Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2017

Όσιος ΑΝΤΩΝΙΟΣ, κτίτωρ της Λαύρας των Σπηλαίων


 

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ του ευσεβούς μεγάλου ηγεμόνα της ρωσικής γης Βλαδίμηρου ( Βλαδίμηρος Α' ο Μέγας (περ. 956-1015), άγιος και ισαπόστολος, «ο Μέγας Κωνσταντίνος της Ρωσίας»• ηγεμόνας του Νόβγκοροντ (970) και του Κιέβου (980 1015)• γιος του Σβιατοσλάβου και εγγονός της αγίας ισαποστόλου Όλγας.
 
Ένωσε κάτω από την εξουσία του το μεγαλύτερο μέρος των ρωσικών εδαφών.

Είναι ο δημιουργός της ένδοξης Ρωσίας του Κιέβου και αποτελεί την κεντρική φυσιογνωμία της ιστορίας, των θρύλων και των έπων του ρώσικου λαού. Το 988 ασπάσθηκε την Ορθοδοξία και βαπτίσθηκε μαζί με το λαό του.

Έγινε έτσι ο θεμελιωτής της ορθόδοξης Αγίας Ρωσίας και ένας από τους μεγάλους αγίους προστάτες της ρωσικής γης.

Το 989 νυμφεύθηκε την πριγκίπισσα Άννα, αδελφή του βυζαντινού αυτοκράτορα Βασιλείου Β' (976-1025), συσφίγγοντας τους πνευματικούς, πολιτικούς και οικονομικούς δεσμούς του με το Βυζάντιο.

Η μνήμη του τιμάται στις 15 Ιουνίου.)

ευδόκησε ο Θεός ν' αναδείξει ένα φωστήρα της Εκκλησίας Του και διδάσκαλο των μοναχών, τον όσιο και θεοφόρο πατέρα μας Αντώνιο. Ο όσιος Αντώνιος, κατά κόσμον Αντίπας, γεννήθηκε στην κωμόπολη Λιούμπετς, σαράντα βέρστια μακριά από το Τσερνιγώφ, στα 983.

Από τους ευσεβείς γονείς του διδάχτηκε το φόβο του Θεού και νωρίς ένιωσε την επιθυμία να ενδυθεί το μοναχικό σχήμα. Ο Θεός τον φώτισε να έρθει γι' αυτό το σκοπό στη γη της Ελλάδος.

Χωρίς καθυστέρηση ξεκίνησε από την πατρίδα του και πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Από κει πέρασε στο Άγιο Όρος, τον ιερό Άθωνα. Περιόδευσε στις ιερές μονές και είδε πολλούς μοναχούς, μιμητές της ζωής των αγγέλων.
Τότε ο όσιος Αντώνιος φλογίστηκε πιο πολύ από αγάπη στο Χριστό. Ήρθε στη μονή του Εσφιγμένου και ικέτευσε τον ηγούμενο να τον κείρει μοναχό. Ο ηγούμενος Θεόκτιστος, αγωνιστής μεγάλος και αξιωμένος προορατικού χαρίσματος, διέκρινε τις αρετές του οσίου και προείδε τη μελλοντική αγία ζωή του. Δέχτηκε λοιπόν την παράκλησή του και τον έκειρε μοναχό, αφού πρώτα τον δίδαξε όσα έπρεπε για τη μοναχική πολιτεία.

Από τότε ο άγιος αγωνιζόταν να ευαρεστεί σε όλα το Θεό. Βίαζε τον εαυτό του στους ασκητικούς αγώνες, με τέλεια υπακοή και υπομονή, κι έγινε σύντομα τύπος και παράδειγμα ενάρετης διαγωγής σ' όλους τους αδελφούς.
Πέρασε αρκετός καιρός. Και να! Δόθηκε στον ηγούμενο θεϊκή εντολή να στείλει το μοναχό Αντώνιο πίσω στη Ρωσία. Τον κάλεσε λοιπόν και του λέει:
-Αντώνιε! Πήγαινε στη Ρωσία και γίνε εκεί παράδειγμα και πνευματικός στυλοβάτης του λαού. Η ευλογία του Αγίου Όρους ας είναι μαζί σου!
Ο όσιος δέχτηκε την εντολή του ηγουμένου σαν από το στόμα του Θεού. Έφυγε λοιπόν για τη Ρωσία κι έφτασε στην πόλη του Κιέβου γύρω στα 1013. Ψάχνοντας τόπο για να εγκατασταθεί, επισκέφθηκε τα μοναστήρια της περιοχής, χωρίς όμως να σταθεί σε κανένα. Έτσι ήθελε ο Θεός.

Κατευθύνθηκε στα γύρω βουνά, σε τόπους απόμερους και βρήκε ένα σπήλαιο που είχαν σκάψει κάποτε οι Βαράγγοι.
(Βαριάγοι ή Βαράγγοι: Σκανδιναβική φυλή, που το 862 μ. Χ. υπό την ηγεσία του Ρούρικ ήρθε στη Ρωσία και εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Νόβγκοροντ, όπου ίδρυσε κράτος και τη δυναστεία των Ρουρικιδών.)

Έκανε προσευχή κι εγκαταστάθηκε σ' αυτό, ζώντας με μεγάλη εγκράτεια και άσκηση.

Μετά το θάνατο του ευσεβούς Βλαδίμηρου, το 1015, στο θρόνο του Κιέβου ανέβηκε ο πρωτότοκος γιος του, ο ανόσιος Σβιατοπόλκ.
Αυτός, για να διατηρήσει μόνος την εξουσία σ' ολόκληρη την πατρική κληρονομιά, σκότωσε τους μικρότερους αδελφούς του Μπόρις και Γκλέμπ, αναδεικνύοντάς τους σε μάρτυρες. Κίνησε ακόμη αιματηρό διωγμό εναντίον των αγίων ανδρών της Εκκλησίας.
Εξαιτίας εκείνης της αιματοχυσίας ο όσιος Αντώνιος αναγκάστηκε ν' αναχωρήσει πάλι για το Άγιο Όρος και να γυρίσει στον άγιο γέροντα του Θεόκτιστο. Τώρα όμως δεν έμεινε για πολύ στο κοινόβιο του Εσφιγμένου. Μαθημένος στην πνευματική γλυκύτητα της ιεράς ησυχίας, πήρε την ευλογία του ηγουμένου και αποσύρθηκε στο όρος της Σαμάρειας, πάνω από το μοναστήρι, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται ναός αφιερωμένος στο όνομα του.

Στο μεταξύ, στα 1019, ο ευσεβής ηγεμόνας Γιαροσλάβος ο Σοφός- Γιος του αγίου Βλαδίμηρου, ικανός και δυναμικός ηγεμόνας (1019-1054). Ενίσχυσε και στερέωσε το χριστιανισμό στη Ρωσία.- νίκησε σε πόλεμο τον Σβιατοπόλκ, κατέλαβε το Κίεβο και ανέβηκε στο θρόνο της μεγάλης ηγεμονίας. Ο Σβιατοπόλκ διέφυγε και πέθανε αυτοεξόριστος στις στέπες της Βοημίας τον ίδιο χρόνο. Στα χρόνια του σοφού Γιαροσλάβου διέλαμψε νια την ευσέβεια, την ασκητικότητα και τη βαθιά γνώση των Γραφών κάποιος πρεσβύτερος Ιλαρίων. Γι' αυτόν δεν ξέρουμε άλλο τίποτα, παρά μόνο πως γύρω στα 1040 ήταν εφημέριος στο χωριό Μπιρίστοβο. Από κει ήρθε στον ποταμό Δνείπερο, στο λόφο όπου χτίστηκε αργότερα η παλαιά μονή των Σπηλαίων. Ο τόπος αυτός ήταν τότε καλυμμένος με πυκνό δάσος.

Εδώ ο πρεσβύτερος Ιλαρίων έσκαψε μια μικρή σπηλιά, δυο οργιές βάθος περίπου, κι άρχισε ν' αγωνίζεται μυστικά μέσα σ' αυτήν με ψαλμωδίες και προσευχές.
Την εποχή εκείνη ο Θεός πληροφόρησε τον ηγούμενο της αγιορείτικης μονής Εσφιγμένου να στείλει πάλι στη Ρωσία τον όσιο Αντώνιο. Τον κάλεσε λοιπόν και του είπε:
-Αντώνιε! Είναι θέλημα Θεού να πας πάλι στην πατρίδα σου.

Η ευλογία του Αγίου Όρους ας είναι μαζί σου. Έχεις την ευχή μου. Πορεύου εν ειρήνη! Και μάθε ότι πολλοί θ' αξιωθούν να πάρουν από τα χέρια σου το άγιο σχήμα.

Αφού πήρε την ευχή και την ευλογία του γέροντά του, ο όσιος έφυγε πάλι από τον Άθωνα και ήρθε στο Κίεβο. Ο Θεός οδήγησε τα Βήματά του στο λόφο όπου ό πρεσβύτερος Ιλαρίων είχε σκάψει το μικρό του σπήλαιο. Ήταν τώρα έρημο κι ακατοίκητο, γιατί ο μακάριος Ιλαρίων είχε αξιωθεί ν' ανέβει το 1051 στο μητροπολιτικό θρόνο του Κιέβου.

Ο όσιος Αντώνιος αναπαύτηκε πολύ στη θέα του τόπου εκείνου. Του θύμιζε τον αγαπημένο του Άθωνα, έτσι όπως ήταν απότομος κι απρόσιτος απ' την πλευρά του ποταμού, άγριος κι αδιάβατος απ' το πυκνό δάσος που τον κάλυπτε.

Γονάτισε και προσευχήθηκε με δάκρυα στο Θεό.
-Κύριε, ας σκεπάσει αυτό τον τόπο η ευλογία του Αγίου Όρους και η ευχή του αγίου γέροντά μου. Ενίσχυσέ με, με τη χάρη Σου για να μείνω και ν' ασκηθώ εδώ.

Κατοίκησε λοιπόν ο όσιος σ' εκείνη τη σπηλιά. Άρχισε ν' ασκείται σκληρά, έχοντας έργο αδιάλειπτο την προσευχή. Η τροφή του ήταν ξερό ψωμί και νερό, κι αυτό κάθε δυο ή τρεις ήμερες. Κάποτε μάλιστα, παραδομένος πολλά μερόνυχτα στη θεωρία, δεν γεύτηκε τροφή για ολόκληρη εβδομάδα.

Πολλοί άνθρωποι, που μάθαιναν για την ακτημοσύνη και την κακοπάθεια του οσίου, έρχονταν στο σπήλαιο και του έφερναν όλα τα αναγκαία, ζητώντας την ευλογία του. Μερικοί μάλιστα, σαγηνεμένοι από την αγία ζωή του, θέλησαν να μείνουν κοντά του και ν' ασκηθούν κάτω από την πνευματική του καθοδήγηση. Ανάμεσα σ' αυτούς ήταν ο μακάριος ιερεύς Νίκων και ο όσιος Θεοδόσιος.

Στα 1054 πέθανε ο ευσεβής ηγεμόνας Παροσλάβος και στο θρόνο του Κιέβου ανέβηκε ο μεγαλύτερος γιος του Ίζιασλάβος.
Εκείνη την εποχή ο φήμη του οσίου Αντωνίου είχε απλωθεί σ' όλη τη ρωσική γη, καθώς παλαιότερα του ομωνύμου του Μεγάλου Αντωνίου στην Αίγυπτο. Έτσι έφτασε μέχρι τ' αυτιά του Ιζιασλάβου ο πληροφορία για την αγία ζωή του μονάχου Αντωνίου Πετσέρσκι - μ' αυτή την ονομασία ήταν γνωστός (Πετσέρσκι = των Σπηλαίων (από την παλαιορωσική λέξη πέτσερα = κρύπτη, σπηλιά).
Κίνησε λοιπόν με τη συνοδεία του ο ηγεμόνας και ήρθε να πάρει την ευλογία του. Αυτό ήταν, για τα ήθη της εποχής, ένδειξη πολύ μεγάλης τιμής προς τον όσιο.

Από τότε η καλή του φήμη απλώθηκε ακόμη περισσότερο και άρχισαν να έρχονται πολλοί για να τους χειραγωγήσει στη μοναδική πολιτεία.

Γύρω στα 1060 ήρθαν στον όσιο Αντώνιο ο μακάριος Βαρλαάμ, γιος του βογιάρου Ιωάννου, καθώς και ο φιλόθεος Εφραίμ, ευνούχος του ηγεμόνα, ποθώντας την αφιέρωση στο Χριστό. Ο όσιος έδωσε εντολή στον ιερέα Νίκωνα να τους κείρει μοναχούς.
Κατά παραχώρηση Θεού όμως, ο άγιος Αντώνιος και οι αδελφοί δοκιμάστηκαν σκληρά γι' αυτές τις δυο κούρες.

Ο βογιάρος Ιωάννης, μαζί με πολλούς δούλους του, ήρθε οργισμένος στα Σπήλαια και διασκόρπισε με αγριότητα το θεοσύλλεκτο ποίμνιο του οσίου Αντωνίου. Το γιο του Βαρλαάμ τον έσυρε βίαια έξω από το σπήλαιο, ξέσκισε με μανία το μοναχικό του ένδυμα, τον έντυσε τη λαμπρή βογιάρικη φορεσιά και τον οδήγησε με τη βία στο παλάτι του.
Αλλά και αυτός ο ηγεμόνας Ιζιασλάβος οργίστηκε εναντίον του οσίου Αντωνίου, όταν έμαθε πως είχε κείρει μοναχούς το γιο του βογιάρου του και τον ευνούχο του Εφραίμ. Έδωσε εντολή να συλλάβουν το μακάριο Νίκωνα, που είχε κάνει τις κούρες, ενώ απειλούσε να ρίξει σε μπουντρούμι όλους τους αδελφούς και ν' ανασκάψει το σπήλαιο τους.

Βλέποντας την τόση οργή του ηγεμόνα, ο όσιος Αντώνιος αποφάσισε να εγκαταλείψει το σπήλαιο. Έφυγε λοιπόν σ' άλλο τόπο, ενώ οι αδελφοί σκορπίστηκαν σε διάφορες περιοχές.

Όταν όμως η γυναίκα του Ιζιασλάβου έμαθε για τη φυγή του οσίου, λυπήθηκε πολύ και ικέτευσε το σύζυγο της να μην καταδιώκει τους δούλους του Θεού, για να μην ξεσπάσει επάνω του η οργή Του. Η συνετή εκείνη γυναίκα υπενθύμισε στον Ιζιασλάβο το κακό που είχε συμβεί πρόσφατα στην πατρίδα της, τη Λέχια ( Πολωνία). Ο πατέρας της, βασιλιάς Μπολιεσλάβος, είχε διώξει από την επικράτειά του τους μοναχούς, εξαιτίας του οσίου Μωϋσέως του Ούγγρου. Μετά όμως από το διωγμό των μοναχών, πικρός και αιφνίδιος θάνατος βρήκε τον Μπολιεσλάβο, ενώ στο λαό δημιουργήθηκε ταραχή μεγάλη και χύθηκε πολύ αίμα. Συμβούλεψε λοιπόν τον Ιζιασλάβο να μεταβάλει την οργή του σε σύνεση, για να μην πάθη κι εκείνος τα ίδια.

Φοβήθηκε ο ηγεμόνας τη θεία τιμωρία όταν άκουσε τα λόγια εκείνα. Έστειλε ανθρώπους στον όσιο Αντώνιο και τον κάλεσε να επιστρέψει άφοβα στον τόπο της ασκήσεώς του μαζί με όλους τους αδελφούς.
Οι απεσταλμένοι αναζητούσαν τον όσιο τρεις ήμερες. Όταν τον βρήκαν, έπεσαν στα πόδια του και τον ικέτευσαν να επιστρέψει στο ασκητήριό του.
Υπάκουσε ο όσιος και γύρισε στο σπήλαιο, όπου ησύχαζε παρακαλώντας αδιάλειπτα το Θεό να συγκεντρώσει πάλι τα διασκορπισμένα πρόβατα της αγίας ποίμνης Του και να τους δώσει δύναμη, για να υπομείνουν με γενναιότητα τους πειρασμούς του μισόκαλου εχθρού.
Ο φιλάνθρωπος Θεός άκουσε την προσευχή του δούλου Του και μάζεψε πάλι γύρω από τον όσιο όλους τους αδελφούς που είχαν σκορπίσει με το διωγμό του ηγεμόνα.

Αλλά και άλλοι πολλοί, διψασμένοι για σωτηρία, άρχισαν να συρρέουν στο σπήλαιο και να παρακαλούν τον όσιο να τους φωτίσει, να τους λυτρώσει από τα δεσμά της αμαρτίας και να τους χειραγωγήσει στο δρόμο προς τη βασιλεία των ουρανών. Και ο όσιος τους δεχόταν όλους με αγάπη, τους δίδασκε τη μοναχική πολιτεία, κι έπειτα από την κανονική δοκιμασία τους έδινε το μοναχικό σχήμα. Έτσι αυξήθηκε ο αριθμός των αδελφών σε δώδεκα. Γι` αυτό αναγκάστηκαν να σκάψουν και να διευρύνουν το σπήλαιο και κατόπιν να χτίσουν εκεί μέσα ναϋδριο και κελιά, που σώζονται μέχρι σήμερα.

Κάποτε κάλεσε κοντά του ο όσιος όλους τους αδελφούς και τους είπε.
- Αδελφοί και παιδιά μου, γνωρίζετε ότι ο Κύριος μας έφερε όλους εδώ και μας εγκατέστησε σαν απαρχή ευλογίας για τη χώρα μας και το λαό της. Εσείς είστε ευλογία του αγιώνυμου όρους Άθω και της Κυρίας μας Θεοτόκου, που την έχουμε κοινή προστάτιδα και παραμυθία. Όπως έκανε έμενα μοναχό ο αγιορείτης γέροντάς μου, έτσι κι εγώ, με την ευλογία του και την ευλογία του Αγίου Όρους, έκανα εσάς μοναχούς και σας αφήνω σαν αγιορείτικη κληρονομιά σ' αυτό τον τόπο. Να ζείτε λοιπόν και να πολιτεύεστε αντάξια της κλήσεώς σας και της ευλογίας που σας σκεπάζει.

Εδώ ο όσιος σιώπησε για λίγο.
-Παιδιά μου, πρόσθεσε κατόπιν. Νομίζω πως είναι καιρός ν' αποσυρθώ από την ηγουμενία. Ποθώ να ζήσω όπως και πριν στην ησυχία, «μόνος μόνω τω Θεώ». Θα σας αφήσω άλλον ηγούμενο και θ' αποσυρθώ. Δεν θ' αποχωριστούμε, βέβαια. Στον τόπο αυτό θα παραμείνω και θα σας συμπαραστέκομαι όσο ζω, σαν πνευματικός σας πατέρας.

Πράγματι, ο όσιος όρισε ηγούμενο το μακάριο Βαρλαάμ, σαν έμπειρο κι ενάρετο πολύ. Ο ίδιος κλείστηκε σ' ένα από τα κελάκια του σπηλαίου, αποφεύγοντας κάθε θόρυβο και κάθε τιμή. Σύντομα όμως έφυγε σ' άλλο λόφο, όπου έσκαψε νέο σπήλαιο, αυτό που τώρα βρίσκεται κάτω από τη μεγάλη μονή των Σπηλαίων. Εκεί συνέχισε την ασκητική του ζωή, δοξάζοντας το Θεό με αδιάλειπτες προσευχές και ασκητικά παλαίσματα, καλλιεργώντας όλες τις αρετές και ανεβαίνοντας «εκ δυνάμεως εις δύναμιν». Γι` αυτό και ο Θεός τον αντιδόξασε, στολίζοντάς τον πλούσια με τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος.
Ιδιαίτερα με το ιαματικό και το προορατικό.

ο όσιος Αντώνιος αναδείχθηκε σε θαυματουργό ιατρό και σε μεγάλο προφήτη της ρωσικής γης. Πλήθη ασθενών θεράπευσε με την προσευχή του και μ' ένα δηλητηριώδες βότανο, που το ευλογούσε κι έπειτα τους το έδινε να το γευτούν. Πριν από την προσευχή και την ευλογία του οσίου, το βότανο εκείνο σκορπούσε το θάνατο με το δηλητήριό του. Μετά την ευλογία του οσίου, χάριζε τη ζωή και την απαλλαγή απ' όλες τις ασθένειες.
Όσο για το προορατικό χάρισμα του αγίου, αρκεί να το πιστοποίηση η πρόρρηση για την οδυνηρή ήττα του ρώσικου στρατού και την καταστροφή της ρωσικής χώρας από τους βαρβάρους Πολόφτσους που παραχώρησε τους χρόνους εκείνους ο Θεός για τις αμαρτίες των χριστιανών.

Όμως ο πανάγαθος Κύριος επέτρεψε να δοκιμάσει και ο όσιος ένα μεγάλο πειρασμό, για να λάμψη περισσότερο η υπομονή και η καρτερία του.

Μετά την ήττα των Ρώσων από τους Πολόφτσους, ο ηγεμόνας Ιζιασλάβος κατέφυγε στο Κίεβο. Εκεί βρισκόταν ο ηγεμόνας του Πολότσκ Βσιεσλάβος, φυλακισμένος από τους αντιζήλους του αδελφούς Ιζιασλάβο, Σβιατοσλάβο και Βσέβολοντ.

Οι κάτοικοι του Κιέβου άρχισαν να παρακινούν επίμονα τον Ιζιασλάβο σε αντίσταση κατά των βαρβάρων έχθρων, που είχαν διασκορπιστεί και λεηλατούσαν τη χώρα. Ο ηγεμόνας όμως, φοβισμένος από την ήττα του, δεν αποφάσιζε να τους αντιμετωπίσει ξανά. Τότε οι υπήκοοι του επαναστάτησαν, ελευθέρωσαν από τη φυλακή το Βσιεσλάβο και τον ανακήρυξαν ηγεμόνα τους.

Ο Ιζιασλάβος κατόρθωσε να διαφύγει στη Λεχία, πατρίδα της γυναίκας του, όπου μέσα σ' επτά μήνες συγκρότησε στρατό, συμμάχησε με το βασιλιά της χώρας και ξεκίνησε νια την ανακατάληψη του Κιέβου. Όταν το πληροφορήθηκε ο Βσιεσλάβος εγκατέλειψε την πόλη και διέφυγε κρυφά στο Πολότσκ.
Ο Ιζιασλάβος μπήκε θριαμβευτής στο Κίεβο στα 1069.

Από τότε όμως άρχισε και η δοκιμασία του μακαρίου Αντωνίου. Κάποιος άνθρωπος του ηγεμόνα συκοφάντησε τον όσιο ότι συμπαθούσε τάχα τον Βσιεσλάβο και ότι μάλλον ήταν η κύριος υποκινητής της λαϊκής εξεγέρσεως που τον είχε ανεβάσει στον ηγεμονικό θρόνο!

Ο Ιζιασλάβος πείστηκε στα λόγια του συκοφάντη και κυριεύτηκε από φοβερή οργή εναντίον του αγίου.
Εκείνη την εποχή Ο όσιος διακονούσε στη σπηλιά του τον κατάκοιτο Ισαάκιο τον έγκλειστο, που τον είχε πλανήσει ο διάβολος και τον είχε αφήσει μισοπεθαμένο. Φαίνεται πως ο εχθρός κάθε καλού λύσσαξε για την προσπάθεια του οσίου να σώσει τον Ισαάκιο, γι' αυτό και βάλθηκε να τον εμποδίσει με κάθε τρόπο από το θεάρεστο αυτό έργο.
Και για λίγο καιρό το πέτυχε.

Πριν προλάβει ό Ιζιασλάβος να κάνη κακό στο όσιο, ο ηγεμόνας του Τσερνιγώφ Σβιατοσλάβος, που έμαθε νια την οργή του αδελφού του, έστειλε ανθρώπους του νύχτα κι έφεραν το δούλο του Θεού στην επικράτειά του. Ο όσιος διάλεξε ένα ήσυχο μέρος κοντά στην πόλη, στο βουνό Μπόλντιν, έσκαψε μια σπηλιά κι εγκαταστάθηκε σ' αυτήν.
Στον τόπο εκείνο χτίστηκε αργότερα μοναστήρι.

Αλλά ο επίβουλος του αγαθού δεν χάρηκε για πολύ. Ο Ιζιασλάβος έμαθε την αλήθεια από πολλούς και αξιόπιστους ανθρώπους. Η οργή του μαλάκωσε. Σκέφτηκε νηφάλια και πείστηκε για την αθωότητα και την αρετή του οσίου. Κατάλαβε πως οι κατηγορίες εναντίον του ήταν συκοφαντικές και προκλήθηκαν από τον πονηρό. Μετανοημένος και λυπημένος ο ηγεμόνας έστειλε αντιπροσώπους του στο Τσερνιγώφ, παρακαλώντας τον Αντώνιο να επιστρέψει στο Κίεβο, κοντά στο θεοσύλλεκτο ποίμνιό του.
Ο «πράος και ταπεινός τη καρδία» Αντώνιος ανταποκρίθηκε στην παράκληση του Ιζιασλάβου και γύρισε στην αδελφότητά του, που τόσον καιρό ήταν απορφανισμένη από τον πνευματικό της πατέρα.

Μετά την επιστροφή του στο Κίεβο, ο όσιος επιδόθηκε σε μεγαλύτερους ακόμη αγώνες. Όλη του η ζωή μέσα στο σπήλαιο ήταν ένας ασταμάτητος και σκληρός πόλεμος «προς τας μεθοδείας του διαβόλου, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου».
Πριν αναχωρήσει για τα ουράνια σκηνώματα, φρόντισε με προσευχές και θαυματουργίες για την ανοικοδόμηση του ναού της μονής των Σπηλαίων, όπως θα δούμε πιο κάτω.

Αφού ευλόγησε τον τόπο και την έναρξη της οικοδομής του ναού, ο όσιος Αντώνιος άρχισε να ετοιμάζεται για τη μετάβασή του στην αιώνια και αχειροποίητη πόλη.

Καθώς λοιπόν προαισθανόταν να πλησιάζει ο καιρός της εκδημίας του, μάζευε γύρω του τους αδελφούς και τους νουθετούσε, παρηγορώντας τους με την υπόσχεση ότι και μετά το χωρισμό του από το φθαρτό σώμα δεν θα εγκαταλείψει τον τόπο των πνευματικών παλαισμάτων του.
  • Θα βρίσκομαι πάντοτε ανάμεσά σας, παιδιά μου.
  • Θα επιβλέπω τους αγώνες και την πρόοδο σας στη μοναχική ζωή.
  • Θα φροντίζω για τις ψυχές που προστρέχουν σ' αυτό τον ιερό τόπο για να ευαρεστήσουν το Θεό.
  • Σας δίνω αυτή την υπόσχεση σαν τη μοναδική αλλά την πιο πολύτιμη κληρονομιά.
  • Και από τον ουρανό θα μεσιτεύω προς τον Κύριο, ώστε να βρείτε όλοι σας έλεος κατά τη φοβερή ήμερα της Κρίσεως.

Έτσι, αφού συμπλήρωσε δεκαέξι χρόνια στο δεύτερο σπήλαιο κι ενενήντα χρόνια στη ζωή, άφησε ο όσιος τον πρόσκαιρο κόσμο και αναχώρησε για την αιωνιότητα, στις 7 Μαΐου του έτους 6581 από κτίσεως κόσμου και 1073 από Χριστού, στα χρόνια του ηγεμόνα Σβιατοσλάβου Γιαροσλάβιτς και του αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Ζ' Δούκα.

Το τίμιο σκήνωμα του οσίου, πρώτου Καθηγουμένου της μονής Πετσέρσκι, κατατέθηκε τότε στο σπήλαιό του, κάτω από το σημερινό μεγάλο μοναστήρι.
Αλλά όπως όσο ζούσε ο όσιος, έμεινε μακριά από τ' ανθρώπινα μάτια, προσευχόμενος «εν τω κρύπτω», έτσι και τώρα ζήτησε από τον Κύριο να μείνει το τίμιο σώμα του κρυμμένο από τους ανθρώπους. Κι Εκείνος πραγματοποίησε την επιθυμία του και τηρεί στην αφάνεια τα σεπτά λείψανα του δούλου Του μέχρι σήμερα.

Όσοι κατά καιρούς δοκίμασαν ν' ανασκάψουν το σπήλαιο και να τ' αποκαλύψουν, τιμωρήθηκαν για την τόλμη τους να εναντιωθούν στη βουλή του Θεού και την επιθυμία του αγίου. Γιατί ξεπηδούσε φωτιά από τη γη και κατέκαιγε τα μέλη τους. Για πολύ καιρό πολλά υπέφεραν, ώσπου μετανοούσαν για την πράξη τους κι έπαιρναν τη συγχώρηση και την ίαση από το θαυματουργό άγιο.

Αν και κρυμμένα όμως από τα μάτια των ανθρώπων, τα άγια λείψανα του οσίου Αντωνίου, δεν παύουν ν' αποτελούν πηγή αγιασμού και βοηθείας και δυνάμεως.
Πολλά θαύματα επιτελούν από τον κρυφό τόπο της αναπαύσεώς τους, σ' όσους με πίστη προστρέχουν στο Ιερό σπήλαιο κι επικαλούνται τη μεσιτεία του οσίου.

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή στις 10 Ιουλίου, οπότε τελείται και η μνήμη του.

Γέροντας Νίκων - Ομιλία Περί Θανάτου και ψυχών μετά τον θάνατο

H προσευχή που αλλαξε τη ζωή μου.

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2017

Ο Άγιος Νεομάρτυς Αντώνιος ο Αθηναίος

Μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη στις 5 Φεβρουαρίου το 1774
Ο Άγιος καταγόταν από την Αθήνα.Οι γονείς του, Μήτρος και Καλομοίρα, ήσαν πάμπτωχοι αλλά τον ανέθρεψαν με φόβο Θεού και φρόντισαν να μάθει και τα ιερά γράμματα.
Σε ηλικία δώδεκα ετών πήγε υπηρέτης σε κάποιους Αρβανίτες Τούρκους κι όταν εκείνοι πήγαν στον Μοριά τους ακολούθησε. Εκεί αυτοί τον πούλησαν σε κάποιους Αγαρηνούς εμίρηδες που τον βασάνισαν με διάφορους τρόπους για να αλλαξοπιστήσει αλλά δεν τα κατάφεραν. Τον πήραν τελικά μαζί τους στον Δούναβη, στο τουρκικό στράτευμα, κι εκεί πουλήθηκε ο ευλογημένος πέντε φορές, πέφτοντας κάθε φορά από σκληρό σε σκληρότερο αφέντη. Όλοι τους δοκίμασαν με χίλιους τρόπους να τον κάνουν να αρνηθεί την πίστη του αλλά ο νέος έμενε στερεωμένος στην ευσέβεια. Στο τέλος τον πούλησαν για τετρακόσια γρόσια σε ένα ορθόδοξο Χριστιανό που ζούσε και είχε εργαστήριο στην Κωνσταντινούπολη Εκεί ο Αντώνιος έζησε ήσυχα, βρήκε και πνευματικό και μπορούσε και να εκκλησιάζεται.
Ένα βράδυ είδε στον ύπνο του μια ωραία γυναίκα που του υποσχέθηκε ότι θα τον προστατεύει σε κάθε κίνδυνο και να μη φοβάται και τον σκέπασε με το φόρεμά της. Το πρωί διηγήθηκε το όραμα στην κυρά του έχοντας την αίσθηση ότι πρόκειται να μαρτυρήσει για τον Χριστό.
Πήγε, ως συνήθως, στο εργαστήριο του αφέντη του κι όπως καθόταν πέρασε ένας από τους προηγούμενους αφέντες του και τον αναγνώρισε. Αμέσως άρχισε να φωνάζει για τον Άγιο πως τάχα είχε φύγει απ’ αυτόν κρυφά και πως, ενώ είχε γίνει τούρκος, τώρα ήταν πάλι Χριστιανός κι έφερε κι ένα σωρό μάρτυρες στα λόγια του.
Όλοι μαζί όρμησαν επάνω του και χτυπώντας τον αλύπητα τον έσυραν στον Μουράτ Μουλά φωνάζοντας ότι είχε γίνει τάχα τούρκος. Ο κριτής εξέτασε τον Άγιο που χωρίς να δειλιάσει του είπε:
Χριστιανός γεννήθηκα και Χριστιανός είμαι και ποτέ δεν αρνήθηκα τον Χριστό κι είμαι έτοιμος να δεχτώ μύριους θανάτους γι’ Αυτόν.
Ο κριτής τον δοκίμασε πρώτα με ταξίματα για πλούτη και τιμές αλλά, βλέποντας τον Άγιο να τα περιπαίζει όλα αυτά, άρχισε τις απειλές για φρικτά βασανιστήρια και θάνατο.
Ο μάρτυς τότε του είπε:
Μη νομίζεις πως θα με μεταστρέψεις από την πίστη του Χριστού με τις φοβέρες σου. Βασάνισέ με, κόψε με και επινόησε και άλλο καινούργιο και πιο σκληρό θάνατο για μένα αλλά πιο εύκολο είναι να γίνεις εσύ Χριστιανός παρά εγώ να αρνηθώ τον Χριστό και να μην ομολογώ ότι Αυτός είναι Υιός Θεού και αληθινός Θεός.
Ακούγοντας αυτούς τους λόγους και θαυμάζοντας την παρρησία του Αγίου ο κριτής αντί να θυμώσει με αυτόν θύμωσε με τους ψευδομάρτυρες και τους αποκάλεσε πονηρούς και ψεύτες. Αλλά εκείνοι άρχισαν να φωνάζουν ακόμα πιο δυνατά και τότε ο κριτής τον πήρε παράμερα και του είπε: Λυπήσου τα νιάτα σου, αρνήσου πρόσκαιρα και μετά πας όπου θες και έχεις πάλι την πίστη σου. Ο μάρτυρας όμως αποκρίθηκε ότι είναι Χριστιανός και προτιμά να πεθάνει για τον Χριστό.
Έτσι ο κριτής έβγαλε απόφαση καταδικαστική για τον Άγιο και την έστειλε στον βεζύρη με δικό του άνθρωπο φανερώνοντάς του πως αναγκάστηκε να εκδώσει αυτή την απόφαση.
Ο βεζύρης εξέτασε κι αυτός με τη σειρά του τον μάρτυρα, κατάλαβε ότι οι κατηγορίες ήταν ψεύτικες και ότι έπρεπε να ελευθερώσει τον δίκαιο αλλά φοβόταν και την βαρβαρότητα του πλήθους των Αγαρηνών. Έτσι τον έβαλε στη φυλακή μήπως μπορέσει να τον σώσει. Στη φυλακή ο Αντώνιος παρηγορούσε τους άλλους φυλακισμένους, τους δίδασκε να έχουν υπομονή στις θλίψεις και πίστη στον Χριστό. Μοίρασε τους λίγους παράδες που είχε στους φτωχούς εκεί και έγραψε γράμμα στον Χριστιανό αφέντη του ζητώντας συγχώρεση από όλους τους Χριστιανούς και τις ευχές των ιερέων. Τον ευχαριστούσε που τον είχε εξαγοράσει από τους βαρβάρους και τον παρακαλούσε να φροντίσει για τα μνημόσυνα και να μηνύσει στους γονείς του το μακάριο τέλος του για να παρηγορηθούν.
Εν τω μεταξύ οι ψευδομάρτυρες συνέχεια πίεζαν τον βεζύρη να θανατώσει τον Άγιο. Τελικά έκαναν αναφορά στον σουλτάνο κατηγορώντας τον βεζύρη ότι δωροδοκήθηκε από τον μάρτυρα. Ο σουλτάνος φοβούμενος την ταραχή του πλήθους έβγαλε απόφαση να θανατωθεί ο Άγιος ή να αλλαξοπιστήσει.
Ο βεζύρης έφερε τον Άγιο από την φυλακή, τον ρώτησε για τελευταία φορά αν αποδέχεται τον Μωάμεθ ή τον θάνατο και ο Άγιος με χαρούμενο πρόσωπο ακολούθησε αμέσως τον δήμιο. Φτάνοντας στο Ακ σαράι, έγειρε το κεφάλι και είπε τρεις φορές Κύριε, εις τας χείρας Σου παρατίθημι το πνεύμα μου. Ο δήμιος τον χτύπησε τρεις φορές με το σπαθί στον τράχηλο, για να τον πονέσει και να δειλιάσει αλλά βλέποντας ότι ματαιοπονεί τον έσφαξε σαν το πρόβατο.
Έτσι έλαβε ο ευλογημένος Αντώνιος το στεφάνι του μαρτυρίου.
Οι Χριστιανοί αγόρασαν το λείψανό του για εβδομήντα γρόσια και με μεγάλη ευλάβεια το ενταφίασαν στην Ζωοδόχο Πηγή.

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

ΟΣΙΟΣ ΕΡΑΣΜΟΣ


Η ΚΑΛΗ διαχείριση του πλούτου είναι θεία επιταγή. Γιατί ο πλούτος «δόξα Θεού εστίν».
Δεν κάνουν όμως όλοι οι άνθρωποι θεάρεστη χρήση των δώρων του Θεού.
Πολλοί καταστράφηκαν εξαιτίας του πλούτου: «Εδόθησαν εις πτώμα χάριν χρυσίου».
Με δυο κυρίως τρόπους μπορεί να επενδυθεί το χρήμα για την ωφέλεια της ψυχής μας: ή με την ελεημοσύνη ή με την ανέγερση και τον ευπρεπισμό ιερών ναών και καθιδρυμάτων.
Ο όσιος Έρασμος διάλεξε το δεύτερο τρόπο. Ενώ ήταν πλούσιος και ένδοξος στον κόσμο, όταν άκουσε τον άγιο Χρυσόστομο να προσεύχεται στη θεία Λειτουργία του για «τους αγαπώντας την ευπρέπειαν του οίκου» του Κυρίου, διέθεσε ολόκληρη την περιουσία του για το στολισμό και την ευπρέπιση του ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου των Σπηλαίων. Έπειτα έγινε κι ο ίδιος μοναχός εκεί, κι άρχισε να στολίζει τον εαυτό του με τις αρετές, σαν ναό του Αγίου Πνεύματος και ζωντανή εικόνα του Θεού.
Ο ψυχοκτόνος διάβολος όμως έστησε μιαν ολέθρια παγίδα στο δούλο του Θεού. Όταν πια όλο το χρυσάφι του είχε χρησιμοποιηθεί για την εκκλησία της Παναγίας, ο μακάριος Έρασμος σκέφτηκε ότι μάταια το ξόδεψε γι’ αυτό το σκοπό. «Αλίμονό μου!», συλλογιζόταν. «Κανένα μισθό δεν θα λάβω. Χαμένα πήγαν τα χρήματα μου. Έπρεπε να τα μοιράσω στους φτωχούς».
Ο όσιος δεν κατάλαβε πως οι λογισμοί αυτοί ήταν πειρασμικοί. Έπεσε σε αθυμία και απόγνωση. Ούτε οι προσπάθειες του ηγουμένου ούτε η συμπαράσταση και οι συμβουλές των αδελφών στάθηκαν ικανές να τον βοηθήσουν και να τον παρηγορήσουν. Άρχισε να ζει απρόσεκτα και αταίριαστα για μοναχό. Σπαταλούσε το χρόνο της ζωής του άσκοπα, χωρίς πνευματικό αγώνα, χωρίς προσευχή, χωρίς υπακοή, βυθισμένος στην ψυχόλεθρη ακηδία και την αμέλεια.
Όταν είδαν οι πατέρες ότι τα λόγια τους όχι μόνο δεν τον ωφελούσαν, αλλά τον εξερέθιζαν κιόλας, σταμάτησαν πια να του μιλούν και ρίχτηκαν στην προσευχή.
Ο φιλάνθρωπος Κύριος δεν άφησε να πάνε χαμένοι οι προηγούμενοι κόποι και οι αρετές του δούλου Του. Παραχώρησε λοιπόν να τον βρει μια βαριά αρρώστια.
Ο όσιος έφτασε στα πρόθυρα του θανάτου. Για επτά μέρες ήταν αναίσθητος, μη μπορώντας να πάρει τροφή ή να επικοινωνήσει με κανένα.
Την όγδοη μέρα ο ηγούμενος κάλεσε όλη την αδελφότητα γύρω στην κλίνη του. Βλέποντας οι πατέρες πως δεν έβγαινε η ψυχή του, στέναζαν κι έλεγαν:
– Συμφορά στον αδελφό! Πέρασε τη ζωή του με αμέλεια και ραθυμία. Και τώρα η ψυχή του βασανίζεται και δεν μπορεί να βγει από το σώμα.
Εκείνη τη στιγμή όμως — ω των θαυμάσιων Σου, Χριστέ! — ο ετοιμοθάνατος Έρασμος συνήλθε, ανασηκώθηκε και κάθισε στο κρεβάτι.
— Αδελφοί και πατέρες! είπε δυνατά, σαν να μην ήταν άρρωστος. Αλήθεια λέτε! Είμαι αμαρτωλός κι έζησα ράθυμα. Ο θάνατος με βρήκε αμετανόητο. Ενώ όμως ο διάβολος με χαρά περίμενε το τέλος μου, παρουσιάστηκαν οι όσιοι πατέρες μας Αντώνιος και Θεοδόσιος και μου είπαν: «Αδελφέ, προσευχηθήκαμε για σένα στον Κύριο. Κι Εκείνος, σαν πολυεύσπλαχνος, σου χάρισε καιρό μετανοίας». Μετά είδα και την Κυρία Θεοτόκο. «Έρασμε!», μου είπε. «Επειδή στόλισες την εκκλησία μου και την πλούτισες με ωραίες εικόνες και πολύτιμα σκεύη, μεσολάβησα για σένα στον Υιό μου. Θα σε αμείψω για την πράξη σου. Γιατί τους φτωχούς πάντοτε τους έχετε κοντά σας και πάντοτε μπορείτε να τους βοηθήσετε. Η εκκλησία μου όμως, μια φορά γίνεται και εξωραΐζεται. Σήκω τώρα, μετανόησε βαθιά για τις αμαρτίες σου και λάβε έπειτα το μεγάλο αγγελικό σχήμα. Σε τρεις ημέρες θα σε πάρω κοντά μου, επειδή αγάπησες την ευπρέπεια του οίκου μου».
Μόλις διηγήθηκε το όραμα του ο μακάριος Έρασμος, άρχισε με κλάματα και συντριβή να εξομολογείται τις αμαρτίες του χωρίς ντροπή μπροστά σ’ ολόκληρη την αδελφότητα. Μετά σηκώθηκε και πήγε στην εκκλησία.
Εκεί ο ηγούμενος τον έκειρε αμέσως, δίνοντάς του το μεγάλο αγγελικό σχήμα.
Τέλος, ο όσιος απομονώθηκε και ρίχτηκε στην προσευχή.
Την τρίτη μέρα, κατά τη διαβεβαίωση της Κυρίας Θεοτόκου, αναχώρησε ειρηνικά για τον ουρανό,

ΟΣΙΟΣ ΑΡΕΘΑΣ


ΑΞΙΟ ΚΑΙ δίκαιο είναι να ευχαριστούμε πάντοτε το Θεό όχι μόνο για τις ευεργεσίες, αλλά και για τις δοκιμασίες Του. Γιατί οι δοκιμασίες, που αντιμετωπίζονται καρτερικά, και το δίκαιο τον γεμίζουν χάρη, όπως συνέβη με τον πολύαθλο Ιώβ, αλλά και τον αμαρτωλό τον καθαρίζουν και τον αγιάζουν.
Μια θεόσταλτη δοκιμασία έφερε σ’ επίγνωση και τον όσιο Αρέθα, που καταγόταν από το Πολότσκ και ήταν μοναχός της Λαύρας των Σπηλαίων. Αυτός ο δυστυχής είχε το πάθος της φιλαργυρίας, τη ρίζα όλων των κακών, κατά τον απόστολο. Μάζευε κρυφά κι έκρυβε στο κελί του χρήματα και πολύτιμα είδη. Από το εργόχειρο του δεν έδινε τίποτα στη μονή ή στους φτωχούς. Αλλά ούτε και για τον εαυτό του ξόδευε το παραμικρό. Μόνο συγκέντρωνε…
Ο λόγος του Θεού δεν τον συνέτιζε.
Οι νουθεσίες και οι παραινέσεις του ηγουμένου δεν έφερναν αποτέλεσμα.
Οι συμβουλές των αδελφών δεν τον συγκινούσαν.
Κάποια νύχτα, με παραχώρηση Θεού, άγνωστοι κλέφτες του άρπαξαν όλη την περιουσία κι εξαφανίστηκαν.
Όταν ο Αρέθας ανακάλυψε την κλοπή κεραυνοβολήθηκε. Ήταν τέτοια η απόγνωση του, που μόνο με την επέμβαση του φιλάνθρωπου Θεού συγκρατήθηκε και δεν τερμάτισε τη ζωή του. Έγινε όμως ένα αγρίμι από την οργή και την παράφορα.
Από την ήμερα εκείνη άρχισε να επιτίθεται στους αδελφούς, να τους προπηλακίζει και να τους ζητάει τα λεφτά του. Όλους τους θεωρούσε ένοχους για την κλοπή. Έγινε ένας αληθινός τύραννος της αδελφότητας.
Οι πατέρες τον βεβαίωναν πως ήταν αθώοι και τον συμβούλευαν να εμπιστευθεί τον εαυτό του στο Θεό.
— Αδελφέ, του έλεγαν, «επίρριψον επί Κύριον την μέριμνά σου, και αυτός σε διαθρέψει».
Που να τους ακούσει όμως εκείνος! Όχι μόνο δεν έδινε σημασία στα λόγια τους, αλλά και τους «στόλιζε» με άπρεπες και προσβλητικές εκφράσεις. Ο πονηρός τον είχε κυριέψει ολοκληρωτικά… Σε λίγο καιρό ο Αρέθας χτυπήθηκε από φοβερή αρρώστια κι έφτασε μέχρι το θάνατο. Ωστόσο και στο κρεβάτι της οδύνης δεν έπαυε να βαρυγκωμά και να κακολογεί τους αδελφούς. Στο τέλος έπεσε σε κώμα κι έμεινε για πολλές ώρες σαν νεκρός. Μόλις που ανέπνεε. Οι αδελφοί με θλίψη περίμεναν το τέλος του.
Αλλ’ ο φιλάνθρωπος Κύριος, που δεν θέλει την καταστροφή των ανθρώπων αλλά τη σωτηρία τους, έστειλε το έλεός Του στο ταλαίπωρο πλάσμα Του.
Καθώς κειτόταν ακίνητος ο Αρέθας, άρχισε ξαφνικά να φωνάζει:
– Κύριε, ελέησον! Κύριε, σώσον! Κύριε, αμάρτησα! Δικά σου είναι και δεν λυπάμαι που τα έχασα!
Αμέσως συνήλθε, σηκώθηκε, κι εξήγησε φοβισμένος στους αδελφούς που τον παράστεκαν, τι του είχε συμβεί.
— Είδα, τους είπε, πως ήρθαν άγγελοι και δαίμονες κοντά μου. Άρχισαν να φιλονικούν για μένα, εξαιτίας του κλεμμένου μου πλούτου. Οι δαίμονες υποστήριζαν επίμονα πως όχι μόνο δεν ευαρέστησα το Θεό, αλλά και τον βλασφήμησα με τη φιλαργυρία και τη συμπεριφορά μου. «Γι’ αυτό είσαι δικός μας Αρέθα», μου έλεγαν, ενώ τους παρακολουθούσα έντρομος. «Είσαι δικός μας και σε μας θα παραδοθείς!». Τότε οι άγγελοι με κοίταξαν με λύπη. «Ώ άθλιε άνθρωπε!», είπαν. «Ώ ανάξιε μοναχέ, που τόσα χρόνια ήσουν δούλος του πάθους της φιλαργυρίας! Δεν σε συνέτισε τουλάχιστον η κλοπή των χρημάτων σου; Αν ευχαριστούσες και δόξαζες το Θεό για τη στέρηση τους, θα σε λυπόταν και θα σ’ ελεούσε. Σ’ αυτή την περίπτωση θα σου λογάριαζε την απώλεια σαν ελεημοσύνη, όπως έκανε στον Ιώβ. Όποιος ελεεί με τη θέληση του κάνει μεγάλο έργο ενώπιον του Θεού. Αλλά και όποιος χάνει τον πλούτο του ακούσια, αντιμετωπίζοντας όμως την απώλεια με πραότητα και με δοξολογία στο Θεό, αμείβεται απ’ Αυτόν σαν ελεήμων. Ο διάβολος στέλνει τους κλέφτες ν’ αρπάξουν τα πλούτη των ανθρώπων, για να κάνη τους τελευταίους ν’ αγανακτήσουν και να βλασφημήσουν το Θεό!». Στα λόγια εκείνα των αγγέλων εγώ κραύγασα αυτό που ακούσατε: «Κύριε, ελέησον! Κύριε, σώσον! Κύριε, αμάρτησα! Δικά σου είναι και δεν λυπάμαι που τα έχασα!». Στην κραυγή μου οι δαίμονες εξαφανίστηκαν, ενώ οι άγγελοι χάρηκαν και αποχώρησαν.
Σαν άκουσαν τη διήγηση του Αρέθα οι αδελφοί, θαύμασαν τη φιλάνθρωπη σοφία του Θεού, που βρίσκει πάντοτε τρόπους να φέρνει τους αμαρτωλούς σε μετάνοια.
Από την ημέρα εκείνη η ζωή του Αρέθα άλλαξε εντελώς.
Ενώ πριν κανείς δεν μπορούσε να τον συγκράτηση από την κακοτροπία και κακολογία του, τώρα όλοι εκπλήττονταν με την πραότητα και την καλοσύνη του.
Με βαθιά μετάνοια, με απροσωπόληπτη αγάπη, με αδιάκριτη υπακοή, με δακρύρροη προσευχή και σκληρή εγκράτεια ο μακάριος Αρέθας, πέρασε θεοφιλώς την υπόλοιπη ζωή του.
Και τόσο ευαρέστησε το Θεό με την ταπείνωση και την άσκηση, ώστε, μετά την οσιακή κοίμησή του, αξιώθηκε κι αυτός της αφθαρσίας του τιμίου λειψάνου του, που χαρίζει πλούσια τα ελέη του Κυρίου σ’ όσους προστρέχουν σ’ αυτό με πίστη.

Ο ΘΕΟΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ Αγαπητός


Με πόθο πολύ ζητούσε από τον όσιο να τον δεχτή και να τον τιμήσει με το πανίερο μοναχικό σχήμα. Κι εκείνος, μετά την κανονική δοκιμασία, τον έκειρε και τον κράτησε κοντά του.
Βλέποντας ο θεσπέσιος Αγαπητός τον όσιο Αντώνιο να υπηρετεί με αγάπη τους ασθενείς και να τους θεραπεύει με τα βότανα και την προσευχή του, θέλησε να γίνει μιμητής του. Αν κάποιος αδελφός αρρώσταινε, ο σπλαχνικός Αγαπητός άφηνε το κελί του και την ησυχία του κι έτρεχε στον άρρωστο. Καθόταν δίπλα του και ικανοποιούσε αγόγγυστα όλες του τις ανάγκες μέχρι ν’ αναρρώσει. Συνάμα έκανε αδιάλειπτη θερμή προσευχή στον ιατρό των ψυχών και των σωμάτων Ιησού Χριστό υπέρ της υγείας του ασθενούς αδελφού. Κι αν η αρρώστια συνεχιζόταν για πολύν καιρό και ο αδελφός έχανε την υπομονή του και μεμψιμοιρούσε, ο όσιος τον ενίσχυε και τον παρηγορούσε με λόγους αγάπης και παρακλήσεως.
Ακολουθώντας έτσι ταπεινά το παράδειγμα του γέροντα του οσίου Αντωνίου, ο φιλόθεος Αγαπητός αξιώθηκε από το Θεό της ίδιας θαυματουργικής χάριτος: Με τη δύναμη του Χριστού θεράπευε όλες τις παθήσεις, κάνοντας προσευχή και δίνοντας στους αρρώστους να φάνε λίγα χόρτα, από κείνα που έτρωγε ό ίδιος.
Η φήμη του δεν άργησε να διαδοθεί στην πόλη του Κιέβου.
Πλήθη χριστιανών που βασανίζονταν από ποικίλες ασθένειες άρχισαν να συρρέουν στη μονή και να θεραπεύονται από τον ιαματικό
Αγαπητό.
Την εποχή εκείνη υπήρχε στο Κίεβο ένας γιατρός, Αρμένιος κατά την πίστη και το γένος, διάσημος για τις διαγνωστικές και θεραπευτικές του ικανότητες. Με μια σύντομη εξέταση μπορούσε να καταλάβει από τι έπασχε ο άρρωστος, αν θα γινόταν καλά ή αν θα πέθαινε και πότε. Αν αντιλαμβανόταν ότι η κατάσταση του ήταν κρίσιμη, δεν τον αναλάμβανε.
Κάποτε έφεραν στη μονή των Σπηλαίων έναν άρρωστο βογιάρο, αυλικό του ηγεμόνα Βσέβολοντ. Ο Αρμένιος γιατρός τον είχε απελπίσει, λέγοντας του απερίφραστα πως θα πέθαινε σε οκτώ μέρες.
Ο όσιος Αγαπητός προσευχήθηκε πάνω από τον ασθενή και κατόπιν του έδωσε να φάει λίγα χόρτα από το πιάτο του. Ο άρρωστος θεραπεύτηκε αμέσως!
Μετά απ’ αυτό το θαύμα η δόξα του ιαματικού Αγαπητού έφτασε στο αποκορύφωμά της.
Ο Αρμένιος έλιωνε από ζήλια και κατηγορούσε το μακάριο σαν κομπογιαννίτη και ψευτοθαυματοποιό. Θέλησε μάλιστα να τον ρεζιλέψει στους ανθρώπους. Με έμπιστους υπηρέτες του, όμοιους μ’ αυτόν στην κακία, έστειλε στη μονή έναν ετοιμοθάνατο. Τους είχε δασκαλέψει να του δώσουν με τρόπο να πιει ένα φαρμακερό υγρό. Έτσι θα ήταν βέβαιος ό θάνατος του.
Όλα έγιναν όπως τα είχε προετοιμάσει ο μυσαρός Αρμένιος. Μόλις ήπιε το δηλητήριο ο άρρωστος,, άρχισε να σπαρταράει σαν ψάρι και να βγάζει αφρούς από το στόμα. Ο θάνατος τον είχε κιόλας αγγίξει.
Ο όσιος, βλέποντάς τον να πεθαίνει, έφερε λίγα χόρτα από το τραπέζι του και τα έβαλε με δυσκολία στο στόμα του ετοιμοθάνατου. Ύστερα γονάτισε μπροστά του και παραδόθηκε σε θερμή ικεσία προς το Θεό.
Πριν πέραση πολλή ώρα, ο ετοιμοθάνατος συνήλθε, γέμισε ζωή και σφρίγος και σηκώθηκε όρθιος!!!!!!
Όταν πληροφορήθηκε το γεγονός ο Αρμένιος, λύσσαξε από το κακό του. Διέταξε τους ανθρώπους του να βρουν τρόπο και να ποτίσουν με το φαρμάκι τον ίδιο τον όσιο. Εκείνοι πήγαν σαν ευλάβεια τάχα προσκυνητές και με πολλή πονηρία του πρόσφεραν το δηλητήριο σαν ωφέλιμο ποτό, παρακαλώντας τον να το πιει και να τους ευλογήσει. Ο όσιος το ήπιε, αλλά δεν έπαθε τίποτα. Ο Κύριος, που υποσχέθηκε στους δούλους Του ότι «καν θανάσιμο τι πίωσιν, ου μη αυτούς βλάψει», λύτρωσε και τώρα το μακάριο Αγαπητό από τη θανατηφόρα δράση του δηλητηρίου.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και αρρώστησε ο ηγεμόνας Βλαδίμηρος Βσεβολόντοβιτς ο Μονομάχος. Βρισκόταν τότε στο Τσερνιγώφ.
Ο Αρμένιος γιατρός πάσχιζε μ’ όλα τα μέσα που διέθετε να τον βοηθήσει, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο ηγεμόνας έφτασε στα πρόθυρα του θανάτου. Απελπισμένος τότε ειδοποίησε τον ηγούμενο της Λαύρας Ιωάννη, παρακαλώντας τον να στείλει στο Τσερνιγώφ τον ιαματικό Αγαπητό για να τον θεραπεύσει με τη χάρη που είχε από το Θεό.
Ο ηγούμενος Ιωάννης κάλεσε τον όσιο και του μετέφερε την παράκληση του άρρωστου ηγεμόνα.
Αλλά ο μακάριος, που ποτέ δεν είχε βγει από το μοναστήρι, είπε ταπεινά:
— Τίμιε Γέροντα, αν πάω στον ηγεμόνα για τη θεραπεία του, τότε πρέπει να πηγαίνω και στους άλλους που έχουν παρόμοια ανάγκη. Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι ενώπιον του Θεού. Ζητώ λοιπόν την ευλογία σου να μην αναχωρήσω για το μέρος όπου με περιμένει ανθρώπινη δόξα, γιατί υποσχέθηκα στο Θεό να την αποφεύγω μέχρι την τελευταία μου αναπνοή. Δώσ’ μου την ευχή σου να φύγω σε άλλο μέρος και να κρυφτώ προσωρινά, μέχρι να περάσει αυτή η δυσκολία. Αν όμως θελήσεις να με στείλεις εσύ στο Τσερνιγώφ, θα κάνω υπακοή. «Ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ».
Ο ηγούμενος Ιωάννης θαύμασε την αρετή και την ταπείνωση του υποτακτικού του και δεν επέμεινε. Είπε στους απεσταλμένους του ηγεμόνα πως δεν μπορεί να τον πιέσει. Αν μπορούσαν εκείνοι ας τον έπειθαν. Άλλα όπως ήταν φυσικό και των απεσταλμένων οι προσπάθειες έμειναν άκαρπες. Ο όσιος ήταν ανένδοτος.
Όταν είδαν κι απόειδαν, ζήτησαν τουλάχιστον λίγα χόρτα από το πιάτο του Αγαπητού. Το αίτημά τους αυτό το συμμερίστηκε και ο ηγούμενος Ιωάννης, που έδωσε εντολή στον όσιο να υπακούσει. Έτσι κι έγινε.
Ο πρίγκιπας γεύτηκε τα χόρτα που του έφεραν. Αμέσως έγινε καλά!!!!!
Τρελός από χαρά για τη σωτηρία του ο Βλαδίμηρος, πήρε μπόλικο χρυσάφι και ξεκίνησε με μεγάλη συνοδεία για τη μονή των Σπηλαίων, θέλοντας ν’ αμείψει και να τιμήσει το σωτήρα του.
Μόλις όμως ο ταπεινός Αγαπητός πληροφορήθηκε την άφιξή του, έτρεξε και κρύφτηκε.
Όσο κι αν έψαξαν ο ηγούμενος και οι αδελφοί, δεν μπόρεσαν να τον βρουν.
Στενοχωρημένος ο ηγεμόνας έδωσε το χρυσάφι στον ηγούμενο, προσκύνησε στην εκκλησία κι έφυγε.
Άλλα σε λίγες ημέρες έστειλε ένα βογιάρο του με πολλά δώρα για τον όσιο. Ο βογιάρος βρήκε τον Αγαπητό στο κελί του κι απόθεσε τα δώρα μπροστά στα πόδια του.
Ο όσιος τότε του είπε:
— Παιδί μου, ποτέ δεν παίρνω αμοιβή νια τις θεραπείες, γιατί αυτές γίνονται όχι με τη δική μου δύναμη, αλλά με τη δύναμη του Χριστού. Γι’ αυτό και τώρα δεν μπορώ να δεχτώ αυτή την προσφορά του κυρίου σου.
– Το γνωρίζει πάτερ κι εκείνος που μ’ έστειλε πως δεν παίρνεις αμοιβή, αποκρίθηκε ο βογιάρος. Αλλά σε παρακαλώ, για να μη λυπήσεις τον άνθρωπο που έκανε υγιή Ο Θεός με τη δική σου μεσολάβηση, δέξου αυτά τα δώρα και χρησιμοποίησέ τα όπως εσύ
νομίζεις. Μοίρασε τα αν θέλεις, στους φτωχούς.
– Να ‘ναι ευλογημένο τότε, είπε ο όσιος. Πες όμως σ’ αυτόν που σ’ έστειλε ότι, αν θέλει να είναι ευάρεστος σ’ Εκείνον που τον γλίτωσε από το θάνατο, να μοιράζει στους φτωχούς και από την υπόλοιπη περιουσία του. Γιατί δεν θα μπορέσω να τον βοηθήσω άλλη φορά. Τον παρακαλώ με την καρδιά μου να υπακούσει, για να μην τον βρουν χειρότερα.
Και λέγοντας αυτά ο Ανάργυρος Αγαπητός, πήρε τα δώρα και βγαίνοντας βιαστικά από το κελί του τα πέταξε έξω, δίπλα στην πόρτα. Ο ίδιος εξαφανίστηκε και κρύφτηκε σε άγνωστο μέρος.
Βγαίνοντας και ο βογιάρος έξω, είδε τα δώρα πεταμένα χάμω και τον όσιο πουθενά. Λες και τον είχε καταπιεί η γη. Τα μάζεψε τότε και τα έφερε στον ηγούμενο.
Όταν επέστρεψε στον ηγεμόνα, διηγήθηκε σ’ εκείνον και τους αυλικούς του ό,τι είχε συμβεί και όλοι δόξασαν το Θεό και το γνήσιο δούλο Του Αγαπητό, που στήριζε την ελπίδα της αμοιβής του στον ουρανό, «όπου ούτε σης ούτε βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται ου διορύσσουσιν ουδέ κλέπτουσιν» τους αιώνιους θησαυρούς του Κυρίου, τους ετοιμασμένους για τους πιστούς οικονόμους των χαρισμάτων Του.
Από τότε ο ηγεμόνας Βλαδίμηρος άρχισε, κατά την εντολή του οσίου, να μοιράζει απλόχερα τα πλούτη του στους φτωχούς.
Κάποτε όμως παραχώρησε ό Θεός ν’ αρρωστήσει και ο ιαματικός Αγαπητός.
Βρήκε τότε ευκαιρία και τον επισκέφθηκε ο Αρμένιος γιατρός, ενδιαφερόμενος δήθεν για την υγεία του.
— Δε μου λες, γέροντα, ρώτησε ειρωνικά τον όσιο. Με τι χόρτο θεραπεύεται η δική σου αρρώστια;
— Μ’ εκείνο που θα υποδείξει ό Κύριος, ο Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων, αποκρίθηκε με ακακία ο μακάριος.
— Χμ! Ιδέα δεν έχει αυτός εδώ από ιατρική. Είναι τελείως άσχετος! αποφάνθηκε με υπεροψία ο γιατρός, κοιτάζοντας με νόημα τους ανθρώπους που βρίσκονταν εκεί.
Ύστερα έπιασε το χέρι του οσίου και είπε μ’ επισημότητα:
—Σου λέω στ’ αλήθεια ότι δεν έχεις πάνω από τρεις ήμερες ζωής. Σου δίνω το λόγο μου, αν σε τρεις ήμερες δεν πεθάνεις, εγώ αλλάζω ζωή και γίνομαι μοναχός σαν εσένα!!!!
Στα λόγια αυτά ο όσιος Αγαπητός αγανάκτησε.
— Αυτή είναι η τέχνη σου; είπε αυστηρά. Αντί να σώζεις, προλέγεις το θάνατο; Αν είσαι ικανός, θεράπευσε με! Αν όχι, τότε για τι λες πως θα πεθάνω σε τρεις ήμερες; Ο Κύριος με πληροφόρησε ότι θα με πάρει κοντά Του μετά από τρεις μήνες!
Αλλά ο Αρμένιος επέμενε:
—Μην έχεις τέτοιες μάταιες ελπίδες! Δε βλέπεις τα χάλια σου; Αποκλείεται να ζήσης περισσότερο απ’ όσο σου λέω.
Στο μεταξύ έφεραν στον όσιο κάποιον άρρωστο από το Κίεβο για να τον θεραπεύσει. Εκείνος, με θαυματουργική επέμβαση του Θεού, σηκώθηκε αμέσως από την κλίνη και πήγε στο τραπέζι για να πάρει λίγα χόρτα.
— Να το χόρτο της θεραπείας μου! Δες το και συνετίσου! Είπε στο γιατρό, που τον κοίταζε με έκπληξη να στέκεται όρθιος.
— Αυτό δεν φαίνεται να είναι από τα δικά μας χόρτα, είπε αμήχανα ο Αρμένιος. Μοιάζει μ’ ένα φυτό που φυτρώνει στην περιοχή της Αλεξάνδρειας.
Γέλασε ο όσιος με την αμάθειά του κι έδωσε στον ασθενή να φάει, ενώ ο ίδιος γονάτισε σε προσευχή.
Σε λίγο ο άνθρωπος είχε θεραπευθεί!!!!
Κατόπιν ό θείος Αγαπητός στράφηκε στο γιατρό:
— Φάε κι εσύ σε παρακαλώ, από τα χόρτα μου.
— Δεν μπορώ πάτερ, γιατί εμείς έχουμε αυτό το μήνα τέσσερις ήμερες νηστεία και η σημερινή μέρα είναι νηστίσιμη.
— Μα σε ποια πίστη ανήκεις εσύ; ρώτησε με απορία ο όσιος.
— Καλά, δεν έχεις ακούσει για μένα; Είμαι Αρμένιος!
-Αρμένιος! φώναξε ο όσιος με ιερή οργή. Και πως τόλμησες, προδότη της Ορθοδοξίας, να μπεις εδώ μέσα; Πως τόλμησες να βεβηλώσεις το κελί μου και να πιάσεις στα αιρετικά σου χέρια το δικό μου αμαρτωλό χέρι; Φύγε από δω πλανεμένε, ασεβέστατε!
Ντροπιασμένος έφυγε ο γιατρός.
Ο θεοφιλής Αγαπητός έζησε, όπως τον είχε πληροφορήσει ό Θεός, τρεις μήνες ακόμη. Και την 1η Ιουνίου εκοιμήθη ειρηνικά κι ενταφιάστηκε από τους αδελφούς στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου.
Μετά από λίγο καιρό, ο γιατρός εμφανίστηκε «συντετριμμένος και τεταπεινωμένος» στον ηγούμενο της μονής των Σπηλαίων.
— Αφήνω την πλάνη των Αρμενίων, είπε κλαίγοντας μετανιωμένος. Ασπάζομαι την αγία Ορθοδοξίας, τη μόνη αληθινή πίστη και ποθώ να υπηρετήσω τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, φορώντας το άγιο μοναχικό σχήμα. Μου εμφανίστηκε χθες ο μακαριστός Αγαπητός και μου είπε:
«Υποσχέθηκες ν’ αρνηθείς την πλάνη σου και να γίνεις μοναχός. Αν τώρα υπαναχωρήσεις, θα καταστρέψεις την ψυχή σου. Ο Θεός ου μυκτηρίζεται!»
Τώρα πια πιστεύω ότι Ο Αγαπητός είναι άγιος!
Πράγματι, ο γιατρός ασπάσθηκε την ορθόδοξη πίστη, έμεινε στη μονή κι έγινε μοναχός, αφιερώνοντας την υπόλοιπη ζωή του στην ίαση των τραυμάτων της δικής του ψυχής και στην ευαρέστηση του μεγάλου Ιατρού, Ιησού Χριστού.