Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

Όσιος ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ ο έγκλειστος


ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ εκείνα, μετά τα δυσάρεστα γεγονότα των οσίων εγκλείστων σπηλαιωτών Ισαακίου και Νικήτα, ήρθε στο μοναστήρι ένας νέος ασκητής, ο μακάριος Λαυρέντιος. Είχε κι αυτός τον πόθο, σαν γενναίος στρατιώτης του Χριστού, ν’ ασκηθεί και να πολεμήσει τον ανθρωποκτόνο εχθρό σαν έγκλειστος, εφαρμόζοντας πιστά σ’ όλη του τη ζωή την παραγγελία του Κυρίου: «συ δε όταν προσευχή, είσελθε εις το ταμείον σου, και κλείσας την θύραν σου πρόσευξαι τω πατρί σου τω εν τω κρύπτω, και ο πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρύπτω αποδώσει σοι εν τω φανερώ».
Οι πατέρες όμως, έχοντας πρόσφατη την ανάμνηση των παθημάτων των μακαρίων Ισαακίου και Νικήτα, του είπαν τρομαγμένοι:
– Αδελφέ, αν θέλεις ν’ ασκηθείς έγκλειστος, μην το κάνης εδώ στη μονή μας, που περισσότερο απ’ όλες πολεμείται από το δαίμονα της πλάνης. Ήδη πλανήθηκαν δυο αδελφοί μας, που τόλμησαν ν’ ανοίξουν προσωπικό πόλεμο μαζί του. Και παρά λίγο θα χάνονταν για πάντα, αλλά η φιλανθρωπία του Θεού και οι προσευχές των αγίων τους γλίτωσαν. Γι’ αυτό, αν επιμένεις σ’ αυτό τον τρόπο της ασκήσεως, πήγαινε κάπου άλλου. Εδώ κινδυνεύεις.
Τότε ο θεομακάριστος Λαυρέντιος έβαλε μετάνοια στους πατέρες, πήρε την ευχή τους και πήγε στη μονή του αγίου μεγαλομάρτυρα Δημητρίου.
Εκεί άρχισε μιαν αυστηρή έγκλειστη ζωή. Με μοναδική φροντίδα τη σωτηρία της ψυχής του, ο ιερός Λαυρέντιος επέβαλλε κάθε μέρα στον εαυτό του περισσότερους και σκληρότερους κόπους.
Νέκρωνε τα σαρκικά πάθη με την άσκηση της πείνας.
Έσφαζε τους εμπαθείς λογισμούς με το πνευματικό ξίφος της προσευχής.
Έσβηνε τα πυρωμένα βέλη του πονηρού με ποταμούς δακρύων.
Και με τη χάρη του Θεού όχι μόνο απελευθερώθηκε από τους δαίμονες, αλλά και έλαβε την εξουσία να θεραπεύει θαυματουργικά τους αρρώστους και να εκδιώκει τα πονηρά πνεύματα.
Κάποτε έφεραν στον όσιο έναν άνθρωπο από το Κίεβο, που βασανιζόταν από φοβερό και ακατάβλητο δαιμόνιο. Ήταν τόσο ισχυρό, ώστε ο δαιμονισμένος μπορούσε σε στιγμές κρίσεως να ξεριζώσει και να πετάξει μακριά ένα μεγάλο δέντρο, πράγμα ακατόρθωτο για δέκα ρωμαλέους άντρες.
Ο μακάριος Λαυρέντιος από ταπείνωση προφασίστηκε ότι δεν μπορούσε να βγάλει ένα τόσο ισχυρό δαιμόνιο. Για ν’ αποκαλυφθεί σε όλους η δύναμη και η χάρη του Θεού, που αναπαυόταν στην αγία μονή των Σπηλαίων, είπε να οδηγήσουν εκεί το δαιμονισμένο.
Εκείνος όμως, μόλις το άκουσε, άρχισε να φωνάζει έντρομος:
— Που με στέλνεις; Εγώ δεν τολμώ ούτε να πλησιάσω σ’ αυτό το μοναστήρι! Βρίσκονται εκεί τριάντα άγιοι, που μ’ έχουν κατεξευτελίσει! Με τους άλλους κάνω πόλεμο, μ’ αυτούς όχι! Μ’ έχουν κάψει! Τους φοβάμαι! Μη!… Όχι!… Μη με στέλνεις εκεί!
Πληροφορημένος όμως τώρα ο όσιος και από τον ίδιο το δαίμονα για την αρετή και την πνευματική δύναμη των αδελφών των Σπηλαίων, έδωσε πιο επίμονα και πιο αποφασιστικά την εντολή να τον οδηγήσουν εκεί.
Οι οικείοι του δαιμονισμένου, ήξεραν ότι ποτέ δεν είχε πάει στα Σπήλαια και ότι όλοι οι μοναχοί του ήταν άγνωστοι. Καθώς πήγαιναν λοιπόν προς τη μονή τον ρωτούσαν:
– Ποιους μοναχούς φοβάσαι; Καθώς γνωρίζουμε, σήμερα στο μοναστήρι ζουν εκατόν ογδόντα καλόγεροι. Ποιοι είν’ αυτοί οι τριάντα που σ’ έχουν «κάψει»;
Ο δαιμονισμένος τότε ανέφερε ένα-ένα τα ονόματα τριάντα αδελφών και πρόσθεσε:
—Αυτοί οι τριάντα μπορούν να με διώξουν σαν σκόνη, ακόμη και μ’ ένα τους λόγο.
—Τότε να σε κλείσουμε στο σπήλαιο με τα λείψανα των πεθαμένων μοναχών, είπαν οι άλλοι.
Και ο δαιμονισμένος, κατά παραχώρηση Θεού, αποκρίθηκε τούτα τα θαυμαστά:
—Και νομίζετε ότι μπορώ να κάνω πόλεμο με τους νεκρούς;
Είναι κι αυτοί απολέμητοι. Και έχουν μεγάλη παρρησία στο Θεό. Αδιάκοπα προσεύχονται για τους μοναχούς των Σπηλαίων και για τους ανθρώπους που προστρέχουν σ’ αυτούς. Αλλ’ αν θέλετε να δείτε τη δύναμή μου, φέρτε με στο μοναστήρι. Γιατί εκτός από τους τριάντα που σας κατονόμασα, με όλους τους άλλους μπορώ να παλέψω!
Καθώς όμως πλησίαζαν στη μονή, ο δαιμονισμένος έπεσε σε κρίση. Έμεινε για λίγη ώρα σαν εκστατικός και κεραυνοχτυπημένος, χωρίς επικοινωνία με το περιβάλλον. Από το στόμα του έβγαιναν παράξενες και ακατανόητες φράσεις, ένα συνονθύλευμα από εβραϊκές, λατινικές και ελληνικές λέξεις. Και μετά – ω του θαύματος! – ακριβώς μπροστά στην πύλη του μοναστηρίου, το ακάθαρτο πνεύμα τον άφησε κι έγινε καπνός. Ο ταλαιπωρημένος άνθρωπος συνήλθε, κι έδειξε να έχει απαλλαγή οριστικά από τη δαιμονική τυραννία.
Δοξάζοντας το Θεό εκείνος και οι συνοδοί του, μπήκαν στη μονή και πήγαν στη μεγάλη εκκλησία της για να Τον ευχαριστήσουν.
Ο ηγούμενος πληροφορήθηκε το γεγονός και ήρθε στο ναό με μερικούς αδελφούς. Ωστόσο ο θεραπευμένος άνθρωπος δεν γνώριζε ούτε τον ηγούμενο, ούτε κάποιον άλλον από τους τριάντα μοναχούς, που τα ονόματά τους είχε αναφέρει στη διάρκεια της δαιμονοπληξίας του.
— Ποιος σ’ έκανε καλά; Και πως; τον ρώτησαν μ’ ενδιαφέρον.
Κι εκείνος, δείχνοντας τη θαυματουργή εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, είπε:
– Στην είσοδο της μονής, μας προϋπάντησαν οι τριάντα άγιοι πατέρες μ’ αυτή την εικόνα. Μόλις την αντίκρισα θεραπεύτηκα.
Τα ονόματα των τριάντα εκείνων πατέρων τα θυμόταν όλα. Κανέναν όμως δεν μπορούσε ν’ αναγνωρίσει, γιατί δεν τους είχε δει ποτέ.
Όλοι τότε, μοναχοί και λαϊκοί, ύμνησαν τον Κύριο και την πανάχραντη Μητέρα Του, που με την αγία βούλησή Τους, είχαν ευλογήσει τη μονή των Σπηλαίων- και χαριτώσει τους μοναχούς της, επειδή πρόσφεραν ολόκληρο τον εαυτό τους «θυσίαν δεκτήν, ευάρεστον τω Θεώ».
Ο όσιος Λαυρέντιος, αφού «εποίησε καρπόν πολύν» στη μονή του αγίου Δημητρίου και άφησε πολλούς μιμητές της ισάγγελης πολιτείας του, ήρθε στην Πετσέρσκαγια.
Εδώ συνέχισε τη θεοφιλή πολιτεία του για αρκετά χρόνια και αναδείχθηκε ισάξιος των προηγουμένων αγίων ασκητών.
Κατόπιν παρέδωσε τη μακάρια ψυχή του στον Κύριο και εισήλθε «δια της στενής πύλης» στην αιώνια ζωή.
Το τίμιο σώμα του, τοποθετήθηκε από τους πατέρες στο σπήλαιο των κεκοιμημένων αδελφών, όπου μέχρι σήμερα αναπαύεται άφθορο και δοξασμένο από το μισθαποδότη Θεό.

Όσιος ΙΩΑΝΝΗΣ ο πολύαθλος.


Ο ΟΣΙΟΣ Ιωάννης ο πολύαθλος, υπέμεινε πολλές θλίψεις για την αγνεία και την παρθενία, σαν επίγειος νυμφίος του ουράνιου Νυμφίου.
Ο όσιος Ιωάννης τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε έγκλειστος στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου. Εκεί τον επισκεπτόταν συχνά κάποιος από τους αδελφούς, που ο διάβολος τον πολεμούσε άγρια με ακάθαρτους λογισμούς.
– Πάτερ, σώσε με! έλεγε απελπισμένος στον όσιο. Προσευχή σου στον Κύριο να χαλαρώσει λίγο το σαρκικό πόλεμο, γιατί δεν αντέχω άλλο.
– Αδελφέ μου, του απαντούσε ο μακάριος Ιωάννης με λόγια ψαλμικά, «υπόμεινον τον Κύριον ανδρίζου, και κραταιούσθω , η καρδία σου και υπόμεινον τον Κύριον και φύλαξον την οδόν αυτού και αυτός ρύσεταί σε εκ χειρός εχθρού και συντρίψει τους οδόντας αυτού».
Πάτερ, πίστεψε με! Αν δεν με βοηθήσεις, παίρνω τα μάτια μου και φεύγω. Δεν ησυχάζω πουθενά. Μ’ έχει τρελάνει ο πόλεμος της σάρκας, θα φύγω και θα τριγυρίζω σαν αγρίμι από τόπο σε τόπο.
– Γιατί, παιδί μου, θέλεις να παραδώσεις μόνος σου τον εαυτό σου στον εχθρό; Να! Στέκεσαι κιόλας στο χείλος του γκρεμού. Ο εχθρός ετοιμάζεται να σε σπρώξει. Και θα ‘ναι η πτώση σου μεγάλη και θανάσιμη. Ποτέ δεν θα μπορέσεις πια να σηκωθείς. Αν όμως παραμείνεις εδώ, στο μοναστήρι σου, στο σίγουρο λιμάνι, δεν θα είσαι πια στο χείλος του γκρεμού και δεν θα υπάρχει κίνδυνος να σε γκρεμίσει και να σε θανάτωση ψυχικά ο μοχθηρός εχθρός μας.
Ο Θεός τότε θα σε αμείψει για την υπομονή σου και θα σε βγάλει από την τάφρο των παθών και τη λάσπη της ακαθαρσίας.
Αλλά για να παρηγορηθείς, θα σου διηγηθώ κάτι από τη ζωή μου.
Όταν ήρθα στο μοναστήρι και μπήκα στη μοναχική μας οικογένεια, άρχισα να βασανίζομαι αφόρητα από το πνεύμα της πορνείας. Δεν μπορώ να σου περιγράψω τι τράβηξα. Ρίχτηκα σε σκληρή άσκηση και νηστεία. Δεν έτρωγα τίποτα για δυο και τρεις ημέρες συνέχεια, καμία φορά και για βδομάδα ολόκληρη. Αγρυπνούσα όλη τη νύχτα. Προσευχόμουν αδιάλειπτα. Τρία χρόνια κράτησε το μαρτύριό μου, χωρίς να βρω ανάπαυση.
«Έφυγα και ήρθα στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου. Έπεσα πάνω στον τάφο του, έκλαιγα και τον παρακαλούσα να με βοηθήσει. Τρία μερόνυχτα έμεινα εκεί, χωρίς τροφή και νερό. Και ξαφνικά άκουσα τη φωνή του οσίου:
– Ιωάννη! Ιωάννη! φώναξε. Πρέπει να μείνεις εδώ, στο σπήλαιό μου, να ζήσης έγκλειστος με σιωπή και προσευχή. Και ο Κύριος θα σ’ απαλλάξει από τον πόλεμο του εχθρού.
»Έτρεξα τότε και βρήκα τον ηγούμενο. Εκείνος, πληροφορημένος από το Θεό, μου έδωσε ευλογία να κλειστώ σ’ αυτόν εδώ τον υγρό, στενό, σκοτεινό και απαρηγόρητο τόπο. Συμπλήρωσα ήδη τριάντα χρόνια. Και να! Μόλις πριν από λίγο καιρό βρήκα ανάπαυση. Όλ’ αυτά τα χρόνια πάλευα με τους πορνικούς λογισμούς και τα πάθη, ταλαιπωρώντας το σώμα μου με νηστεία και αγρυπνία.
Κι εδώ όμως η φλόγα των σαρκικών παθών με κατέκαιγε. Μη βρίσκοντας άλλο τρόπο να της αντισταθώ, αποφάσισα να βγάλω τα ρούχα και να κρεμάσω στα χέρια και στα πόδια μου βαριά σίδερα, εκθέτοντας το σώμα μου στο μαρτύριο της παγωνιάς κι εξουθενώνοντας τα μέλη μου με το ασήκωτο βάρος των σιδερικών. Αλλά κι αυτή η άσκηση αποδείχθηκε ανεπαρκής.
Έσκαψα τότε στο αμμουδερό χώμα του σπηλαίου ένα βαθύ λάκκο, μπήκα μέσα και σκεπάστηκα με την άμμο ολόκληρος, αφήνοντας έξω μόνο τα χέρια και το κεφάλι. Ήταν τότε αρχή της Μεγάλης Σαρακοστής. Έμεινα εκεί, μισοθαμένος και ακίνητος, όλη την περίοδο της νηστείας. Στο διάστημα αυτό υπέφερα τα πάνδεινα από τον πονηρό, που μεταχειρίστηκε κάθε τρόπο για να με βγάλει από το λάκκο.
Πρώτα με βασάνισε με μια οδυνηρή πάθηση των κάτω άκρων. Τα πόδια μου πρήστηκαν και στράβωσαν. Οι αρθρώσεις λύθηκαν. Τα νεύρα παρέλυσαν. Μια βασανιστική φλόγωση έλιωνε τα μέλη μου. Πονούσε και υπέφερε το σώμα μου. Χαιρόταν όμως και δροσιζόταν η ψυχή μου, που λυτρώθηκε μ’ αυτή τη σκληρή άσκηση από τους μολυσμούς και βρήκε την καθαρότητα και το θεϊκό της κάλλος. Προτιμούσα λοιπόν να πεθάνω εκεί, να λιώσω μέσα στο λάκκο και να κερδίσω το Χριστό, παρά να βγω έξω και να με κερδίσει ο διάβολος. Ήρθε η Μεγάλη Εβδομάδα. Τη Μεγάλη Δευτέρα παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά μου ένας άγριος και φοβερός δράκοντας, που από το τεράστιο στόμα του έβγαζε σε κάθε φύσημα φλόγες κι αστραπές. Με πλησίασε απειλητικά, έτοιμος να με καταπιεί. Δεν με πείραξε όμως. Μόλις επικαλέστηκα τον Κύριο κι έκανα το σημείο του σταυρού εξαφανίστηκε.
Οι απειλές του δράκοντα συνεχίστηκαν όλη την εβδομάδα των Παθών. Τη νύχτα της Αναστάσεως, ο φοβερός δράκοντας ήρθε για τελευταία φορά. Τον είδα ξαφνικά να ρίχνεται πάνω μου. Μ’ άρπαξε αστραπιαία κι έχωσε μέσα στο στόμα του το κεφάλι και τα χέρια μου, ό,τι βρισκόταν δηλαδή έξω από το λάκκο. Τα μαλλιά και τα γένια μου κάηκαν κι έμειναν έτσι καμένα, όπως βλέπεις, μέχρι σήμερα. Με επέμβαση του Θεού όμως ο δράκοντας, δεν μ’ έβλαψε περισσότερο. Καθώς το κεφάλι μου ήταν μέσα στο λαρύγγι του, φώναξα από τα βάθη της καρδιάς μου:
— Θεέ και Κύριε, σώσε με! Γιατί μ’ εγκατέλειψες; Σπλαχνίσου με, Δέσποτα, ο μόνος φιλάνθρωπος. Σώσε με τον αμαρτωλό, ο μόνος αναμάρτητος. Απάλλαξε με από την ακαθαρσία μου, για να μην πιαστώ στα δίχτυα του πονηρού για πάντα. Γλίτωσέ με από τον εχθρό που θέλει να με καταπιεί. Έλα να με σώσεις με τη δύναμη Σου. Ρίξε αστραπή και κάψ’ τον, για να εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης!
Πράγματι, την ίδια στιγμή άστραψε ένα φως ουράνιο. Αμέσως το φοβερό θηρίο εξαφανίστηκε και μέχρι σήμερα δεν το ξαναείδα, με τη χάρη του Θεού.
«»Άκουσα τότε μια φωνή να μου λέει:
– Ιωάννη! Ιωάννη! Σε βοήθησα, όπως Μου ζήτησες. Πρόσεχε τώρα την ψυχή σου, για να μην πάθεις χειρότερα στο μέλλοντα αιώνα!
– Κύριε, ρώτησα με παράπονο, γιατί μ’ άφησες τόσο πολύ να βασανιστώ;
– Σε δοκίμασα κατά τη δύναμη της υπομονής σου. Περνώντας έτσι μέσα από το καμίνι των πειρασμών, θα παρουσιαστής μπροστά Μου καθαρός σαν το χρυσάφι. Ποτέ δεν επιτρέπω να δοκιμαστή ο άνθρωπος πάνω από τις δυνάμεις του, για να μην εμπαιχθεί και νικηθεί από τον «αρχέκακο πονηρό Όφη». Εσύ όμως, για ν’ απαλλαχθείς από το σαρκικό πόλεμο, προσευχήσου στον όσιο Μωϋσή τον Ούγγρο. Αυτός αναδείχθηκε ανώτερος από τον πάγκαλο Ιωσήφ στη σωφροσύνη, γι’ αυτό μπορεί να βοηθήσει αποτελεσματικά όσους πολεμούνται από το πάθος της πορνείας.
Εγώ τότε «εκέκραξα προς Κύριον»:
– Κύριε, δι’ ευχών του οσίου Μωϋσέως, ελέησε με!
Και να! Αμέσως μ’ έλουσε ένα υπέροχο, γλυκύτατο φως, που μέχρι τώρα παραμένει και φωτίζει τη σπηλιά μου τόσο, ώστε δεν μου χρειάζονται κεριά. Και όσοι έρχονται εδώ με πίστη, απλότητα και καθαρή καρδιά, βλέπουν το θείο αυτό φως, που με καταύγασε και με απάλλαξε από τα βέλη του πονηρού εκείνη τη νύχτα της Αναστάσεως».
Τελειώνοντας τη διήγηση του ο πολύαθλος Ιωάννης, στράφηκε στο μοναχό που είχε τον πόλεμο της πορνείας και του είπε:
– Αδελφέ, εμείς οι ίδιοι καρφώνουμε το νου μας στη λατρεία της σάρκας, Γι` αυτό ταλαιπωρούμαστε. Και ο Κύριος με τη δίκαιη κρίση Του, αφήνει να πολεμηθούμε, γιατί δεν έχουμε καρπούς μετανοίας. Τέλος πάντων, ζήτησε κι εσύ τις ευχές του μακαρίου Μωϋσέως του Ούγγρου και ίσως να σε λυπηθεί ο Θεός.
Αφού προσευχήθηκε μαζί με το μοναχό ο ευλογημένος Ιωάννης, πήρε ένα τεμάχιο από τα τίμια λείψανα του οσίου Μωϋσέως και είπε:
– Ακούμπησέ το στο σώμα σου.
Ο αδελφός έκανε όπως του είπε. Και αυτοστιγμεί ένιωσε να υποχωρεί η πύρωση και να νεκρώνεται το πάθος της ακολασίας, που δεν τον ενόχλησε ποτέ πια.
Ο όσιος Ιωάννης ο πολύαθλος, αναχώρησε για τον ουρανό λίγο αργότερα, στις 18 Ιουλίου.
Τα άγια λείψανά του, κείτονται ασάλευτα μέχρι σήμερα στο λάκκο όπου ο ίδιος είχε θάψει τον εαυτό ίου, ζωντανό ακόμη, για την αγάπη του Χριστού και παρέχουν πλουσιοπάροχα την ίαση σ’ όσους ζητούν τη μεσιτεία του προς το Θεό.

Όσιος ΙΣΑΑΚΙΟΣ ο έγκλειστος


ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ δυνατό ν’ αποφύγει ο άνθρωπος τους πειρασμούς.
Εάν ο πονηρός τόλμησε να πειράξει στην έρημο τον ίδιο τον Κύριο, πολύ περισσότερο τους δούλους Του.
Αυτό όμως γίνεται κατά παραχώρηση Θεού.
Γιατί όπως το χρυσάφι δοκιμάζεται μέσα στη φωτιά και καθαρίζεται και λαμπικάρετε και αστράφτει, έτσι και ο πιστός άνθρωπος, που δοκιμάζεται μέσα στη φωτιά των πειρασμών, θα λάμψη τελικά σαν τον ήλιο μπροστά στο Θεό με τα καλά του έργα, ενώ ο εχθρός που σπέρνει τους πειρασμούς θα παραδοθεί στο αιώνιο πυρ.
Μια μεγάλη πειρασμική δοκιμασία πέρασε και ο όσιος πατέρας μας Ισαάκιος ο έγκλειστος.
Ο όσιος Ισαάκιος, που το κοσμικό του επώνυμο ήταν Τοροπτσάνιν, ασκούσε το εμπόριο και είχε αποκτήσει πολλά πλούτη. Κάποτε όμως η αγαθή του διάνοια σκέφτηκε ότι «πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ουχ υπάρχει μετά θάνατον ου παραμένει ο πλούτος, ου συνοδεύει η δόξα…». Μοίρασε τότε όλη την περιουσία του στους φτωχούς και ήρθε στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου, ποθώντας ν’ αφιερωθεί στον Κύριο.
Ο όσιος Αντώνιος, αφού δοκίμασε την αγάπη του στο Θεό και το ζήλο του για το μοναχικό βίο, τον κούρεψε μοναχό.
Από τότε ο ιερός Ισαάκιος, φλεγόμενος από θείο έρωτα, άρχισε μια σκληρή ασκητική ζωή. Με την ευλογία του οσίου Αντωνίου κλείστηκε στο βάθος του σπηλαίου, στο πιο σκοτεινό και ανάερο κελί.
Ήταν υγρό, αποπνικτικό και τόσο στενό, που έμοιαζε μάλλον με φρικώδη υπόγειο τάφο παρά με μοναχικό κελί.
Θέλοντας επίσης να ταλαιπωρήσει και ν’ ασκήσει το σώμα του, έβγαλε το τρίχινο πουκάμισο που φορούσαν όλοι οι αδελφοί. Ζήτησε να του αγοράσουν μια κατσίκα. Όταν του την έφεραν, την έγδαρε και φόρεσε το τομάρι της, έτσι όπως ήταν, νωπό και ακατέργαστο, και τ’ άφησε να στεγνώσει πάνω στο σώμα του!
Μ’ αυτό το «ένδυμα» κλείστηκε ο όσιος μέσα στην κατασκότεινη υπόγεια τρύπα του, έχτισε την είσοδο της και παραδόθηκε στα χέρια του Θεού. Προσευχόταν αδιάλειπτα στον Κύριο με δάκρυα, χωρίς να γνωρίζει πότε ήταν νύχτα και πότε μέρα. Στρώμα δεν είχε και ποτέ δεν ξάπλωνε για ύπνο. Κοιμόταν ελάχιστα, καθισμένος σ’ ένα κούτσουρο. Έτρωγε μόνο μέρα παρά μέρα λίγο πρόσφορο, κι έπινε λίγο νερό που του έφερνε ο ίδιος ο όσιος Αντώνιος, ο μόνος που άλλαζε μαζί του μερικές κουβέντες. Την τροφή του την έδινε από μια μικρή θυρίδα, απ’ όπου μόλις χωρούσε να περάσει το χέρι.
Ο όσιος Ισαάκιος πέρασε επτά χρόνια σ’ αυτή τη σκληρή άσκηση. Αλίμονο όμως! Η καρδιά του δεν έμεινε εντελώς καθαρή από την κενοδοξία. Κάποια ίχνη του δαιμονικού αυτού πάθους μόλυναν τη συνείδησή του. Κι έτσι τον βρήκε μεγάλη συμφορά.
Κάποια νύχτα, όταν ο μακάριος έκανε τις συνηθισμένες του μετάνοιες κι έλεγε τους ψαλμούς του μεσονυκτικού, ένιωσε μεγάλη κόπωση και αισθάνθηκε να τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις του. Έσβησε το κερί και κάθισε.
Και να! Έξαφνα το σκοτάδι του κελιού διαλύθηκε. Έλαμψε «φως μέγα»! Τι φως ήταν εκείνο! Δυνατό κι εκτυφλωτικό σαν του ήλιου! Ο όσιος αναγκάστηκε να κλείσει τα μάτια του, ανίκανος να κοιτάξει ελεύθερα.
Την ίδια στιγμή εμφανίστηκαν δυο πανέμορφοι νέοι με λαμπερά πρόσωπα.
— Ισαάκιε, είπαν στον όσιο, είμαστε άγγελοι και ήρθαμε να σου αναγγείλουμε πως, να!, έρχεται σε σένα ο Χριστός μαζί με τους άλλους αγγέλους τ’ ουρανού.
Ταλαίπωρε άνθρωπε του Θεού! Που να ήξερες ότι είχες μπροστά σου δαίμονες, που ήρθαν για να σε πλανήσουν! Ξέχασες ότι ο σατανάς μπορεί να «μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός» και «οι διάκονοι αυτού ως διάκονοι δικαιοσύνης»!…
Σήκωσε λοιπόν ο όσιος τα μάτια του με δυσκολία, και Τι βλέπει! Πλήθος δαιμόνων, που εκείνος τους πέρασε για αγγέλους, με πρόσωπα αστραφτερά, κι ανάμεσα τους κάποιον που έλαμπε περισσότερο από τους άλλους, εκπέμποντας φωτεινές ακτίνες.
– Ισαάκιε! πρόσταξαν οι δαίμονες. Να ο Χριστός! Πέσε να τον προσκύνησης!
Ανίκανος να διακρίνει τη δαιμονική πλεκτάνη ο μακάριος, ξέχασε να επικαλεσθεί τη βοήθεια του Κυρίου ή να κάνη το σημείο του σταυρού, που κατατροπώνει τους δαίμονες. Έπεσε λοιπόν ο δυστυχής και προσκύνησε το διάβολο σαν Χριστό!
Αυτοστιγμεί οι δαίμονες ξέσπασαν σε τρομακτικές νικητήριες ιαχές, κραυγάζοντας θριαμβευτικά:
—Δικός μας είσαι, Ισαάκιε! Δικός μας!
Ύστερα άρπαξαν τον όσιο, τον έβαλαν να καθίσει χάμω και μαζεύτηκαν γύρω του. Μεμιάς το κελί γέμισε ασφυκτικά με δαίμονες.
Τότε ο υποτιθέμενος Χριστός πρόσταξε:
— Πάρτε τα όργανα! Πιάστε τα τύμπανα! Παίξτε πανηγυρικά!
Και ο Ισαάκιος να μας χορέψει!
Εμφανίστηκαν αμέσως πολυάριθμοι δαίμονες με μουσικά όργανα και άρχισαν να παίζουν μια μουσική εκκωφαντική και ανατριχιαστική, αληθινά δαιμονική. Την ίδια στιγμή άλλοι δαίμονες σήκωσαν τον όσιο και τον ανάγκασαν να χορέψει μαζί τους στον τρελό ρυθμό της μουσικής.
Ο χορός εκείνος κράτησε πολλές ώρες. Τόσες ώρες κράτησε και ο εμπαιγμός του οσίου από τους δαίμονες. Αφού τον παίδεψαν έτσι βάναυσα, τον παράτησαν κάτω μισοπεθαμένο κι εξαφανίστηκαν.
Είχε φτάσει ήδη το πρωί. Ο όσιος Αντώνιος ήρθε στο παραθυράκι του μικρού κελιού, φέρνοντας όπως πάντα λίγο πρόσφορο και νερό.
—Ευλόγησον, πάτερ Ισαάκιε, είπε χαμηλόφωνα.
Δεν πήρε απάντηση.
– Πάτερ Ισαάκιε, ευλόγησον! είπε πάλι πιο δυνατά. Σιγή.
Ο όσιος Αντώνιος επανέλαβε δύο-τρεις φορές ακόμα το χαιρετισμό. Από το κελλάκι όμως δεν ακουγόταν το παραμικρό. Νόμισε τότε ότι ο Ισαάκιος είχε παραδώσει το πνεύμα του στον Κύριο.
Ειδοποίησε να έρθουν ο όσιος Θεοδόσιος και οι αδελφοί από το μοναστήρι.
Πράγματι, σε λίγο ήρθαν οι πατέρες, άνοιξαν την είσοδο της σπηλιάς και τράβηξαν τον όσιο, νομίζοντας πως ήταν νεκρός. Όταν όμως τον έβγαλαν έξω διαπίστωσαν ότι ζούσε ακόμη. Μόλις που ανέπνεε. Το σώμα του ήταν ξυλιασμένο, ανίκανο να κάνη την παραμικρή κίνηση. Το στόμα μισάνοιχτο. Τα μάτια γουρλωμένα και το βλέμμα απλανές. Σύντομα κατάλαβαν ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους, να μιλήσει ή να κατανοήσει οτιδήποτε.
Ο όσιος Αντώνιος δεν άργησε να καταλάβει πως ο έγκλειστος μοναχός είχε δεχτή δαιμονική επίθεση. Από κείνη τη στιγμή τον πήρε στο μοναχικό του κελί και τον υπηρετούσε με κόπο πολύ. Κι όταν αναγκάστηκε να φυγή από το Κίεβο, διωγμένος από τον ηγεμόνα Ιζιασλάβο, τη φροντίδα του δαιμονόπληκτου αδελφού ανέλαβαν ο άγιος Θεοδόσιος και οι άλλοι πατέρες. Τον πήραν στη μονή των Σπηλαίων και μέρα-νύχτα αγωνίζονταν να τον ανακουφίσουν και να τον συνεφέρουν.
Ο δυστυχής Ισαάκιος ήταν πράγματι σε κακό χάλι. Διαλυμένος ψυχικά και σωματικά, κουφός και άλαλος, όχι μόνο να σηκωθεί δεν μπορούσε, αλλά ούτε να γυρίσει πάνω στην κλίνη. Έμενε συνεχώς ξαπλωμένος και ακίνητος, ώσπου πλήγιασε και σκουλήκιασε. Κι ας τον καθάριζε ακούραστα και με αγάπη κάθε μέρα ο ίδιος ο όσιος Θεοδόσιος. Κι ας τον έπλεναν οι αδελφοί. Ούτε τροφή μπορούσε να πάρει. Με χίλιες δυσκολίες κατόρθωναν να χώσουν από το μισάνοιχτο στόμα μέχρι το λαρύγγι του λίγη υγρή τροφή, που την κατάπινε με πολύ κόπο.
Αυτή η κατάσταση κράτησε δυο χρόνια. Ο όσιος Θεοδόσιος προσευχόταν καθημερινά από πάνω του και με δάκρυα παρακαλούσε τον πολυεύσπλαχνο Θεό να λυπηθεί το δούλο Του και να τον λυτρώσει από την κυριαρχία των δαιμόνων. Ώσπου μια μέρα, μπαίνοντας στον τρίτο χρόνο της ταλαιπωρίας του, ο Ισαάκιος μίλησε! Ζήτησε ψιθυριστά να τον σηκώσουν και να τον στήσουν όρθιο.
Τον σήκωσαν.
Δεν μπόρεσε όμως να σταθεί.
Έπεσε κάτω και περπατούσε με τα τέσσερα, σαν μωρό παιδί.
Σιγά-σιγά έδειξε σημάδια βελτιώσεως. Στην εκκλησία όμως δεν πήγαινε. Τον οδήγησαν αρκετές φορές με τη βία. Και με τον καιρό άρχισε να πηγαίνει μόνος του. Το ίδιο και στην τράπεζα. Καθόταν ξέχωρα από τους αδελφούς και δεν επικοινωνούσε με κανένα. Έβαζαν ψωμί μπροστά του, μα δεν το άγγιζε. Του το ‘βαζαν στα χέρια και τον ανάγκαζαν να το φάει, πότε με παρακλήσεις πότε με επιτιμήσεις.
Κάποτε όμως ο όσιος Θεοδόσιος, θέλοντας να τον λυτρώσει από τη δαιμονική επήρεια, είπε αυστηρά:
— Αφήστε το ψωμί μπροστά του, όχι στα χέρια! Να φάει μόνος του!
Για μια βδομάδα ο όσιος Ισαάκιος δεν έφαγε τίποτα. Κατόπιν όμως, βλέποντας τους άλλους να τρώνε, έπιασε κι εκείνος το ψωμί και έφαγε. Αυτή ήταν η αρχή για την οριστική απαλλαγή του από τα δαιμονικά δεσμά.
Μετά την κοίμηση του οσίου Θεοδοσίου, στην αρχή της ηγουμενίας του οσίου Στεφάνου, ο μακάριος Ισαάκιος ξαναβρήκε εντελώς τον εαυτό του, απελευθερωμένος πια από τις αλυσίδες του πονηρού.
Τότε, με την έγκριση του ηγουμένου Στεφάνου, ο όσιος ρίχτηκε πάλι σε σκληρή άσκηση, όχι όμως τώρα στο σκοτεινό κελί, απομονωμένος και ανυπεράσπιστος, αλλά μέσα στο μοναστήρι, περιφρουρημένος από την παρουσία και τη στήριξη του ηγουμένου και των αδελφών.
Διδαγμένος τώρα από το πάθημα του, απευθυνόταν στον πονηρό και του έλεγε:
— Ω διάβολε, εσύ που με πλάνησες όταν ήμουν μόνος στο σπήλαιο! Από δω και πέρα δεν θ’ αγωνιστώ πια μόνος και έγκλειστος. Θα σε πολεμήσω μέσα εδώ, στο μοναστήρι μου και θα σε νικήσω με τη χάρη του Θεού και τις ευχές των αδελφών!
Φόρεσε, όπως όλοι, το τρίχινο ένδυμα και με ζήλο επιδόθηκε στα κοινοβιακά έργα. Εργαζόταν υπάκουα κάτω από τις εντολές όλων των αδελφών διακονητών. Πρώτος πήγαινε στο διακόνημα, πρώτος και στην εκκλησία. Όρθιος και αμετακίνητος στεκόταν μέσα στο ναό μέχρι το τέλος των ακολουθιών. Φορούσε κάτι τρύπια παλιοπάπουτσα χειμώνα-καλοκαίρι. Στις μεγάλες χειμωνιάτικες παγωνιές, τα μισόγυμνα πόδια του ξύλιαζαν πάνω στις κρύες πέτρες του δαπέδου της εκκλησίας. Ο όσιος όμως, δεν έκανε την παραμικρή κίνηση μέχρι την απόλυση.
Μετά την πρωινή ακολουθία πήγαινε στο μαγειρείο, άναβε τη φωτιά, έφερνε νερό κι έκανε όλες τις αναγκαίες προετοιμασίες για το μαγείρεμα. Όταν έρχονταν οι μάγειροι, τα εύρισκαν όλα έτοιμα.
Μια φορά ένας από τους μαγείρους, Ισαάκ στο όνομα, θέλησε να πειράξει το μακάριο και του είπε:
— Πάτερ Ισαάκιε! Να, εκεί στο δέντρο κάθισε ένας κόρακας. Πήγαινε, πιάσ’ τον και φέρ’ τον εδώ!
Εκείνος έβαλε βαθιά μετάνοια, βγήκε έξω, σκαρφάλωσε στο δέντρο κι έπιασε τον κόρακα χωρίς δυσκολία. Το πουλί, κατά παραχώρηση Θεού, δεν τρόμαξε ούτε προσπάθησε να πετάξει. Άφησε τον όσιο να το πιάσει στ’ ασκητικά χέρια του και να το φέρει στο μαγειρείο.
Έμειναν σαν αποσβολωμένοι οι μάγειροι σαν είδαν τ’ αποτελέσματα της απλότητας και της υπακοής του αγίου. Ενημέρωσαν τον ηγούμενο και τους αδελφούς, που από τότε άρχισαν να τον τιμούν σαν χαρισματούχο.
Ο θείος Ισαάκιος όμως, για ν’ αποφύγει τη δόξα των ανθρώπων και μια δεύτερη πτώση σε δαιμονική παγίδα, άρχισε να παριστάνει το σάλο. Έλεγε λόγια παράξενα, έκανε τρέλες και προξενούσε ζημιές άλλοτε στους αδελφούς και άλλοτε στους περαστικούς κοσμικούς, με αποτέλεσμα να δέχεται ονειδισμούς, πειράγματα και ραπίσματα. Καταφύγιό του ήταν το σπήλαιο του οσίου Αντωνίου, άδειο τώρα μετά την κοίμησή του. Εκεί προσευχόταν νύχτα και μέρα γυμνός, υπομένοντας τη βασανιστική παγωνιά.
Μια νύχτα ο μακάριος άναψε την παλιά, τρύπια ξυλόσομπα του σπηλαίου. Αυτή όμως κάποια στιγμή φούντωσε κι άρχισε να βγάζει μεγάλες φλόγες από τις ρωγμές. Τότε ο όσιος, μην έχοντας άλλο μέσο για να καταστείλει τη φωτιά, άνοιξε το καπάκι της σόμπας και πάτησε μέσα, πάνω στ’ αναμμένα ξύλα, με τα γυμνά του πόδια. Στεκόταν εκεί αρκετή ώρα, μέχρι που η φωτιά έσβησε. Ωστόσο εκείνος δεν είχε υποστεί το παραμικρό έγκαυμα.
Πολλά παρόμοια θαυμάσια επετέλεσε ο όσιος, που μετά τον εμπαιγμό του από τους δαίμονες, είχε γίνει με τη χάρη του Θεού χλευαστής τους.
Πολλές φορές εμφανίστηκαν οι δαίμονες και προσπάθησαν να τον τρομάξουν, φωνάζοντας:
– Είσαι δικός μας, Ισαάκιε! Είσαι δικός μας, γιατί προσκύνησες τον άρχοντα μας!
Εκείνος όμως τους απαντούσε θαρρετά:
—Ο άρχοντας σας είναι ο Βεελζεβούλ, που δεν έχει δύναμη περισσότερη από μια μύγα. Γι` αυτό και δεν τον φοβάμαι, όπως δεν φοβάμαι κι εσάς τα μυγάκια, τους δούλους του. Με απατήσατε μια φορά, γιατί δεν γνώριζα τις πονηριές και τις πλεκτάνες σας.
Τώρα όμως, με τη δύναμη του Κυρίου μου Ιησού Χριστού και με τις ευχές των οσίων πατέρων μου Αντωνίου και Θεοδοσίου, δεν θα με νικήσετε πια. Θα νικηθείτε και θα σκορπίσετε σαν μύγες!
Και λέγοντας αυτά ο όσιος σχημάτιζε το σημείο του σταυρού πάνω στο σώμα του κι έδιωχνε τους δαίμονες, που έφευγαν ουρλιάζοντας σαν πληγωμένα σκυλιά. Όμως δεν το έβαζαν κάτω. Ξανάρχονταν αργότερα με την ίδια κακία και περισσότερη αγριότητα.
Τις νύχτες μαζεύονταν έξω από το κελί του οσίου και δημιουργούσαν τρομακτικούς θορύβους. Τσίριζαν, κραύγαζαν, χτυπούσαν σιδερικά, απειλούσαν…
— Ισαάκιεεεε! φώναζαν. Θα κατασκάψουμε το σπήλαιο και θα σε θάψουμε ζωντανό!
— Φύγε από δω, καταραμένε!, έλεγαν άλλοι. Θα σε παραχώσουμε μέσα στη γη!
Ο όσιος όμως με ηρεμία και παρρησία τους απαντούσε:
—Αν ήσασταν άνθρωποι του Θεού θα περπατούσατε στο φως της ημέρας, «ότι ο Θεός φως εστί και σκοτία εν αυτώ ουκ εστίν ουδεμία». Επειδή όμως υπηρετείτε το σκοτεινό διάβολο, γι’ αυτό περπατάτε στο σκοτάδι της νύχτας, όπως ο αρχηγός σας, ο κοσμοκράτορας του σκότους, που «εν τη σκοτία εστί και εν τη σκοτία περιπατεί και ουκ οίδε που υπάγει, ότι η σκοτία ετύφλωσε τους οφθαλμούς αυτού».
Τέτοια και άλλα παρόμοια έλεγε ο μακάριος Ισαάκιος στους δαίμονες, κάνοντας πάντοτε το σημείο του τιμίου σταυρού. Αμέσως οι δαίμονες εξαφανίζονταν σαν καπνός.
Άλλοτε έπαιρναν τη μορφή αγρίων ζώων. Μετασχηματίζονταν σε αρκούδες, λύκους, λιοντάρια ή άλλα αρπακτικά θηρία και ορμούσαν με μουγκρητά και ουρλιαχτά εναντίον του, τάχα για να τον κατασπαράξουν. Άλλοτε πάλι έρχονταν κατά εκατοντάδες σαν φίδια, βατράχια, ποντίκια και άλλα ερπετά ή τρωκτικά, σφυρίζοντας απαίσια.
Σ’ όλες τις περιπτώσεις όμως οι δαιμονικές φαντασίες διαλύονταν με την επίκληση του ονόματος του Χριστού και με το σημείο του σταυρού. Και τα πονηρά πνεύματα έφευγαν έντρομα, ξεφωνίζοντας:
– Αχ, Ισαάκιε, μας νίκησες! Μας νίκησες!
– Δεν σας νίκησα εγώ, αλλά ο παντοδύναμος Κύριός μου! απαντούσε ο όσιος. Εμένα με νικήσατε, τότε που μου φανερωθήκατε με τη μορφή των αγγέλων και του Κυρίου. Αλλά να! Τώρα εμφανίζεστε έτσι που σας ταιριάζει, με τη μορφή ακάθαρτων ζώων, αφού κι εσείς είστε ακάθαρτοι!
Τρία χρόνια πολέμησε έτσι σκληρά με τους δαίμονες ο θειότατος Ισαάκιος. Μετά δεν τόλμησαν να τον ξαναπειράξουν, ηττημένοι πια από τη χάρη του Θεού, που αναπαυόταν στο βιαστή και πνευματέμφορο δούλο Του.
Από τότε εγκαταστάθηκε πάλι στο μοναχικό του σπήλαιο, περιμένοντας το τέλος του με μεγαλύτερη ακόμη άσκηση — νηστεία, αγρυπνία και προσευχή.
Σε λίγο καιρό όμως ασθένησε. Είχε έρθει η ώρα της κλήσεώς του από τον Κύριο, στις αιώνιες μονές του Πατρός.
Οι αδελφοί τον μετέφεραν στο μοναστήρι.
Σε οκτώ μέρες αναχώρησε ειρηνικά για τη χώρα των ζώντων.
Ό ηγούμενος Ιωάννης και οι αδελφοί, κήδεψαν με μεγάλη τιμή το σώμα του στον υπόγειο τόπο όπου αναπαύονται τα σεπτά λείψανα και των άλλων αγίων ασκητών της Λαύρας.
Έτσι ο καλός στρατιώτης του Χριστού, αν και νικήθηκε αρχικά από τον πανούργο εχθρό της σωτηρίας μας, μετά αναδείχθηκε νικητής και κληρονόμος της βασιλείας των ουρανών.

Όσιος ΙΕΡΕΜΙΑΣ ο προορατικός.


ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ το μεγάλο προφήτη του Ισραήλ Ιερεμία, που έλαμψε στη γη της Παλαιστίνης στα χρόνια του Νόμου, ο Θεός ανέδειξε έναν αντάξιο χαρισματούχο συνώνυμό του, στη γη της Ρωσίας, στα χρόνια της χάριτος.
Είναι ο όσιος Ιερεμίας ο προορατικός.
Ο όσιος Ιερεμίας ήρθε στη μονή των Σπηλαίων σε βαθιά γεράματα και αξιώθηκε να λάβει το άγιο μοναχικό σχήμα από τους οσίους Αντώνιο και Θεοδόσιο.
Για τη ζωή του, δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα.
Ξέρουμε μόνο ότι, παρά τα χρόνια του, με τόσο ζήλο και αυταπάρνηση μιμήθηκε την ισάγγελη ζωή των δύο αγίων χειραγωγών του, ώστε ο δωρεοδότης Κύριος, τον δόξασε σε πολύ λίγο χρόνο, με το μέγα χάρισμα της γνώσεως των μελλοντικών γεγονότων και των μυστικών διαλογισμών των ανθρώπων.
Ο όσιος Ιερεμίας, σαν σοφός και πιστός οικονόμος της δωρεάς του Χριστού, τη χρησιμοποίησε για τη δόξα Εκείνου και για την οικοδομή των αδελφών του.
Αν διάβαζε κάποια κακή σκέψη ή διέκρινε αμαρτητική διάθεση σε κάποιον αδελφό, τον έπαιρνε ιδιαιτέρως και τον συμβούλευε σοφά, πως ν’ αποκρούσει την επίθεση του πονηρού και πως να φυλάγεται από τις επιβουλές του.
Με ιδιαίτερη προσοχή και με πολλή αγάπη, πλησίαζε τους αδελφούς εκείνους που με απάτη του διαβόλου σκέπτονταν ν’ αφήσουν το μοναστήρι και να γυρίσουν στον κόσμο.
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ο φωτισμένος Ιερεμίας, σαν πατέρας κι αδελφός μαζί, πήγαινε στον πειραζόμενο μοναχό, τον παρηγορούσε, τον νουθετούσε και με περισσή σοφία και διάκριση ξεσκέπαζε τους λογισμούς του και την πλεκτάνη του σατανά. Ύστερα τον προέτρεπε πειστικά να κάνη υπομονή και ν’ αντιστέκεται γενναία στον ακατάπαυστο πόλεμο «του κοσμοκράτορος του σκότους του αιώνος τούτου».
Συνήθως, τόσο πολύ ενίσχυαν τα άγια και θεόπνευστα λόγια του τους κλονιζόμενους αδελφούς, ώστε ποτέ πια στο μέλλον δεν είχαν παρόμοιο πόλεμο λογισμών.
Ακόμη ο διακριτικός Ιερεμίας έλεγε από πριν στους αδελφούς, αν κάποια ενέργεια ή απόφασή τους ήταν σωστή ή λαθεμένη, σύμφωνη με το θέλημα του θεού ή αποτέλεσμα απάτης του διαβόλου και ποια θα ήταν η έκβασή της.
Οι Λόγοι και οι προβλέψεις του έβγαιναν πάντοτε αληθινοί.
Ο όσιος Ιερεμίας, αφού πολλαπλασίασε το τάλαντο που του έδωσε ο Κύριος, άφησε σε βαθύ γήρας αυτή τη γη και πορεύτηκε στην άλλη, την «καινή», για να ζήση μακάρια την άμεση ενατένιση της Θείας Σοφίας, της Ζωαρχικής Τριάδος.

Όσιος ΗΣΑΪΑΣ ο θαυματουργός επίσκοπος Ροστώφ


Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ησαΐας, γεννήθηκε στη γη του Κιέβου από ευγενείς και φιλόχριστους γονείς, που του έδωσαν χριστιανική αγωγή.
Από τα νεανικά του χρόνια αγάπησε το Χριστό, περιφρόνησε όλες τις κοσμικές απολαύσεις και ήρθε στη μονή των Σπηλαίων για να γίνει μοναχός. Ηγούμενος ήταν τότε ο όσιος Θεοδόσιος, που διείδε με τη χαρισματική του διάνοια τη μελλοντική εξέλιξη του νέου και τον έντυσε με το μοναχικό ένδυμα.
Από τότε ο Ησαΐας δόθηκε «ψυχή τε και σώματι» στο Νυμφίο Χριστό και άρχισε μιαν αυστηρή ασκητική ζωή.
Ήταν απλός, ταπεινός, υπάκουος, αφιλάργυρος, Φιλάδελφος, γνήσιος ενσαρκωτής της αγγελικής ζωής. Με την εγκράτεια και την υπομονή του νέκρωσε σύντομα τα πάθη και τις επιθυμίες της σάρκας. Στολισμένος έτσι με σοφία, διάκριση, ανδρεία και σωφροσύνη, έγινε από τη ζωή αυτή ένας ουρανοπολίτης, που βάδιζε γοργά για την άνω Ιερουσαλήμ. Και επειδή «ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη», η φήμη των αρετών και της αγιότητάς του διαδόθηκε σ` όλη την κιεβική χώρα κι έφτασε μέχρι τα` αυτιά του μεγάλου ηγεμόνα Ιζιασλάβου Παροσλάβιτς.
Άρχισε τότε εκείνος να παρακαλεί επίμονα τον όσιο Θεοδόσιο να δώσει την ευλογία του για να τοποθετηθεί ο Ησαΐας, ηγούμενος στο μοναστήρι του αγίου Δημητρίου, μια και ο μακάριος Βαρλαάμ είχε κοιμηθεί εν Κυρίω.
Ο θεοφώτιστος Θεοδόσιος πληροφορήθηκε εσωτερικά από το Πανάγιο Πνεύμα ότι ήταν θέλημα Θεού ν’ αναλάβει ο υποτακτικός του τη διακονία του ηγουμένου. Έτσι έδωσε τη συγκατάθεση και την ευλογία να γίνει ο Ησαΐας ηγούμενος. Κι εκείνος, μη θέλοντας να παρακούσει, σήκωσε με πόνο το βαρύ φορτίο κι έγινε «ο ποιμήν ο καλός» των μοναχών της νέας μονής του.
Ούτε ο τρόπος της ζωής του άλλαξε, ούτε το ταπεινό φρόνημά του αλλοιώθηκε από το αξίωμα που ανέλαβε. Ο νους του ήταν πάντοτε προσκολλημένος στη μνήμη του Θεού και του θανάτου, της κρίσεως και της βασιλείας των ουρανών. Γι’ αυτό συνέχιζε, με περισσότερο τώρα ζήλο, τις ασκήσεις και τους αγώνες του και γινόταν ζωντανό παράδειγμα αγγελικής βιοτής για τους υποτακτικούς του, καλώντας τους στις κορυφές των αρετών και εκπληρώνοντας πάντοτε πρώτος εκείνο που ζητούσε από τους άλλους.
Ο ηγεμόνας Ιζιασλάβος χαιρόταν κι ευγνωμονούσε το Θεό και τον όσιο Του Θεοδόσιο, που έστειλαν στη μονή του αγίου Δημητρίου ένα τέτοιον «έμψυχο αδάμαντα». Αλλά περισσότερο ο Κύριος δόξασε τον πιστό δούλο Του, τιμώντας τον με το υψηλό και θείο αρχιερατικό αξίωμα. Μετά τη μακάρια κοίμηση του θεοφιλούς Λεοντίου, επισκόπου του Ροστώφ, ο όσιος Ησαΐας, με κοινή βουλή Θεού και ανθρώπων, αναδείχθηκε επίσκοπος σ’ εκείνη την επαρχία.
Όταν ήρθε στη θεόσωστη γη του Ροστώφ, ο όσιος ποιμενάρχης βρήκε πολλούς χριστιανούς, πρόσφατα βαπτισμένους αλλά αστερέωτους στην πίστη. Είχαν κρατήσει πολλές παλιές ειδωλολατρικές συνήθειες και διέπρατταν από άγνοια σοβαρά αμαρτήματα. Άρχισε τότε ο όσιος ένα δύσκολο και κοπιαστικό ποιμαντικό αγώνα, για τη διαφώτιση και τη στήριξη του ποιμνίου του στην πίστη και τη διδασκαλία του Χριστού.
«Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε», φώναζε στα κηρύγματά του προς το λαό. Γι` αυτό μόνο στο Χριστό να πιστεύετε. Μόνο το Χριστό ν` ακολουθείτε. Μόνο τη διδασκαλία Εκείνου και τις διδαχές των ποιμένων Του να εφαρμόζετε στη ζωή σας. Ν’ απαλλαγείτε από τις πλάνες των ειδώλων και τις απάτες των δαιμόνων για να μη βλασφημείται, αλλά να δοξάζεται με τη ζωή και τα έργα σας το όνομα του Θεού!
Περιόδευε ακατάπαυστα ο όσιος στις πόλεις και τα χωριά της περιοχής Ροστώφ και Σουζντάλ και κατηχούσε, κήρυττε, νουθετούσε, δίδασκε, διέλυε τις πλάνες, κατέλυε τα προπύργια του νοητού εχθρού.
Όπου έβλεπε να υπάρχουν ακόμα είδωλα ή ειδωλολατρικοί ναοί, έδινε εντολή να κατεδαφιστούν ή να παραδοθούν στη φωτιά, κι έπειτα δίδασκε στους κατοίκους την ορθόδοξη πίστη στην Αγία και Ομοούσιο Τριάδα. Όσοι από τους αβάπτιστους Ρώσους πίστευαν, βαπτίζονταν από τον όσιο Ιεράρχη στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Κι όσοι δεν πίστευαν με την κατήχηση και το κήρυγμα, πείθονταν με τα υπερφυσικά θαύματα και σημεία που επιτελούσε ο όσιος με τη δύναμη του παντοδύναμου Θεού.
Αλλά και τις πιο σκληρές καρδιές τις λύγιζε η αγάπη, η ευσπλαχνία, η ακακία και η μακροθυμία του μακαρίου Ησαΐα.
Ήταν παρηγορητής των θλιβομένων, τροφός των πεινασμένων, προστάτης των χηρών και ορφανών, βοηθός των φτωχών, υπερασπιστής των αδικούμενων. «Οφθαλμός ην τυφλών, πους δε χωλών», όπως ο δίκαιος Ιώβ, έτσι που όλοι χαίρονταν και δόξαζαν τον Κύριο, γιατί τους χάρισε ένα τέτοιο πατέρα και διδάσκαλο.
Ο όσιος Ιεράρχης Ησαΐας, αξιώθηκε να παρευρεθεί και στα εγκαίνια του πάνσεπτου ναού της Λαύρας, καλεσμένος από άγγελο Κυρίου, όπως είδαμε στη σχετική διήγηση.
Μετά τα εγκαίνια, έζησε εννέα μήνες ακόμη.
Στις 15 Μαΐου του 1090, αφού μετέστρεψε στην αληθινή πίστη πολλές ψυχές που ζούσαν «εν σκότει και σκιά θανάτου» και αφού ευαρέστησε τον Κύριο με την ενάρετη ζωή του, εκοιμήθη ειρηνικά και παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια των αγγέλων, που τη μετέφεραν στον ουρανό.

Όσιος ΕΦΡΑΙΜ επίσκοπος Περεγιασλάβ


Ο ΟΣΙΟΣ πατέρας μας Εφραίμ, προερχόταν όπως και ο μακάριος Βαρλαάμ, από γένος βογιάρων.
Ήταν ευνούχος και άνηκε στους έμπιστους συμβούλους του ηγεμόνα Ιζιασλάβου.
Πόθησε κι αυτός ν’ αφιερωθεί ολοκληρωτικά στον Κύριο και να σηκώσει «τον χρηστόν ζυγόν» της μοναχικής ζωής.
Πήγε λοιπόν στον όσιο Αντώνιο και με θερμά δάκρυα κι επίμονες ικεσίες, ζητούσε να τον κρατήσει στο σπήλαιο και να του δώσει το άγιο σχήμα.
Ο όσιος Αντώνιος, διαβλέποντας με το θεοφώτιστο νου του την ειλικρινή πρόθεση και τη μελλοντική πνευματική πορεία του ευγενούς ευνούχου, έδωσε εντολή στον όσιο Νίκωνα να τον κείρει μοναχό.
Αλλ’ ο μισόκαλος διάβολος φρύαξε βλέποντας να πληθύνεται η αγία οικογένεια των σπηλαιωτών μοναχών. Έκανε λοιπόν τον ηγεμόνα Ιζιασλάβο να οργιστεί και να προκαλέσει θλίψεις πολλές στους δούλους του Θεού, όπως είδαμε στους βίους των οσίων Αντωνίου και Νίκωνος.
Όταν με τη χάρη του Θεού ο πειρασμός αυτός πέρασε, ο μακάριος Εφραίμ, πιστεύοντας ότι εξαιτίας του ταλαιπώρησε τη μονή ο πονηρός, με πρωτοφανή ζήλο επιδόθηκε στην άσκηση, την προσευχή, τη νηστεία και την αγρυπνία, για να ευαρεστήσει το Θεό και να καταισχύνη το σκανδαλοποιό διάβολο. Έκανε αδιάκριτη υπακοή στο γέροντά του όσιο Αντώνιο και προσπαθούσε σ’ όλα να τον μιμηθεί.
Κάποτε πεθύμησε να επισκεφθεί τους ιερούς τόπους της χριστιανοσύνης, δηλαδή την Κωνσταντινούπολη και την Παλαιστίνη. Ήθελε να γνωρίσει τα μέρη πού έζησαν, αγωνίστηκαν, δίδαξαν και αγιάστηκαν οι απόστολοι, οι ομολογητές, οι όσιοι, οι Πατέρες της Εκκλησίας, που το παράδειγμά τους φλόγιζε την ψυχή του με τον πόθο της αγιότητας!…
Ο όσιος Αντώνιος του έδωσε πρόθυμα την ευλογία του γι’ αυτό το ταξίδι, αφού διαπίστωσε πως η προαίρεσή του ήταν αγαθή. Έτσι ο μακάριος Εφραίμ αξιώθηκε να ταξιδέψει στα μέρη των θεοφιλών ονείρων του.
Πήγε και προσκύνησε στα ιερά προσκυνήματα της Κωνσταντινουπόλεως, με τις αμέτρητες εκκλησίες και τα μοναστήρια της. Πήγε και στην αγία Σιών, τη μητέρα των Εκκλησιών, τον τόπο που περπάτησε ο Θεάνθρωπος.
Προσκύνησε εκεί το ζωοδόχο Τάφο του Κυρίου μας και το ιερό σπήλαιο της Γεννήσεως.
Λούστηκε στ’ αγιασμένα νερά του Ιορδάνη.
Είδε την Τιβεριάδα, την Κανά, την Καπερναούμ, τη Βηθανία…
Αναβαπτίσθηκε μέσα στη μεγάλη κολυμβήθρα των ευαγγελικών γεγονότων και της θείας διδασκαλίας του Λυτρωτή μας.
Παντού γνώρισε μεγάλους ασκητές, ευλογημένους μοναχούς, που τον ωφέλησαν με την αγία ζωή τους και τα θεόπνευστα λόγια τους.
Επιστρέφοντας στη Λαύρα ο όσιος Εφραίμ, έφερε όπως είδαμε, με παραγγελία του οσίου Θεοδοσίου, το μοναστικό τυπικό και την τάξη της ζωής των στουδιτών μοναχών της Κωνσταντινουπόλεως.
Με βάση το στουδίτικο τυπικό, οργανώθηκε κατόπιν η μοναχική ζωή στην Πετσέρσκαγια και σ’ όλα τα μοναστήρια της ρωσικής γης.
Όταν γύρω στα 1090 εκοιμήθη ο Πέτρος, επίσκοπος Περεγιασλάβ, με την ευδοκία του Θεού χειροτονήθηκε διάδοχός του από το μητροπολίτη Κιέβου Ιωάννη, ο μακάριος Εφραίμ, που η φήμη του είχε απλωθεί παντού για τη θεάρεστη ζωή, τις πολλές αρετές και τους μεγάλους ασκητικούς κόπους.
Από τότε που δέχτηκε τη χάρη της αρχιεροσύνης, ο εκλεκτός υπηρέτης του Κυρίου, όχι μόνο βίαζε τον εαυτό του περισσότερο στον καλόν αγώνα των αρετών, αλλά και ακούραστα μεριμνούσε για την πνευματική προκοπή του ποιμνίου του.
Με τις φροντίδες και τους κόπους του, χτίστηκε ο μεγάλος και θαυμάσιος πέτρινος ναός του αγίου αρχιστρατήγου Μιχαήλ, καθεδρικός ναός της πόλεως του Περεγιασλάβ. Εκτός απ’ αυτόν κατόρθωσε ν’ ανεγείρει τις εκκλησίες του αγίου Θεοδώρου, στην πύλη της πόλεως, και του αγίου Ανδρέου του πρωτοκλήτου, καθώς επίσης και πολλές άλλες εκκλησιαστικές οικοδομές, που τις χρησιμοποιούσε στο ποιμαντικό του έργο και ήταν στολίδια για την πόλη. Δυστυχώς όμως αυτά τα κτίσματα γκρεμίστηκαν στη διάρκεια των ταταρικών επιδρομών, στις αρχές του 13ου αι.
Ο όσιος Εφραίμ, αφού παραβρέθηκε στην ανακομιδή του σεπτού σκηνώματος του οσίου Θεοδοσίου, όπως είδαμε στο βίο του, κλήθηκε κι ο ίδιος από τον ουράνιο Βασιλιά, στην αιώνια βασιλεία Του

Όσιος ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ ο νηστευτής και μάρτυς


ΟΠΩΣ φανερώνει και το ίδιο του το όνομα, ο μακάριος Ευστράτιος, εστρατεύθη «την καλήν στρατείαν, έχων πίσην και αγαθήν συνείδησιν», πράγμα που φανερώθηκε στη θεοφιλή ζωή και τα μαρτυρικά τέλη του. Μιμητής και γενναίος στρατιώτης του Σωτήρος Χριστού, ο θείος Ευστράτιος υπέμεινε όμοια μ’ Εκείνον πάθη.
Καταγόταν από την πόλη του Κιέβου. Νιώθοντας ισχυρό πόθο να ενδυθεί «την πανοπλίαν του Θεού», το άγιο μοναχικό σχήμα, διέκοψε κάθε δεσμό με τον κόσμο και τις βιοτικές μέριμνες. Μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς, μένοντας ο ίδιος φτωχότερος απ’ όλους και πήγε στη μονή των Σπηλαίων για να κακοπαθήσει «ως καλός στρατιώτης Ιησού Χριστού».
Μόλις έγινε μοναχός, άρχισε ν’ αγωνίζεται κατά των σαρκικών παθών και του διαβόλου με «τα όπλα του φωτός», την αγρυπνία, την προσευχή και προπαντός τη χριστομίμητη νηστεία. Με τον αγώνα και τη σκληρή εγκράτεια, ταπείνωνε τους δαίμονες και εξουδετέρωνε τις προσβολές τους. Πάντοτε θυμόταν ότι ο Κύριός του, ο Ιησούς Χριστός, με τη σαρανταήμερη νηστεία και την προσευχή του κατέβαλε τον πονηρό. Θυμόταν ακόμη ότι, αντίθετα, ο πρωτόπλαστος Αδάμ από την ακράτειά του έπεσε κι εξορίστηκε από τον παράδεισο. Έτσι ο γενναίος Ευστράτιος έλιωσε πραγματικά το σώμα του με την αυστηρή νηστεία, αλλά μαζί μ’ αυτό έλιωσε και τα πάθη και διέλυσε τις δαιμονικές πλεκτάνες. Γι` αυτό επονομάστηκε νηστευτής.
Τα χρόνια εκείνα, «κρίμασιν οις Κύριος οίδε», ο ανόσιος χάνος Μπονιάκ, ηγέτης των Πολόφτσων, εισέβαλε στη ρωσική γη, τη λεηλάτησε με τις ορδές του κι έσυρε στην αιχμαλωσία πολλούς Ρώσους. Ανάμεσά τους ήταν και ο μακάριος Ευστράτιος, μαζί με άλλους μοναχούς των Σπηλαίων και χριστιανούς της περιοχής του Κιέβου.
Οι Πολόφτσοι πούλησαν τους αιχμαλώτους σε άλλους τόπους. Τον όσιο Ευστράτιο τον πούλησαν στην ελληνική γη της Χερσώνος σε κάποιο πλούσιο Εβραίο έμπορο, μαζί με άλλους χριστιανούς. Πενήντα αιχμαλώτους αγόρασε συνολικά εκείνος ο Εβραίος, τριάντα μοναστηριακούς και είκοσι κατοίκους του Κιέβου.
Από την πρώτη στιγμή ο μισόχριστος εκείνος άνθρωπος άρχισε να πιέζει τους αιχμαλώτους ν’ αρνηθούν το Χριστό. Όταν είδε πως με το μαλακό δεν κατόρθωνε τίποτε, αγρίεψε και δήλωσε ότι όποιος δεν υπέκυπτε, θα πέθαινε στα δεσμά με το αργό μαρτύριο της πείνας και της δίψας.
Όταν έμειναν μόνοι οι αιχμάλωτοι, πήρε το λόγο ο φιλόχριστος Ευστράτιος και είπε:
— Αδελφοί! «Πάντες υιοί Θεού έστε δια της πίστεως εν Χριστώ Ιησού• όσοι γαρ εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Στο όνομα λοιπόν του Κυρίου σας παρακαλώ: Κανείς ας μην αρνηθεί το Χριστό! Κανείς ας μην καταπατήσει τις ιερές υποσχέσεις που έδωσε στο άγιο βάπτισμα! Ας μιμηθούμε, αδελφοί μου, εκείνον που είπε:
— «εμοί το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος»!
Μετά τις θεόπνευστες νουθεσίες του μακαρίου Ευστρατίου, όλοι οι αιχμάλωτοι πήραν τη σταθερή απόφαση να θυσιάσουν τη ζωή τους για τον Κύριο Ιησού. Κι Εκείνος, σαν φιλάνθρωπος, παραχώρησε να παραδώσουν σύντομα την ψυχή τους οι ασθενέστεροι στο φρόνημα, για να μη μπουν σε πειρασμό και να μη διακινδυνέψουν τη σωτηρία της ψυχής τους. Γιατί ο μισόθεος Εβραίος πραγματοποίησε την απειλή του και τους έριξε όλους στα δεσμά, αφήνοντας τους χωρίς τροφή και νερό. Επιπλέον όμως, μανιασμένος για τη γενική άρνησή τους ν’ αλλαξοπιστήσουν, τους παρέδωσε σ’ αιμοβόρους βασανιστές, που τους βασάνισαν αλύπητα με άγριους ξυλοδαρμούς.
Μετά από τρεις ημέρες υπέκυψαν στο θάνατο ορισμένοι χριστιανοί. Άλλοι μετά από τέσσερις, πέντε, επτά, εννιά μέρες. Οι πιο ανθεκτικοί μετά από δεκαήμερα φρικτά βάσανα. Οι σαρανταεννέα από τους πενήντα πέθαναν σαν γενναίοι μάρτυρες, «καλώς αθλήσαντες και στεφανωθέντες» από τον αγωνοθέτη Κύριο.
Μόνο ένας έμενε ζωντανός ακόμη: ο ανδρείος Ευστράτιος.
Μαθημένος από τα νεανικά του χρόνια στη σκληρή άσκηση και τη νηστεία, άντεξε δεκατέσσερα ολόκληρα μερόνυχτα.
Ο Εβραίος ξέχυσε τότε όλο το δηλητήριο του μίσους του για το Χριστό και τους χριστιανούς πάνω στον όσιο, που είχε γίνει ο αίτιος να χάση όλα τα χρήματα της αγοράς των αιχμαλώτων. Και τι έκανε; Σαν έφτασε η μεγάλη μέρα της ενδόξου Αναστάσεως του Χριστού, αυτός και οι φίλοι του άρχισαν να βασανίζουν το μακάριο, όπως ακριβώς οι προπάτορές του βασάνισαν τον Κύριο μας: Τον ράπιζαν, τον χλεύαζαν, τον έφτυναν για πολλή ώρα. Έπειτα τον μαστίγωσαν ανελέητα. Και τέλος — ω στην αθλιότητά τους! — τον κάρφωσαν πάνω σε σταυρό!
Ήταν η δέκατη πέμπτη μέρα του μαρτυρίου του και ζούσε ακόμη.
Οι Εβραίοι ύψωσαν το σταυρό στο ύπαιθρο και άρχισαν να λένε στον εσταυρωμένο μιμητή του Θεανθρώπου:
– Γίνε, ανόητε, Εβραίος και θα σου χαρίσω τη ζωή. Αλλιώς όχι μόνο θα πεθάνεις, αλλά θα πέσει πάνω στο κεφάλι σου και η κατάρα του προφήτη Μωυσή, που γράφει στο Δευτερονόμιο: «Κεκατηραμένος υπό Θεού πας κρεμάμενος επί ξύλου»!
— Μεγάλη η χάρη του Θεού, αποκρίθηκε ο όσιος από το σταυρό, που μ’ αξίωσε να υποφέρω για το πανάγιο όνομά Του, με τον ίδιο τρόπο που υπέφερε κι Εκείνος για τις αμαρτίες μου. Ελπίζω να πει και σε μένα, όπως στο ληστή: «Σήμερον μετ’ εμού εση εν τω παραδείσω». Εβραίος εγώ δεν γίνομαι και τις κατάρες του παλαιού νόμου δεν τις φοβάμαι. Γιατί λέει ο άγιος απόστολος: «Χριστός ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα• γέγραπται γαρ επικατάρατος πας ο κρεμάμενος επί ξύλου ίνα εις τα έθνη η ευλογία του Αβραάμ γένηται εν Χριστώ Ιησού». Αυτός είναι «η ζωή των απάντων», όπως βεβαίωσε προφητικά ο Μωϋσής: «και έσται η ζωή σου κρεμάμενη απέναντι των οφθαλμών σου». Ενώ όμως για την εορτή του Πάσχα ο ψαλμωδός Δαβίδ έλεγε «αυτή η ημέρα, ην εποίησεν ο Κύριος• αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αύτη», εσύ και οι όμοιοί σου, που με σταυρώσατε για την αγία πίστη μου, θα κλάψετε και θα θρηνήσετε. «Τας νουμηνίας υμών και τας εορτάς υμών μισεί η ψυχή μου», σας λέει ο Θεός με το στόμα του προφήτη Ησαΐα. «Όταν έκτεινητε τας χείρας υμών προς με, αποστρέψω τους οφθαλμούς μου… αι γαρ χείρες υμών αίματος πλήρεις». Έφτασε η ώρα σας! Πλησιάζει ο θάνατος και του προστάτη σας, του αρχηγού της ανομίας!
Άναψε από οργή ο Εβραίος, ακούγοντας τ’ απειλητικά λόγια του θείου Ευστρατίου και βλέποντας τη γενναία αντίστασή του. Άρπαξε έξαλλος ένα ακόντιο και το κάρφωσε με δύναμη στην καρδιά του σταυρωμένου οσίου. Έτσι ο πιστός στρατιώτης του Χριστού βρήκε τέλος αντάξιο των ανδρείων πολεμιστών.
Και να! Μόλις ο θεομακάριστος παρέδωσε την ψυχή του, φάνηκε πύρινη άμαξα, που την παρέλαβε και την ανέβασε στον ουρανό. Την ίδια στιγμή ακούστηκε θεία φωνή να λέει ελληνικά:
– Ιδού ο καλός πολίτης της ουράνιας πολιτείας!
Οι ανόσιοι σταυρωτές κατέβασαν το μαρτυρικό σώμα από το σταυρό και το πέταξαν στη θάλασσα.
Όσο κι αν έψαξαν όμως αργότερα οι χριστιανοί, δεν μπόρεσαν να το βρουν. Η ανεξερεύνητη οικονομία του Θεού μετέφερε το τίμιο σκήνωμα θαυματουργικά, χωρίς ανθρώπινη μεσολάβηση, στα σπήλαια της Λαύρας του Κιέβου. Εκεί το βρήκαν με κατάπληξη και δέος οι αδελφοί – εκείνοι που είχαν σωθεί και επιστρέψει στη μονή μετά το πέρασμα των Πολόφτσων — και το κήδεψαν με τιμές και δοξολογίες.
Στον τόπο αυτό παραμένει μέχρι σήμερα, άφθορο και δοξασμένο, επιτελώντας αναρίθμητα θαύματα στους πιστούς.
Η πρόρρηση του ενδόξου οσιομάρτυρος για την τιμωρία των σταυρωτών του δεν άργησε να πραγματοποιηθεί.
Σχεδόν αμέσως μετά τη μαρτυρική τελευτή του, ήρθε διαταγή από τον Έλληνα αυτοκράτορα να διωχτούν από τα όρια του κράτους του όλοι οι Εβραίοι, να δημευτούν οι περιουσίες τους και να θανατωθούν οι άρχοντες τους, σαν υπαίτιοι των μαρτυρίων πολλών χριστιανών.
Σύμφωνα με τα τελευταία προφητικά λόγια του οσίου Ευστρατίου, ο έπαρχος της Χερσώνος και κρυφός προστάτης των Εβραίων θανατώθηκε, σαν υποκινητής και πρωτεργάτης των εβραϊκών κακουργημάτων.
Ο έπαρχος αυτός ήταν Εβραίος, κατά το γένος και την πίστη, άνθρωπος ονομαστός και πλούσιος. Κάποτε όμως έδειξε ότι πίστεψε στο Χριστό και ζήτησε να βαπτιστή. Μετά τη βάπτισή του, ο αυτοκράτορας τον τίμησε και τον διόρισε διοικητή της Χερσώνος. Αλλά εκείνος ο άθλιος, ενώ παρίστανε το χριστιανό, παρέμεινε κρυφά Εβραίος και προέτρεπε μυστικά τους ομοπίστους του ν’ αγοράζουν τους χριστιανούς αιχμαλώτους και να τους εξαναγκάζουν σε άρνηση του Χριστού. Κι αν δεν υποκύπτουν, να τους βασανίζουν μέχρι θανάτου.
Ο δίκαιος Θεός όμως δεν άργησε ν’ αποκάλυψη τη σκοτεινή και σατανική δραστηριότητά του.
Κι έτσι, με βασιλική διαταγή, κηρύχθηκε διωγμός κατά των Εβραίων, ενώ οι ηγέτες τους, όπως είπαμε, καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και του οσίου Ευστρατίου ο φονιάς, που κρεμάστηκε σ’ ένα δέντρο από τους στρατιώτες του αυτοκράτορα.
Σαν του Κυρίου μας Ιησού ήταν το ένδοξο τέλος του οσιομάρτυρος Ευστρατίου.
Σαν του Ιούδα ήταν το άδοξο τέλος του αντίχριστου Εβραίου.
Κι ενώ αυτός απήλθε «εις κόλασιν αιώνιον», ο γενναίος στρατιώτης του Χριστού και αθλοφόρος Ευστράτιος αξιώθηκε ν’ ανέλθει στη βασιλεία των ουρανών και να ψάλλει εκεί μαζί με τα ουράνια στρατεύματα τον επινίκιο ύμνο, δοξολογώντας ακατάπαυστα το Νικητή του θανάτου, Κύριό μας Ιησού Χριστό .