Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

Όσιοι ΜΑΡΚΟΣ ο σπηλαιώτης και ΘΕΟΦΙΛΟΣ


Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ Μάρκος, ασκήτεψε στη μονή των Σπηλαίων στα χρόνια του ηγουμένου Ιωάννου, τότε που έγινε η ανακομιδή των τιμίων λειψάνων του οσίου Θεοδοσίου από το σπήλαιο στη μεγάλη εκκλησία. Από τότε που έλαβε το άγιο αγγελικό σχήμα, δεν έδωσε «ύπνων τοις οφθαλμοίς και τοις βλεφάροις νυσταγμόν και ανάπαυσιν τοις κροτάφοις» του, αλλά τις περισσότερες ώρες της νύχτας αγρυπνούσε προσευχόμενος. Ελάχιστο χρόνο διέθετε νια σωματική ανάπαυση. Την ημέρα, όταν δεν συνέχιζε την προσευχή χωμένος βαθιά στο σκοτεινό του σπήλαιο, έσκαβε λάκκους για την ταφή των κεκοιμημένων αδελφών.
Ό όσιος Μάρκος ήταν ολιγαρκής και λιτοδίαιτος. Οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια του, φρόντιζε να το δώσει αμέσως σε κάποιο φτωχό. Όχι μόνο τροφή, αλλά και νερό γευόταν με μεγάλη εγκράτεια, πίνοντας πάντοτε λιγότερο απ’ όσο χρειαζόταν για να ξεδιψάσει. Και για μεγαλύτερη ακόμη άσκηση, τύλιξε το σώμα του, μέσα από το τριμμένο μοναχικό ένδυμα, με βαριά και βασανιστικά σίδερα. Αυτά τα σίδερα του πίεζαν το σώμα, τον βάραιναν, τον πλήγωναν, τον εμπόδιζαν στην εργασία και στη νυχτερινή ανάπαυση. Όμως ποτέ όσο ζούσε δεν τα έβγαλε από πάνω του.
Μ’ αυτή τη σκληρή ασκητική ζωή, με τις νυχθημερές προσευχές, με τις παθοκτόνες νηστείες, με τους σωματικούς κόπους, με την άσκηση της σιωπής, ο γενναίος Μάρκος, νέκρωσε τη σάρκα και το σαρκικό φρόνημα.
Κι άλλο πόθο δεν είχε, παρά να φύγει το συντομότερο για τον άλλο, τον ουράνιο κόσμο, και να συναντήσει τον Κύριο και Νυμφίο του.
Ο θάνατος όχι μόνο δεν τον τρόμαζε, αλλά τον γέμιζε χαρά και θεία προσδοκία. Γι` αυτό κι έλαβε από το Θεό το υπερφυσικό χάρισμα να συνομιλεί με τους νεκρούς!
Με φυσικότητα και απλότητα, όπως βίωνε ο ίδιος την πραγματικότητα του θανάτου και της άλλης ζωής, επικοινωνούσε με τους κεκοιμημένους σαν να ήταν ζωντανοί. Τους μιλούσε, τους έδινε εντολές, τους έστελνε μηνύματα και παραγγελίες. Κι εκείνοι, με παραχώρηση του Θεού, εκτελούσαν όλες τις εντολές του. Η απλότητα και η αγιότητα του μακαρίου, συνέτριβε κι αυτά τα άλυτα δεσμά του θανάτου!
Κάποτε ο όσιος, έσκαψε ένα τάφο για κάποιο κεκοιμημένο αδελφό. Εξαντλημένος όμως καθώς ήταν από τη νυχτερινή αγρυπνία και ορθοστασία, δεν μπόρεσε να τον κάνη αρκετά ευρύχωρο. Όταν έφεραν το σώμα του νεκρού και δοκίμασαν να το τοποθετήσουν στον τάφο, διαπίστωσαν ότι μόλις και μετά βίας χωρούσε μέσα. Άρχισαν τότε οι αδελφοί να παραπονιούνται και να βαρυγκωμούν κατά του οσίου Μάρκου.
—Αδελφέ, του έλεγαν, τι μνήμα είν’ αυτό που έσκαψες; Ούτε το νεκρό μπορούμε να θάψουμε καλά, ούτε να τον περιχύσουμε με λάδι, όπως συνηθίζεται. Γιατί το ‘ κάνες τόσο στενό;
Ό όσιος έβαλε ταπεινά μετάνοια.
— Συγχωρέστε με πατέρες, είπε, γιατί από σωματική αδυναμία δεν έκανα σωστά την εργασία.
Εκείνοι όμως δεν ησύχασαν, αλλά πολλαπλασίασαν τα παράπονα και τις διαμαρτυρίες.
Τότε ο όσιος στράφηκε στο νεκρό.
– Επειδή είναι στενός ο χώρος του τάφου σου αδελφέ, του είπε με απλότητα, βολέψου μόνος σου μέσα. Να, πάρε και το λάδι και χύσε στο σώμα σου όσο πρέπει.
Χωρίς δεύτερη προτροπή, ο νεκρός κινήθηκε και τακτοποίησε το σώμα του μέσα στο λάκκο. Έπειτα άπλωσε το χέρι, πήρε το λάδι κι έχυσε στο πρόσωπο και στο στήθος του σταυροειδώς. Έβαλε τέλος πάλι το δοχείο στα χέρια του οσίου, ξάπλωσε ήσυχα κι έμεινε ακίνητος.
Φόβος και τρόμος κυρίεψε όλους τους αδελφούς μ’ αυτό το εξαίσιο θαύμα. Δεν άργησαν όμως να δουν και άλλο παρόμοιο.
Συνέβη, δηλαδή, να πεθάνει κάποιος άλλος αδελφός μετά από μακροχρόνια ασθένεια. Ο ηγούμενος ανέθεσε σ’ ένα μοναχό να ετοιμάσει το νεκρό για την ταφή. Πράγματι, αφού εκείνος σκούπισε το λείψανο με το σφουγγάρι, πήγε στο σπήλαιο να δη τον τόπο της ταφής. Βρήκε τον όσιο Μάρκο και τον ρώτησε:
— Που θα βάλουμε πάτερ Μάρκε τον αδελφό μας που αναπαύτηκε; Δεν βλέπω να ‘χεις τόπο ετοιμασμένο.
— Πήγαινε και πες στον αδελφό να περιμένει μέχρι αύριο το πρωί, γιατί δεν έχω σκαμμένο τάφο. Ας μ’ αφήσει τη νύχτα να του ετοιμάσω το μνήμα, κι έπειτα αναχωρεί για τον ουρανό!
– Μα…, πάτερ Μάρκε, αποκρίθηκε σαστισμένος ο άλλος μοναχός, εγώ ο ίδιος σκούπισα κιόλας με τα χέρια μου το σώμα του νεκρού. Σε ποιόν μου λες να μεταφέρω την παραγγελία σου;
-Καλά, δεν Βλέπεις αδελφέ μου; ξαναείπε ο απλούστατος Μάρκος. Δεν είν’ ακόμα έτοιμος ο τόπος για την ταφή. Πήγαινε σου λέω και πες στο νεκρό: «Ο αμαρτωλός Μάρκος σε παρακαλεί να παραμείνεις σ’ αυτό τον κόσμο ακόμη μια μέρα. Ας είναι μέχρι αύριο το πρωί. Και τότε φεύγεις και πάς στον αγαπημένο σου Χριστό. Στο μεταξύ αυτός θα ετοιμάσει τον τάφο σου και θα σε ειδοποίηση».
Ο μοναχός γέμισε λογισμούς με την παράδοξη προσταγή του οσίου. Έκανε όμως υπακοή. Γύρισε στο μοναστήρι την ώρα που οι πατέρες έψελναν κιόλας την εξόδιο ακολουθία. Πλησίασε στο νεκροκρέβατο, έσκυψε στ’ αυτί του νεκρού και του ψιθύρισε:
— Αδελφέ, ο πατήρ Μάρκος με στέλνει να σου πω ότι ο τάφος σου δεν είναι έτοιμος. Γι’ αυτό σε παρακαλεί να περιμένεις τουλάχιστον μέχρι το πρωί, οπότε θα σε ειδοποίηση.
Αμέσως ο νεκρός άνοιξε τα μάτια! Με κατάπληξη οι πατέρες είδαν να επιστρέφει η ψυχή στο νεκρό σώμα, που άρχισε ν’ αναπνέει και να ζει κανονικά! Δεν κινήθηκε όμως καθόλου από τη νεκρική στάση, ούτε είπε σε κανένα τίποτε.
Έμεινε εκεί, ακίνητος και αμίλητος, αλλά ζωντανός μέχρι το πρωί. Τότε πήγε πάλι στο σπήλαιο ο ίδιος αδελφός.
— Είν’ έτοιμο το μνήμα; ρώτησε το μακάριο Μάρκο.
— Έτοιμο είναι. Πήγαινε τώρα και πες σ’ εκείνον που με περιμένει: «Ο αμαρτωλός Μάρκος σου παραγγέλλει ν’ αφήσεις πια το μάταιο κόσμο και να φύγεις για την αιωνιότητα. Παράδωσε το πνεύμα σου στα χέρια του Θεού και άφησε το σώμα σου να τοποθετηθεί στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου, μαζί με τους άλλους αγίους πατέρες. Ο τόπος σου είναι έτοιμος, δίπλα σ’ αυτούς».
Η παραγγελία του θεσπέσιου Μάρκου, μεταφέρθηκε αμέσως στον αδελφό που καθυστερούσε την αναχώρησή του. Κι εκείνος, μόλις την άκουσε, έκλεισε τα μάτια και ξεψύχησε οριστικά.
Το πρωτάκουστο αυτό θαύμα γέμισε δέος τους πατέρες της Λαύρας και όλους τους κατοίκους της χώρας του Κιέβου, που δεν άργησαν να το πληροφορηθούν. Όλοι δόξασαν το Θεό για τα θαυμαστά έργα που επιτελεί η πίστη και η αγιότητα των αγαθών δούλων Του.
Δεν πρέπει όμως ν’ αποσιωπήσουμε και τη διακριτική παιδαγωγία από τον Όσιο Μάρκο ενός αδελφού, που έπεσε κάποτε σε παράπτωμα, γιατί είναι πολύ μεγάλη η ωφέλεια που μας παρέχει το πάθημα, αλλά και η μετάνοιά του.
Εγκαταβίωναν τότε στη μονή των Σπηλαίων δύο μοναχοί, ο Θεόφιλος και ο Ιωάννης.
Αυτοί, είχαν στενό ψυχικό σύνδεσμο από τα παιδικά τους χρόνια, πάντοτε «το αυτό εις αλλήλους φρονούντες», «εν τω αυτώ νοι και εν τη αύτη γνώμη». Μαζί ήρθαν και στο μοναστήρι, δίνοντας σ’ όλους το παράδειγμα της αδελφικής αγάπης και ομόνοιας.
Οι δύο αυτοί αδελφοί, παρακάλεσαν τον όσιο Μάρκο να ετοιμάσει ένα κοινό τόπο ταφής, για να είναι αχώριστοι ακόμη και στον τάφο, όταν ο Κύριος θα διέκοπτε την επίγεια ζωή τους.
Κάποτε ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Θεόφιλος, έφυγε από την Πετσέρσκαγια για υποθέσεις της μονής. Στη διάρκεια της απουσίας του ασθένησε ο μικρότερος, ο Ιωάννης, κι έφυγε απροσδόκητα για τον ουρανό. Όταν επέστρεψε ο Θεόφιλος, είχε ήδη τοποθετηθεί το νεκρό σώμα στον ετοιμασμένο από τον όσιο Μάρκο τόπο. Έκλαψε πικρά ο μακάριος Θεόφιλος τον αγαπημένο του αδελφό, παρηγορήθηκε όμως με τη σκέψη ότι η όσια ψυχή του, θ’ αναπαυόταν τώρα στους κόλπους του Κυρίου.
Θέλησε αμέσως να επισκεφθεί τον τάφο του νεκρού. Πήγε στο σπήλαιο με τη συνοδεία μερικών ακόμη πατέρων και βρήκε τον Ιωάννη τοποθετημένο στο διπλό τάφο, που είχε ανοίξει ο όσιος Μάρκος, αλλά στην πρώτη θέση.
Παρακινημένος τότε από τον πονηρό, αγανάκτησε κι έβαλε τις φωνές.
– Πάτερ Μάρκε, φώναξε στον όσιο, γιατί τον έβαλες σ’ αυτή τη θέση; Εγώ είμαι μεγαλύτερος και πρέπει να ταφώ στην πρώτη σειρά. Τι είν’ αυτά τα πράγματα; Δεν ήξερες ότι ο μακαρίτης ο Ιωάννης είναι νεώτερος μου;
Ό ταπεινός Μάρκος έβαλε μετάνοια και είπε απλά:
— Συγχώρεσέ με, πάτερ. Αμάρτησα.
Έπειτα στράφηκε στο νεκρό και τον πρόσταξε:
— Σήκω αδελφέ και παραχώρησε την πρώτη θέση στο μεγαλύτερό σου. Εσύ βολέψου στη δεύτερη σειρά.
Με φρίκη είδαν τότε οι πατέρες το νεκρό να σηκώνεται και ν’ αλλάζει θέση!
Αμέσως, ο μακάριος Θεόφιλος ήρθε στον εαυτό του, συναισθάνθηκε την αμαρτία του κι έπεσε στα πόδια του οσίου Μάρκου, θρηνώντας και λέγοντας:
— Αμάρτησα, πάτερ! Συγχώρεσέ με! Δεν έπρεπε να ζητήσω τη μετακίνηση του αδελφού. Σε ικετεύω, πες του να επιστρέψει πάλι στην πρώτη θέση!
Αλλά ο όσιος αποκρίθηκε:
—Δεν είμ’ εγώ που τον μετακίνησα, μα ο ίδιος ο Κύριος. Θέλησε να διαλύσει τη δυσφορία σου εναντίον μου και να σε διδάξει την ταπείνωση. Αλλά και ο μακάριος Ιωάννης σου έδειξε έτσι και μετά θάνατο, την αγάπη του, παραχωρώντας ταπεινά την πρώτη θέση
σε σένα, σαν αρχαιότερο. Η έγερση των νεκρών είναι έργο του Θεού. Δεν μπορώ λοιπόν εγώ χωρίς την εντολή και τη βούλησή Του, να μετακινήσω πάλι το νεκρό. Πες του εσύ αν θέλεις, να επανέλθει στην προηγούμενη θέση του. Ίσως να σ’ ακούσει. Γνώριζε ωστόσο και τούτο: Θα έπρεπε εσύ να μη βγεις τώρα από δω μέσα, αλλά να ξαπλώσεις αμέσως σ’ αυτό το μνήμα και να κληρονομήσεις την ιεραρχική προτεραιότητα, που τόσο ζηλότυπα επιζητείς! Επειδή όμως δεν είσαι ακόμη έτοιμος για την έξοδό σου, πήγαινε και φρόντισε για τη σωτηρία της ψυχής σου. Πριν περάσει πολύς καιρός, θα σε φέρουν πάλι εδώ, οριστικά αυτή τη φορά!
Με τρόμο άκουσε τα λόγια του οσίου Μάρκου ο Θεόφιλος. Φοβήθηκε πως δεν θα προλάβει ούτε στο μοναστήρι να φτάσει, αλλά θα πέσει κάτω νεκρός, τιμωρημένος σκληρά, αλλά δίκαια, για την υπεροψία του, απέναντι στον κεκοιμημένο αδελφό.
Με δυσκολία έφτασε μέχρι το κελί του. Μοίρασε αμέσως στους άλλους πατέρες τα λίγα πράγματα που είχε — βιβλία, ρούχα, έπιπλα — κρατώντας μόνο το νεκρικό μανδύα για την ταφή του σώματός του. Την ίδια κιόλας ημέρα, κλείστηκε στο άδειο κελί του κι άρχισε να κλαίει και να οδύρεται νύχτα και μέρα, περιμένοντας κάθε στιγμή το θάνατο.
Κανείς δεν μπόρεσε να σταματήσει ή να μετριάσει τον ακατάπαυστο και γοερό θρήνο του ευλογημένου Θεοφίλου. Ούτε ο ηγούμενος ούτε κανένας άλλος αδελφός. Οι προσπάθειες όλων να τον παρηγορήσουν, γεννούσαν περισσότερα δάκρυα μετανοίας, μεγαλύτερη συντριβή και βαθύτερο ψυχικό πόνο στο μακάριο μοναχό.
Φαγητό μαγειρεμένο δεν ήθελε να γευτεί. Ελάχιστη μόνο ξερή τροφή έπαιρνε, κι αυτή μετά από αυστηρή εντολή του ηγουμένου. Τα δάκρυά του ήταν ο επιούσιος άρτος του. Κάθε πρωί, φώναζε θρηνώντας όπως ο ψαλμωδός: «Εγενήθη τα δάκρυα μου εμοί άρτος ημέρας και νυκτός», γιατί δεν γνωρίζω πόσες ώρες ζωής έχω ακόμη. Άραγε θα ζήσω μέχρι το βράδυ;
Κάθε βράδυ πάλι έσβηνε τη φλόγα της ψυχικής οδύνης του με άλλα δάκρυα ικεσίας:
— «Κύριε, μη τω θυμώ σου ελέγξης με, μηδέ τη οργή σου παίδευσης με… εκοπίασα εν τω στεναγμοί μου, λούσω καθ’ εκάστην νύκτα την κλίνην μου, εν δάκρυσί μου την στρωμνήν μου βρέξω», γιατί δεν γνωρίζω, θα ζήσω άραγε μέχρι την ανατολή του ήλιου;
Σ’ αυτή την κατάσταση της συντριβής έζησε ο μακάριος Θεόφιλος πολλά χρόνια. Από την εξάντληση της νηστείας και της αϋπνίας, το σώμα του αδυνάτισε τόσο, ώστε κάτω από το δέρμα μπορούσε κανείς να διακρίνει όλα τα κόκαλα.
Τελικά, από το αδιάκοπο κλάμα, έχασε την όρασή του και τυφλώθηκε εντελώς.
Κάποτε ο όσιος Μάρκος, πληροφορήθηκε από τον Κύριο ότι πλησίαζε η ώρα της κοιμήσεώς του. Κάλεσε τότε τον ευλογημένο Θεόφιλο και του είπε:
– Συγχώρεσέ με αδελφέ που σε λύπησα και σ’ έκανα να κλαις τόσα χρόνια. Προσευχήσου για μένα, γιατί αναχωρώ από τη γη. Κι αν βρω παρρησία στο Θεό, δεν θα ξεχάσω να Τον παρακαλέσω για σένα, ώστε ν’ αξιωθείς κι εσύ να κληρονομήσεις «τον θείον νυμφώνα της δόξης Αυτού» και να βλέπεις αιώνια, μαζί με τους οσίους πατέρες μας Αντώνιο και Θεοδόσιο, το άρρητο κάλλος του προσώπου του Θεού.
Τ’ ασταμάτητα δάκρυα του μακαρίου Θεοφίλου, έγιναν τώρα χείμαρρος ορμητικός.
– Γιατί πάτερ μ’ εγκαταλείπεις εδώ; παραπονέθηκε. Ή πάρε με μαζί σου ή χάρισέ μου πάλι το φως των ματιών μου. Είν’ αλήθεια πως αμάρτησα βαριά τότε στο σπήλαιο. Θα ‘πρεπε να είχα πεθάνει εκεί, μπροστά στα πόδια σου, όταν μετακίνησες για χάρη μου το λείψανο του αδελφού Ιωάννου. Αλλά ο Κύριος με λυπήθηκε και μου χάρισε καιρό μετανοίας. Τώρα όμως που φεύγεις, βοήθησε με.
Παρακάλεσε τον Κύριο ή να μου δώσει πάλι την όραση ή να μ’ αξιώσει να φύγω μαζί σου για την άλλη ζωή.
Αδελφέ, αποκρίθηκε ο όσιος Μάρκος, μη θλίβεσαι για την τύφλωσή σου. Ο Θεός επέτρεψε να τυφλωθούν τα σωματικά σου μάτια για ν’ ανοιχτούν τα πνευματικά. Δεν είμαι εγώ, ούτε ο Θεός, που σου στερήσαμε το φως σου. Η μεγάλη σου μετάνοια στο στέρησε. Έτσι όμως ταπεινώθηκες και κέρδισες την αιωνιότητα, γιατί «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει». Έτσι εξαγόρασες τον παράδεισο κι έσωσες την ψυχή σου. Δεν υπάρχει λοιπόν ανάγκη να δεις το πρόσκαιρο γήινο φως. Ο Κύριος θα σ’ αξιώσει να δεις το αιώνιο και αιδοίο φως της θείας δόξης Του. Και μην επιδιώκεις το θάνατο. Θα έρθει τη στιγμή που πρέπει, έστω κι αν δεν τον επιζήτησης. Μάθε όμως από τώρα ότι ο Κύριος θα σε προειδοποίηση για την αναχώρησή σου μ’ αυτό το σημείο: Τρεις ήμερες Πριν από την κοίμησή σου, θα ξαναβρείς το φως σου. Μετά θα φύγεις από δω και θα πας να συναντήσεις το Φως του κόσμου!
Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του οσίου Μάρκου προς τον ευλογημένο Θεόφιλο. Μετά από λίγο, έκλινε την οσία κεφαλή του και «παρέδωκε το πνεύμα», μεταβαίνοντας «εκ του θανάτου εις την ζωήν».
Τα τίμια λείψανά του, τοποθετήθηκαν μέσα στο σπήλαιο, στον τάφο που ο ίδιος είχε ανοίξει για τον εαυτό του, κι έγιναν αμέσως αστείρευτη πηγή θαυματουργιών και ιάσεων ψυχών και σωμάτων. Εδώ τοποθετήθηκαν επίσης τα σίδερα που φορούσε πάντοτε ο όσιος, καθώς και ο ορειχάλκινος θαυματουργός σταυρός του.
Μετά την κοίμηση του θεσπέσιου Μάρκου, ο μακάριος Θεόφιλος αύξησε τους θρήνους, τη νηστεία και τις ασκήσεις, περιμένοντας με πόθο και λαχτάρα την εκπλήρωση της προρρήσεως του οσίου. Έβαζε μπροστά του ένα μεγάλο πήλινο αγγείο κι έκλαιγε πάνω του, χύνοντας εκεί μέσα τα δάκρυα.
Όταν μετά από καιρό το σκεύος εκείνο γέμισε, ο όσιος απέκτησε την όρασή του! Κατάλαβε τότε ότι πλησίαζε το τέλος του. Ύψωσε τα χέρια στον ουρανό και προσευχήθηκε:
– Δέσποτα φιλάνθρωπε, Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός μου! Εσύ που δεν θέλεις το θάνατο του αμαρτωλού, αλλά περιμένεις μακρόθυμα τη μετάνοιά του, Εσύ που γνωρίζεις τα πανιά, ακόμη και τις πιο κρυφές προθέσεις μας, στείλε μου, Σε παρακαλώ, την ώρα τούτη το έλεός Σου! Δέξου τα πικρά μου δάκρυα, Παράκλητε αγαθέ και ευδόκησε να με σκεπάσει η χάρη Σου, με τις προσευχές των οσίων πατέρων Αντωνίου και Θεοδοσίου και πάντων των αγίων, για να μη μ’ αρπάξουν τα εναέρια τελώνια και με κερδίσει ο άρχοντας του σκότους.
Και να! Ξαφνικά εμφανίζεται μπροστά στον προσευχόμενο όσιο, άγγελος Κυρίου, σαν νέος λευκοφορεμένος κι επιβλητικός.
– Θεοφιλώς προσεύχεσαι, Θεόφιλε! είπε με φωνή απόκοσμη, ουράνια. Γνώριζε ότι δεν είναι μόνο τα δάκρυα που μάζεψες εσύ στο σκεύος σου. Είναι κι εκείνα που μάζεψα εγώ, που ήμουν δίπλα σου όταν προσευχόσουν, εκείνα που σκούπιζες με την παλάμη ή με το μανίκι ή με την άκρη του ζωστικού σου. Όλ’ αυτά τα δάκρυα, βρίσκονται μέσα σε τούτο το αγγείο που κρατώ. Ο Θεός μ’ έστειλε τώρα να σου αναγγείλω τη χαρμόσυνη είδηση: Φεύγεις για τον Κύριό σου! Φεύγεις για Εκείνον που βεβαίωσε: «Μακάριοι οι πενθούντες ότι αυτοί παρακληθήσονται»! «Μακάριοι οι κλαίοντες νυν, ότι γελάσετε»! «Ευ, δούλε αγαθέ και πιστέ Θεόφιλε! Είσελθε λοιπόν, εις την χαράν του Κυρίου σου»!
Και λέγοντες αυτά ο άγγελος, άφησε μπροστά στα πόδια του οσίου ένα μεγάλο αγγείο, που ανέδιδε άρρητη ευωδιά, κι έγινε άφαντος.
Συνεπαρμένος από το όραμα ο θαυμάσιος Θεόφιλος, κάλεσε τον ηγούμενο, του διηγήθηκε την εμφάνιση και αποκάλυψη του αγγέλου, και του έδειξε τα δυο σκεύη γεμάτα δάκρυα.
– Σε παρακαλώ, τίμιε Γέροντα, αν είν’ ευλογημένο, μόλις αναχωρήσει η ψυχή μου για τον ουρανό, ας περιχύσουν οι αδελφοί στο σώμα μου το περιεχόμενο του αγγελικού αγγείου.
Ο ηγούμενος αποδέχθηκε συγκινημένος την παράκληση του οσίου και τον ασπάστηκε με δέος και πνευματική ευφροσύνη.
Σε λίγο, η μακαρία ψυχή του αναχώρησε πράγματι για τους κόλπους του Αβραάμ, για τις ουράνιες σκηνές των δικαίων.
Ήταν η τρίτη μέρα από τότε που ξαναβρήκε την όρασή του.
Το τίμιο σώμα του, τοποθετήθηκε στο σπήλαιο, δίπλα στο σκήνωμα του μακαριστού αδελφού Ιωάννου και όχι μακριά από το άγιο λείψανο του οσίου Μάρκου. Όταν το άλειψαν με το περιεχόμενο του αγγελικού αγγείου, ο τόπος γέμισε από μεθυστική, ουράνια ευωδία.
Κατόπιν έχυσαν επάνω του και το περιεχόμενο του δικού του δοχείου, τα δάκρυα με τα οποία πότισε τον αγρό της ψυχής του, για να θερίσει τα στάχυα της αιωνίας μακαριότητας, στον αγρό της βασιλείας του Θεού.

Όσιοι ΚΟΥΚΣΑ ο ιερομάρτυς και ΠΟΙΜΗΝ ο νηστευτής


ΓΙΑ ΤΟΥΣ οσίους πατέρες μας Κούκσα και Ποιμένα δεν γνωρίζουμε πολλά. Αλλά και δεν χρειάζονται πολλά, μια και τα λίγα που ξέρουμε μαρτυρούν ολοφάνερα για την αγιότητα τους.
Ο ιερομάρτυς Κούκσα ήταν ένας από τους πατέρες της μονής των Σπηλαίων και ο Θεός τον είχε τιμήσει με το χάρισμα της ιεροσύνης. Έγινε ξακουστός κηρύττοντας την αγία πίστη του Χριστού στους άπιστους Βιάτιτσους, που κατοικούσαν στην περιοχή του ποταμού Οκά, στη ΒΑ. Ρωσία.
Το φλογερό του κήρυγμα, βγαλμένο από τα βάθη της πιστής και αφοσιωμένης στον Κύριο καρδιάς του, μετέστρεψε από το σκοτάδι της αγνωσίας στο φως της θείας γνώσεως πλήθη ειδωλολατρών, που βαπτίζονταν και γίνονταν μέλη της αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Μαζί με το θεόπνευστο κήρυγμα, ευεργέτησε πολλές φορές το νεόφυτο ποίμνιο του με εξαίσια θαύματα και σημεία.
Με την προσευχή του και τη δύναμη του Θεού, φυγάδευε τα πονηρά πνεύματα από τους δαιμονισμένους.
Κάποτε προκάλεσε την πτώση ευεργετικής βροχής σε περίοδο καταστρεπτικής ανομβρίας, ενώ άλλοτε αποξήρανε μια λίμνη, μετατρέποντας την σε ωφέλιμη καλλιεργήσιμη έκταση.
Σαν επιβράβευση των αγώνων και των θεοφιλών κόπων του, ο μακάριος Κούκσα αξιώθηκε να λάβει και το στεφάνι του μαρτυρίου: Μερικοί φανατικοί ειδωλολάτρες Βιάτιτσοι τον συνέλαβαν και τον αποκεφάλισαν μαζί μ’ ένα μαθητή του, αφού πρώτα υπέβαλαν και τους δυο σε φρικτά βασανιστήρια.
Την ίδια εποχή ασκήτευε στη Λαύρα των Σπηλαίων ο θαυμάσιος Ποιμήν ο νηστευτής.
Για τη μεγάλη του εγκράτεια, την ασκητική βία και τα υπερφυή κατορθώματα, βραβεύτηκε από το Θεό με τα μεγάλα χαρίσματα της ιάσεως των ασθενών, της διοράσεως και προοράσεως.
Πολλούς αρρώστους, ακόμη κι ετοιμοθάνατους, θεράπευσε, καθώς μαρτυρούν οι παλαιοί πατέρες και πολλές προρρήσεις έκανε, προλέγοντας ανάμεσα στ’ άλλα και για τα δικά του τέλη, δυο χρόνια νωρίτερα.
Ο θεσπέσιος Ποιμήν βρισκόταν στην εκκλησία, μαζί με τους άλλους πατέρες, την ώρα του μαρτυρικού θανάτου του οσιομάρτυρος Κούκσα. Τη στιγμή που ο γενναίος Κούκσα και ο μαθητής του, σε τεράστια απόσταση από τη μονή, παρέδιδαν τις ψυχές τους στα χέρια του Θεού, ο διορατικός όσιος Ποιμήν στάθηκε στο κέντρο του ναού και φώναξε δυνατά:
— Ο αδελφός μας Κούκσα και ο μαθητής του τελειώθηκαν μαρτυρικά αυτή την ώρα!
Αυτό είπε μόνο και αμέσως έκλεισε κι ο ίδιος τα μάτια του για πάντα.
Εκοιμήθη ειρηνικά την ίδια μέρα, 27 Αυγούστου, εκεί, μέσα στην εκκλησία.
Έτσι και οι τρεις αδελφοί μπήκαν μαζί στη χαρά του Κυρίου τους, όπου τώρα απολαμβάνουν «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέθη, α ητοίμασεν ο θεός τοις αγαπώσιν αυτόν».

Όσιος ΤΙΤΟΣ ο πρεσβύτερος


ΟΠΩΣ, κατά τον Ιερό Παύλο, «αποκαλύπτεται οργή Θεού απ’ ουρανού επί πάσαν ασέβειαν και αδικίαν ανθρώπων», έτσι, αντίθετα «και η ειρήνη του Θεού, η υπερέχουσα πάντα νουν» αποκαλύπτεται σ’ εκείνους που επιθυμούν να κληθούν «υιοί Θεού».
Αυτό το φανέρωσε καθαρά ο Κύριος και στην περίπτωση του οσίου Τίτου του σπηλαιώτου.
Ο μακάριος Τίτος μόναζε στη Λαύρα των Σπηλαίων και είχε τιμηθεί με το αξίωμα του πρεσβυτέρου. Η ασκητική του βιοτή ήταν θεοφιλής και ισάγγελη, ενώ η αγάπη του προς όλους τους αδελφούς ανιδιοτελής και ανυπόκριτη.
Στα χρόνια εκείνα ζούσε στη Λαύρα κι ένας διάκονος, ο Ευάγριος. Ο μισόκαλος διάβολος, που πάντοτε «σπείρει ζιζάνια ανά μέσον του σίτου και απέρχεται», έσπειρε έχθρα ανάμεσα στον πρεσβύτερο Τίτο και στο διάκονο Ευάγριο. Κι ενώ πρώτα έτρεφαν ο ένας για τον άλλο βαθιά αμοιβαία αγάπη, έφτασαν τώρα να μη θέλουν ούτε να ιδωθούν. Τόσο πολύ μάλιστα τους σκότισε η οργή και η μνησικακία, ώστε, όταν θύμιαζε ο ένας στην εκκλησία, ο άλλος έφευγε μακριά. Κι αν δεν έφευγε, ο πρώτος τον προσπερνούσε χωρίς να τον θυμιάσει!
Έχοντας βυθισθεί σε τέτοιο σκοτάδι εμπάθειας, οι δυο αδελφοί τολμούσαν να λειτουργούν, να προσφέρουν τα τίμια Δώρα και να κοινωνούν, ξεχνώντας την εντολή του Κυρίου: «Εάν προσφέρεις το δώρον σου επί το θυσιαστήριον κάκει μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σου, άφες εκεί το δώρον σου έμπροσθεν του θυσιαστηρίου, και υπάγε πρώτον διαλλάγηθι τω αδελφώ σου, και τότε ελθών πρόσφερε το δώρον σου».
Οι αδελφοί «εβδομηκοντάκις επτά» πάσχισαν να τους συμφιλιώσουν, αλλά εκείνοι ούτε να τ’ ακούσουν δεν ήθελαν.
Κάποτε συνέβη ν’ αρρωστήσει πολύ σοβαρά ο πρεσβύτερος Τίτος. Είχε μάλιστα φτάσει στα πρόθυρα του θανάτου, όταν άρχισε ξαφνικά πικρά να κλαίει και σπαρακτικά να θρηνεί για την αμαρτία του.
— Στο όνομα του Χριστού αδελφοί! φώναξε. Κάντε αγάπη και πηγαίνετε στον αδελφό Ευάγριο. Πέστε του να με συγχωρέσει, για τον Κύριο!
Οι αδελφοί έτρεξαν αμέσως στο διάκονο. Εκείνος όμως όχι μόνο δεν δέχτηκε να συγχωρέσει τον ετοιμοθάνατο αδελφό, αλλ’ άρχισε να τον καταριέται και να τον περιλούζει από μακριά με λόγια μίσους και κακίας.
Τότε τον άρπαξαν και τον έφεραν με τη βία στον κατάκοιτο Τίτο για να συγχωρεθούν. Μόλις τον είδε ο πρεσβύτερος ανασηκώθηκε με δυσκολία, έσκυψε προς το μέρος του και τον ικέτευσε κλαίγοντας:
– Συγχώρεσέ με, πάτερ! Συγχώρεσέ με κι ευλόγησε με! Φεύγω απ’ αυτό τον κόσμο!
Ούτε τώρα λύγισε ο ανελέητος Ευάγριος. Αποστράφηκε άσπλαχνα τον αδελφό του και δήλωσε μπροστά σε όλους:
— Ποτέ δεν θα συμφιλιωθώ μαζί του, ούτε σ’ αυτή τη ζωή ούτε στην άλλη!
Δεν πρόλαβε όμως να τελειώσει το λόγο του, κι έπεσε κάτω ξερός!
Οι πατέρες έτρεξαν να τον σηκώσουν, αλλά διαπίστωσαν πως ήταν νεκρός. Το σώμα του αμέσως κοκάλωσε και πάγωσε σαν μάρμαρο. Ούτε τα μέλη του μπορούσαν να λυγίσουν ούτε τα μάτια του να σφαλίσουν ούτε το στόμα του να κλείσουν.
Την ίδια στιγμή ο πρεσβύτερος Τίτος σηκώθηκε όρθιος, εντελώς υγιής, σαν να μην είχε αρρωστήσει ποτέ!
Με φρίκη και δέος αντίκρισαν όλοι τον άδοξο θάνατο του μνησίκακου Ευαγρίου και τη θαυματουργική ίαση του πρεσβυτέρου Τίτου. Ζήτησαν αμέσως από τον δεύτερο εξηγήσεις. Κι εκείνος τους διηγήθηκε τι του αποκαλύφθηκε.
-Βρισκόμουν, καθώς είδατε, στην επιθανάτια κλίνη, χωρίς να έχω συμφιλιωθεί με τον Ευάγριο. Και τότε, τι να δω! Άγγελοι με ζύγωσαν, μα έφυγαν αμέσως από κοντά μου, κλαίγοντας για το χαμό της ψυχής μου. Αντίθετα, οι δαίμονες ήρθαν και παρέμειναν δίπλα μου, χαρούμενοι που θα κέρδιζαν την ψυχή μου εξαιτίας της οργής και της μνησικακίας. Τότε έβαλα φωνή και σας παρακάλεσα να πάτε και να μεταφέρετε στον αδελφό τη συγγνώμη μου. Εσείς τον φέρατε εδώ. Όταν όμως έσκυψα στα πόδια του, κι εκείνος έστρεψε αλλού το πρόσωπο του, είδα ξαφνικά δίπλα μου έναν άγγελο φοβερό. Στα χέρια του κρατούσε ένα φλογισμένο ακόντιο. Μ’ αυτό τρύπησε ανελέητα τον Ευάγριο, κι έπεσε νεκρός. Ο ίδιος άγγελος άπλωσε σε μένα το χέρι του και με σήκωσε. Και να, είμαι υγιής!
Έντρομοι οι αδελφοί, έκλαιγαν πικρά για το φρικτό θάνατο του Ευαγρίου. Σήκωσαν κι έθαψαν βιαστικά το σώμα του, που παρουσίαζε αποκρουστικό θέαμα, έτσι όπως ήταν με τα μάτια και το στόμα ανοιχτά, με τα χέρια και τα πόδια λυγισμένα και ξυλιασμένα.
Από τότε όλοι οι αδελφοί, παίρνοντας ένα οδυνηρό μάθημα από το τέλος του Ευαγρίου, «ενεδύθησαν σπλάγχνα οικτιρμού».
Δεν ξεχνούσαν τη διαβεβαίωση του οσίου Εφραίμ: «Αν σε κάποιον συμβεί να πεθάνει ενώ βρίσκεται σε έχθρα με συνάνθρωπό του, θα είναι αμείλικτη η κρίση γι’ αυτόν».
Ο πρεσβύτερος Τίτος, ιδιαίτερα, μετά τη συγκλονιστική του εμπειρία, απομάκρυνε για πάντα από τη ζωή του όχι μόνο την εξωτερική οργή, αλλά και κάθε κακό λογισμό για οποιονδήποτε αδελφό.
Μετά από πολλούς και θεοφιλείς κόπους, αξιώθηκε ν’ αναπαυθεί ειρηνικά και να παραδώσει το πνεύμα του στον Κύριο.
Το άφθορο σώμα του οσίου, μαρτυρεί μέχρι σήμερα για τη δόξα που βρήκε η μακαρία ψυχή του στα ουράνια σκηνώματα.

Όσιος ΠΡΟΧΟΡΟΣ ο θαυματουργός


Ο ΠΟΛΥΕΛΕΟΣ και πολυεύσπλαχνος Κύριος πολύ συχνά παραχωρεί να βρουν τους ανθρώπους δυστυχίες και θλίψεις, αποβλέποντας μ’ αυτές στην παιδαγωγία, τη νουθεσία και τη διόρθωσή τους. Δεν παραλείπει όμως κάθε φορά, ως φιλάνθρωπος, να «ποιοι συν τω πειρασμώ και την έκβαση;», όπως βλέπουμε και στο βίο του οσίου Προχόρου του θαυματουργού.
Ο όσιος Πρόχορος έλαμψε με τη ζωή και τα έργα του στα χρόνια του μεγάλου ηγεμόνα του Κιέβου Μιχαήλ Σβιατοπόλκ Ιζιασλάβιτς, φημισμένου για τη σκληρότητα και τις αδικίες του. Πολλές θλίψεις και βάσανα υπέμειναν οι κάτοικοι του Κιέβου στο διάστημα της εξουσίας του. Τα βάσανα τους πλήθαιναν περισσότερο με τις αδιάκοπες επιδρομές των Πολόφτσων και άλλων γειτονικών λαών εναντίον του Κιέβου. Οι συνεχείς πόλεμοι με τους εξωτερικούς εχθρούς, καθώς επίσης και οι εμφύλιοι σπαραγμοί μεταξύ των Ρώσων ηγεμόνων, οι διωγμοί, οι αιχμαλωσίες, οι λεηλασίες και οι ποικίλες αναταραχές, ήταν μόνιμες αιτίες φτώχειας, δυστυχίας και οδύνης του ρώσικου λάου.
Σ’ αυτά τα δύσκολα και ζοφερά χρόνια ήρθε από το Σμολένσκ στη μονή των Σπηλαίων ο μακάριος Πρόχορος, ζητώντας από τον ηγούμενο Ιωάννη να τον κείρει μοναχό και να τον συναριθμήσει με τα πνευματικά του τέκνα. Μετά από κανονική και προσεκτική δοκιμασία, που φανέρωσε καθαρά τον ένθεο ζήλο του φιλόθεου Προχόρου, ο ηγούμενος τον έκειρε κατά την επιθυμία του. Με πολλή βία και απαρέγκλιτη ακρίβεια στις αρχές του μοναχικού βίου, πολεμούσε ο όσιος τους νοητούς εχθρούς κι επιδιδόταν στις ασκήσεις που του ανέθετε ο γέροντάς του. Ανάμεσα σ’ αυτές ήταν και η άσκηση της αυστηρής νηστείας. Όχι μόνο δεν γευόταν ποτέ άλλη τροφή εκτός από ψωμί και νερό, αλλά και αυτό το ψωμί του ήταν φτιαγμένο από το κατάπικρο χόρτο λέμπεντα. Κάθε καλοκαίρι μάζευε ο ίδιος το χόρτο αυτό, το έτριβε κι ετοίμαζε ψωμιά για όλο το χρόνο.
Σ’ όλη του τη ζωή ο όσιος τρεφόταν με λέμπεντα, γι’ αυτό οι συνασκητές του, του έδωσαν την προσωνυμία «λέμπεντνικ». Άλλο χορταρικό ή κηπουρικό δεν έβαλε στο στόμα του μέχρι την κοίμησή του. Ούτε ψωμί σταρένιο έφαγε, πέρα από το αντίδωρο που έπαιρνε στην εκκλησία.
Ο πανάγαθος Θεός, βλέποντας τη βία και την υπομονή του μακαρίου, μετέβαλε για χάρη του την πίκρα του χόρτου αυτού σε γλυκύτητα, κι έτσι το ψωμί που ετοίμαζε εκείνος, έπαιρνε μια γλυκεία, ευχάριστη γεύση. Μόλις διαπίστωσε ο όσιος το θαύμα τούτο του Κυρίου «εχάρη χαράν μεγάλην σφόδρα» και μ’ ευγνωμοσύνη προς τον ουράνιο Ευεργέτη του, συνέχισε με περισσή προθυμία την παθοκτόνο άσκησή του.
Στη ζωή του θείου Προχόρου, εκπληρώνονταν οι προτρεπτικοί λόγοι του Σωτήρος: «Μη μεριμνάτε τη ψυχή υμών τι φάγητε και τι πίητε… Εμβλέψατε εις τα πετεινό του ουρανού, ότι ου σπείρουσιν ουδέ θερίζουσιν ουδέ συνάγουσιν εις αποθήκας και ο πατήρ υμών ο ουράνιος τρέφει αυτά».
Σαν τα πουλιά τ’ ουρανού και ο όσιος, αμέριμνος και παραδομένος στην πρόνοια και την αγάπη του Θεού, τρεφόταν με τροφή που δεν έσπειρε και δεν καλλιέργησε. Πήγαινε στους τόπους που έσπερνε αντί γι’ αυτόν ο ουράνιος Σποριάς, μάζευε το καλλιεργημένο από Κείνων χόρτο και γύριζε στο μοναστήρι δοξολογώντας Τον για τις ευεργεσίες Του.
Τα χρόνια εκείνα, λόγω των πολεμικών αναστατώσεων, έπεσε μεγάλη πείνα στη Ρωσία. Το φάσμα του θανάτου απειλούσε τους κατοίκους του Κιέβου. Ο Κύριος τότε, θέλοντας να σώσει τους ανθρώπους από το φρικτό θάνατο της πείνας, αλλά και να δοξάσει τον πιστό δούλο Του Πρόχορο, έκανε να φυτρώσουν στη γύρω περιοχή τόσα πολλά λέμπεντα, όσα ποτέ άλλοτε. Ο όσιος ακούραστος, με ιδιαίτερο ζήλο, μάζευε ασταμάτητα το χόρτο σε μεγάλες ποσότητες, ετοίμαζε νύχτα και μέρα ψωμιά και τα μοίραζε στους φτωχούς και πεινασμένους.
Μερικοί θέλησαν να μιμηθούν το μακάριο και να φτιάξουν μόνοι τους ψωμί από λέμπεντα. Ήταν όμως αδύνατο να το γευτούν, γιατί έγινε πικρό σαν αψιθιά και μαύρο σαν κάρβουνο. Τότε κατάλαβαν ότι κάποιο θαύμα επιτελούσε ο μεγαλοδύναμος θεός με το θεσπέσιο δούλο Του και δεν επιχείρησαν άλλη φορά να τον μιμηθούν. Όλοι όσοι είχαν ανάγκη απευθύνονταν στον όσιο. Κι εκείνος κανένα δεν άφηνε να φυγή μ’ άδεια χέρια. Το ψωμί που τους έδινε, πράγμα ανεξήγητο, όχι μόνο δεν πίκριζε, αλλά ήταν γλυκύτατο και νοστιμότατο, καλύτερο κι απ’ το σταρένιο.
Συνέβη όμως κι ένα άλλο παράδοξο.
Κάποιος αδελφός, αφού δοκίμασε να φτιάξη μόνος του ψωμί από λέμπεντα και απέτυχε, σκέφτηκε να πάρει κρυφά από τα ψωμιά του οσίου. Πήρε μία και δύο και τρεις φορές. Κάθε φορά όμως που το δοκίμαζε, έβρισκε πως ήταν πικρό. Ντράπηκε ν’ αποκαλύψει στον όσιο την αμαρτία του. Τελικά, βασανισμένος από την πείνα, πήγε και διηγήθηκε την πράξη και το πάθημά του στον ηγούμενο Ιωάννη. Ο ηγούμενος δεν τον πίστεψε στην αρχή. Έστειλε έναν άλλο αδελφό να πάρει κι εκείνος κρυφά ένα από τα ψωμιά του Προχόρου. Ούτε κι αυτό όμως μπόρεσαν να το γευτούν από τη μεγάλη του πικράδα. Θέλοντας να διαλευκάνει οπωσδήποτε το μυστήριο, ο ηγούμενος σκέφτηκε ένα άλλο τέχνασμα.
– Πήγαινε στον πατέρα Πρόχορο, είπε στον αδελφό και ζήτησε του ένα ψωμί για μένα. Καθώς θα φεύγεις όμως, πάρε κρυφά άλλο ένα και φέρ’ το κι αυτό εδώ.
Ό αδελφός εκτέλεσε κατά γράμμα την εντολή. Σε λίγο παρουσιάστηκε με δυο ψωμιά. Αλλά να! Το ψωμί που πήρε από τα χέρια και με την ευλογία του οσίου ήταν χρυσόχρωμο και γλυκόγευστο, ενώ το άλλο ήταν μαύρο και κατάπικρο.
Μετά κι απ’ αυτή την επιβεβαίωση, το θαύμα διαδόθηκε παντού και δόξασαν όλοι, μοναχοί και λαός, το φιλάνθρωπο Κύριο, που έστειλε βοήθεια στους πεινασμένους δια μέσου του θαυματουργού οσίου.
Στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου ανάμεσα στον Σβιατοπόλκ και τους πρίγκιπες του Βλαντιμίρ και Περεμίσλσκ, δεν μπορούσαν να φτάσουν μέχρι το Κίεβο έμποροι τροφίμων. Ενώ όμως υπήρχαν αποθέματα άλλων προϊόντων, παρουσιάστηκε μεγάλη έλλειψη αλατιού.
Όταν ο μακάριος Πρόχορος είδε την ανάγκη του λαού, μάζεψε από τα κελιά των αδελφών όλη τη στάχτη, τη συγκέντρωσε στο κελί του κι έπεσε σε θερμή και εγκάρδια προσευχή. Η στάχτη δεν άργησε να μεταβληθεί σε γνήσιο, λευκό, καθαρό αλάτι!
Ο όσιος ειδοποίησε να έρθουν και να πάρουν όσοι θέλουν. Γρήγορα μαθεύτηκε ότι ο σπηλαιώτης Πρόχορος μοίραζε αλάτι κι έτρεχαν όλοι να προμηθευτούν απ’ αυτόν. Το πιο παράδοξο ήταν, ότι το αλάτι εκείνο δεν τελείωνε ποτέ. Όσο το μοίραζε ο όσιος, τόσο αυξανόταν. Έτσι ο λαός, που προηγουμένως έψαχνε μάταια στην αγορά για ν’ αγοράσει λίγο αλάτι σε πολύ ανεβασμένη τιμή, έτρεχε τώρα στη μονή των Σπηλαίων να πάρει όσο ήθελε δωρεάν. Μερικοί όμως μαυραγορίτες έμποροι, που εκμεταλλεύονταν την έλλειψη του αλατιού για να πλουτίσουν και το πουλούσαν σε αστρονομικές τιμές, οργίστηκαν εναντίον του οσίου και πήγαν να παραπονεθούν στον ηγεμόνα.
-Άρχοντα, του είπαν, ο καλόγερος Πρόχορος των Σπηλαίων, μας έκανε μεγάλη ζημιά. Η αγορά άδειασε, γιατί όλοι τρέχουν να πάρουν από Κείνων αλάτι δωρεάν. Κι εμείς, που σου πληρώνουμε τόσους φόρους, δεν μπορούμε να πουλήσουμε το αλάτι που είχαμε κρύψει στις αποθήκες μας. Καταστραφήκαμε εξαιτίας του.
Ο πονηρός και φιλάργυρος Σβιατοπόλκ σκέφτηκε να εκμεταλλευτή την περίσταση και να ωφεληθεί διπλά: και τους εμπόρους να ικανοποίηση και ο ίδιος να κερδίσει χρήματα πολλά. Έστειλε λοιπόν ανθρώπους ν’ αρπάξουν το αλάτι του μακαρίου Προχόρου και να το φέρουν στο παλάτι του. Όρισε πολύ υψηλή τιμή πωλήσεως, ενώ ταυτόχρονα πληροφόρησε το λαό ότι το αλάτι θα πωλείται πλέον μόνο από την ηγεμονική αυλή.
– Για χάρη σας θα λεηλατήσω τον καλόγερο, είπε στους εμπόρους.
Το είπε και το έκανε.
Όταν όμως το αλάτι μεταφέρθηκε στην αυλή του Σβιατοπόλκ, είδαν όλοι πως ήταν στάχτη! Ο ηγεμόνας είπε σε μερικούς να δοκιμάσουν.
– Στάχτη είναι! Στάχτη! διαβεβαίωσαν εκείνοι.
Κανείς δεν μπορούσε να εξήγηση τι είχε συμβεί. Αμήχανος ο Σβιατοπόλκ πρόσταξε να τη φυλάξουν για τρεις ημέρες, μήπως κατόρθωναν να εξηγήσουν το παράδοξο εκείνο φαινόμενο. Οι τρεις ήμερες πέρασαν, αλλά τίποτα δεν άλλαξε. Έτσι ο ηγεμόνας διέταξε να πετάξουν εκείνη την άχρηστη στάχτη πίσω από το παλάτι, λίγο πιο πέρα από τη θύρα των υπηρετών.
Στο μεταξύ ο λαός συνέχιζε να έρχεται στον όσιο Πρόχορο και να ζητά αλάτι. Όταν μάθαιναν για την αρπαγή του, έφευγαν λυπημένοι και μ’ άδεια χέρια, ξεστομίζοντας κατάρες για Κείνων που το έκλεψε. Ο όσιος τους παρηγορούσε λέγοντας:
—Όταν ο πρίγκιπας πετάξει το αλάτι, να πάτε και να το μαζέψετε. Θα το βρείτε σωριασμένο στην πίσω πόρτα του παλατιού.
Πράγματι, πήγαν οι άνθρωποι εκεί και αντί για στάχτη βρήκαν αλάτι!
Όταν διαδόθηκε πως υπήρχε αλάτι έξω από το πριγκιπικό ανάκτορο, όλοι έτρεχαν να πάρουν όσο μπορούσαν.
Ο ηγεμόνας πήγε να τρελαθεί από την απόγνωση και το κακό του. Ζήτησε να μάθη λεπτομέρειες για τον άγιο Πρόχορο. Τον πληροφόρησαν για την ασκητική ζωή και τα θαύματά του — όχι μόνο για τη μεταβολή της στάχτης σε αλάτι, αλλά και για την Παρασκευή γλυκού ψωμιού από το πικρό λέμπεντα.
Ο Σβιατοπόλκ τότε ντράπηκε για την πράξη του, πήγε μετανιωμένος στη μονή των Σπηλαίων και πρόσπεσε στον όσιο με δάκρυα, ζητώντας συγχώρηση και δίνοντας υποσχέσεις να μην αδικήσει κανένα στο μέλλον. Ακόμη, με την εντολή και μεσολάβηση του οσίου, συμφιλιώθηκε και με τον ηγούμενο Ιωάννη, με τον οποίο βρισκόταν σε ρήξη, επειδή ασκούσε εναντίον του σκληρό έλεγχο για τις αδικίες και τις ανομίες του.
Μέχρι το τέλος της ζωής του ο ηγεμόνας έτρεφε βαθύ σεβασμό απέναντι στον όσιο και άκουγε με ταπείνωση τις συμβουλές του. Κάποια μέρα μάλιστα του ανακοίνωσε μια ιδιαίτερη επιθυμία του:
– Αν είναι θέλημα Θεού πάτερ ν’ αναχωρήσω για τον άλλο κόσμο πριν από σένα, σε παρακαλώ να με βάλεις εσύ στον τάφο, με τα ίδια σου τα χέρια. Αν πάλι φύγεις εσύ πρώτος, άφησέ με, άγιε του Θεού, να μεταφέρω το σώμα σου με τα δικά μου χέρια στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου, μήπως έτσι ο Κύριος με λυπηθεί και συγχωρήσει τη βαρεία αμαρτία που διέπραξα σε βάρος σου.
Πέρασαν από τότε αρκετά χρόνια. Κάποτε ο όσιος αρρώστησε και κατάλαβε ότι τελείωνε η επίγεια ζωή του. Έστειλε λοιπόν μήνυμα στον ηγεμόνα Σβιατοπόλκ, που πολεμούσε τότε τους Πολόφτσους: «Άρχοντα, πλησίασε η ώρα της αναχωρήσεώς μου από τη γη. Αν θέλεις να εκπληρώσεις την επιθυμία σου και να βρεις από το Θεό έλεος, έλα να λάβεις τη συγχώρηση και να με τοποθετήσεις με τα χέρια σου στο μνήμα. Περιμένω τον ερχομό σου. Αν καθυστερήσεις και αναχωρήσω χωρίς να ιδωθούμε, δεν θα είναι δικό μου το φταίξιμο για ότι θ’ ακολουθήσει. Γιατί τότε η εκστρατεία σου δεν θα έχει την έκβαση που θα είχε αν ερχόσουν εγκαίρως και με προλάβαινες ζωντανό».
Μόλις πήρε το μήνυμα ο Σβιατοπόλκ, άφησε το στράτευμά του κι έτρεξε όλο αγωνία στη μονή των Σπηλαίων. Πρόλαβε το μακάριο Πρόχορο στην επιθανάτια κλίνη.
Στην τελευταία του συζήτηση με τον ηγεμόνα, ο όσιος του μίλησε πολύ για την αγάπη, την ελεημοσύνη, τις υποχρεώσεις του απέναντι στο λαό που διοικούσε, κι ακόμη για τη μέλλουσα κρίση, τη μεταθανάτια ζωή, τα αιώνια αγαθά των δικαίων και τ’ ατέλειωτα βάσανα τον αμαρτωλών. Ύστερα του έδωσε συγχώρηση για την αδικία που είχε διαπράξει σε βάρος του, τον ευλόγησε και τον αποχαιρέτησε εγκάρδια. Τέλος, ύψωσε τα τίμια χέρια του στον ουρανό και παρέδωσε γαλήνια το πνεύμα του στα χέρια του Θεού.
Ο Σβιατοπόλκ σήκωσε δακρυσμένος το σώμα του οσίου. Με τη συνοδεία των μοναχών το μετέφερε στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου και το τοποθέτησε στον τάφο. Οι αδελφοί το κήδεψαν με τιμές, ενώ ο ηγεμόνας έφυγε αμέσως για το στρατό του.
Η συνέχεια της εκστρατείας ήταν θριαμβευτική. Ο Σβιατοπόλκ προήλασε ακάθεκτος και συνέτριψε τους Πολόφτσους μέσα στις ίδιες τις περιοχές τους, υποτάσσοντάς τες ολοκληρωτικά κι αιχμαλωτίζοντας πλήθη Βαρβάρων. Ήταν μια νίκη χαρισμένη από το Θεό στο ρωσικό έθνος, με την προσευχή του θεοφιλούς Προχόρου.
Από τότε ο ηγεμόνας, κάθε φορά που ξεκινούσε για εκστρατεία η για κυνήγι, περνούσε από το μοναστήρι των Σπηλαίων για να προσευχηθεί στην εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, να πάρει την ευλογία των πατέρων και να προσκυνήσει τους τάφους των οσίων Αντωνίου, Θεοδοσίου και Προχόρου.
Ο άγιος Πρόχορος και μετά την κοίμησή του, αδιάκοπα φροντίζει για τον ορθόδοξο ρωσικό λαό. Κάνει πολλά θαύματα για να τον ανακουφίση από συμφορές, πείνες, επιδρομές και επιδημίες, πρεσβεύοντας πάντοτε γι’ αυτόν στον πανάγαθο και παντοδύναμο

Όσιος ΝΙΚΩΝ καθηγούμενος της Λαύρας των Σπηλαίων


ΟΤΑΝ Ο ΚΥΡΙΟΣ ευδόκησε να φυτευτή στη Ρωσία το πολύκαρπο δέντρο του μοναχικού βίου από τον όσιο πατέρα μας Αντώνιο, του έδωσε έναν άξιο υποτακτικό και συνασκητή.
Αυτός ήταν ο όσιος Νίκων.
Ο διδάσκαλος Αντώνιος, επιδόθηκε με ζήλο στη μίμησή του, ανεβαίνοντας γοργά τις βαθμίδες της κλίμακας των αρετών. Επιπλέον έδειξε εξαιρετικές ικανότητες μοναχικού ηγέτη και συνετού χειραγωγού των λογικών προβάτων του Χριστού στην ασκητική ζωή.
Τιμημένος από το Θεό με το ιερατικό αξίωμα, ο Νίκων έκειρε με εντολή του οσίου Αντωνίου όσους ζητούσαν με πόθο το αγγελικό σχήμα, μετά από την κανονική δοκιμασία και την κατάλληλη πνευματική προετοιμασία τους.
Τίποτε απολύτως δεν έκανε ο μακάριος Νίκων χωρίς την εντολή ή την ευλογία του γέροντά του. Όλα τα έκανε με πνεύμα απόλυτης υποταγής, υπομένοντας με ανδρεία τους πειρασμούς και διαλύοντας με ταπείνωση και διάκριση τις πλεκτάνες του πονηρού. Αξιώθηκε μάλιστα της μεγάλης τιμής να κείρει με τα χέρια του τον όσιο Θεοδόσιο, το μεγάλο θεμελιωτή της μοναχικής ζωής στη Ρωσία. Έκειρε ακόμη, στα 1062, δυο μεγάλες μορφές της Πετσέρσκαγια, τον επιφανή βογιάρο Βαρλαάμ και τον ευνούχο του ηγεμόνα, Εφραίμ.
Γι’ αυτές όμως τις κούρες υπέμεινε μεγάλη θλίψη. Γιατί ο ηγεμόνας Ιζιασλάβος συγχύστηκε πολύ που έχασε από κοντά του δυο σπουδαία πρόσωπα, δυο χρήσιμους συνεργάτες και θύμωσε με τους οσίους. Διέταξε να φέρουν μπροστά του εκείνον που τόλμησε να τους κάνη μοναχούς.
Σε λίγο ο Νίκων οδηγήθηκε στον ηγεμόνα. Εκείνος τον κοίταξε με περισσή οργή και φώναξε:
– Εσύ καλόγερε, τόλμησες να κάνης σαν κι εσένα το βογιάρο και τον ευνούχο μου;
Ναι, εγώ, με την εντολή του οσίου πατέρα μου και την ευλογία του ουράνιου Βασιλιά Ιησού Χριστού, που τους κάλεσε σ’ αυτό το δρόμο της ασκήσεως, αποκρίθηκε ο όσιος ήρεμα και θαρρετά.
Ο ηγεμόνας άναψε και κοκκίνισε από μανία.
Άκου να σου πω, ούρλιαξε, ή θα τους πείσεις να γυρίσουν πίσω ή θα στείλω κι εσένα και τους συντρόφους σου στην εξορία! Και το σπήλαιό σας θα το κατασκάψω.
Ό,τι θέλεις κάνε, άρχοντα μου. Εγώ πάντως δεν έχω εξουσία ν’ αποσπώ τους στρατιώτες του ουράνιου Βασιλιά από κοντά Του!
Αυτά είπε ο μακάριος Νίκων κι έφυγε από το παλάτι του ηγεμόνα.
Μετά από το επεισόδιο αυτό, οι αδελφοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το σπήλαιο και να φύγουν μακριά, σ’ άλλο τόπο, όπου δεν θα έφτανε η ηγεμονική οργή. Τότε ο μέγας Νίκων πήγε στο Τμουταρακάν κι εκεί, κοντά στην πολίχνη, βρήκε έναν έρημο τόπο, όπου εγκαταστάθηκε. Επιδόθηκε αμέσως σε σκληρούς ασκητικούς αγώνες, ζώντας με σιωπή, «μόνος μόνω τω Θεώ προσευχόμενος», προσθέτοντας καθημερινά κόπους στους κόπους και ασκήσεις στις ασκήσεις. Δεν άργησε να γίνει γνωστή η παρουσία του και ν’ απλωθεί η φήμη του σ’ ολόκληρη την περιοχή. Η ορθόδοξη χριστιανική πίστη δεν είχε ακόμη στερεωθεί εκεί και η μοναχική ζωή ήταν τελείως άγνωστη.
Σιγά-σιγά οι κάτοικοι άρχισαν να πλησιάζουν τον όσιο και να εντυπωσιάζονται από την παράξενη γι’ αυτούς ζωή του. Εκείνος τότε, για τη δόξα του Κυρίου, έλυνε τη σιωπή του και τους μιλούσε για τον αληθινό Τριαδικό Θεό και την αγία ορθόδοξη πίστη. Όλοι σαγηνεύονταν από τη σοφία, τη γνώση και την αγιότητά του, μετανοούσαν και δόξαζαν τον Κύριο με τη ζωή και τα έργα τους.
Αργότερα, ορισμένοι ζήτησαν από τον όσιο να τους κάνη μοναχούς. Κι εκείνος, αφού τους δοκίμαζε και τους νουθετούσε, τους έκειρε. Έτσι μπήκαν οι βάσεις για την κατοπινή ανέγερση της μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου, που έγινε σπουδαίο μοναστικό κέντρο, ισάξιο της μονής των Σπηλαίων. Μετά το θάνατο του ηγεμόνα του Τμουταρακάν Ροστισλάβου Βλαντιμίροβιτς, οι κάτοικοι της χώρας παρακάλεσαν τον όσιο Νίκωνα, στον οποίο έτρεφαν απεριόριστη εμπιστοσύνη και αφοσίωση, να πάει στον ηγεμόνα του Τσερνιγώφ Σβιατοσλάβο Γιαροσλάβιτς και να ζητήσει το γιο του Γκλέμπ, για την ηγεμονία του Τμουταρακάν.
Ο όσιος εκτέλεσε μ’ επιτυχία τη διακονία που του ανέθεσε το ποίμνιό του.
Επιστρέφοντας μαζί με τον πρίγκιπα Γκλέμπ Σβιατοσλάβιτς, πέρασε από το Κίεβο κι επισκέφθηκε τη μονή των Σπηλαίων. Όταν ο μακάριος ηγούμενος Θεοδόσιος αντίκρισε, μετά από τόσα χρόνια, τον παλιό συνασκητή του, σκίρτησε από χαρά. Έπεσαν κι οι δυο στη γη κι έβαλαν βαθιά μετάνοια ο ένας στον άλλον. Ύστερα αγκαλιάστηκαν κλαίγοντας από συγκίνηση και κάθισαν παράμερα να συζητήσουν. Είχαν τόσα να πουν…
Όταν ο μέγας Νίκων μετά από ώρα πολλή ετοιμάστηκε να φύγει, ο μακάριος Θεοδόσιος ξέσπασε πάλι σε λυγμούς και τον παρακαλούσε να παραμείνει στα Σπήλαια, για να συνεχίσουν μαζί την επίγεια ασκητική οδοιπορία τους.
– Πρέπει να πάω, είπε ο Νίκων, να ρυθμίσω ό,τι αφορά το μοναστήρι μου. Έπειτα, αν είναι θέλημα Θεού, θα επιστρέψω.
Πράγματι, ο όσιος πήγε στο Τμουταρακάν με τον πρίγκιπα Γκλέμπ, όπου εκείνος ανέλαβε την ηγεμονία της χώρας. Ο ίδιος φρόντισε να τακτοποίηση μ’ επιμέλεια τα της μονής του και κατόπιν, σύμφωνα με την υπόσχεσή του, γύρισε στην Πετσέρσκαγια κοντά στον όσιο Θεοδόσιο. Υποτάχθηκε με ταπείνωση στον άγιο ηγούμενο κι εκτελούσε με ακρίβεια όλες του τις εντολές, νεκρώνοντας το δικό του θέλημα. Και ο μακάριος Θεοδόσιος, όταν χρειαζόταν να λείψει από τη μονή, άφηνε σαν αντικαταστάτη του, στη διαποίμανση της αδελφότητας το Νίκωνα, σαν αρχαιότερο, εμπειρότερο και αγωνιστικώτερο όλων.
Πολλές φορές ο όσιος Νίκων, που γνώριζε την τέχνη της βιβλιοδεσίας, έραβε και έδενε βιβλία. Τότε ο Θεοδόσιος καθόταν ταπεινά δίπλα του, αν και ήταν ηγούμενος και του ετοίμαζε τους σπόγγους που χρειαζόταν για το εργόχειρό του. Την ώρα εκείνη, αλλά και σε άλλες ευκαιρίες, οι δυο όσιοι μάζευαν γύρω τους τους αδελφούς και τους νουθετούσαν με πνευματικές διδαχές και ασκητικούς λόγους.
Αργότερα όμως ξέσπασε η γνωστή μας διαμάχη ανάμεσα στους τρεις αδελφούς ηγεμόνες του Κιέβου Ιζιασλάβο, του Τσερνιγώφ Σβιατοσλάβο και του Περεγιασλάβ Βσέβολοντ. Η διαμάχη εκείνη δημιούργησε στην περιοχή μεγάλη αναταραχή, που ανάγκασε το φιλέρημο και φιλήσυχο Νίκωνα ν’ αναχωρήσει πάλι από την Πετσέρσκαγια μαζί με δύο μοναχούς. Γύρισε στο Τμουταρακάν, όπου έζησε μερικά χρόνια με τον ίδιο ασκητικό ζήλο.
Όταν έμαθε ότι ειρήνευσε ο τόπος του Κιέβου, ο μακάριος πήρε πάλι το δρόμο για τη Λαύρα. Φτάνοντας όμως εκεί διαπίστωσε πως ο όσιος Θεοδόσιος δεν ήταν πια στη ζωή. Ηγούμενος ήταν τώρα ο φιλόθεος Στέφανος.
Ο Νίκων αποφάσισε να τελειώσει τον επίγειο βίο του στη μονή της μετανοίας του. Έμεινε λοιπόν εκεί, κι επισκεπτόταν συχνά τον τάφο του οσίου Θεοδοσίου, λούζοντάς τον κάθε φορά με καυτά δάκρυα χαρμολύπης. Λύπης, γιατί αποχωρίστηκε τον αγαπημένο του πνευματικό αδελφό. Και χαράς, γιατί ήταν βέβαιος πως αναπαυόταν τώρα μέσα στα χέρια του Θεού.
Όταν με συνεργία του πονηρού ορισμένοι αδελφοί δημιούργησαν αναταραχή στην αδελφότητα και απομάκρυναν το μακάριο Στέφανο από την ηγουμενία της μονής, ηγούμενος αναδείχθηκε ο όσιος Νίκων.
Με διάκριση και σοφία αγωνίστηκε ο μακάριος να φέρει την ειρήνη και την ομόνοια στην αδελφότητα. Και το κατόρθωσε με μεγάλο κόπο, πολλή υπομονή και περισσότερη προσευχή. Οι αδελφοί, αναγνωρίζοντας την ακεραιότητα, τη σύνεση και την αγιότητά του, ησύχασαν και υποτάχθηκαν σ’ αυτόν, σαν σε φωτισμένο πατέρα, διδάσκαλο και πνευματικό οδηγό.
Πολλές φορές ο μοχθηρός διάβολος προσπάθησε να δημιουργήσει νέα σκάνδαλα και να βάλει εμπόδια στην ανύστακτη φροντίδα του οσίου να καθοδηγεί στο δρόμο της σωτηρίας τις ψυχές που του εμπιστεύθηκε ο Κύριος. Οι σκοτεινοί σκοποί του όμως δεν μπορούσαν να σβήσουν το φως των αρετών του πιστού δούλου του Θεού.
Στα χρόνια της ηγουμενίας του μεγάλου Νίκωνος, έγινε με τρόπο θαυμαστό η αγιογράφηση της εκκλησίας των Σπηλαίων από Έλληνες αγιογράφους, σταλμένους από την Κυρία Θεοτόκο, όπως είδαμε πιο πάνω στη σχετική διήγηση.
Τέλος, το έτος 1088, όταν ηγεμόνας στο Κίεβο ήταν ο Βσέβολοντ Γιαροσλάβιτς, ο όσιος Νίκων παρέδωσε την ψυχή του «εν χειρί Θεού».
Κηδεύτηκε στη μονή των Σπηλαίων, όπου μέχρι σήμερα το τίμιο σκήνωμά του αναπαύεται άφθορο και ακέραιο, τιμημένο με τη δόξα και τη χάρη του Θεού και επιτελεί πολλά θαύματα..

Όσιος ΝΙΚΩΝ Σουχόι


ΜΙΜΝΗΣΚΕΣΘΕ των δέσμιων ως συνδεδεμένοι, των κακουχουμένων ως και αυτοί όντες εν σώματι», προέτρεπε ο δέσμιος του Χριστού απόστολος Παύλος τους εξ Ιουδαίων χριστιανούς. Και η προτροπή του μας φέρνει στο νου τα δεσμά και τις κακουχίες του μακαρίου δεσμώτη Νίκωνος.
Ο φιλόχριστος Νίκων καταγόταν από την πόλη του Κιέβου και προερχόταν από οικογένεια πλούσια και αρχοντική. Περιφρόνησε όμως και πλούτη και δόξα, προτιμώντας «τον ονειδισμόν του Χριστού».
Ήρθε στο μοναστήρι των Σπηλαίων κι έγινε γρήγορα ένας από τους πιο αγωνιστές μοναχούς. Ελευθέρωσε το νου του από κάθε κοσμικό λογισμό κι έκλινε τον τράχηλο στη σωτήρια «αιχμαλωσία» της υπακοής.
Όταν έκαναν την επιδρομή στη ρωσική γη οι Πολόφτσοι, αιχμαλώτισαν, εκτός από τον όσιο Ευστράτιο και το μακάριο Νίκωνα. Σιδηροδέσμιο τον οδήγησαν στη χώρα τους και τον φυλάκισαν μαζί με άλλους πολλούς χριστιανούς.
Όταν έπαψαν οι εχθροπραξίες κι έγινε ανακωχή, κάποιος φιλάνθρωπος από το Κίεβο ήρθε με χρυσάφι, ζητώντας από τους Πολόφτσους την εξαγορά αιχμαλώτων. Ζήτησε τον όσιο Νίκωνα από τους πρώτους, σ’ ένδειξη σεβασμού προς το μοναχικό του σχήμα. Αλλά ο όσιος δεν αποδέχθηκε τη φιλάνθρωπη προσφορά του χριστιανού.
– Σ’ ευχαριστώ, αδελφέ μου, του είπε. Ο Κύριος να σ’ ευλογεί για την αγάπη σου. Αλλά δεν έχω ανάγκη εγώ την εξαγορά σου. Ελευθέρωσε με τα χρήματα σου άλλους αιχμαλώτους.
Ο καλός άνθρωπος σκέφτηκε ότι ο όσιος περιμένει την εξαγορά του από τους πλούσιους συγγενείς του, γι’ αυτό και δεν επέμεινε. Πλήρωσε για άλλους, τους ελευθέρωσε και γύρισε μαζί τους στο Κίεβο.
Εκεί βρήκε τους συγγενείς του οσίου και τους πληροφόρησε για την κατάστασή του και τον τόπο της αιχμαλωσίας του.
Χωρίς καθυστέρηση εκείνοι ήρθαν στη χώρα των Πολόφτσων με πολύ χρυσάφι, για να ζητήσουν την απελευθέρωσή του. Μόλις όμως τους είδε ο αιχμάλωτος είπε:
— Μην ξοδεύετε άδικα την περιουσία σας. Αν ο Κύριος ήθελε να είμαι ελεύθερος, δεν θα με παρέδιδε στα χέρια των βαρβάρων. Εκείνος στέλνει τις ευεργεσίες, εκείνος παραχωρεί και τις δοκιμασίες. «Ει δε τα αγαθά εδεξάμεθα εκ χειρός Κυρίου, τα κακά ουχ υποίσομεν;».
Μάταια προσπάθησαν οι συγγενείς του οσίου να τον μεταπείσουν. Μάταια τον ικέτευσαν. Μάταια έκλαψαν. Ο δούλος του Θεού ήταν ανυποχώρητος. Στο τέλος, οργισμένοι από τη στάση του, τον επέπληξαν αυστηρά κι έφυγαν για το Κίεβο άπρακτοι.
Οι Πολόφτσοι τότε, βλέποντας ότι εξαιτίας της αρνήσεως του σκλάβου μοναχού στερήθηκαν μεγάλο πλούτο, έγιναν θηρία από την οργή. Για να τον εκδικηθούν άρχισαν άσπλαχνα να τον βασανίζουν.
Επί τρία χρόνια τον μαστίγωναν, τον έκαιγαν, τον ράβδιζαν, τον έσκιζαν με κοφτερά μαχαίρια. Και σαν έφτανε στα πρόθυρα του θανάτου, τον άφηναν για λίγο να συνέλθει κι έπειτα άρχιζαν πάλι τα βασανιστήρια. Τροφή και νερό του έδιναν μέρα παρά μέρα ή κάθε τρεις ημέρες. Όταν δεν τον βασάνιζαν, τον έδεναν χειροπόδαρα με βαριές σιδερένιες αλυσίδες. Το καλοκαίρι τον άφηναν να λιώνει κάτω από τον κοφτερό ήλιο. Και το χειμώνα τον έβγαζαν στο χιόνι και μελάνιαζε ολόκληρος από την παγωνιά.
Παρά τα φοβερά του μαρτύρια όμως, ο γενναίος στρατιώτης του Χριστού είχε το κουράγιο να εμψυχώνει και να στηρίζει τους συναιχμαλώτους του.
Με τη χάρη του Θεού μάλιστα επιτέλεσε εξαίσια θαύματα για την ανακούφιση τους. Δυο χαρακτηριστικά απ’ αυτά θ’ αναφέρουμε.
Κάποτε αρρώστησαν κι έπεσαν κάτω σχεδόν όλοι οι αιχμάλωτοι από την πείνα και τις κακουχίες. Έφτασαν οι περισσότεροι κοντά στο θάνατο. Όταν ζήτησαν τροφή από τους ειδωλολάτρες δεσμοφύλακες, τους έφεραν ειδωλόθυτα για να τους μιάνουν. Ο όσιος με πύρινους λόγους τους έδωσε θάρρος, αποτρέποντας τους από το μολυσμό. Έπειτα έπεσε σε θερμή προσευχή. Και σε λίγο έγινε το θαύμα! Όλοι οι ως τότε ανήμποροι σηκώθηκαν όρθιοι, νιώθοντας υγιείς και ακμαίοι, χορτάτοι και δυνατοί, κι ας μην είχαν φάει ή πιει τίποτα. Και σε λίγο καιρό έδωσε ο Θεός και απελευθερώθηκαν όλοι με εξαγορά. Άλλοτε πάλι συνέβη ν’ αρρωστήσει βαριά ο αρχιδεσμοφύλακας των αιχμαλώτων. Καταλαβαίνοντας ότι πλησιάζει το τέλος του, κάλεσε τη γυναίκα και τα παιδιά του και τους έδωσε εντολή να σταυρώσουν τον καλόγερο Νίκωνα πάνω από τον τάφο του. Νόμιζε ο ανόητος ειδωλολάτρης ότι μ’ αυτή τη φρικτή ανθρωποθυσία, θα εξευμένιζε τα δαιμόνια, που λάτρευε σαν θεούς.
Ο όσιος το πληροφορήθηκε. Και προβλέποντας τη μελλοντική μετάνοια του βαρβάρου, όπως θα δούμε παρακάτω, προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο να τον θεραπεύσει. Πράγματι, την ίδια ώρα ο Πολόφτσος έγινε καλά και σηκώθηκε από την κλίνη, όπου ήταν κατάκοιτος. Βυθισμένος όμως όπως ήταν στο σκοτάδι της ειδωλολατρίας, δόξασε τα δαιμόνια νια τη θεραπεία του!
Έπειτα συνέχισε όπως πρώτα ν’ απειλή και να προτρέπει τον όσιο:
— Ειδοποίησε, ανόητε, τους συγγενείς σου, να φέρουν πολύ χρυσάφι και να σε γλιτώσουν από τα χέρια μας. Ειδοποίησέ τους, γιατί αλλιώς θα βρεις πικρό και οδυνηρό θάνατο!
– Ο Κύριος θα με λυτρώσει δωρεάν από τ’ άνομα χέρια σας, αποκρίθηκε ειρηνικά ο όσιος. Ο αδελφός μου Ευστράτιος, που τον πουλήσατε στους Εβραίους κι εκείνοι τον σταύρωσαν, ήρθε και με πληροφόρησε για τη σύντομη απελευθέρωσή μου. «Με τις προσευχές των οσίων πατέρων μας Αντωνίου και Θεοδοσίου», μου είπε, «σε τρεις ημέρες θα βρίσκεσαι στο μοναστήρι των Σπηλαίων».
Οι Πολόφτσοι δεν κατάλαβαν τη σημασία των λόγων του οσίου. Ο αρχιδεσμοφύλακας νόμισε πως ο αιχμάλωτος είχε την πρόθεση να δραπετεύσει. Για να εμποδίσει λοιπόν την απόδρασή του, τράβηξε το ξίφος και του κατάφερε αλλεπάλληλα χτυπήματα στα πόδια. Ποτάμι άρχισε να τρέχει το αίμα από τις κομμένες φλέβες του γενναίου Νίκωνος, που υπέμεινε το μαρτύριο χωρίς την παραμικρή κραυγή πόνου. Πριν φύγει ο αιμοβόρος βάρβαρος άφησε ισχυρή φρουρά για τη φύλαξή του. Ήταν έτσι βέβαιος ότι δεν θα μπορούσε να δραπέτευση.
Πέρασαν τρεις ημέρες. Ο φιλάνθρωπος Θεός είχε σταματήσει την αιμορραγία από τα πόδια του αθλοφόρου, αλλά οι πληγές ήταν φρικτές και η μετακίνηση του αδύνατη.
Ξαφνικά, γύρω στο μεσημέρι, οι οπλισμένοι στρατιώτες έχασαν τον όσιο από τα μάτια τους. Είχε γίνει αόρατος! Άκουγαν για λίγο τη φωνή του μόνο να ψέλνει: —Πάσα πνοή αινεσάτω τον Κύριον!… Αινείτε τον Κύριον εκ των ουρανών!…
Σε λίγο όμως δεν άκουγαν ούτε τη φωνή. Ο όσιος είχε φύγει μακριά! Μεταφέρθηκε αυτοστιγμεί αόρατα στην εκκλησία της Κυρίας Θεοτόκου των Σπηλαίων!
Την ώρα εκείνη οι πατέρες τελούσαν τη Θεία Λειτουργία κι έψελναν τα Τυπικά. Σαν είδαν ξάφνου μπροστά τους το μακάριο Νίκωνα, τα έχασαν. Διέκοψαν την ψαλμωδία και τον περικύκλωσαν σαστισμένοι. Με δέος και έκπληξη τον ρωτούσαν:
— Αδελφέ, πως βρέθηκες εδώ; Σε είχαμε για χαμένο. Πως ήρθες; Τι συνέβη;
Βροχή έπεφταν οι ερωτήσεις επάνω στον όσιο. Εκείνος στην αρχή σιωπούσε, μη θέλοντας ν’ αποκάλυψη το θαύμα. Πως να το κρύψει όμως, όταν οι αδελφοί τον έβλεπαν δεμένο με τα σιδερένια δεσμά, με το σώμα καταπληγωμένο και κυρτωμένο από τις ταλαιπωρίες και την ασιτία, με τα κατακομμένα πόδια;
Όλοι οι πατέρες συνέχισαν να τον ικετεύουν.
— Σ’ εξορκίζουμε αδελφέ, πες μας όλη την αλήθεια. Μη μας κρύψεις τίποτα, για να δοξάσουμε το Θεό και να τιμήσουμε τα θαυμαστά έργα Του!
Τότε ο όσιος διηγήθηκε όλα όσα του συνέβησαν στα χρόνια της αιχμαλωσίας. Παρακάλεσε όμως τους αδελφούς να μην του βγάλουν τα δεσμά, αλλά να τον αφήσουν να τελειώσει μ’ αυτά την επίγεια ζωή του.
Αλλά επενέβη ο ηγούμενος.
– Αδελφέ, είπε, αν ο Κύριος ήθελε να σε βλέπει μέσα σ’ αυτά τα δεσμά, δεν θα σ’ ελευθέρωνε θαυματουργικά από την αιχμαλωσία. Κάνε λοιπόν υπακοή και βγάλ’ τα.
Ο όσιος δεν έφερε αντίρρηση. Τα μαρτυρικά εκείνα σίδερα μεταφέρθηκαν στην εκκλησία. Αργότερα τα έλιωσαν και τα χρησιμοποίησαν για την κατασκευή βοηθητικών σκευών του ιερού βήματος.
Πέρασε πολύς καιρός. Με τους Πολόφτσους υπογράφθηκε συνθήκη ειρήνης. Πολλοί βάρβαροι ασπάστηκαν τότε την αγία πίστη του Χριστού και βαπτίστηκαν. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και ο Πολόφτσος, εκείνος που κατέκαψε τα πόδια του μακαρίου Νίκωνος.
Όταν ήρθε κάποτε στη μονή των Σπηλαίων για να προσκυνήσει, είδε το γερασμένο πια όσιο και τον αναγνώρισε.
Πήγε αμέσως στον ηγούμενο. Με δάκρυα μετανοίας και συντριβής του διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια την ανόσια συμπεριφορά του απέναντι στον άγιο του Θεού και ζήτησε συγχώρηση για τις μεγάλες αμαρτίες που είχε διαπράξει τότε που αγνοούσε την αλήθεια. Ο ηγούμενος δόξασε το Θεό και αφού παρηγόρησε τον Πολόφτσο με συμβουλές και νουθεσίες, του είπε να γυρίσει στον τόπο του.
Εκείνος όμως δεν θέλησε να φύγει πια από το μοναστήρι! Έπεσε στα πόδια του ηγουμένου και τον παρακαλούσε με θρήνους να τον δεχτή και να τον συγκαταλέξει στη χορεία των πατέρων της μονής, κάνοντάς τον μοναχό.
Συγκινημένος ο ηγούμενος τον κράτησε, τον δοκίμασε αρκετό χρόνο και, αφού τον έκρινε άξιο, του έδωσε το άγιο αγγελικό σχήμα.
Ο Πολόφτσος τελείωσε με μετάνοια την επίγεια ζωή του, υπηρετώντας με αξιοθαύμαστη αυταπάρνηση την αδελφότητα και ιδιαίτερα τον ανήμπορο πρώην αιχμάλωτό του όσιο Νίκωνα.
Στη μνήμη των πατέρων της Λαύρας, ο μακάριος Νίκων έμεινε με την επωνυμία «σουχόι», δηλαδή ξηρός, γιατί από την ασιτία, τη δίψα, τις κακουχίες, τα τραύματα και τις αιμορραγίες, αποστεώνθηκε και στέγνωσε, «επάγη δέρμα αυτού επί τα οστέα αυτού, εξηράνθη, εγεννήθη ώσπερ ξύλον», κατά τον προφήτη Ιερεμία.
Έτσι σχεδόν εξαϋλωμένος και ασώματος ο όσιος, πολιτευόταν σαν άγγελος πάνω στη γη, φλεγόμενος από αγάπη στο Θεό και λάμποντας σαν ήλιος ακτινοβόλος σ’ όλη τη ρωσική γη.
Μετά τη μακαριά κοίμηση του οσίου Νίκωνος, το σεπτό λείψανό του, παρέμεινε αμάραντο και άφθαρτο, περιβεβλημένο τη δόξα τ’ ουρανού.
Αυτή η δόξα περιβάλλει μέχρι σήμερα το τίμιο σκήνωμα, που παραμένει στο σπήλαιο της Λαύρας, μαρτυρώντας με ιάσεις και ποικίλα θαύματα, τη μακαριότητα που απολαμβάνει στις ουράνιες μονές η ψυχή του αγίου Νίκωνος, κοντά στο Δεσπότη Χριστό.

Όσιος ΝΙΚΟΛΑΟΣ Σβιατόσα πρίγκιπας του Τσερνιγώφ.


ΠΑΝΤΑ ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ουχ υπάρχει μετά θάνατον ου παραμένει ο πλούτος, ου συνοδεύει η δόξα• επελθών γαρ ο θάνατος, ταύτα πάντα εξηφάνισται».
Αυτή την αλήθεια κατανόησε βαθιά ο ευσεβής πρίγκιπας Νικόλαος Σβιατόσα, γι’ αυτό άφησε τον ηγεμονικό πλούτο και την πριγκιπική δόξα και «εξελέξατο την αγαθήν μερίδα» της μοναχικής ζωής.
Ο πρίγκιπας Νικόλαος ήταν γιος του ηγεμόνα του Τσερνιγώφ, Δαβίδ Σβιατοσλάβιτς και εγγονός του μεγάλου ηγεμόνα του Κιέβου Σβιατοσλάβου Παροσλάβιτς, που στα χρόνια του θεμελιώθηκε η αγία εκκλησία των Σπηλαίων.
Πυρπολημένος από τον έρωτα του Θεού και φλογισμένος από τον πόθο της βασιλείας των ουρανών, ο σοφός Νικόλαος ήρθε στη μονή, ξεντύθηκε τα πολύτιμα πριγκιπικά φορέματα και ντύθηκε με χαρά το ταπεινό τρίχινο μοναχικό ένδυμα.
Δεν έγινε όμως μοναχός μόνο κατά την εξωτερική εμφάνιση, όπως – αλίμονο! – γίνονται άλλοι.
Από την αρχή διακρίθηκε στην αρετή της υπακοής. Αν και πριγκιπόπουλο, ποτέ δεν παρατηρήθηκε για ανυπακοή ή αναλογία ή Ιδιοτροπία ή θέλημα. Διακονούσε στο μαγειρείο της μονής, βοηθώντας τους μαγείρους πρόθυμα κι ακούραστα στις πιο σκληρές δουλειές. Με τα χέρια του έκοβε κάθε μέρα τα ξύλα για το μαγείρεμα και τα κουβαλούσε στους ώμους από την όχθη του ποταμού μέχρι το μοναστήρι.
Όταν οι κατά σάρκα αδελφοί του, πρίγκιπες Ιζιασλάβος και Βλαδίμηρος, πληροφορήθηκαν τους κόπους του αδελφού τους, πήγαν στον ηγούμενο και τον παρακάλεσαν να του αναθέσει ελαφρότερη εργασία.
Ο ευλογημένος Νικόλαος όμως ούτε να τ’ ακούσει δεν ήθελε. Πρώτα επέπληξε αυστηρά τους αδελφούς του για την ανάρμοστη ανάμιξή τους στα εσωτερικά της μονής. Κι έπειτα έπεσε στα πόδια του ηγουμένου και τον παρακάλεσε με δάκρυα να τον αφήσει τουλάχιστον ένα χρόνο ακόμη στο κοπιαστικό διακόνημα του βοηθού του μαγειρείου.
Πράγματι, τον άφησαν όχι ένα αλλά τρία χρόνια σ’ αυτή την υπηρεσία, όπου εργάστηκε με ταπείνωση, προσοχή κι επιμέλεια. Έπειτα του ανέθεσαν το διακόνημα του πορτάρη, όπου έμεινε άλλα τρία χρόνια χωρίς ν’ απομακρύνεται ποτέ από την πύλη της μονής, παρά μόνο για να πάει στην εκκλησία. Κι από δω τον έστειλαν να διακονήσει στην τράπεζα.
Μετά από πολύχρονη άσκηση στην υπακοή, ο ηγούμενος τον συμβούλεψε ν’ απομονωθεί πια στο κελί του και ν’ αγωνιστή στην ησυχία για τη σωτηρία του. Σαν γνήσιο τέκνο της υπακοής ο μακάριος Νικόλαος κλείστηκε στο κελί του, όπου μοίραζε το χρόνο του ανάμεσα στην προσευχή και την εργασία. Ποτέ δεν έμενε αργός. Την ώρα που τα χέρια του ήταν απασχολημένα με το εργόχειρο, τα χείλη του ψιθύριζαν με κατάνυξη την ευχή του Ιησού: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με!».
Εκτός από τη λιτή τροφή της κοινής μοναστηριακής τραπέζης, ο όσιος τίποτε άλλο δεν έβαζε στο στόμα του όλη την ημέρα. Κι αν αποκτούσε κάτι υλικό – τρόφιμα ή χρήματα ή αντικείμενα – φρόντιζε ν’ απαλλαγή αμέσως από το βάρος του, δίνοντάς το στους φτωχούς. Με την ευλογία μάλιστα του ηγουμένου, μοίραζε πάντοτε ένα μέρος του μόχθου του σ’ όσους είχαν ανάγκη. Οι φτωχοί κάτοικοι της περιοχής του Κιέβου έβλεπαν στο πρόσωπό του ένα συμπαραστάτη, ευεργέτη και αδελφό.
Μαζί με το φιλόχριστο Νικόλαο είχε έρθει στο μοναστήρι και ένας αδελφικός του φίλος, γιατρός άριστος. Ονομαζόταν Πέτρος και ήταν Σύρος. Βαθιά αγάπη συνέδεε τον Πέτρο με το Νικόλαο. Γι’ αυτό, όπως ήταν αχώριστοι στον κόσμο, έτσι θέλησαν να είναι και στην πνευματική παλαίστρα του μοναστηρίου.
Δυστυχώς όμως ο Πέτρος δεν έμεινε εδώ για πολύ. Βλέποντας τις κακοπάθειες του φίλου και κυρίου του, βλέποντας το πριγκιπόπουλο, που ζούσε πρώτα αμέριμνα μέσα σε ηγεμονικά παλάτια ν’ ασκείται σκληρά στο στάδιο της υπακοής και της εκούσιας πτώχειας, έφυγε λυπημένος από τη μονή. Πήγε στο Κίεβο και ασκούσε το επάγγελμα του γιατρού.
Πολλές φορές, ωστόσο, ήρθε στη Λαύρα, ξεμονάχιαζε τον όσιο και του έλεγε:
– Αδελφέ και κύριε μου! Γιατί δεν φροντίζεις για την υγεία σου; Γιατί ταλαιπωρείς τη σάρκα σου με τόσους κόπους και νηστείες; Μ’ αυτά που κάνεις, δεν θα μπόρεσης να σηκώσεις μέχρι τέλους το ζυγό του Χριστού. Ο Θεός δεν ζητά υπέρμετρη εγκράτεια και άσκηση, αλλά μόνο καρδιά καθαρή και ταπεινή. Εσύ όμως δουλεύεις στους καλόγερους σαν αγορασμένος δούλος. Ούτε μαθημένος είσαι σε τέτοια ζωή, ούτε αξιοπρεπές είναι για ένα πρίγκιπα σαν εσένα, ν’ ασχολείται με τόσο ταπεινωτικές δουλειές. Τ’ αδέλφια σου, ο Ιζιασλάβος και ο Βλαδίμηρος, είναι απαρηγόρητοι για το κατάντημά σου. Ήσουν πλούσιος και δοξασμένος και κατάντησες πάμπτωχος, ταπεινός και άσημος. Οι βογιάροι, που μέχρι χθες ήταν υποτακτικοί σου, κατοικούν σε παλάτια κι έχουν όλα τα καλά, ενώ εσύ, ο κύριός τους, μένεις μέσα σ’ ένα σκοτεινό κελί και στερείσαι τα πάντα. Ποιος από τους Ρώσους πρίγκιπες ταπεινώθηκε ποτέ τόσο; Μήπως ο πατέρας σου Δαβίδ ή ο παππούς σου Σβιατοσλάβος; Κύριέ μου, άκουσε με και μετρίασε τις ασκήσεις σου, αλλιώς θα πεθάνεις πριν την ώρα σου!
— Αδελφέ μου, απαντούσε στις προτροπές του Πέτρου ο όσιος. Όλα όσα μου Λες τα έχω σκεφτεί. Μάθε όμως ότι δεν πρέπει να Λυπάται κανείς τη σάρκα του, για να μην ξεσηκωθούν τα πάθη και καταστροφή η ψυχή. Είπες ότι ο Θεός δεν ζητάει τόσο εγκράτεια και σωματικές ασκήσεις, όσο καρδιά καθαρή και ταπεινή. Αυτό είναι σωστό. Αλλά πως θα καθαριστή και θα ταπεινωθεί η καρδιά χωρίς την άσκηση, τη νηστεία, την κακοπάθεια; Αυτός είναι ο μόνος δρόμος για την κάθαρση και τη σωτηρία. Κι όσοι δεν τον ακολούθησαν, «καταλιπόντες ευθείαν οδόν επλανήθησαν», κατά τον απόστολο. Ας κοπιάζει το σώμα. Ας αδυνατίζει. Ας αρρωσταίνει. «Η γαρ δύναμής μου εν ασθενεία τελειούται», λέει ο απόστολος. Άλλωστε, «ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς». Χωρίς νηστεία και χωρίς κόπο, αδελφέ μου, δεν θα ‘χουμε μερίδα στη μελλοντική δόξα των αγίων. Η νηστεία είναι η μητέρα της αγνείας και καθαρότητας. και ο κόπος, ο πατέρας της ταπεινώσεως. «Εταπεινώθη εν κόποις η καρδία αυτών», λέει ο ψαλμωδός. Γι’ αυτό κι εγώ δοξάζω το Θεό που μ’ ελευθέρωσε από τα κοσμικά δεσμά και μ’ έκανε δούλο των δούλων Του, δηλαδή αυτών των μακαρίων μοναχών. Τι ήμουν; Πρίγκιπας. Και τώρα τι κάνω; Υπηρετώ τον ουράνιο «Βασιλέα των βασιλέων». Ποιο από τα δυο είν’ ανώτερο; Όσο για τ’ αδέλφια μου, δεν τους άφησα την εξουσία και την περιουσία μου; Ας ασχοληθούν μ’ αυτά, αφού τους σαγηνεύουν τόσο πολύ και ας κοιτάξουν τον εαυτό τους. Εγώ «ηγούμαι πάντα… σκύβαλα είναι ίνα Χριστόν κερδήσω». Αλλά κι εσύ, γιατί μέμφεσαι τη νηστεία και την εγκράτειά μου; Μήπως, σαν γιατρός που είσαι, δεν συνιστάς στους ασθενείς σου ν’ αποφεύγουν μερικά φαγητά, για να θεραπεύσουν τις σωματικές τους παθήσεις; Αυτό κάνω κι εγώ για να θεραπεύσω τα ψυχικά μου πάθη. Κι αν το σώμα μου καταβληθεί και πεθάνει πρόωρα για χάρη του Χριστού, κέρδος μου θα είναι. Και γιατί με θεωρείς κατώτερο από τους Βογιάρους που απολαμβάνουν γήινη και προσωρινή δόξα, αφού εγώ, αν με σώσει με το έλεός Του ο Θεός, θα συμβασιλεύσω μαζί Του στον ουρανό αιώνια; Όσο για τους άλλους Ρώσους πρίγκιπες, δεν μ’ ενδιαφέρει που κανείς τους δεν ακολούθησε το δικό μου δρόμο. Μακάρι να μιμηθούν το παράδειγμα μου… Αλλ’ αρκετά μίλησα. Μυαλό έχεις και σκέψου μόνος σου τα υπόλοιπα. Τα ίδια να πεις και σ’ εκείνους που σε δασκάλεψαν.
Από τις στερήσεις και τους κόπους συνέβαινε ν’ αρρωσταίνει κατά καιρούς ο μακάριος Νικόλαος. Όταν το μάθαινε ο Πέτρος, του έστελνε διάφορα θεραπευτικά βότανα. Μα ο όσιος ποτέ δεν τα χρησιμοποιούσε. Πάντοτε γινόταν καλά με τη βοήθεια του Θεού, που του προσφερόταν πλούσια μετά από τις θερμές του προσευχές.
Συνέβη όμως κάποτε ν’ αρρωστήσει και ο γιατρός. Ο όσιος το πληροφορήθηκε και του έστειλε μήνυμα: «Μην πιεις κανένα φάρμακο. Ζήτησε την ίαση από τον Κύριο και πολύ γρήγορα θα γίνεις καλά. Αν δεν μ’ ακούσης, θα υποφέρεις πολύ».
Ο Πέτρος υποσχέθηκε να υπακούσει. Κρυφά όμως παρασκεύασε ο ολιγόπιστος ένα φαρμακευτικό μίγμα και το ήπιε. Αλλά μάταια περίμενε τη θεραπεία του. Αντίθετα, χειροτέρεψε τόσο, που κινδύνεψε να πεθάνει. Μόνο οι εκτενείς προσευχές του οσίου τον γλίτωσαν. Έτσι πήρε ένα καλό μάθημα.
Όταν αργότερα αρρώστησε πάλι, ειδοποίησε σχετικά τον όσιο. Εκείνος του παρήγγειλε γι’ άλλη μια φορά: «Μην πάρεις κανένα φάρμακο. Κάνε μόνο προσευχή και την τρίτη μέρα θα γίνεις καλά».
Αυτή τη φορά ο Πέτρος δεν τόλμησε να παρακούσει. Και πράγματι, σύμφωνα με την υπόσχεση του οσίου, την τρίτη μέρα θεραπεύτηκε.
Τότε όμως ο όσιος τον κάλεσε στο μοναστήρι.
– Πέτρο, του είπε, σε φώναξα για να σ’ αποχαιρετήσω. Σε τρεις ημέρες φεύγω απ’ αυτό τον κόσμο!
Ο Πέτρος δεν μπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά του. Έπεσε στο χώμα κι έκλαιγε γοερά.
– Αλίμονο σε μένα, αδελφέ και κύριέ μου! Ποιος θα γλυκάνει τη μοναξιά μου; Ποιος θα παρηγόρηση τ’ αδέλφια σου;
Ποιος θ’ ανακουφίζει τους φτωχούς, τα ορφανά και τις χήρες; Μη φύγεις, πρίγκιπά μου, γιατί από σένα μπορούν να ωφεληθούν πολλοί. Από που έχεις αλήθεια αυτή την πληροφορία; Από τον Κύριο; Παρακάλεσέ Τον να πεθάνω εγώ στη θέση σου!…
Ο μακάριος Νικόλαος έπιασε στοργικά τον Πέτρο και τον σήκωσε.
— Πέτρο, μη λυπάσαι, του είπε. Ο Κύριος γνωρίζει πως θα φροντίσει και πως θα διαφυλάξει ολόκληρη την πλάση, που δημιούργησε από το μηδέν. Αυτός μπορεί να θρέψη τους πεινασμένους, να ελεήσει τους φτωχούς, να θεραπεύσει τους αρρώστους.
Αυτός θα προστατέψει και σένα. Και τ’ αδέλφια μου ας μην κλαίνε για μένα. Ας κλαίνε για τους εαυτούς τους και τις αμαρτίες τους. Έτσι θα βρουν παράκληση και παρηγοριά στην άλλη ζωή. Εγώ πάντως δεν ζητώ από τον Κύριο παράταση της ζωής μου. Προ πολλού πέθανα για όλα τα γήινα και πρόσκαιρα.
Και λέγοντας αυτά ο θείος Νικόλαος πήγε στο σπήλαιο για να ετοιμάσει τον τόπο της ταφής του. Ο γιατρός τον ακολούθησε.
— Ποιος από τους δυο μας αγαπά περισσότερο αυτό τον τόπο; ρώτησε ο όσιος.
Τον Πέτρο τον πήραν πάλι τα δάκρυα.
– Ξέρω καλά, αποκρίθηκε, πως αν εσύ θελήσεις, ο Κύριος θα σου παρατείνει τη ζωή. Παρακάλεσέ Τον λοιπόν γι’ αυτό και βάλε εμένα μέσα σ’ αυτό το μνήμα.
Ο όσιος δεν αρνήθηκε αυτή τη χάρη στον Πέτρο. Βυθίστηκε για λίγο σε θερμή προσευχή.
— Ας γίνει η επιθυμία σου, αφού είναι αρεστή στο Θεό, είπε έπειτα συγκαταβατικά. Προηγουμένως όμως ας λάβεις το άγιο μοναχικό σχήμα.
Ο Πέτρος κουρεύτηκε σύντομα μοναχός και αμέσως κλείστηκε στο σπήλαιο, όπου επί τρεις μήνες έκλαιγε μέρα-νύχτα και προσευχόταν για τη σωτηρία του.
Κάποτε ο όσιος Νικόλαος τον πλησίασε και του είπε:
— Αδελφέ Πέτρο, μήπως θέλεις να σε πάρω μαζί μου;
— Όχι, αποκρίθηκε εκείνος. Θέλω — αν είναι θέλημα Θεού και δική σου επιθυμία — να μου επιτρέψεις να κοιμηθώ εγώ στη θέση σου. Εσύ να μείνεις εδώ και να προσεύχεσαι για μένα στο Σωτήρα.
— Τότε να είσαι ξάγρυπνος και έτοιμος, αδελφέ, γιατί πλησιάζει η ώρα. «Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται». Σε τρεις ημέρες θα φύγεις απ’ αυτό τον κόσμο, σύμφωνα με την ιερή επιθυμία σου.
Σε τρεις ήμερες, μετά από αδιάλειπτη αγρυπνία και προσευχή, ο μακάριος Πέτρος κοινώνησε των θείων και ζωοποιών Μυστηρίων, ξαπλώθηκε μόνος του στο νεκροκρέβατο και παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Κυρίου.
Μετά την κοίμηση του Πέτρου, ο πάγκαλος Νικόλαος έζησε ακόμη τριάντα χρόνια ασκητικής ζωής, χωρίς ποτέ να βγει από τη μονή. Αφού έφτασε σε ύψη αγιότητας, ο θεοφιλής πρίγκιπας μετέστη στα ουράνια σκηνώματα.
Όταν μαθεύτηκε η μακαρία κοίμησή του, όλη η πόλη του Κιέβου συγκεντρώθηκε στη Λαύρα, για να του δώσει τον τελευταίο ασπασμό και να πάρει την ευλογία του σεπτού σκηνώματός του.
Οι αδελφοί του Ιζιασλάβος και Βλαδίμηρος έκλαιγαν απαρηγόρητα. Ο πρώτος παρακάλεσε τον ηγούμενο να του δώσει ως ευλογία και παρηγοριά το σταυρό, το κουκούλι και το στρωσίδι που χρησιμοποιούσε ο όσιος για να κάνη τις μετάνοιές του. Ο ηγούμενος του τα έδωσε λέγοντας:
— Κατά το μέτρο της πίστεώς σου, ας λάβεις απ’ αυτά βοήθεια και ευλογία στη ζωή σου.
Ο Ιζιασλάβος τα παρέλαβε συγκινημένος κι έστειλε στο μοναστήρι πολλά δώρα.
Μετά από μερικούς μήνες συνέβη ν’ αρρωστήσει ο πρίγκιπας και μάλιστα τόσο βαριά, που έφτασε στα πρόθυρα του θανάτου. Η γυναίκα του, τα παιδιά του και οι βογιάροι, ήταν κοντά του και περίμεναν να ξεψυχήσει.
Ο Ιζιασλάβος ήταν ξαπλωμένος στην επιθανάτια κλίνη, σε κωματώδη κατάσταση. Εκεί που τον περίμεναν όμως, άνοιξε απρόσμενα τα μάτια, ανασηκώθηκε λίγο και ψιθύρισε:
— Φέρτε μου λίγο νερό από το πηγάδι των Σπηλαίων.
Αμέσως μετά έπεσε πάλι σε κώμα.
Μερικοί βογιάροι έτρεξαν την ίδια στιγμή στο μοναστήρι και ζήτησαν νερό. Ο ηγούμενος τους έδωσε πρόθυμα, αφού πρώτα έπλυνε μ’ αυτό τον τάφο του οσίου Θεοδοσίου.
— Πάρτε νερό που έχει την ευλογία του οσίου πατέρα μας Θεοδοσίου. Αλλά να! Πάρτε και τον τρίχινο χιτώνα του μακαρίου Νικολάου Σβιατόσα και φορέστε τον στον άρρωστο αδελφό του. Οι ευχές των οσίων ας τον θεραπεύσουν!
Δεν είχαν μπει ακόμα στο Κίεβο οι βογιάροι που έφερναν το νερό και το χιτώνα, όταν ο πρίγκιπας Ιζιασλάβος ήρθε πάλι στον εαυτό του και μίλησε.
– Πηγαίνετε γρήγορα, είπε, έξω από την πόλη, να προϋπαντήσετε τους οσίους πατέρες Θεοδόσιο και Νικόλαο. Έρχονται σε μας!
Την ώρα που οι βογιάροι έμπαιναν μέσα στο πριγκιπικό ανάκτορο, ο Ιζιασλάβος φώναξε:
– Νικόλαε! Νικόλαε Σβιατόσα!
Του έδωσαν να πιει το νερό και του φόρεσαν το χιτώνα.
Και — ω του θαύματος! — αμέσως έγινε καλά και σηκώθηκε!
Όλοι δόξασαν το Θεό και τους οσίους δούλους Του, που τόσες ευεργεσίες παρέχουν δωρεάν στους ανθρώπους.
Από τότε ο Ιζιασλάβος, κάθε φορά που αρρώσταινε, φορούσε το χιτώνα και γινόταν καλά. Τον φορούσε επίσης σ’ όλες τις εκστρατείες και τους πολέμους, σαν θώρακα αδιαπέραστο από κάθε εχθρικό χτύπημα.
Καθώς λένε όμως οι παλαιότεροι, κάποτε ο πρίγκιπας αμάρτησε βαριά και από φόβο και ντροπή, δεν τόλμησε να βάλλει τον οσιακό χιτώνα. Έφυγε για το μέτωπο και στην πρώτη μάχη σκοτώθηκε!..
Με τις προσευχές του οσίου πρίγκιπα Νικολάου ΣΒιατόσα, είθε να βρούμε κι εμείς τη θεραπεία απ’ όλες τις σωματικές και ψυχικές μας ασθένειες, με τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.