Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

Όσιος ΗΣΑΪΑΣ ο θαυματουργός επίσκοπος Ροστώφ


Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ησαΐας, γεννήθηκε στη γη του Κιέβου από ευγενείς και φιλόχριστους γονείς, που του έδωσαν χριστιανική αγωγή.
Από τα νεανικά του χρόνια αγάπησε το Χριστό, περιφρόνησε όλες τις κοσμικές απολαύσεις και ήρθε στη μονή των Σπηλαίων για να γίνει μοναχός. Ηγούμενος ήταν τότε ο όσιος Θεοδόσιος, που διείδε με τη χαρισματική του διάνοια τη μελλοντική εξέλιξη του νέου και τον έντυσε με το μοναχικό ένδυμα.
Από τότε ο Ησαΐας δόθηκε «ψυχή τε και σώματι» στο Νυμφίο Χριστό και άρχισε μιαν αυστηρή ασκητική ζωή.
Ήταν απλός, ταπεινός, υπάκουος, αφιλάργυρος, Φιλάδελφος, γνήσιος ενσαρκωτής της αγγελικής ζωής. Με την εγκράτεια και την υπομονή του νέκρωσε σύντομα τα πάθη και τις επιθυμίες της σάρκας. Στολισμένος έτσι με σοφία, διάκριση, ανδρεία και σωφροσύνη, έγινε από τη ζωή αυτή ένας ουρανοπολίτης, που βάδιζε γοργά για την άνω Ιερουσαλήμ. Και επειδή «ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη», η φήμη των αρετών και της αγιότητάς του διαδόθηκε σ` όλη την κιεβική χώρα κι έφτασε μέχρι τα` αυτιά του μεγάλου ηγεμόνα Ιζιασλάβου Παροσλάβιτς.
Άρχισε τότε εκείνος να παρακαλεί επίμονα τον όσιο Θεοδόσιο να δώσει την ευλογία του για να τοποθετηθεί ο Ησαΐας, ηγούμενος στο μοναστήρι του αγίου Δημητρίου, μια και ο μακάριος Βαρλαάμ είχε κοιμηθεί εν Κυρίω.
Ο θεοφώτιστος Θεοδόσιος πληροφορήθηκε εσωτερικά από το Πανάγιο Πνεύμα ότι ήταν θέλημα Θεού ν’ αναλάβει ο υποτακτικός του τη διακονία του ηγουμένου. Έτσι έδωσε τη συγκατάθεση και την ευλογία να γίνει ο Ησαΐας ηγούμενος. Κι εκείνος, μη θέλοντας να παρακούσει, σήκωσε με πόνο το βαρύ φορτίο κι έγινε «ο ποιμήν ο καλός» των μοναχών της νέας μονής του.
Ούτε ο τρόπος της ζωής του άλλαξε, ούτε το ταπεινό φρόνημά του αλλοιώθηκε από το αξίωμα που ανέλαβε. Ο νους του ήταν πάντοτε προσκολλημένος στη μνήμη του Θεού και του θανάτου, της κρίσεως και της βασιλείας των ουρανών. Γι’ αυτό συνέχιζε, με περισσότερο τώρα ζήλο, τις ασκήσεις και τους αγώνες του και γινόταν ζωντανό παράδειγμα αγγελικής βιοτής για τους υποτακτικούς του, καλώντας τους στις κορυφές των αρετών και εκπληρώνοντας πάντοτε πρώτος εκείνο που ζητούσε από τους άλλους.
Ο ηγεμόνας Ιζιασλάβος χαιρόταν κι ευγνωμονούσε το Θεό και τον όσιο Του Θεοδόσιο, που έστειλαν στη μονή του αγίου Δημητρίου ένα τέτοιον «έμψυχο αδάμαντα». Αλλά περισσότερο ο Κύριος δόξασε τον πιστό δούλο Του, τιμώντας τον με το υψηλό και θείο αρχιερατικό αξίωμα. Μετά τη μακάρια κοίμηση του θεοφιλούς Λεοντίου, επισκόπου του Ροστώφ, ο όσιος Ησαΐας, με κοινή βουλή Θεού και ανθρώπων, αναδείχθηκε επίσκοπος σ’ εκείνη την επαρχία.
Όταν ήρθε στη θεόσωστη γη του Ροστώφ, ο όσιος ποιμενάρχης βρήκε πολλούς χριστιανούς, πρόσφατα βαπτισμένους αλλά αστερέωτους στην πίστη. Είχαν κρατήσει πολλές παλιές ειδωλολατρικές συνήθειες και διέπρατταν από άγνοια σοβαρά αμαρτήματα. Άρχισε τότε ο όσιος ένα δύσκολο και κοπιαστικό ποιμαντικό αγώνα, για τη διαφώτιση και τη στήριξη του ποιμνίου του στην πίστη και τη διδασκαλία του Χριστού.
«Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε», φώναζε στα κηρύγματά του προς το λαό. Γι` αυτό μόνο στο Χριστό να πιστεύετε. Μόνο το Χριστό ν` ακολουθείτε. Μόνο τη διδασκαλία Εκείνου και τις διδαχές των ποιμένων Του να εφαρμόζετε στη ζωή σας. Ν’ απαλλαγείτε από τις πλάνες των ειδώλων και τις απάτες των δαιμόνων για να μη βλασφημείται, αλλά να δοξάζεται με τη ζωή και τα έργα σας το όνομα του Θεού!
Περιόδευε ακατάπαυστα ο όσιος στις πόλεις και τα χωριά της περιοχής Ροστώφ και Σουζντάλ και κατηχούσε, κήρυττε, νουθετούσε, δίδασκε, διέλυε τις πλάνες, κατέλυε τα προπύργια του νοητού εχθρού.
Όπου έβλεπε να υπάρχουν ακόμα είδωλα ή ειδωλολατρικοί ναοί, έδινε εντολή να κατεδαφιστούν ή να παραδοθούν στη φωτιά, κι έπειτα δίδασκε στους κατοίκους την ορθόδοξη πίστη στην Αγία και Ομοούσιο Τριάδα. Όσοι από τους αβάπτιστους Ρώσους πίστευαν, βαπτίζονταν από τον όσιο Ιεράρχη στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Κι όσοι δεν πίστευαν με την κατήχηση και το κήρυγμα, πείθονταν με τα υπερφυσικά θαύματα και σημεία που επιτελούσε ο όσιος με τη δύναμη του παντοδύναμου Θεού.
Αλλά και τις πιο σκληρές καρδιές τις λύγιζε η αγάπη, η ευσπλαχνία, η ακακία και η μακροθυμία του μακαρίου Ησαΐα.
Ήταν παρηγορητής των θλιβομένων, τροφός των πεινασμένων, προστάτης των χηρών και ορφανών, βοηθός των φτωχών, υπερασπιστής των αδικούμενων. «Οφθαλμός ην τυφλών, πους δε χωλών», όπως ο δίκαιος Ιώβ, έτσι που όλοι χαίρονταν και δόξαζαν τον Κύριο, γιατί τους χάρισε ένα τέτοιο πατέρα και διδάσκαλο.
Ο όσιος Ιεράρχης Ησαΐας, αξιώθηκε να παρευρεθεί και στα εγκαίνια του πάνσεπτου ναού της Λαύρας, καλεσμένος από άγγελο Κυρίου, όπως είδαμε στη σχετική διήγηση.
Μετά τα εγκαίνια, έζησε εννέα μήνες ακόμη.
Στις 15 Μαΐου του 1090, αφού μετέστρεψε στην αληθινή πίστη πολλές ψυχές που ζούσαν «εν σκότει και σκιά θανάτου» και αφού ευαρέστησε τον Κύριο με την ενάρετη ζωή του, εκοιμήθη ειρηνικά και παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια των αγγέλων, που τη μετέφεραν στον ουρανό.

Όσιος ΕΦΡΑΙΜ επίσκοπος Περεγιασλάβ


Ο ΟΣΙΟΣ πατέρας μας Εφραίμ, προερχόταν όπως και ο μακάριος Βαρλαάμ, από γένος βογιάρων.
Ήταν ευνούχος και άνηκε στους έμπιστους συμβούλους του ηγεμόνα Ιζιασλάβου.
Πόθησε κι αυτός ν’ αφιερωθεί ολοκληρωτικά στον Κύριο και να σηκώσει «τον χρηστόν ζυγόν» της μοναχικής ζωής.
Πήγε λοιπόν στον όσιο Αντώνιο και με θερμά δάκρυα κι επίμονες ικεσίες, ζητούσε να τον κρατήσει στο σπήλαιο και να του δώσει το άγιο σχήμα.
Ο όσιος Αντώνιος, διαβλέποντας με το θεοφώτιστο νου του την ειλικρινή πρόθεση και τη μελλοντική πνευματική πορεία του ευγενούς ευνούχου, έδωσε εντολή στον όσιο Νίκωνα να τον κείρει μοναχό.
Αλλ’ ο μισόκαλος διάβολος φρύαξε βλέποντας να πληθύνεται η αγία οικογένεια των σπηλαιωτών μοναχών. Έκανε λοιπόν τον ηγεμόνα Ιζιασλάβο να οργιστεί και να προκαλέσει θλίψεις πολλές στους δούλους του Θεού, όπως είδαμε στους βίους των οσίων Αντωνίου και Νίκωνος.
Όταν με τη χάρη του Θεού ο πειρασμός αυτός πέρασε, ο μακάριος Εφραίμ, πιστεύοντας ότι εξαιτίας του ταλαιπώρησε τη μονή ο πονηρός, με πρωτοφανή ζήλο επιδόθηκε στην άσκηση, την προσευχή, τη νηστεία και την αγρυπνία, για να ευαρεστήσει το Θεό και να καταισχύνη το σκανδαλοποιό διάβολο. Έκανε αδιάκριτη υπακοή στο γέροντά του όσιο Αντώνιο και προσπαθούσε σ’ όλα να τον μιμηθεί.
Κάποτε πεθύμησε να επισκεφθεί τους ιερούς τόπους της χριστιανοσύνης, δηλαδή την Κωνσταντινούπολη και την Παλαιστίνη. Ήθελε να γνωρίσει τα μέρη πού έζησαν, αγωνίστηκαν, δίδαξαν και αγιάστηκαν οι απόστολοι, οι ομολογητές, οι όσιοι, οι Πατέρες της Εκκλησίας, που το παράδειγμά τους φλόγιζε την ψυχή του με τον πόθο της αγιότητας!…
Ο όσιος Αντώνιος του έδωσε πρόθυμα την ευλογία του γι’ αυτό το ταξίδι, αφού διαπίστωσε πως η προαίρεσή του ήταν αγαθή. Έτσι ο μακάριος Εφραίμ αξιώθηκε να ταξιδέψει στα μέρη των θεοφιλών ονείρων του.
Πήγε και προσκύνησε στα ιερά προσκυνήματα της Κωνσταντινουπόλεως, με τις αμέτρητες εκκλησίες και τα μοναστήρια της. Πήγε και στην αγία Σιών, τη μητέρα των Εκκλησιών, τον τόπο που περπάτησε ο Θεάνθρωπος.
Προσκύνησε εκεί το ζωοδόχο Τάφο του Κυρίου μας και το ιερό σπήλαιο της Γεννήσεως.
Λούστηκε στ’ αγιασμένα νερά του Ιορδάνη.
Είδε την Τιβεριάδα, την Κανά, την Καπερναούμ, τη Βηθανία…
Αναβαπτίσθηκε μέσα στη μεγάλη κολυμβήθρα των ευαγγελικών γεγονότων και της θείας διδασκαλίας του Λυτρωτή μας.
Παντού γνώρισε μεγάλους ασκητές, ευλογημένους μοναχούς, που τον ωφέλησαν με την αγία ζωή τους και τα θεόπνευστα λόγια τους.
Επιστρέφοντας στη Λαύρα ο όσιος Εφραίμ, έφερε όπως είδαμε, με παραγγελία του οσίου Θεοδοσίου, το μοναστικό τυπικό και την τάξη της ζωής των στουδιτών μοναχών της Κωνσταντινουπόλεως.
Με βάση το στουδίτικο τυπικό, οργανώθηκε κατόπιν η μοναχική ζωή στην Πετσέρσκαγια και σ’ όλα τα μοναστήρια της ρωσικής γης.
Όταν γύρω στα 1090 εκοιμήθη ο Πέτρος, επίσκοπος Περεγιασλάβ, με την ευδοκία του Θεού χειροτονήθηκε διάδοχός του από το μητροπολίτη Κιέβου Ιωάννη, ο μακάριος Εφραίμ, που η φήμη του είχε απλωθεί παντού για τη θεάρεστη ζωή, τις πολλές αρετές και τους μεγάλους ασκητικούς κόπους.
Από τότε που δέχτηκε τη χάρη της αρχιεροσύνης, ο εκλεκτός υπηρέτης του Κυρίου, όχι μόνο βίαζε τον εαυτό του περισσότερο στον καλόν αγώνα των αρετών, αλλά και ακούραστα μεριμνούσε για την πνευματική προκοπή του ποιμνίου του.
Με τις φροντίδες και τους κόπους του, χτίστηκε ο μεγάλος και θαυμάσιος πέτρινος ναός του αγίου αρχιστρατήγου Μιχαήλ, καθεδρικός ναός της πόλεως του Περεγιασλάβ. Εκτός απ’ αυτόν κατόρθωσε ν’ ανεγείρει τις εκκλησίες του αγίου Θεοδώρου, στην πύλη της πόλεως, και του αγίου Ανδρέου του πρωτοκλήτου, καθώς επίσης και πολλές άλλες εκκλησιαστικές οικοδομές, που τις χρησιμοποιούσε στο ποιμαντικό του έργο και ήταν στολίδια για την πόλη. Δυστυχώς όμως αυτά τα κτίσματα γκρεμίστηκαν στη διάρκεια των ταταρικών επιδρομών, στις αρχές του 13ου αι.
Ο όσιος Εφραίμ, αφού παραβρέθηκε στην ανακομιδή του σεπτού σκηνώματος του οσίου Θεοδοσίου, όπως είδαμε στο βίο του, κλήθηκε κι ο ίδιος από τον ουράνιο Βασιλιά, στην αιώνια βασιλεία Του

Όσιος ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ ο νηστευτής και μάρτυς


ΟΠΩΣ φανερώνει και το ίδιο του το όνομα, ο μακάριος Ευστράτιος, εστρατεύθη «την καλήν στρατείαν, έχων πίσην και αγαθήν συνείδησιν», πράγμα που φανερώθηκε στη θεοφιλή ζωή και τα μαρτυρικά τέλη του. Μιμητής και γενναίος στρατιώτης του Σωτήρος Χριστού, ο θείος Ευστράτιος υπέμεινε όμοια μ’ Εκείνον πάθη.
Καταγόταν από την πόλη του Κιέβου. Νιώθοντας ισχυρό πόθο να ενδυθεί «την πανοπλίαν του Θεού», το άγιο μοναχικό σχήμα, διέκοψε κάθε δεσμό με τον κόσμο και τις βιοτικές μέριμνες. Μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς, μένοντας ο ίδιος φτωχότερος απ’ όλους και πήγε στη μονή των Σπηλαίων για να κακοπαθήσει «ως καλός στρατιώτης Ιησού Χριστού».
Μόλις έγινε μοναχός, άρχισε ν’ αγωνίζεται κατά των σαρκικών παθών και του διαβόλου με «τα όπλα του φωτός», την αγρυπνία, την προσευχή και προπαντός τη χριστομίμητη νηστεία. Με τον αγώνα και τη σκληρή εγκράτεια, ταπείνωνε τους δαίμονες και εξουδετέρωνε τις προσβολές τους. Πάντοτε θυμόταν ότι ο Κύριός του, ο Ιησούς Χριστός, με τη σαρανταήμερη νηστεία και την προσευχή του κατέβαλε τον πονηρό. Θυμόταν ακόμη ότι, αντίθετα, ο πρωτόπλαστος Αδάμ από την ακράτειά του έπεσε κι εξορίστηκε από τον παράδεισο. Έτσι ο γενναίος Ευστράτιος έλιωσε πραγματικά το σώμα του με την αυστηρή νηστεία, αλλά μαζί μ’ αυτό έλιωσε και τα πάθη και διέλυσε τις δαιμονικές πλεκτάνες. Γι` αυτό επονομάστηκε νηστευτής.
Τα χρόνια εκείνα, «κρίμασιν οις Κύριος οίδε», ο ανόσιος χάνος Μπονιάκ, ηγέτης των Πολόφτσων, εισέβαλε στη ρωσική γη, τη λεηλάτησε με τις ορδές του κι έσυρε στην αιχμαλωσία πολλούς Ρώσους. Ανάμεσά τους ήταν και ο μακάριος Ευστράτιος, μαζί με άλλους μοναχούς των Σπηλαίων και χριστιανούς της περιοχής του Κιέβου.
Οι Πολόφτσοι πούλησαν τους αιχμαλώτους σε άλλους τόπους. Τον όσιο Ευστράτιο τον πούλησαν στην ελληνική γη της Χερσώνος σε κάποιο πλούσιο Εβραίο έμπορο, μαζί με άλλους χριστιανούς. Πενήντα αιχμαλώτους αγόρασε συνολικά εκείνος ο Εβραίος, τριάντα μοναστηριακούς και είκοσι κατοίκους του Κιέβου.
Από την πρώτη στιγμή ο μισόχριστος εκείνος άνθρωπος άρχισε να πιέζει τους αιχμαλώτους ν’ αρνηθούν το Χριστό. Όταν είδε πως με το μαλακό δεν κατόρθωνε τίποτε, αγρίεψε και δήλωσε ότι όποιος δεν υπέκυπτε, θα πέθαινε στα δεσμά με το αργό μαρτύριο της πείνας και της δίψας.
Όταν έμειναν μόνοι οι αιχμάλωτοι, πήρε το λόγο ο φιλόχριστος Ευστράτιος και είπε:
— Αδελφοί! «Πάντες υιοί Θεού έστε δια της πίστεως εν Χριστώ Ιησού• όσοι γαρ εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Στο όνομα λοιπόν του Κυρίου σας παρακαλώ: Κανείς ας μην αρνηθεί το Χριστό! Κανείς ας μην καταπατήσει τις ιερές υποσχέσεις που έδωσε στο άγιο βάπτισμα! Ας μιμηθούμε, αδελφοί μου, εκείνον που είπε:
— «εμοί το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος»!
Μετά τις θεόπνευστες νουθεσίες του μακαρίου Ευστρατίου, όλοι οι αιχμάλωτοι πήραν τη σταθερή απόφαση να θυσιάσουν τη ζωή τους για τον Κύριο Ιησού. Κι Εκείνος, σαν φιλάνθρωπος, παραχώρησε να παραδώσουν σύντομα την ψυχή τους οι ασθενέστεροι στο φρόνημα, για να μη μπουν σε πειρασμό και να μη διακινδυνέψουν τη σωτηρία της ψυχής τους. Γιατί ο μισόθεος Εβραίος πραγματοποίησε την απειλή του και τους έριξε όλους στα δεσμά, αφήνοντας τους χωρίς τροφή και νερό. Επιπλέον όμως, μανιασμένος για τη γενική άρνησή τους ν’ αλλαξοπιστήσουν, τους παρέδωσε σ’ αιμοβόρους βασανιστές, που τους βασάνισαν αλύπητα με άγριους ξυλοδαρμούς.
Μετά από τρεις ημέρες υπέκυψαν στο θάνατο ορισμένοι χριστιανοί. Άλλοι μετά από τέσσερις, πέντε, επτά, εννιά μέρες. Οι πιο ανθεκτικοί μετά από δεκαήμερα φρικτά βάσανα. Οι σαρανταεννέα από τους πενήντα πέθαναν σαν γενναίοι μάρτυρες, «καλώς αθλήσαντες και στεφανωθέντες» από τον αγωνοθέτη Κύριο.
Μόνο ένας έμενε ζωντανός ακόμη: ο ανδρείος Ευστράτιος.
Μαθημένος από τα νεανικά του χρόνια στη σκληρή άσκηση και τη νηστεία, άντεξε δεκατέσσερα ολόκληρα μερόνυχτα.
Ο Εβραίος ξέχυσε τότε όλο το δηλητήριο του μίσους του για το Χριστό και τους χριστιανούς πάνω στον όσιο, που είχε γίνει ο αίτιος να χάση όλα τα χρήματα της αγοράς των αιχμαλώτων. Και τι έκανε; Σαν έφτασε η μεγάλη μέρα της ενδόξου Αναστάσεως του Χριστού, αυτός και οι φίλοι του άρχισαν να βασανίζουν το μακάριο, όπως ακριβώς οι προπάτορές του βασάνισαν τον Κύριο μας: Τον ράπιζαν, τον χλεύαζαν, τον έφτυναν για πολλή ώρα. Έπειτα τον μαστίγωσαν ανελέητα. Και τέλος — ω στην αθλιότητά τους! — τον κάρφωσαν πάνω σε σταυρό!
Ήταν η δέκατη πέμπτη μέρα του μαρτυρίου του και ζούσε ακόμη.
Οι Εβραίοι ύψωσαν το σταυρό στο ύπαιθρο και άρχισαν να λένε στον εσταυρωμένο μιμητή του Θεανθρώπου:
– Γίνε, ανόητε, Εβραίος και θα σου χαρίσω τη ζωή. Αλλιώς όχι μόνο θα πεθάνεις, αλλά θα πέσει πάνω στο κεφάλι σου και η κατάρα του προφήτη Μωυσή, που γράφει στο Δευτερονόμιο: «Κεκατηραμένος υπό Θεού πας κρεμάμενος επί ξύλου»!
— Μεγάλη η χάρη του Θεού, αποκρίθηκε ο όσιος από το σταυρό, που μ’ αξίωσε να υποφέρω για το πανάγιο όνομά Του, με τον ίδιο τρόπο που υπέφερε κι Εκείνος για τις αμαρτίες μου. Ελπίζω να πει και σε μένα, όπως στο ληστή: «Σήμερον μετ’ εμού εση εν τω παραδείσω». Εβραίος εγώ δεν γίνομαι και τις κατάρες του παλαιού νόμου δεν τις φοβάμαι. Γιατί λέει ο άγιος απόστολος: «Χριστός ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα• γέγραπται γαρ επικατάρατος πας ο κρεμάμενος επί ξύλου ίνα εις τα έθνη η ευλογία του Αβραάμ γένηται εν Χριστώ Ιησού». Αυτός είναι «η ζωή των απάντων», όπως βεβαίωσε προφητικά ο Μωϋσής: «και έσται η ζωή σου κρεμάμενη απέναντι των οφθαλμών σου». Ενώ όμως για την εορτή του Πάσχα ο ψαλμωδός Δαβίδ έλεγε «αυτή η ημέρα, ην εποίησεν ο Κύριος• αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αύτη», εσύ και οι όμοιοί σου, που με σταυρώσατε για την αγία πίστη μου, θα κλάψετε και θα θρηνήσετε. «Τας νουμηνίας υμών και τας εορτάς υμών μισεί η ψυχή μου», σας λέει ο Θεός με το στόμα του προφήτη Ησαΐα. «Όταν έκτεινητε τας χείρας υμών προς με, αποστρέψω τους οφθαλμούς μου… αι γαρ χείρες υμών αίματος πλήρεις». Έφτασε η ώρα σας! Πλησιάζει ο θάνατος και του προστάτη σας, του αρχηγού της ανομίας!
Άναψε από οργή ο Εβραίος, ακούγοντας τ’ απειλητικά λόγια του θείου Ευστρατίου και βλέποντας τη γενναία αντίστασή του. Άρπαξε έξαλλος ένα ακόντιο και το κάρφωσε με δύναμη στην καρδιά του σταυρωμένου οσίου. Έτσι ο πιστός στρατιώτης του Χριστού βρήκε τέλος αντάξιο των ανδρείων πολεμιστών.
Και να! Μόλις ο θεομακάριστος παρέδωσε την ψυχή του, φάνηκε πύρινη άμαξα, που την παρέλαβε και την ανέβασε στον ουρανό. Την ίδια στιγμή ακούστηκε θεία φωνή να λέει ελληνικά:
– Ιδού ο καλός πολίτης της ουράνιας πολιτείας!
Οι ανόσιοι σταυρωτές κατέβασαν το μαρτυρικό σώμα από το σταυρό και το πέταξαν στη θάλασσα.
Όσο κι αν έψαξαν όμως αργότερα οι χριστιανοί, δεν μπόρεσαν να το βρουν. Η ανεξερεύνητη οικονομία του Θεού μετέφερε το τίμιο σκήνωμα θαυματουργικά, χωρίς ανθρώπινη μεσολάβηση, στα σπήλαια της Λαύρας του Κιέβου. Εκεί το βρήκαν με κατάπληξη και δέος οι αδελφοί – εκείνοι που είχαν σωθεί και επιστρέψει στη μονή μετά το πέρασμα των Πολόφτσων — και το κήδεψαν με τιμές και δοξολογίες.
Στον τόπο αυτό παραμένει μέχρι σήμερα, άφθορο και δοξασμένο, επιτελώντας αναρίθμητα θαύματα στους πιστούς.
Η πρόρρηση του ενδόξου οσιομάρτυρος για την τιμωρία των σταυρωτών του δεν άργησε να πραγματοποιηθεί.
Σχεδόν αμέσως μετά τη μαρτυρική τελευτή του, ήρθε διαταγή από τον Έλληνα αυτοκράτορα να διωχτούν από τα όρια του κράτους του όλοι οι Εβραίοι, να δημευτούν οι περιουσίες τους και να θανατωθούν οι άρχοντες τους, σαν υπαίτιοι των μαρτυρίων πολλών χριστιανών.
Σύμφωνα με τα τελευταία προφητικά λόγια του οσίου Ευστρατίου, ο έπαρχος της Χερσώνος και κρυφός προστάτης των Εβραίων θανατώθηκε, σαν υποκινητής και πρωτεργάτης των εβραϊκών κακουργημάτων.
Ο έπαρχος αυτός ήταν Εβραίος, κατά το γένος και την πίστη, άνθρωπος ονομαστός και πλούσιος. Κάποτε όμως έδειξε ότι πίστεψε στο Χριστό και ζήτησε να βαπτιστή. Μετά τη βάπτισή του, ο αυτοκράτορας τον τίμησε και τον διόρισε διοικητή της Χερσώνος. Αλλά εκείνος ο άθλιος, ενώ παρίστανε το χριστιανό, παρέμεινε κρυφά Εβραίος και προέτρεπε μυστικά τους ομοπίστους του ν’ αγοράζουν τους χριστιανούς αιχμαλώτους και να τους εξαναγκάζουν σε άρνηση του Χριστού. Κι αν δεν υποκύπτουν, να τους βασανίζουν μέχρι θανάτου.
Ο δίκαιος Θεός όμως δεν άργησε ν’ αποκάλυψη τη σκοτεινή και σατανική δραστηριότητά του.
Κι έτσι, με βασιλική διαταγή, κηρύχθηκε διωγμός κατά των Εβραίων, ενώ οι ηγέτες τους, όπως είπαμε, καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και του οσίου Ευστρατίου ο φονιάς, που κρεμάστηκε σ’ ένα δέντρο από τους στρατιώτες του αυτοκράτορα.
Σαν του Κυρίου μας Ιησού ήταν το ένδοξο τέλος του οσιομάρτυρος Ευστρατίου.
Σαν του Ιούδα ήταν το άδοξο τέλος του αντίχριστου Εβραίου.
Κι ενώ αυτός απήλθε «εις κόλασιν αιώνιον», ο γενναίος στρατιώτης του Χριστού και αθλοφόρος Ευστράτιος αξιώθηκε ν’ ανέλθει στη βασιλεία των ουρανών και να ψάλλει εκεί μαζί με τα ουράνια στρατεύματα τον επινίκιο ύμνο, δοξολογώντας ακατάπαυστα το Νικητή του θανάτου, Κύριό μας Ιησού Χριστό .

Όσιος ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ο θαυματουργός


ΔΕΝ ΚΑΥΧΙΕΤΑΙ μόνο η Νεοκαισάρεια για τον ένδοξο Ιεράρχη της Γρηγόριο το θαυματουργό, αλλά και η αγία Λαύρα των Σπηλαίων για τον ομώνυμό του, θαυματουργό όσιο.
Ο μακάριος Γρηγόριος ήρθε στον όσιο Θεοδόσιο όταν εκείνος έχτιζε το μοναστήρι των Σπηλαίων. Αφού έλαβε το μοναχικό σχήμα, διδάχτηκε από τον όσιο την ακτημοσύνη, την εγκράτεια των παθών, την υπακοή και τις άλλες αρετές. Ο φιλόθεος Γρηγόριος όμως έδειξε ιδιαίτερη κλίση και αγάπη στην καλλιέργεια της προσευχής.
Έτσι, με την ακρίβεια της μοναχικής του βιοτής, τους κόπους και τα πνευματικά παλαίσματα, από πολύ νωρίς στολίστηκε με τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και αξιώθηκε να επιτελή ποικίλα θαύματα στο όνομα του Χριστού, χάρη στα οποία αποκλήθηκε θαυματουργός. Ιδιαίτερο χάρισμα του έδωσε ο Θεός εναντίον των πονηρών πνευμάτων, που τα επιτιμούσε και τ’ απομάκρυνε από τους ανθρώπους με προσευχές κι εξορκισμούς. Συχνά του έφερναν δαιμονισμένους για να τους θεραπεύσει. Γνωρίζοντας οι δαίμονες τη δύναμη του Χριστόφορου οσίου, φώναζαν από μακριά:
— Αλίμονο μας, Γρηγόριε! Θα μας διώξεις με την προσευχή σου!
Και πράγματι, σε λίγο εξαφανίζονταν ουρλιάζοντας σαν πληγωμένοι από τα φλογισμένα βέλη της πύρινης προσευχής του μακαρίου.
Ο επίβουλος διάβολος δεν μπορούσε ν’ ανεχθεί τους συνεχείς εξευτελισμούς του από τον άνθρωπο του Θεού. Αλλά και δεν μπορούσε να τον βλάψει, γιατί ήταν ασφαλισμένος με τα τείχη της δικής του ταπεινώσεως και της χάριτος του Κυρίου.
Έστειλε τότε εναντίον του δυο κακοποιούς, που βάλθηκαν να ληστέψουν τα λιγοστά υπάρχοντά του.
Αλλά τι είχε ο όσιος στο κελί του; Τίποτε άλλο εκτός από τα βιβλία που μελετούσε νύχτα και μέρα, στα διαστήματα ανάμεσα στις προσευχές του. Οι κακοποιοί θέλησαν να κλέψουν αυτά τα βιβλία και να τα πουλήσουν. Ήρθαν αθόρυβα μια νύχτα, πιστεύοντας πως ο άγιος κοιμάται και κρύφτηκαν μέσα στο σκοτεινό κελί του. Περίμεναν να πάει ο γέροντας στην εκκλησία για τον όρθρο κι έπειτα να γδύσουν το κελί με την ησυχία τους.
Ο όσιος, που ήταν γονατισμένος μες στο σκοτάδι και ξαγρυπνούσε προσευχόμενος, αντιλήφθηκε την παρουσία τους. Ούτε κινήθηκε όμως, ούτε μίλησε. Τους άφησε να «κρυφτούν» και μετά, θέλοντας να τους οδηγήσει σε συναίσθηση και μετάνοια, προσευχήθηκε δυνατά:
— Κύριε μου, κοίμισε τους δούλους σου που ήρθαν μάταια εδώ, κάνοντας το θέλημα του εχθρού σου διαβόλου.
Και τότε, ω του θαύματος! Οι κλέφτες έπεσαν αυτοστιγμεί σε βαθύ ύπνο. Έμειναν εκεί, σε μια γωνιά του κελιού του οσίου Γρηγορίου, κοιμισμένοι για πέντε μέρες! Τότε ο όσιος κάλεσε όλους τους αδελφούς και μπροστά τους απευθύνθηκε στους ληστές:
—Μα καλά, ως πότε θα παραφυλάτε για ν’ αρπάξετε τα πράγματα μου; Άντε, καιρός είναι να πηγαίνετε στα σπίτια σας. Στο όνομα του Κυρίου μου Ιησού Χριστού ξυπνήστε και φύγετε!
Αμέσως εκείνοι ξύπνησαν. Ήταν ανίκανοι όμως να σηκωθούν. Όχι τόσο από την έκπληξη και το φόβο, όσο από εξάντληση, εξαιτίας της αναγκαστικής πενταήμερης ασιτίας.
Ο όσιος τους έδωσε καλοσυνάτα άφθονη τροφή, τους περιποιήθηκε και τους άφησε να φύγουν.
Το περιστατικό εκείνο έγινε γνωστό και στο Κίεβο. Όταν το πληροφορήθηκε ο ηγεμόνας, έδωσε εντολή να φυλακίσουν τους επίδοξους κλέφτες. Ο φιλάνθρωπος Γρηγόριος πολύ λυπήθηκε γι’ αυτό. Πήγε αμέσως ο ίδιος στον άρχοντα, του δώρισε μερικά από τα βιβλία του και τον παρακάλεσε να ελευθερώσει για χάρη του τους δυο φυλακισμένους. Έτσι κι έγινε. Άλλα και τα υπόλοιπα βιβλία του τα πούλησε ο όσιος και μοίρασε το αντίτιμό τους στους φτωχούς. Κράτησε μόνο τα απολύτως απαραίτητα.
—Ο Θεός θα οικονομήσει τη σωτηρία μου και χωρίς τα βιβλία, είπε στους αδελφούς. Τα πούλησα για να μη βάζω τους ανθρώπους
Κατάπληκτοι οι κλέφτες από την αγάπη του οσίου Γρηγορίου και τη θαυματουργική του δύναμη, μετανόησαν κι έμειναν στη μονή των Σπηλαίων, όπου βοηθούσαν τους πατέρες στις αγροτικές εργασίες. Κι εκείνοι τους έδιναν την αμοιβή του τίμιου κόπου τους, με την οποία έτρεφαν από τότε τις οικογένειές τους.
Μετά από καιρό ήρθαν άλλοι κλέφτες, μπήκαν στο μικρό λαχανόκηπο, όπου ο όσιος καλλιεργούσε λαχανικά και οπωρικά και γέμισαν τα σακιά τους με τους καρπούς των κόπων του. Όταν όμως θέλησαν να φύγουν, δεν μπόρεσαν να κουνηθούν από τη θέση τους. Κόλλησαν εκεί, φορτωμένοι με τα σακιά κι έμειναν έτσι δυο μερόνυχτα. Τότε ήρθαν σε μετάνοια κι άρχισαν να θρηνούν και να ικετεύουν:
– Πάτερ Γρηγόριε! Άγιε του Θεού! Ελευθέρωσέ μας, σε παρακαλούμε! Δεν αντέχουμε άλλο! Μετανοούμε για τις αμαρτίες μας! Ποτέ πια δεν θα κλέψουμε!
Τους άκουσαν μερικοί μοναχοί που δούλευαν μακρύτερα κι έτρεξαν κοντά τους. Όσο κι αν προσπάθησαν όμως, δεν μπόρεσαν να τους ξεκολλήσουν από τη γη.
– Πως βρεθήκατε εδώ; ρώτησαν απορημένοι τους κλέφτες.
– Δυο μερόνυχτα είμαστε εδώ πέρα, αποκρίθηκαν εκείνοι.
– Μα εμείς κάθε μέρα ερχόμαστε και καλλιεργούμε αυτή τη γη. Εσάς όμως δεν σας είδαμε.
– Ούτε κι εμείς εσάς. Αν σας βλέπαμε, θα σας παρακαλούσαμε να μεσιτεύσετε στον άγιο γέροντα να μας συγχωρήσει και να μας λυτρώσει απ’ αυτό το μαρτύριο. Έχουμε αποκάμει μέχρι θανάτου.
Τότε φάνηκε να έρχεται ο όσιος Γρηγόριος. Χωρίς περιστροφές είπε αμέσως στους κλέφτες:
– Επειδή είστε τεμπέληδες και ζείτε άκοπα με την κλοπή των ξένων περιουσιών, τώρα θα καταδικασθείτε να μείνετε εδώ αργοί, μέχρι το τέλος της ζωής σας!
Με γοερούς θρήνους απάντησαν οι κλέφτες στην παιδαγωγική απειλή του οσίου.
-Όχι, πάτερ. Λυπήσου μας. Σου δίνουμε την υπόσχεση ότι ποτέ πια δεν θ’ ασχοληθούμε με τέτοιες πονηρές δουλειές.
-Αν αποφασίσατε πράγματι να ζήσετε στο μέλλον από τον κόπο των χεριών σας, θα παρακαλέσω τον Κύριο να σας ελευθερώσει.
-Δίνουμε τώρα όρκο ιερό ενώπιον του Θεού ότι δεν θα σε παρακούσουμε.
Αφού προσευχήθηκε ο όσιος, στράφηκε πάλι στους κλέφτες:
-Ας είναι ευλογητός ο Θεός που σας φώτισε και σας βοήθησε. Από τώρα θα εργάζεστε στους κήπους της μονής μαζί με τους αδελφούς κι απ’ αυτούς θα παίρνετε ό,τι χρειάζεστε για να ζήσετε εσείς και οι οικογένειές σας.
Αμέσως οι κλέφτες ξεκόλλησαν από τη γη κι έπεσαν κάτω, ζητώντας συγγνώμη από τον όσιο και δοξάζοντας το όνομα του μεγαλοδύναμου Θεού.
Μιαν άλλη φορά ήρθαν στο μακάριο Γρηγόριο τρεις άγνωστοι άνθρωποι. Είχαν συνεννοηθεί να τον εξαπατήσουν για να τους δώσει πράγματα αξίας. Έδειχναν λοιπόν οι δύο απ’ αυτούς τον τρίτο κι έλεγαν στον όσιο με υποκριτική απελπισία:
– Πάτερ, ο φίλος μας αυτός καταδικάστηκε σε θάνατο! Δώσ’ του κάτι για να εξαγοράσει την ποινή του.
Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερο χάρισμα για ν’ αντιληφθεί κανείς το χονδροειδές ψέμα των κουτοπόνηρων χωρικών. Ο όσιος δάκρυσε και είπε σιγανά:
-Συμφορά στον άνθρωπο αυτό! Έφτασε η μέρα της καταστροφής του…
Οι άλλοι όμως δεν κατάλαβαν το νόημα των λόγων του και επέμειναν:
-Πάτερ, αν εσύ του δώσεις ό,τι έχεις, θα γλιτώσει το θάνατο.
-Και να σας δώσω δεν θα γλιτώσει. Πέστε μου όμως, σε τι θάνατο καταδικάστηκε;
-Θα τον κρεμάσουν από ένα δέντρο.
-Καλά το είπατε, είπε ο προορατικός όσιος. Αύριο θα γίνει αυτό!
Χωρίς να πει άλλο λόγο, κατέβηκε βαθιά στο σπήλαιό του, εκεί όπου συνήθως προσευχόταν και διάβαζε με το κερί. Σε λίγο ανέβηκε κρατώντας λίγα πολύτιμα βιβλία. Ήταν τα τελευταία που του είχαν μείνει. Πάρτε τα, είπε. Κι αν δεν σας χρειαστούν, να μου τα επιστρέψετε.
Τα πήραν και βγήκαν κρυφογελώντας.
-Τι έλεγε ο καλόγερος; Να του τα επιστρέψουμε; Άσ’ τον να περιμένει! Θα πιάσουμε καλά λεφτά σαν τα πουλήσουμε.
Τυφλωμένοι όμως από την απληστία οι τρεις απατεώνες δεν αρκέστηκαν στα βιβλία. Βγαίνοντας είδαν το περιβόλι του οσίου γεμάτο καρπούς.
— Να ‘ρθουμε τη νύχτα να τους κλέψουμε, συμφώνησαν στα γρήγορα, χωρίς πολλή συζήτηση.
Και πράγματι, σαν έπεσε η νύχτα, ήρθαν πάλι. Την ώρα εκείνη ο θεομακάριστος Γρηγόριος ήταν στο βάθος του σπηλαίου και προσευχόταν. Πλησίασαν αθόρυβα κι ασφάλισαν απ’ έξω την πόρτα, φυλακίζοντας τον όσιο μέσα. Ανενόχλητοι κατόπιν ρίχτηκαν στη λεηλασία του κήπου. Οι δύο μάζευαν από κάτω, ενώ ο τρίτος — ο δήθεν καταδικασμένος σε θάνατο — ανέβηκε σ’ ένα ψηλό δέντρο κι έκοβε τους καρπούς του.
Ξάφνου όμως το κλαδί που πατούσε έσπασε. Κι ο κλέφτης, πριν προλάβει να κρατηθεί, έπεσε κατακόρυφα με το κεφάλι. Ο θόρυβος και οι σπαρακτικές φωνές του έκαναν τους άλλους να τρομάξουν και να το βάλουν στα πόδια. Ο ίδιος όμως — αλίμονο! – βρήκε οικτρό τέλος: Καθώς έπεφτε, το κεφάλι του πιάστηκε σε μια διχάλα και πνίγηκε.
Το πρωί οι αδελφοί δεν είδαν τον όσιο Γρηγόριο στην εκκλησία. Παραξενεμένοι πήγαν μετά την ακολουθία στο κελί του για να δουν αν ήταν άρρωστος. Τότε είδαν με φρίκη τον κρεμασμένο πάνω στο δέντρο.
Σε λίγο διαπίστωσαν ότι ή σπηλιά του οσίου ήταν μανταλωμένη απ’ έξω. Άνοιξαν και τον ελευθέρωσαν.
Στο μεταξύ είχαν μαζευτεί εκεί γύρω πολλοί αδελφοί και λαϊκοί, που πληροφορήθηκαν για το φρικτό θάνατο του κρεμασμένου. Ανάμεσά τους ο όσιος Γρηγόριος διέκρινε και τους δύο φίλους του νεκρού, που είχαν επιστρέψει δειλά-δειλά και κοίταζαν από μακριά το αιωρούμενο πτώμα του συντρόφου τους.
– Βλέπετε πως πραγματοποιήθηκε το άθλιο ψέμα σας; τους είπε αυστηρά ο όσιος.
Ο «θεός ου μυκτηρίζεται». Αν δεν με κλειδώνατε μέσα, θα έτρεχα να τον βοηθήσω και θα γλίτωνε. Αλλά ο φίλος σας διάβολος, που σας δίδαξε την απάτη και το ψεύδος, είναι ο αίτιος του πνευματικού και του σωματικού θανάτου. Κι από τότε που υποταχθήκατε σ’ αυτόν, το έλεος του Θεού σας εγκατέλειψε.
Τρέμοντας από το φόβο τους οι δυο χωρικοί έπεσαν στη γη και ζήτησαν με δάκρυα συγχώρηση για την πράξη τους. Και ο όσιος τους πρόσταξε να κερδίζουν στο εξής το ψωμί τους, με τον τίμιο ίδρωτα τους.
Ας έρθουμε τώρα στη μαρτυρική τελείωση του φιλόθεου και θαυματουργού Γρηγορίου.
Κάποτε συνέβη να μολυνθεί το άγιο ποτήριο της εκκλησίας από ακάθαρτο ζώο. Ο όσιος κατέβηκε μέχρι το Δνείπερο ποταμό για να φέρει πεντακάθαρο νερό και να καθαρίσει το Ιερό σκεύος.
Στις όχθες του πόταμου συναντήθηκε με τους πρίγκιπες αδελφούς Ροσπσλάβο και Βλαδίμηρο Β’ Βσεβολόντοβιτς. Κατευθύνονταν προς τη μονή για να προσκυνήσουν και να πάρουν τις ευλογίες των πατέρων, πριν εκστρατεύσουν κατά των επιδρομέων Πολόφτσων.
Μερικοί αδιάντροποι υπηρέτες του Ροσπσλάβου, θέλησαν να διασκεδάσουν με τον άκακο γέροντα. Άρχισαν λοιπόν να γελούν σε βάρος του χλευαστικά και να του πετούν αισχρά υπονοούμενα.
Ο ταπεινός όσιος δεν ταράχτηκε. Τους άκουγε ήρεμος και αμίλητος. Τα προορατικά του μάτια όμως, είδαν τον επικείμενο θάνατο των χλευαστών του.
— Αχ, παιδιά μου! είπε λυπημένα. Γιατί ασεβείτε κατά του Θεού στο πρόσωπο ενός γέρου μοναχού σαν κι εμένα; Εσείς τώρα χρειάζεστε πολλή προσευχή. Κλάψτε για το χαμό σας και μετανοήστε για τις αμαρτίες σας. Για σας θα ‘ρθη πολύ γρήγορα Η κρίση του Κυρίου. Όλοι σας θα πνιγείτε μέσα στο νερό μαζί με τον πρίγκιπά σας!
Ο Ροστισλάβος, ενώ τόση ώρα άκουγε τους υπηρέτες του χωρίς να επεμβαίνει, τώρα έγινε έξω φρενών με τα λόγια του οσίου. Τα πήρε όχι σαν προειδοποίηση, μα σαν κατάρα.
—Έμενα απειλείς, παλιοκαλόγερε; φώναξε στο φιλόχριστο Γρηγόριο κόκκινος από την οργή. Το ξέρεις ότι δεν με φτάνει κανείς στο κολύμπι; Αλλά θα σου δείξω εγώ! Θα χαθείς εσύ μ’ αυτό το θάνατο!
Και αμέσως ο ανόσιος πρίγκιπας, διέταξε να δέσουν τον όσιο χειροπόδαρα, να του κρεμάσουν μια πέτρα στο λαιμό και να τον πετάξουν στο πιο βαθύ σημείο του πόταμου. Η διαταγή του εκτελέστηκε χωρίς αργοπορία. Σε λίγο τα νερά του Δνείπερου κατάπιαν το τίμιο σώμα του θαυματουργού.
Ο θηριώδης Ροσπσλάβος, μετά το φόνο του οσίου, γύρισε κι έφυγε συγχυσμένος και αμετανόητος, χωρίς να πάει στο μοναστήρι. Ο αδελφός του όμως Βλαδίμηρος πήγε εκεί και ζήτησε την ευλογία των πατέρων για την αντιμετώπιση των βαρβάρων Πολόφτσων.
Η μάχη έγινε κοντά στην Τρίπολη, στις όχθες του πόταμου Στούγκνα. Οι Ρώσοι ηττήθηκαν από τους βαρβάρους και ό Ροσπσλάβος πνίγηκε μ’ ολόκληρο σχεδόν το στράτευμά του. Ο Βλαδίμηρος όμως, χάρη στην ευλογία των αγίων της Λαύρας, σώθηκε.
Στο μεταξύ, οι αδελφοί έψαχναν δυο μέρες τον όσιο, μα δεν τον εύρισκαν.
Την τρίτη μέρα μπαίνουν στο κελί του και τι να δουν! Το νεκρό σώμα του βρισκόταν εδώ, με δεμένα τα χέρια και τα πόδια και με την πέτρα στο λαιμό! Το ένδυμα του ήταν μουσκεμένο, ενώ το πρόσωπο φωτεινό και ιλαρό. Το σώμα του ήταν ζεστό και εύκαμπτο, σαν ζωντανό.
Όλοι θαύμασαν για το ολοφάνερο σημείο της αγιότητας του μακαρίου αδελφού τους. Ποτέ δεν έμαθαν πως βρέθηκε το σώμα του μέσα στο κελί.
Δόξασαν το μεγάλο Θεό, τον «θαυμαστόν εν τοις Αγίοις Αυτού», σήκωσαν το σεπτό σκήνωμα και το τοποθέτησαν με προσευχές και ψαλμωδίες στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου.
Εκεί παραμένει μέχρι σήμερα, άφθορο και δοξασμένο, κηρύττοντας σιωπηλά στους ανθρώπους τη δύναμη της πίστεως και την παντοδυναμία του Θεού, του «ποιούντος θαυμάσια».

Όσιος ΒΑΡΛΑΑΜ καθηγούμενος της Λαύρας των Σπηλαίων


Ο ΟΣΙΟΣ πατέρας μας Βαρλαάμ καταγόταν από επιφανή γενιά βογιάρων.
Ήταν γιος του πιο φημισμένου στρατηγού του μεγάλου ηγεμόνα Ιζιασλάβου, του βογιάρου Ιωάννου.
Ο Κύριος είχε προικίσει πλούσια το Βαρλαάμ με πολλά χαρίσματα — σωματική ομορφιά, ρώμη και ευφυΐα. Από τη μητέρα του Μαρία ο νεαρός βογιάρος πήρε χριστιανική αγωγή και γρήγορα ξεχώρισε για την ψυχική του καθαρότητα.
Όταν ήταν ακόμη παιδί, σ’ όλη την περιοχή του Κιέβου είχε απλωθεί η φήμη της θεάρεστης ασκητικής ζωής και των μεγάλων θαυμάτων των οσίων πατέρων Αντωνίου και Θεοδοσίου των σπηλαιωτών. Κι όταν έγινε έφηβος, συχνά επισκεπτόταν τους αγίους ασκητές μαζί με πολλούς άλλους συμπολίτες του και δεν χόρταινε ν’ ακούει τις ψυχωφελείς νουθεσίες και τις γλυκύτατες διδαχές τους.
Η αγνή και καθαρή ψυχή του νεαρού Βαρλαάμ αιχμαλωτίστηκε από τη θεία γοητεία των μελίρρυτων οσιακών λόγων και πόθησε την αμέριμνη, αγγελική ζωή των αγίων ασκητών.
Δεν άργησε ν’ αποστραφεί τον πλούτο, τη χλιδή και τη δόξα της βογιάρικης ζωής και να κυριευτεί από το θείο έρωτα του αφανούς και σκληρού βίου των σπηλαιωτών μοναχών. Στη ζωή του μοναχού, ο Βαρλαάμ έβλεπε τον πιο ασφαλή δρόμο για τη βασιλεία των ουρανών, ενώ στη ζωή των κοσμικών διαπίστωνε πλήθος πειρασμών και πνευματικών κινδύνων.
Ιδιαίτερα τον φόβιζαν τα λόγια του Κυρίου: «Ευκολότερων εστί κάμηλον δια τρυπήματος ραφίδος διελθείν ή πλούσιον εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν».
Αποφασισμένος πια ν’ αλλάξει τον κοσμικό πλούτο με τη μοναχική πτώχεια και τις πριγκιπικές τιμές με τον ονειδισμό του Χριστού, ο Βαρλαάμ, αν και ήταν ήδη αρραβωνιασμένος με μια πλούσια πριγκίπισσα, πήγε στο μακάριο Αντώνιο, ακούμπησε στα πόδια του τους καρδιακούς του πόθους και τον παρακάλεσε να δεχτή κι εκείνον σαν μαθητή και υποτακτικό του.
– Αγαθή πρόθεση έχεις παιδί μου, του είπε ο όσιος. Πρόσεξε όμως, γιατί πολλοί ξεκίνησαν με το δικό σου ενθουσιασμό, αλλά δεν «υπέμειναν εις τέλος». Τα πλούτη, οι ηδονές και η δόξα του κόσμου είναι τα μεγαλύτερα όπλα του δολερού διαβόλου. Μ’ αυτά θα προσπαθήσει να σε νικήσει. Να θυμάσαι όμως αυτό πού είπε ο Κύριος: «Ουδείς επιβολών την χείρα αυτού επ’ αρότρων και βλέπων εις τα οπίσω εύθετος εστίν εις την βασιλείαν του Θεού».
Τα λόγια του γέροντα φλόγισαν ακόμη περισσότερο την καρδιά του Βαρλαάμ με τον πόθο της μοναχικής ζωής και την αποφασιστικότητα γι’ αναμέτρηση με το φθονερό διάβολο.
Μια μέρα φόρεσε την επίσημη χρυσοποίκιλτη φορεσιά του, ανέβηκε σ’ ένα καταστόλιστο, μεγαλόπρεπο άλογο και με συνοδεία πολλών στρατιωτών και υπηρετών έφτασε στο σπήλαιο των οσίων.
Οι μοναχοί βγήκαν να προϋπαντήσουν τον άρχοντα και να του αποδώσουν τις πρέπουσες τιμές. Ο Βαρλαάμ κατέβηκε τότε από το άλογο του, έβαλε στρωτή μετάνοια στον όσιο Αντώνιο κι έπειτα έβγαλε τα φανταχτερά ρούχα του βογιάρου και τ’ ακούμπησε κάτω, στα πόδια του οσίου. Μετά οδήγησε μπροστά στον όσιο το άλογό του, καθώς και ολόκληρη τη συνοδεία των υπηρετών του και είπε:
– Να η γοητεία της κοσμικής ζωής! Την απαρνούμαι! Ό,τι θέλεις κάνε μαζί τους… Για μένα όλ’ αυτά δεν αξίζουν τίποτα. Θέλω να ζήσω στο σπήλαιο, για να κερδίσω το Χριστό. Και σου υπόσχομαι ότι ποτέ δεν θα γυρίσω πίσω!
– Να θυμάσαι, παιδί μου, είπε ο όσιος, σε Ποιόν δίνεις τις υποσχέσεις και Ποιος είναι ο Βασιλιάς που θέλεις να γίνεις στρατιώτης Του. Εδώ βρίσκονται αόρατος άγγελοι του Θεού και καταγράφουν τα λόγια σου. Πρόσεξε όμως! Αν έρθει εδώ ο πατέρας σου και σε πάρει με τη βία, τι θα γίνει; Εμείς δεν είμαστε σε θέση να σε βοηθήσουμε κι εσύ θ’ αθετήσεις τις υποσχέσεις που έδωσες στο Θεό.
Αλλά ο Βαρλαάμ ήταν αποφασισμένος και αμετάπειστος.
-Και να με βασανίσει ακόμη ο πατέρας μου, δεν θα γυρίσω πίσω στον κόσμο. Μόνο σε παρακαλώ πάτερ, το συντομότερο να με κάνης μοναχό.
Βλέποντας την επιμονή του Βαρλαάμ και διαβλέποντας τη μελλοντική του πορεία, ο όσιος Αντώνιος έδωσε εντολή στο μακάριο Νίκωνα να του δώσει το άγιο μοναχικό σχήμα.
Σαν πληροφορήθηκε ο βογιάρος Ιωάννης την κούρα του αγαπημένου του γιου, κεραυνοβολήθηκε κι έπεσε κάτω λιπόθυμος.
Λύπη θανάσιμη τον κυρίευσε. Γρήγορα όμως η λύπη μεταβλήθηκε σε οργή, σε θηριώδη μανία κατά των μοναχών της μονής. Πιστεύοντας ότι εκείνοι παρέσυραν το γιο του, ήρθε με στρατό στα σπήλαια και σκόρπισε με τις λόγχες τους μοναχούς. Άρπαξε μετά το Βαρλαάμ, του ξέσκισε τα μοναχικά ενδύματα, του φόρεσε τη λαμπρή βογιάρικη φορεσιά και τον πήρε με τη βία στο παλάτι του.
Στο δρόμο ο Βαρλαάμ πέταξε πολλές φορές από πάνω του με αηδία τη φανταχτερή στολή και την ποδοπατούσε μέσα στη λάσπη. Ο Ιωάννης όμως, για να τιμωρήσει το γιο του, έδινε εντολή στους στρατιώτες να του φορούν κάθε φορά τα λασπωμένα ρούχα με βάναυσα χτυπήματα και προπηλακισμούς.
Στο σπίτι ο Βαρλαάμ έμενε μακριά από τους γονείς και την πρώην μνηστή του. Δεν ήθελε ούτε στο τραπέζι να καθίσει μαζί τους. Τον έφερναν σέρνοντας οι υπηρέτες, εκείνος όμως καθόταν σιωπηλός και με κατεβασμένα μάτια, χωρίς να τρώει μπουκιά και χωρίς να πτοείται από τις απειλές του πατέρα, από τις ικεσίες της μητέρας, από τα δάκρυα της μνηστής…
Ο βογιάρος Ιωάννης έδωσε εντολή να τον κλείσουν στο διαμέρισμά του και να τον επιτηρούν αυστηρά, για να μη δραπετεύσει. Έπειτα κάλεσε μια νεαρή και όμορφη υπηρέτρια και της υποσχέθηκε μεγάλη αμοιβή αν κατόρθωνε να ξεμυαλίσει το Βαρλαάμ και αν τον κατάφερνε να μείνει στο σπίτι. Από κείνη την ώρα η ξεδιάντροπη γυναίκα δεν σταμάτησε να προκαλεί και να σκανδαλίζει το δούλο του Θεού, μ’ όλα τα πονηρά τεχνάσματα που τη δίδαξε ο φίλος της ο διάβολος. Ντύθηκε με προκλητικά φορέματα, αλείφτηκε μ’ ερεθιστικά αρώματα, στολίστηκε με φανταχτερά στολίδια κι έβαλε σκοπό να πιάσει με κάθε μέσο τον αγνό νέο στα σατανικά δίχτυα της.
Ο σώφρων Βαρλαάμ πάλι, παραδομένος σταθερά στη διακονία της δόξης του Θεού, κουλουριάστηκε σε μια γωνιά του δωματίου του, ντυμένος μόνο μ’ ένα τρίχινο πουκάμισο. Για τρεις ήμερες, ούτε τροφή, ούτε νερό έβαλε στο στόμα του. Αδιάλειπτα προσευχόταν στον Κύριο να του δώσει δύναμη για να ξεπεράσει την ασθένεια της φύσεως, ν’ αντισταθεί στο σαρκικό πειρασμό και να βγει νικητής με τη συνεργεία της θείας χάριτος από τη φοβερή εκείνη δοκιμασία, για να δοξαστεί το όνομα του Θεού και να ντροπιαστεί ο πανούργος και μισόκαλος διάβολος.
Η υπηρέτρια, με την πρόφαση πως είχε εντολή να τον φροντίζει και να τον εξυπηρετεί, ήταν αδιάκοπα σχεδόν κοντά του. Και χωρίς ντροπή τον χάιδευε, τον φιλούσε, του έλεγε ερωτόλογα και προτροπές για ν’ αμαρτήσει μαζί της. Ο όσιος αντιστεκόταν μ’ όλες του τις δυνάμεις, όχι τόσο στη γυναίκα, όσο στη δική του αμαρτητική ροπή. Αλλά δυστυχώς, όσο εκείνος αντιστεκόταν, τόσο η γυναίκα πείσμωνε και γινόταν προκλητικότερη και επιθετικότερη.
Στο μεταξύ ο όσιος Αντώνιος μαζί με όλους τους αδελφούς, προσευχόταν με δάκρυα στο Σωτήρα να λυπηθεί το γνήσιο τέκνο Του και να το ελεήσει.
Πράγματι, ο φιλάνθρωπος Κύριος, εισάκουσε τις προσευχές των εκλεκτών Του και προκάλεσε μιαν απροσδόκητη αλλοίωση στην καρδιά του Ιωάννη. Η πατρική αγάπη νίκησε την εμπάθεια και τη φιλοκοσμία. Σαν πληροφορήθηκε ο βογιάρος ότι ο γιος του είχε τρεις ημέρες να φάει και να πιει, φοβήθηκε μήπως πεθάνει από πείνα και δίψα. Η σκληρότητά του τότε μεταβλήθηκε σε ευσπλαχνία και η οργή του σε συμπάθεια. Τον φώτισε ο Θεός και κατάλαβε ότι μάταια προσπαθούσε να μεταπείσει το παιδί του. Δέχτηκε λοιπόν σαν θέλημα Θεού την απόφαση του Βαρλαάμ, τον κάλεσε αμέσως κοντά του, του ζήτησε δακρυσμένος συγγνώμη και τον άφησε να επιστρέψει ανεμπόδιστα στο σπήλαιο.
Συγκινητική ήταν η στιγμή του αποχωρισμού:
Στο κατώφλι του σπιτιού ο πατέρας και η μητέρα του νεαρού μοναχού, πικρά θρηνούσαν για το παιδί τους σαν να ήταν πλέον νεκρό. Η πρώην μνηστή του Βαρλαάμ έπεσε λιπόθυμη στα σκαλιά. Κι αυτή ακόμα η αναίσχυντη υπηρέτρια είχε σωριαστή παράμερα, κλαίγοντας βουβά για την απώλεια του εραστή και των χρημάτων που θα κέρδιζε.
Μόνο ο όσιος έλαμπε από χαρά.
Σαν πουλί πού βγήκε από το κλουβί, βιαζόταν να φύγει για το ποθητό σπήλαιο της ασκήσεώς του.
Μ’ ευχαριστίες και δοξολογίες προς τον Κύριο, που άκουσε τις προσευχές τους, δέχτηκαν οι μοναχοί των Σπηλαίων τον αγαπημένο τους πνευματικό αδελφό.
Μετά την επιστροφή του ο Βαρλαάμ, επιδόθηκε με μεγάλο ζήλο και ακατασίγαστο πόθο στην άσκηση και την προσευχή. Η ενάρετη ζωή του, ακτινοβολούσε σαν ολόλαμπρη φωτεινή φλόγα ανάμεσα στους άλλους μοναχούς. Βλέποντας την υπεροχή του ο όσιος Αντώνιος και νιώθοντας ο ίδιος την ανάγκη της μονώσεως και της ησυχίας, τον άφησε ηγούμενο στη θέση του και ο ίδιος αναχώρησε για ν’ ασκηθεί μόνος σ’ άλλο σπήλαιο, όπως είδαμε στο βίο του.
Με πολλούς κόπους και μόχθους ασκούσε τη διακονία του ο όσιος Βαρλαάμ για μερικά χρόνια. Έχτισε μάλιστα με την ευλογία του οσίου Αντωνίου την ξύλινη εκκλησία πάνω από τα σπήλαια, την αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Εκεί τελούσαν από τότε τις ακολουθίες τους οι αδελφοί, γιατί η μικρή υπόγεια εκκλησία του σπηλαίου, δεν τους χωρούσε.
Την εποχή εκείνη ο ηγεμόνας του Κιέβου Ιζιασλάβος Παροσλάβιτς, που ονομάστηκε στο άγιο βάπτισμα Δημήτριος, έχτισε μοναστήρι στο όνομα του προστάτη του αγίου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου και κάλεσε το μακάριο Βαρλαάμ να το οργανώσει, σαν άνθρωπο φημισμένο για την ασκητικότητα, τις αρετές και τις ικανότητες του.
Και στη μονή του αγίου Δημητρίου, ο όσιος συνέχισε τη θεάρεστη ζωή και διακονία του με τον ίδιο ζήλο, δίνοντας πρώτος το παράδειγμα της αυταπαρνήσεως για χάρη του Χριστού και καθοδηγώντας το ποίμνιο Εκείνου στο δρόμο της αγιότητας. Ο Θεός ευλόγησε την πρόθεση και τους κόπους του οσίου και γρήγορα οι αδελφοί της μονής του αγίου Δημητρίου, έγιναν ξακουστοί για την ενάρετη βιωτή και τη θεοφιλή πολιτεία τους.
Αφού οργάνωσε το μοναστήρι κι έβαλε στο δρόμο του Θεού τη νέα αδελφότητα, ο όσιος Βαρλαάμ αποφάσισε να επιστρέψει στη μονή των Σπηλαίων. Προηγουμένως όμως θέλησε να εκπληρώσει ένα παλαιό ευσεβή πόθο του:
να προσκύνηση τους Αγίους και Θεοβάδιστους Τόπους.
Πράγματι, πήγε στα μέρη της Παλαιστίνης, στα χώματα που αγίασε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, με την ενσώματη λυτρωτική παρουσία Του και επισκέφθηκε όλα τα πανάγια προσκυνήματα, αποκομίζοντας μεγάλη χάρη, ωφέλεια πνευματική και ψυχική ευφροσύνη.
Επιστρέφοντας πέρασε από την Κωνσταντινούπολη και περιόδευσε στα εκεί μοναστήρια, όπου του πρόσφεραν πολλά εκκλησιαστικά σκεύη, εικόνες και άμφια. Μετά πήρε το δρόμο για την πατρίδα του.
Φτάνοντας όμως στο Βλαντιμίρ, ο όσιος Βαρλαάμ ασθένησε Βαριά.
Μόλις που πρόλαβε να πει πως επιθυμούσε να μεταφέρουν το σώμα του στη Λαύρα του Κιέβου και να παραδώσουν τα εκκλησιαστικά είδη στον όσιο Θεοδόσιο. Αμέσως μετά εκοιμήθη εν Κυρίω.
Η επιθυμία του μακαρίου δούλου του Θεού εκπληρώθηκε.
Το σώμα του μεταφέρθηκε στην Πετσέρσκαγια, όπου αναπαύεται μέχρι σήμερα αβλαβές και άφθορο.

Όσιος ΑΛΥΠΙΟΣ ο εικονογράφος


ΜΙΜΗΤΗΣ του ιερού ευαγγελιστή και πρώτου εικονογράφου Λουκά, αναδείχθηκε ο όσιος πατέρας μας Αλύπιος ο σπηλαιώτης.
Αυτός ο μακάριος, θαυμαστά εικονογραφούσε τις μορφές των αγίων, ενώ ταυτόχρονα και την ψυχή του στόλιζε μ’ όλες τις αρετές. Έτσι ο Θεός τον αξίωσε να γίνει γιατρός θαυματουργός ψυχών και σωμάτων.
Ο μακάριος Αλύπιος ήταν λαϊκός ακόμη, όταν έγινε μάρτυρας του εξαισίου θαύματος που συνέβη μέσα στην εκκλησία των Σπηλαίων, στη διάρκεια της αγιογραφήσεώς της. Βοηθούσε τότε τους Έλληνες αγιογράφους που ιστορούσαν το ναό της Θεοτόκου. Και είδε με τα ίδια του τα μάτια το περιστέρι που παράδοξα εμφανίστηκε, όπως είδαμε πιο πάνω στη σχετική διήγηση.
Μετά από το θαυμαστό εκείνο γεγονός, ο Αλύπιος έμεινε στο μοναστήρι και έλαβε το άγιο αγγελικό σχήμα από τα χέρια του ηγουμένου οσίου Νίκωνος, ενώ συνέχισε να τελειοποιείται στην Ιερή τέχνη της εικονογραφίας. Και με τη χάρη του Θεού απέκτησε την ικανότητα ν’ αποτυπώνει στις άψυχες, ζωγραφιστές μορφές των αγίων, όλες τις αρετές και τα θεία χαρίσματα που τους στόλιζαν όσο ζούσαν. Την ικανότητα αυτή την έδωσε ο Κύριος στον όσιο Αλύπιο επειδή ασκούσε την εικονογραφία όχι για πλουτισμό ή έπαινο, αλλά για τη δόξα του Θεού και των αγίων Του.
Πολλές εικόνες φιλοτέχνησε για τη μονή και πολλές ακόμη για τον ηγούμενο και τους αδελφούς. Έμαθε επίσης την τέχνη της συντηρήσεως παλαιών εικόνων και κοπίασε πολύ για την αποκατάσταση, εκείνων που είχαν φέρει στη μονή οι πρώτοι πατέρες των Σπηλαίων.
Ο όσιος Αλύπιος ποτέ δεν έμενε αργός. Με την εργατικότητά του έγινε μιμητής των αρχαίων αγίων πατέρων, που μοίραζαν το χρόνο τους στην προσευχή και το εργόχειρο.
Ό,τι αποκτούσε ο όσιος από το εργόχειρό του, το χώριζε σε τρία ίσα μέρη.
*
Το ένα μέρος το ξεχώριζε για ν’ αγοράζει τ’ απαραίτητα υλικά της εικονογραφίας.
*
Το δεύτερο προοριζόταν για τους φτωχούς.
*
Και το τρίτο για τις ανάγκες της μονής.
Έτσι έκανε πάντοτε, με την ευλογία του ηγουμένου, χωρίς να δίνη ανάπαυση στο σώμα του μέρα και νύχτα. Τη νύχτα αγρυπνούσε με προσευχές και γονυκλισίες. Και την ήμερα, τις ώρες που δεν είχαν κοινές ακολουθίες στην εκκλησία, έπιανε το εργόχειρο με ταπείνωση, απροσπάθεια και υπομονή. Κανείς δεν τον είδε ποτέ αργό. Κανείς δεν τον άκουσε ποτέ ν’ αργολογεί. Αλλά και ποτέ δεν παραμέλησε την προσευχή και τη λατρεία του θεού για το εργόχειρο.
Βλέποντας ο ηγούμενος τη φιλοπονία, την αρετή και την ακρίβεια της μοναχικής πολιτείας του οσίου, έλαβε από το Θεό την πληροφορία να τον αναδείξει Ιερέα.
Από τη μέρα της χειροτονίας του ο μακάριος Αλύπιος έλαμψε ακόμη περισσότερο με τις μοναχικές του αρετές και με τη συνέπεια στα ιερατικά του καθήκοντα.
Αξιώθηκε μάλιστα να γίνει πνευματικός και να συγχωρεί με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος τις αμαρτίες και τα παραπτώματα των ανθρώπων. Η επιτέλεση της διακονίας του αυτής συνδέεται και με αξιόλογα θαύματα, από τα οποία δεν θα παρασιωπήσουμε όσα γνωρίζουμε.
Κάποιος πλούσιος χριστιανός από το Κίεβο προσβλήθηκε από λέπρα. Απεγνωσμένα ζητούσε βοήθεια από τους γιατρούς. Αυτοί όμως δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν.
Πάνω στην απελπισία του κατέφυγε στους ειδωλολάτρες μάγους, ελπίζοντας να γίνει καλά με τα δαιμονικά θεραπευτικά τους μέσα. Όχι όμως ωφέλεια δεν είδε, αλλά και χειροτέρεψε.
Τότε ένας από τους φίλους του τον συμβούλεψε να πάει στη μονή των Σπηλαίων και να παρακαλέσει τους πατέρες να τον βοηθήσουν. Αλλά εκείνος ο δυστυχής, ενώ είχε πιστέψει πως θα τον έκαναν καλά οι δαιμονολάτρες μάγοι, δεν παραδεχόταν ότι μπορούσαν να τον βοηθήσουν οι φιλόχριστοι μοναχοί. Γι’ αυτό δεν αποφάσιζε να πάει στα Σπήλαια. Μετά όμως από τις φορτικές προτροπές του φίλου του, κάμφθηκε η αντίδρασή του. Κίνησε για τη μονή με μισή καρδιά, συνοδευόμενος από τους δικούς του.
Ο ηγούμενος του έδωσε να πιει νερό από το πηγάδι του οσίου Θεοδοσίου. Του άλειψε επίσης τα μάτια και το κεφάλι με το ίδιο νερό και τον άφησε να φύγει. Όταν όμως ο ταλαίπωρος άνθρωπος βρέθηκε στο σπίτι του διαπίστωσε πως η αρρώστια είχε επιδεινωθεί. Οι πληγές του άνοιξαν κι έτρεχαν πύο, ενώ το σώμα του ανέδιδε μιαν αφόρητη δυσοσμία, που έδιωχνε τους ανθρώπους μακριά. Αιτία του κακού ήταν, όπως αποδείχτηκε απ’ όσα ακολούθησαν, η απιστία και η αμετανοησία του.
Ό λεπρός άρχισε να θρηνεί και να οδύρεται για το κακό που τον βρήκε. Πολλές ημέρες έμεινε κλεισμένος και απομονωμένος στο σπίτι του. Γεμάτος ντροπή κι απόγνωση για το θέαμα που εμφάνιζε και τη δυσοσμία που ανέδιδε, περίμενε το θάνατο, που δεν φαινόταν να είναι μακριά.
Αλλά να! Ο φιλάνθρωπος Θεός τον φώτισε και κατάλαβε την ατία της αρρώστιάς του. Και σαν δεύτερος Δαβίδ, φώναζε από μακριά στους συγγενείς του:
— «Εκάλυψεν εντροπή το πρόσωπον μου! Απηλλοτριωμένος εγενήθην τοις αδελφοίς μου και ξένος τοις υιοίς της μητρός μου», επειδή χωρίς πίστη και με την καρδιά λερωμένη από αμαρτίες τόλμησα να πάω στη μονή και να ζητήσω θεραπεία!
Σηκώθηκε και ξαναπήγε αμέσως στο μοναστήρι. Ζήτησε από τον ηγούμενο να εξομολογηθεί. Εκείνος τον έστειλε στον όσιο Αλύπιο. Με δάκρυα συντριβής ο λεπρός του εξομολογήθηκε όλα τ’ αμαρτήματά του και με ειλικρινή μετάνοια ζήτησε από το Θεό την άφεσή τους.
Ο όσιος του είπε:
– Παιδί μου, έργο μεγάλο και σωτήριο πραγματοποίησες με την εξομολόγηση των παραπτωμάτων σου. Θυμάσαι τι λέει ό βασιλιάς και προφήτης Δαβίδ;
«Είπα• εξαγορεύσω κατ’ εμού την ανομίαν μου τω Κυρίω και συ αφήκας την ασέβειαν της καρδίας μου».
Αυτό ακριβώς έγινε και τώρα με σένα. Εξομολογήθηκες μετανοημένος ενώπιον του Κυρίου, κι Εκείνος σε συγχωρεί, σαν αγαθός και φιλάνθρωπος που είναι.
Αφού ο θεοφώτιστος Αλύπιος είπε πολλά σωτήρια και ωφέλιμα λόγια στον ασθενή, πήρε λίγο από το χρώμα που χρησιμοποιούσε στην αγιογραφία και άλειψε τις πληγές του. Ύστερα τον έφερε στην εκκλησία και τον κοινώνησε με τα Τίμια Δώρα. Τέλος, τον οδήγησε σε μία γωνία, όπου βρισκόταν μια λεκάνη με νερό. Μ’ αυτό πλένονταν οι ιερείς μετά τη θεία Ευχαριστία.
— Πλύσου μ’ αυτό το νερό!, είπε ό όσιος στον άρρωστο.
Εκείνος, ξέπλυνε τα χρώματα και αυτοστιγμεί — ω του θαύματος! – οι πληγές εξαφανίστηκαν και το πρόσωπό του καθάρισε!
Έπεσε αμέσως στα πόδια του οσίου και τα έβρεχε με τα δάκρυα της ευγνωμοσύνης του, επειδή τον απάλλαξε τόσο από τη σωματική όσο και την ψυχική λέπρα.
Έκπληκτοι έμειναν οι συγγενείς του λεπρού σαν είδαν το θαύμα. Και ρωτούσαν:
– Μα πως έγινε αυτό; Γιατί την πρώτη φορά που ήρθε στο μοναστήρι η αρρώστια του επιδεινώθηκε, ενώ τώρα θεραπεύτηκε;
– Αδελφοί, τους έλεγε ο πνευματέμφορος Αλύπιος, ο Κύριος μας λέει:
«Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν».
Αυτός ο άνθρωπος δούλευε πριν με την αμαρτία στον εχθρό μας διάβολο. Και όταν αρρώστησε, πάλι σ’ εκείνον πήγε για να θεραπευτή: στους μάγους και τα μαγικά. Και δεν πίστευε στον Κύριο σαν μοναδικό Σωτήρα και ιατρό των ψυχών και των σωμάτων. Την πρώτη φορά ήρθε με την καρδιά γεμάτη απιστία και ακαθαρσία. Γι` αυτό και η ασθένειά του επιδεινώθηκε.
Διότι ο Κύριος είπε:
«πάντα όσα αν προσευχόμενοι αιτείσθε, πιστεύετε ότι λαμβάνετε, και έσται υμίν».
Τώρα όμως που ήρθε με πίστη αλλά και με μετάνοια, ο Θεός τον θεράπευσε.
Μετά την εξήγηση του οσίου Αλυπίου, οι άνθρωποι έβαλαν βαθιά μετάνοια κι έφυγαν «δοξάζοντες και αινούντες τον Θεόν επί πάσιν οις ήκουσαν και είδον…».
Στην ίδια πόλη του Κιέβου ζούσε κάποιος φιλόχριστος, που είχε χτίσει με έξοδα του ένα μικρό ναό, και θέλησε να τον εμπλουτίσει μ’ επτά μεγάλες εικόνες. Για το σκοπό αυτό έδωσε σε δυο γνωστούς του μοναχούς της Λαύρας αρκετά ασημένια νομίσματα, καθώς και τα ξύλα που χρειάζονταν, και τους είπε:
—Σας παρακαλώ πατέρες, πείτε στον παπα-Αλύπιο να δεχτή το αργύριο τούτο, για την αγάπη του Χριστού και να ζωγραφίσει επτά εικόνες για το εκκλησάκι μου.
Αλίμονο όμως!
Εκείνοι οι δύο ήταν μόνο κατά το φαινόμενο μοναχοί!
Η ψυχή τους ήταν παραδομένη στον πονηρό, γεμάτη κακία, φθόνο και φιλαργυρία.
Τι έκαναν λοιπόν;
Συμφώνησαν να κατακρατήσουν τα χρήματα και να μην πουν τίποτα στον Αλύπιο, που τον φθονούσαν πολύ για την ενάρετη ζωή και την επίδοσή του στην αγιογραφία.
Ήταν κι εκείνοι αγιογράφοι. Βοηθοί του οσίου, αλλά για την αμέλεια και την πνευματική τους ραθυμία δεν τους έδινε ό Θεός το ανυπέρβλητο χάρισμα του θεσπέσιου Αλύπιου.
Κρέμασαν λοιπόν τα σανίδια σ’ ένα παρεκκλήσι της μονής, που ήταν σχεδόν πάντοτε κλειστό, κι έκρυψαν τα χρήματα σε ασφαλισμένο μέρος, χωρίς τύψεις για τη μεγάλη αμαρτία που έκαναν.
Πέρασε καιρός. Ο πελάτης έστειλε μήνυμα στους δυο μοναχούς, ρωτώντας τους για την παραγγελία του.
Εκείνοι όμως απάντησαν πως ο Αλύπιος ζητά άλλα τόσα αργυρά νομίσματα!
Χωρίς διαμαρτυρία ο χριστιανός τα έστειλε, με την παράκληση να επισπευτεί η εκτέλεση της εργασίας. Κι αυτά όμως τα καταχράστηκαν οι αθεόφοβοι μοναχοί.
Υποδουλωμένοι εντελώς στην κακία και την απληστία, έφτασαν στο σημείο να ζητήσουν και τρίτη φορά χρήματα, λέγοντας πάλι ότι τάχα τα ζητά ο Αλύπιος.
Ο φιλόθεος άνθρωπος ούτε τώρα αρνήθηκε. Γνωρίζοντας την πολιτεία του οσίου, πίστεψε πως τα χρήματα που είχε στείλει τις δύο προηγούμενες φορές δεν ήταν αρκετά. Του έστειλε λοιπόν ανυποψίαστος άλλα τόσα, ζητώντας με αγαθότητα τις προσευχές και την ευλογία του.
Όταν όμως μετά από καιρό ο χριστιανός έστειλε πάλι στο μοναστήρι κάποιον για να μάθη αν είναι έτοιμες οι εικόνες του, οι δυο εκείνοι μοναχοί, σκοτισμένοι από την εμπάθεια, είπαν ότι ο Αλύπιος, αν και έλαβε τριπλή αμοιβή, αρνείται να ζωγραφίσει τις εικόνες.
Έκπληκτος και σκανδαλισμένος ο άνθρωπος του Θεού, κίνησε με μεγάλη συνοδεία για το μοναστήρι. Διηγήθηκε με παράπονο στον ηγούμενο Νίκωνα το πάθημά του και ζήτησε την επανόρθωση της αδικίας που είχε τάχα υποστεί από τον παπα-Αλύπιο.
Ο μέγας Νίκων κάλεσε τον όσιο και του είπε αυστηρά:
– Γιατί πάτερ Αλύπιε αδίκησες αυτό το χριστιανό; Τόσες φορές σε παρακάλεσε και τόσα χρήματα σου έστειλε για τις εικόνες του. Τι σημαίνουν όλα όσα άκουσα τώρα, αδελφέ; Εγώ μέχρι τώρα νόμιζα ότι ήσουν αφιλοχρήματος και ζωγράφιζες τις εικόνες για τη δόξα του Θεού και των αγίων Του.
— Τίμιε Γέροντα, αποκρίθηκε απορημένος ο όσιος, η αγιοσύνη σου γνωρίζει ότι δεν αμέλησα ποτέ το ιερό εργόχειρό μου ούτε το εξάσκησα για τα χρήματα. Και τώρα δεν γνωρίζω για ποιο πράγμα μιλάς.
– Τρεις φορές δεν σε πλήρωσε αυτός ο άνθρωπος για να του φτιάξης επτά εικόνες; Δεν σου έστειλε και τα σανίδια γι’ αυτές; Γιατί δεν εκπλήρωσες την παραγγελία του; Και που είναι τα ξύλα των εικόνων;
Όμως ο όσιος Αλύπιος τίποτα δεν είχε να πει.
Τότε ο ηγούμενος έστειλε δύο-τρεις μοναχούς να φέρουν τα σανίδια. Αυτοί, κατά συγκυρία την προηγούμενη μέρα τα είχαν δει μέσα στο παρεκκλήσι και είχαν αναρωτηθεί για τον προορισμό τους. Ο όσιος Νίκων κάλεσε επίσης τους δυο μοναχούς που είχαν πάρει τα χρήματα για τις εικόνες.
Άλλες όμως είναι οι βουλές των ανθρώπων και άλλα τα κελεύσματα του θαυματουργού Θεού. Τι συνέβη δηλαδή; Μόλις μπήκαν οι αδελφοί στο παρεκκλήσι, τι βλέπουν! Εκεί που χθες είδαν να κρέμονται σκέτα ξύλα, τώρα ήταν εικόνες απαράμιλλης τέχνης! Εικόνες του Κυρίου, της Θεοτόκου, των αγίων! Θαμπωμένοι και συγκλονισμένοι από το θαυμαστό γεγονός, τις έφεραν στον ηγούμενο. Όταν σε λίγο όλοι κατάλαβαν τι είχε συμβεί, έπεσαν κάτω και με συγκίνηση προσκύνησαν τις θεσπέσιες αχειροποίητες εικόνες του ουράνιου Βασιλιά, της Παναγίας Μητέρας Του και των εκλεκτών δούλων Του.
Στο μεταξύ ήρθαν και οι δύο συκοφάντες μοναχοί. Ανύποπτοι για το θαύμα του Θεού, επιτέθηκαν με άπρεπα λόγια στον όσιο Αλύπιο, κατηγορώντας τον σαν κλέφτη και απατεώνα.
Αγανακτισμένοι τότε οι παρευρισκόμενοι από την άδικη εκείνη επίθεση, τους έδειξαν τις εικόνες λέγοντας:
– Σταματήστε ανόσιοι άνθρωποι! Να αυτές οι εικόνες που ζωγραφίστηκαν από το χέρι του Θεού, μαρτυρούν για την αθωότητα του Αλυπίου και τη δική σας ενοχή!
Εκείνοι δεν μπορούσαν να πιστέψουν στα μάτια τους μ’ αυτό που έβλεπαν. Γεμάτοι φόβο και ντροπή, μαζεύτηκαν σε μια γωνιά και σιώπησαν. Αρνήθηκαν ωστόσο να παραδεχθούν την ενοχή τους, που ήταν τόσο φανερή σε όλους.
Βλέποντας ο ηγούμενος Νίκων το κατάντημα και την πώρωση των δύο μοναχών, τους απέκοψε σαν σαπρά μέλη από το σώμα της αδελφότητας, «ίνα και οι λοιποί αδελφοί φόβον έχωσι». Τους εδίωξε από τη μονή για να μη μολυνθούν και άλλοι από τη βαρεία ψυχική τους πάθηση.
Εκείνοι και όταν έφυγαν επέμειναν στην κακία και το φθόνο.
Άρχισαν να διαδίδουν παντού ότι είχαν ζωγραφίσει οι ίδιοι τις εικόνες και ότι ο προϊστάμενός τους Αλύπιος, θέλοντας τάχα να κατακρατήσει για τον εαυτό του τα χρήματα, άφησε να γίνει πιστευτό πως είχαν ζωγραφιστή αχειροποίητα και θαυματουργικά.
Αλλά οι συκοφαντίες αυτές δεν έπιασαν τόπο. Πάλι ο ίδιος ό Θεός επενέβη και με νέα θαυμαστά γεγονότα επιβεβαίωσε το θαύμα.
Δόξασε το δούλο Του Αλύπιο και κατήσχυνε τους συκοφάντες.
Συνέβη δηλαδή, κατά παραχώρηση Θεού, να ξεσπάσει λίγα χρόνια αργότερα μεγάλη πυρκαγιά στο Κίεβο, που έκανε στάχτη μεγάλο μέρος της πόλεως. Κάηκε τότε και ο ναός όπου βρίσκονταν οι επτά αχειροποίητες εικόνες. Όταν η φωτιά σβήστηκε, ενώ ο ναός είχε αποτεφρωθεί εντελώς, οι εικόνες βρέθηκαν άθικτες, σαν καινούργιες!
Ο ηγεμόνας του Κιέβου Βλαδίμηρος Β’ ο Μονομάχος πληροφορήθηκε για το θαύμα. Για να πιστέψει όμως θέλησε να το δη με τα ίδια του τα μάτια. Πράγματι, πήγε στον τόπο της συμφοράς, όπου βρήκε τα πάντα κομμένα και σωριασμένα σε φρικτά ερείπια. Μόνον οι επτά εικόνες έλαμπαν κάτω από τον ήλιο σαν να μην τις είχε αγγίξει όχι φλόγα αλλά ούτε καπνός. Εκεί ο Βλαδίμηρος πληροφορήθηκε από το συγκεντρωμένο πλήθος ότι οι μορφές των εικόνων δεν είχαν γίνει από ανθρώπινο χέρι. Είχαν εμφανιστεί θαυματουργικά πάνω στα σανίδια με τη δύναμη του παντοδυνάμου Θεού και για χάρη του αδικημένου δούλου Του Αλυπίου.
Συγκινημένος ο ηγεμόνας ζήτησε μιαν εικόνα, εκείνη που παρίστανε την Υπεραγία Θεοτόκο, και την έστειλε στο Ροστώφ, στην πέτρινη εκκλησία που ο ίδιος είχε ανεγείρει εκεί. Και εδώ όμως η εικόνα σώθηκε θαυματουργικά, όταν σ’ ένα σεισμό η εκκλησία γκρεμίστηκε κι έγινε συντρίμμια. Κατόπιν μεταφέρθηκε σε άλλη ξύλινη εκκλησία, αλλά κι αυτή σύντομα πήρε φωτιά και κάηκε. Για τρίτη φορά η αχειροποίητη εικόνα έμεινε αβλαβής, χωρίς ίχνος μάλιστα της φωτιάς, που κράτησε πολλές ώρες.
Ας έρθουμε τώρα στο θαύμα που συνδέεται με τα τέλη της ζωής του οσίου Αλυπίου.
Κάποιος ευσεβής χριστιανός έδωσε στον Όσιο παραγγελία να ζωγραφίσει την εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Την είχε τάξει στην Παναγία νια την πανήγυρη της, στις 15 Αύγουστου και παρακάλεσε να είναι έτοιμη εγκαίρως.
Αλλά σε λίγες ήμερες ο θεοφιλής Αλύπιος αρρώστησε βαριά. Η κοίμησή του πλησίαζε. Έτσι ήταν αδύνατο να εκπληρώσει την παραγγελία.
Ο χριστιανός εκείνος έπεσε σε μεγάλη θλίψη. Ήρθε στον άγιο, που βρισκόταν στην κλίνη σε κακή κατάσταση και τον παρακαλούσε να βρει μια λύση ώστε να είναι έτοιμη η εικόνα στην εορτή της Κοιμήσεως.
— Μη θλίβεσαι, παιδί μου, αποκρίθηκε με σβησμένη φωνή ο όσιος. Έχε εμπιστοσύνη στο Θεό και στο άγιο θέλημά Του. Η εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου θα βρίσκεται στη θέση της την Ημέρα της εορτής.
Παρηγορημένος ο χριστιανός από τα λόγια του αγίου, επέστρεψε στο σπίτι του χαρούμενος.
Ωστόσο, όταν ήρθε την παραμονή της εορτής για να πάρει την εικόνα, διαπίστωσε πως δεν ήταν έτοιμη, ενώ ο μακάριος Αλύπιος είχε βαρύνει περισσότερο. Δυσαρεστημένος τότε έλεγε:
—Γιατί, παπα-Αλύπιε, δεν με ειδοποίησες για την κατάσταση της υγείας σου; Θα έβρισκα άλλον αγιογράφο να μου φτιάξη την εικόνα. Έχω υποσχεθεί να την πάω στην εκκλησία αύριο. Τι θα κάνω τώρα; Με ντρόπιασες! Δεν το περίμενα αυτό από σένα!
– Τέκνο μου, αποκρίθηκε με πραότητα ο όσιος, μήπως από ραθυμία δεν ετοίμασα την εικόνα σου;… Να ξέρης πως ο Κύριος μπορεί μόνο μ’ ένα Του λόγο να ζωγραφίσει την εικόνα της Μητέρας Του. Εγώ βέβαια ήδη αναχωρώ απ’ αυτό τον κόσμο, όπως μου φανέρωσε ο Θεός. Εσένα όμως δεν θα σ’ αφήσω λυπημένο.
Παρά τη διαβεβαίωση του αγίου όμως, ο χριστιανός έφυγε συγχυσμένος.
Αλλά να! Σε λίγο μπήκε μέσα στο κελί ένας ολόλαμπρος, φωτεινός νέος. Στάθηκε μπροστά στο καβαλέτο κι άρχισε να ζωγραφίζει την εικόνα της Κοιμήσεως σιωπηλός. Ο όσιος τον παρατήρησε προσεκτικά. Πρώτα άπλωσε στην εικόνα το χρυσό. Έπειτα έπιασε να δουλεύει τα χρώματα με απίστευτη ταχύτητα. Σε τρεις ώρες είχε κιόλας τελειώσει!
Στράφηκε τότε στον κατάκοιτο όσιο και του είπε:
— Πάτερ! Της λείπει τίποτα; Έσφαλα σε κάτι;
Πολύ καλή την έκανες, άγγελε του Θεού, απάντησε εκείνος.
Ο Θεός σε βοήθησε να την κάνης υπέροχη.
Μετά απ’ αυτό ο θεόσταλτος «ζωγράφος» πήρε στα χέρια του την εικόνα κι έγινε άφαντος.
Στο μεταξύ ο χριστιανός που την είχε παραγγείλει δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι όλη τη νύχτα από τη μεγάλη του λύπη.
Ξημέρωνε η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η πανήγυρη, Αλίμονο, θα γινόταν χωρίς την εικόνα της!
Το πρωί σηκώθηκε με βαρεία καρδιά και κίνησε για την εκκλησία. Δεν είχε ξημερώσει ακόμη καλά-καλά. Ήταν ο πρώτος που έφτασε στο ναό. Θα μπορούσε ανενόχλητος να κλάψει εκεί για το σφάλμα του.
Μόλις όμως μπήκε μέσα, τι να δη! Η εικόνα, πανέμορφη κι αστραφτερή, ήταν τοποθετημένη στο προσκυνητάρι της!
– Κύριε ελέησον! φώναξε, κι έπεσε κάτω, πιστεύοντας ότι βλέπει όραμα. Όσο περνούσε η ώρα όμως, άρχισε να πείθεται ότι η εικόνα ήταν πραγματική.
«Εν φόβω και εν τρόμω» θυμήθηκε τη διαβεβαίωση του οσίου Αλύπιου, ότι η εικόνα θα είναι έτοιμη στην εορτή της Παναγίας.
Γεμάτος δέος σηκώθηκε και γύρισε στο σπίτι του για να ειδοποιήσει τους δικούς του. Κι έτρεξαν όλοι με χαρά μεγάλη στην εκκλησία, κρατώντας κεριά και θυμιάματα.
Αντίκρισαν την εικόνα να λάμπει σαν τον ήλιο. Τόσο πολύ, που δεν μπορούσαν να την κοιτάξουν κατά πρόσωπο. Έπεσαν στη γη και την προσκύνησαν τρέμοντας από συγκίνηση.
Μετά την εορτή ο ευσεβής εκείνος χριστιανός ήρθε στον ηγούμενο της μονής των Σπηλαίων και του διηγήθηκε το θαύμα. Πήγαν μαζί στον αξιομακάριστο Αλύπιο.
Ο ηγούμενος τον ρώτησε:
—Πάτερ Αλύπιε, πως και από ποιόν ζωγραφίστηκε η εικόνα αυτού του ανθρώπου;
Εκείνος τότε τους διηγήθηκε όλα όσα έγιναν.
—Άγγελος Θεού την έφτιαξε, είπε. Αυτός την πήγε και στην εκκλησία. Και να! Ο ίδιος άγγελος στέκεται τώρα εδώ, δίπλα μου, περιμένοντας εντολή από τον Κύριο για να πάρει την ψυχή μου.
Τον βλέπετε; Ευλογητός ο Θεός!
Και με τα λόγια αυτά ο όσιος, παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο.
Ήταν 17 Αυγούστου.
Οι αδελφοί κήδεψαν με τιμές το τίμιο σώμα του στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου, δίπλα στους άλλους κεκοιμημένους πατέρες.
Έτσι ο άγιος και θαυματουργός εικονογράφος Αλύπιος, που στόλιζε τις εκκλησίες με τις εικόνες του, στόλισε τώρα ο ίδιος τόσο τη γη όσο και τον ουρανό.
Τη γη, με το σεπτό και πάναγνο σώμα του.
Και τον ουρανό, με την οσία ψυχή του.

Όσιος ΑΝΤΩΝΙΟΣ κτίτωρ της Λαύρας των Σπηλαίων


ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ του ευσεβούς μεγάλου ηγεμόνα της ρωσικής γης Βλαδίμηρου ( Βλαδίμηρος Α’ ο Μέγας (περ. 956-1015), άγιος και ισαπόστολος, «ο Μέγας Κωνσταντίνος της Ρωσίας»• ηγεμόνας του Νόβγκοροντ (970) και του Κιέβου (980 1015)• γιος του Σβιατοσλάβου και εγγονός της αγίας ισαποστόλου Όλγας.
Ένωσε κάτω από την εξουσία του το μεγαλύτερο μέρος των ρωσικών εδαφών.
Είναι ο δημιουργός της ένδοξης Ρωσίας του Κιέβου και αποτελεί την κεντρική φυσιογνωμία της ιστορίας, των θρύλων και των έπων του ρώσικου λαού. Το 988 ασπάσθηκε την Ορθοδοξία και βαπτίσθηκε μαζί με το λαό του.
Έγινε έτσι ο θεμελιωτής της ορθόδοξης Αγίας Ρωσίας και ένας από τους μεγάλους αγίους προστάτες της ρωσικής γης.
Το 989 νυμφεύθηκε την πριγκίπισσα Άννα, αδελφή του βυζαντινού αυτοκράτορα Βασιλείου Β’ (976-1025), συσφίγγοντας τους πνευματικούς, πολιτικούς και οικονομικούς δεσμούς του με το Βυζάντιο.
Η μνήμη του τιμάται στις 15 Ιουνίου.)
ευδόκησε ο Θεός ν’ αναδείξει ένα φωστήρα της Εκκλησίας Του και διδάσκαλο των μοναχών, τον όσιο και θεοφόρο πατέρα μας Αντώνιο. Ο όσιος Αντώνιος, κατά κόσμον Αντίπας, γεννήθηκε στην κωμόπολη Λιούμπετς, σαράντα βέρστια μακριά από το Τσερνιγώφ, στα 983.
Από τους ευσεβείς γονείς του διδάχτηκε το φόβο του Θεού και νωρίς ένιωσε την επιθυμία να ενδυθεί το μοναχικό σχήμα. Ο Θεός τον φώτισε να έρθει γι’ αυτό το σκοπό στη γη της Ελλάδος.
Χωρίς καθυστέρηση ξεκίνησε από την πατρίδα του και πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Από κει πέρασε στο Άγιο Όρος, τον ιερό Άθωνα. Περιόδευσε στις ιερές μονές και είδε πολλούς μοναχούς, μιμητές της ζωής των αγγέλων.
Τότε ο όσιος Αντώνιος φλογίστηκε πιο πολύ από αγάπη στο Χριστό. Ήρθε στη μονή του Εσφιγμένου και ικέτευσε τον ηγούμενο να τον κείρει μοναχό. Ο ηγούμενος Θεόκτιστος, αγωνιστής μεγάλος και αξιωμένος προορατικού χαρίσματος, διέκρινε τις αρετές του οσίου και προείδε τη μελλοντική αγία ζωή του. Δέχτηκε λοιπόν την παράκλησή του και τον έκειρε μοναχό, αφού πρώτα τον δίδαξε όσα έπρεπε για τη μοναχική πολιτεία.
Από τότε ο άγιος αγωνιζόταν να ευαρεστεί σε όλα το Θεό. Βίαζε τον εαυτό του στους ασκητικούς αγώνες, με τέλεια υπακοή και υπομονή, κι έγινε σύντομα τύπος και παράδειγμα ενάρετης διαγωγής σ’ όλους τους αδελφούς.
Πέρασε αρκετός καιρός. Και να! Δόθηκε στον ηγούμενο θεϊκή εντολή να στείλει το μοναχό Αντώνιο πίσω στη Ρωσία. Τον κάλεσε λοιπόν και του λέει:
-Αντώνιε! Πήγαινε στη Ρωσία και γίνε εκεί παράδειγμα και πνευματικός στυλοβάτης του λαού. Η ευλογία του Αγίου Όρους ας είναι μαζί σου!
Ο όσιος δέχτηκε την εντολή του ηγουμένου σαν από το στόμα του Θεού. Έφυγε λοιπόν για τη Ρωσία κι έφτασε στην πόλη του Κιέβου γύρω στα 1013. Ψάχνοντας τόπο για να εγκατασταθεί, επισκέφθηκε τα μοναστήρια της περιοχής, χωρίς όμως να σταθεί σε κανένα. Έτσι ήθελε ο Θεός.
Κατευθύνθηκε στα γύρω βουνά, σε τόπους απόμερους και βρήκε ένα σπήλαιο που είχαν σκάψει κάποτε οι Βαράγγοι. (Βαριάγοι ή Βαράγγοι: Σκανδιναβική φυλή, που το 862 μ. Χ. υπό την ηγεσία του Ρούρικ ήρθε στη Ρωσία και εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Νόβγκοροντ, όπου ίδρυσε κράτος και τη δυναστεία των Ρουρικιδών.)
Έκανε προσευχή κι εγκαταστάθηκε σ’ αυτό, ζώντας με μεγάλη εγκράτεια και άσκηση.
Μετά το θάνατο του ευσεβούς Βλαδίμηρου, το 1015, στο θρόνο του Κιέβου ανέβηκε ο πρωτότοκος γιος του, ο ανόσιος Σβιατοπόλκ.
Αυτός, για να διατηρήσει μόνος την εξουσία σ’ ολόκληρη την πατρική κληρονομιά, σκότωσε τους μικρότερους αδελφούς του Μπόρις και Γκλέμπ, αναδεικνύοντάς τους σε μάρτυρες. Κίνησε ακόμη αιματηρό διωγμό εναντίον των αγίων ανδρών της Εκκλησίας.
Εξαιτίας εκείνης της αιματοχυσίας ο όσιος Αντώνιος αναγκάστηκε ν’ αναχωρήσει πάλι για το Άγιο Όρος και να γυρίσει στον άγιο γέροντα του Θεόκτιστο. Τώρα όμως δεν έμεινε για πολύ στο κοινόβιο του Εσφιγμένου. Μαθημένος στην πνευματική γλυκύτητα της ιεράς ησυχίας, πήρε την ευλογία του ηγουμένου και αποσύρθηκε στο όρος της Σαμάρειας, πάνω από το μοναστήρι, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται ναός αφιερωμένος στο όνομα του.
Στο μεταξύ, στα 1019, ο ευσεβής ηγεμόνας Γιαροσλάβος ο Σοφός- Γιος του αγίου Βλαδίμηρου, ικανός και δυναμικός ηγεμόνας (1019-1054). Ενίσχυσε και στερέωσε το χριστιανισμό στη Ρωσία.- νίκησε σε πόλεμο τον Σβιατοπόλκ, κατέλαβε το Κίεβο και ανέβηκε στο θρόνο της μεγάλης ηγεμονίας. Ο Σβιατοπόλκ διέφυγε και πέθανε αυτοεξόριστος στις στέπες της Βοημίας τον ίδιο χρόνο. Στα χρόνια του σοφού Γιαροσλάβου διέλαμψε νια την ευσέβεια, την ασκητικότητα και τη βαθιά γνώση των Γραφών κάποιος πρεσβύτερος Ιλαρίων. Γι’ αυτόν δεν ξέρουμε άλλο τίποτα, παρά μόνο πως γύρω στα 1040 ήταν εφημέριος στο χωριό Μπιρίστοβο. Από κει ήρθε στον ποταμό Δνείπερο, στο λόφο όπου χτίστηκε αργότερα η παλαιά μονή των Σπηλαίων. Ο τόπος αυτός ήταν τότε καλυμμένος με πυκνό δάσος.
Εδώ ο πρεσβύτερος Ιλαρίων έσκαψε μια μικρή σπηλιά, δυο οργιές βάθος περίπου, κι άρχισε ν’ αγωνίζεται μυστικά μέσα σ’ αυτήν με ψαλμωδίες και προσευχές.
Την εποχή εκείνη ο Θεός πληροφόρησε τον ηγούμενο της αγιορείτικης μονής Εσφιγμένου να στείλει πάλι στη Ρωσία τον όσιο Αντώνιο. Τον κάλεσε λοιπόν και του είπε:
-Αντώνιε! Είναι θέλημα Θεού να πας πάλι στην πατρίδα σου.
Η ευλογία του Αγίου Όρους ας είναι μαζί σου. Έχεις την ευχή μου. Πορεύου εν ειρήνη! Και μάθε ότι πολλοί θ’ αξιωθούν να πάρουν από τα χέρια σου το άγιο σχήμα.
Αφού πήρε την ευχή και την ευλογία του γέροντά του, ο όσιος έφυγε πάλι από τον Άθωνα και ήρθε στο Κίεβο. Ο Θεός οδήγησε τα Βήματά του στο λόφο όπου ό πρεσβύτερος Ιλαρίων είχε σκάψει το μικρό του σπήλαιο. Ήταν τώρα έρημο κι ακατοίκητο, γιατί ο μακάριος Ιλαρίων είχε αξιωθεί ν’ ανέβει το 1051 στο μητροπολιτικό θρόνο του Κιέβου.
Ο όσιος Αντώνιος αναπαύτηκε πολύ στη θέα του τόπου εκείνου. Του θύμιζε τον αγαπημένο του Άθωνα, έτσι όπως ήταν απότομος κι απρόσιτος απ’ την πλευρά του ποταμού, άγριος κι αδιάβατος απ’ το πυκνό δάσος που τον κάλυπτε.
Γονάτισε και προσευχήθηκε με δάκρυα στο Θεό.
-Κύριε, ας σκεπάσει αυτό τον τόπο η ευλογία του Αγίου Όρους και η ευχή του αγίου γέροντά μου. Ενίσχυσέ με, με τη χάρη Σου για να μείνω και ν’ ασκηθώ εδώ.
Κατοίκησε λοιπόν ο όσιος σ’ εκείνη τη σπηλιά. Άρχισε ν’ ασκείται σκληρά, έχοντας έργο αδιάλειπτο την προσευχή. Η τροφή του ήταν ξερό ψωμί και νερό, κι αυτό κάθε δυο ή τρεις ήμερες. Κάποτε μάλιστα, παραδομένος πολλά μερόνυχτα στη θεωρία, δεν γεύτηκε τροφή για ολόκληρη εβδομάδα.
Πολλοί άνθρωποι, που μάθαιναν για την ακτημοσύνη και την κακοπάθεια του οσίου, έρχονταν στο σπήλαιο και του έφερναν όλα τα αναγκαία, ζητώντας την ευλογία του. Μερικοί μάλιστα, σαγηνεμένοι από την αγία ζωή του, θέλησαν να μείνουν κοντά του και ν’ ασκηθούν κάτω από την πνευματική του καθοδήγηση. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν ο μακάριος ιερεύς Νίκων και ο όσιος Θεοδόσιος.
Στα 1054 πέθανε ο ευσεβής ηγεμόνας Παροσλάβος και στο θρόνο του Κιέβου ανέβηκε ο μεγαλύτερος γιος του Ίζιασλάβος.
Εκείνη την εποχή ο φήμη του οσίου Αντωνίου είχε απλωθεί σ’ όλη τη ρωσική γη, καθώς παλαιότερα του ομωνύμου του Μεγάλου Αντωνίου στην Αίγυπτο. Έτσι έφτασε μέχρι τ’ αυτιά του Ιζιασλάβου ο πληροφορία για την αγία ζωή του μονάχου Αντωνίου Πετσέρσκι – μ’ αυτή την ονομασία ήταν γνωστός (Πετσέρσκι = των Σπηλαίων (από την παλαιορωσική λέξη πέτσερα = κρύπτη, σπηλιά).
Κίνησε λοιπόν με τη συνοδεία του ο ηγεμόνας και ήρθε να πάρει την ευλογία του. Αυτό ήταν, για τα ήθη της εποχής, ένδειξη πολύ μεγάλης τιμής προς τον όσιο.
Από τότε η καλή του φήμη απλώθηκε ακόμη περισσότερο και άρχισαν να έρχονται πολλοί για να τους χειραγωγήσει στη μοναδική πολιτεία.
Γύρω στα 1060 ήρθαν στον όσιο Αντώνιο ο μακάριος Βαρλαάμ, γιος του βογιάρου Ιωάννου, καθώς και ο φιλόθεος Εφραίμ, ευνούχος του ηγεμόνα, ποθώντας την αφιέρωση στο Χριστό. Ο όσιος έδωσε εντολή στον ιερέα Νίκωνα να τους κείρει μοναχούς.
Κατά παραχώρηση Θεού όμως, ο άγιος Αντώνιος και οι αδελφοί δοκιμάστηκαν σκληρά γι’ αυτές τις δυο κούρες.
Ο βογιάρος Ιωάννης, μαζί με πολλούς δούλους του, ήρθε οργισμένος στα Σπήλαια και διασκόρπισε με αγριότητα το θεοσύλλεκτο ποίμνιο του οσίου Αντωνίου. Το γιο του Βαρλαάμ τον έσυρε βίαια έξω από το σπήλαιο, ξέσκισε με μανία το μοναχικό του ένδυμα, τον έντυσε τη λαμπρή βογιάρικη φορεσιά και τον οδήγησε με τη βία στο παλάτι του.
Αλλά και αυτός ο ηγεμόνας Ιζιασλάβος οργίστηκε εναντίον του οσίου Αντωνίου, όταν έμαθε πως είχε κείρει μοναχούς το γιο του βογιάρου του και τον ευνούχο του Εφραίμ. Έδωσε εντολή να συλλάβουν το μακάριο Νίκωνα, που είχε κάνει τις κούρες, ενώ απειλούσε να ρίξει σε μπουντρούμι όλους τους αδελφούς και ν’ ανασκάψει το σπήλαιο τους.
Βλέποντας την τόση οργή του ηγεμόνα, ο όσιος Αντώνιος αποφάσισε να εγκαταλείψει το σπήλαιο. Έφυγε λοιπόν σ’ άλλο τόπο, ενώ οι αδελφοί σκορπίστηκαν σε διάφορες περιοχές.
Όταν όμως η γυναίκα του Ιζιασλάβου έμαθε για τη φυγή του οσίου, λυπήθηκε πολύ και ικέτευσε το σύζυγο της να μην καταδιώκει τους δούλους του Θεού, για να μην ξεσπάσει επάνω του η οργή Του. Η συνετή εκείνη γυναίκα υπενθύμισε στον Ιζιασλάβο το κακό που είχε συμβεί πρόσφατα στην πατρίδα της, τη Λέχια ( Πολωνία). Ο πατέρας της, βασιλιάς Μπολιεσλάβος, είχε διώξει από την επικράτειά του τους μοναχούς, εξαιτίας του οσίου Μωϋσέως του Ούγγρου. Μετά όμως από το διωγμό των μοναχών, πικρός και αιφνίδιος θάνατος βρήκε τον Μπολιεσλάβο, ενώ στο λαό δημιουργήθηκε ταραχή μεγάλη και χύθηκε πολύ αίμα. Συμβούλεψε λοιπόν τον Ιζιασλάβο να μεταβάλει την οργή του σε σύνεση, για να μην πάθη κι εκείνος τα ίδια.
Φοβήθηκε ο ηγεμόνας τη θεία τιμωρία όταν άκουσε τα λόγια εκείνα. Έστειλε ανθρώπους στον όσιο Αντώνιο και τον κάλεσε να επιστρέψει άφοβα στον τόπο της ασκήσεώς του μαζί με όλους τους αδελφούς.
Οι απεσταλμένοι αναζητούσαν τον όσιο τρεις ήμερες. Όταν τον βρήκαν, έπεσαν στα πόδια του και τον ικέτευσαν να επιστρέψει στο ασκητήριό του.
Υπάκουσε ο όσιος και γύρισε στο σπήλαιο, όπου ησύχαζε παρακαλώντας αδιάλειπτα το Θεό να συγκεντρώσει πάλι τα διασκορπισμένα πρόβατα της αγίας ποίμνης Του και να τους δώσει δύναμη, για να υπομείνουν με γενναιότητα τους πειρασμούς του μισόκαλου εχθρού.
Ο φιλάνθρωπος Θεός άκουσε την προσευχή του δούλου Του και μάζεψε πάλι γύρω από τον όσιο όλους τους αδελφούς που είχαν σκορπίσει με το διωγμό του ηγεμόνα.
Αλλά και άλλοι πολλοί, διψασμένοι για σωτηρία, άρχισαν να συρρέουν στο σπήλαιο και να παρακαλούν τον όσιο να τους φωτίσει, να τους λυτρώσει από τα δεσμά της αμαρτίας και να τους χειραγωγήσει στο δρόμο προς τη βασιλεία των ουρανών. Και ο όσιος τους δεχόταν όλους με αγάπη, τους δίδασκε τη μοναχική πολιτεία, κι έπειτα από την κανονική δοκιμασία τους έδινε το μοναχικό σχήμα. Έτσι αυξήθηκε ο αριθμός των αδελφών σε δώδεκα. Γι` αυτό αναγκάστηκαν να σκάψουν και να διευρύνουν το σπήλαιο και κατόπιν να χτίσουν εκεί μέσα ναϋδριο και κελιά, που σώζονται μέχρι σήμερα.
Κάποτε κάλεσε κοντά του ο όσιος όλους τους αδελφούς και τους είπε.
– Αδελφοί και παιδιά μου, γνωρίζετε ότι ο Κύριος μας έφερε όλους εδώ και μας εγκατέστησε σαν απαρχή ευλογίας για τη χώρα μας και το λαό της. Εσείς είστε ευλογία του αγιώνυμου όρους Άθω και της Κυρίας μας Θεοτόκου, που την έχουμε κοινή προστάτιδα και παραμυθία. Όπως έκανε έμενα μοναχό ο αγιορείτης γέροντάς μου, έτσι κι εγώ, με την ευλογία του και την ευλογία του Αγίου Όρους, έκανα εσάς μοναχούς και σας αφήνω σαν αγιορείτικη κληρονομιά σ’ αυτό τον τόπο. Να ζείτε λοιπόν και να πολιτεύεστε αντάξια της κλήσεώς σας και της ευλογίας που σας σκεπάζει.
Εδώ ο όσιος σιώπησε για λίγο.
-Παιδιά μου, πρόσθεσε κατόπιν. Νομίζω πως είναι καιρός ν’ αποσυρθώ από την ηγουμενία. Ποθώ να ζήσω όπως και πριν στην ησυχία, «μόνος μόνω τω Θεώ». Θα σας αφήσω άλλον ηγούμενο και θ’ αποσυρθώ. Δεν θ’ αποχωριστούμε, βέβαια. Στον τόπο αυτό θα παραμείνω και θα σας συμπαραστέκομαι όσο ζω, σαν πνευματικός σας πατέρας.
Πράγματι, ο όσιος όρισε ηγούμενο το μακάριο Βαρλαάμ, σαν έμπειρο κι ενάρετο πολύ. Ο ίδιος κλείστηκε σ’ ένα από τα κελάκια του σπηλαίου, αποφεύγοντας κάθε θόρυβο και κάθε τιμή. Σύντομα όμως έφυγε σ’ άλλο λόφο, όπου έσκαψε νέο σπήλαιο, αυτό που τώρα βρίσκεται κάτω από τη μεγάλη μονή των Σπηλαίων. Εκεί συνέχισε την ασκητική του ζωή, δοξάζοντας το Θεό με αδιάλειπτες προσευχές και ασκητικά παλαίσματα, καλλιεργώντας όλες τις αρετές και ανεβαίνοντας «εκ δυνάμεως εις δύναμιν». Γι` αυτό και ο Θεός τον αντιδόξασε, στολίζοντάς τον πλούσια με τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος.
Ιδιαίτερα με το ιαματικό και το προορατικό.
ο όσιος Αντώνιος αναδείχθηκε σε θαυματουργό ιατρό και σε μεγάλο προφήτη της ρωσικής γης. Πλήθη ασθενών θεράπευσε με την προσευχή του και μ’ ένα δηλητηριώδες βότανο, που το ευλογούσε κι έπειτα τους το έδινε να το γευτούν. Πριν από την προσευχή και την ευλογία του οσίου, το βότανο εκείνο σκορπούσε το θάνατο με το δηλητήριό του. Μετά την ευλογία του οσίου, χάριζε τη ζωή και την απαλλαγή απ’ όλες τις ασθένειες.
Όσο για το προορατικό χάρισμα του αγίου, αρκεί να το πιστοποίηση η πρόρρηση για την οδυνηρή ήττα του ρώσικου στρατού και την καταστροφή της ρωσικής χώρας από τους βαρβάρους Πολόφτσους που παραχώρησε τους χρόνους εκείνους ο Θεός για τις αμαρτίες των χριστιανών.
Όμως ο πανάγαθος Κύριος επέτρεψε να δοκιμάσει και ο όσιος ένα μεγάλο πειρασμό, για να λάμψη περισσότερο η υπομονή και η καρτερία του.
Μετά την ήττα των Ρώσων από τους Πολόφτσους, ο ηγεμόνας Ιζιασλάβος κατέφυγε στο Κίεβο. Εκεί βρισκόταν ο ηγεμόνας του Πολότσκ Βσιεσλάβος, φυλακισμένος από τους αντιζήλους του αδελφούς Ιζιασλάβο, Σβιατοσλάβο και Βσέβολοντ.
Οι κάτοικοι του Κιέβου άρχισαν να παρακινούν επίμονα τον Ιζιασλάβο σε αντίσταση κατά των βαρβάρων έχθρων, που είχαν διασκορπιστεί και λεηλατούσαν τη χώρα. Ο ηγεμόνας όμως, φοβισμένος από την ήττα του, δεν αποφάσιζε να τους αντιμετωπίσει ξανά. Τότε οι υπήκοοι του επαναστάτησαν, ελευθέρωσαν από τη φυλακή το Βσιεσλάβο και τον ανακήρυξαν ηγεμόνα τους.
Ο Ιζιασλάβος κατόρθωσε να διαφύγει στη Λεχία, πατρίδα της γυναίκας του, όπου μέσα σ’ επτά μήνες συγκρότησε στρατό, συμμάχησε με το βασιλιά της χώρας και ξεκίνησε νια την ανακατάληψη του Κιέβου. Όταν το πληροφορήθηκε ο Βσιεσλάβος εγκατέλειψε την πόλη και διέφυγε κρυφά στο Πολότσκ.
Ο Ιζιασλάβος μπήκε θριαμβευτής στο Κίεβο στα 1069.
Από τότε όμως άρχισε και η δοκιμασία του μακαρίου Αντωνίου. Κάποιος άνθρωπος του ηγεμόνα συκοφάντησε τον όσιο ότι συμπαθούσε τάχα τον Βσιεσλάβο και ότι μάλλον ήταν η κύριος υποκινητής της λαϊκής εξεγέρσεως που τον είχε ανεβάσει στον ηγεμονικό θρόνο!
Ο Ιζιασλάβος πείστηκε στα λόγια του συκοφάντη και κυριεύτηκε από φοβερή οργή εναντίον του αγίου.
Εκείνη την εποχή Ο όσιος διακονούσε στη σπηλιά του τον κατάκοιτο Ισαάκιο τον έγκλειστο, που τον είχε πλανήσει ο διάβολος και τον είχε αφήσει μισοπεθαμένο. Φαίνεται πως ο εχθρός κάθε καλού λύσσαξε για την προσπάθεια του οσίου να σώσει τον Ισαάκιο, γι’ αυτό και βάλθηκε να τον εμποδίσει με κάθε τρόπο από το θεάρεστο αυτό έργο.
Και για λίγο καιρό το πέτυχε.
Πριν προλάβει ό Ιζιασλάβος να κάνη κακό στο όσιο, ο ηγεμόνας του Τσερνιγώφ Σβιατοσλάβος, που έμαθε νια την οργή του αδελφού του, έστειλε ανθρώπους του νύχτα κι έφεραν το δούλο του Θεού στην επικράτειά του. Ο όσιος διάλεξε ένα ήσυχο μέρος κοντά στην πόλη, στο βουνό Μπόλντιν, έσκαψε μια σπηλιά κι εγκαταστάθηκε σ’ αυτήν.
Στον τόπο εκείνο χτίστηκε αργότερα μοναστήρι.
Αλλά ο επίβουλος του αγαθού δεν χάρηκε για πολύ. Ο Ιζιασλάβος έμαθε την αλήθεια από πολλούς και αξιόπιστους ανθρώπους. Η οργή του μαλάκωσε. Σκέφτηκε νηφάλια και πείστηκε για την αθωότητα και την αρετή του οσίου. Κατάλαβε πως οι κατηγορίες εναντίον του ήταν συκοφαντικές και προκλήθηκαν από τον πονηρό. Μετανοημένος και λυπημένος ο ηγεμόνας έστειλε αντιπροσώπους του στο Τσερνιγώφ, παρακαλώντας τον Αντώνιο να επιστρέψει στο Κίεβο, κοντά στο θεοσύλλεκτο ποίμνιό του.
Ο «πράος και ταπεινός τη καρδία» Αντώνιος ανταποκρίθηκε στην παράκληση του Ιζιασλάβου και γύρισε στην αδελφότητά του, που τόσον καιρό ήταν απορφανισμένη από τον πνευματικό της πατέρα.
Μετά την επιστροφή του στο Κίεβο, ο όσιος επιδόθηκε σε μεγαλύτερους ακόμη αγώνες. Όλη του η ζωή μέσα στο σπήλαιο ήταν ένας ασταμάτητος και σκληρός πόλεμος «προς τας μεθοδείας του διαβόλου, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου».
Πριν αναχωρήσει για τα ουράνια σκηνώματα, φρόντισε με προσευχές και θαυματουργίες για την ανοικοδόμηση του ναού της μονής των Σπηλαίων, όπως θα δούμε πιο κάτω.
Αφού ευλόγησε τον τόπο και την έναρξη της οικοδομής του ναού, ο όσιος Αντώνιος άρχισε να ετοιμάζεται για τη μετάβασή του στην αιώνια και αχειροποίητη πόλη.
Καθώς λοιπόν προαισθανόταν να πλησιάζει ο καιρός της εκδημίας του, μάζευε γύρω του τους αδελφούς και τους νουθετούσε, παρηγορώντας τους με την υπόσχεση ότι και μετά το χωρισμό του από το φθαρτό σώμα δεν θα εγκαταλείψει τον τόπο των πνευματικών παλαισμάτων του.
*
Θα βρίσκομαι πάντοτε ανάμεσά σας, παιδιά μου.
*
Θα επιβλέπω τους αγώνες και την πρόοδο σας στη μοναχική ζωή.
*
Θα φροντίζω για τις ψυχές που προστρέχουν σ’ αυτό τον ιερό τόπο για να ευαρεστήσουν το Θεό.
*
Σας δίνω αυτή την υπόσχεση σαν τη μοναδική αλλά την πιο πολύτιμη κληρονομιά.
*
Και από τον ουρανό θα μεσιτεύω προς τον Κύριο, ώστε να βρείτε όλοι σας έλεος κατά τη φοβερή ήμερα της Κρίσεως.
Έτσι, αφού συμπλήρωσε δεκαέξι χρόνια στο δεύτερο σπήλαιο κι ενενήντα χρόνια στη ζωή, άφησε ο όσιος τον πρόσκαιρο κόσμο και αναχώρησε για την αιωνιότητα, στις 7 Μαΐου του έτους 6581 από κτίσεως κόσμου και 1073 από Χριστού, στα χρόνια του ηγεμόνα Σβιατοσλάβου Γιαροσλάβιτς και του αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Ζ’ Δούκα.
Το τίμιο σκήνωμα του οσίου, πρώτου Καθηγουμένου της μονής Πετσέρσκι, κατατέθηκε τότε στο σπήλαιό του, κάτω από το σημερινό μεγάλο μοναστήρι.
Αλλά όπως όσο ζούσε ο όσιος, έμεινε μακριά από τ’ ανθρώπινα μάτια, προσευχόμενος «εν τω κρύπτω», έτσι και τώρα ζήτησε από τον Κύριο να μείνει το τίμιο σώμα του κρυμμένο από τους ανθρώπους. Κι Εκείνος πραγματοποίησε την επιθυμία του και τηρεί στην αφάνεια τα σεπτά λείψανα του δούλου Του μέχρι σήμερα.
Όσοι κατά καιρούς δοκίμασαν ν’ ανασκάψουν το σπήλαιο και να τ’ αποκαλύψουν, τιμωρήθηκαν για την τόλμη τους να εναντιωθούν στη βουλή του Θεού και την επιθυμία του αγίου. Γιατί ξεπηδούσε φωτιά από τη γη και κατέκαιγε τα μέλη τους. Για πολύ καιρό πολλά υπέφεραν, ώσπου μετανοούσαν για την πράξη τους κι έπαιρναν τη συγχώρηση και την ίαση από το θαυματουργό άγιο.
Αν και κρυμμένα όμως από τα μάτια των ανθρώπων, τα άγια λείψανα του οσίου Αντωνίου, δεν παύουν ν’ αποτελούν πηγή αγιασμού και βοηθείας και δυνάμεως.
Πολλά θαύματα επιτελούν από τον κρυφό τόπο της αναπαύσεώς τους, σ’ όσους με πίστη προστρέχουν στο Ιερό σπήλαιο κι επικαλούνται τη μεσιτεία του οσίου.
Σύμφωνα με άλλη εκδοχή στις 10 Ιουλίου, οπότε τελείται και η μνήμη του.