Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

Ιστορίες από το "ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ"

Όσιος ΝΙΚΗΤΑΣ ο έγκλειστος επίσκοπος Νόβγκοροντ


ΣΕ ΟΛΟΥΣ τους αγωνιστές του Χριστού, περισσότερη τιμή πρέπει σ’ εκείνους τους γενναίους που ξεκόβουν από την παράταξη των άλλων μαχητών, ορμούν άφοβα μπροστά και πολεμούν τον εχθρό μόνοι τους.
Σ’ αυτούς τους στρατιώτες Του, παραχωρεί κάποτε ο Κύριος να συμβεί μια μεγάλη πτώση, με άρση της χάριτός Του, «ίνα μη υπεραίρονται». Βλέποντας ωστόσο το ζήλο και τη γενναιότητά τους, δεν τους εγκαταλείπει οριακά, αλλ’ αφού τους παιδαγωγήσει για ορισμένο χρόνο, τους αποκαθιστά και τους χαριτώνει πάλι, καθιστώντας τους ανίκητους από τους δαίμονες.
Ανάμεσα σ’ αυτούς τους γενναίους πολεμιστές του Χριστού, μια από τις πρώτες θέσεις κατείχε και ο μακάριος Νικήτας ο έγκλειστος, μοναχός της μονής των Σπηλαίων.
Ο όσιος Νικήτας ήταν νεώτερος κατά σάρκα αδελφός του μεγάλου Νίκωνος. Όταν λοιπόν ο τελευταίος έγινε ηγούμενος στην Πετσέρσκαγια, ο Νικήτας άρχισε επίμονα να τον παρακαλεί:
– Δώσ’ μου γέροντα ευλογία ν’ ασκήσω τον έγκλειστο βίο!
-Τέκνο μου, του απαντούσε ο όσιος Νίκων, δεν θα σε ωφελήσει αυτό. Δεν μπορείς ακόμα, νέος μοναχός όπως είσαι, να κλειστής μέσα σ’ ένα μικρό κελί και να επιδοθείς στην προσευχή. Δεν είναι για τα μέτρα σου αυτή η εργασία. Είναι ασφαλέστερο να παραμείνεις μαζί με όλους τους αδελφούς, να κάνης αδιάκριτη υπακοή, να εργάζεσαι μ’ επιμέλεια στο διακόνημά σου, ν’ ασκείς όλες τις πρακτικές αρετές, και να ‘σαι Βέβαιος ότι δεν θα στερηθείς του μισθού σου. Δεν είδες τι έπαθε ο αδελφός μας Ισαάκιος; Θέλησε να ζήση έγκλειστος, απατήθηκε οικτρά από τους δαίμονες και μόνο η χάρη του Θεού και οι ευχές των οσίων πατέρων μας τον σώσανε!
Άλλα παρ’ όλες τις προσπάθειες του οσίου Νίκωνος να τον μεταπείσει, ο Νικήτας επέμενε:
– Ποτέ, ποτέ πάτερ, δεν θ’ απατηθώ! Θα σταθώ δυνατός εναντίον των δαιμονικών σκευωριών και θα παρακαλέσω το φιλάνθρωπο Θεό να μου δωρίσει το χάρισμα της θαυματουργίας, όπως στον Ισαάκιο, που μέχρι σήμερα κάνει πολλά θαύματα.
Ο ηγούμενος του είπε πάλι:
– Παιδί μου, η επιθυμία σου ξεπερνά τις δυνατότητές σου και κρύβει κενοδοξία. Πρόσεξε μήπως πέσεις πριν καν προλάβεις ν’ ανέβεις στα ύψη που θέλεις. «Ο δοκών εστάναι βλεπέτω μη πέση», προειδοποιεί ο άγιος απόστολος. Εγώ σου συνιστώ νια τελευταία φορά να μείνεις και ν’ αγωνιστής μαζί με τους άλλους αδελφούς, με ταπείνωση και υπακοή, για να λάβεις από τον Κύριο το αμάραντο στεφάνι. Οτιδήποτε άλλο κάνης θα είναι καρπός του δικού σου θελήματος και γι’ αυτό επικίνδυνο για την ψυχή σου. Ο Θεός να σε φωτίσει στο αγαθό…
Ο Νικήτας όμως δεν θέλησε ν’ ακούσει τις συμβουλές του ηγουμένου, γιατί δεν μπορούσε να κατανικήσει το δυνατό πόθο για έγκλειστη ασκητική ζωή, που κατέκαιγε την ψυχή του. Έκανε λοιπόν ο δυστυχής το θέλημά του!
Κλείστηκε στο κελί του, ασφάλισε την πόρτα κι έμεινε μόνος, προσευχόμενος αδιάλειπτα. Ζήτησε μόνο να του φέρνουν λίγη τροφή κάθε μέρα.
Ο όσιος Νίκων είδε με θλίψη και ανησυχία την πράξη του αδελφού του. Περίμενε με φόβο την τιμωρία της παρακοής του, που δυστυχώς, δεν άργησε καθόλου.
Μόλις μερικές ήμερες μετά τον εγκλεισμό του ο όσιος Νικήτας, άκουσε μια φωνή δίπλα του. Σαν να ήταν κάποιος που συμπροσευχόταν μ’ εκείνον. Ταυτόχρονα ένιωσε μιαν άρρητη ευωδιά να πλημμυρίζει το κελί. Ο διάβολος είχε κιόλας στήσει την παγίδα του. Και ο απειροπόλεμος Νικήτας παγιδεύτηκε αμέσως!
«Άγγελος θα είναι!» σκέφτηκε μ’ ένα παράξενο σκίρτημα δέους. «Αν δεν ήταν άγγελος, δεν θα προσευχόταν μαζί μου. Ούτε θα ευωδίαζε, αφού οι δαίμονες είναι δυσώδεις. Είναι φανερό πως το κελί μου έχει πληρωθεί με την ευωδιά του Αγίου Πνεύματος!».
Αυτά συλλογίστηκε ο ταλαίπωρος και άρχισε πάλι να προσεύχεται μ’ επιμονή και δάκρυα λέγοντας:
– Κύριε, φανερώσου, Σε παρακαλώ, για να σε δω με τα μάτια μου!
Άκουσε τότε φωνή να του λέει:
– Δεν πρέπει να σου φανερωθώ, γιατί είσαι νέος ακόμα! Θα υπερηφανευθείς και θα πέσεις σε πλάνη!
– Όχι Κύριε, αποκρίθηκε κλαίγοντας ο Νικήτας. Ποτέ δεν θα πλανηθώ, γιατί ο ηγούμενός μου με καθοδήγησε πως ν’ αποφεύγω τις παγίδες του διαβόλου. Ό,τι μου πεις εσύ, Κύριε μου, θα το κάνω!
Τότε ο πονηρός σατανάς του είπε:
Νικήτα, «ου δυνήση ιδείν το πρόσωπόν μου• ου γαρ μη ιδεί άνθρωπος το πρόσωπόν μου και ζήσεται»! Αλλά να! Σου στέλνω έναν άγγελό μου, θα μείνει μαζί σου. Να κάνης ό,τι σου λέει!
Αυτοστιγμεί εμφανίστηκε μπροστά στον έγκλειστο ένας δαίμονας με μορφή αγγέλου. Ο Νικήτας, πλανημένος πια εντελώς, έπεσε και τον προσκύνησε σαν απεσταλμένο του Θεού! Κι εκείνος του είπε:
Νικήτα, από δω και πέρα εσύ δεν χρειάζεται να προσεύχεσαι. Θα προσεύχομαι εγώ στη θέση σου. Εσύ μόνο να μελετάς βιβλία και να προσφέρεις λόγους ωφελείας σ’ εκείνους που θα σου στέλνει ο Θεός. Θα γίνεις μέγας καθοδηγητής ψυχών και σωτήρας των ανθρώπων!
Φυσικά ο Νικήτας υπάκουσε τυφλά στις εντολές του «αγγέλου». Υποχείριος πλέον στον κοσμοκράτορα του σκότους, έπαψε να προσεύχεται κι έπεσε με μεγάλο ζήλο στη μελέτη. Έβλεπε το δαίμονα να στέκεται συνεχώς σε στάση προσευχής και χαιρόταν, πιστεύοντας ότι παρακαλούσε το Θεό για τη σωτηρία του!
Ο ίδιος άρχισε να συζητά ακατάπαυστα με τους ανθρώπους που τον πλησίαζαν για τη Γραφή, για την πίστη, για την ωφέλεια της ψυχής και για ποικίλα άλλα θέματα. Δεν άργησε ν’ αποκτήσει και φήμη προορατικού και χαρισματούχου μοναχού. Η φήμη του απλώθηκε μακριά κι όλοι τον θαύμαζαν νια την ακριβή εκπλήρωση των προφητικών του λόγων.
Η δόξα του έφτασε στο απόγειό της, όταν κάποτε έστειλε στον πρίγκιπα Ιζιασλάβο το εξής μήνυμα:
«Σήμερα φονεύθηκε στο Ζαβόλτς ο πρίγκιπας του Νόβγκοροντ Γκλέμπ Σβιατοσλάβιτς. Στείλε γρήγορα το γιο σου Σβιατοπόλκ, να πάρει το θρόνο του Νόβγκοροντ».
Μετά από μερικές ημέρες, ήρθε πράγματι η είδηση για τη δολοφονία του πρίγκιπα Γκλέμπ. Ο Σβιατοπόλκ επίσης πρόλαβε και κατέλαβε το θρόνο του. Από τότε ο Νικήτας έγινε σεβαστός και φοβερός για την «προφητική» του δύναμη σε ηγεμόνες, σε βογιάρους και σ’ όλο το λαό.
Ο ηγούμενος Νίκων όμως, ήταν επιφυλακτικός και κάτι περίμενε… Διαπίστωσε σύντομα ότι ενώ ο Νικήτας γνώριζε απ’ έξω ολόκληρη σχεδόν την Παλαιά Διαθήκη και τη χρησιμοποιούσε μ’ εκπληκτική ευχέρεια στις συζητήσεις του, δεν ήξερε αντίθετα, καθόλου την Καινή Διαθήκη. Δεν τη μελετούσε ποτέ και δεν ήθελε να γίνεται ούτε λόγος γι’ αυτήν! Απ’ αυτή τη συμπεριφορά του, δεν άργησαν οι πατέρες όλοι να πεισθούν ότι είχε πλανηθεί από το διάβολο. Και δεν θέλησαν ν’ ανεχθούν το δαιμονικό εμπαιγμό του αδελφού τους.
Ο ηγούμενος Νίκων πήρε μαζί του μερικούς αδελφούς — τον κατοπινό ηγούμενο Ιωάννη, τον Ποιμένα το νηστευτή, τον Ησαΐα, κατοπινό επίσκοπο Ροστώφ, τον Ισαάκιο τον έγκλειστο, τον Αγαπητό τον Ιαματικό, το Γρηγόριο το θαυματουργό και άλλους – και πήγαν στο κελί του Νικήτα. Άνοιξαν με τη βία την ασφαλισμένη πόρτα. Ο Νικήτας τότε, με την επήρεια του πονηρού που κυριαρχούσε πάνω του, έγινε εκτός εαυτού, θηρίο άγριο και ατιθάσευτο. Άρχισε να ωρύεται, να χτυπιέται, ν’ απειλή, να ουρλιάζει σαν πληγωμένο θηρίο, καθώς μερικοί αδελφοί τον συγκρατούσαν και ο ηγούμενος του διάβαζε εξορκισμούς για την απαλλαγή του από το δαιμόνιο.
Η φιλανθρωπία του Θεού, έδιωξε τελικά μακριά τον εχθρό.
Ο ταλαιπωρημένος αδελφός ξαναβρήκε τον εαυτό του και ειρήνευσε.
Μετά απ’ αυτό, οι αδελφοί τον ρώτησαν ορισμένα πράγματα από την Παλαιά Διαθήκη. Εκείνος όμως δεν θυμόταν τίποτα. Κι όταν τον βεβαίωσαν ότι πριν από λίγο ήξερε ολόκληρη την Παλαιά Διαθήκη απ’ έξω, με έκπληξη ορκιζόταν ότι δεν την είχε διαβάσει ποτέ! Όπως διαπιστώθηκε σε λίγο, είχε ξεχάσει τελείως, όχι μόνο ό,τι είχε μάθει όσο τον κυβερνούσε το δαιμόνιο, αλλά και αυτή τη γραφή και την ανάγνωση ακόμη! Έτσι οι πατέρες αναγκάστηκαν να τον διδάξουν από την αρχή ανάγνωση και γραφή, σαν να ήταν μικρό παιδί!
Όταν ο Νικήτας κατάλαβε τι ακριβώς είχε συμβεί, έπεσε μετανοημένος στα πόδια του οσίου Νίκωνος, παρακαλώντας κι εκείνον και το Θεό να τον συγχωρήσουν για την ανυπακοή και την έπαρσή του, που τον έριξαν στα χέρια του σατανά.
Από τότε ο μακάριος παραδόθηκε με συντριβή στην κοινοβιακή ζωή της υπακοής και της εκκοπής του ιδίου θελήματος, κλαίγοντας νύχτα και μέρα για την πτώση του. Κι έδειξε τέτοια αυταπάρνηση, ώστε ξεπέρασε όλους τους αδελφούς στην αρετή.
Ο φιλάνθρωπος Κύριος, βλέποντας τη βαθιά τελωνική μετάνοια και ταπείνωση του δούλου Του, δέχτηκε τα δάκρυά του σαν μαρτυρικό αίμα και τον συγχώρησε για την πτώση του, όπως είχε συγχωρήσει τον απόστολο Πέτρο, που τρεις φορές τον αρνήθηκε, αλλά κατόπιν μετανόησε και «έκλαυσε πικρώς».
Και όπως ο Κύριος αξίωσε τον Πέτρο, παρά την τριπλή άρνησή του, να γίνει απόστολος και ποιμένας των λογικών προβάτων Του, έτσι έδειξε το έλεός Του και στο μετανοημένο όσιο Νικήτα και τον ανέδειξε ποιμένα και επίσκοπο του Νόβγκοροντ, στα 1096.
Επιπλέον τον δόξασε με το χάρισμα της θαυματουργίας, με το οποίο ευεργετούσε και ελεούσε το ποίμνιό του.
Πολλά θαύματα έκανε σαν επίσκοπος ο όσιος Νικήτας, με τα οποία δοξάστηκε το όνομα του θεού.
Κάποια φορά, μετά από πολύχρονη και βασανιστική ανομβρία, με την προσευχή του ήρθε ξαφνική βροχή, ποτιστική κι ευεργετική.
Άλλη φορά πάλι, όταν ξέσπασε μια φοβερή και καταστρεπτική πυρκαγιά στην πόλη, που ήταν αδύνατο να σβηστή ή να ελεγχθεί, ο όσιος την κατέστειλε με μόνη την προσευχή του, χωρίς ανθρώπινη επέμβαση.
Αλλά και πολλά άλλα θαύματα έκανε ο θεοφιλής ιεράρχης με τις προσευχές του, ευεργετώντας τους ανθρώπους του Θεού, δοξάζοντας το πανάγιο όνομά Του και στηρίζοντας στην ορθόδοξη πίστη τους αδυνάτους.
Αφού θεάρεστα και σοφά ποίμανε το λογικό του ποίμνιο ο μακάριος Νικήτας «μετέστη προς Κύριον» στα 1109, αποκτώντας το στεφάνι της αιώνιας ζωής.

Όσιος ΜΑΤΘΑΙΟΣ ο προορατικός


Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ματθαίος ο σπηλαιώτης, όχι μόνο ως προς το όνομα έμοιαζε με τον πρώτο από τους αγίους ευαγγελιστές, αλλά και ως προς τα θεία έργα. Διότι όπως ο ιερός ευαγγελιστής Ματθαίος απελευθέρωσε με το κήρυγμα και τη διδασκαλία του το λαό της Αιθιοπίας από την πλάνη των δαιμόνων, έτσι και ο προορατικός Ματθαίος, με τη σκληρή του άσκηση στη μονή των Σπηλαίων, έλαβε από τον Κύριο το χάρισμα ν’ απελευθερώνει το λαό της Ρωσίας από τις δαιμονικές πλεκτάνες.
Με τα φωτισμένα μάτια της ψυχής του, έβλεπε τους μισάνθρωπους δαίμονες
*
να στήνουν παγίδες,
*
να κατασκευάζουν πλεκτάνες,
*
να σπέρνουν πονηρούς λογισμούς,
*
να καλλιεργούν τα πάθη
*
και να ρίχνουν σε αμαρτίες τα έμψυχα πλάσματα του Θεού.
Ο όσιος ξεσκέπαζε όλ’ αυτά τα κρυφά και πονηρά έργα τους και συνέβαλλε έτσι στην ψυχική σωτηρία των αδελφών.
Κάποια μέρα, στη διάρκεια της πρωινής ακολουθίας, ο ευλογημένος Ματθαίος στεκόταν μέσα στην εκκλησία, στη συνηθισμένη θέση του. Είδε τότε ένα δαίμονα, με στολή στρατιώτη, να περιέρχεται τους μοναχούς και να τους πετάει άνθη φλαμουριάς, αφού πρώτα τα ράντιζε με μια παράξενη ουσία, σαν κόλλα. Αν το λουλούδι κολλούσε πάνω σε κάποιον αδελφό, αυτός αμέσως κυριευόταν από νύστα, κόπωση και ακηδία. Η προσοχή του χαλάρωνε, κάθε διάθεση για προσευχή χανόταν και με κάποια πρόφαση έβγαινε βιαστικά από το ναό και πήγαινε στο κελί του, όπου παραδινόταν στον ύπνο. Αν το λουλούδι έπεφτε κάτω χωρίς να κολλήσει στον αδελφό, αυτός παρέμενε όπως και πριν στο ναό και αγωνιζόταν στην προσευχή μέχρι το τέλος της ακολουθίας.
Όλα όσα είδε εκείνη τη μέρα ο όσιος γέροντας, τα ανακοίνωσε στους αδελφούς. Και από τότε όλοι έγιναν προσεκτικότεροι και πιο επιμελείς στις λατρευτικές συνάξεις.
Ο μακάριος Ματθαίος, είχε τη συνήθεια να φεύγει από την εκκλησία τελευταίος. Μετά από κάθε ακολουθία έμενε αρκετή ώρα μέσα στο ναό και προσευχόταν μέσα στο μισοσκόταδο και την ησυχία. Έπειτα αποσυρόταν στο κελί του.
Μια μέρα, μετά την πρωινή ακολουθία, κάθισε για λίγο να ξεκουραστεί κάτω από το καμπαναριό, γιατί το κελί του ήταν αρκετά μακριά. Εκεί του φάνηκε πως τον πήρε για λίγο ο ύπνος. Και τι να δη! Πλήθος πολύ δαιμόνων ερχόταν μέσα στην αυλή της μονής από την ανοιχτή πύλη! Παρατήρησε προσεκτικότερα και είδε πως κάποιος δαίμονας ερχόταν περήφανα, καβάλα σ’ ένα χοίρο, ενώ οι υπόλοιποι τον περικύκλωναν σαν υποτελείς. «Που πάτε εσείς;», τους ρώτησε ο όσιος. «Στο Μιχαήλ Τομπόλκοβιτς», απάντησε εκείνος που καθόταν στο χοίρο.
Τότε ο όσιος ξύπνησε. Σταυροκοπήθηκε και τράβηξε για το κελί του. Είχε ήδη φέξει νια καλά.
– Σε παρακαλώ, είπε σ’ ένα νέο μοναχό, για πήγαινε να μάθεις, είναι στο κελί του ο αδελφός Μιχαήλ;
Ο μοναχός δεν άργησε να επιστρέψει.
– Σήμερα, είπε, μετά τον όρθρο, κάποιος τον είδε να βγαίνει από τη μάντρα της μονής. Κανείς δεν ξέρει που πήγε.
Την ίδια μέρα ο όσιος αποκάλυψε το όραμά του στον ηγούμενο και τους πιο μεγάλους αδελφούς. Ο ηγούμενος κάλεσε τον ταλαίπωρο εκείνο αδελφό, που είχε γίνει υποχείριο του πονηρού και είχε πέσει σε βαρεία αμαρτία. Με κατάλληλες νουθεσίες τον βοήθησε να μετανοήσει και να λυτρωθεί από τη δαιμονική επήρεια.
Ζούσε ακόμη ο μακάριος Ματθαίος, όταν έγινε ηγούμενος ο όσιος Νίκων.
Μια μέρα, την ώρα του όρθρου, ο όσιος Ματθαίος σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε προς τη θέση του ηγουμένου. Αντί να δη όμως το Νίκωνα, είδε… ένα γάιδαρο!
Όταν ο όσιος γέροντας το είπε στον ηγούμενο, εκείνος κατάλαβε πως ήταν μια επέμβαση του Θεού για να τον συνετίσει, επειδή δεν παρακολουθούσε με προσοχή την ακολουθία.
Αλλά και πολλά άλλα θεόσταλτα οράματα αξιώθηκε να δη ο όσιος γέροντας, με τα οποία ωφελούσε και στήριζε τους αδελφούς μέχρι την ειρηνική τελευτή του, σε βαθιά γεράματα.
Το άφθορο σκήνωμά του, αναπαύεται στα σπήλαια, μαζί με τα λείψανα των άλλων αγίων ασκητών.

Όσιος ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ ο έγκλειστος


ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ εκείνα, μετά τα δυσάρεστα γεγονότα των οσίων εγκλείστων σπηλαιωτών Ισαακίου και Νικήτα, ήρθε στο μοναστήρι ένας νέος ασκητής, ο μακάριος Λαυρέντιος. Είχε κι αυτός τον πόθο, σαν γενναίος στρατιώτης του Χριστού, ν’ ασκηθεί και να πολεμήσει τον ανθρωποκτόνο εχθρό σαν έγκλειστος, εφαρμόζοντας πιστά σ’ όλη του τη ζωή την παραγγελία του Κυρίου: «συ δε όταν προσευχή, είσελθε εις το ταμείον σου, και κλείσας την θύραν σου πρόσευξαι τω πατρί σου τω εν τω κρύπτω, και ο πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρύπτω αποδώσει σοι εν τω φανερώ».
Οι πατέρες όμως, έχοντας πρόσφατη την ανάμνηση των παθημάτων των μακαρίων Ισαακίου και Νικήτα, του είπαν τρομαγμένοι:
– Αδελφέ, αν θέλεις ν’ ασκηθείς έγκλειστος, μην το κάνης εδώ στη μονή μας, που περισσότερο απ’ όλες πολεμείται από το δαίμονα της πλάνης. Ήδη πλανήθηκαν δυο αδελφοί μας, που τόλμησαν ν’ ανοίξουν προσωπικό πόλεμο μαζί του. Και παρά λίγο θα χάνονταν για πάντα, αλλά η φιλανθρωπία του Θεού και οι προσευχές των αγίων τους γλίτωσαν. Γι’ αυτό, αν επιμένεις σ’ αυτό τον τρόπο της ασκήσεως, πήγαινε κάπου άλλου. Εδώ κινδυνεύεις.
Τότε ο θεομακάριστος Λαυρέντιος έβαλε μετάνοια στους πατέρες, πήρε την ευχή τους και πήγε στη μονή του αγίου μεγαλομάρτυρα Δημητρίου.
Εκεί άρχισε μιαν αυστηρή έγκλειστη ζωή. Με μοναδική φροντίδα τη σωτηρία της ψυχής του, ο ιερός Λαυρέντιος επέβαλλε κάθε μέρα στον εαυτό του περισσότερους και σκληρότερους κόπους.
Νέκρωνε τα σαρκικά πάθη με την άσκηση της πείνας.
Έσφαζε τους εμπαθείς λογισμούς με το πνευματικό ξίφος της προσευχής.
Έσβηνε τα πυρωμένα βέλη του πονηρού με ποταμούς δακρύων.
Και με τη χάρη του Θεού όχι μόνο απελευθερώθηκε από τους δαίμονες, αλλά και έλαβε την εξουσία να θεραπεύει θαυματουργικά τους αρρώστους και να εκδιώκει τα πονηρά πνεύματα.
Κάποτε έφεραν στον όσιο έναν άνθρωπο από το Κίεβο, που βασανιζόταν από φοβερό και ακατάβλητο δαιμόνιο. Ήταν τόσο ισχυρό, ώστε ο δαιμονισμένος μπορούσε σε στιγμές κρίσεως να ξεριζώσει και να πετάξει μακριά ένα μεγάλο δέντρο, πράγμα ακατόρθωτο για δέκα ρωμαλέους άντρες.
Ο μακάριος Λαυρέντιος από ταπείνωση προφασίστηκε ότι δεν μπορούσε να βγάλει ένα τόσο ισχυρό δαιμόνιο. Για ν’ αποκαλυφθεί σε όλους η δύναμη και η χάρη του Θεού, που αναπαυόταν στην αγία μονή των Σπηλαίων, είπε να οδηγήσουν εκεί το δαιμονισμένο.
Εκείνος όμως, μόλις το άκουσε, άρχισε να φωνάζει έντρομος:
— Που με στέλνεις; Εγώ δεν τολμώ ούτε να πλησιάσω σ’ αυτό το μοναστήρι! Βρίσκονται εκεί τριάντα άγιοι, που μ’ έχουν κατεξευτελίσει! Με τους άλλους κάνω πόλεμο, μ’ αυτούς όχι! Μ’ έχουν κάψει! Τους φοβάμαι! Μη!… Όχι!… Μη με στέλνεις εκεί!
Πληροφορημένος όμως τώρα ο όσιος και από τον ίδιο το δαίμονα για την αρετή και την πνευματική δύναμη των αδελφών των Σπηλαίων, έδωσε πιο επίμονα και πιο αποφασιστικά την εντολή να τον οδηγήσουν εκεί.
Οι οικείοι του δαιμονισμένου, ήξεραν ότι ποτέ δεν είχε πάει στα Σπήλαια και ότι όλοι οι μοναχοί του ήταν άγνωστοι. Καθώς πήγαιναν λοιπόν προς τη μονή τον ρωτούσαν:
– Ποιους μοναχούς φοβάσαι; Καθώς γνωρίζουμε, σήμερα στο μοναστήρι ζουν εκατόν ογδόντα καλόγεροι. Ποιοι είν’ αυτοί οι τριάντα που σ’ έχουν «κάψει»;
Ο δαιμονισμένος τότε ανέφερε ένα-ένα τα ονόματα τριάντα αδελφών και πρόσθεσε:
—Αυτοί οι τριάντα μπορούν να με διώξουν σαν σκόνη, ακόμη και μ’ ένα τους λόγο.
—Τότε να σε κλείσουμε στο σπήλαιο με τα λείψανα των πεθαμένων μοναχών, είπαν οι άλλοι.
Και ο δαιμονισμένος, κατά παραχώρηση Θεού, αποκρίθηκε τούτα τα θαυμαστά:
—Και νομίζετε ότι μπορώ να κάνω πόλεμο με τους νεκρούς;
Είναι κι αυτοί απολέμητοι. Και έχουν μεγάλη παρρησία στο Θεό. Αδιάκοπα προσεύχονται για τους μοναχούς των Σπηλαίων και για τους ανθρώπους που προστρέχουν σ’ αυτούς. Αλλ’ αν θέλετε να δείτε τη δύναμή μου, φέρτε με στο μοναστήρι. Γιατί εκτός από τους τριάντα που σας κατονόμασα, με όλους τους άλλους μπορώ να παλέψω!
Καθώς όμως πλησίαζαν στη μονή, ο δαιμονισμένος έπεσε σε κρίση. Έμεινε για λίγη ώρα σαν εκστατικός και κεραυνοχτυπημένος, χωρίς επικοινωνία με το περιβάλλον. Από το στόμα του έβγαιναν παράξενες και ακατανόητες φράσεις, ένα συνονθύλευμα από εβραϊκές, λατινικές και ελληνικές λέξεις. Και μετά – ω του θαύματος! – ακριβώς μπροστά στην πύλη του μοναστηρίου, το ακάθαρτο πνεύμα τον άφησε κι έγινε καπνός. Ο ταλαιπωρημένος άνθρωπος συνήλθε, κι έδειξε να έχει απαλλαγή οριστικά από τη δαιμονική τυραννία.
Δοξάζοντας το Θεό εκείνος και οι συνοδοί του, μπήκαν στη μονή και πήγαν στη μεγάλη εκκλησία της για να Τον ευχαριστήσουν.
Ο ηγούμενος πληροφορήθηκε το γεγονός και ήρθε στο ναό με μερικούς αδελφούς. Ωστόσο ο θεραπευμένος άνθρωπος δεν γνώριζε ούτε τον ηγούμενο, ούτε κάποιον άλλον από τους τριάντα μοναχούς, που τα ονόματά τους είχε αναφέρει στη διάρκεια της δαιμονοπληξίας του.
— Ποιος σ’ έκανε καλά; Και πως; τον ρώτησαν μ’ ενδιαφέρον.
Κι εκείνος, δείχνοντας τη θαυματουργή εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, είπε:
– Στην είσοδο της μονής, μας προϋπάντησαν οι τριάντα άγιοι πατέρες μ’ αυτή την εικόνα. Μόλις την αντίκρισα θεραπεύτηκα.
Τα ονόματα των τριάντα εκείνων πατέρων τα θυμόταν όλα. Κανέναν όμως δεν μπορούσε ν’ αναγνωρίσει, γιατί δεν τους είχε δει ποτέ.
Όλοι τότε, μοναχοί και λαϊκοί, ύμνησαν τον Κύριο και την πανάχραντη Μητέρα Του, που με την αγία βούλησή Τους, είχαν ευλογήσει τη μονή των Σπηλαίων- και χαριτώσει τους μοναχούς της, επειδή πρόσφεραν ολόκληρο τον εαυτό τους «θυσίαν δεκτήν, ευάρεστον τω Θεώ».
Ο όσιος Λαυρέντιος, αφού «εποίησε καρπόν πολύν» στη μονή του αγίου Δημητρίου και άφησε πολλούς μιμητές της ισάγγελης πολιτείας του, ήρθε στην Πετσέρσκαγια.
Εδώ συνέχισε τη θεοφιλή πολιτεία του για αρκετά χρόνια και αναδείχθηκε ισάξιος των προηγουμένων αγίων ασκητών.
Κατόπιν παρέδωσε τη μακάρια ψυχή του στον Κύριο και εισήλθε «δια της στενής πύλης» στην αιώνια ζωή.
Το τίμιο σώμα του, τοποθετήθηκε από τους πατέρες στο σπήλαιο των κεκοιμημένων αδελφών, όπου μέχρι σήμερα αναπαύεται άφθορο και δοξασμένο από το μισθαποδότη Θεό.

Όσιος ΙΩΑΝΝΗΣ ο πολύαθλος.


Ο ΟΣΙΟΣ Ιωάννης ο πολύαθλος, υπέμεινε πολλές θλίψεις για την αγνεία και την παρθενία, σαν επίγειος νυμφίος του ουράνιου Νυμφίου.
Ο όσιος Ιωάννης τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε έγκλειστος στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου. Εκεί τον επισκεπτόταν συχνά κάποιος από τους αδελφούς, που ο διάβολος τον πολεμούσε άγρια με ακάθαρτους λογισμούς.
– Πάτερ, σώσε με! έλεγε απελπισμένος στον όσιο. Προσευχή σου στον Κύριο να χαλαρώσει λίγο το σαρκικό πόλεμο, γιατί δεν αντέχω άλλο.
– Αδελφέ μου, του απαντούσε ο μακάριος Ιωάννης με λόγια ψαλμικά, «υπόμεινον τον Κύριον ανδρίζου, και κραταιούσθω , η καρδία σου και υπόμεινον τον Κύριον και φύλαξον την οδόν αυτού και αυτός ρύσεταί σε εκ χειρός εχθρού και συντρίψει τους οδόντας αυτού».
Πάτερ, πίστεψε με! Αν δεν με βοηθήσεις, παίρνω τα μάτια μου και φεύγω. Δεν ησυχάζω πουθενά. Μ’ έχει τρελάνει ο πόλεμος της σάρκας, θα φύγω και θα τριγυρίζω σαν αγρίμι από τόπο σε τόπο.
– Γιατί, παιδί μου, θέλεις να παραδώσεις μόνος σου τον εαυτό σου στον εχθρό; Να! Στέκεσαι κιόλας στο χείλος του γκρεμού. Ο εχθρός ετοιμάζεται να σε σπρώξει. Και θα ‘ναι η πτώση σου μεγάλη και θανάσιμη. Ποτέ δεν θα μπορέσεις πια να σηκωθείς. Αν όμως παραμείνεις εδώ, στο μοναστήρι σου, στο σίγουρο λιμάνι, δεν θα είσαι πια στο χείλος του γκρεμού και δεν θα υπάρχει κίνδυνος να σε γκρεμίσει και να σε θανάτωση ψυχικά ο μοχθηρός εχθρός μας.
Ο Θεός τότε θα σε αμείψει για την υπομονή σου και θα σε βγάλει από την τάφρο των παθών και τη λάσπη της ακαθαρσίας.
Αλλά για να παρηγορηθείς, θα σου διηγηθώ κάτι από τη ζωή μου.
Όταν ήρθα στο μοναστήρι και μπήκα στη μοναχική μας οικογένεια, άρχισα να βασανίζομαι αφόρητα από το πνεύμα της πορνείας. Δεν μπορώ να σου περιγράψω τι τράβηξα. Ρίχτηκα σε σκληρή άσκηση και νηστεία. Δεν έτρωγα τίποτα για δυο και τρεις ημέρες συνέχεια, καμία φορά και για βδομάδα ολόκληρη. Αγρυπνούσα όλη τη νύχτα. Προσευχόμουν αδιάλειπτα. Τρία χρόνια κράτησε το μαρτύριό μου, χωρίς να βρω ανάπαυση.
«Έφυγα και ήρθα στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου. Έπεσα πάνω στον τάφο του, έκλαιγα και τον παρακαλούσα να με βοηθήσει. Τρία μερόνυχτα έμεινα εκεί, χωρίς τροφή και νερό. Και ξαφνικά άκουσα τη φωνή του οσίου:
– Ιωάννη! Ιωάννη! φώναξε. Πρέπει να μείνεις εδώ, στο σπήλαιό μου, να ζήσης έγκλειστος με σιωπή και προσευχή. Και ο Κύριος θα σ’ απαλλάξει από τον πόλεμο του εχθρού.
»Έτρεξα τότε και βρήκα τον ηγούμενο. Εκείνος, πληροφορημένος από το Θεό, μου έδωσε ευλογία να κλειστώ σ’ αυτόν εδώ τον υγρό, στενό, σκοτεινό και απαρηγόρητο τόπο. Συμπλήρωσα ήδη τριάντα χρόνια. Και να! Μόλις πριν από λίγο καιρό βρήκα ανάπαυση. Όλ’ αυτά τα χρόνια πάλευα με τους πορνικούς λογισμούς και τα πάθη, ταλαιπωρώντας το σώμα μου με νηστεία και αγρυπνία.
Κι εδώ όμως η φλόγα των σαρκικών παθών με κατέκαιγε. Μη βρίσκοντας άλλο τρόπο να της αντισταθώ, αποφάσισα να βγάλω τα ρούχα και να κρεμάσω στα χέρια και στα πόδια μου βαριά σίδερα, εκθέτοντας το σώμα μου στο μαρτύριο της παγωνιάς κι εξουθενώνοντας τα μέλη μου με το ασήκωτο βάρος των σιδερικών. Αλλά κι αυτή η άσκηση αποδείχθηκε ανεπαρκής.
Έσκαψα τότε στο αμμουδερό χώμα του σπηλαίου ένα βαθύ λάκκο, μπήκα μέσα και σκεπάστηκα με την άμμο ολόκληρος, αφήνοντας έξω μόνο τα χέρια και το κεφάλι. Ήταν τότε αρχή της Μεγάλης Σαρακοστής. Έμεινα εκεί, μισοθαμένος και ακίνητος, όλη την περίοδο της νηστείας. Στο διάστημα αυτό υπέφερα τα πάνδεινα από τον πονηρό, που μεταχειρίστηκε κάθε τρόπο για να με βγάλει από το λάκκο.
Πρώτα με βασάνισε με μια οδυνηρή πάθηση των κάτω άκρων. Τα πόδια μου πρήστηκαν και στράβωσαν. Οι αρθρώσεις λύθηκαν. Τα νεύρα παρέλυσαν. Μια βασανιστική φλόγωση έλιωνε τα μέλη μου. Πονούσε και υπέφερε το σώμα μου. Χαιρόταν όμως και δροσιζόταν η ψυχή μου, που λυτρώθηκε μ’ αυτή τη σκληρή άσκηση από τους μολυσμούς και βρήκε την καθαρότητα και το θεϊκό της κάλλος. Προτιμούσα λοιπόν να πεθάνω εκεί, να λιώσω μέσα στο λάκκο και να κερδίσω το Χριστό, παρά να βγω έξω και να με κερδίσει ο διάβολος. Ήρθε η Μεγάλη Εβδομάδα. Τη Μεγάλη Δευτέρα παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά μου ένας άγριος και φοβερός δράκοντας, που από το τεράστιο στόμα του έβγαζε σε κάθε φύσημα φλόγες κι αστραπές. Με πλησίασε απειλητικά, έτοιμος να με καταπιεί. Δεν με πείραξε όμως. Μόλις επικαλέστηκα τον Κύριο κι έκανα το σημείο του σταυρού εξαφανίστηκε.
Οι απειλές του δράκοντα συνεχίστηκαν όλη την εβδομάδα των Παθών. Τη νύχτα της Αναστάσεως, ο φοβερός δράκοντας ήρθε για τελευταία φορά. Τον είδα ξαφνικά να ρίχνεται πάνω μου. Μ’ άρπαξε αστραπιαία κι έχωσε μέσα στο στόμα του το κεφάλι και τα χέρια μου, ό,τι βρισκόταν δηλαδή έξω από το λάκκο. Τα μαλλιά και τα γένια μου κάηκαν κι έμειναν έτσι καμένα, όπως βλέπεις, μέχρι σήμερα. Με επέμβαση του Θεού όμως ο δράκοντας, δεν μ’ έβλαψε περισσότερο. Καθώς το κεφάλι μου ήταν μέσα στο λαρύγγι του, φώναξα από τα βάθη της καρδιάς μου:
— Θεέ και Κύριε, σώσε με! Γιατί μ’ εγκατέλειψες; Σπλαχνίσου με, Δέσποτα, ο μόνος φιλάνθρωπος. Σώσε με τον αμαρτωλό, ο μόνος αναμάρτητος. Απάλλαξε με από την ακαθαρσία μου, για να μην πιαστώ στα δίχτυα του πονηρού για πάντα. Γλίτωσέ με από τον εχθρό που θέλει να με καταπιεί. Έλα να με σώσεις με τη δύναμη Σου. Ρίξε αστραπή και κάψ’ τον, για να εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης!
Πράγματι, την ίδια στιγμή άστραψε ένα φως ουράνιο. Αμέσως το φοβερό θηρίο εξαφανίστηκε και μέχρι σήμερα δεν το ξαναείδα, με τη χάρη του Θεού.
«»Άκουσα τότε μια φωνή να μου λέει:
– Ιωάννη! Ιωάννη! Σε βοήθησα, όπως Μου ζήτησες. Πρόσεχε τώρα την ψυχή σου, για να μην πάθεις χειρότερα στο μέλλοντα αιώνα!
– Κύριε, ρώτησα με παράπονο, γιατί μ’ άφησες τόσο πολύ να βασανιστώ;
– Σε δοκίμασα κατά τη δύναμη της υπομονής σου. Περνώντας έτσι μέσα από το καμίνι των πειρασμών, θα παρουσιαστής μπροστά Μου καθαρός σαν το χρυσάφι. Ποτέ δεν επιτρέπω να δοκιμαστή ο άνθρωπος πάνω από τις δυνάμεις του, για να μην εμπαιχθεί και νικηθεί από τον «αρχέκακο πονηρό Όφη». Εσύ όμως, για ν’ απαλλαχθείς από το σαρκικό πόλεμο, προσευχήσου στον όσιο Μωϋσή τον Ούγγρο. Αυτός αναδείχθηκε ανώτερος από τον πάγκαλο Ιωσήφ στη σωφροσύνη, γι’ αυτό μπορεί να βοηθήσει αποτελεσματικά όσους πολεμούνται από το πάθος της πορνείας.
Εγώ τότε «εκέκραξα προς Κύριον»:
– Κύριε, δι’ ευχών του οσίου Μωϋσέως, ελέησε με!
Και να! Αμέσως μ’ έλουσε ένα υπέροχο, γλυκύτατο φως, που μέχρι τώρα παραμένει και φωτίζει τη σπηλιά μου τόσο, ώστε δεν μου χρειάζονται κεριά. Και όσοι έρχονται εδώ με πίστη, απλότητα και καθαρή καρδιά, βλέπουν το θείο αυτό φως, που με καταύγασε και με απάλλαξε από τα βέλη του πονηρού εκείνη τη νύχτα της Αναστάσεως».
Τελειώνοντας τη διήγηση του ο πολύαθλος Ιωάννης, στράφηκε στο μοναχό που είχε τον πόλεμο της πορνείας και του είπε:
– Αδελφέ, εμείς οι ίδιοι καρφώνουμε το νου μας στη λατρεία της σάρκας, Γι` αυτό ταλαιπωρούμαστε. Και ο Κύριος με τη δίκαιη κρίση Του, αφήνει να πολεμηθούμε, γιατί δεν έχουμε καρπούς μετανοίας. Τέλος πάντων, ζήτησε κι εσύ τις ευχές του μακαρίου Μωϋσέως του Ούγγρου και ίσως να σε λυπηθεί ο Θεός.
Αφού προσευχήθηκε μαζί με το μοναχό ο ευλογημένος Ιωάννης, πήρε ένα τεμάχιο από τα τίμια λείψανα του οσίου Μωϋσέως και είπε:
– Ακούμπησέ το στο σώμα σου.
Ο αδελφός έκανε όπως του είπε. Και αυτοστιγμεί ένιωσε να υποχωρεί η πύρωση και να νεκρώνεται το πάθος της ακολασίας, που δεν τον ενόχλησε ποτέ πια.
Ο όσιος Ιωάννης ο πολύαθλος, αναχώρησε για τον ουρανό λίγο αργότερα, στις 18 Ιουλίου.
Τα άγια λείψανά του, κείτονται ασάλευτα μέχρι σήμερα στο λάκκο όπου ο ίδιος είχε θάψει τον εαυτό ίου, ζωντανό ακόμη, για την αγάπη του Χριστού και παρέχουν πλουσιοπάροχα την ίαση σ’ όσους ζητούν τη μεσιτεία του προς το Θεό.

Όσιος ΙΣΑΑΚΙΟΣ ο έγκλειστος


ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ δυνατό ν’ αποφύγει ο άνθρωπος τους πειρασμούς.
Εάν ο πονηρός τόλμησε να πειράξει στην έρημο τον ίδιο τον Κύριο, πολύ περισσότερο τους δούλους Του.
Αυτό όμως γίνεται κατά παραχώρηση Θεού.
Γιατί όπως το χρυσάφι δοκιμάζεται μέσα στη φωτιά και καθαρίζεται και λαμπικάρετε και αστράφτει, έτσι και ο πιστός άνθρωπος, που δοκιμάζεται μέσα στη φωτιά των πειρασμών, θα λάμψη τελικά σαν τον ήλιο μπροστά στο Θεό με τα καλά του έργα, ενώ ο εχθρός που σπέρνει τους πειρασμούς θα παραδοθεί στο αιώνιο πυρ.
Μια μεγάλη πειρασμική δοκιμασία πέρασε και ο όσιος πατέρας μας Ισαάκιος ο έγκλειστος.
Ο όσιος Ισαάκιος, που το κοσμικό του επώνυμο ήταν Τοροπτσάνιν, ασκούσε το εμπόριο και είχε αποκτήσει πολλά πλούτη. Κάποτε όμως η αγαθή του διάνοια σκέφτηκε ότι «πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ουχ υπάρχει μετά θάνατον ου παραμένει ο πλούτος, ου συνοδεύει η δόξα…». Μοίρασε τότε όλη την περιουσία του στους φτωχούς και ήρθε στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου, ποθώντας ν’ αφιερωθεί στον Κύριο.
Ο όσιος Αντώνιος, αφού δοκίμασε την αγάπη του στο Θεό και το ζήλο του για το μοναχικό βίο, τον κούρεψε μοναχό.
Από τότε ο ιερός Ισαάκιος, φλεγόμενος από θείο έρωτα, άρχισε μια σκληρή ασκητική ζωή. Με την ευλογία του οσίου Αντωνίου κλείστηκε στο βάθος του σπηλαίου, στο πιο σκοτεινό και ανάερο κελί.
Ήταν υγρό, αποπνικτικό και τόσο στενό, που έμοιαζε μάλλον με φρικώδη υπόγειο τάφο παρά με μοναχικό κελί.
Θέλοντας επίσης να ταλαιπωρήσει και ν’ ασκήσει το σώμα του, έβγαλε το τρίχινο πουκάμισο που φορούσαν όλοι οι αδελφοί. Ζήτησε να του αγοράσουν μια κατσίκα. Όταν του την έφεραν, την έγδαρε και φόρεσε το τομάρι της, έτσι όπως ήταν, νωπό και ακατέργαστο, και τ’ άφησε να στεγνώσει πάνω στο σώμα του!
Μ’ αυτό το «ένδυμα» κλείστηκε ο όσιος μέσα στην κατασκότεινη υπόγεια τρύπα του, έχτισε την είσοδο της και παραδόθηκε στα χέρια του Θεού. Προσευχόταν αδιάλειπτα στον Κύριο με δάκρυα, χωρίς να γνωρίζει πότε ήταν νύχτα και πότε μέρα. Στρώμα δεν είχε και ποτέ δεν ξάπλωνε για ύπνο. Κοιμόταν ελάχιστα, καθισμένος σ’ ένα κούτσουρο. Έτρωγε μόνο μέρα παρά μέρα λίγο πρόσφορο, κι έπινε λίγο νερό που του έφερνε ο ίδιος ο όσιος Αντώνιος, ο μόνος που άλλαζε μαζί του μερικές κουβέντες. Την τροφή του την έδινε από μια μικρή θυρίδα, απ’ όπου μόλις χωρούσε να περάσει το χέρι.
Ο όσιος Ισαάκιος πέρασε επτά χρόνια σ’ αυτή τη σκληρή άσκηση. Αλίμονο όμως! Η καρδιά του δεν έμεινε εντελώς καθαρή από την κενοδοξία. Κάποια ίχνη του δαιμονικού αυτού πάθους μόλυναν τη συνείδησή του. Κι έτσι τον βρήκε μεγάλη συμφορά.
Κάποια νύχτα, όταν ο μακάριος έκανε τις συνηθισμένες του μετάνοιες κι έλεγε τους ψαλμούς του μεσονυκτικού, ένιωσε μεγάλη κόπωση και αισθάνθηκε να τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις του. Έσβησε το κερί και κάθισε.
Και να! Έξαφνα το σκοτάδι του κελιού διαλύθηκε. Έλαμψε «φως μέγα»! Τι φως ήταν εκείνο! Δυνατό κι εκτυφλωτικό σαν του ήλιου! Ο όσιος αναγκάστηκε να κλείσει τα μάτια του, ανίκανος να κοιτάξει ελεύθερα.
Την ίδια στιγμή εμφανίστηκαν δυο πανέμορφοι νέοι με λαμπερά πρόσωπα.
— Ισαάκιε, είπαν στον όσιο, είμαστε άγγελοι και ήρθαμε να σου αναγγείλουμε πως, να!, έρχεται σε σένα ο Χριστός μαζί με τους άλλους αγγέλους τ’ ουρανού.
Ταλαίπωρε άνθρωπε του Θεού! Που να ήξερες ότι είχες μπροστά σου δαίμονες, που ήρθαν για να σε πλανήσουν! Ξέχασες ότι ο σατανάς μπορεί να «μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός» και «οι διάκονοι αυτού ως διάκονοι δικαιοσύνης»!…
Σήκωσε λοιπόν ο όσιος τα μάτια του με δυσκολία, και Τι βλέπει! Πλήθος δαιμόνων, που εκείνος τους πέρασε για αγγέλους, με πρόσωπα αστραφτερά, κι ανάμεσα τους κάποιον που έλαμπε περισσότερο από τους άλλους, εκπέμποντας φωτεινές ακτίνες.
– Ισαάκιε! πρόσταξαν οι δαίμονες. Να ο Χριστός! Πέσε να τον προσκύνησης!
Ανίκανος να διακρίνει τη δαιμονική πλεκτάνη ο μακάριος, ξέχασε να επικαλεσθεί τη βοήθεια του Κυρίου ή να κάνη το σημείο του σταυρού, που κατατροπώνει τους δαίμονες. Έπεσε λοιπόν ο δυστυχής και προσκύνησε το διάβολο σαν Χριστό!
Αυτοστιγμεί οι δαίμονες ξέσπασαν σε τρομακτικές νικητήριες ιαχές, κραυγάζοντας θριαμβευτικά:
—Δικός μας είσαι, Ισαάκιε! Δικός μας!
Ύστερα άρπαξαν τον όσιο, τον έβαλαν να καθίσει χάμω και μαζεύτηκαν γύρω του. Μεμιάς το κελί γέμισε ασφυκτικά με δαίμονες.
Τότε ο υποτιθέμενος Χριστός πρόσταξε:
— Πάρτε τα όργανα! Πιάστε τα τύμπανα! Παίξτε πανηγυρικά!
Και ο Ισαάκιος να μας χορέψει!
Εμφανίστηκαν αμέσως πολυάριθμοι δαίμονες με μουσικά όργανα και άρχισαν να παίζουν μια μουσική εκκωφαντική και ανατριχιαστική, αληθινά δαιμονική. Την ίδια στιγμή άλλοι δαίμονες σήκωσαν τον όσιο και τον ανάγκασαν να χορέψει μαζί τους στον τρελό ρυθμό της μουσικής.
Ο χορός εκείνος κράτησε πολλές ώρες. Τόσες ώρες κράτησε και ο εμπαιγμός του οσίου από τους δαίμονες. Αφού τον παίδεψαν έτσι βάναυσα, τον παράτησαν κάτω μισοπεθαμένο κι εξαφανίστηκαν.
Είχε φτάσει ήδη το πρωί. Ο όσιος Αντώνιος ήρθε στο παραθυράκι του μικρού κελιού, φέρνοντας όπως πάντα λίγο πρόσφορο και νερό.
—Ευλόγησον, πάτερ Ισαάκιε, είπε χαμηλόφωνα.
Δεν πήρε απάντηση.
– Πάτερ Ισαάκιε, ευλόγησον! είπε πάλι πιο δυνατά. Σιγή.
Ο όσιος Αντώνιος επανέλαβε δύο-τρεις φορές ακόμα το χαιρετισμό. Από το κελλάκι όμως δεν ακουγόταν το παραμικρό. Νόμισε τότε ότι ο Ισαάκιος είχε παραδώσει το πνεύμα του στον Κύριο.
Ειδοποίησε να έρθουν ο όσιος Θεοδόσιος και οι αδελφοί από το μοναστήρι.
Πράγματι, σε λίγο ήρθαν οι πατέρες, άνοιξαν την είσοδο της σπηλιάς και τράβηξαν τον όσιο, νομίζοντας πως ήταν νεκρός. Όταν όμως τον έβγαλαν έξω διαπίστωσαν ότι ζούσε ακόμη. Μόλις που ανέπνεε. Το σώμα του ήταν ξυλιασμένο, ανίκανο να κάνη την παραμικρή κίνηση. Το στόμα μισάνοιχτο. Τα μάτια γουρλωμένα και το βλέμμα απλανές. Σύντομα κατάλαβαν ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους, να μιλήσει ή να κατανοήσει οτιδήποτε.
Ο όσιος Αντώνιος δεν άργησε να καταλάβει πως ο έγκλειστος μοναχός είχε δεχτή δαιμονική επίθεση. Από κείνη τη στιγμή τον πήρε στο μοναχικό του κελί και τον υπηρετούσε με κόπο πολύ. Κι όταν αναγκάστηκε να φυγή από το Κίεβο, διωγμένος από τον ηγεμόνα Ιζιασλάβο, τη φροντίδα του δαιμονόπληκτου αδελφού ανέλαβαν ο άγιος Θεοδόσιος και οι άλλοι πατέρες. Τον πήραν στη μονή των Σπηλαίων και μέρα-νύχτα αγωνίζονταν να τον ανακουφίσουν και να τον συνεφέρουν.
Ο δυστυχής Ισαάκιος ήταν πράγματι σε κακό χάλι. Διαλυμένος ψυχικά και σωματικά, κουφός και άλαλος, όχι μόνο να σηκωθεί δεν μπορούσε, αλλά ούτε να γυρίσει πάνω στην κλίνη. Έμενε συνεχώς ξαπλωμένος και ακίνητος, ώσπου πλήγιασε και σκουλήκιασε. Κι ας τον καθάριζε ακούραστα και με αγάπη κάθε μέρα ο ίδιος ο όσιος Θεοδόσιος. Κι ας τον έπλεναν οι αδελφοί. Ούτε τροφή μπορούσε να πάρει. Με χίλιες δυσκολίες κατόρθωναν να χώσουν από το μισάνοιχτο στόμα μέχρι το λαρύγγι του λίγη υγρή τροφή, που την κατάπινε με πολύ κόπο.
Αυτή η κατάσταση κράτησε δυο χρόνια. Ο όσιος Θεοδόσιος προσευχόταν καθημερινά από πάνω του και με δάκρυα παρακαλούσε τον πολυεύσπλαχνο Θεό να λυπηθεί το δούλο Του και να τον λυτρώσει από την κυριαρχία των δαιμόνων. Ώσπου μια μέρα, μπαίνοντας στον τρίτο χρόνο της ταλαιπωρίας του, ο Ισαάκιος μίλησε! Ζήτησε ψιθυριστά να τον σηκώσουν και να τον στήσουν όρθιο.
Τον σήκωσαν.
Δεν μπόρεσε όμως να σταθεί.
Έπεσε κάτω και περπατούσε με τα τέσσερα, σαν μωρό παιδί.
Σιγά-σιγά έδειξε σημάδια βελτιώσεως. Στην εκκλησία όμως δεν πήγαινε. Τον οδήγησαν αρκετές φορές με τη βία. Και με τον καιρό άρχισε να πηγαίνει μόνος του. Το ίδιο και στην τράπεζα. Καθόταν ξέχωρα από τους αδελφούς και δεν επικοινωνούσε με κανένα. Έβαζαν ψωμί μπροστά του, μα δεν το άγγιζε. Του το ‘βαζαν στα χέρια και τον ανάγκαζαν να το φάει, πότε με παρακλήσεις πότε με επιτιμήσεις.
Κάποτε όμως ο όσιος Θεοδόσιος, θέλοντας να τον λυτρώσει από τη δαιμονική επήρεια, είπε αυστηρά:
— Αφήστε το ψωμί μπροστά του, όχι στα χέρια! Να φάει μόνος του!
Για μια βδομάδα ο όσιος Ισαάκιος δεν έφαγε τίποτα. Κατόπιν όμως, βλέποντας τους άλλους να τρώνε, έπιασε κι εκείνος το ψωμί και έφαγε. Αυτή ήταν η αρχή για την οριστική απαλλαγή του από τα δαιμονικά δεσμά.
Μετά την κοίμηση του οσίου Θεοδοσίου, στην αρχή της ηγουμενίας του οσίου Στεφάνου, ο μακάριος Ισαάκιος ξαναβρήκε εντελώς τον εαυτό του, απελευθερωμένος πια από τις αλυσίδες του πονηρού.
Τότε, με την έγκριση του ηγουμένου Στεφάνου, ο όσιος ρίχτηκε πάλι σε σκληρή άσκηση, όχι όμως τώρα στο σκοτεινό κελί, απομονωμένος και ανυπεράσπιστος, αλλά μέσα στο μοναστήρι, περιφρουρημένος από την παρουσία και τη στήριξη του ηγουμένου και των αδελφών.
Διδαγμένος τώρα από το πάθημα του, απευθυνόταν στον πονηρό και του έλεγε:
— Ω διάβολε, εσύ που με πλάνησες όταν ήμουν μόνος στο σπήλαιο! Από δω και πέρα δεν θ’ αγωνιστώ πια μόνος και έγκλειστος. Θα σε πολεμήσω μέσα εδώ, στο μοναστήρι μου και θα σε νικήσω με τη χάρη του Θεού και τις ευχές των αδελφών!
Φόρεσε, όπως όλοι, το τρίχινο ένδυμα και με ζήλο επιδόθηκε στα κοινοβιακά έργα. Εργαζόταν υπάκουα κάτω από τις εντολές όλων των αδελφών διακονητών. Πρώτος πήγαινε στο διακόνημα, πρώτος και στην εκκλησία. Όρθιος και αμετακίνητος στεκόταν μέσα στο ναό μέχρι το τέλος των ακολουθιών. Φορούσε κάτι τρύπια παλιοπάπουτσα χειμώνα-καλοκαίρι. Στις μεγάλες χειμωνιάτικες παγωνιές, τα μισόγυμνα πόδια του ξύλιαζαν πάνω στις κρύες πέτρες του δαπέδου της εκκλησίας. Ο όσιος όμως, δεν έκανε την παραμικρή κίνηση μέχρι την απόλυση.
Μετά την πρωινή ακολουθία πήγαινε στο μαγειρείο, άναβε τη φωτιά, έφερνε νερό κι έκανε όλες τις αναγκαίες προετοιμασίες για το μαγείρεμα. Όταν έρχονταν οι μάγειροι, τα εύρισκαν όλα έτοιμα.
Μια φορά ένας από τους μαγείρους, Ισαάκ στο όνομα, θέλησε να πειράξει το μακάριο και του είπε:
— Πάτερ Ισαάκιε! Να, εκεί στο δέντρο κάθισε ένας κόρακας. Πήγαινε, πιάσ’ τον και φέρ’ τον εδώ!
Εκείνος έβαλε βαθιά μετάνοια, βγήκε έξω, σκαρφάλωσε στο δέντρο κι έπιασε τον κόρακα χωρίς δυσκολία. Το πουλί, κατά παραχώρηση Θεού, δεν τρόμαξε ούτε προσπάθησε να πετάξει. Άφησε τον όσιο να το πιάσει στ’ ασκητικά χέρια του και να το φέρει στο μαγειρείο.
Έμειναν σαν αποσβολωμένοι οι μάγειροι σαν είδαν τ’ αποτελέσματα της απλότητας και της υπακοής του αγίου. Ενημέρωσαν τον ηγούμενο και τους αδελφούς, που από τότε άρχισαν να τον τιμούν σαν χαρισματούχο.
Ο θείος Ισαάκιος όμως, για ν’ αποφύγει τη δόξα των ανθρώπων και μια δεύτερη πτώση σε δαιμονική παγίδα, άρχισε να παριστάνει το σάλο. Έλεγε λόγια παράξενα, έκανε τρέλες και προξενούσε ζημιές άλλοτε στους αδελφούς και άλλοτε στους περαστικούς κοσμικούς, με αποτέλεσμα να δέχεται ονειδισμούς, πειράγματα και ραπίσματα. Καταφύγιό του ήταν το σπήλαιο του οσίου Αντωνίου, άδειο τώρα μετά την κοίμησή του. Εκεί προσευχόταν νύχτα και μέρα γυμνός, υπομένοντας τη βασανιστική παγωνιά.
Μια νύχτα ο μακάριος άναψε την παλιά, τρύπια ξυλόσομπα του σπηλαίου. Αυτή όμως κάποια στιγμή φούντωσε κι άρχισε να βγάζει μεγάλες φλόγες από τις ρωγμές. Τότε ο όσιος, μην έχοντας άλλο μέσο για να καταστείλει τη φωτιά, άνοιξε το καπάκι της σόμπας και πάτησε μέσα, πάνω στ’ αναμμένα ξύλα, με τα γυμνά του πόδια. Στεκόταν εκεί αρκετή ώρα, μέχρι που η φωτιά έσβησε. Ωστόσο εκείνος δεν είχε υποστεί το παραμικρό έγκαυμα.
Πολλά παρόμοια θαυμάσια επετέλεσε ο όσιος, που μετά τον εμπαιγμό του από τους δαίμονες, είχε γίνει με τη χάρη του Θεού χλευαστής τους.
Πολλές φορές εμφανίστηκαν οι δαίμονες και προσπάθησαν να τον τρομάξουν, φωνάζοντας:
– Είσαι δικός μας, Ισαάκιε! Είσαι δικός μας, γιατί προσκύνησες τον άρχοντα μας!
Εκείνος όμως τους απαντούσε θαρρετά:
—Ο άρχοντας σας είναι ο Βεελζεβούλ, που δεν έχει δύναμη περισσότερη από μια μύγα. Γι` αυτό και δεν τον φοβάμαι, όπως δεν φοβάμαι κι εσάς τα μυγάκια, τους δούλους του. Με απατήσατε μια φορά, γιατί δεν γνώριζα τις πονηριές και τις πλεκτάνες σας.
Τώρα όμως, με τη δύναμη του Κυρίου μου Ιησού Χριστού και με τις ευχές των οσίων πατέρων μου Αντωνίου και Θεοδοσίου, δεν θα με νικήσετε πια. Θα νικηθείτε και θα σκορπίσετε σαν μύγες!
Και λέγοντας αυτά ο όσιος σχημάτιζε το σημείο του σταυρού πάνω στο σώμα του κι έδιωχνε τους δαίμονες, που έφευγαν ουρλιάζοντας σαν πληγωμένα σκυλιά. Όμως δεν το έβαζαν κάτω. Ξανάρχονταν αργότερα με την ίδια κακία και περισσότερη αγριότητα.
Τις νύχτες μαζεύονταν έξω από το κελί του οσίου και δημιουργούσαν τρομακτικούς θορύβους. Τσίριζαν, κραύγαζαν, χτυπούσαν σιδερικά, απειλούσαν…
— Ισαάκιεεεε! φώναζαν. Θα κατασκάψουμε το σπήλαιο και θα σε θάψουμε ζωντανό!
— Φύγε από δω, καταραμένε!, έλεγαν άλλοι. Θα σε παραχώσουμε μέσα στη γη!
Ο όσιος όμως με ηρεμία και παρρησία τους απαντούσε:
—Αν ήσασταν άνθρωποι του Θεού θα περπατούσατε στο φως της ημέρας, «ότι ο Θεός φως εστί και σκοτία εν αυτώ ουκ εστίν ουδεμία». Επειδή όμως υπηρετείτε το σκοτεινό διάβολο, γι’ αυτό περπατάτε στο σκοτάδι της νύχτας, όπως ο αρχηγός σας, ο κοσμοκράτορας του σκότους, που «εν τη σκοτία εστί και εν τη σκοτία περιπατεί και ουκ οίδε που υπάγει, ότι η σκοτία ετύφλωσε τους οφθαλμούς αυτού».
Τέτοια και άλλα παρόμοια έλεγε ο μακάριος Ισαάκιος στους δαίμονες, κάνοντας πάντοτε το σημείο του τιμίου σταυρού. Αμέσως οι δαίμονες εξαφανίζονταν σαν καπνός.
Άλλοτε έπαιρναν τη μορφή αγρίων ζώων. Μετασχηματίζονταν σε αρκούδες, λύκους, λιοντάρια ή άλλα αρπακτικά θηρία και ορμούσαν με μουγκρητά και ουρλιαχτά εναντίον του, τάχα για να τον κατασπαράξουν. Άλλοτε πάλι έρχονταν κατά εκατοντάδες σαν φίδια, βατράχια, ποντίκια και άλλα ερπετά ή τρωκτικά, σφυρίζοντας απαίσια.
Σ’ όλες τις περιπτώσεις όμως οι δαιμονικές φαντασίες διαλύονταν με την επίκληση του ονόματος του Χριστού και με το σημείο του σταυρού. Και τα πονηρά πνεύματα έφευγαν έντρομα, ξεφωνίζοντας:
– Αχ, Ισαάκιε, μας νίκησες! Μας νίκησες!
– Δεν σας νίκησα εγώ, αλλά ο παντοδύναμος Κύριός μου! απαντούσε ο όσιος. Εμένα με νικήσατε, τότε που μου φανερωθήκατε με τη μορφή των αγγέλων και του Κυρίου. Αλλά να! Τώρα εμφανίζεστε έτσι που σας ταιριάζει, με τη μορφή ακάθαρτων ζώων, αφού κι εσείς είστε ακάθαρτοι!
Τρία χρόνια πολέμησε έτσι σκληρά με τους δαίμονες ο θειότατος Ισαάκιος. Μετά δεν τόλμησαν να τον ξαναπειράξουν, ηττημένοι πια από τη χάρη του Θεού, που αναπαυόταν στο βιαστή και πνευματέμφορο δούλο Του.
Από τότε εγκαταστάθηκε πάλι στο μοναχικό του σπήλαιο, περιμένοντας το τέλος του με μεγαλύτερη ακόμη άσκηση — νηστεία, αγρυπνία και προσευχή.
Σε λίγο καιρό όμως ασθένησε. Είχε έρθει η ώρα της κλήσεώς του από τον Κύριο, στις αιώνιες μονές του Πατρός.
Οι αδελφοί τον μετέφεραν στο μοναστήρι.
Σε οκτώ μέρες αναχώρησε ειρηνικά για τη χώρα των ζώντων.
Ό ηγούμενος Ιωάννης και οι αδελφοί, κήδεψαν με μεγάλη τιμή το σώμα του στον υπόγειο τόπο όπου αναπαύονται τα σεπτά λείψανα και των άλλων αγίων ασκητών της Λαύρας.
Έτσι ο καλός στρατιώτης του Χριστού, αν και νικήθηκε αρχικά από τον πανούργο εχθρό της σωτηρίας μας, μετά αναδείχθηκε νικητής και κληρονόμος της βασιλείας των ουρανών.

Όσιος ΙΕΡΕΜΙΑΣ ο προορατικός.


ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ το μεγάλο προφήτη του Ισραήλ Ιερεμία, που έλαμψε στη γη της Παλαιστίνης στα χρόνια του Νόμου, ο Θεός ανέδειξε έναν αντάξιο χαρισματούχο συνώνυμό του, στη γη της Ρωσίας, στα χρόνια της χάριτος.
Είναι ο όσιος Ιερεμίας ο προορατικός.
Ο όσιος Ιερεμίας ήρθε στη μονή των Σπηλαίων σε βαθιά γεράματα και αξιώθηκε να λάβει το άγιο μοναχικό σχήμα από τους οσίους Αντώνιο και Θεοδόσιο.
Για τη ζωή του, δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα.
Ξέρουμε μόνο ότι, παρά τα χρόνια του, με τόσο ζήλο και αυταπάρνηση μιμήθηκε την ισάγγελη ζωή των δύο αγίων χειραγωγών του, ώστε ο δωρεοδότης Κύριος, τον δόξασε σε πολύ λίγο χρόνο, με το μέγα χάρισμα της γνώσεως των μελλοντικών γεγονότων και των μυστικών διαλογισμών των ανθρώπων.
Ο όσιος Ιερεμίας, σαν σοφός και πιστός οικονόμος της δωρεάς του Χριστού, τη χρησιμοποίησε για τη δόξα Εκείνου και για την οικοδομή των αδελφών του.
Αν διάβαζε κάποια κακή σκέψη ή διέκρινε αμαρτητική διάθεση σε κάποιον αδελφό, τον έπαιρνε ιδιαιτέρως και τον συμβούλευε σοφά, πως ν’ αποκρούσει την επίθεση του πονηρού και πως να φυλάγεται από τις επιβουλές του.
Με ιδιαίτερη προσοχή και με πολλή αγάπη, πλησίαζε τους αδελφούς εκείνους που με απάτη του διαβόλου σκέπτονταν ν’ αφήσουν το μοναστήρι και να γυρίσουν στον κόσμο.
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ο φωτισμένος Ιερεμίας, σαν πατέρας κι αδελφός μαζί, πήγαινε στον πειραζόμενο μοναχό, τον παρηγορούσε, τον νουθετούσε και με περισσή σοφία και διάκριση ξεσκέπαζε τους λογισμούς του και την πλεκτάνη του σατανά. Ύστερα τον προέτρεπε πειστικά να κάνη υπομονή και ν’ αντιστέκεται γενναία στον ακατάπαυστο πόλεμο «του κοσμοκράτορος του σκότους του αιώνος τούτου».
Συνήθως, τόσο πολύ ενίσχυαν τα άγια και θεόπνευστα λόγια του τους κλονιζόμενους αδελφούς, ώστε ποτέ πια στο μέλλον δεν είχαν παρόμοιο πόλεμο λογισμών.
Ακόμη ο διακριτικός Ιερεμίας έλεγε από πριν στους αδελφούς, αν κάποια ενέργεια ή απόφασή τους ήταν σωστή ή λαθεμένη, σύμφωνη με το θέλημα του θεού ή αποτέλεσμα απάτης του διαβόλου και ποια θα ήταν η έκβασή της.
Οι Λόγοι και οι προβλέψεις του έβγαιναν πάντοτε αληθινοί.
Ο όσιος Ιερεμίας, αφού πολλαπλασίασε το τάλαντο που του έδωσε ο Κύριος, άφησε σε βαθύ γήρας αυτή τη γη και πορεύτηκε στην άλλη, την «καινή», για να ζήση μακάρια την άμεση ενατένιση της Θείας Σοφίας, της Ζωαρχικής Τριάδος.