Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

Όσιος ΠΡΟΧΟΡΟΣ ο θαυματουργός


Ο ΠΟΛΥΕΛΕΟΣ και πολυεύσπλαχνος Κύριος πολύ συχνά παραχωρεί να βρουν τους ανθρώπους δυστυχίες και θλίψεις, αποβλέποντας μ’ αυτές στην παιδαγωγία, τη νουθεσία και τη διόρθωσή τους. Δεν παραλείπει όμως κάθε φορά, ως φιλάνθρωπος, να «ποιοι συν τω πειρασμώ και την έκβαση;», όπως βλέπουμε και στο βίο του οσίου Προχόρου του θαυματουργού.
Ο όσιος Πρόχορος έλαμψε με τη ζωή και τα έργα του στα χρόνια του μεγάλου ηγεμόνα του Κιέβου Μιχαήλ Σβιατοπόλκ Ιζιασλάβιτς, φημισμένου για τη σκληρότητα και τις αδικίες του. Πολλές θλίψεις και βάσανα υπέμειναν οι κάτοικοι του Κιέβου στο διάστημα της εξουσίας του. Τα βάσανα τους πλήθαιναν περισσότερο με τις αδιάκοπες επιδρομές των Πολόφτσων και άλλων γειτονικών λαών εναντίον του Κιέβου. Οι συνεχείς πόλεμοι με τους εξωτερικούς εχθρούς, καθώς επίσης και οι εμφύλιοι σπαραγμοί μεταξύ των Ρώσων ηγεμόνων, οι διωγμοί, οι αιχμαλωσίες, οι λεηλασίες και οι ποικίλες αναταραχές, ήταν μόνιμες αιτίες φτώχειας, δυστυχίας και οδύνης του ρώσικου λάου.
Σ’ αυτά τα δύσκολα και ζοφερά χρόνια ήρθε από το Σμολένσκ στη μονή των Σπηλαίων ο μακάριος Πρόχορος, ζητώντας από τον ηγούμενο Ιωάννη να τον κείρει μοναχό και να τον συναριθμήσει με τα πνευματικά του τέκνα. Μετά από κανονική και προσεκτική δοκιμασία, που φανέρωσε καθαρά τον ένθεο ζήλο του φιλόθεου Προχόρου, ο ηγούμενος τον έκειρε κατά την επιθυμία του. Με πολλή βία και απαρέγκλιτη ακρίβεια στις αρχές του μοναχικού βίου, πολεμούσε ο όσιος τους νοητούς εχθρούς κι επιδιδόταν στις ασκήσεις που του ανέθετε ο γέροντάς του. Ανάμεσα σ’ αυτές ήταν και η άσκηση της αυστηρής νηστείας. Όχι μόνο δεν γευόταν ποτέ άλλη τροφή εκτός από ψωμί και νερό, αλλά και αυτό το ψωμί του ήταν φτιαγμένο από το κατάπικρο χόρτο λέμπεντα. Κάθε καλοκαίρι μάζευε ο ίδιος το χόρτο αυτό, το έτριβε κι ετοίμαζε ψωμιά για όλο το χρόνο.
Σ’ όλη του τη ζωή ο όσιος τρεφόταν με λέμπεντα, γι’ αυτό οι συνασκητές του, του έδωσαν την προσωνυμία «λέμπεντνικ». Άλλο χορταρικό ή κηπουρικό δεν έβαλε στο στόμα του μέχρι την κοίμησή του. Ούτε ψωμί σταρένιο έφαγε, πέρα από το αντίδωρο που έπαιρνε στην εκκλησία.
Ο πανάγαθος Θεός, βλέποντας τη βία και την υπομονή του μακαρίου, μετέβαλε για χάρη του την πίκρα του χόρτου αυτού σε γλυκύτητα, κι έτσι το ψωμί που ετοίμαζε εκείνος, έπαιρνε μια γλυκεία, ευχάριστη γεύση. Μόλις διαπίστωσε ο όσιος το θαύμα τούτο του Κυρίου «εχάρη χαράν μεγάλην σφόδρα» και μ’ ευγνωμοσύνη προς τον ουράνιο Ευεργέτη του, συνέχισε με περισσή προθυμία την παθοκτόνο άσκησή του.
Στη ζωή του θείου Προχόρου, εκπληρώνονταν οι προτρεπτικοί λόγοι του Σωτήρος: «Μη μεριμνάτε τη ψυχή υμών τι φάγητε και τι πίητε… Εμβλέψατε εις τα πετεινό του ουρανού, ότι ου σπείρουσιν ουδέ θερίζουσιν ουδέ συνάγουσιν εις αποθήκας και ο πατήρ υμών ο ουράνιος τρέφει αυτά».
Σαν τα πουλιά τ’ ουρανού και ο όσιος, αμέριμνος και παραδομένος στην πρόνοια και την αγάπη του Θεού, τρεφόταν με τροφή που δεν έσπειρε και δεν καλλιέργησε. Πήγαινε στους τόπους που έσπερνε αντί γι’ αυτόν ο ουράνιος Σποριάς, μάζευε το καλλιεργημένο από Κείνων χόρτο και γύριζε στο μοναστήρι δοξολογώντας Τον για τις ευεργεσίες Του.
Τα χρόνια εκείνα, λόγω των πολεμικών αναστατώσεων, έπεσε μεγάλη πείνα στη Ρωσία. Το φάσμα του θανάτου απειλούσε τους κατοίκους του Κιέβου. Ο Κύριος τότε, θέλοντας να σώσει τους ανθρώπους από το φρικτό θάνατο της πείνας, αλλά και να δοξάσει τον πιστό δούλο Του Πρόχορο, έκανε να φυτρώσουν στη γύρω περιοχή τόσα πολλά λέμπεντα, όσα ποτέ άλλοτε. Ο όσιος ακούραστος, με ιδιαίτερο ζήλο, μάζευε ασταμάτητα το χόρτο σε μεγάλες ποσότητες, ετοίμαζε νύχτα και μέρα ψωμιά και τα μοίραζε στους φτωχούς και πεινασμένους.
Μερικοί θέλησαν να μιμηθούν το μακάριο και να φτιάξουν μόνοι τους ψωμί από λέμπεντα. Ήταν όμως αδύνατο να το γευτούν, γιατί έγινε πικρό σαν αψιθιά και μαύρο σαν κάρβουνο. Τότε κατάλαβαν ότι κάποιο θαύμα επιτελούσε ο μεγαλοδύναμος θεός με το θεσπέσιο δούλο Του και δεν επιχείρησαν άλλη φορά να τον μιμηθούν. Όλοι όσοι είχαν ανάγκη απευθύνονταν στον όσιο. Κι εκείνος κανένα δεν άφηνε να φυγή μ’ άδεια χέρια. Το ψωμί που τους έδινε, πράγμα ανεξήγητο, όχι μόνο δεν πίκριζε, αλλά ήταν γλυκύτατο και νοστιμότατο, καλύτερο κι απ’ το σταρένιο.
Συνέβη όμως κι ένα άλλο παράδοξο.
Κάποιος αδελφός, αφού δοκίμασε να φτιάξη μόνος του ψωμί από λέμπεντα και απέτυχε, σκέφτηκε να πάρει κρυφά από τα ψωμιά του οσίου. Πήρε μία και δύο και τρεις φορές. Κάθε φορά όμως που το δοκίμαζε, έβρισκε πως ήταν πικρό. Ντράπηκε ν’ αποκαλύψει στον όσιο την αμαρτία του. Τελικά, βασανισμένος από την πείνα, πήγε και διηγήθηκε την πράξη και το πάθημά του στον ηγούμενο Ιωάννη. Ο ηγούμενος δεν τον πίστεψε στην αρχή. Έστειλε έναν άλλο αδελφό να πάρει κι εκείνος κρυφά ένα από τα ψωμιά του Προχόρου. Ούτε κι αυτό όμως μπόρεσαν να το γευτούν από τη μεγάλη του πικράδα. Θέλοντας να διαλευκάνει οπωσδήποτε το μυστήριο, ο ηγούμενος σκέφτηκε ένα άλλο τέχνασμα.
– Πήγαινε στον πατέρα Πρόχορο, είπε στον αδελφό και ζήτησε του ένα ψωμί για μένα. Καθώς θα φεύγεις όμως, πάρε κρυφά άλλο ένα και φέρ’ το κι αυτό εδώ.
Ό αδελφός εκτέλεσε κατά γράμμα την εντολή. Σε λίγο παρουσιάστηκε με δυο ψωμιά. Αλλά να! Το ψωμί που πήρε από τα χέρια και με την ευλογία του οσίου ήταν χρυσόχρωμο και γλυκόγευστο, ενώ το άλλο ήταν μαύρο και κατάπικρο.
Μετά κι απ’ αυτή την επιβεβαίωση, το θαύμα διαδόθηκε παντού και δόξασαν όλοι, μοναχοί και λαός, το φιλάνθρωπο Κύριο, που έστειλε βοήθεια στους πεινασμένους δια μέσου του θαυματουργού οσίου.
Στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου ανάμεσα στον Σβιατοπόλκ και τους πρίγκιπες του Βλαντιμίρ και Περεμίσλσκ, δεν μπορούσαν να φτάσουν μέχρι το Κίεβο έμποροι τροφίμων. Ενώ όμως υπήρχαν αποθέματα άλλων προϊόντων, παρουσιάστηκε μεγάλη έλλειψη αλατιού.
Όταν ο μακάριος Πρόχορος είδε την ανάγκη του λαού, μάζεψε από τα κελιά των αδελφών όλη τη στάχτη, τη συγκέντρωσε στο κελί του κι έπεσε σε θερμή και εγκάρδια προσευχή. Η στάχτη δεν άργησε να μεταβληθεί σε γνήσιο, λευκό, καθαρό αλάτι!
Ο όσιος ειδοποίησε να έρθουν και να πάρουν όσοι θέλουν. Γρήγορα μαθεύτηκε ότι ο σπηλαιώτης Πρόχορος μοίραζε αλάτι κι έτρεχαν όλοι να προμηθευτούν απ’ αυτόν. Το πιο παράδοξο ήταν, ότι το αλάτι εκείνο δεν τελείωνε ποτέ. Όσο το μοίραζε ο όσιος, τόσο αυξανόταν. Έτσι ο λαός, που προηγουμένως έψαχνε μάταια στην αγορά για ν’ αγοράσει λίγο αλάτι σε πολύ ανεβασμένη τιμή, έτρεχε τώρα στη μονή των Σπηλαίων να πάρει όσο ήθελε δωρεάν. Μερικοί όμως μαυραγορίτες έμποροι, που εκμεταλλεύονταν την έλλειψη του αλατιού για να πλουτίσουν και το πουλούσαν σε αστρονομικές τιμές, οργίστηκαν εναντίον του οσίου και πήγαν να παραπονεθούν στον ηγεμόνα.
-Άρχοντα, του είπαν, ο καλόγερος Πρόχορος των Σπηλαίων, μας έκανε μεγάλη ζημιά. Η αγορά άδειασε, γιατί όλοι τρέχουν να πάρουν από Κείνων αλάτι δωρεάν. Κι εμείς, που σου πληρώνουμε τόσους φόρους, δεν μπορούμε να πουλήσουμε το αλάτι που είχαμε κρύψει στις αποθήκες μας. Καταστραφήκαμε εξαιτίας του.
Ο πονηρός και φιλάργυρος Σβιατοπόλκ σκέφτηκε να εκμεταλλευτή την περίσταση και να ωφεληθεί διπλά: και τους εμπόρους να ικανοποίηση και ο ίδιος να κερδίσει χρήματα πολλά. Έστειλε λοιπόν ανθρώπους ν’ αρπάξουν το αλάτι του μακαρίου Προχόρου και να το φέρουν στο παλάτι του. Όρισε πολύ υψηλή τιμή πωλήσεως, ενώ ταυτόχρονα πληροφόρησε το λαό ότι το αλάτι θα πωλείται πλέον μόνο από την ηγεμονική αυλή.
– Για χάρη σας θα λεηλατήσω τον καλόγερο, είπε στους εμπόρους.
Το είπε και το έκανε.
Όταν όμως το αλάτι μεταφέρθηκε στην αυλή του Σβιατοπόλκ, είδαν όλοι πως ήταν στάχτη! Ο ηγεμόνας είπε σε μερικούς να δοκιμάσουν.
– Στάχτη είναι! Στάχτη! διαβεβαίωσαν εκείνοι.
Κανείς δεν μπορούσε να εξήγηση τι είχε συμβεί. Αμήχανος ο Σβιατοπόλκ πρόσταξε να τη φυλάξουν για τρεις ημέρες, μήπως κατόρθωναν να εξηγήσουν το παράδοξο εκείνο φαινόμενο. Οι τρεις ήμερες πέρασαν, αλλά τίποτα δεν άλλαξε. Έτσι ο ηγεμόνας διέταξε να πετάξουν εκείνη την άχρηστη στάχτη πίσω από το παλάτι, λίγο πιο πέρα από τη θύρα των υπηρετών.
Στο μεταξύ ο λαός συνέχιζε να έρχεται στον όσιο Πρόχορο και να ζητά αλάτι. Όταν μάθαιναν για την αρπαγή του, έφευγαν λυπημένοι και μ’ άδεια χέρια, ξεστομίζοντας κατάρες για Κείνων που το έκλεψε. Ο όσιος τους παρηγορούσε λέγοντας:
—Όταν ο πρίγκιπας πετάξει το αλάτι, να πάτε και να το μαζέψετε. Θα το βρείτε σωριασμένο στην πίσω πόρτα του παλατιού.
Πράγματι, πήγαν οι άνθρωποι εκεί και αντί για στάχτη βρήκαν αλάτι!
Όταν διαδόθηκε πως υπήρχε αλάτι έξω από το πριγκιπικό ανάκτορο, όλοι έτρεχαν να πάρουν όσο μπορούσαν.
Ο ηγεμόνας πήγε να τρελαθεί από την απόγνωση και το κακό του. Ζήτησε να μάθη λεπτομέρειες για τον άγιο Πρόχορο. Τον πληροφόρησαν για την ασκητική ζωή και τα θαύματά του — όχι μόνο για τη μεταβολή της στάχτης σε αλάτι, αλλά και για την Παρασκευή γλυκού ψωμιού από το πικρό λέμπεντα.
Ο Σβιατοπόλκ τότε ντράπηκε για την πράξη του, πήγε μετανιωμένος στη μονή των Σπηλαίων και πρόσπεσε στον όσιο με δάκρυα, ζητώντας συγχώρηση και δίνοντας υποσχέσεις να μην αδικήσει κανένα στο μέλλον. Ακόμη, με την εντολή και μεσολάβηση του οσίου, συμφιλιώθηκε και με τον ηγούμενο Ιωάννη, με τον οποίο βρισκόταν σε ρήξη, επειδή ασκούσε εναντίον του σκληρό έλεγχο για τις αδικίες και τις ανομίες του.
Μέχρι το τέλος της ζωής του ο ηγεμόνας έτρεφε βαθύ σεβασμό απέναντι στον όσιο και άκουγε με ταπείνωση τις συμβουλές του. Κάποια μέρα μάλιστα του ανακοίνωσε μια ιδιαίτερη επιθυμία του:
– Αν είναι θέλημα Θεού πάτερ ν’ αναχωρήσω για τον άλλο κόσμο πριν από σένα, σε παρακαλώ να με βάλεις εσύ στον τάφο, με τα ίδια σου τα χέρια. Αν πάλι φύγεις εσύ πρώτος, άφησέ με, άγιε του Θεού, να μεταφέρω το σώμα σου με τα δικά μου χέρια στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου, μήπως έτσι ο Κύριος με λυπηθεί και συγχωρήσει τη βαρεία αμαρτία που διέπραξα σε βάρος σου.
Πέρασαν από τότε αρκετά χρόνια. Κάποτε ο όσιος αρρώστησε και κατάλαβε ότι τελείωνε η επίγεια ζωή του. Έστειλε λοιπόν μήνυμα στον ηγεμόνα Σβιατοπόλκ, που πολεμούσε τότε τους Πολόφτσους: «Άρχοντα, πλησίασε η ώρα της αναχωρήσεώς μου από τη γη. Αν θέλεις να εκπληρώσεις την επιθυμία σου και να βρεις από το Θεό έλεος, έλα να λάβεις τη συγχώρηση και να με τοποθετήσεις με τα χέρια σου στο μνήμα. Περιμένω τον ερχομό σου. Αν καθυστερήσεις και αναχωρήσω χωρίς να ιδωθούμε, δεν θα είναι δικό μου το φταίξιμο για ότι θ’ ακολουθήσει. Γιατί τότε η εκστρατεία σου δεν θα έχει την έκβαση που θα είχε αν ερχόσουν εγκαίρως και με προλάβαινες ζωντανό».
Μόλις πήρε το μήνυμα ο Σβιατοπόλκ, άφησε το στράτευμά του κι έτρεξε όλο αγωνία στη μονή των Σπηλαίων. Πρόλαβε το μακάριο Πρόχορο στην επιθανάτια κλίνη.
Στην τελευταία του συζήτηση με τον ηγεμόνα, ο όσιος του μίλησε πολύ για την αγάπη, την ελεημοσύνη, τις υποχρεώσεις του απέναντι στο λαό που διοικούσε, κι ακόμη για τη μέλλουσα κρίση, τη μεταθανάτια ζωή, τα αιώνια αγαθά των δικαίων και τ’ ατέλειωτα βάσανα τον αμαρτωλών. Ύστερα του έδωσε συγχώρηση για την αδικία που είχε διαπράξει σε βάρος του, τον ευλόγησε και τον αποχαιρέτησε εγκάρδια. Τέλος, ύψωσε τα τίμια χέρια του στον ουρανό και παρέδωσε γαλήνια το πνεύμα του στα χέρια του Θεού.
Ο Σβιατοπόλκ σήκωσε δακρυσμένος το σώμα του οσίου. Με τη συνοδεία των μοναχών το μετέφερε στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου και το τοποθέτησε στον τάφο. Οι αδελφοί το κήδεψαν με τιμές, ενώ ο ηγεμόνας έφυγε αμέσως για το στρατό του.
Η συνέχεια της εκστρατείας ήταν θριαμβευτική. Ο Σβιατοπόλκ προήλασε ακάθεκτος και συνέτριψε τους Πολόφτσους μέσα στις ίδιες τις περιοχές τους, υποτάσσοντάς τες ολοκληρωτικά κι αιχμαλωτίζοντας πλήθη Βαρβάρων. Ήταν μια νίκη χαρισμένη από το Θεό στο ρωσικό έθνος, με την προσευχή του θεοφιλούς Προχόρου.
Από τότε ο ηγεμόνας, κάθε φορά που ξεκινούσε για εκστρατεία η για κυνήγι, περνούσε από το μοναστήρι των Σπηλαίων για να προσευχηθεί στην εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, να πάρει την ευλογία των πατέρων και να προσκυνήσει τους τάφους των οσίων Αντωνίου, Θεοδοσίου και Προχόρου.
Ο άγιος Πρόχορος και μετά την κοίμησή του, αδιάκοπα φροντίζει για τον ορθόδοξο ρωσικό λαό. Κάνει πολλά θαύματα για να τον ανακουφίση από συμφορές, πείνες, επιδρομές και επιδημίες, πρεσβεύοντας πάντοτε γι’ αυτόν στον πανάγαθο και παντοδύναμο

Όσιος ΝΙΚΩΝ καθηγούμενος της Λαύρας των Σπηλαίων


ΟΤΑΝ Ο ΚΥΡΙΟΣ ευδόκησε να φυτευτή στη Ρωσία το πολύκαρπο δέντρο του μοναχικού βίου από τον όσιο πατέρα μας Αντώνιο, του έδωσε έναν άξιο υποτακτικό και συνασκητή.
Αυτός ήταν ο όσιος Νίκων.
Ο διδάσκαλος Αντώνιος, επιδόθηκε με ζήλο στη μίμησή του, ανεβαίνοντας γοργά τις βαθμίδες της κλίμακας των αρετών. Επιπλέον έδειξε εξαιρετικές ικανότητες μοναχικού ηγέτη και συνετού χειραγωγού των λογικών προβάτων του Χριστού στην ασκητική ζωή.
Τιμημένος από το Θεό με το ιερατικό αξίωμα, ο Νίκων έκειρε με εντολή του οσίου Αντωνίου όσους ζητούσαν με πόθο το αγγελικό σχήμα, μετά από την κανονική δοκιμασία και την κατάλληλη πνευματική προετοιμασία τους.
Τίποτε απολύτως δεν έκανε ο μακάριος Νίκων χωρίς την εντολή ή την ευλογία του γέροντά του. Όλα τα έκανε με πνεύμα απόλυτης υποταγής, υπομένοντας με ανδρεία τους πειρασμούς και διαλύοντας με ταπείνωση και διάκριση τις πλεκτάνες του πονηρού. Αξιώθηκε μάλιστα της μεγάλης τιμής να κείρει με τα χέρια του τον όσιο Θεοδόσιο, το μεγάλο θεμελιωτή της μοναχικής ζωής στη Ρωσία. Έκειρε ακόμη, στα 1062, δυο μεγάλες μορφές της Πετσέρσκαγια, τον επιφανή βογιάρο Βαρλαάμ και τον ευνούχο του ηγεμόνα, Εφραίμ.
Γι’ αυτές όμως τις κούρες υπέμεινε μεγάλη θλίψη. Γιατί ο ηγεμόνας Ιζιασλάβος συγχύστηκε πολύ που έχασε από κοντά του δυο σπουδαία πρόσωπα, δυο χρήσιμους συνεργάτες και θύμωσε με τους οσίους. Διέταξε να φέρουν μπροστά του εκείνον που τόλμησε να τους κάνη μοναχούς.
Σε λίγο ο Νίκων οδηγήθηκε στον ηγεμόνα. Εκείνος τον κοίταξε με περισσή οργή και φώναξε:
– Εσύ καλόγερε, τόλμησες να κάνης σαν κι εσένα το βογιάρο και τον ευνούχο μου;
Ναι, εγώ, με την εντολή του οσίου πατέρα μου και την ευλογία του ουράνιου Βασιλιά Ιησού Χριστού, που τους κάλεσε σ’ αυτό το δρόμο της ασκήσεως, αποκρίθηκε ο όσιος ήρεμα και θαρρετά.
Ο ηγεμόνας άναψε και κοκκίνισε από μανία.
Άκου να σου πω, ούρλιαξε, ή θα τους πείσεις να γυρίσουν πίσω ή θα στείλω κι εσένα και τους συντρόφους σου στην εξορία! Και το σπήλαιό σας θα το κατασκάψω.
Ό,τι θέλεις κάνε, άρχοντα μου. Εγώ πάντως δεν έχω εξουσία ν’ αποσπώ τους στρατιώτες του ουράνιου Βασιλιά από κοντά Του!
Αυτά είπε ο μακάριος Νίκων κι έφυγε από το παλάτι του ηγεμόνα.
Μετά από το επεισόδιο αυτό, οι αδελφοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το σπήλαιο και να φύγουν μακριά, σ’ άλλο τόπο, όπου δεν θα έφτανε η ηγεμονική οργή. Τότε ο μέγας Νίκων πήγε στο Τμουταρακάν κι εκεί, κοντά στην πολίχνη, βρήκε έναν έρημο τόπο, όπου εγκαταστάθηκε. Επιδόθηκε αμέσως σε σκληρούς ασκητικούς αγώνες, ζώντας με σιωπή, «μόνος μόνω τω Θεώ προσευχόμενος», προσθέτοντας καθημερινά κόπους στους κόπους και ασκήσεις στις ασκήσεις. Δεν άργησε να γίνει γνωστή η παρουσία του και ν’ απλωθεί η φήμη του σ’ ολόκληρη την περιοχή. Η ορθόδοξη χριστιανική πίστη δεν είχε ακόμη στερεωθεί εκεί και η μοναχική ζωή ήταν τελείως άγνωστη.
Σιγά-σιγά οι κάτοικοι άρχισαν να πλησιάζουν τον όσιο και να εντυπωσιάζονται από την παράξενη γι’ αυτούς ζωή του. Εκείνος τότε, για τη δόξα του Κυρίου, έλυνε τη σιωπή του και τους μιλούσε για τον αληθινό Τριαδικό Θεό και την αγία ορθόδοξη πίστη. Όλοι σαγηνεύονταν από τη σοφία, τη γνώση και την αγιότητά του, μετανοούσαν και δόξαζαν τον Κύριο με τη ζωή και τα έργα τους.
Αργότερα, ορισμένοι ζήτησαν από τον όσιο να τους κάνη μοναχούς. Κι εκείνος, αφού τους δοκίμαζε και τους νουθετούσε, τους έκειρε. Έτσι μπήκαν οι βάσεις για την κατοπινή ανέγερση της μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου, που έγινε σπουδαίο μοναστικό κέντρο, ισάξιο της μονής των Σπηλαίων. Μετά το θάνατο του ηγεμόνα του Τμουταρακάν Ροστισλάβου Βλαντιμίροβιτς, οι κάτοικοι της χώρας παρακάλεσαν τον όσιο Νίκωνα, στον οποίο έτρεφαν απεριόριστη εμπιστοσύνη και αφοσίωση, να πάει στον ηγεμόνα του Τσερνιγώφ Σβιατοσλάβο Γιαροσλάβιτς και να ζητήσει το γιο του Γκλέμπ, για την ηγεμονία του Τμουταρακάν.
Ο όσιος εκτέλεσε μ’ επιτυχία τη διακονία που του ανέθεσε το ποίμνιό του.
Επιστρέφοντας μαζί με τον πρίγκιπα Γκλέμπ Σβιατοσλάβιτς, πέρασε από το Κίεβο κι επισκέφθηκε τη μονή των Σπηλαίων. Όταν ο μακάριος ηγούμενος Θεοδόσιος αντίκρισε, μετά από τόσα χρόνια, τον παλιό συνασκητή του, σκίρτησε από χαρά. Έπεσαν κι οι δυο στη γη κι έβαλαν βαθιά μετάνοια ο ένας στον άλλον. Ύστερα αγκαλιάστηκαν κλαίγοντας από συγκίνηση και κάθισαν παράμερα να συζητήσουν. Είχαν τόσα να πουν…
Όταν ο μέγας Νίκων μετά από ώρα πολλή ετοιμάστηκε να φύγει, ο μακάριος Θεοδόσιος ξέσπασε πάλι σε λυγμούς και τον παρακαλούσε να παραμείνει στα Σπήλαια, για να συνεχίσουν μαζί την επίγεια ασκητική οδοιπορία τους.
– Πρέπει να πάω, είπε ο Νίκων, να ρυθμίσω ό,τι αφορά το μοναστήρι μου. Έπειτα, αν είναι θέλημα Θεού, θα επιστρέψω.
Πράγματι, ο όσιος πήγε στο Τμουταρακάν με τον πρίγκιπα Γκλέμπ, όπου εκείνος ανέλαβε την ηγεμονία της χώρας. Ο ίδιος φρόντισε να τακτοποίηση μ’ επιμέλεια τα της μονής του και κατόπιν, σύμφωνα με την υπόσχεσή του, γύρισε στην Πετσέρσκαγια κοντά στον όσιο Θεοδόσιο. Υποτάχθηκε με ταπείνωση στον άγιο ηγούμενο κι εκτελούσε με ακρίβεια όλες του τις εντολές, νεκρώνοντας το δικό του θέλημα. Και ο μακάριος Θεοδόσιος, όταν χρειαζόταν να λείψει από τη μονή, άφηνε σαν αντικαταστάτη του, στη διαποίμανση της αδελφότητας το Νίκωνα, σαν αρχαιότερο, εμπειρότερο και αγωνιστικώτερο όλων.
Πολλές φορές ο όσιος Νίκων, που γνώριζε την τέχνη της βιβλιοδεσίας, έραβε και έδενε βιβλία. Τότε ο Θεοδόσιος καθόταν ταπεινά δίπλα του, αν και ήταν ηγούμενος και του ετοίμαζε τους σπόγγους που χρειαζόταν για το εργόχειρό του. Την ώρα εκείνη, αλλά και σε άλλες ευκαιρίες, οι δυο όσιοι μάζευαν γύρω τους τους αδελφούς και τους νουθετούσαν με πνευματικές διδαχές και ασκητικούς λόγους.
Αργότερα όμως ξέσπασε η γνωστή μας διαμάχη ανάμεσα στους τρεις αδελφούς ηγεμόνες του Κιέβου Ιζιασλάβο, του Τσερνιγώφ Σβιατοσλάβο και του Περεγιασλάβ Βσέβολοντ. Η διαμάχη εκείνη δημιούργησε στην περιοχή μεγάλη αναταραχή, που ανάγκασε το φιλέρημο και φιλήσυχο Νίκωνα ν’ αναχωρήσει πάλι από την Πετσέρσκαγια μαζί με δύο μοναχούς. Γύρισε στο Τμουταρακάν, όπου έζησε μερικά χρόνια με τον ίδιο ασκητικό ζήλο.
Όταν έμαθε ότι ειρήνευσε ο τόπος του Κιέβου, ο μακάριος πήρε πάλι το δρόμο για τη Λαύρα. Φτάνοντας όμως εκεί διαπίστωσε πως ο όσιος Θεοδόσιος δεν ήταν πια στη ζωή. Ηγούμενος ήταν τώρα ο φιλόθεος Στέφανος.
Ο Νίκων αποφάσισε να τελειώσει τον επίγειο βίο του στη μονή της μετανοίας του. Έμεινε λοιπόν εκεί, κι επισκεπτόταν συχνά τον τάφο του οσίου Θεοδοσίου, λούζοντάς τον κάθε φορά με καυτά δάκρυα χαρμολύπης. Λύπης, γιατί αποχωρίστηκε τον αγαπημένο του πνευματικό αδελφό. Και χαράς, γιατί ήταν βέβαιος πως αναπαυόταν τώρα μέσα στα χέρια του Θεού.
Όταν με συνεργία του πονηρού ορισμένοι αδελφοί δημιούργησαν αναταραχή στην αδελφότητα και απομάκρυναν το μακάριο Στέφανο από την ηγουμενία της μονής, ηγούμενος αναδείχθηκε ο όσιος Νίκων.
Με διάκριση και σοφία αγωνίστηκε ο μακάριος να φέρει την ειρήνη και την ομόνοια στην αδελφότητα. Και το κατόρθωσε με μεγάλο κόπο, πολλή υπομονή και περισσότερη προσευχή. Οι αδελφοί, αναγνωρίζοντας την ακεραιότητα, τη σύνεση και την αγιότητά του, ησύχασαν και υποτάχθηκαν σ’ αυτόν, σαν σε φωτισμένο πατέρα, διδάσκαλο και πνευματικό οδηγό.
Πολλές φορές ο μοχθηρός διάβολος προσπάθησε να δημιουργήσει νέα σκάνδαλα και να βάλει εμπόδια στην ανύστακτη φροντίδα του οσίου να καθοδηγεί στο δρόμο της σωτηρίας τις ψυχές που του εμπιστεύθηκε ο Κύριος. Οι σκοτεινοί σκοποί του όμως δεν μπορούσαν να σβήσουν το φως των αρετών του πιστού δούλου του Θεού.
Στα χρόνια της ηγουμενίας του μεγάλου Νίκωνος, έγινε με τρόπο θαυμαστό η αγιογράφηση της εκκλησίας των Σπηλαίων από Έλληνες αγιογράφους, σταλμένους από την Κυρία Θεοτόκο, όπως είδαμε πιο πάνω στη σχετική διήγηση.
Τέλος, το έτος 1088, όταν ηγεμόνας στο Κίεβο ήταν ο Βσέβολοντ Γιαροσλάβιτς, ο όσιος Νίκων παρέδωσε την ψυχή του «εν χειρί Θεού».
Κηδεύτηκε στη μονή των Σπηλαίων, όπου μέχρι σήμερα το τίμιο σκήνωμά του αναπαύεται άφθορο και ακέραιο, τιμημένο με τη δόξα και τη χάρη του Θεού και επιτελεί πολλά θαύματα..

Όσιος ΝΙΚΩΝ Σουχόι


ΜΙΜΝΗΣΚΕΣΘΕ των δέσμιων ως συνδεδεμένοι, των κακουχουμένων ως και αυτοί όντες εν σώματι», προέτρεπε ο δέσμιος του Χριστού απόστολος Παύλος τους εξ Ιουδαίων χριστιανούς. Και η προτροπή του μας φέρνει στο νου τα δεσμά και τις κακουχίες του μακαρίου δεσμώτη Νίκωνος.
Ο φιλόχριστος Νίκων καταγόταν από την πόλη του Κιέβου και προερχόταν από οικογένεια πλούσια και αρχοντική. Περιφρόνησε όμως και πλούτη και δόξα, προτιμώντας «τον ονειδισμόν του Χριστού».
Ήρθε στο μοναστήρι των Σπηλαίων κι έγινε γρήγορα ένας από τους πιο αγωνιστές μοναχούς. Ελευθέρωσε το νου του από κάθε κοσμικό λογισμό κι έκλινε τον τράχηλο στη σωτήρια «αιχμαλωσία» της υπακοής.
Όταν έκαναν την επιδρομή στη ρωσική γη οι Πολόφτσοι, αιχμαλώτισαν, εκτός από τον όσιο Ευστράτιο και το μακάριο Νίκωνα. Σιδηροδέσμιο τον οδήγησαν στη χώρα τους και τον φυλάκισαν μαζί με άλλους πολλούς χριστιανούς.
Όταν έπαψαν οι εχθροπραξίες κι έγινε ανακωχή, κάποιος φιλάνθρωπος από το Κίεβο ήρθε με χρυσάφι, ζητώντας από τους Πολόφτσους την εξαγορά αιχμαλώτων. Ζήτησε τον όσιο Νίκωνα από τους πρώτους, σ’ ένδειξη σεβασμού προς το μοναχικό του σχήμα. Αλλά ο όσιος δεν αποδέχθηκε τη φιλάνθρωπη προσφορά του χριστιανού.
– Σ’ ευχαριστώ, αδελφέ μου, του είπε. Ο Κύριος να σ’ ευλογεί για την αγάπη σου. Αλλά δεν έχω ανάγκη εγώ την εξαγορά σου. Ελευθέρωσε με τα χρήματα σου άλλους αιχμαλώτους.
Ο καλός άνθρωπος σκέφτηκε ότι ο όσιος περιμένει την εξαγορά του από τους πλούσιους συγγενείς του, γι’ αυτό και δεν επέμεινε. Πλήρωσε για άλλους, τους ελευθέρωσε και γύρισε μαζί τους στο Κίεβο.
Εκεί βρήκε τους συγγενείς του οσίου και τους πληροφόρησε για την κατάστασή του και τον τόπο της αιχμαλωσίας του.
Χωρίς καθυστέρηση εκείνοι ήρθαν στη χώρα των Πολόφτσων με πολύ χρυσάφι, για να ζητήσουν την απελευθέρωσή του. Μόλις όμως τους είδε ο αιχμάλωτος είπε:
— Μην ξοδεύετε άδικα την περιουσία σας. Αν ο Κύριος ήθελε να είμαι ελεύθερος, δεν θα με παρέδιδε στα χέρια των βαρβάρων. Εκείνος στέλνει τις ευεργεσίες, εκείνος παραχωρεί και τις δοκιμασίες. «Ει δε τα αγαθά εδεξάμεθα εκ χειρός Κυρίου, τα κακά ουχ υποίσομεν;».
Μάταια προσπάθησαν οι συγγενείς του οσίου να τον μεταπείσουν. Μάταια τον ικέτευσαν. Μάταια έκλαψαν. Ο δούλος του Θεού ήταν ανυποχώρητος. Στο τέλος, οργισμένοι από τη στάση του, τον επέπληξαν αυστηρά κι έφυγαν για το Κίεβο άπρακτοι.
Οι Πολόφτσοι τότε, βλέποντας ότι εξαιτίας της αρνήσεως του σκλάβου μοναχού στερήθηκαν μεγάλο πλούτο, έγιναν θηρία από την οργή. Για να τον εκδικηθούν άρχισαν άσπλαχνα να τον βασανίζουν.
Επί τρία χρόνια τον μαστίγωναν, τον έκαιγαν, τον ράβδιζαν, τον έσκιζαν με κοφτερά μαχαίρια. Και σαν έφτανε στα πρόθυρα του θανάτου, τον άφηναν για λίγο να συνέλθει κι έπειτα άρχιζαν πάλι τα βασανιστήρια. Τροφή και νερό του έδιναν μέρα παρά μέρα ή κάθε τρεις ημέρες. Όταν δεν τον βασάνιζαν, τον έδεναν χειροπόδαρα με βαριές σιδερένιες αλυσίδες. Το καλοκαίρι τον άφηναν να λιώνει κάτω από τον κοφτερό ήλιο. Και το χειμώνα τον έβγαζαν στο χιόνι και μελάνιαζε ολόκληρος από την παγωνιά.
Παρά τα φοβερά του μαρτύρια όμως, ο γενναίος στρατιώτης του Χριστού είχε το κουράγιο να εμψυχώνει και να στηρίζει τους συναιχμαλώτους του.
Με τη χάρη του Θεού μάλιστα επιτέλεσε εξαίσια θαύματα για την ανακούφιση τους. Δυο χαρακτηριστικά απ’ αυτά θ’ αναφέρουμε.
Κάποτε αρρώστησαν κι έπεσαν κάτω σχεδόν όλοι οι αιχμάλωτοι από την πείνα και τις κακουχίες. Έφτασαν οι περισσότεροι κοντά στο θάνατο. Όταν ζήτησαν τροφή από τους ειδωλολάτρες δεσμοφύλακες, τους έφεραν ειδωλόθυτα για να τους μιάνουν. Ο όσιος με πύρινους λόγους τους έδωσε θάρρος, αποτρέποντας τους από το μολυσμό. Έπειτα έπεσε σε θερμή προσευχή. Και σε λίγο έγινε το θαύμα! Όλοι οι ως τότε ανήμποροι σηκώθηκαν όρθιοι, νιώθοντας υγιείς και ακμαίοι, χορτάτοι και δυνατοί, κι ας μην είχαν φάει ή πιει τίποτα. Και σε λίγο καιρό έδωσε ο Θεός και απελευθερώθηκαν όλοι με εξαγορά. Άλλοτε πάλι συνέβη ν’ αρρωστήσει βαριά ο αρχιδεσμοφύλακας των αιχμαλώτων. Καταλαβαίνοντας ότι πλησιάζει το τέλος του, κάλεσε τη γυναίκα και τα παιδιά του και τους έδωσε εντολή να σταυρώσουν τον καλόγερο Νίκωνα πάνω από τον τάφο του. Νόμιζε ο ανόητος ειδωλολάτρης ότι μ’ αυτή τη φρικτή ανθρωποθυσία, θα εξευμένιζε τα δαιμόνια, που λάτρευε σαν θεούς.
Ο όσιος το πληροφορήθηκε. Και προβλέποντας τη μελλοντική μετάνοια του βαρβάρου, όπως θα δούμε παρακάτω, προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο να τον θεραπεύσει. Πράγματι, την ίδια ώρα ο Πολόφτσος έγινε καλά και σηκώθηκε από την κλίνη, όπου ήταν κατάκοιτος. Βυθισμένος όμως όπως ήταν στο σκοτάδι της ειδωλολατρίας, δόξασε τα δαιμόνια νια τη θεραπεία του!
Έπειτα συνέχισε όπως πρώτα ν’ απειλή και να προτρέπει τον όσιο:
— Ειδοποίησε, ανόητε, τους συγγενείς σου, να φέρουν πολύ χρυσάφι και να σε γλιτώσουν από τα χέρια μας. Ειδοποίησέ τους, γιατί αλλιώς θα βρεις πικρό και οδυνηρό θάνατο!
– Ο Κύριος θα με λυτρώσει δωρεάν από τ’ άνομα χέρια σας, αποκρίθηκε ειρηνικά ο όσιος. Ο αδελφός μου Ευστράτιος, που τον πουλήσατε στους Εβραίους κι εκείνοι τον σταύρωσαν, ήρθε και με πληροφόρησε για τη σύντομη απελευθέρωσή μου. «Με τις προσευχές των οσίων πατέρων μας Αντωνίου και Θεοδοσίου», μου είπε, «σε τρεις ημέρες θα βρίσκεσαι στο μοναστήρι των Σπηλαίων».
Οι Πολόφτσοι δεν κατάλαβαν τη σημασία των λόγων του οσίου. Ο αρχιδεσμοφύλακας νόμισε πως ο αιχμάλωτος είχε την πρόθεση να δραπετεύσει. Για να εμποδίσει λοιπόν την απόδρασή του, τράβηξε το ξίφος και του κατάφερε αλλεπάλληλα χτυπήματα στα πόδια. Ποτάμι άρχισε να τρέχει το αίμα από τις κομμένες φλέβες του γενναίου Νίκωνος, που υπέμεινε το μαρτύριο χωρίς την παραμικρή κραυγή πόνου. Πριν φύγει ο αιμοβόρος βάρβαρος άφησε ισχυρή φρουρά για τη φύλαξή του. Ήταν έτσι βέβαιος ότι δεν θα μπορούσε να δραπέτευση.
Πέρασαν τρεις ημέρες. Ο φιλάνθρωπος Θεός είχε σταματήσει την αιμορραγία από τα πόδια του αθλοφόρου, αλλά οι πληγές ήταν φρικτές και η μετακίνηση του αδύνατη.
Ξαφνικά, γύρω στο μεσημέρι, οι οπλισμένοι στρατιώτες έχασαν τον όσιο από τα μάτια τους. Είχε γίνει αόρατος! Άκουγαν για λίγο τη φωνή του μόνο να ψέλνει: —Πάσα πνοή αινεσάτω τον Κύριον!… Αινείτε τον Κύριον εκ των ουρανών!…
Σε λίγο όμως δεν άκουγαν ούτε τη φωνή. Ο όσιος είχε φύγει μακριά! Μεταφέρθηκε αυτοστιγμεί αόρατα στην εκκλησία της Κυρίας Θεοτόκου των Σπηλαίων!
Την ώρα εκείνη οι πατέρες τελούσαν τη Θεία Λειτουργία κι έψελναν τα Τυπικά. Σαν είδαν ξάφνου μπροστά τους το μακάριο Νίκωνα, τα έχασαν. Διέκοψαν την ψαλμωδία και τον περικύκλωσαν σαστισμένοι. Με δέος και έκπληξη τον ρωτούσαν:
— Αδελφέ, πως βρέθηκες εδώ; Σε είχαμε για χαμένο. Πως ήρθες; Τι συνέβη;
Βροχή έπεφταν οι ερωτήσεις επάνω στον όσιο. Εκείνος στην αρχή σιωπούσε, μη θέλοντας ν’ αποκάλυψη το θαύμα. Πως να το κρύψει όμως, όταν οι αδελφοί τον έβλεπαν δεμένο με τα σιδερένια δεσμά, με το σώμα καταπληγωμένο και κυρτωμένο από τις ταλαιπωρίες και την ασιτία, με τα κατακομμένα πόδια;
Όλοι οι πατέρες συνέχισαν να τον ικετεύουν.
— Σ’ εξορκίζουμε αδελφέ, πες μας όλη την αλήθεια. Μη μας κρύψεις τίποτα, για να δοξάσουμε το Θεό και να τιμήσουμε τα θαυμαστά έργα Του!
Τότε ο όσιος διηγήθηκε όλα όσα του συνέβησαν στα χρόνια της αιχμαλωσίας. Παρακάλεσε όμως τους αδελφούς να μην του βγάλουν τα δεσμά, αλλά να τον αφήσουν να τελειώσει μ’ αυτά την επίγεια ζωή του.
Αλλά επενέβη ο ηγούμενος.
– Αδελφέ, είπε, αν ο Κύριος ήθελε να σε βλέπει μέσα σ’ αυτά τα δεσμά, δεν θα σ’ ελευθέρωνε θαυματουργικά από την αιχμαλωσία. Κάνε λοιπόν υπακοή και βγάλ’ τα.
Ο όσιος δεν έφερε αντίρρηση. Τα μαρτυρικά εκείνα σίδερα μεταφέρθηκαν στην εκκλησία. Αργότερα τα έλιωσαν και τα χρησιμοποίησαν για την κατασκευή βοηθητικών σκευών του ιερού βήματος.
Πέρασε πολύς καιρός. Με τους Πολόφτσους υπογράφθηκε συνθήκη ειρήνης. Πολλοί βάρβαροι ασπάστηκαν τότε την αγία πίστη του Χριστού και βαπτίστηκαν. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και ο Πολόφτσος, εκείνος που κατέκαψε τα πόδια του μακαρίου Νίκωνος.
Όταν ήρθε κάποτε στη μονή των Σπηλαίων για να προσκυνήσει, είδε το γερασμένο πια όσιο και τον αναγνώρισε.
Πήγε αμέσως στον ηγούμενο. Με δάκρυα μετανοίας και συντριβής του διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια την ανόσια συμπεριφορά του απέναντι στον άγιο του Θεού και ζήτησε συγχώρηση για τις μεγάλες αμαρτίες που είχε διαπράξει τότε που αγνοούσε την αλήθεια. Ο ηγούμενος δόξασε το Θεό και αφού παρηγόρησε τον Πολόφτσο με συμβουλές και νουθεσίες, του είπε να γυρίσει στον τόπο του.
Εκείνος όμως δεν θέλησε να φύγει πια από το μοναστήρι! Έπεσε στα πόδια του ηγουμένου και τον παρακαλούσε με θρήνους να τον δεχτή και να τον συγκαταλέξει στη χορεία των πατέρων της μονής, κάνοντάς τον μοναχό.
Συγκινημένος ο ηγούμενος τον κράτησε, τον δοκίμασε αρκετό χρόνο και, αφού τον έκρινε άξιο, του έδωσε το άγιο αγγελικό σχήμα.
Ο Πολόφτσος τελείωσε με μετάνοια την επίγεια ζωή του, υπηρετώντας με αξιοθαύμαστη αυταπάρνηση την αδελφότητα και ιδιαίτερα τον ανήμπορο πρώην αιχμάλωτό του όσιο Νίκωνα.
Στη μνήμη των πατέρων της Λαύρας, ο μακάριος Νίκων έμεινε με την επωνυμία «σουχόι», δηλαδή ξηρός, γιατί από την ασιτία, τη δίψα, τις κακουχίες, τα τραύματα και τις αιμορραγίες, αποστεώνθηκε και στέγνωσε, «επάγη δέρμα αυτού επί τα οστέα αυτού, εξηράνθη, εγεννήθη ώσπερ ξύλον», κατά τον προφήτη Ιερεμία.
Έτσι σχεδόν εξαϋλωμένος και ασώματος ο όσιος, πολιτευόταν σαν άγγελος πάνω στη γη, φλεγόμενος από αγάπη στο Θεό και λάμποντας σαν ήλιος ακτινοβόλος σ’ όλη τη ρωσική γη.
Μετά τη μακαριά κοίμηση του οσίου Νίκωνος, το σεπτό λείψανό του, παρέμεινε αμάραντο και άφθαρτο, περιβεβλημένο τη δόξα τ’ ουρανού.
Αυτή η δόξα περιβάλλει μέχρι σήμερα το τίμιο σκήνωμα, που παραμένει στο σπήλαιο της Λαύρας, μαρτυρώντας με ιάσεις και ποικίλα θαύματα, τη μακαριότητα που απολαμβάνει στις ουράνιες μονές η ψυχή του αγίου Νίκωνος, κοντά στο Δεσπότη Χριστό.

Όσιος ΝΙΚΟΛΑΟΣ Σβιατόσα πρίγκιπας του Τσερνιγώφ.


ΠΑΝΤΑ ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ουχ υπάρχει μετά θάνατον ου παραμένει ο πλούτος, ου συνοδεύει η δόξα• επελθών γαρ ο θάνατος, ταύτα πάντα εξηφάνισται».
Αυτή την αλήθεια κατανόησε βαθιά ο ευσεβής πρίγκιπας Νικόλαος Σβιατόσα, γι’ αυτό άφησε τον ηγεμονικό πλούτο και την πριγκιπική δόξα και «εξελέξατο την αγαθήν μερίδα» της μοναχικής ζωής.
Ο πρίγκιπας Νικόλαος ήταν γιος του ηγεμόνα του Τσερνιγώφ, Δαβίδ Σβιατοσλάβιτς και εγγονός του μεγάλου ηγεμόνα του Κιέβου Σβιατοσλάβου Παροσλάβιτς, που στα χρόνια του θεμελιώθηκε η αγία εκκλησία των Σπηλαίων.
Πυρπολημένος από τον έρωτα του Θεού και φλογισμένος από τον πόθο της βασιλείας των ουρανών, ο σοφός Νικόλαος ήρθε στη μονή, ξεντύθηκε τα πολύτιμα πριγκιπικά φορέματα και ντύθηκε με χαρά το ταπεινό τρίχινο μοναχικό ένδυμα.
Δεν έγινε όμως μοναχός μόνο κατά την εξωτερική εμφάνιση, όπως – αλίμονο! – γίνονται άλλοι.
Από την αρχή διακρίθηκε στην αρετή της υπακοής. Αν και πριγκιπόπουλο, ποτέ δεν παρατηρήθηκε για ανυπακοή ή αναλογία ή Ιδιοτροπία ή θέλημα. Διακονούσε στο μαγειρείο της μονής, βοηθώντας τους μαγείρους πρόθυμα κι ακούραστα στις πιο σκληρές δουλειές. Με τα χέρια του έκοβε κάθε μέρα τα ξύλα για το μαγείρεμα και τα κουβαλούσε στους ώμους από την όχθη του ποταμού μέχρι το μοναστήρι.
Όταν οι κατά σάρκα αδελφοί του, πρίγκιπες Ιζιασλάβος και Βλαδίμηρος, πληροφορήθηκαν τους κόπους του αδελφού τους, πήγαν στον ηγούμενο και τον παρακάλεσαν να του αναθέσει ελαφρότερη εργασία.
Ο ευλογημένος Νικόλαος όμως ούτε να τ’ ακούσει δεν ήθελε. Πρώτα επέπληξε αυστηρά τους αδελφούς του για την ανάρμοστη ανάμιξή τους στα εσωτερικά της μονής. Κι έπειτα έπεσε στα πόδια του ηγουμένου και τον παρακάλεσε με δάκρυα να τον αφήσει τουλάχιστον ένα χρόνο ακόμη στο κοπιαστικό διακόνημα του βοηθού του μαγειρείου.
Πράγματι, τον άφησαν όχι ένα αλλά τρία χρόνια σ’ αυτή την υπηρεσία, όπου εργάστηκε με ταπείνωση, προσοχή κι επιμέλεια. Έπειτα του ανέθεσαν το διακόνημα του πορτάρη, όπου έμεινε άλλα τρία χρόνια χωρίς ν’ απομακρύνεται ποτέ από την πύλη της μονής, παρά μόνο για να πάει στην εκκλησία. Κι από δω τον έστειλαν να διακονήσει στην τράπεζα.
Μετά από πολύχρονη άσκηση στην υπακοή, ο ηγούμενος τον συμβούλεψε ν’ απομονωθεί πια στο κελί του και ν’ αγωνιστή στην ησυχία για τη σωτηρία του. Σαν γνήσιο τέκνο της υπακοής ο μακάριος Νικόλαος κλείστηκε στο κελί του, όπου μοίραζε το χρόνο του ανάμεσα στην προσευχή και την εργασία. Ποτέ δεν έμενε αργός. Την ώρα που τα χέρια του ήταν απασχολημένα με το εργόχειρο, τα χείλη του ψιθύριζαν με κατάνυξη την ευχή του Ιησού: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με!».
Εκτός από τη λιτή τροφή της κοινής μοναστηριακής τραπέζης, ο όσιος τίποτε άλλο δεν έβαζε στο στόμα του όλη την ημέρα. Κι αν αποκτούσε κάτι υλικό – τρόφιμα ή χρήματα ή αντικείμενα – φρόντιζε ν’ απαλλαγή αμέσως από το βάρος του, δίνοντάς το στους φτωχούς. Με την ευλογία μάλιστα του ηγουμένου, μοίραζε πάντοτε ένα μέρος του μόχθου του σ’ όσους είχαν ανάγκη. Οι φτωχοί κάτοικοι της περιοχής του Κιέβου έβλεπαν στο πρόσωπό του ένα συμπαραστάτη, ευεργέτη και αδελφό.
Μαζί με το φιλόχριστο Νικόλαο είχε έρθει στο μοναστήρι και ένας αδελφικός του φίλος, γιατρός άριστος. Ονομαζόταν Πέτρος και ήταν Σύρος. Βαθιά αγάπη συνέδεε τον Πέτρο με το Νικόλαο. Γι’ αυτό, όπως ήταν αχώριστοι στον κόσμο, έτσι θέλησαν να είναι και στην πνευματική παλαίστρα του μοναστηρίου.
Δυστυχώς όμως ο Πέτρος δεν έμεινε εδώ για πολύ. Βλέποντας τις κακοπάθειες του φίλου και κυρίου του, βλέποντας το πριγκιπόπουλο, που ζούσε πρώτα αμέριμνα μέσα σε ηγεμονικά παλάτια ν’ ασκείται σκληρά στο στάδιο της υπακοής και της εκούσιας πτώχειας, έφυγε λυπημένος από τη μονή. Πήγε στο Κίεβο και ασκούσε το επάγγελμα του γιατρού.
Πολλές φορές, ωστόσο, ήρθε στη Λαύρα, ξεμονάχιαζε τον όσιο και του έλεγε:
– Αδελφέ και κύριε μου! Γιατί δεν φροντίζεις για την υγεία σου; Γιατί ταλαιπωρείς τη σάρκα σου με τόσους κόπους και νηστείες; Μ’ αυτά που κάνεις, δεν θα μπόρεσης να σηκώσεις μέχρι τέλους το ζυγό του Χριστού. Ο Θεός δεν ζητά υπέρμετρη εγκράτεια και άσκηση, αλλά μόνο καρδιά καθαρή και ταπεινή. Εσύ όμως δουλεύεις στους καλόγερους σαν αγορασμένος δούλος. Ούτε μαθημένος είσαι σε τέτοια ζωή, ούτε αξιοπρεπές είναι για ένα πρίγκιπα σαν εσένα, ν’ ασχολείται με τόσο ταπεινωτικές δουλειές. Τ’ αδέλφια σου, ο Ιζιασλάβος και ο Βλαδίμηρος, είναι απαρηγόρητοι για το κατάντημά σου. Ήσουν πλούσιος και δοξασμένος και κατάντησες πάμπτωχος, ταπεινός και άσημος. Οι βογιάροι, που μέχρι χθες ήταν υποτακτικοί σου, κατοικούν σε παλάτια κι έχουν όλα τα καλά, ενώ εσύ, ο κύριός τους, μένεις μέσα σ’ ένα σκοτεινό κελί και στερείσαι τα πάντα. Ποιος από τους Ρώσους πρίγκιπες ταπεινώθηκε ποτέ τόσο; Μήπως ο πατέρας σου Δαβίδ ή ο παππούς σου Σβιατοσλάβος; Κύριέ μου, άκουσε με και μετρίασε τις ασκήσεις σου, αλλιώς θα πεθάνεις πριν την ώρα σου!
— Αδελφέ μου, απαντούσε στις προτροπές του Πέτρου ο όσιος. Όλα όσα μου Λες τα έχω σκεφτεί. Μάθε όμως ότι δεν πρέπει να Λυπάται κανείς τη σάρκα του, για να μην ξεσηκωθούν τα πάθη και καταστροφή η ψυχή. Είπες ότι ο Θεός δεν ζητάει τόσο εγκράτεια και σωματικές ασκήσεις, όσο καρδιά καθαρή και ταπεινή. Αυτό είναι σωστό. Αλλά πως θα καθαριστή και θα ταπεινωθεί η καρδιά χωρίς την άσκηση, τη νηστεία, την κακοπάθεια; Αυτός είναι ο μόνος δρόμος για την κάθαρση και τη σωτηρία. Κι όσοι δεν τον ακολούθησαν, «καταλιπόντες ευθείαν οδόν επλανήθησαν», κατά τον απόστολο. Ας κοπιάζει το σώμα. Ας αδυνατίζει. Ας αρρωσταίνει. «Η γαρ δύναμής μου εν ασθενεία τελειούται», λέει ο απόστολος. Άλλωστε, «ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς». Χωρίς νηστεία και χωρίς κόπο, αδελφέ μου, δεν θα ‘χουμε μερίδα στη μελλοντική δόξα των αγίων. Η νηστεία είναι η μητέρα της αγνείας και καθαρότητας. και ο κόπος, ο πατέρας της ταπεινώσεως. «Εταπεινώθη εν κόποις η καρδία αυτών», λέει ο ψαλμωδός. Γι’ αυτό κι εγώ δοξάζω το Θεό που μ’ ελευθέρωσε από τα κοσμικά δεσμά και μ’ έκανε δούλο των δούλων Του, δηλαδή αυτών των μακαρίων μοναχών. Τι ήμουν; Πρίγκιπας. Και τώρα τι κάνω; Υπηρετώ τον ουράνιο «Βασιλέα των βασιλέων». Ποιο από τα δυο είν’ ανώτερο; Όσο για τ’ αδέλφια μου, δεν τους άφησα την εξουσία και την περιουσία μου; Ας ασχοληθούν μ’ αυτά, αφού τους σαγηνεύουν τόσο πολύ και ας κοιτάξουν τον εαυτό τους. Εγώ «ηγούμαι πάντα… σκύβαλα είναι ίνα Χριστόν κερδήσω». Αλλά κι εσύ, γιατί μέμφεσαι τη νηστεία και την εγκράτειά μου; Μήπως, σαν γιατρός που είσαι, δεν συνιστάς στους ασθενείς σου ν’ αποφεύγουν μερικά φαγητά, για να θεραπεύσουν τις σωματικές τους παθήσεις; Αυτό κάνω κι εγώ για να θεραπεύσω τα ψυχικά μου πάθη. Κι αν το σώμα μου καταβληθεί και πεθάνει πρόωρα για χάρη του Χριστού, κέρδος μου θα είναι. Και γιατί με θεωρείς κατώτερο από τους Βογιάρους που απολαμβάνουν γήινη και προσωρινή δόξα, αφού εγώ, αν με σώσει με το έλεός Του ο Θεός, θα συμβασιλεύσω μαζί Του στον ουρανό αιώνια; Όσο για τους άλλους Ρώσους πρίγκιπες, δεν μ’ ενδιαφέρει που κανείς τους δεν ακολούθησε το δικό μου δρόμο. Μακάρι να μιμηθούν το παράδειγμα μου… Αλλ’ αρκετά μίλησα. Μυαλό έχεις και σκέψου μόνος σου τα υπόλοιπα. Τα ίδια να πεις και σ’ εκείνους που σε δασκάλεψαν.
Από τις στερήσεις και τους κόπους συνέβαινε ν’ αρρωσταίνει κατά καιρούς ο μακάριος Νικόλαος. Όταν το μάθαινε ο Πέτρος, του έστελνε διάφορα θεραπευτικά βότανα. Μα ο όσιος ποτέ δεν τα χρησιμοποιούσε. Πάντοτε γινόταν καλά με τη βοήθεια του Θεού, που του προσφερόταν πλούσια μετά από τις θερμές του προσευχές.
Συνέβη όμως κάποτε ν’ αρρωστήσει και ο γιατρός. Ο όσιος το πληροφορήθηκε και του έστειλε μήνυμα: «Μην πιεις κανένα φάρμακο. Ζήτησε την ίαση από τον Κύριο και πολύ γρήγορα θα γίνεις καλά. Αν δεν μ’ ακούσης, θα υποφέρεις πολύ».
Ο Πέτρος υποσχέθηκε να υπακούσει. Κρυφά όμως παρασκεύασε ο ολιγόπιστος ένα φαρμακευτικό μίγμα και το ήπιε. Αλλά μάταια περίμενε τη θεραπεία του. Αντίθετα, χειροτέρεψε τόσο, που κινδύνεψε να πεθάνει. Μόνο οι εκτενείς προσευχές του οσίου τον γλίτωσαν. Έτσι πήρε ένα καλό μάθημα.
Όταν αργότερα αρρώστησε πάλι, ειδοποίησε σχετικά τον όσιο. Εκείνος του παρήγγειλε γι’ άλλη μια φορά: «Μην πάρεις κανένα φάρμακο. Κάνε μόνο προσευχή και την τρίτη μέρα θα γίνεις καλά».
Αυτή τη φορά ο Πέτρος δεν τόλμησε να παρακούσει. Και πράγματι, σύμφωνα με την υπόσχεση του οσίου, την τρίτη μέρα θεραπεύτηκε.
Τότε όμως ο όσιος τον κάλεσε στο μοναστήρι.
– Πέτρο, του είπε, σε φώναξα για να σ’ αποχαιρετήσω. Σε τρεις ημέρες φεύγω απ’ αυτό τον κόσμο!
Ο Πέτρος δεν μπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά του. Έπεσε στο χώμα κι έκλαιγε γοερά.
– Αλίμονο σε μένα, αδελφέ και κύριέ μου! Ποιος θα γλυκάνει τη μοναξιά μου; Ποιος θα παρηγόρηση τ’ αδέλφια σου;
Ποιος θ’ ανακουφίζει τους φτωχούς, τα ορφανά και τις χήρες; Μη φύγεις, πρίγκιπά μου, γιατί από σένα μπορούν να ωφεληθούν πολλοί. Από που έχεις αλήθεια αυτή την πληροφορία; Από τον Κύριο; Παρακάλεσέ Τον να πεθάνω εγώ στη θέση σου!…
Ο μακάριος Νικόλαος έπιασε στοργικά τον Πέτρο και τον σήκωσε.
— Πέτρο, μη λυπάσαι, του είπε. Ο Κύριος γνωρίζει πως θα φροντίσει και πως θα διαφυλάξει ολόκληρη την πλάση, που δημιούργησε από το μηδέν. Αυτός μπορεί να θρέψη τους πεινασμένους, να ελεήσει τους φτωχούς, να θεραπεύσει τους αρρώστους.
Αυτός θα προστατέψει και σένα. Και τ’ αδέλφια μου ας μην κλαίνε για μένα. Ας κλαίνε για τους εαυτούς τους και τις αμαρτίες τους. Έτσι θα βρουν παράκληση και παρηγοριά στην άλλη ζωή. Εγώ πάντως δεν ζητώ από τον Κύριο παράταση της ζωής μου. Προ πολλού πέθανα για όλα τα γήινα και πρόσκαιρα.
Και λέγοντας αυτά ο θείος Νικόλαος πήγε στο σπήλαιο για να ετοιμάσει τον τόπο της ταφής του. Ο γιατρός τον ακολούθησε.
— Ποιος από τους δυο μας αγαπά περισσότερο αυτό τον τόπο; ρώτησε ο όσιος.
Τον Πέτρο τον πήραν πάλι τα δάκρυα.
– Ξέρω καλά, αποκρίθηκε, πως αν εσύ θελήσεις, ο Κύριος θα σου παρατείνει τη ζωή. Παρακάλεσέ Τον λοιπόν γι’ αυτό και βάλε εμένα μέσα σ’ αυτό το μνήμα.
Ο όσιος δεν αρνήθηκε αυτή τη χάρη στον Πέτρο. Βυθίστηκε για λίγο σε θερμή προσευχή.
— Ας γίνει η επιθυμία σου, αφού είναι αρεστή στο Θεό, είπε έπειτα συγκαταβατικά. Προηγουμένως όμως ας λάβεις το άγιο μοναχικό σχήμα.
Ο Πέτρος κουρεύτηκε σύντομα μοναχός και αμέσως κλείστηκε στο σπήλαιο, όπου επί τρεις μήνες έκλαιγε μέρα-νύχτα και προσευχόταν για τη σωτηρία του.
Κάποτε ο όσιος Νικόλαος τον πλησίασε και του είπε:
— Αδελφέ Πέτρο, μήπως θέλεις να σε πάρω μαζί μου;
— Όχι, αποκρίθηκε εκείνος. Θέλω — αν είναι θέλημα Θεού και δική σου επιθυμία — να μου επιτρέψεις να κοιμηθώ εγώ στη θέση σου. Εσύ να μείνεις εδώ και να προσεύχεσαι για μένα στο Σωτήρα.
— Τότε να είσαι ξάγρυπνος και έτοιμος, αδελφέ, γιατί πλησιάζει η ώρα. «Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται». Σε τρεις ημέρες θα φύγεις απ’ αυτό τον κόσμο, σύμφωνα με την ιερή επιθυμία σου.
Σε τρεις ήμερες, μετά από αδιάλειπτη αγρυπνία και προσευχή, ο μακάριος Πέτρος κοινώνησε των θείων και ζωοποιών Μυστηρίων, ξαπλώθηκε μόνος του στο νεκροκρέβατο και παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Κυρίου.
Μετά την κοίμηση του Πέτρου, ο πάγκαλος Νικόλαος έζησε ακόμη τριάντα χρόνια ασκητικής ζωής, χωρίς ποτέ να βγει από τη μονή. Αφού έφτασε σε ύψη αγιότητας, ο θεοφιλής πρίγκιπας μετέστη στα ουράνια σκηνώματα.
Όταν μαθεύτηκε η μακαρία κοίμησή του, όλη η πόλη του Κιέβου συγκεντρώθηκε στη Λαύρα, για να του δώσει τον τελευταίο ασπασμό και να πάρει την ευλογία του σεπτού σκηνώματός του.
Οι αδελφοί του Ιζιασλάβος και Βλαδίμηρος έκλαιγαν απαρηγόρητα. Ο πρώτος παρακάλεσε τον ηγούμενο να του δώσει ως ευλογία και παρηγοριά το σταυρό, το κουκούλι και το στρωσίδι που χρησιμοποιούσε ο όσιος για να κάνη τις μετάνοιές του. Ο ηγούμενος του τα έδωσε λέγοντας:
— Κατά το μέτρο της πίστεώς σου, ας λάβεις απ’ αυτά βοήθεια και ευλογία στη ζωή σου.
Ο Ιζιασλάβος τα παρέλαβε συγκινημένος κι έστειλε στο μοναστήρι πολλά δώρα.
Μετά από μερικούς μήνες συνέβη ν’ αρρωστήσει ο πρίγκιπας και μάλιστα τόσο βαριά, που έφτασε στα πρόθυρα του θανάτου. Η γυναίκα του, τα παιδιά του και οι βογιάροι, ήταν κοντά του και περίμεναν να ξεψυχήσει.
Ο Ιζιασλάβος ήταν ξαπλωμένος στην επιθανάτια κλίνη, σε κωματώδη κατάσταση. Εκεί που τον περίμεναν όμως, άνοιξε απρόσμενα τα μάτια, ανασηκώθηκε λίγο και ψιθύρισε:
— Φέρτε μου λίγο νερό από το πηγάδι των Σπηλαίων.
Αμέσως μετά έπεσε πάλι σε κώμα.
Μερικοί βογιάροι έτρεξαν την ίδια στιγμή στο μοναστήρι και ζήτησαν νερό. Ο ηγούμενος τους έδωσε πρόθυμα, αφού πρώτα έπλυνε μ’ αυτό τον τάφο του οσίου Θεοδοσίου.
— Πάρτε νερό που έχει την ευλογία του οσίου πατέρα μας Θεοδοσίου. Αλλά να! Πάρτε και τον τρίχινο χιτώνα του μακαρίου Νικολάου Σβιατόσα και φορέστε τον στον άρρωστο αδελφό του. Οι ευχές των οσίων ας τον θεραπεύσουν!
Δεν είχαν μπει ακόμα στο Κίεβο οι βογιάροι που έφερναν το νερό και το χιτώνα, όταν ο πρίγκιπας Ιζιασλάβος ήρθε πάλι στον εαυτό του και μίλησε.
– Πηγαίνετε γρήγορα, είπε, έξω από την πόλη, να προϋπαντήσετε τους οσίους πατέρες Θεοδόσιο και Νικόλαο. Έρχονται σε μας!
Την ώρα που οι βογιάροι έμπαιναν μέσα στο πριγκιπικό ανάκτορο, ο Ιζιασλάβος φώναξε:
– Νικόλαε! Νικόλαε Σβιατόσα!
Του έδωσαν να πιει το νερό και του φόρεσαν το χιτώνα.
Και — ω του θαύματος! — αμέσως έγινε καλά και σηκώθηκε!
Όλοι δόξασαν το Θεό και τους οσίους δούλους Του, που τόσες ευεργεσίες παρέχουν δωρεάν στους ανθρώπους.
Από τότε ο Ιζιασλάβος, κάθε φορά που αρρώσταινε, φορούσε το χιτώνα και γινόταν καλά. Τον φορούσε επίσης σ’ όλες τις εκστρατείες και τους πολέμους, σαν θώρακα αδιαπέραστο από κάθε εχθρικό χτύπημα.
Καθώς λένε όμως οι παλαιότεροι, κάποτε ο πρίγκιπας αμάρτησε βαριά και από φόβο και ντροπή, δεν τόλμησε να βάλλει τον οσιακό χιτώνα. Έφυγε για το μέτωπο και στην πρώτη μάχη σκοτώθηκε!..
Με τις προσευχές του οσίου πρίγκιπα Νικολάου ΣΒιατόσα, είθε να βρούμε κι εμείς τη θεραπεία απ’ όλες τις σωματικές και ψυχικές μας ασθένειες, με τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Ιστορίες από το "ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ"

Όσιος ΝΙΚΗΤΑΣ ο έγκλειστος επίσκοπος Νόβγκοροντ


ΣΕ ΟΛΟΥΣ τους αγωνιστές του Χριστού, περισσότερη τιμή πρέπει σ’ εκείνους τους γενναίους που ξεκόβουν από την παράταξη των άλλων μαχητών, ορμούν άφοβα μπροστά και πολεμούν τον εχθρό μόνοι τους.
Σ’ αυτούς τους στρατιώτες Του, παραχωρεί κάποτε ο Κύριος να συμβεί μια μεγάλη πτώση, με άρση της χάριτός Του, «ίνα μη υπεραίρονται». Βλέποντας ωστόσο το ζήλο και τη γενναιότητά τους, δεν τους εγκαταλείπει οριακά, αλλ’ αφού τους παιδαγωγήσει για ορισμένο χρόνο, τους αποκαθιστά και τους χαριτώνει πάλι, καθιστώντας τους ανίκητους από τους δαίμονες.
Ανάμεσα σ’ αυτούς τους γενναίους πολεμιστές του Χριστού, μια από τις πρώτες θέσεις κατείχε και ο μακάριος Νικήτας ο έγκλειστος, μοναχός της μονής των Σπηλαίων.
Ο όσιος Νικήτας ήταν νεώτερος κατά σάρκα αδελφός του μεγάλου Νίκωνος. Όταν λοιπόν ο τελευταίος έγινε ηγούμενος στην Πετσέρσκαγια, ο Νικήτας άρχισε επίμονα να τον παρακαλεί:
– Δώσ’ μου γέροντα ευλογία ν’ ασκήσω τον έγκλειστο βίο!
-Τέκνο μου, του απαντούσε ο όσιος Νίκων, δεν θα σε ωφελήσει αυτό. Δεν μπορείς ακόμα, νέος μοναχός όπως είσαι, να κλειστής μέσα σ’ ένα μικρό κελί και να επιδοθείς στην προσευχή. Δεν είναι για τα μέτρα σου αυτή η εργασία. Είναι ασφαλέστερο να παραμείνεις μαζί με όλους τους αδελφούς, να κάνης αδιάκριτη υπακοή, να εργάζεσαι μ’ επιμέλεια στο διακόνημά σου, ν’ ασκείς όλες τις πρακτικές αρετές, και να ‘σαι Βέβαιος ότι δεν θα στερηθείς του μισθού σου. Δεν είδες τι έπαθε ο αδελφός μας Ισαάκιος; Θέλησε να ζήση έγκλειστος, απατήθηκε οικτρά από τους δαίμονες και μόνο η χάρη του Θεού και οι ευχές των οσίων πατέρων μας τον σώσανε!
Άλλα παρ’ όλες τις προσπάθειες του οσίου Νίκωνος να τον μεταπείσει, ο Νικήτας επέμενε:
– Ποτέ, ποτέ πάτερ, δεν θ’ απατηθώ! Θα σταθώ δυνατός εναντίον των δαιμονικών σκευωριών και θα παρακαλέσω το φιλάνθρωπο Θεό να μου δωρίσει το χάρισμα της θαυματουργίας, όπως στον Ισαάκιο, που μέχρι σήμερα κάνει πολλά θαύματα.
Ο ηγούμενος του είπε πάλι:
– Παιδί μου, η επιθυμία σου ξεπερνά τις δυνατότητές σου και κρύβει κενοδοξία. Πρόσεξε μήπως πέσεις πριν καν προλάβεις ν’ ανέβεις στα ύψη που θέλεις. «Ο δοκών εστάναι βλεπέτω μη πέση», προειδοποιεί ο άγιος απόστολος. Εγώ σου συνιστώ νια τελευταία φορά να μείνεις και ν’ αγωνιστής μαζί με τους άλλους αδελφούς, με ταπείνωση και υπακοή, για να λάβεις από τον Κύριο το αμάραντο στεφάνι. Οτιδήποτε άλλο κάνης θα είναι καρπός του δικού σου θελήματος και γι’ αυτό επικίνδυνο για την ψυχή σου. Ο Θεός να σε φωτίσει στο αγαθό…
Ο Νικήτας όμως δεν θέλησε ν’ ακούσει τις συμβουλές του ηγουμένου, γιατί δεν μπορούσε να κατανικήσει το δυνατό πόθο για έγκλειστη ασκητική ζωή, που κατέκαιγε την ψυχή του. Έκανε λοιπόν ο δυστυχής το θέλημά του!
Κλείστηκε στο κελί του, ασφάλισε την πόρτα κι έμεινε μόνος, προσευχόμενος αδιάλειπτα. Ζήτησε μόνο να του φέρνουν λίγη τροφή κάθε μέρα.
Ο όσιος Νίκων είδε με θλίψη και ανησυχία την πράξη του αδελφού του. Περίμενε με φόβο την τιμωρία της παρακοής του, που δυστυχώς, δεν άργησε καθόλου.
Μόλις μερικές ήμερες μετά τον εγκλεισμό του ο όσιος Νικήτας, άκουσε μια φωνή δίπλα του. Σαν να ήταν κάποιος που συμπροσευχόταν μ’ εκείνον. Ταυτόχρονα ένιωσε μιαν άρρητη ευωδιά να πλημμυρίζει το κελί. Ο διάβολος είχε κιόλας στήσει την παγίδα του. Και ο απειροπόλεμος Νικήτας παγιδεύτηκε αμέσως!
«Άγγελος θα είναι!» σκέφτηκε μ’ ένα παράξενο σκίρτημα δέους. «Αν δεν ήταν άγγελος, δεν θα προσευχόταν μαζί μου. Ούτε θα ευωδίαζε, αφού οι δαίμονες είναι δυσώδεις. Είναι φανερό πως το κελί μου έχει πληρωθεί με την ευωδιά του Αγίου Πνεύματος!».
Αυτά συλλογίστηκε ο ταλαίπωρος και άρχισε πάλι να προσεύχεται μ’ επιμονή και δάκρυα λέγοντας:
– Κύριε, φανερώσου, Σε παρακαλώ, για να σε δω με τα μάτια μου!
Άκουσε τότε φωνή να του λέει:
– Δεν πρέπει να σου φανερωθώ, γιατί είσαι νέος ακόμα! Θα υπερηφανευθείς και θα πέσεις σε πλάνη!
– Όχι Κύριε, αποκρίθηκε κλαίγοντας ο Νικήτας. Ποτέ δεν θα πλανηθώ, γιατί ο ηγούμενός μου με καθοδήγησε πως ν’ αποφεύγω τις παγίδες του διαβόλου. Ό,τι μου πεις εσύ, Κύριε μου, θα το κάνω!
Τότε ο πονηρός σατανάς του είπε:
Νικήτα, «ου δυνήση ιδείν το πρόσωπόν μου• ου γαρ μη ιδεί άνθρωπος το πρόσωπόν μου και ζήσεται»! Αλλά να! Σου στέλνω έναν άγγελό μου, θα μείνει μαζί σου. Να κάνης ό,τι σου λέει!
Αυτοστιγμεί εμφανίστηκε μπροστά στον έγκλειστο ένας δαίμονας με μορφή αγγέλου. Ο Νικήτας, πλανημένος πια εντελώς, έπεσε και τον προσκύνησε σαν απεσταλμένο του Θεού! Κι εκείνος του είπε:
Νικήτα, από δω και πέρα εσύ δεν χρειάζεται να προσεύχεσαι. Θα προσεύχομαι εγώ στη θέση σου. Εσύ μόνο να μελετάς βιβλία και να προσφέρεις λόγους ωφελείας σ’ εκείνους που θα σου στέλνει ο Θεός. Θα γίνεις μέγας καθοδηγητής ψυχών και σωτήρας των ανθρώπων!
Φυσικά ο Νικήτας υπάκουσε τυφλά στις εντολές του «αγγέλου». Υποχείριος πλέον στον κοσμοκράτορα του σκότους, έπαψε να προσεύχεται κι έπεσε με μεγάλο ζήλο στη μελέτη. Έβλεπε το δαίμονα να στέκεται συνεχώς σε στάση προσευχής και χαιρόταν, πιστεύοντας ότι παρακαλούσε το Θεό για τη σωτηρία του!
Ο ίδιος άρχισε να συζητά ακατάπαυστα με τους ανθρώπους που τον πλησίαζαν για τη Γραφή, για την πίστη, για την ωφέλεια της ψυχής και για ποικίλα άλλα θέματα. Δεν άργησε ν’ αποκτήσει και φήμη προορατικού και χαρισματούχου μοναχού. Η φήμη του απλώθηκε μακριά κι όλοι τον θαύμαζαν νια την ακριβή εκπλήρωση των προφητικών του λόγων.
Η δόξα του έφτασε στο απόγειό της, όταν κάποτε έστειλε στον πρίγκιπα Ιζιασλάβο το εξής μήνυμα:
«Σήμερα φονεύθηκε στο Ζαβόλτς ο πρίγκιπας του Νόβγκοροντ Γκλέμπ Σβιατοσλάβιτς. Στείλε γρήγορα το γιο σου Σβιατοπόλκ, να πάρει το θρόνο του Νόβγκοροντ».
Μετά από μερικές ημέρες, ήρθε πράγματι η είδηση για τη δολοφονία του πρίγκιπα Γκλέμπ. Ο Σβιατοπόλκ επίσης πρόλαβε και κατέλαβε το θρόνο του. Από τότε ο Νικήτας έγινε σεβαστός και φοβερός για την «προφητική» του δύναμη σε ηγεμόνες, σε βογιάρους και σ’ όλο το λαό.
Ο ηγούμενος Νίκων όμως, ήταν επιφυλακτικός και κάτι περίμενε… Διαπίστωσε σύντομα ότι ενώ ο Νικήτας γνώριζε απ’ έξω ολόκληρη σχεδόν την Παλαιά Διαθήκη και τη χρησιμοποιούσε μ’ εκπληκτική ευχέρεια στις συζητήσεις του, δεν ήξερε αντίθετα, καθόλου την Καινή Διαθήκη. Δεν τη μελετούσε ποτέ και δεν ήθελε να γίνεται ούτε λόγος γι’ αυτήν! Απ’ αυτή τη συμπεριφορά του, δεν άργησαν οι πατέρες όλοι να πεισθούν ότι είχε πλανηθεί από το διάβολο. Και δεν θέλησαν ν’ ανεχθούν το δαιμονικό εμπαιγμό του αδελφού τους.
Ο ηγούμενος Νίκων πήρε μαζί του μερικούς αδελφούς — τον κατοπινό ηγούμενο Ιωάννη, τον Ποιμένα το νηστευτή, τον Ησαΐα, κατοπινό επίσκοπο Ροστώφ, τον Ισαάκιο τον έγκλειστο, τον Αγαπητό τον Ιαματικό, το Γρηγόριο το θαυματουργό και άλλους – και πήγαν στο κελί του Νικήτα. Άνοιξαν με τη βία την ασφαλισμένη πόρτα. Ο Νικήτας τότε, με την επήρεια του πονηρού που κυριαρχούσε πάνω του, έγινε εκτός εαυτού, θηρίο άγριο και ατιθάσευτο. Άρχισε να ωρύεται, να χτυπιέται, ν’ απειλή, να ουρλιάζει σαν πληγωμένο θηρίο, καθώς μερικοί αδελφοί τον συγκρατούσαν και ο ηγούμενος του διάβαζε εξορκισμούς για την απαλλαγή του από το δαιμόνιο.
Η φιλανθρωπία του Θεού, έδιωξε τελικά μακριά τον εχθρό.
Ο ταλαιπωρημένος αδελφός ξαναβρήκε τον εαυτό του και ειρήνευσε.
Μετά απ’ αυτό, οι αδελφοί τον ρώτησαν ορισμένα πράγματα από την Παλαιά Διαθήκη. Εκείνος όμως δεν θυμόταν τίποτα. Κι όταν τον βεβαίωσαν ότι πριν από λίγο ήξερε ολόκληρη την Παλαιά Διαθήκη απ’ έξω, με έκπληξη ορκιζόταν ότι δεν την είχε διαβάσει ποτέ! Όπως διαπιστώθηκε σε λίγο, είχε ξεχάσει τελείως, όχι μόνο ό,τι είχε μάθει όσο τον κυβερνούσε το δαιμόνιο, αλλά και αυτή τη γραφή και την ανάγνωση ακόμη! Έτσι οι πατέρες αναγκάστηκαν να τον διδάξουν από την αρχή ανάγνωση και γραφή, σαν να ήταν μικρό παιδί!
Όταν ο Νικήτας κατάλαβε τι ακριβώς είχε συμβεί, έπεσε μετανοημένος στα πόδια του οσίου Νίκωνος, παρακαλώντας κι εκείνον και το Θεό να τον συγχωρήσουν για την ανυπακοή και την έπαρσή του, που τον έριξαν στα χέρια του σατανά.
Από τότε ο μακάριος παραδόθηκε με συντριβή στην κοινοβιακή ζωή της υπακοής και της εκκοπής του ιδίου θελήματος, κλαίγοντας νύχτα και μέρα για την πτώση του. Κι έδειξε τέτοια αυταπάρνηση, ώστε ξεπέρασε όλους τους αδελφούς στην αρετή.
Ο φιλάνθρωπος Κύριος, βλέποντας τη βαθιά τελωνική μετάνοια και ταπείνωση του δούλου Του, δέχτηκε τα δάκρυά του σαν μαρτυρικό αίμα και τον συγχώρησε για την πτώση του, όπως είχε συγχωρήσει τον απόστολο Πέτρο, που τρεις φορές τον αρνήθηκε, αλλά κατόπιν μετανόησε και «έκλαυσε πικρώς».
Και όπως ο Κύριος αξίωσε τον Πέτρο, παρά την τριπλή άρνησή του, να γίνει απόστολος και ποιμένας των λογικών προβάτων Του, έτσι έδειξε το έλεός Του και στο μετανοημένο όσιο Νικήτα και τον ανέδειξε ποιμένα και επίσκοπο του Νόβγκοροντ, στα 1096.
Επιπλέον τον δόξασε με το χάρισμα της θαυματουργίας, με το οποίο ευεργετούσε και ελεούσε το ποίμνιό του.
Πολλά θαύματα έκανε σαν επίσκοπος ο όσιος Νικήτας, με τα οποία δοξάστηκε το όνομα του θεού.
Κάποια φορά, μετά από πολύχρονη και βασανιστική ανομβρία, με την προσευχή του ήρθε ξαφνική βροχή, ποτιστική κι ευεργετική.
Άλλη φορά πάλι, όταν ξέσπασε μια φοβερή και καταστρεπτική πυρκαγιά στην πόλη, που ήταν αδύνατο να σβηστή ή να ελεγχθεί, ο όσιος την κατέστειλε με μόνη την προσευχή του, χωρίς ανθρώπινη επέμβαση.
Αλλά και πολλά άλλα θαύματα έκανε ο θεοφιλής ιεράρχης με τις προσευχές του, ευεργετώντας τους ανθρώπους του Θεού, δοξάζοντας το πανάγιο όνομά Του και στηρίζοντας στην ορθόδοξη πίστη τους αδυνάτους.
Αφού θεάρεστα και σοφά ποίμανε το λογικό του ποίμνιο ο μακάριος Νικήτας «μετέστη προς Κύριον» στα 1109, αποκτώντας το στεφάνι της αιώνιας ζωής.

Όσιος ΜΑΤΘΑΙΟΣ ο προορατικός


Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ματθαίος ο σπηλαιώτης, όχι μόνο ως προς το όνομα έμοιαζε με τον πρώτο από τους αγίους ευαγγελιστές, αλλά και ως προς τα θεία έργα. Διότι όπως ο ιερός ευαγγελιστής Ματθαίος απελευθέρωσε με το κήρυγμα και τη διδασκαλία του το λαό της Αιθιοπίας από την πλάνη των δαιμόνων, έτσι και ο προορατικός Ματθαίος, με τη σκληρή του άσκηση στη μονή των Σπηλαίων, έλαβε από τον Κύριο το χάρισμα ν’ απελευθερώνει το λαό της Ρωσίας από τις δαιμονικές πλεκτάνες.
Με τα φωτισμένα μάτια της ψυχής του, έβλεπε τους μισάνθρωπους δαίμονες
*
να στήνουν παγίδες,
*
να κατασκευάζουν πλεκτάνες,
*
να σπέρνουν πονηρούς λογισμούς,
*
να καλλιεργούν τα πάθη
*
και να ρίχνουν σε αμαρτίες τα έμψυχα πλάσματα του Θεού.
Ο όσιος ξεσκέπαζε όλ’ αυτά τα κρυφά και πονηρά έργα τους και συνέβαλλε έτσι στην ψυχική σωτηρία των αδελφών.
Κάποια μέρα, στη διάρκεια της πρωινής ακολουθίας, ο ευλογημένος Ματθαίος στεκόταν μέσα στην εκκλησία, στη συνηθισμένη θέση του. Είδε τότε ένα δαίμονα, με στολή στρατιώτη, να περιέρχεται τους μοναχούς και να τους πετάει άνθη φλαμουριάς, αφού πρώτα τα ράντιζε με μια παράξενη ουσία, σαν κόλλα. Αν το λουλούδι κολλούσε πάνω σε κάποιον αδελφό, αυτός αμέσως κυριευόταν από νύστα, κόπωση και ακηδία. Η προσοχή του χαλάρωνε, κάθε διάθεση για προσευχή χανόταν και με κάποια πρόφαση έβγαινε βιαστικά από το ναό και πήγαινε στο κελί του, όπου παραδινόταν στον ύπνο. Αν το λουλούδι έπεφτε κάτω χωρίς να κολλήσει στον αδελφό, αυτός παρέμενε όπως και πριν στο ναό και αγωνιζόταν στην προσευχή μέχρι το τέλος της ακολουθίας.
Όλα όσα είδε εκείνη τη μέρα ο όσιος γέροντας, τα ανακοίνωσε στους αδελφούς. Και από τότε όλοι έγιναν προσεκτικότεροι και πιο επιμελείς στις λατρευτικές συνάξεις.
Ο μακάριος Ματθαίος, είχε τη συνήθεια να φεύγει από την εκκλησία τελευταίος. Μετά από κάθε ακολουθία έμενε αρκετή ώρα μέσα στο ναό και προσευχόταν μέσα στο μισοσκόταδο και την ησυχία. Έπειτα αποσυρόταν στο κελί του.
Μια μέρα, μετά την πρωινή ακολουθία, κάθισε για λίγο να ξεκουραστεί κάτω από το καμπαναριό, γιατί το κελί του ήταν αρκετά μακριά. Εκεί του φάνηκε πως τον πήρε για λίγο ο ύπνος. Και τι να δη! Πλήθος πολύ δαιμόνων ερχόταν μέσα στην αυλή της μονής από την ανοιχτή πύλη! Παρατήρησε προσεκτικότερα και είδε πως κάποιος δαίμονας ερχόταν περήφανα, καβάλα σ’ ένα χοίρο, ενώ οι υπόλοιποι τον περικύκλωναν σαν υποτελείς. «Που πάτε εσείς;», τους ρώτησε ο όσιος. «Στο Μιχαήλ Τομπόλκοβιτς», απάντησε εκείνος που καθόταν στο χοίρο.
Τότε ο όσιος ξύπνησε. Σταυροκοπήθηκε και τράβηξε για το κελί του. Είχε ήδη φέξει νια καλά.
– Σε παρακαλώ, είπε σ’ ένα νέο μοναχό, για πήγαινε να μάθεις, είναι στο κελί του ο αδελφός Μιχαήλ;
Ο μοναχός δεν άργησε να επιστρέψει.
– Σήμερα, είπε, μετά τον όρθρο, κάποιος τον είδε να βγαίνει από τη μάντρα της μονής. Κανείς δεν ξέρει που πήγε.
Την ίδια μέρα ο όσιος αποκάλυψε το όραμά του στον ηγούμενο και τους πιο μεγάλους αδελφούς. Ο ηγούμενος κάλεσε τον ταλαίπωρο εκείνο αδελφό, που είχε γίνει υποχείριο του πονηρού και είχε πέσει σε βαρεία αμαρτία. Με κατάλληλες νουθεσίες τον βοήθησε να μετανοήσει και να λυτρωθεί από τη δαιμονική επήρεια.
Ζούσε ακόμη ο μακάριος Ματθαίος, όταν έγινε ηγούμενος ο όσιος Νίκων.
Μια μέρα, την ώρα του όρθρου, ο όσιος Ματθαίος σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε προς τη θέση του ηγουμένου. Αντί να δη όμως το Νίκωνα, είδε… ένα γάιδαρο!
Όταν ο όσιος γέροντας το είπε στον ηγούμενο, εκείνος κατάλαβε πως ήταν μια επέμβαση του Θεού για να τον συνετίσει, επειδή δεν παρακολουθούσε με προσοχή την ακολουθία.
Αλλά και πολλά άλλα θεόσταλτα οράματα αξιώθηκε να δη ο όσιος γέροντας, με τα οποία ωφελούσε και στήριζε τους αδελφούς μέχρι την ειρηνική τελευτή του, σε βαθιά γεράματα.
Το άφθορο σκήνωμά του, αναπαύεται στα σπήλαια, μαζί με τα λείψανα των άλλων αγίων ασκητών.