Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

Όσιος ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ο έγκλειστος ΡΩΣΣΟΣ


ΕΙΠΕ ο Κύριος: «Εγώ είμι η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη ζήσεται• και πας ο ζών και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα». Αυτά είναι τα λόγια του Κυρίου προς την αγία Μάρθα, πριν αναστήσει τον αδελφό της δίκαιο Λάζαρο. Και μας έρχονται στη μνήμη τώρα που γράφουμε για τον όσιο πατέρα μας Αθανάσιο, τον έγκλειστο σπηλαιώτη.
Ο όσιος Αθανάσιος ήταν ένας αγωνιστής μοναχός της Λαύρας των Σπηλαίων και έζησε σ’ αυτήν πολύχρονη και θεοφιλή ζωή.
Μετά από πολλά ασκητικά παλαίσματα και κατορθώματα, γνωστά τα περισσότερα μόνο στο Θεό, εκοιμήθη ειρηνικά.
Το σκήνωμά του ετοιμάστηκε από τους πατέρες για την ταφή. Ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο όμως προκάλεσε την καθυστέρηση του ενταφιασμού για δυο ολόκληρες ήμερες. Ο θεσπέσιος Ποιμήν βρισκόταν στην εκκλησία, μαζί με τους άλλους πατέρες, την ώρα του μαρτυρικού θανάτου του οσιομάρτυρος Κούκσα. Τη στιγμή που ο γενναίος Κούκσα και ο μαθητής του, σε τεράστια απόσταση από τη μονή, παρέδιδαν τις ψυχές τους στα χέρια του Θεού, ο διορατικός όσιος Ποιμήν στάθηκε στο κέντρο του ναού και φώναξε δυνατά:
— Ο αδελφός μας Κούκσα και ο μαθητής του τελειώθηκαν μαρτυρικά αυτή την ώρα!
Αυτό είπε μόνο, και αμέσως έκλεισε κι ο ίδιος τα μάτια του για πάντα. Εκοιμήθη ειρηνικά την ίδια μέρα, 27 Αυγούστου, εκεί, μέσα στην εκκλησία.
Έτσι και οι τρεις αδελφοί μπήκαν μαζί στη χαρά του Κυρίου τους, όπου τώρα απολαμβάνουν «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν».
Τη δεύτερη νύχτα ο ηγούμενος της Λαύρας είδε στον ύπνο του άγγελο Κυρίου που του είπε:
— Ο άνθρωπος του Θεού Αθανάσιος, έχει ήδη δυο μέρες άταφος κι εσύ αδιαφορείς γι` αυτό;
Έντρομος ο ηγούμενος σηκώθηκε πρωί-πρωί την άλλη μέρα κι έσπευσε με τους αδελφούς να ενταφιάσει το νεκρό. Αλλά τι να δουν!
Ο όσιος ήταν ζωντανός! Καθισμένος στο νεκροκρέβατο έκλαιγε πικρά!
Φρίκη και δέος κυρίεψε τους αδελφούς. Για πολλή ώρα στάθηκαν άφωνοι και τρομαγμένοι μπροστά στο απίστευτο θέαμα. Έπειτα ρώτησαν τον Αθανάσιο:
– Αδελφέ, πως ξαναγύρισες στη ζωή; Που ήταν η ψυχή σου αυτές τις δυο μέρες; Που είχες πάει; Τι είδες και τι άκουσες; Πες μας, σε ικετεύουμε!
Εκείνος όμως δεν απαντούσε. Μόνο επαναλάμβανε σταθερά ανάμεσα στους λυγμούς:
– Να σωθείτε, αδελφοί, να σωθείτε!
– Πες μας αδελφέ, για να μας ωφελήσεις! επέμεναν οι πατέρες.
– Και να σας πω, άραγε θα εφαρμόσετε τις συμβουλές μου;
Με όρκους υποσχέθηκαν οι αδελφοί ότι θα φυλάξουν όλα όσα θα τους έλεγε.
– Ακούστε τότε, είπε ο αναστημένος Αθανάσιος. Τρία πράγματα πρέπει να φυλάξετε για να σωθείτε.
*
Πρώτα, να κάνετε αδιάκριτη υπακοή στον ηγούμενο.
*
Δεύτερο, να μετανοείτε κάθε ώρα και στιγμή για τις αμαρτίες σας.
*
Και τρίτο, να προσεύχεστε συνεχώς στον Κύριο μας και τη Θεοτόκο να σας αξιώσουν ειρηνικά τέλη και μάλιστα εδώ, στη μετάνοιά σας και πουθενά αλλού…
Αυτά τα τρία αν φυλάξετε, που είναι πάνω απ’ όλες τις αρετές, θα είστε μακάριοι.
Για τ’ άλλα μη με ρωτάτε. Και παρακαλώ να με συγχωρέσετε.
Την ίδια κιόλας ήμερα ο θείος Αθανάσιος κλείστηκε στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου. Έζησε εδώ δώδεκα χρόνια ακόμη! Ποτέ δεν βγήκε από τη σκοτεινή τρύπα του. Ποτέ δεν είδε τον ήλιο. Σε κανένα δεν είπε ούτε μια λέξη. Έκλαιγε και προσευχόταν αδιάλειπτα νύχτα και μέρα, όλ’ αυτά τα χρόνια, τρώγοντας μόνο λίγο ψωμί και πίνοντας λίγο νερό μέρα παρά μέρα.
Όταν διαισθάνθηκε πως πλησίαζε το τέλος του, ο όσιος κάλεσε όλη την αδελφότητα κι επανέλαβε τις τρεις συμβουλές του. Έπειτα τους αποχαιρέτησε και εκοιμήθη ειρηνικά.
Το τίμιο λείψανό του τοποθετήθηκε στο σπήλαιο της ασκήσεώς του, όπου επιτέλεσε ιάσεις και θαύματα πολλά.
Κάποιος από τους αδελφούς, ονόματι Βαβύλας, έπασχε για πολλά χρόνια από μια βασανιστική και επώδυνη ασθένεια, που τον είχε καθηλώσει στο κρεβάτι. Ενώ ήταν κατάκοιτος και βογκούσε από τους πόνους, είδε ξαφνικά να μπαίνει κάποιος με τη μορφή του αοιδίμου Αθανασίου και να του λέει:
– Έλα σε μένα και θα σε θεραπεύσω.
Ο άρρωστος έκανε να του μιλήσει, αλλά εκείνος έγινε αμέσως άφαντος.
Ο αδελφός Βαβύλας παρακάλεσε μερικούς πατέρες να τον μεταφέρουν στο λείψανο του οσίου. Έπεσε πάνω του, το αγκάλιασε και ικέτευσε με δάκρυα τον εκλεκτό του Θεού να μεσιτεύσει σ’ Εκείνον για τη θεραπεία του. Αμέσως σηκώθηκε θεραπευμένος!
Μετά από το θαύμα αυτό, που ήταν το πρώτο, όλοι πίστεψαν ότι ο μακάριος Αθανάσιος ευαρέστησε τον Κύριο και συναριθμήθηκε στο χορό των αγίων .

Όσιος Σεραπίων ο Ρώσος

Στο νοητό στερέωμα των Αγίων της Εκκλησίας μας και στην αγιορείτικη χορεία των Οσίων Πατέρων, κατά τα τελευταία αυτά χρόνια, προστέθηκε κι άλλο αστέρι μεγάλου μεγέθους, ο Ρώσος την καταγωγή και αδελφός της Ιεράς Μονής του Αγίου Παντελεήμονος, Σεραπίων Μοναχός, ο οποίος για περισσότερη ησυχία και τελειοποίηση στην επιστήμη και καλλιέργεια της νοεράς προσευχής, αποφάσισε να αναχωρήσει από την πολυθόρυβη ζωή της μετανοίας του.
Αφού προγυμνάστηκε στην αυταπάρνηση, την υπακοή και την ταπείνωση, υπηρετώντας πρόθυμα τους Γέροντες και αδελφούς της ιεράς Κοινοβιακής Μονής του Αγίου Παντελεήμονος και έλαβε τα απαραίτητα αυτά εφόδια, με την ευλογία και άδεια του Καθηγουμένου, ανεχώρησε και πήγε στην έρημο των Κατουνακίων και Καρουλίων.
Εκεί βοηθήθηκε από τους ησυχαστές της ερήμου και προόδευσε πολύ στην καρδιακή νοερά προσευχή και με πολλούς και σκληρούς αγώνες, στερήσεις, κακουχίες, αντιστάθηκε σε όλους τους πειρασμούς της ολιγωρίας και ολιγοπιστίας. Με πίστη θερμή και αγάπη αληθινή προς όλους τους Πατέρες, τους οποίους με πολλή ταπείνωση παρακαλούσε να προσεύχωνται για την ψυχική του σωτηρία.
Ύστερα από μικρή αδιαθεσία, προείδε τον καιρό της εκδημίας του, και ήταν έτοιμος με χαρά να έρθει εκείνη η ευλογημένη ώρα, όπως συνήθιζε να λέει πολλές φορές. Έτσι με τη χάρη του Θεού, αφού ζήτησε συγχώρεση από όλους τους Πατέρες, κοιμήθηκε τον μακάριο ύπνο των Οσίων το 1974 σωτήριο έτος.
Με την ενάρετη και αγία ζωή του, ο όσιος αυτός Σεραπίων, απέδειξε ακόμη μια φορά οτι, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός «Χθες, σήμερον και εις τους αιώνας είναι ο αυτός» (Έβρ. ΙΓ’ 8). Και οτι εκ των αναίσθητων λίθων των σημερινών ανθρώπων και πιστών χριστιανών, Μοναχών και Κληρικών, μπορεί ο Θεός και κατά τους έσχατους αυτούς καιρούς, να αναδείξει άξιους δούλους Του, εργάτες της αρετής, οι οποίοι μπορούν να λάβουν την αγιαστική Του θεία χάρη.

Ό Αρχιμανδρίτης Ιωακείμ 1860-1934

Ό Αρχιμανδρίτης Ιωακείμ, κατά κόσμον Ιωάννης Σπετσέρης από την Κεφαλληνία, ήταν παιδί ιερέα, ήλθε να κοινοβιάσει στη Σκήτη αύτη, στην Καλύβα των «αγίων Αναργύρων» πού είχαν τότε οι Γέροντες, Χριστόφορος με τον υποτακτικό του Συνέσιο Μοναχό.
Ό Γέρων Χριστόφορος ήταν αυτός πού μετέβαλε το Μοναστήρι του Κουτλουμουσίου από ιδιόρρυθμο πού ήταν πρώτα, σε κοινόβιο. Σ’ αυτούς τους ενάρετους γεροντάδες ήλθε και κοινοβίασε ό Ιωάννης, ό όποιος αφού υπέμεινε τη σκληρή δοκιμασία, με σπουδή και προθυμία, οί Γέροντες τον έκειραν Μοναχό, ονομάσαντας αυτόν Ιωακείμ.
Ό Μοναχός Ιωακείμ, μετά από αρκετά χρόνια υπακοής στους γεροντάδες του, επειδή είχε αφήσει ημιτελείς τις σπουδές του. κατόπιν αδείας και ευλογίας των πνευματικών του, επέστρεψε στον κόσμο όπου τέλειωσε τις θεολογικές και άλλες επιστήμες και επανήλθε στην υπακοή με μεγαλύτερη προθυμία και ταπείνωση.
Μετά το θάνατο των Γεροντάδων του, πήρε υποτακτικό τον πατέρα θεοφύλακτο, ένα απλό και αγαθό μοναχό, ό όποιος μας διηγήθηκε από τη ζωή του γέροντα του τα ακόλουθα:
α) Σε μια θεία λειτουργία, πού με τον εφησυχάζοντα τότε στο Αγιον Όρος, επίσκοπο Μιλητουπόλεως Ιερόθεο, έκαναν στην Ιερά Μονή του Αγίου Παύλου, κατά την ώρα του καθαγιασμού και της μετουσιώσεως των Τιμίων Δώρων είδεν ό πατήρ Ιωακείμ λάμψη σαν προβολέα, από τον κουμπέ της εκκλησίας να επισκιάζει τα Τίμια Δώρα — ή χάρις του παναγίου Πνεύματος—. Αυτό το υπερφυσικό φαινόμενο, ό Π. Ιωακείμ, είπε στον υποτακτικό του π. Θεοφύλακτο, με την εντολή και επιτίμιο, να μην ειπεί σε κανένα τίποτε, όσο αυτός θα βρίσκεται στη ζωή.
β) Μετά πάροδο καιρού, ό επίσκοπος Βόλου Γερμανός, κάλεσε τον Ιωακείμ Σπετσέρη, για πνευματικό έξομολόγο στην επαρχία του. Εκεί μια ευλαβής κυρία Ανδρομάχη, έβλεπε τον Π. Ιωακείμ, όταν έβγαινε στη μεγάλη είσοδο της θείας Λειτουργίας με τα Τίμια Δώρα, να σηκώνεται στον αέρα και να μη πατάει στη γη, παρά μόνο όταν έφτανε στον Σολέα του ιερού, τότε πατούσε κάτω.
γ) Ό υποτακτικός του, Πάτερ θεοφύλακτος, μας είπε, πώς κάθε φορά που λειτουργούσε ό Γέροντας του Π. Ιωακείμ, άλλαζε όψη ή μορφή του. Τούτο μας βεβαίωσαν και άλλοι σύγχρονοι του Μοναχοί, οι όποιοι μας ανέφεραν πώς όταν λειτουργούσε το πρόσωπο του γινόταν περισσότερο λαμπρό καί φωτεινό.
Ό Αρχιμανδρίτης Ιωακείμ είχε μεγάλη ευλάβεια στην Κυρία Θεοτόκο, την οποία άκουγαν πώς αποκαλούσε «Παναγίτσα μου» καί όσες φορές πρόφερε το όνομα αυτό τα μάτια του σαν δυο κρουνοί τρέχανε καυτά δάκρυα.
Όπως ομολογεί ό υποτακτικός του, πού βρίσκεται ακόμη εν τη ζωή, ό Π. Ιωακείμ, ήταν πολύ εγκρατής καί λιτοδίαιτος, με ένα καφέ καί λίγο μέλι μπορούσε να περάσει την ήμερα του.
Μετά από το Απόδειπνο δεν έπινε ούτε νερό Τούτο επέβαλε καί στον υποτακτικό του Θεοφύλακτο στον όποιο έλεγε: «Για να έχεις μισθό αιώνιο πρέπει να κάνεις πολλούς καί σκληρούς αγώνες, διότι, τα καλά έργα με κόπο καί πόνο αποκτώνται και με μόχθο κατορθώνονται». Καί ό ίδιος, για να δώσει το καλό παράδειγμα, πολλούς κόπους καί σκληρή ζωή έκανε με στερήσεις καί κακουχίες, δεν παραμελούσε ποτέ τον καθημερινό του Κανόνα —την προσευχή— ή οποία ακατάπαυστα έβγαινε από το στόμα του. Ήταν πρόσχαρος καί ομιλητικός. Στην εκκλησία καί το δωμάτιο του ποτέ δεν έβγαινε θέρμανση όσο κρύο κι αν έκανε, καί έλεγε: «Πάτερ θεοφύλακτε, οί Πατέρες, πώς άντεχαν πάνω στους στύλους; Δεν κρύωναν; Κι εμείς μέσα στα σπίτια καί στα ρούχα τυλιγμένοι κρυώνουμε!»
Μερικοί αδελφοί, από συνεργεία του Σατανά, φθονούντες τον Π. Ιωακείμ τον βρίζανε καί κακολογούσαν, τον λέγανε Καρδινάλιο καί νεωτεριστή, επειδή καθαρίζονταν κι έβγαινε «ευπρεπώς ενδεδυμένος». Άλλοι πάλι του λέγανε, πώς ό τάδε καί ό τάδε σε κακολογούν, κι αυτός τους απαντούσε: «Σας παρακαλώ, φίλοι καί αδελφοί μου, μη συκοφαντείτε και λέτε κακά λόγια για τους ευεργέτες μου». Κι έτσι με το γλυκό κι ευγενικό του τρόπο συμφιλίωνε κι έκανε τους πάντας ν’ αγαπιούνται και να μην αλληλοβρίζονται.
ΘΑΥΜΑΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΙΩΑΚΕΙΜ
Στη Χαλκίδα διετέλεσε πολλά χρόνια ιεροκήρυκας. ,Εκεί ό Θεός πολλά θαύματα και σημεία έπετελεσε με τις προσευχές του Π. Ιωακείμ. Στη Ριζάρειο Σχολή υπήρξε μαθητής του αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως. Όταν ό άγιος αυτός κοιμήθηκε το 1922, πήγαινε συχνά ό Π. Ιωακείμ κι έκανε προσευχή στον τάφο του κι αισθανότανε να βγαίνει από το σώμα του Αγίου ευωδιά άρρητη σαν εκλεκτό μοσχοθυμίαμα.
ε) Χρημάτισε και στην Αθήνα Ιεροκήρυκας και λειτουργούσε τακτικά στο μετόχι του Παναγίου Τάφου. Εκεί μια ευσεβής γυναίκα παρακάλεσε τον Π. Ιωακείμ να κάνει προσευχή γι’ αυτήν να της χαρίσει ό Θεός παιδάκι. Μετά από 20ήμέρη έντονη προσευχή, ό Π. Ιωακείμ της είπε, ότι, δε θα κάνει παιδί, γιατί δεν μπορεί να το διαπαιδαγωγήσει χριστιανικά και θα κολαστεί ή ψυχή και των δυο, της μάνας και του παιδιού.
στ) Στο ίδιο μετόχι βρισκόμενος, άλλη γυναίκα τον επεσκέφθη και του παραπονέθηκε πώς δεν μπορεί ν’ αποκτήσει παιδιά. Ό Π. Ιωακείμ, αφού έκαμε θερμή προσευχή, για τη γυναίκα αυτή, πήρε τα Λείψανα των Αγίων Αναργύρων, τα εναπόθεσε πάνω στο στήθος της γυναίκας κι έκαμε μια ευχή, υστέρα άπ’ αυτό την ευλόγησε ό Θεός και απέκτησε παιδιά, ή ευλαβής εκείνη χριστιανή.
ζ) Στην ίδια εκκλησία των Αγίων Αναργύρων στην Αθήνα, βρήκε τον Π. Ιωακείμ μια κοπέλα πολύ θλιμμένη, απογοητευμένη και τελείως απελπισμένη, ή οποία του είπε: «Γέροντα, έχω αποτυχία στη ζωή μου και δεν μπορώ πλέον να ζήσω, δεν υπάρχει καμιά ελπίδα και θ’ αυτοκτονήσω, για μένα δεν υπάρχει πια τίποτα».
Ό Π. Ιωακείμ, χωρίς να ξέρει τίποτε άλλο γι’ αυτή την κοπέλα, την πήρε από το χέρι, την πήγε μπροστά στην εικόνα του Χριστού και με κατάνυξη και πίστη πολλή προσευχήθηκαν μαζί, την κοπέλα έβαλε γονατιστή μπροστά στο Δεσπότη Χριστό. Ύστερα από τη θερμή αυτή προσευχή φώτισε ό Θεός τον Π. Ιωακείμ και είπε στην κοπέλα:
«Πήγαινε κοπέλα μου στη μητέρα του παιδιού που αγαπάς και πες της με πολλή ταπείνωση, θέλω μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής μου να σε κάνω μητέρα μου και να γίνω θυγατέρα σου». Ή κοπέλα πίστεψε στα λόγια του Γέροντα, κι όταν πήγε καί είπε αυτά στη μητέρα του παιδιού, εκείνη αμέσως την αγκάλιασε, τη φίλησε καί της είπε:
«θεωρώ κοπέλα μου, χαρά καί τιμή μου να σε κάμω νύφη και θυγατέρα μου».
Μετά από δυο χρόνια παρουσιάστηκε ή κοπέλα αυτή, στον Π. Ιωακείμ, καί του γνώρισε το σύζυγο καί το παιδί της καί με πολλή χαρά δόξασε το Θεό κι ευχαρίστησε τον Π. Ιωακείμ.
στ) Ό Π. Ιωακείμ, ήταν εγκρατής σ’ όλο του το βίο καί επί πολλά χρόνια, πού έζησε στον κόσμο, έκανε πολλά σημεία καί θαύματα, δια των προσευχών του άφ’ ενός, καί με την πίστη των ζητούντων άφ’ ετέρου, ό Πανάγαθος Θεός. Άλλα κι όταν στα γεράματα του επανήλθε στη μετάνοια του, θεάρεστα καί οσιακά τελείωσε το βίο του στη Νέα Σκήτη, πλήρης ήμερων αφού έγραψε κι άφησε πολλά υπομνήματα καί ιερά συγγράμματα, όπως είναι «Ή Ερημίτης Φωτεινή» καί πολλά άλλα ψυχωφελή βοηθήματα.

Μεγάλοι Διδάσκαλοι της Ερήμου Η μικρή σκήτη της Αγίας Άννας

Εκεί στη Σκήτη της Μικρής Αγίας Αννης, περί τα τέλη του 15ου αιώνα, ζήσανε δυο μεγάλοι φωστήρες και πνευματικοί Πατέρες, Ο άγιος Διονύσιος «ό Ρήτωρ» και ό υποτακτικός του άγιος Μητροφάνης ο πνευματικός.
α) Ό άγιος Διονύσιος ήταν ιερομόναχος, ρήτωρ, διδάσκαλος και πνευματικός από την ιερά Μονή του Στουδίου προερχόμενος, δεν έχομε πολλά στοιχεία για την καταγωγή του, ούτε γνωρίζομε πότε ήρθε στο Αγιον Όρος, μόνο ξέραμε πώς ήταν νηπτικός Πατήρ, πλήρης χάριτος Θεού, ποδηγέτης του ασκητισμού, διότι είναι σχεδόν οι πρώτοι με τον υποτακτικό του πού κατοίκησαν στην περιοχή αυτή της Μικρής Άγιάννας και ότι έκοιμήθη το έτος 1606, που όμως έκοιμήθη, μας είναι άγνωστο.
β) Ό άγιος Μητροφάνης ήταν, όπως είπαμε, ενάρετος απλός και σοφός πνευματικός και επειδή στα ζοφερά χρόνια της Τουρκοκρατίας, οί χριστιανοί σ’ όλη την Ελλάδα υπέφεραν πολλά δεινά, από την περιφέρεια της Χαλκιδικής, κατά καιρούς οί προύχοντες, ζητούσαν από τον «Πρώτο» του Αγίου Όρους να τους στείλουν ένα δυνατό, ενάρετο και διακριτικό πνευματικό έξομολόγο, για να βοηθήσει τους δοκιμαζόμενους χριστιανούς.
Ό «Πρώτος» του Αγίου Όρους, πιεζόμενος συχνά από όλα σχεδόν τα χωριά της Χαλκιδικής, και μη γνωρίζων τι να κάμει, ζήτησε τη γνώμη και συμβουλή για την προκειμένη περίπτωση του αγίου Διονυσίου του Ρήτορας, ό όποιος ασκήτευε στο σπήλαιο του, στην έρημο του Άθωνα και του οποίου ή ασκητική μορφή και φήμη αγίου ήταν διάχυτη σ’ όλο το Αγιον Όρος.
Ό άγιος Διονύσιος, επειδή γνώριζε την πνευματική δύναμη, κατάρτιση και διακριτικότητα του μαθητού και συνασκητού του, αγίου Μητροφάνη, υπέδειξε στον «Πρώτο» του Όρους, σαν πιο κατάλληλο, για τη διακονία αυτή, να στείλει τον άγιο Μητροφάνη, ό όποιος με προθυμία δέχτηκε και με τη χάρη και θεία δύναμη πού ήταν προικισμένος, από τον Πανάγαθο Θεό, πρόσφερε πολύτιμες υπηρεσίες και βοήθησε πολύ τους χριστιανούς σ’ ολόκληρη τη Χαλκιδική.
Κέντρο της παραμονής του, είχε τον Ισβορο, πού σήμερα λέγεται Στρατώνι, και το ονομάζει ο άγιος Μητροφάνης «Χωράν μεγάλην».
Κατά το διάστημα της ιεράς αυτής αποστολής και ευαγγελικής περιοδείας του, «ενήργησε ό Θεός» πολλά σημεία και θαύματα.
Ένα άπ’ αυτά είναι και ή φοβερή οπτασία, ενός ευλαβούς χωρικού Εκεί Δημητρίου, την οποία ό ίδιος έγραψε στην καθαρεύουσα, κατόπιν εντολής και προτροπής, του Γέροντος του αγίου Διονυσίου. Εδώ όμως, για να γίνει περισσότερο καταληπτή, αποδίδεται σε ελεύθερο νόημα, περιληπτικά στην καθομιλούμενη γλώσσα:
«Στην κωμόπολη Ισβορο, κοντά στα σημερινά Μεταλλεία του Μποδοσάκη, το έτος 1520 ζούσε ευσεβής χριστιανός, με το όνομα Δημήτριος, ό όποιος εργάζονταν στα Μεταλλεία, για να συντηρεί την οικογένειά του.
Από τα μέλη της οικογένειας του, είχε απομείνει, ή γυναίκα του και ένα αγοράκι, πού στα δώδεκα του χρόνια πέθανε κι αυτό, όπως κι άλλα τρία πού του είχαν πεθάνει πρωτύτερα.
Το αγοράκι αυτό, σαν μονάκριβο πού τους είχε μείνει, επειδή ήταν πολύ φρόνιμο, συνετό και υπάκουο, το αγαπούσαν πολύ, ό πατέρας και ή μητέρα του. Άλλα ό Πανάγαθος Θεός, που έχει την εξουσία της ζωής και του θανάτου, τα κρίματα του Όποιου είναι ανεξιχνίαστη άβυσσος, θέλησε να πάρει πρόωρα την ψυχή του, έπεσε βαρεία άρρωστο και σε δεκαπέντε μέρες πέθανε.
Τούτο λύπησε πολύ τους γονείς του παιδιού, πού έκλαιγαν απαρηγόρητα, περισσότερο δε ό πατέρας του Δημήτριος, ό όποιος από την πολλή θλίψη έπεσε στο κρεβάτι άρρωστος και δεν ήθελε ούτε να φάει ούτε να πιει τίποτε επί δεκαπέντε μέρες.
Στην κατάσταση αυτή βρισκόμενος, ό Δημήτριος, τη δέκατη πέμπτη μέρα λιποθύμησε και φαινόταν σαν να πέθανε. Τότε ή γυναίκα του και ή πεθερά του, πού βρίσκονταν κι αυτή στο σπίτι τους άρχισαν τους θρήνους, οδυρμούς και αναστεναγμούς τόσο, πού μαζεύτηκαν όλοι οι γείτονες και συγγενείς τους κι έκλαιγαν κι αυτοί απαρηγόρητα το θάνατο του Δημήτρη, και κατά τη συνήθεια του κόσμου, άρχισαν να ετοιμάζουν τα κόλλυβα, σαβανώματα, θυμιάματα, κεριά και ότι άλλο θεωρείται απαραίτητο για την κηδεία και την ταφή. Εκεί όμως, πού κατά την τάξη τον άλλαζαν, παρατήρησαν, πώς τα μεν άκρα —χέρια και πόδια— και όλο το κορμί ήταν νεκρωμένα και κρύα, κοντά δε στο στέρνο και την καρδιά ήταν ακόμη ζεστός και ό σφυγμός διετηρείτο πολύ αραιός κι αδύνατος, πλην όμως δεν είχε σταματήσει τελείως και γι’ αυτό αποφάσισαν να μην τον θάψουν, αν δεν νεκρωθεί όλο το σώμα.
Πέρασαν πολλές ώρες, ήρθαν τα μεσάνυχτα και ή κατάσταση του Δημήτρη εξακολουθούσε να παραμένει ή ίδια. Τότε όλοι νύσταξαν κι αποσύρθηκαν λίγο ν’ αναπαυθούν.
Το πρωί της επόμενης ημέρας, ό Δημήτρης, αναστέναξε βαθιά κι ανασηκώθηκε στο κρεβάτι. Εκείνοι πού τον παράστεκαν, βεβαρημένοι από τη νύστα, σαν άκουσαν τον αναστεναγμό ξύπνησαν και είδαν το Δημήτρη να ζωντανεύει, θαύμασαν κι χάρηκαν όλοι τους και πιο πολύ ή γυναίκα και ή πεθερά του, οι όποιες τον ρώταγαν να τους ειπεί τι του συνέβη.
Ό Δημήτρης καθιστός στο κρεβάτι, έβαλε το χέρι στο μέτωπο του κι έβλεπε κάτω, ήταν πολύ σκεφτικός, φαινόταν αφηρημένος και τρεις μέρες δεν έτρωγε, δεν έπινε και δε μίλαγε σε κανέναν.
Ή γυναίκα του, είδε από το σπίτι έξω στο δρόμο παιδιά, συνομήλικα με το δικό της, να παίζουν, θυμήθηκε το παιδί της κι άρχισε να κλαίει απαρηγόρητα και να χύνει πικρά δάκρυα. Τότε ό Δημήτρης, σαν είδε τη γυναίκα του να κλαίει, έλυσε τη σιωπή του και της είπε: «Γιατί κλαις καί κόπτεσαι γυναίκα μου χωρίς να ξέρεις τι κάνεις καί τι λες; Το παιδί μας δεν πέθανε όπως νομίζαμε πριν, ούτε αφανίστηκε ούτε σάπισε στον τάφο, αλλά ζει καί είναι σε τόπο λαμπρό, φωτεινό, ψηλό καί ωραίο, σε φως πού δε λέγεται, δε μοιάζει ούτε παριστάνεται με τα φώτα του κόσμου τούτου. Μακάρι ν’ αξιωθούμε να πάμε κι εμείς στο μέρος εκείνο πού είναι τα παιδιά μας, να ζούμε κι εμείς τη μακαριά εκείνη ζωή, στην οποία δεν υπάρχει θλίψη, πόνος καί αναστεναγμός, αλλά είναι φως το αιώνιο καί ζωή χωρίς αρχή καί τέλος —ατελεύτητη.
Ή γυναίκα του, από τη πολλή θλίψη, δεν έδωσε προσοχή στα λόγια αυτά του συζύγου της, αλλά ή γριά μάνα της, σαν άκουσε τα λόγια αυτά, ρώτησε το γαμπρό της λέγουσα: «Παιδί μου, Δημήτρη, πώς γνωρίζεις ότι ζει το παιδί σου καί βρίσκεται στη μακαρία, όπως λες, ζωή;» Κι ό Δημήτρης, στην πεθερά του, είπε: «Είδα εγώ με τα μάτια μου σε ποιο χαρούμενο καί φωτεινό τόπο βρίσκονται τα παιδιά μας!» «Πες μου, Δημήτρη, σε παρακαλώ, εξακολούθησε να λέγει με αγωνία ή γριά, εκείνα που είδες καί άκουσες καί μη μας κρύψεις τίποτα».
Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΗΝ ΟΠΤΑΣΙΑ
«Όταν κοιμόμουν στο κρεβάτι άρρωστος, σε μια στιγμή, βλέπω μπροστά μου ένα λαμπροφορεμένο άντρα, πού έμοιαζε με αστραπή, το κάλλος καί ή ομορφιά του είναι απερίγραπτη. Τα φορέματα του χρυσοΰφαντα καί ποικιλόχρωμα, ακτινοβολούσαν από λαμπρότητα, θείο φωτισμό καί χάρη πού σου φέρνει ουράνια γαλήνη καί χαρά.
»από τη στιγμή πού τον είδα, κάθε σκέψη και νόημα, για τα πράγματα της ζωής αυτής, χάθηκαν από το μυαλό μου και τη θύμηση μου, και προσηλώθηκα εξ ολοκλήρου σ’ αυτόν.
»Εκεί πού ήμουν αφοσιωμένος στη θεωρία του, μου φάνηκε πώς χωρίστηκα από τα ανθρώπινα και βρέθηκα στην αγκαλιά του, με πήρε και πετάξαμε μαζί στους ουρανούς. Όταν ανεβαίναμε μου φάνηκε πώς περάσαμε επτά κύκλους ουρανών. Οι κύκλοι αυτοί φαίνονταν από κάτω προς τα άνω εως ότου τους περάσαμε όλους.
»Ανεβαίνοντας συναντούσαμε φως με ομίχλη, όταν φτάσαμε ψηλότερα είδα φως λαμπρότερο και γη ωραία και θαυμαστή, ομαλή και καθαρή με φώτα και παντός είδους ανθισμένα δέντρα, των οποίων την ευωδιά και το κάλλος δεν μπορεί ανθρώπινη γλώσσα να διηγηθεί.
»Όταν περάσαμε την ωραία εκείνη γη, βρεθήκαμε μπροστά σε δυο σιδερένιες και καλά σφραγισμένες πόρτες. Στην δεξιά πόρτα φύλαγαν ωραίοι λευκοφόροι νέοι και την αριστερή τη φύλαγαν άνδρες μαύροι με φοβερή όψη. Σαν φτάσαμε μπροστά στις πόρτες εκείνες, ό συνοδός μου Άγγελος, μου είπε σκύψε σύντομα και προσκύνησε, κι εγώ αμέσως έσκυψα και προσκύνησα. Σκυφτός όπως ήμουνα στη γη, άκουσα νάρχεται από μακριά φωνή και να λέγει: «τι έφερες αυτόν εδώ; Δεν σοι ειπόν να φέρεις τούτον, αλλά τον γείτονα του Νικόλαο, αυτός δε, έχει να ζήσει ακόμη επί της γης».
»Μετά από τη φωνή αυτή, ό οδηγός μου με σήκωσε κι αμέσως με πήρε και πήγαμε κατά ανατολάς, προχωρήσαμε και βρεθήκαμε σε ανθισμένη και απέραντη πεδιάδα, με πολύ ωραία δέντρα διαφόρων κατηγοριών.
»Στον ίσκιο κάθε δέντρου, κάθονταν κι από ένας άνθρωπος, οί δε άνθρωποι εκείνοι ήταν όλοι μιας ηλικίας, αλλά τα πρόσωπα τους, άλλων ήσαν λαμπρά και ωραία κι ακτινοβολούσαν από χαρά, άλλων τα πρόσωπα ήσαν στυγνά και λίγο μαύρα, και άλλων κατάμαυρα και σκοτεινά, κι ό καθένας άπ’ αυτούς είχε φανερά τα σημεία των πράξεων τους, είτε καλά είτε κακά, κι άπ’ αυτά φαίνονταν καθαρά σε όλους τα έργα πού κάνανε στη ζωή αυτή, κι γνώριζε ό ένας τον άλλον.
»Όταν διαβαίναμε την ωραία εκείνη πεδιάδα, κοίταζα δεξιά κι αριστερά, είδα πολλούς, πού τους γνώριζα στη ζωή αυτή και οί όποιοι έχουν πεθάνει από πολύν καιρό. Επίσης γνώρισα πολλές γυναίκες. Είδα κει και μια γνωστή γυναίκα πόρνη, πού από την εξωτερική εμφάνιση διακρινόταν ή ζωή της πού έκανε δω στη γη. Είδα κι άλλους πολλούς κακοποιούς, πού στη ζωή αυτή είχαν καταδικασθεί σε κρεμάλα, κι άλλους πού έκαναν διάφορες αμαρτίες, να έχουν φανερά τα σημεία των κακών πράξεων τους, όπως διακρίνονταν καί τα καλά έργα. Είδα επίσης καί πολλούς φίλους καί συγγενείς μας να βρίσκονται στον τόπο εκείνον.
»Κει πού βαδίζαμε, με το συνοδό μου Άγγελο, στην ωραία κι ανθοστολισμένη εκείνη πεδιάδα, καθώς παρατηρούσα τα ωραία τοπία, τα δροσερά λιβάδια, τα πανύψηλα δέντρα, κι άλλα ωραία καί απερίγραπτα πράγματα, είδα να κάθονται τέσσερα λαμπροφορεμένα παιδάκια πολύ όμορφα πού έλαμπαν σαν τον ήλιο. Στάθηκα καί θαύμαζα τα ωραία εκείνα μέρη καί κοίταζα αχόρταγα τα όμορφα εκείνα παιδάκια. Ό συνοδός μου Άγγελος τότε μου είπε: «Αδελφέ, γνωρίζεις αυτά τα ωραία παιδάκια; Μήπως ξέρεις τίνος είναι;» Τότε πήγα πιο κοντά, κοίταξα με προσοχή καί είδα ότι τα παιδιά εκείνα ήταν τα δικά μας. Είδα τα τρία πού μας είχαν από χρόνια πεθάνει καί το τελευταίο δωδεκάχρονο να το έχουν στη μέση. Στον Άγγελο είπα: «Ναι, κύριε μου, πολύ καλά τα γνωρίζω, είναι τα παιδιά τα δικά μου». Ή χαρά μου ήταν απερίγραπτη πού γνώρισα καί είδα τα παιδιά μας να είναι σε τόση χαρά, δόξα καί λαμπρότητα. Παρακάλεσα τον οδηγό μου Άγγελο, να μου επιτρέψει να μείνω κι εγώ Εκεί κοντά στα παιδιά μου για πάντα, να αισθάνομαι τη χαρά τους καί να μην τα αποχωριστώ ποτέ! Κι ό Άγγελος μου αποκρίθηκε πώς δεν ήρθε ακόμη ό καιρός για να μείνεις κι εσύ εδώ καί με πήρε αμέσως από τον τόπο εκείνον.
»Όταν φεύγαμε, από την ωραία εκείνη πεδιάδα με τα ευώδη άνθη, τον ουράνιο φωτισμό καί την αιώνια λαμπρότητα, ρώτησα το συνοδό μου: «Κύριε μου, τούτος ό ωραίος τόπος, είναι ό λεγόμενος Παράδεισος του Θεού ή, ή βασιλεία των ουρανών;» Εκείνος είπε: «Αυτός ό τόπος, ούτε ό Παράδεισος, ούτε ή βασιλεία των ουρανών είναι, αλλά είναι αυτό πού λέγει ή αγία Γραφή, ή γη των «Πραέων» καί ό τόπος της αναπαύσεως των ψυχών των δικαίων καί ορθοδόξων χριστιανών, τον όποιον ώρισε ό Πανάγαθος Θεός, να αναπαύονται οι ψυχές ως την ήμερα της «Δευτέρας του Χριστού παρουσίας», του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του Δίκαιου Κριτή, πού θα ‘ρθει να κρίνει τον κόσμο καί να αποδώσει στον καθένα κατά τις πράξεις καί τα έργα πού έχει κάνει. Ή δε βασιλεία των ουρανών καί τα αιώνια αγαθά, πού θα απολαύσουν οι Δίκαιοι, όπως καί τα αιώνια κολαστήρια καί οι τιμωρίες πού είναι γι’ αυτούς, πού δεν πίστεψαν στο Χριστό καί τους αμετανόητους αμαρτωλούς, είναι εκεί πού είδες τις δυο κλεισμένες καί σφραγισμένες πόρτες, τη χρυσή καί λαμπρή πόρτα, πού οδηγεί στη βασιλεία του Θεού και τη σιδερένια και φλογερή, πού οδηγεί στην Κόλαση, πού είναι φτιαγμένη για τους δαίμονες και τα όργανα τους, πού είναι- όλοι οί κακοί και αμετανόητοι άνθρωποι».
»Τότε ρώτησα τον Άγγελο: «Τώρα, Κύριε μου, ποιοι είναι στη βασιλεία των ουρανών, και ποιοι είναι στην Κόλαση;» Κι εκείνος μου άπεκρίθη : «Τώρα κανένας δεν έχει πάει στη Βασιλεία των ουρανών, ούτε στην Κόλαση, αλλά οί μεν Δίκαιοι απολαμβάνουν μέρος από τα αιώνια αγαθά, στο διορισμένο από το Θεό τόπο και οί αμαρτωλοί πάλι, μέρος από τις τιμωρίες υφίστανται, και όπως είπαμε, οί Δίκαιοι και οί Αμαρτωλοί την τέλεια απολαβή των αιωνίων αγαθών ή των αιωνίων τιμωριών θα πάρουν μετά την Δεύτερη ένδοξη του Κυρίου Παρουσία, πού θα γίνει τότε, ή αιώνια πληρωμή ή, ή αιώνια καταδίκη.
»Οί ψυχές όμως των μεγάλων Αγίων, εξακολούθησε να μου λέγει ό οδηγός μου, από τώρα βρίσκονται σε πολύ ψηλότερο, ωραιότερο και φωτεινότερο τόπο από τούτον εδώ, εκεί πού είναι μεγάλο και πολύ λαμπρότερο φως, από το όποιο φως, έρχονται εδώ οί ακτίνες και λαμπηδόνες, πού φωτίζουν τον τόπο τούτον».
»Όταν είπε αυτά, ό οδηγός μου Άγγελος, ξεκινήσαμε να πάμε κατά το Νοτιά, βγήκαμε από το φωτεινό και λαμπρό εκείνο μέρος και φτάσαμε σε σκοτεινό και καλυμμένο από μούχλα και σαπίλα τόπο, από τον όποιον έβγαινε πολύ βρώμα και δυσωδία. Εκεί είδαμε πολύ πλήθος ανθρώπων, πού είχανε ηλιοκαμένοι και πολύ λυπημένη όψη. Ρώτησα, τι άνθρωποι είναι αυτοί πού βρίσκονται εδώ μέσα; Κι αυτός μου είπε: «Αυτοί πού βλέπεις εδώ, είναι οί Εβραίοι πού δεν πίστεψαν στο Δεσπότη Χριστό».
»Προχωρήσαμε πιο πέρα. Εκεί βρήκαμε πιο σκοτεινό και βρωμερότερο μέρος, είχε μέσα κι αυτό πλήθος πολύ λάου, πού φαίνονταν σαν μικροί ανθρωπίσκοι, σαν μικρά παιδιά και σκουλήκια, πού κυλιόντουσαν μέσα σε λάσπη από κοπριά. Ρώτησα τον οδηγό μου γι’ αυτούς και μου είπε, πώς αυτοί είναι οί Τούρκοι και άπιστοι Αγαρηνοί, και όλοι οί αιρετικοί και κακόδοξοι άνθρωποι. Εκεί γνώρισα και πολλούς από τους Αθίγγανους —Γύφτους— πού τους ήξερα από τη ζωή αυτή κι είχανε τα πρόσωπα τους πολύ μελανά.
»Όταν βγήκαμε άπ’ εκεί, γυρίσαμε κι άλλους τέτοιους σκοτεινούς και βρωμερούς τόπους, γεμάτους από ανθρώπους κάθε θρησκείας, κάθε αιρέσεως, άθεους, ειδωλολάτρες και λαούς από διάφορα έθνη. Σε ερώτηση μου αν αυτή είναι ή Κόλαση, ό οδηγός μου είπε: Όπως και πρωτύτερα σου είπα αυτά πού είδες, δεν είναι ούτε ή Κόλαση, ούτε ό Παράδεισος, άλλα όλα αυτά είναι προσωρινά μέχρι τη δεύτερη του Χριστού Παρουσία. Πρέπει να ξέρεις και τούτο πως η Κόλαση είναι μια άλλα τα βάσανα και οι τιμωρίες είναι πολλές και διάφορες όπως και η Βασιλεία των ουρανών είναι μια άλλα έχει κι αυτή διαφορά στις κατοικίες και τις απολαύσεις για τους Δικαίους, ανάλογα με τις αρετές και την προσφορά της θυσίας του καθενός στη ζωή τούτη, όπως λέγει κι ό Δεσπότης Χριστός στο ιερό ευαγγέλιο Του: «Εν τη οικία του πατρός μου μοναί πολλαί είσιν» (Ίωάν. ΙΔ’ 2).
Εκει που ο οδηγός μου έλεγε αυτά άκουσα να έρχεται από κάτω βαθιά τρομακτική και βροντερή, φωνή βρυχωμένου δράκοντα και αγρίου θεριού, και να βγαίνει βρώμα και δυσωδία ανυπόφορη. Από τη φωνή αυτή τραβήχτηκα και τρόμαξα τόσο, πού προσπάθησα να κρυφτώ στην αγκαλιά του φύλακα συνόδου μου και τρέμων από το φόβο μου, τον ρώτησα: «τι φωνή είναι αυτή, Κύριε μου και ή πολλή αυτή βρώμα πούθε έρχεται;» Κα! κείνος μου είπε: «Αυτός πού φωνάζει και βρυχιέται είναι ό παμφάγος Άδης, ό όποιος δέχεται όλους τους άπιστους και περιφρονητές αμαρτωλούς κατ’ εξακολούθηση, πού δεν πίστεψαν στο Χριστό και δε μετανοήσαν ποτέ για ότι κακό έκαναν στη ζωή τους. Όποιος άπ’ αυτούς πεθάνει, περνάει από τον Αδη, ό όποιος τους ξερνάει, στους τόπους της καταδίκης πού είδες και δε χορταίνει ποτέ».
»Αμέσως άκουσα άλλη φωνή πούρχονταν από ψηλά και έλεγε : «τι φωνάζεις, τι κλαις και στενοχωριέσαι; Περίμενε λίγο και θα χορτάσεις από ανάξιους ιερείς, αρχιερείς, επίσκοπους και μοναχούς, δόκιμους κα! χριστιανούς αμελείς και περιφρονητές στην καλοσύνη και πρόθυμους για το κακό».
»Και Κει πού ή φοβερή αυτή φωνή σφύριζε ακόμη στα αυτιά μου, βρέθηκα αμέσως στο σπίτι μου, είδα το σώμα μου νεκρό, άσχημο και παγωμένο, δεν ήθελα να μπω μέσα σ’ αυτό, αλλά ό οδηγός μου μ’ έβαλε με το ζόρι χωρίς να θέλω να μπω μέσα, κι αισθάνθηκα δριμύ πόνο και να σαλεύουν όλα τα νεύρα, οι αρθρώσεις και τα κόκκαλα».
Ή γυναίκα του Δημήτρη και ή πεθερά του, άμα άκουσαν αυτά, έμειναν κατάπληκτες και διηγούμενες αυτά, από στόμα σε στόμα διαδόθηκαν όχι μόνο στον Ισβορο, άλλα και σ’ όλη τη Χαλκιδική.
Τούτο έφτασε κα! στα αυτιά του αγίου Μητροφάνη, ό όποιος πήγε στο σπίτι του Δημήτρη, από τον όποιον βεβαιώθηκε για την αλήθεια της θείας αυτής οπτασίας, την οποίαν ό Δημήτρης επανέλαβε και διηγήθηκε στον Άγιο δυο και τρεις φορές, ακριβώς όπως μας την περιέγραψε ό ίδιος, ό άγιος Μητροφάνης.
Ή οπτασία αύτη του Δημήτρη, βεβαιώθηκε κι από το γεγονός, που ακολούθησε, γιατί όταν άκουσε τη θεία εκείνη φωνή, πού έλεγε στον οδηγό του Άγγελο: «Δεν σοί ειπόν να φέρεις αυτόν, άλλα το γείτονα του Νικόλαο», τούτο πραγματοποιήθηκε, γιατί δυο μέρες μετά την οπτασία, πού είδε ό Δημήτρης, ό γείτονας του Νικόλαος καίτοι ήταν πολύ καλά στην υγεία του, ξάφνου χωρίς νά-χει καμιά αρρώστια πέθανε και τις ετοιμασίες πού είχαν για την κηδεία του Δημήτρη, τις χρησιμοποίησαν για την ταφή του Νικόλαου.
Μερικοί αρχιερείς και ιερείς, από φθόνο του διαβόλου, κινήθηκαν να διασύρουν την οπτασία αύτη σαν ψεύτικη, προσπάθησαν να σπείρουν απιστία και αμφιβολία, με τη δικαιολογία, ότι, ή φωνή πού άκουσε, ό Δημήτρης, άνωθεν να λέγει στον Αδη, ότι θα χορτάσει από αρχιερείς, ιερείς και μοναχούς αμελείς και ράθυμους, προς τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα τους και ότι δεν θα έπρεπε να λέγει γι’ αυτούς, αλλά να έλεγε, πώς θα γεμίσει από άπιστους, ασεβείς και αμαρτωλούς, αν ήταν αληθινή!
Ταλαίπωροι άνθρωποι, σ’ όποια τάξη κι αν ανήκετε, όποιο βαθμό και αξίωμα φέρετε, γιατί «προφασίζεσθε προφάσεις εν άμαρτίαις»; «Σκληροτράχηλοι και απερίτμητοι τη καρδία, ίνα τι αγαπάτε ματαιότητα και ζητείτε ψευδός;» «Πώς θέλετε ό καθένας σας να δικαιολογείστε και να κρύβεστε πίσω από το δάκτυλο σας»; Αυτά είπε προς αυτούς,, ό άγιος Μητροφάνης, και επιπροσθέτως έλεγε: «Αδελφοί, εμείς οί κληρικοί, πού ταχθήκαμε να υπηρετούμε τον Κύριο, να γνωρίζουμε καλά, πώς πρέπει να είμαστε τύπος και υπόδειγμα ενάρετης ζωής, να είμαστε φως και οδηγοί στους ανθρώπους, όπως λέγει και ό Κύριος μας: «Ύμεΐς έστε το φως του κόσμου, ύμεΐς έστε το άλας της γης» (Ματθ. Ε’ 13, 14) και ως τοιούτοι θα πρέπει σε τέτοιες περιπτώσεις να χύνομαι περισσότερο φως και όχι να συσκοτίζαμε πιο πολύ τα απλά και θεια αυτά πράγματα, πού ό Θεός αποκαλύπτει στους πιστούς, για να διορθωθούμε και να διορθώσουμε και τον κόσμο, πού έχει σκοτάδι και άγνοια μεγάλη, του θείου νόμου και των εντολών του Θεού. Αντί, με τα καλά μας λόγια, με τα καλά μας έργα και την καθαρή πολιτεία της ζωής μας να γινόμαστε το καλό παράδειγμα, να φάνουμε άξιοι εργάτες της κλήσεως μας και καλοί οικονόμοι να μεταδίδομαι τη χάρη, πού από το Θεό μας δόθηκε, εμείς γινόμαστε προσκόμματα του καλού, αιτία σκανδάλου και κακό παράδειγμα, στους πιστούς με την απιστία καί την αμφιβολία πού μεταδίδουμε στον πιστό και απλό λαό καί με τον τρόπο αυτόν βλάπτουμε τις ψυχές τους, για τις όποιες, ό Χριστός, επάνω στο Σταυρό, θυσιάστηκε και παρέδωκε την ψυχή του «λύτρον αντί πολλών». Αντί να προσπαθούμε με κάθε τρόπο να ωφελήσομε τον πλησίον μας, εμείς με κάθε τρόπο τον βλάπτομε, με το να λέμε καί να διαδίδομε πώς οί οπτασίες αυτές καί αποκαλύψεις, οί όποιες μας φέρνουν σε αίσθηση, σε φόβο Θεού, σε μετάνοια καί επίγνωση του εαυτού μας, να λέμε δεν είναι αληθινές; Δεν είναι πραγματικές; Μήπως γιατί αποκαλύπτουν τα κακά έργα του καθενός; Καί φανερώνουν τις τιμωρίες πού μας περιμένουν; Η την δίκαιη αντιμισθία καί ανταμοιβή που θα λάβουν από τον Δίκαιο Κριτή εκείνοι πού εργάστηκαν το καλό καί την αρετή; Πρέπει να ξέρουμε πώς οποίοι κι αν είναι αυτοί, απλοί άνθρωποι, ή ιερείς, αρχιερείς, Πατριάρχες, Βασιλείς, Στρατηγοί ή Στρατιώτες, όλοι όμοια καί δίκαια θα κριθούν, από τον-απροσωπόληπτο Κριτή, το Θεό. Καί συνέχισε ό άγιος Μητροφάνης, να διδάσκει καί να λέγει στο λαό: «Ας ξυπνήσομε, αδελφοί, ας έλθομε στον εαυτό μας όσον είναι ακόμη καιρός, γιατί το κουδούνι του κινδύνου, για τον καθένα μας, κάθε λίγο κτυπάει, δεν ξέρουμε πότε το τέλος καί σε μας θα έλθει. Ας προσπαθήσαμε να μιμηθούμε τους καλούς ιερείς, αρχιερείς, μοναχούς καί όλους εκείνους τους καλούς χριστιανούς, οί όποιοι εργάζονται το καλό, την αρετή καί τη δικαιοσύνη, για να γίνωμεν κι εμείς φώτα σωστικά, παραδείγματα αρετής καί καλοσύνης στους πιστούς αδελφούς μας, όπως μας παραγγέλλει ό Κύριος λέγων: «Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως είδωσιν υμών τα καλά έργα καί δοξάσωσι τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς» (Ματθ. Ε’ 16) για να λάβουμε κι εμείς τη δίκαιη ανταμοιβή καί να ζήσομαι αιώνια με το Θεό στη βασιλεία των ουρανών. Αμήν».
Άγνωστο επίσης σε μας είναι, που κοιμήθηκαν οί άγιοι Πατέρες αυτοί, Διονύσιος ό ρήτωρ καί Μητροφάνης καί μέχρι σήμερα δε βρέθηκαν τα αγία Λείψανα τους.
Επί των ημερών μας ήτοι το 1956 έτος, ό ευλαβέστατος υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Γέρων Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, με την επίσης ευλαβέστατη συνοδεία του, με πολλούς κόπους καί πόνους, κατόπιν εμφανίσεως καί αποκαλύψεως των αγίων αυτών, κατόρθωσε να καθαρίσει το σπήλαιο εντός του οποίου έφτιαξε ωραία εκκλησία στο όνομα τους Εκεί πού πέρασαν οί άγιοι Διονύσιος καί Μητροφάνης την ασκητική ζωή τους, Ή εκκλησία αυτή, αντί για σκέπη της έχει την -προέκταση του βράχου, πού σκεπάζει το σπήλαιο, και από ένα σημείο στάζει συνέχεια άγιασμα, το όποιο μαζεύουν οι Πατέρες και δίδεται στους ευλαβείς προσκυνητές προς αγιασμό. Στη μνήμη των αγίων αυτών την 9ην Ιουλίου εκάστου έτους, γίνεται ολονύκτια αγρυπνία, στην οποία προσέρχονται πολλοί Μοναχοί και ευσεβείς χριστιανοί προσκυνητές.
Στην τοποθεσία πού βρίσκεται το σπήλαιο, πολλοί μοναχοί και ευλαβείς προσκυνητές, καθώς και ό γράφων τις γραμμές αυτές, κατά καιρούς έχουν αισθανθεί να βγαίνει θεία ευωδιά και αυτό μας πείθει, πώς κάπου κει κοντά στο σπήλαιο θα πρέπει να βρίσκονται τα άγια λείψανα των ευλογημένων αυτών Αγίων Πατέρων


Δέκα άγνωστοι και ανώνυμοι Άγιοι

Ό Κύριλλος Μοναχός, Γέροντας της Καλύβης «Τίμιος Σταυρός» των καλλιτεχνών αγιογράφων Ανανιαίων και Δίκαιος της Ιεράς Σκήτης της Άγιας Αννης, κατά το σωτήριον έτος 1977-78, μας διηγήθηκε ότι στις 20 του μηνός Σεπτεμβρίου 1977, ήρθε στο Κυριάκο —κεντρικός Ναός της Σκήτης— ένας Λιβανέζος χριστιανός ορθόδοξος, ό όποιος είπε ότι, λόγω της εμπόλεμης καταστάσεως στην πατρίδα του, ήταν πρόσφυγας κι έμενε στην πόλη Κανά της Γαλιλαίας.
Ό Λιβανέζος ζήτησε, από το Δίκαιο, Πατέρα Κύριλλο, να του δείξει το δρόμο πού οδηγεί στην κορυφή του Άθωνα. Ό Π. Κύριλλος πρόθυμα έδειξε το δρόμο που ζητούσε και ευλαβές αυτός προσκυνητής ξεκίνησε για την κορυφή, ή οποία φτάνει τα 2.030 μ. ύψος καί επειδή χρειάζονται περισσότερο από 4 ώρες οδοιπορία, από την Αγιάννα μέχρι να φθάσει στην κορυφή, όπου υπάρχει καί μικρό εκκλησάκι έπ’ ονόματι της «Μεταμορφώσεως του Κυρίου», έπρεπε να φύγει πρωί.
Για το λόγο αυτό, ό Λιβανέζος έφυγε πολύ πρωί καί το βραδάκι γύρισε πάλι στο «Κυριάκο» της Σκήτης, φιλοξενήθηκε καί κοιμήθηκε. Την άλλη μέρα, μετά τη Θεία λειτουργία, ετοιμάστηκε για να φύγει, αλλά θυμήθηκε να ρωτήσει κάτι πού δεν μπόρεσε να καταλάβει καί πού του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Έτσι μπροστά καί σε άλλους Πατέρες της Σκήτης, με τα λίγα σπασμένα Ελληνικά πού μιλούσε είπε, πώς όταν κατέβαινε από την κορυφή του Άθωνα, στην τοποθεσία πού λέγεται «Βαβύλα» εκεί πού αρχίζει ό πολύς κατήφορος, αισθάνθηκε υπερβολική κούραση καί θέλησε λίγο να καθίσει να ξεκουραστεί. εκεί πού πήγε να βρει κατάλληλο μέρος, ξάφνου βλέπει μπροστά του ένα σπίτι από το όποιο βγήκαν δυο σεβάσμιοι μοναχοί οι οποίοι τον δέχθηκαν μέσα στο σπίτι και του πρόσφεραν σύκα νωπά φρέσκα και το κρύο νερό, έφαγε και ήπιε το κρύο νερό καί όπως είπε, τόση γλύκα καί νοστιμιά αισθάνθηκε πού δεν μπορούσε να την περιγράψει, αλλά καί κατά περίεργο τρόπο όλη ή κούραση πού είχε, μετά από το κέρασμα, εξαφανίστηκε.
Μέσα στο Καλύβι αυτό είδε δέκα σεβάσμιους Μοναχούς, τους οποίους είδε να στηρίζονται, ό καθένας τους, πάνω σε μια γυριστή στη μέση μονόξυλη μαγκούρα καί με το κομποσχοίνι στο χέρι όλοι να προσεύχονται.
Τους ρώτησε, πόσον καιρό έχουν πού μένουν εκεί; Κι αυτοί του απάντησαν πώς έχουν πάρα πολλά χρόνια, καί δεν κάνουν σχεδόν καμιά άλλη εργασία, παρά μόνον προσεύχονται για όλο τον κόσμο. Αυτό κίνησε την περιέργεια του Λιβανέζου, κι όταν έφυγε σ’ όλο το δρόμο, όπως έλεγε, σκέφτονταν αυτό πού του είπαν ότι έχουν πολλά χρόνια εκεί προσευχόμενοι , ενώ ή ηλικία τους δεν έδειχνε να είναι και πολύ μεγάλη και για αυτό ρωτούσε το Δίκαιο και τους Πατέρες; Πώς του είπαν αυτοί οί Μοναχοί πού φαίνονταν να είναι της ίδιας ηλικίας, ασκητεύουν πάρα πολλά χρόνια εκεί;
Ό Δίκαιος Πατήρ Κύριλλος, καί οί άλλοι Πατέρες της Σκήτης έμειναν έκθαμβοι καί κατάπληκτοι, από την αποκάλυψη αυτή, πού προφανώς ό Πανάγαθος Θεός «κρίμασιν οις Αυτός οίδε» έδειξε στο Λιβανέζο, διότι όλοι γνωρίζουν, πώς στο μέρος εκείνο δεν υπάρχει ούτε σπίτι, ούτε Μοναχοί να μένουν εκεί κοντά στην περιοχή αυτή. Τότε όλοι μ’ ένα στόμα καί μια καρδιά δόξασαν το Θεό και είπαν στον ξένο ευλαβή προσκυνητή : «Αδελφέ, δώσε δόξα καί ευχαριστία στο μεγαλοδύναμο καί παντοδύναμο Κύριο καί Θεό μας, πού σε αξίωσε να ιδείς εκλεκτούς δούλους καί Αγίους Του, διότι αυτούς πού είδες εσύ χθες δεν ήσαν Μοναχοί, άλλα ήσαν Άγιοι καί Όσιοι Πατέρες του Όρους, τους οποίους κανείς από μας δεν αξιώθηκε να δει, αλλά κατά καιρούς έχουν φανερωθεί σε μερικούς ευλαβείς Μοναχούς καί σε καλούς καί ευλαβείς χριστιανούς προσκυνητές, ένας από τους οποίους φαίνεται πώς θα είσαι καί συ ! ! Ό Λιβανέζος αναχώρησε εύλογων καί δοξάζων τον Θεόν, τον «θαυμαστόν εν τοις Αγίοις Αυτού».

Ο Γερο – Μιχαήλος στα Καυσοκαλύβια

Πριν από δεκαέξι χρόνια (1965) ο Γερο – Μιχαήλος, Γέροντας της Καλύβης «Ευαγγελισμός της Θεοτόκου» είχε ανιστορήσει μια εικόνα του αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως (διότι ήταν καλός αγιογράφος), την οποία εικόνα είχε μεταφέρει ο ίδιος στην νήσο Ρόδο.
Ο Γερο – Μιχαήλος, επί είκοσι και πλέον χρόνια είχε πάθει έλκος του στομάχου και κατά καιρούς υπέφερε από φριχτούς πόνους.
Όταν γύρισε από την Ρόδο, που παρέδωσε την εικόνα του Αγίου Νεκταρίου, στο πλοίο τον έπιασαν πάλι ισχυροί πόνοι και κάθονταν σε μια γωνιά κουβαριασμένος.
Στο ίδιο πλοίο συνταξίδευε και ένας γιατρός παθολόγος Παπανικολάου το όνομα. Ο γιατρός ρώτησε τον Γερο – Μιχαήλ «γιατί κάθεσαι έτσι μαζεμένος Πάτερ;» Και αφού έμαθε την αιτία του είπε: «Μη στενοχωριέσαι Γέροντα, θα σου δώσω εγώ ένα φάρμακο και θα γίνεις περδίκι», όπως μου είπε ο ίδιος ο Π. Μιχαήλ, όταν του έδωσε το φάρμακο και το ήπιε αμέσως υπεχώρησαν οι πόνοι, ανακουφίστηκε αρκετά και έτσι μπόρεσε και συνέχισε το ταξίδι άνετα.
Όταν έφτασε στην Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, στο Άγιον Όρος, δεκαπέντε ήμερες πριν από την εορτή του Αγίου Νεκταρίου, ο Γέρο – Μιχαηλος, μετά το Απόδειπνον και την Ιδιαίτερη προσευχή (τον κανόνα του) έπεσε να αναπαυθεί. Δεν πέρασε δε ούτε μια ώρα και άκουσε την πόρτα του δωματίου του να ανοίγει.
Από τον θόρυβο ξύπνησε και βλέπει μπροστά του έναν ιεροπρεπή σεβάσμιο Γέροντα. Στήν αρχή φοβήθηκε κι όταν συνήλθε από το φόβο, κοίταξε καλύτερα και βλέπει ότι έφερε εγκόλπιο και σταυρό στο στήθος.
Τότε ξεθάρρεψε και με κάπως έντονη φωνή είπε: «Ο άγιος Νεκτάριος!» ο οποίος του είπε: «Ηρθα να σου πω ότι δεν σε θεράπευσε ο γιατρός Παπανικολάου με τα φάρμακα του στο πλοίο αλλά από την στιγμή που πήγες την εικόνα μου στην Ρόδο, θεραπεύτηκες. Να δοξάζεις το Θεό και να τιμάς την Παναγία».
Όταν είπε αυτά, ο άγιος Νεκτάριος, έγινε άχραντος. Ο υποτακτικός του Γέροντα Μιχαήλ, Μοναχός Γαβριήλ, ο οποίος κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο, από την συζήτηση και τις έντονες φωνές του Γέρο – Μιχαήλ, ξύπνησε και βρήκε τον Γέροντα του να ψαχνει για να βρει τον άγιο Νεκτάριο.
Τότε και οί δυο τους κοίταξαν όλες τις πόρτες του σπιτιού και διεπίστωσαν πως όλες ήταν ερμητικά κλεισμένες και από μέσα ασφαλισμένες όπως τις είχαν οι ίδιοι κλείσει αποβραδύς.
Ο Γέρο – Μιχαήλ, αφού διηγήθηκε τα διατρέξαντα στον υποτακτικό του Μοναχό Γαβριήλ, πήγαν και οι δυο στην εκκλησία της Καλύβης, έκαμαν θερμή προσευχή, δέηση και δοξολογία στο Θεό και ευχαρίστησαν την Παναγία Θεοτόκο και τον θεράποντα τους αγιον Νεκτάριο.
Κι άλλο θαύμα του Αγίου Νεκταρίου
Σε συνέχεια καταχωρούμε εδώ επιστολή, του προ διετίας κοιμηθέντος τον αιώνιο ύπνο και απελθόντος στην αιώνια ζωή, μακαριστού Γέροντος Μιχαήλου Καυσοκαλυβίτου, με την οποία επιστολή αφηγείται ο ίδιος κι άλλο θαύμα του Αγίου Νεκταρίου, που έγινε στο Άγιον Όρος και το γράφει ο ίδιος στον ευσεβή και ευλαβέστατο χριστιανό και σε μας αγαπητόν εν Χριστώ αδελφόν κ. Θεόδωρον Πουλόπουλον — Λυκούργου 16 Αθήνας — Το καταχωρούμε εδώ ακριβώς όπως ο ίδιος το έγραψε και το έστειλε:
«Προς τον ευσεβή χριστιανόν κ. Θεόδωρον Πουλόπουλον
— Λουκούργου 16 ‘Αθήνας —»
κ. Θεόδωρε χαίρε εν Κυρίω και υγίαινε εν πάση Αγαπητέ Θεόδωρε σου γράφω με τη βοήθεια του Κυρίου ήλθα καλά και με τη χάρη της Κυρίας Θεοτόκου είμαι καλά… Θα σου γράψω και ένα ωραίο που συνέβη όταν ήρθα: Των Ταξιαρχών κάναμε θεία Λειτουργία στο Καλύβι μας που έχουμε εκκλησία του «Ευαγγελισμού της Θεοτόκου» και την επόμενη που είναι του αγίου Νεκταρίου είπαμε στον Ιερέα πάλι να κάνουμε θ. Λειτουργία, για τα πολλά θαύματα που κατά καιρούς μου είχε κάνει ο άγιος Νεκτάριος. Και εφόσον διαβάσαμε τον εσπερινό και ΤΟ απόδειπνο, κατόπιν εγώ δεν είχα ύπνο και πήγαινα στην εκκλησία μας την νύχτα. Εκεί έρχεται μια ουράνια εύωδία τόσο που γέμισε όλο το σπίτι. Εγώ άνοιξα το παράθυρο και την πόρτα της εκκλησίας αλλά η ευωδιά εκεί δεν έφευγε. Αφού σηκώθηκε ο πάτερ Γαβριήλ για τον Όρθρο μου λέγει, γέροντα ήλθε η χάρις της Παναγίας και των αγίων. Αφού τελειώσαμε ήλθε ο Ιερεύς ο Παπα – Αθανάσιος δια να λειτουργήσει και λέγει προς τον πάτερ -Γαβριήλ — τον υποτακτικό μου — αρώματα ερίξατε μέσα στην εκκλησία; κι εκείνος του λέγει όχι και εφόσον μπήκε μέσα στο Ιερό, τότε κατάλαβε ότι από την λειψανοθήκη — πού έχουμε στο Ιερό — έβγαινε η ευωδία εκείνη κι εμείς αλλοιωθήκαμε. Επί πέντε ημέρες κράτησε αυτή η ουράνια ευωδία. Ζωντανά πράγματα είναι η ορθόδοξος θρησκεία μας. Τι χαρά που είχαμε εκείνες τις μέρες δεν μπορώ να σου παραστήσω. Τους χαιρετισμούς σ’ όλους τους αδελφούς…
Με την εν Χριστώ αδελφική αγάπη Μιχαήλ Μοναχός Ιερά Σκήτη Καυσοκαλύβια «Ευαγγελισμός» Άγιον Όρος τη 12η Δεκεμβρίου 1978».
Αυτά ας τα δούν οι πλανεμένοι χριστιανοί και Μοναχοί, που
λένε πώς είναι ορθόδοξοι και με πολλή μανία και ασέβεια κακολογούν
και δυσφημίζουν τον άγιο Νεκτάριο Κεφαλά και ας αναλογισθούν τα
φριχτά επιτίμια και τις κατάρες που περιμένουν, τους ταλαίπωρους
αυτούς ανθρώπους, οι οποίοι, ενώ είναι γεμάτοι αμαρτίες και παρανομίες, τολμούν να τα βάλουν και να καθυβρίζουν τους Αγίους που
επίσημα η Εκκλησία μας Συνοδικώς έχει αναγνωρίσει, ανακηρύξει
και κατατάξει στην χορεία των εορταζομένων Αγίων. Πολύ δε περισσότερο που ο Άγιος αυτός, από τούτη τη ζωή και μετά την κοίμησή του, αλλά και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να κάνει πολλά καί μεγάλα
θαύματα!

Γέρων Αβέρκιος

Το έτος 1880 ήρθε από το Μοναστήρι της Νάξου ό Γέρων Αβέρκιος Μοναχός, ό όποιος έζησε με άσκηση και εγκράτεια, έδειξε μεγάλη υπομονή στους πειρασμούς και καρτερικότητα στον πόλεμο της σάρκας και του Διαβόλου. Έμενε στη σπηλιά της Νέας Σκήτης και επειδή είχε σύντροφο τη μακαριά απλότητα και θερμή πίστη στο Θεό, έφτασε σε μεγάλα μέτρα αρετής και ταπεινώσεως. Κατά καιρούς έδειξε σημεία, από τα όποια φαίνεται πώς είχε μεγάλη παρρησία στο Θεό.
Σαν ανταμοιβή της θερμής πίστεως και των πολλών του κόπων, είχε λάβει από τον Πανάγαθο Θεό πολλά χαρίσματα όπως είναι το «διορατικό», το «προορατικό», αλλά και με το προφητικό ακόμη χάρισμα ήταν πλουτισμένος. Με τα χαρίσματα αυτά έβλεπε και πρόλεγε υπερφυσικά πράγματα:
α) Σε μια αγρυπνία πού είχαν οι Πατέρες στο Κυριάκο της Σκήτης, κατά την ώρα της θείας λειτουργίας μπήκε στο ιερό. Ό εφημέριος του έλεγε τι θέλεις εδώ, Γέρο – Αβέρκιε; Αυτός δεν είπε τίποτε στον εφημέριο, αλλά πλησίαζε στην αγία Τράπεζα οπού έβλεπε το Δεσπότη Χριστό να του κάνει νόημα με το χέρι να πλησιάσει. Κι όταν πήγε κοντά του έδειξε πώς είναι γραμμένο το όνομα του στη «Βίβλο της Ζωής» και του είπε ότι πρέπει περισσότερο να αγρυπνεί και να προσεύχεται.
β) Όταν για πρώτη φορά είδε, ό Γέρο – Αβέρκιος, το Νεόφυτο νέο Καλογέρι του είπε πώς, σύντομα θα γινόταν παπάς, και πράγματι υστέρα από λίγα χρόνια χειροτονήθηκε Διάκονος και την άλλη μέρα πρεσβύτερος και σε νόμιμη ηλικία προχειρίστηκε Πνευματικός.
γ) Μέσα από το ασκητήριο του, πού συνέχεια και αδιάλειπτα προσεύχονταν, είδε στο Μοναστήρι του Αγίου Παύλου, να μπαίνουν πλήθος Δαίμονες από τον Πύργο του Μοναστηρίου και να φθάνουν μέχρι τον ξενώνα, το λεγόμενο «Αρχονταρίκι» και μετά από 20 μέρες, από το φαινόμενο αυτό, πήρε φωτιά το Μοναστήρι, από το μέρος εκείνο του Πύργου, και έφτασε ή φωτιά μέχρι κει πού πήγαν οί Δαίμονες, κάηκε όλο το μέρος εκείνο.
δ) Με το «διορατικό» χάρισμα πού είχε, όταν πήγαιναν οι Πατέρες να κοινωνήσουν τα Άχραντα Μυστήρια, το Σώμα και Αίμα του Σωτήρος Χριστού, διέκρινε τον καθένα άπ’ αυτούς σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκονταν και ανάλογα με τα φαινόμενα, άλλοτε λυπόταν και άλλοτε χαίρονταν.
ε) Πολλές φορές, στο Κυριάκο της Αγίας Αννης και στο Κυριάκο της Νέας Σκήτης, έβλεπε νοερός τους Πατέρες να είναι μαζεμένοι, λαμπροφορεμένοι και οι Ιερωμένοι να λάμπουν με τις στολές τους και όλους εκείνους να τους σκεπάζει φωτεινή νεφέλη και δόξα Κυρίου ανεκδιήγητη. έβλεπε δε και άλλους Καλογήρους πού δεν πήγαιναν και δεν ακολουθούσαν το Κυριάκο της Σκήτης, αλλά κάνανε παρασυναγωγές και χώριζαν από τους άλλους Πατέρες. Αυτούς τους έβλεπε να σκαρφαλώνουν πάνω στα βράχια σαν τα κατσίκια χωρίς ποιμένα, να πηγαίνουν από το Κυριάκο και κάτω μέχρι τη θάλασσα και τελικά να φεύγουν για τον κόσμο και σε διάφορες άλλες κατευθύνσεις.
στ) Όταν για πρώτη φορά είδε ανηρτημένη, στο Κυριάκο, τη φωτογραφία της Ελληνικής βασιλικής οικογένειας και ενώ Βασιλιάς ήταν ό Κωνσταντίνος, ό Γέρο – Αβέρκιος, έδειχνε στους Πατέρες της Σκήτης και έλεγε ότι Βασιλιάς θα γίνει ό Αλέξανδρος. Προείπε πώς ό Κωνσταντίνος θα εξοριστεί και ενώ θα έπρεπε αντί να βασιλεύσουν τα μεγαλύτερα παιδιά του : Ό Γεώργιος ή ό Παύλος, αυτός έδειχνε τον ‘ Αλέξανδρο. Πράγμα πού έγινε μετα από λίγα χρόνια, διότι ό Ελευθέριος Βενιζέλος έκαμε βασιλιά του Ελληνικού Κράτους τον Αλέξανδρο.
Τέλος όταν το 1934 κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο, φανερώθηκε σε δράμα, στον επίσης πνευματικά καλλιεργημένο αρχιμανδρίτη Ιωακείμ Σπετσέρη, πού έμενε κι αυτός στη Νέα Σκήτη, πώς ήταν μέσα σε περιβόλι με πολλά δέντρα, άπειρα φρούτα και διάφορα λουλούδια.
Ό πατήρ Ιωακείμ, ρώτησε το Γέρο – Αβέρκιο, τίνος είναι πάτερ αυτός ό κήπος; Και ό Γέρο – Αβέρκιος του απήντησε: «Όπως βλέπεις είναι δικός μου, μου τον χάρισε ό Δεσπότης Χριστός, ό ουράνιος πατέρας και Θεός».