Θά πεθάνουμε· εἴμασταν οἱ πιό πλούσιοι τοῦ χωριοῦ καί τώρα εἴμαστε οἱ πιό δυστυχισμένοι.
Ἀπαντοῦσε ὁ ἅγιος:
Ἔχω ἐγώ ἕνα θησαυρό, κι ὅταν τόν βγάλω, θά δῆτε πόσο πλούσιοι θά γίνετε.
Τούς ἔδινε τήν ὑπόσχεσι, γιατί εἶχε ἐμπιστοσύνη στό Θεό.
Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας θέλησε νά παντρευτῆ, ἐξαπέλυσε αὐλικούς ἀνθρώπους, νά γυρίσουν νά βροῦν, κοπέλλες μέ ὡρισμένα προσόντα πού ἤθελε νά ἔχουν, γιά νά διαλέξη ποιά θά γίνη αὐτοκράτειρα. Ὅταν ἔφθασαν καί στό χωριό του οἱ βασιλικοί ἄνθρωποι, εἶδαν τό ἀρχοντικό σπίτι καί ρώτησαν ποιός μένει ἐκεῖ. Τούς ἀπάντησαν ὅτι μένει ἕνας παπποῦς μέ τήν οἰκογένειά του, πού κάποτε ἦταν πλούσιος καί τώρα φτωχός. Τότε προτίμησαν νά πᾶνε σ᾿ αὐτό τό σπίτι τοῦ Φιλαρέτου. Ὁ ἅγιος μόλις τούς εἶδε, εἶπε στή γυναῖκα του νά τούς περιποιηθῆ καί νά σφάξη τό τελευταῖο πτηνό πού τούς εἶχε μείνει. Ὅταν ἦρθαν οἱ ἐγγονές του, πού ἦταν πανέμορφες καί τίς εἶδαν οἱ βασιλικοί, εἶπαν:
Αὐτές νά τίς βάλουμε μέσα στόν κατάλογο. Εἶναι ἐξαίρετα κορίτσια.
Τίς πῆραν, τίς πῆγαν μαζί μέ ἄλλες στόν βασιλιᾶ. Τελικά ὁ βασιλιᾶς διάλεξε μία ἐγγονή τοῦ Φιλάρετου καί ὁ Φιλάρετος πῆρε μεγάλη θέσι στά βασίλεια καί ἐκλήθη πατέρας τοῦ βασιλέως. Καί ἀπό τήν θέσι αὐτή ἔδινε στούς φτωχούς, μοίραζε ἐλεημοσύνη. Ἔλεγε στή γυναῖκα του καί στά παιδιά του:
Βλέπετε τόν θησαυρό; Βλέπετε ἐκεῖνα πού ἔδινα, πού ἦταν τοῦ Θεοῦ, πόσα γέννησαν; Ἐγώ καλοῦμαι πατέρας τοῦ βασιλέως κι εἶναι μεγάλη μου τιμή καί μοῦ φτάνει αὐτό. Ἡ ἐγγονή μου αὐτοκράτειρα, ἐσύ στρατηγός, ἐσύ τάδε κ.λ.π.
Τότε εἶπαν:
Ὄντως, ἅγιε γέροντα, θεοφώτιστα ἐργάσθηκες καί θεοφώτιστα κατέληξαν ὅλα.
Καί ἔγινε μεγάλος ἅγιος καί ἑορτάζεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μας, ξεκινώντας ἀπό τήν ἁπλῆ ἐλεημοσύνη. Εἶχε μεγάλη ἀγάπη μέσα του. Δέν ἔκανε τήν ἐλεημοσύνη, γιατί βαριόταν τόν φτωχό καί τοῦ πετοῦσε κάτι. Βλέπουμε ὅτι ἡ ἐλεημοσύνη του δέν ἦταν πρᾶξι ὑλική, ἦταν ἡ ἔκφρασι τῆς καρδιᾶς του, ξεκινοῦσε ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς του.
Μιά ἄλλη μορφή τῆς ἐλεημοσύνης εἶναι αὐτή πού δέν περιορίζεται στά ὑλικά πράγματα. Εἶναι αὐτή, πού κάνουν οἱ ἄνθρωποι πού ἀγαποῦν πραγματικά τόν συνάνθρωπό τους. Θά τόν ἐπισκεφθοῦν στό νοσοκομεῖο, θά τοῦ ποῦν δυό λόγια, θά τοῦ πᾶνε ἕνα βιβλιαράκι, θά τόν παρηγορήσουν καί θά τόν βοηθήσουν στήν ἀπελπισία του. Θά δοῦν ἕναν ἄλλο πού βλασφημεῖ, θά τοῦ μιλήσουν μέ ἀγάπη, θά τόν βοηθήσουν νά ἀφήση τήν βλασφημμία. Γι᾿ αὐτό λέγει:
«ὁ ἐξάγων ἄξιον ἐξ ἀναξίου ὡς τό στόμα μου ἔσται».
Δηλαδή ἐκεῖνος, πού ἕναν ἀνάξιο ἄνθρωπο τόν κάνει ἄξιο μέ τόν λόγο του, μέ μία καλή πρᾶξι, μέ τό παράδειγμά του, λέγει ὁ Χριστός, εἶναι σάν τό στόμα μου. Ὅπως ἐγώ, ὁ Χριστός, μέ τόν λόγογ μου νουθετῶ καί ἐπιστρέφω τούς ἀνθρώπους, αὐτό κάνει καί ἡ ἀγάπη γιά τόν πλησίον. Πολλές φορές μπορεῖ νά σώσουν ἀπό βέβαιο θάνατο σωματικό ἤ ψυχικό αὐτοί οἱ ἄνθρωποι πού χειρίζονται τόν λόγο τῆς ἀγάπης, ἀπό τήν ὁποία ἐμφορεῖται ἡ καρδιά τους. Ἕνας λόγος παρήγορος, ἕνα νεῦμα, μία ἁπλῆ συμπαράστασι μπορεῖ νά ξεκουράση τόν ἄλλον ψυχικά. Κι αὐτή ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι ἀνεκτίμητη.
Καμμιά ὅμως ἐλεημοσύνη δέν εἶναι δυνατότερη ἀπό τήν θυσία ἐπάνω στήν ἁγία Τράπεζα. Ἡ Ὀρθοδοξία μας ἔχει τήν Θεία Λειτουργία, πού προσφέρει ὠφέλεια καί ἀνακούφισι σέ χιλιάδες ψυχές. Σέ μία Θεία Λειτουργία πού μπορεῖ νά γίνη, μνημονεύονται ἑκατοντάδες χιλιάδες ὀνόματα. Σέ ὅλα αὐτά πηγαίνει ἡ βοήθεια, καθώς καί στίς ψυχές πού βρίσκονται στόν ἄλλο κόσμο, ὅταν ἐμεῖς οἱ ἱερεῖς λέμε γι᾿ αὐτούς πού ἔφεραν τά δῶρα· «Μνήσθητι Κύριε…». Καί αὐτός πού πρόσφερε τήν Θεία Λειτουργία ὠφελεῖται, ἀλλά καί ὅλοι οἱ ἄλλοι, γιά τούς ὁποίους προσφέρει, καί τούς μνημονεύουν οἱ ἱερεῖς.
Κανείς δέν μπορεῖ νά βοηθήση ἐκείνους τούς ἀνθρώπους πού βρίσκονται πέραν τοῦ τάφου, γιατί, κατά τό ἁγιογραφικό· «μετά θάνατον οὐκ ἔστι μετάνοια»· δέν ὑπάρχει σωτηρία, διότι τελείωσε ἡ πανήγυρις γι᾿ αὐτές τίς ψυχές, ἔκλεισε ἡ αὐλαία. Πῶς θά ἐλεηθοῦν τώρα οἱ ψυχοῦλες αὐτές πού ἐνδεχομένως βρίσκονται σέ καταδίκη, βρίσκονται στόν προθάλαμο τῆς κολάσεως, στό κρατητήριο καί βασανίζονται; Ποιός θά τούς βοηθήση; Θά τούς βοηθήσουμε ἐμεῖς οἱ ζῶντες.
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας τόσο ὄμορφα ἔχει τακτοποιήσει τά πάντα, γιά νά βοηθήση τίς ψυχές πού ἔχουν φύγει. Ἡ Λειτουργία, τά μνημόσυνα, τά τρισάγια, οἱ ἐλεημοσύνες, οἱ καλές πράξεις, τό κομποσχοίνι, οἱ προσευχές, οἱ μετάνοιες, τό «Θεός συγχωρέσοι», ὅλα αὐτά πηγαίνουν ἐπάνω καί βρίσκουν τίς ψυχές καί τίς ὠφελοῦν. Λοιπόν αὐτή εἶναι πολύ μεγάλη ἐλεημοσύνη πού δέν τήν ξέρει κανείς. Κάνεις μία Θεία Λειτουργία καί μέ τά ἔξοδα καί τόν κόπο τοῦ ἱερέως –πού δέν εἶναι τίποτε– θά ἐλεήσης ἑκατοντάδες ψυχές πού θά ἀνακουφιστοῦν καί θά ξεκουραστοῦν ἐκεῖ στόν ἄλλο κόσμο. Βέβαια μέ τά ἔξοδα αὐτά, θά μποροῦσες νά δώσης μία βοήθεια σ᾿ ἕνα ἤ δύο φτωχούς νά φορέσουν κάτι ἤ νά φᾶνε, πού πεινοῦν ἤ νά τακτοποιηθοῦν. Καί αὐτή ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι καλή. Τήν Θεία Λειτουργία ὅμως, πόσο τήν ζητοῦν οἱ ψυχές πού βρίσκονται στήν ἄλλη ζωή καί δυσκολεύονται, διότι δέν εἶχαν τακτοποιηθῆ μέ τόν Θεό ἐδῶ καί βρίσκονται στό κρατητήριο καί παρακαλοῦν νά γίνη ἀπό τό γένος τους κάποιος ἱερέας, γιά νά τούς ἐνθυμηθῆ ἐκεῖ κάτω! Πόσα καί πόσα δέν μᾶς ἔχει διδάξει ἡ ἀσκητική παράδοσις γύρω ἀπό τήν βοήθεια ὅλων αὐτῶν τῶν ἱερῶν πραγμάτων τῆς Ἐκκλησίας μας!
Νά ἐπιμεληθοῦμε, λοιπόν, αὐτήν τήν ἀρετή, πού εἶναι τόσο πολύ σπουδαία καί νά ἐλεοῦμε μέ ἱλαρό πρόσωπο, μέ χαρά, μέ εὐχαρίστησι. Ὅπως θά ἐλεήσουμε, θά ἐλεήση κι ἐμεῖς ὁ Θεός. Πρέπει νά κοιτάζουμε τό ψυχικό κέρδος πού θά βγάλουμε. Τήν χήρα μέ ἕνα δίλεπτο, τήν ἀξίωσε τῆς Βασιλείας Του καί τοῦ ἐπαίνου τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου. Γίνεται ἕνα χρυσό παράδειγμα σέ ὅλες τίς γενεές καί ἡ ὠφέλεια τῆς ἐλεημοσύνης της συνεχῶς πολλαπλασιάζεται καί πηγαίνει στόν οὐρανό καί τήν βρίσκει. Διότι τόσοι ὠφελοῦνται ἀπό τό δικό της παράδειγμα καί ἡ ὠφέλεια αὐτή φθάνει μέχρι τήν ψυχή της!
Ἄς εὐχηθοῦμε, νά μᾶς ἀξιώση ὁ Θεός νά ἔχουμε μέσα καί ἔξω ἐλεημοσύνη, γιά νά ἐλπίζουμε κι ἐμεῖς κατά τήν μεγάλη Κρίσι τοῦ Θεοῦ, ἔλεος καί συγγνώμη. Ἀμήν.
  Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι
 κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
 Ἀμήν.
 
Ἀπό τό βιβλίο: “ Ἡ τέχνη τῆς σωτηρίας”
Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου
Ἔκδοσεις Ἱεράς Μονῆς Φιλοθέου Ἅγιον Ὄρος