Τετάρτη 21 Αυγούστου 2019

ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Ήταν περασμένη η ώρα την Κυριακή το βράδυ όταν ο ιερέας του ναού αποφάσισε να τηλεφωνήσει στην πρεσβυτέρα του στο σπίτι για να της πει ότι σε λίγο θα κινήσει για το σπίτι. Άφησε το τηλέφωνο να χτυπήσει πολλές φορές αλλά εκείνη δεν απάντησε.
Ο ιερέας παραξενεύτηκε αλλά αποφάσισε να τακτοποιήσει κάποιες τελευταίες εκρεμμότητες προτού ξανατηλεφωνήσει. Όταν το έκανε ύστερα από λίγα λεπτά, εκείνη απάντησε αμέσως.
«Γιατί δεν απάντησες τη πρώτη φορά;» τη ρώτησε
«Μα δεν χτύπησε άλλη φορά!» του είπε εκείνη.
Δεν έδωσαν παραπάνω σημασία στο γεγονός και ασχολήθηκαν με τα τρέχοντα θέματα της οικογένειας τους.

Την επόμενη μέρα ο ιερέας δέχτηκε ένα τηλεφώνημα στο ναό.
«Μου τηλεφωνήσατε χθες» ακούστηκε μια ανδρική φωνή από την άλλη άκρη του τηλεφώνου
«Εγώ;» ρώτησε ο ιερέας
«Ναι, χτύπησε πολλές φορές αλλά δεν το σήκωσα» απάντησε ο άνδρας
Αμέσως ήρθε στο νου του ιερέα το περιστατικό με τη τηλεφώνημα που έκανε στη πρεσβυτέρα του.
«Α! Ναι!» έκανε ο ιερέας. «Ήθελα να τηλεφωνήσω στη σύζυγό μου και κατά λάθος τηλεφώνησα σε σας!»

«Δεν πειράζει» τον καθησύχασε ο άγνωστος. «Μόνο θα ήθελα να σας πω με δυο λόγια την ιστορία μου. Χθες λοιπόν είχα αποφασίσει να δώσω τέλος στη ζωή μου. Δεν άντεχα να υποφέρω άλλο. Είχα κουραστεί. Δεν έχει σημασία το πως και το γιατί.
Προτού όμως το κάνω αυτό είχα πει στο Θεό ότι αν δεν θέλει να αυτοκτονήσω, να μου στείλει ένα σημάδι. Τότε χτύπησε το τηλέφωνο. Κοίταξα την αναγνώριση κλήσης και έγραφε Αγία Τριάδα.
Μόλις το είδα, μέσα στο πανικό μου και την ένταση της κατάστασης που βίωνα φοβήθηκα να απαντήσω.
Κι έτσι το σημάδι που ζήτησα μου ήρθε μέσα από το τηλεφώνημα σας»!

Ο ιερέας χαμογέλασε και από μέσα του ευχαρίστησε το Θεό για τούτο το δώρο ζωής. Χάρηκε τόσο πολύ που ήταν εφημέριος του ιερού ναού της Αγίας Τριάδας και το τηλέφωνο της εκκλησίας ήταν καταχωρημένο στο τηλεφωνικό κατάλογο.

ΟΤΑΝ Ο ΘΕΟΣ ΘΕΛΕΙ...


Κάποτε υπήρχε μια φτωχή γυναίκα, η οποία όλη την ώρα, ό, τι καλό και να της συνέβαινε κοίταζε τον ουρανό και έλεγε "Δόξα τω Θεώ" και αισθανόταν πολύ ευγνώμων για το οτιδήποτε.
Κάπου εκεί κοντά της όμως έμενε ένας πλούσιος άνθρωπος. Κάθε φορά λοιπόν περνούσε μπροστά από τό σπίτι της γυναίκας την άκουγε να λέει "Δόξα τω Θεώ, Ευχαριστώ Κύριε".

Στην αρχή δεν έδινε σημασία, αλλά κάποια στιγμή, αυτό άρχισε να τον εκνευρίζει. "Πως μπορεί αυτή η γυναίκα, τόσο φτωχή, να ευχαριστεί συνέχεια το Θεό;" σκεφτόταν.

Μια μέρα λοιπόν, αφού ξαναπέρασε μπροστά από το σπίτι της και την άκουσε να λέει πάλι "Δόξα τω Θεώ", νευρίασε τόσο πολύ που είπε στον υπηρέτη του "Πήγαινε στου Σούπερ Μάρκετ και γέμισε δύο καρότσια τρόφιμα. Πήγαινέ τα σ' αυτή τη γυναίκα και όταν σε ρωτήσει  ποιος τα έφερε θα της πεις οτι ο Διάβολος τα έφερε".

Έτσι λοιπόν κι έκανε ο υπηρέτης. Την επόμενη μέρα πήγε στο Σούπερ Μάρκετ, γέμισε δύο καρότσια με τρόφιμα, τόσο που ξεχείλιζαν, και πήγε στη γυναίκα. 

Όταν έφτασε της χτύπησε τη πόρτα. "Α, Δόξα τω Θεώ, ευχαριστώ Κύριε" είπε εκείνη μόλις βγήκε έξω και αντίκρισε τα δυο καρότσια.

"Δεν θέλετε να μάθετε ποιος σας έστειλε τα τρόφιμα;" την ρώτησε ανυπόμονα ο υπηρέτης.

"Όχι παιδί μου, δεν έχει σημασία. Όταν θέλει ο Θεός και ο Διάβολος τον υπηρετεί" και παίρνοντας τα δυο καρότσια μπήκε μέσα ευτυχισμένη... 

ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ: NΑ ΜΙΛΑΣ ΝΟΕΡΩΣ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΔΙΑ ΤΗΣ ΝΟΕΡΑΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ!



- Γέροντα, πώς είναι καλύτερα να λέω την ευχή; Φωναχτά, ψιθυριστά ή με τον νου;

- Αν την λες φωναχτά, θα κουράζεσαι και γρήγορα θα αποκάμης. Γι’ αυτό να την λες πότε ψιθυριστά και πότε με τον νου. Η ευχή με τον νου είναι το καλύτερο∙ επειδή όμως δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να την λένε συνέχεια με τον νου, βοηθάει να την λέη κανείς και ψιθυριστά, σαν μια προπαίδεια. Μπορείς να αρχίζης να την λες ψιθυριστά , να συνεχίζης με τον νου, και ύστερα πάλι ψιθυριστά και πάλι με τον νου. Να κάνης αυτή την εναλλαγή, μέχρι να καταλήξη η ευχή να γίνεται μόνο με τον νου, να γίνη δηλαδή νοερά, όπως και λέγεται «νοερά προσευχή». Τότε προσεύχεται κανείς με τον νου του και η καρδιά του σκιρτά, αγάλλεται∙ φθάνει στον θείο έρωτα, ζη ουράνιες καταστάσεις.

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΕΙΝΑΙ Η ΓΛΩΣΣΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΘΕΟ!



Συγκεκριμένα το κομποσκοίνι είναι φτιαγμένο για να κάνουμε την αδιάλειπτη προσευχή, αυτή που λέγεται αδιάκοπα, σύμφωνα με την προτροπή του απ. Παύλου «αδιαλείπτως προσεύχεσθε». 
Φυσικά την «ευχή» αυτή μπορούμε να την λέμε και χωρίς κομποσκοίνι. Με το νου μας και μάλιστα όσο συχνότερα είναι δυνατό και οπουδήποτε. Η προσευχή, που είναι η συνομιλία και η γλώσσα επικοινωνίας μας με το Θεό, μας χαρίζει ηρεμία, ψυχική γαλήνη και διώχνει το άγχος από τη ζωή μας.
Από την άλλη ο Θεός έχει το δικό του τρόπο να επικοινωνεί και να συνομιλεί με τον κάθε άνθρωπο που προσεύχεται. Αυτό εξαρτάται από την πνευματική κατάσταση του ανθρώπου και από την ποιότητα της προσευχής.

ΤΙ ΕΙΔΕ Ο ΑΓ. ΝΗΦΩΝ ΣΕ ΟΡΑΜΑ ΝΑ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΗΣ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ


Ο ΑΓΙΟΣ Νήφων, επίσκοπος Κωνσταντιανής (4ος αι.) αξιώθηκε να δει πολλά θεϊκά οράματα με τα φωτισμένα από το Άγιο Πνεύμα μάτια της ψυχής του.
Κάποτε, σε μια θεία λειτουργία, μόλις ο λειτουργός εκφώνησε: «Ευλογημένη η βασιλεία…», ο άγιος είδε φωτιά να κατεβαίνει από τον ουρανό και να καλύπτει το άγιο θυσιαστήριο και τον ιερέα χωρίς εκείνος να καταλάβει τίποτα.
Αργότερα, όταν άρχισε να ψάλλεται ο τρισάγιος ύμνος από το λαό, τέσσερις άγγελοι κατέβηκαν κι έψαλλαν μαζί τους.
Στον Απόστολο, φανερώθηκε ο μακάριος Παύλος να καθοδηγεί τον αναγνώστη.
Στο «Αλληλούια», μετά τον Απόστολο, οι φωνές του λαού ανέβαιναν ενωμένες στον ουρανό σαν ένα πύρινο σφιχτοπλεγμένο σχοινί.
Και στο Ευαγγέλιο, κάθε λέξη έβγαινε σαν φλόγα από το στόμα του ιερέα και υψωνόταν στα επουράνια.
Λίγο πριν από την είσοδο των τιμίων Δώρων, βλέπει ξαφνικά ο όσιος ν’ ανοίγει ο ουρανός και να ξεχύνεται μια άρρητη και υπερκόσμια ευωδία. Άγγελοι κατέβαιναν από ψηλά, ψάλλοντας ύμνους και δοξολογίες στον Αμνό, τον Χριστό και Υιό του Θεού και να!
Παρουσιάστηκε τότε ένα κατακάθαρο και τρισχαριτωμένο Βρέφος!
Το κρατούσαν στα χέρια τους άγγελοι, που το έφεραν και το απέθεσαν στο άγιο δισκάριο, όπου βρίσκονταν τα τίμια Δώρα. Γύρω Του μαζεύτηκαν πλήθος ολόλαμπροι και λευκοφόροι νέοι, που ατένιζαν με θαυμασμό και δέος τη θεϊκή Του ομορφιά.
Ήρθε η στιγμή της μεγάλης εισόδου.
Ο λειτουργός πλησίασε για να πάρει στα χέρια του το άγιο δισκάριο και το άγιο ποτήριο, τα ύψωσε και τα έβαλε πάνω στο κεφάλι του, σηκώνοντας μαζί τους και το Βρέφος.
Όταν βγήκαν τα Άγια, κι ενώ ο λαός έψαλλε κατανυκτικά, είδε ο όσιος αγγέλους να φτερουγίζουν κυκλικά πάνω απ’ το λειτουργό.
Δύο Χερουβείμ και Δύο Σεραφείμ προχωρούσαν μπροστά του και πλήθος άλλων αγγέλων τον συνόδευαν, ψάλλοντας με αγαλλίαση άρρητους ύμνους.
Όταν ο ιερέας έφτασε στην αγία τράπεζα κι ακούμπησε τα τίμια Δώρα, οι άγγελοι τη σκέπασαν με τις φτερούγες τους. τα Δύο Χερουβείμ στάθηκαν στα δεξιά του λειτουργού και τα Δύο Σεραφείμ στ’ αριστερά του, χωρίς όμως εκείνος να τα βλέπει.

Η θεία μυσταγωγία συνεχίστηκε.
Είπαν το «Πιστεύω» κι έφτασαν στον καθαγιασμό των τιμίων Δώρων.
Ο λειτουργός τα ευλόγησε και είπε το «…μεταβαλών τω Πνεύματι σου τω Aγίω. Αμήν Αμήν Αμήν». Τότε βλέπει πάλι ο δίκαιος έναν άγγελο να παίρνει μαχαίρι και να σφάζει το Βρέφος. το αίμα Του το έχυσε στο άγιο ποτήριο, ενώ το σώμα Του το τεμάχισε και το τοποθέτησε στο δισκάριο.
Ύστερα αποτραβήχτηκε πάλι στη θέση του και στάθηκε σεμνά κι ευλαβικά.
‘Όταν ο λειτουργός ύψωσε τον άγιο  Άρτο εκφωνώντας «τα άγια τοις αγίοις», ενώ ο λαός έψαλλε «Εις άγιος, εις Κύριος…», κάποιος από το εκκλησίασμα στράφηκε στον άγιο και τον ρώτησε σιγανά: Γιατί, πάτερ, ο ιερέας λέει «τα άγια τοις αγίοις»; -για μας όλους το λέει, παιδί μου. και σημαίνει: στα άγια μέλη του Χριστού να προσέλθει όποιος είναι άγιος!
Και τι είναι αγιοσύνη, πάτερ; ξαναρώτησε ο άλλος, που ήταν απλοϊκός.
Να… Αν είσαι ακόλαστος, μην τολμήσεις να γίνεις μέτοχος σε τόσο μεγάλο μυστήριο. ” Αν έχεις έχθρα με κάποιον, μην πλησιάσεις.” Αν περιγελάς ή ορίζεις ή κατακρίνεις το συνάνθρωπό σου, στάσου μακριά από τη θεία Κοινωνία. Πρώτα εξέτασε τον εαυτό σου, κι αν είσαι ενάρετος πλησίασε.” Αν όμως δεν είσαι, φύγε.
Στο μεταξύ ο λειτουργός εκφώνησε: «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε».
Ο άγιος παρατηρούσε τώρα όσους κοινωνούσαν.  Άλλων τα πρόσωπα μαύριζαν, μόλις έπαιρναν τα θεία Μυστήρια, ενώ άλλων έλαμπαν σαν τον ήλιο.
Οι άγγελοι στέκονταν εκεί κοντά και παρακολουθούσαν με σεβασμό τη μετάληψη. ‘Όταν κοινωνούσε κάποιος ευσεβής, του έβαζαν στο κεφάλι ένα στεφάνι.
Όταν, αντίθετα, πλησίαζε κάποιος αμαρτωλός, γύριζαν αλλού το πρόσωπό τους με φανερή αποστροφή. Τότε τα άχραντα Μυστήρια σαν να εξαφανίζονταν από την αγία λαβίδα, έτσι που ο αμαρτωλός φαινόταν να μην παίρνει μέσα του το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Κι έφευγε κατάμαυρος σαν αράπης, με την αποδοκιμασία του Κυρίου διάχυτη στην όψη του.
Όταν τελείωσε η λειτουργία και ο ιερέας έκανε την κατάλυση, παρουσιάστηκε και πάλι το Βρέφος σώο πάνω στα χέρια των αγίων αγγέλων!
Ξαφνικά η στέγη του ναού σαν να σχίστηκε στα δύο. Από κει οι άγγελοι ανέβασαν το Παιδί στους ουρανούς με ύμνους και δοξολογίες, όπως το είχαν κατεβάσει, ενώ μία υπέροχη ευωδία ξεχύθηκε και πάλι ολόγυρα.»

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ


«Μελίζεται και διαμελίζεται ό Αμνός του Θεού, 
ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος ο πάντοτε εσθιόμενος 
και μηδέποτε δαπανώμενος, αλλά τούς μετέχοντας αγιάζων».

Κάποιος Αναχωρητής, από αμάθεια πιο πολύ, δεν ήθελε να παραδεχτεί πως ο άγιος Άρτος, που μεταλαμβάνομε, είναι αυτό το Σώμα του Κυρίου. Οι Γέροντες που το έμαθαν, τον φώναξαν κι επεχείρησαν να του εξηγήσουν την ορθή άποψη της εκκλησίας για τα Άχραντα Μυστήρια, ώστε να τον βγάλουν από την πλάνη του. Εκείνος όμως δεν ήθελε με κανένα τρόπο να πειστεί. Οι Πατέρες τον άφησαν, αλλά έκαναν προσευχή να τον φωτίσει ο Θεός να καταλάβει την αλήθεια για να μη χάσει τους κόπους του. Μια Κυριακή ο Αναχωρητής παρακολούθησε τη Θεία Λειτουργία μαζί με δύο από τους Γέροντες από το Άγιο Βήμα του ναού της σκήτης. Τη στιγμή που ο Ιερεύς πήρε στα χέρια του το πρόσφορο, για να προσκομίσει, είδαν κατάπληκτοι ένα Βρέφος ξαπλωμένο επάνω στην Αγία Τράπεζα. Κι όταν άρχισε να διαμελίζει τον Άρτο, φάνηκε Άγιος Άγγελος επάνω από το θυσιαστήριο, κρατώντας μάχαιρα στα χέρια του. Διαμέλιζε κι αυτός, συγχρόνως με τον Ιερέα, το Θείο Βρέφος κι έχυνε το Αίμα Του στο Άγιο Ποτήριο. Ο πλανεμένος Αναχωρητής ταράχτηκε από το φοβερό εκείνο θέαμα. Η ταραχή του όμως μεταβλήθηκε σε τρόμο, που τον συγκλόνισε ολόκληρο, όταν υστέρα από λίγο, που πήγε να κοινωνήσει, είδε στο Άγιο Ποτήριο ανθρώπινη σάρκα στο αίμα. Κλαίγοντας τότε ομολόγησε την πλάνη του και παρακάλεσε τον Κύριο να σκεπάσει με τη Χάρη Του τα Θεια Μυστήρια για να τολμήσει να κοινωνήσει. Έτσι είδε πάλι Άρτο και Οίνο στο Άγιο Ποτήριο.


Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΚΡΙΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ



Ένας ασκητής βλέποντας την αδικία πού υπάρχει στον κόσμο προσευχόταν στο Θεό και του ζητούσε να του αποκαλύψει το λόγο που δίκαιοι και ευλαβείς άνθρωποι δυστυχούν και βασανίζονται άδικα, ενώ άδικοι και αμαρτωλοί πλουτίζουν και αναπαύονται.
- Μη ζητάς εκείνα που δε φτάνει ο νους σου και η δύναμη της γνώσης σου.  Ούτε να ερευνάς τα απόκρυφα, γιατί τα κρίματα του Θεού είναι άβυσσος.  Αλλά, επειδή ζήτησες να μάθεις, κατέβα στον κόσμο και κάθισε σ' ένα μέρος και πρόσεχε αυτά που θα δεις, για να καταλάβεις από τη μικρή αυτή δοκιμή, ένα μικρό μέρος από τις κρίσεις του Θεού.  Θα γνωρίσεις τότε ότι είναι ανεξερεύνητη και ανεξιχνίαστη η προνοητική διακυβέρνηση του Θεού για όλα.
Ο γέροντας, όταν τ' άκουσε αυτά, κατέβηκε με πολλή προσοχή στον κόσμο κι έφτασε σ' ένα λιβάδι που το διέσχιζε ένας πολυσύχναστος δρόμος.  Εκεί κοντά ήταν μία βρύση κι ένα γέρικο δέντρο, στην κουφάλα του οποίου μπήκε ο γέροντας και κρύφτηκε καλά.   
Μετά από λίγο πέρασε ένας πλούσιος πάνω στο άλογό του. Σταμάτησε για λίγο στη βρύση, για να πιει νερό και να ξεκουραστεί.  Αφού ξεδίψασε, έβγαλε από την τσέπη του ένα πουγκί με εκατό φλουριά και τα μετρούσε.  Όταν τελείωσε το μέτρημα, θέλησε πάλι να τα βάλει στη θέση τους. Χωρίς όμως να το καταλάβει, το πουγκί έπεσε στα χόρτα.  Έφαγε, ξεκουράστηκε, κοιμήθηκε και μετά καβαλίκεψε το άλογο κι έφυγε χωρίς ν' αντιληφθεί τίποτα για τα φλουριά.
Μετά από λίγο ήρθε άλλος περαστικός στη βρύση, βρήκε το πουγκί με τα φλουριά, το πήρε κι έφυγε τρέχοντας μέσ' απ' τα χωράφια.  Πέρασε λίγη ώρα και φάνηκε άλλος περαστικός. Κουρασμένος, όπως ήταν, σταμάτησε κι αυτός στη βρύση, πήρε λίγο νεράκι, έβγαλε και λίγο ψωμάκι από ένα μαντήλι και κάθισε να φάει.
Την ώρα, που ο φτωχός εκείνος έτρωγε, φάνηκε ο πλούσιος καβαλάρης εξαγριωμένος, με αλλοιωμένο το πρόσωπο από οργή, και όρμισε επάνω του. Με θυμό φώναζε να του δώσει τα φλουριά του. Ο φτωχός, μη έχοντας ιδέα για τα φλουριά, διαβεβαίωνε με όρκους πως δεν είδε τέτοιο πράγμα.  Εκείνος όμως, όπως ήταν θυμωμένος, άρχισε να τον δέρνει και να τον χτυπά, μέχρι που τον θανάτωσε.  Έψαξε μετά όλα τα ρούχα του φτωχού, δεν βρήκε τίποτα και έφυγε λυπημένος.
Ο γέροντας εκείνος τα έβλεπε όλα αυτά μέσα άπ' την κουφάλα και θαύμαζε. Λυπόταν πολύ κι έκλαιγε για τον άδικο φόνο που είδε και προσευχόμενος στον Κύριο, έλεγε:
Κύριε, τι σημαίνει αυτό το θέλημά Σου; Γνώρισε μου, Σε παρακαλώ, πώς υπομένει η αγαθότητα Σου τέτοια αδικία. Άλλος έχασε τα φλουριά, άλλος τα βρήκε κι άλλος άδικα φονεύθηκε!
Ενώ ο γέροντας προσευχόταν με δάκρυα, κατέβηκε ο Άγγελος Κυρίου και του είπε:
Μη λυπάσαι, γέροντα, ούτε να σου κακοφαίνεται και να νομίζεις ότι όλα αυτά γίνονται τάχα χωρίς θέλημα Θεού. Αλλά άπ' αυτά πού συμβαίνουν, άλλα γίνονται κατά παραχώρηση, άλλα για παίδευση κι άλλα κατά οικονομία. Άκουσε λοιπόν:   
Αυτός που έχασε τα φλουριά είναι γείτονας εκείνου που τα βρήκε.  Ο τελευταίος είχε ένα περιβόλι αξίας εκατό φλουριών. Ο πλούσιος, επειδή ήταν πλεονέκτης, τον εξανάγκασε να του το δώσει για πενήντα φλουριά.
Ο φτωχός εκείνος, μη έχοντας τι να κάνει, παρακαλούσε το Θεό να κάνει την εκδίκηση. Γι' αυτό και οικονόμησε ο Θεός και του τα έδωσε διπλά.
Εκείνος, πάλι, ο φτωχός, ο κουρασμένος, που δεν βρήκε τίποτα και φονεύτηκε άδικα, είχε κάνει μια φορά φόνο.  Μετανόησε όμως ειλικρινά και σ' όλη την υπόλοιπη ζωή του τα έργα του ήταν χριστιανικά και θεάρεστα.  Διαρκώς παρακαλούσε το Θεό να τον συγχωρέσει για το φόνο που διέπραξε και συνήθιζε να λέει:  «Θεέ μου, τέτοιο θάνατο πού έδωσα, ίδιο να μου δώσεις!».   
Βέβαια, ο Κύριός μας τον είχε συγχωρέσει από την πρώτη στιγμή πού εκδήλωσε τη μετάνοιά του.  Συγκινήθηκε όμως ιδιαίτερα από το φιλότιμο του παιδιού του, το οποίο όχι μόνο φρόντιζε για την τήρηση των εντολών του, αλλά ήθελε και να πληρώσει για το παλιό του φταίξιμο.  Έτσι δεν του χάλασε το χατίρι, επέτρεψε να πεθάνει με βίαιο τρόπο - όπως του το είχε ζητήσει - και το πήρε κοντά Του, χαρίζοντας του μάλιστα και λαμπρό στεφάνι γι’ αυτό του το φιλότιμο!
Ο άλλος, τέλος, ο πλεονέκτης, που έχασε τα φλουριά κι έκανε το φόνο, θα κολαζόταν για την πλεονεξία και τη φιλαργυρία του.  Το άφησε λοιπόν ο Θεός να πέσει στο αμάρτημα του φόνου για να πονέσει η ψυχή του και να έρθει σε μετάνοια.  Με την αφορμή αυτή αφήνει τώρα τον κόσμο και πάει να γίνει καλόγερος!
Λοιπόν, πού, σε ποια περίπτωση, βλέπεις να ήταν άδικος ή σκληρός και άπονος ο Θεός;  Γι' αυτό στο εξής να μην πολυεξετάζεις τις κρίσεις του Θεού, γιατί Εκείνος τις κάνει δίκαια και όπως ξέρει, ενώ εσύ τις περνάς για άδικες. Γνώριζε επίσης ότι και πολλά άλλα γίνονται στον κόσμο με το θέλημα του Θεού για λόγους που οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν.  Κι έτσι το σωστό είναι να λέει ο καθένας:
«Δίκαιος ει Κύριε, και ευθείαι αι κρίσεις σου.»