Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

Οι τρεις δείχτες (Μητροπολίτη Διοκλείας Καλλίστου Γουέαρ)

          

Φωτο:imverias.blogspot.com
Φωτο:imverias.blogspot.com

Ο Θεός είναι ο Ένας που αγαπάμε, ο προσωπικός μας φίλος. Δεν χρειάζεται ν’ αποδείξουμε την ύπαρξη ενός προσωπικού φίλου. Ο Θεός, λέει ο Olivier Clement, «δεν είναι εξωτερική μαρτυρία, αλλά το μυστικό κάλεσμα μέσα μας». Αν πιστεύουμε στον Θεό, είναι γιατί τον γνωρίζουμε άμεσα από τη δική μας εμπειρία και όχι από λογικές αποδείξεις. Παρ όλ’ αυτά, είναι ανάγκη να γίνει εδώ μία διάκριση ανάμεσα στην «εμπειρία» και στις «εμπειρίες». Άμεση εμπειρία μπορεί να υπάρξει χωρίς να συνοδεύεται αναγκαστικά από ιδιαίτερες εμπειρίες. Υπάρχουν πράγματι πολλοί που έφτασαν να πιστέψουν στον Θεό από κάποια φωνή η από κάποιο όραμα, σαν κι αυτό που δέχθηκε ο απ. Παύλος στο δρόμο για τη Δαμασκό (Πράξ. 9, 1-9). Υπάρχουν όμως πολλοί άλλοι που ποτέ δεν έχουν περάσει από ιδιαίτερες εμπειρίες αυτού του τύπου αλλά μπορούν να βεβαιώσουν ότι, σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους και στο σύνολό της, αισθάνονται μία ολοκληρωτική εμπειρία του ζωντανού Θεού, μία πεποίθηση που υφίσταται σ’ ένα επίπεδο πιο στέρεο απ’ όλες τις αμφιβολίες τους. Ακόμη κι αν δεν μπορούν να δώσουν μαρτυρία για μίαν ορισμένη θέση ή στιγμή, όπως μπόρεσε ο άγ. Αυγουστίνος, ο Pascal ή ο Wesley, μπορούν να ισχυριστούν μ’ εμπιστοσύνη: Ξέρω τον Θεό προσωπικά.
Τέτοια επομένως, είναι η βασική «μαρτυρία» για την ύπαρξη του Θεού: μία πρόσκληση για άμεση εμπειρία (αλλά όχι αναγκαστικά για εμπειρίες). Όμως, ενώ δεν μπορούν να υπάρξουν λογικές αποδείξεις για τη Θεία πραγματικότητα, υπάρχουν ορισμένοι «δείχτες». Στον κόσμο γύρω μας όπως επίσης μέσα μας, υπάρχουν γεγονότα, που ζητούν μία ερμηνεία, αλλά που μένουν ανερμήνευτα, αν δεν αφεθούμε στην πίστη σ’ ένα προσωπικό Θεό. Τρείς τέτοιοι δείχτες πρέπει ν’ αναφερθούν ιδιαίτερα.
*

Πρώτος, είναι ο κόσμος γύρω μας. Τί βλέπουμε; Πολλή ακαταστασία και φανερή φθορά, πολύ τραγική απελπισία και φαινομενικά άχρηστο πόνο. Αυτό είναι όλο; Βέβαια όχι. Αν υπάρχει ένα «πρόβλημα κακού», υπάρχει επίσης κι ένα «πρόβλημα καλού». Οπουδήποτε κοιτάξουμε, δεν βλέπουμε μόνο σύγχυση αλλά και ομορφιά. Στη χιονονιφάδα, στο φύλλο ή στο έντομο, ανακαλύπτουμε σχέδια δομημένα με μίαν ευαισθησία και ισορροπία που τίποτε φτιαγμένο απ’ την ανθρώπινη επιδεξιότητα δεν μπορεί να το φτάσει.Δεν πρόκειται να ερμηνεύσουμε συναισθηματικά αυτά τα πράγματα αλλά δεν μπορούμε να τ’ αγνοήσουμε. Πώς και γιατί εμφανίστηκαν αυτά τα σχέδια; Αν πάρω ένα πακέτο με κάρτες μόλις φερμένες από το εργοστάσιο, με τις τέσσερις άκρες τακτικά τοποθετημένες σε σειρά κι αρχίσω να το ανακατεύω, τότε όσο ανακατεύονται τόσο το αρχικό σχέδιο θα εξαφανίζεται και θ’ αντικαθίσταται από μίαν ανόητη αντιπαράθεση.
Αλλά στην περίπτωση του σύμπαντος έχει συμβεί το αντίθετο. Μέσ’ από ένα χάος αρχικό έχουν ξεπηδήσει σχέδια με πολυμορφία και νόημα που ολοέν’ αυξάνουν, κι ανάμεσα σε όλ’ αυτά τα σχέδια το πιο πολύμορφο και το πιο σημαντικό είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Γιατί θα έπρεπε η διαδικασία που συμβαίνει στο πακέτο με τις κάρτες ν’ αντιστραφεί ακριβώς στο επίπεδο του σύμπαντος; Τί ή ποιός είναι υπεύθυνος γι αυτή την κοσμική τάξη και το σχέδιο; Τέτοια ερωτήματα δεν είναι παράλογα. Είναι η ίδια η λογική που με σπρώχνει να ψάξω για μία ερμηνεία οπουδήποτε διακρίνω τάξη και νόημα.[…]
«Κοίταξε τον ουρανό, τον ήλιο και τη σελήνη και τ’ αστέρια, το σκοτάδι και το φως, και τη γη που είναι απλωμένη πάνω στα νερά, πώς είναι ρυθμισμένα, Κύριε, από την πρόνοιά σου!
Κοίταξε τα διάφορα ζώα και τα πουλιά και τα ψάρια πώς στολίζονται με τη στοργική σου φροντίδα, Κύριε! Και γι’ αυτό το θαύμα, επίσης απορούμε: πώς έχεις δημιουργήσει τον άνθρωπο από τη σκόνη και πόσο διαφέρουν στην εμφάνιση τ’ ανθρώπινα πρόσωπα: ακόμη κι αν μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε όλους τους ανθρώπους απ’ όλο τον κόσμο, δεν θα υπήρχε ούτε ένας με την ίδια εμφάνιση αλλά ο καθένας, με τη σοφία του Θεού, έχει τη δική του εμφάνιση. Ας θαυμάσουμε ακόμη πως τα πουλιά τ’ ουρανού φεύγουν απ’ τον παράδεισό τους: δεν μένουν σε μία χώρα αλλά φεύγουν δυνατά και αδύνατα μαζί, προς όλες τις χώρες στην προσταγή του Θεού, σ’ όλα τα δάση και τους αγρούς» (Vladimir Monomakh).
*
Αυτή η παρουσία του νοήματος μέσα στον κόσμο μαζί με τη σύγχυση, της συνοχής και της ομορφιάς μαζί με την ασημαντότητά μας δίνει ένα πρώτο «δείχτη» προς τον Θεό. Βρίσκουμε ένα δεύτερο «δείχτη» μέσα μας. Γιατί, πέρ’ απ’ την επιθυμία μου για ευχαρίστηση και την απαρέσκειά μου για τον πόνο, να έχω μέσα μου ένα αίσθημα καθήκοντος και ηθικής υποχρέωσης, μίαν αίσθηση του σωστού και του λάθους, μία συνείδηση; Και αυτή η συνείδηση δεν μου λέει απλώς να υπακούω σε κανόνες που με δίδαξαν άλλοι· είναι προσωπική. Γιατί, επί πλέον, έτσι καθώς είμαι τοποθετημένος μέσα στο χρόνο και στο χώρο, βρίσκω μέσα μου αυτό που ο Νικόλαος Καβάσιλας ονομάζει «απέραντη δίψα» ή δίψα για ό,τι είναι αιώνιο; Ποιός είμαι; Τί είμαι;
Η απάντηση σ’ αυτές τις ερωτήσεις κάθε άλλο παρά φανερή είναι. Τα όρια του ανθρώπου είναι εξαιρετικά πλατιά· ο καθένας από μας ξέρει πολύ λίγα για τον αληθινό και βαθύ εαυτό του. Με τις εξωτερικές κι εσωτερικές αντιληπτικές μας ικανότητες, με τη μνήμη μας και με τη δύναμη του ασυνειδήτου, εκτεινόμαστε πάνω απ’ το διάστημα, απλωνόμαστε προς τα πίσω και προς τα εμπρός μέσα στο χρόνο, και φτάνουμε πέρ’ απ’ το χώρο και το χρόνο μέσ’ την αιωνιότητα. «Μέσα στην καρδιά είναι απύθμενα βάθη», βεβαιώνουν οι Ομιλίες του αγ. Μακαρίου. «Δεν είναι παρά ένα μικρό σκεύος: κι όμως υπάρχουν εκεί δράκοι και λιοντάρια και δηλητηριώδη πλάσματα και όλοι οι θησαυροί της κακίας: άγρια, απότομα μονοπάτια υπάρχουν εκεί και ανοιχτά χάσματα. Εκεί επίσης υπάρχει ο Θεός, υπάρχουν οι άγγελοι, υπάρχει ζωή και Βασιλεία, υπάρχει φως και οι Απόστολοι, οι ουράνιες πολιτείες και οι θησαυροί της χάριτος: τα πάντα υπάρχουν εκεί».
Μ’ αυτό τον τρόπο έχουμε ο καθένας μέσα στη δική μας καρδιά, ένα δεύτερο «δείχτη» Τί σημαίνει η συνείδησή μου; Ποιά είναι η ερμηνεία για την αίσθηση του απείρου που έχω; Μέσα μου υπάρχει κάτι που, συνέχεια, με κάνει να κοιτάζω πέρ’ απ’ τον εαυτό μου. Μέσα μου φέρνω μία πηγή θαύματος, μία πηγή για μία συνεχή αυτοϋπέρβαση.
*
Ένα τρίτος «δείχτης» πρέπει να βρεθεί στις σχέσεις μου με τους άλλους ανθρώπους.
Για τον καθένα από μας -ίσως μία ή δύο φορές μόνο σ’ όλη την πορεία της ζωής μας- έχουν υπάρξει ξαφνικές αποκαλυπτικές στιγμές, όπου μας φανερώθηκε η πιο βαθειά ύπαρξη και η αλήθεια ενός άλλου, και αποκτήσαμε εμπειρία της εσωτερικής του ζωής σαν να ήταν δική μας. Και αυτή η συνάντηση με την αληθινή προσωπικότητα ενός άλλου είναι, γι’ άλλη μία φορά, μία επαφή με το υπερβατικό και το άχρονο, με κάτι πιο δυνατό απ’ το θάνατο. Το να πούμε στον άλλο, μ’ όλη μας την καρδιά, «Σ’ αγαπώ», είναι σαν να λέμε, «Δεν θα πεθάνεις ποτέ». Σε τέτοιες στιγμές προσωπικής μετοχής ξέρουμε, όχι από επιχειρήματα αλλ’ από άμεση βεβαιότητα, ότι υπάρχει ζωή πέρ’ απ’ το θάνατο.Γι’ αυτό στις σχέσεις μας με άλλους, καθώς και στην εμπειρία μας με τους εαυτούς μας, έχουμε στιγμές υπερβατικότητας που μαρτυρούν ότι κάτι βρίσκεται πιο πέρα. Πώς θα μπορέσουμε να είμαστε πιστοί σ’ αυτές τις στιγμές και να τις νοιώθουμε;
Αυτοί οι τρεις «δείχτες» – στον κόσμο γύρω μας, στον κόσμο μέσα μας, και στις διαπροσωπικές μας σχέσεις- μπορούν να βοηθήσουν όλοι μαζί, σαν ένας τρόπος προσέγγισης, φέρνοντάς μας στο κατώφλι της πίστης στον Θεό. Κανείς απ’ αυτούς τους «δείχτες» δεν αποτελεί μία λογική απόδειξη. Αλλά ποιά είναι η άλλη εκλογή; Μπορούμε να πούμε ότι η φανερή τάξη στο σύμπαν είναι απλή σύμπτωση, ότι η συνείδηση είναι μόνο το αποτέλεσμα του κοινωνικού εθισμού, και ότι, όταν η ζωή σ’ αυτό τον πλανήτη τελικά εκλείψει, όλ’ αυτά που το ανθρώπινο γένος έχει ζήσει ως εμπειρίες και όλες οι δυνατότητές μας θα είναι σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ; Μία τέτοια απάντηση μου φαίνεται όχι μόνο καθόλου ικανοποιητική και απάνθρωπη, αλλά και τρομερά παράλογη.
Είναι βασικό στοιχείο στο χαρακτήρα μου σαν ανθρώπου να ψάχνω παντού για σημαντικές ερμηνείες. Το κάνω αυτό και με τα μικρότερα πράγματα στη ζωή μου: δεν θα το κάνω με τα μεγαλύτερα; Η πίστη στον Θεό με βοηθάει να καταλάβω γιατί ο κόσμος θά ’πρεπε νά ’ναι όπως είναι, όχι μόνο με την ομορφιά του αλλά και με την ασχήμια του· γιατί θά ’πρεπε νά ’μαι όπως είμαι, όχι μόνο με την ευγένειά μου αλλά και με την ευτέλειά μου και γιατί θά ’πρεπε ν’ αγαπώ τους άλλους, βεβαιώνοντας την αιώνια αξία τους. Δίχως την πίστη στον Θεό δεν μπορώ να δω άλλη ερμηνεία για όλ’ αυτά. Η πίστη στον Θεό με κάνει ικανό ν’ αντιλαμβάνομαι τα πράγματα, να τα βλέπω σαν ένα σύνολο αρμονικό, μ’ ένα τρόπο που τίποτε άλλο δεν μπορεί να μου το δώσει. Η πίστη με κάνει ικανό να κάνω από τα πολλά το ένα.

( Μητροπ. Διοκλείας Καλλίστου Γουέαρ, Ο Ορθόδοξος δρόμος, εκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 1983, σ. 23-27)

Ορθοδοξία και Εθνικισμός


Η ΑΣΚΗΣΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ Σωφρονίου Σαχάρωφ




Του μακαριστού Γέροντος και κτήτορος της Μονής του Τιμίου Προδρόμου Essex Σωφρονίου Σαχάρωφ από το βιβλίο “ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΉΣ”, εκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου.
Η ΑΣΚΗΣΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ
Εις το παρόν κεφάλαιον θα αποπειραθώ να εκθέσω κατά το δυνατόν συντομώτερον τας πλέον ουσιώδεις απόψεις περί της προσευχής του Ιησού, της μεγάλης αυτής ασκήσεως της καρδίας, ως και την πλέον υγιαίνουσαν περί της ασκήσεως ταύτης διδασκαλίαν την οποία συνήντησα εν Αγίω Όρει.
 
   Επί πολλά έτη οι μοναχοί προφέρουν την προσευχήν αυτήν δια του στόματος, μη αναζητούντες τεχνητούς τρόπους ενώσεως του νου μετά της καρδίας. Η προσοχή αυτών συγκεντρούται εις την συμμόρφωσιν της καθ’ ημέραν ζωής αυτών προς τας εντολάς του Χριστού. Η αιωνόβιος πείρα της ασκήσεως ταύτης έδειξεν ότι ο νους ενούται μετά της καρδίας δια της  ενεργείας του Θεού, όταν ο μοναχός διέλθη την σταθεράν πείραν της υπακοής και της εγκρατείας, όταν ο νους αυτού, η καρδία και αυτό το σώμα του «παλαιού ανθρώπου» ελευθερωθούν επαρκώς εκ της εξουσίας της αμαρτίας.
 
Εν τούτοις και κατά το παρελθόν και κατά τον παρόντα καιρόν οι Πατέρες ενίοτε επιτρέπουν να προσφεύγωμεν εις την τεχνητήν μέθοδον εισαγωγής του νου εις την καρδίαν. Προς τούτο ο μοναχός, δίδων κατάλληλον θέσιν εις το σώμα και κλίνων την κεφαλήν προς το στήθος, νοερώς προφέρει την προσευχήν εισπνέων ησύχως τον αέρα μετά των λέξεων: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, (Υιέ του Θεού)» και έπειτα εκπνέων τελειώνει την προσευχήν: «ελέησον με (τον αμαρτωλόν)». Κατά τον χρόνον της εισπνοής η προσευχή του νου κατ’ αρχάς  ακολουθεί την κίνησιν του εισπνεομένου αέρος και συγκεντρούται εις το άνω μέρος της καρδίας. Κατά την εργασίαν ταύτην επί τι χρονικόν διάστημα η προσοχή δύναται να διαφυλαχθή αδιάχυτος και ο νους να παραμείνη πλησίον της καρδίας, έτι δε και να εισέλθη εντός αυτής. Η πείρα θα δείξη ότι ο τρόπος ούτος θα δώση εις τον νουν την δυνατότητα να ίδη ουχί αυτήν την φυσικήν καρδίαν, αλλά εκείνο όπερ τελείται εν αυτή: Οποία αισθήματα εισδύουν εν αυτή· οποίαι νοεραί εικόνες προσεγγίζουν αυτήν εκ των έξω. Η τοιαύτη άσκησις θα οδηγήση τον μοναχόν να αισθάνηται την καρδίαν αυτού και να διαμένη εν αυτή δια της προσοχής του νοός μη προσφεύγων πλέον εις οιανδήποτε «ψυχοσωματικήν τεχνικήν».
 
Η τεχνητή μέθοδος δύναται να βοηθήση τον αρχάριον να ανεύρη τον τόπον, όπου οφείλει να σταθή η προσοχή του νοός κατά την προσευχήν και εν γένει εν παντί καιρώ. Εν τούτοις η πραγματική προσευχή δεν επιτυγχάνεται δια του τρόπου αυτού. Αύτη έρχεται ουχί άλλως, ει μη δια της πίστεως και της μετανοίας, αίτινες είναι η μόνη βάσις δι’αυτήν. Ο κίνδυνος της ψυχοτεχνικής, ως κατέδειξεν η μακρά πείρα, έγκειται εις το ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, οίτινες αποδίδουν καθ’υπερβολήν μεγάλην σημασίαν εις την μέθοδον καθ’εαυτήν. Προς αποφυγήν της επιβλαβούς παραμορφώσεως της πνευματικής ζωής του προσευχομένου συνιστάται από παλιών χρόνων εις τους αρχαρίους ασκητάς  άλλος τρόπος, κατά πολύ βραδύτερος, αλλ’ασυγκρίτως ορθότερος και ωφελιμώτερος και δη: να συγκεντρούται η προσοχή εις το Όνομα του Ιησού Χριστού και εις τους λόγους της ευχής.
 
Όταν η συντριβή δια τας αμαρτίας φθάση εις ωρισμένον βαθμόν, τότε ο νους φυσικώ τω τρόπω ενούται μετά της καρδίας.
 
Ο πλήρης τύπος της προσευχής είναι: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Εις τους αρχαρίους ακριβώς αυτός ο τύπος προτείνεται. Εις το πρώτον μέρος της προσευχής ομολογούμεν τον Χριστόν-Θεόν, τον σαρκωθέντα δια την ημών σωτηρίαν. Εις το δεύτερον μέρος εν μετανοία αναγνωρίζομεν την πτώσιν ημών, την αμαρτωλότητα και την λύτρωσιν ημών. Ο συνδυασμός της δογματικής ομολογίας μετά της μετανοίας απεργάζεται την προσευχήν πληρεστέραν κατά το θετικόν αυτής περιεχόμενον. Είναι δυνατόν να καθορίσωμεν στάδια τινα εν τη αναπτύξει της προσευχής ταύτης:
 
Πρώτον, είναι η προφορική. Λέγομεν την προσευχήν δια των χειλέων, ενώ προσπαθούμεν να  συγκεκντρώσωμεν την προσοχήν ημών εις το Όνομα και τας λέξεις.
Δεύτερον, νοερά. Δεν κινούμεν πλέον τα χείλη, αλλά προφέρομεν το όνομα του Ιησού Χριστού και το λοιπόν περιεχόμενον της προσευχής νοερώς.
Τρίτον, νοερά-καρδιακή. Ο νους και η καρδία ενούνται κατά την ενέργεια αυτών· η προσοχή περικλείεται εντός της καρδίας και εκεί προφέρεται η ευχή.
Τέταρτον, αυτενεργουμένη. Η προσευχή στερεούται εν τη καρδία, και άνευ ιδιαιτέρας προσπαθείας της θελήσεως προφέρεται αφ’ εαυτής εντός της καρδίας, ελκύουσα προς τα εκεί την προσοχήν του νοός.
Πέμπτον, χαρισματική. Η προσευχή ενεργεί ως  τρυφερά φλοξ εντός ημών, ως έμπνευσις ʼνωθεν, γλυκαίνουσα την καρδίαν δια της αισθήσεως της αγάπης του Θεού και αρπάζουσα τον νου εις πνευματικάς θεωρίας. Ενίοτε συνοδεύεται μετά της οράσεως του Φωτός.
 
Η βαθμιαία ανάβασις εν τη προσευχή είναι η πλέον αξιόπιστος. Εις τον εισερχόμενον εις το στάδιον του αγώνος δια την προσευχήν επιμόνως προτείνεται να αρχίζη δια της προφορικής προσευχής, έως ότου αύτη αφομοιωθή υπό του σώματος, της γλώσσης, της καρδίας και της διανοίας αυτού. Η διάρκεια της περιόδου ταύτης διαφέρει εις έκαστον. Όσον βαθυτέρα είναι η μετάνοια, τοσούτον συντομωτέρα η οδός.
 
Η άσκησις της νοεράς προσευχής δύναται προς καιρόν να συνδέηται μετά της ψυχοσωματικής μεθόδου, τουτέστι να φέρη χαρακτήρα ρυθμικής ή αρρύθμου προφοράς της ευχής δια του νοερού μέσου της εισπνοής κατά το πρώτον μέρος και της εκπνοής κατά το δεύτερον, καθώς περιεγράφη ανωτέρω. Η τοιαύτη εργασία δύναται να είναι ωφέλιμος, εάν έχωμεν πάντοτε κατά νουν ότι εκάστη επίκλησις του Ονόματος του Χριστού πρέπει να συνδέηται αδιαστάτως μετ’Αυτού, του Προσώπου του Χριστού-Θεού. Αλλέως η προσευχή μετατρέπεται εις τεχνητόν γύμνασμα και καταλήγει εις αμαρτίαν εναντίον της εντολής: «Ου λήψει το Όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω» (Εξ. 20,7 και Δευτ. 5,11).
 
Όταν η προσοχή του νοός στερεούται εν τη καρδία, τότε είναι δυνατός ο πλήρης έλεγχος των τελουμένων εντός της καρδίας, η δε πάλη προς τα πάθη διεξάγεται μετά συνέσεως. Ο ευχόμενος βλέπει τους εχθρούς προσεγγίζοντας εκ των έξω και δύναται να εκδιώξη αυτούς δια της δυνάμεως του Ονόματος του Χριστού. Δια της ασκήσεως ταύτης η καρδία λεπτύνεται και γίνεται διορατική: Διαισθάνεται την κατάστασιν του προσώπου εκείνου, περί του οποίου προσφέρεται δέησις. Κατ’ αυτόν τον τρόπον τελείται η μετάβασις εκ της νοεράς προσευχής εις την νοεράν-καρδιακήν, μετά την οποίαν δίδεται η αυτενεργούμενη προσευχή.
 
Αγωνιζόμεθα να παρασταθώμεν ενώπιον του Θεού εν τη ενότητι και ολότητι της υπάρξεως ημών. Η εν φόβω Θεού επίκλησις του Ονόματος του Σωτήρος συνδεομένη μετά της ακαταπαύστου προσπαθείας τηρήσεως των εντολών , οδηγεί βαθμηδόν εις την μακαρίαν ενότητα όλων των δυνάμεων ημών, των πρότερον εξησθενημένων εκ της Πτώσεως. Κατά τον θαυμαστόν, αλλά δύσκολον και οδυνηρόν αυτόν αγώνα ουδέποτε πρέπει να βιαζώμεθα. Είναι σημαντικόν να αποβάλωμεν τον λογισμόν, όστις εισηγείται εις ημάς την επιτυχίαν του μεγίστου εις τον βραχύτερον δυνατόν χρόνον. Ο Θεός  δεν βιάζεται την θέλησιν ημών, αλλ’ ούτε εις Αυτόν είναι δυνατόν να επιβάλωμεν δια της βίας να πράξη ο,τιδήποτε. Τα επιτυγχανόμενα δια της βίας της θελήσεως μέσω της ψυχοσωματικής μεθόδου δεν διατηρούνται επί μακρόν, και το κυριώτερον, δεν οδηγούν εις την ένωσιν του πνεύματος ημών μετά του Πνεύματος του Ζώντος Θεού.
 
Εν ταις συνθήκαις του συγχρόνου κόσμου η προσευχή απαιτεί υπεράθρωπον ανδρείαν, διότι εις αυτήν ανθίσταται το σύνολον των κοσμικών ενεργειών. Διαμονή εν απερισπάστω προσευχή  σημαίνει νίκην εφ’ όλων των επιπέδων της φυσικής υπάρξεως. Η οδός αύτη είναι μακρά και ακανθώδης, αλλ’ έρχεται στιγμή κατά την οποίαν ακτίς του Θείου Φωτός διαπερά το πυκνόν σκότος και δημιουργεί ενώπιον ημών ρωγμήν, δια μέσου της οποίας βλέπομεν την Πηγήν του Φωτός τούτου. Τότε η προσευχή του Ιησού λαμβάνει κοσμικάς και υπερκοσμίους διαστάσεις.
 
«Γύμναζε δε σεαυτόν προς ευσέβειαν· η γαρ σωματική γυμνασία προς ολίγον εστίν ωφέλιμος, η δε ευσεβεία προς πάντα ωφέλιμος εστίν, επαγγελίαν έχουσα ζωής της νυν και της μελλούσης. Πιστός ο λόγος και πάσης αποδοχής άξιος· εις τούτο γαρ και κοπιώμεν... ότι ηλπίκαμεν επί Θεώ ζώντι, Ος εστί Σωτήρ πάντων ανθρώπων... Παράγγελλε ταύτα και δίδασκε» ( Α’ Τιμ. 4,7-11). Η τήρησις της διδαχής ταύτης του Αποστόλου αποτελεί την πιστοτέραν οδόν προς τον Αναζητούμενον. Είναι αδύνατον να διανοηθώμεν ότι δια τεχνητών μέσων αποκτάται η θέωσις. Πιστεύομεν ότι ο Θεός ήλθεν εις την γην, απεκάλυψε το μυστήριον της αμαρτίας και έδωκεν εις ημάς την χάριν της μετανοίας, ημείς δε προσευχόμεθα: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», επ’ ελπίδι της συγχωρήσεως και της καταλλαγής εν τω Ονόματι Αυτού. Τους λόγους «ελέησόν με τον αμαρτωλόν» δεν εγκαταλείπομεν καθ’ όλην την ζωήν ημών. Η τελεία νίκη επί της αμαρτίας είναι δυνατή ουχί άλλως, ει μη δια της ενοικήσεως εν ημίν του Ιδίου του Θεού. Τούτο αποτελεί την θέωσιν ημών, ένεκα της οποίας καθίσταται δυνατή η άμεσος θεωρία του Θεού «καθώς εστί». Το πλήρωμα της χριστιανικής τελειότητος είναι ακατόρθωτον εν τοις ορίοις της γης. Ο ʼγιος Ιωάννης ο Θεολόγος γράφει: «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε· ο Μονογενής Υιός ο ων εις τον κόλπον του Πατρός Εκείνος εξηγήσατο» (Ιωαν. 1,18). Ο ίδιος δε διαβεβαιοί ημάς ότι εν τω μέλλοντι αιώνι θα συντελεσθή η θέωσις ημών, διότι «οψόμεθα Αυτόν καθώς εστί» (Α’ Ιωαν. 3,2). «Πας ο έχων την ελπίδα ταύτην... αγνίζει εαυτόν, καθώς Εκείνος αγνός εστί... πας ο εν Αυτώ μένων ουχ αμαρτάνει· πας ο αμαρτάνων ουχ  εώρακεν Αυτόν ουδέ έγνωκεν Αυτόν» (Α’ Ιωαν. 3,3 και 6). Είναι ωφέλιμον να διαποτισθώμεν υπό του περιεχομένου αυτής της Επιστολής, ίνα η επίκλησης του Ονόματος του Ιησού γένηται ενεργός, σωτήριος, ίνα «μεταβώμεν» εκ του θανάτου εις την ζωήν» (πρβλ. Α’ Ιωαν. 3,14) και λάβωμεν «δύναμιν εξ ύψους» (Λουκ. 24,49).
 
Εν εκ των πλέον θαυμασίων βιβλίων των ασκητών Πατέρων είναι η «Κλίμαξ» του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου. Αναγινώσκεται υπό των αρχαρίων μοναχών, αλλά χρησιμεύει και ως αυθεντικόν κριτήριον δια τους τελείους. (Είναι ίσως περιττόν να είπωμεν ότι η τελειότης επί της γης ουδέποτε είναι πλήρης). Παρόμοιόν τι δυνάμεθα να διαπιστώσωμεν και εις ό,τι αφορά εις την προσευχήν του Ιησού.
 
Δι’ αυτής προσεύχονται κατά την διάρκειαν πάσης εργασίας απλοί και ευσεβείς άνθρωποι· δι’ αυτής αντικαθίστανται αι εκκλησιαστικαί ακολουθίαι· αυτήν «νοερώς» προφέρουν οι μοναχοί , ευρισκόμενοι εν τω ναώ κατά τον χρόνον των ακολουθιών· αύτη συνιστά ωσαύτως το κατ’ εξοχήν έργον των μοναχών εν τοις κελλίοις και των ερημιτών-ησυχαστών.
 
Η εργασία της προσευχής ταύτης συνδέεται στενώτατα μετά της θεολογίας του Θείου Ονόματος. Έχει αύτη βαθείας δογματικάς ρίζας, ως και όλη η ασκητική ζωή των ορθοδόξων: Συμβολίζει αρμονικώς μετά της δογματικής συνειδήσεως. Η προσευχή εις τινας των μορφών αυτής γίνεται αληθώς πυρ καταναλίσκον τα πάθη (βλ. Εβρ. 12,29). Εν αυτή περικλείεται Θεία δύναμις, ήτις ανιστά τους νεκρωθέντας εκ της αμαρτίας. Είναι φως, όπερ λαμπρύνει τον νουν και μεταδίδει εις αυτόν την ικανότητα της διακρίσεως δυνάμεων αίτινες ενεργούν «εν τω κόσμω»· παρέχει ωσαύτως την δυνατότητα της θεωρίας των τελουμένων εντός του νου και της καρδίας ημών: «Διικνουμένη (αύτη) άχρι μερισμού ψυχής τε και πνεύματος, αρμών τε και μυελών και κριτική ενθυμήσεων και εννοιών καρδίας» (πρβλ. Εβρ. 4,12).
 
Η ευλαβής άσκησις της προσευχής ταύτης οδηγεί τον άνθρωπον εις συνάντησιν μετά πολλών εναντιουμένων ενεργειών κεκρυμένων εν τη ατμοσφαίρα. Προσφερομένη εν τη καταστάσει βαθείας μετανοίας διεισδύει εις τον χώρον, όστις κείται πέραν των ορίων «της σοφίας των σοφών και της συνέσεως των συνετών» (Α’ Κορ. 1,19). Εις τας πλέον εντατικάς εκδηλώσεις αυτής απαιτεί αύτη ή μεγάλην πείραν ή καθοδηγητήν. Είναι απαραίτητος εις όλους ανεξαιρέτως τους ασκούντας αυτήν η νηπτική περίσκεψις, το πνεύμα της συντριβής και του φόβου του Θεού, η υπομονή εις παν επερχόμενον επ’ αυτούς. Τότε γίνεται αύτη δύναμις, ήτις συνάπτει το πνεύμα ημών προς το Πνεύμα του Θεού, παρέχουσα την αίσθησιν της ζώσης παρουσίας της αιωνιότητος εντός ημών, έχουσα ήδη οδηγήσει ημάς δια μέσου αβύσσων σκότους εν ημίν κεκρυμένων.
 
Η προσευχή αύτη είναι μέγα δώρον του ουρανού προς τον άνθρωπον και την ανθρωπότητα.
 
Πόσο σημαντική είναι η διαμονή (ίνα μη είπω η άσκησις) εν τη προσευχή, μαρτυρεί και αυτή η πείρα. Θεωρώ επιτρεπτόν να παραβάλω ταύτην προς την φυσικήν ζωήν του κόσμου ημών και να φέρω παραδείγματα  εκ των γνωστών εις ημάς γεγονότων της συγχρόνου επικαιρότητος. Οι αθληταί, προετοιμαζόμενοι δια τους προκειμένους εις αυτούς αγώνας, επαναλαμβάνουν επί μακρόν τας αυτάς ασκήσεις, ώστε να εκτελέσουν κατά την στιγμήν της διεξαγωγής αυτών ταχέως και μετά βεβαιότητος, και τρόπον τινά μηχανικώς, πάσας τας κινήσεις, τας οποίας ήδη καλώς αφωμοίωσαν. Εκ του αριθμού των ασκήσεων εξαρτάται και η ποιότης της αποδόσεως. Ιδού, θα διηγηθώ εισέτι γεγονός, όπερ συνέβη εις κύκλον γνωστών εις εμέ προσώπων. Βεβαίως επαναλαμβάνω επί του προκειμένου εκείνα, άτινα ήκουσα εξ ενός εκ των πλησιεστέρων ανθρώπων προς τα πρόσωπα εις τα οποία αναφέρονται.
 
Εις ευρωπαικήν τινα πόλιν δύο αδελφοί ανυμφεύθησαν σχεδόν συγχρόνως δύο νέας. Η μία εξ αυτών ήτο ιατρός, άνθρωπος οξείας αντιλήψεως και ισχυρού χαρακτήρος. Η άλλη ήτο ωραιοτέρα, δραστήριος, ευγενής αλλ’ ουχί καθ’ υπερβολήν ευφυής. Ότε επλησίαζεν ο καιρός του τοκετού δι’ αμφοτέρας, απεφάσισαν να αποκτήσουν την πρώτην εμπειρίαν ακολουθούσαι την πρότινος εμφανισθείσαν μέθοδον του «ανωδύνου τοκετού». Η πρώτη, η ιατρός, ταχέως κατενόησεν όλον τον μηχανισμόν της πράξεως ταύτης και μετά δύο ή τρία μαθήματα της καθωρισμένης γυμναστικής εγκατέλειψε τας ασκήσεις, πεπεισμένη ότι κατενόησε τα πάντα και ότι κατά την στιγμήν της ανάγκης θα εφήρμοζε τας γνώσεις αυτής. Η άλλη δεν εγνώριζε πολλά περί της ανατομίας του σώματος ούτε διετίθετο να ασχοληθή μετά της θεωρητικής πλευράς της μεθόδου ταύτης, αλλά παρεδόθη απλώς μετά ζήλου εις την επανάληψιν του προδιαγεγραμμένου συμπλέγματος κινήσεων του σώματος. Αφομοιώσασα δε ταύτας επαρκώς, ότε έφθασεν η στιγμή, απήλθε δια το προκείμενον εγχείρημα. Και τί νομίζετε ότι συνέβη; Η μεν πρώτη κατά την στιγμήν του τοκετού εκ των πρώτων ήδη ωδινών δεν ενεθυμήθη τας θεωρίας και έτεκε μετά μεγάλης δυσκολίας, «εν λύπαις» (Γεν. 3,16)· η δε άλλη έτεκεν άνευ πόνων και σχεδόν άνευ δυσκολίας.
 
Ούτω θα συμβή και εις ημάς. Ο σύγχρονος και πεπαιδευμένος άνθρωπος είναι εις θέσιν να εννοήση τον «μηχανισμόν» της νοεράς προσευχής. Αρκεί να προσευχηθή δύο ή τρεις  εβδομάδας μετά τινός ζήλου, να αναγνώση ολίγα βιβλία, και ιδού, ο ίδιος δύναται ήδη εις τα γεγραμμένα βιβλία να προσθέση και το ίδιον αυτού. Κατά την ώραν όμως του θανάτου, όταν η όλη σύστασις ημών υποβάλληται εις βιαίαν διάσπασιν, όταν ο νους θολούται και η καρδία αισθάνηται ισχυρούς πόνους ή εξασθένησιν, τότε πάσαι αι θεωρητικαί ημών γνώσεις εκλείπουν και η προσευχή δύναται να απολεσθή.
 
Είναι αναγκαίον να προσευχώμεθα επί έτη. Να αναγινώσκωμεν ολίγον, και μόνον ό,τι κατά τον ένα ή τον άλλον τρόπον άπτεται της προσευχής και συνεργεί, κατά το περιεχόμενον αυτού, εις την ενίσχυσιν της έλξεως προς προσευχήν μετανοίας δια της εσωτερικής φυλακής του νοός. Εκ της μακροχρονίου επαναλήψεως η προσευχή γίνεται φύσις της υπάρξεως ημών, φυσική αντίδρασις εις παν φαινόμενον εν τη πνευματική σφαίρα, είτε τούτο είναι φως, είτε σκότος, είτε εμφάνισις αγίων αγγέλων ή δαιμονικών δυνάμεων, χαρά ή λύπη – εν ενί λόγω, εν παντί καιρώ και πάση περιστάσει.
 
Μετά τοιαύτης προσευχής η γέννησις ημών δια την ουράνιον ζωήν δύναται όντως να αποβή ανώδυνος.
 
Η βίβλος της Καινής Διαθήκης, ήτις αποκαλύπτει εις ημάς τα έσχατα βάθη του ανάρχου Όντος, είναι σύντομος, αλλά και η θεωρία της προσευχής του Ιησού δεν απαιτεί ανάπτυξιν εις πλάτος. Η δια του Χριστού φανερωθείσα τελειότης είναι ανέφικτος εν τοις ορίοις της γης· το πλήθος των πειρασμών, τους οποίους διέρχεται ο ασκών την προσευχήν ταύτην, είναι απερίγραπτον. Η άσκησις της προσευχής ταύτης οδηγεί κατά παράδοξον τρόπον το πνεύμα του ανθρώπου εις συνάντησιν μετά των κεκρυμμένων εν τω «Κόσμω» δυνάμεων. Η δια του Ονόματος του Ιησού προσευχή προκαλεί εναντίον αυτής επίθεσιν εκ μέρους των κοσμικών δυνάμεων, κάλλιον δ’ ειπείν, την πάλην μετά «των κοσμοκρατόρων του σκότους του αιώνος τούτου, των πνευματικών της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (πρβλ. Εφεσ.  6,12). Αύτη, ανυψούσα τον άνθρωπων εις σφαίρας κειμένας πέραν των ορίων της γηίνης σοφίας, εις τα υψίστας μορφάς αυτής, απαιτεί «άγγελον πιστόν οδηγόν».
 
Η προσευχή του Ιησού κατά την ουσίαν αυτής υπέρκειται παντός εξωτερικού σχήματος, εν τη πράξει όμως οι πιστοί ένεκα της ανικανότητος αυτών να σταθούν εν αυτή «καθαρώ νοΐ» επί μακρόν χρόνον, χρησιμοποιούν το κομβοσχοίνιον χάριν πειθαρχίας. Εν τω Αγίω Όρει του ʼθω το πλέον διαδεδομένον κομβοσχοίνιον φέρει εκατό κόμβους διηρημένους εις τέσσαρα μέρη των είκοσι πέντε κόμβων. Ο αριθμός των προσευχών και των μετανοιών καθ’ ημέραν και νύκτα ορίζεται αναλόγως της δυνάμεως εκάστου και των πραγματικών συνθηκών της ζωής αυτού.
 

Κάλλιστος Γουέαρ (Ἐπίσκοπος Διοκλείας): Ἡ ἰδιωτικὴ προσευχή - Γ΄ ΜΕΡΟΣ


... Ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος λέγει: «Ὅταν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατοικήσει μέσα στὸν ἄνθρωπο, ὁ ἄνθρωπος δὲν σταματᾶ νὰ προσεύχεται ἐπειδὴ τὸ Πνεῦμα θὰ προσεύχεται συνεχῶς μέσα του. Τότε, οὔτε ὅταν κοιμᾶται οὔτε ὅταν εἶναι ξύπνιος θὰ ἀποκοπεῖ ἡ προσευχὴ ἀπὸ τὴν ψυχὴ του• μὰ ὅταν τρώγει κι ὅταν πίνει, ὅταν ξαπλώνει ἤ ὅταν ἐργάζεται, ἀκόμα κι ὅταν κοιμᾶται βαθειὰ ἡ εὐωδία τῆς προσευχῆς θὰ εἰσπνέεται μέσα στὴν καρδιά του ἀπὸ μόνη της.»


Οἱ Ὀρθόδοξοι πιστεύουν ὅτι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ βρίσκεται στὸ Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ ἔτσι ὥστε ἡ ἐπίκληση αὐτοῦ τοῦ θείου ὀνόματος ἐνεργεῖ σὰν ἕνα ἀποτελεσματικὸ σημάδι τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ, σὰν ἕνα εἶδος μυστηρίου» (2). «Τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, ὅταν βρίσκεται στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, συνδέει τὴν καρδιὰ μὲ τὴ δύναμη τῆς θέωσης... Λάμποντας μέσα ἀπὸ τὴν καρδιὰ τὸ φῶς τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ, φωτίζει ὅλον τὸ Σύμπαν» (3)

Σ’ ἐκείνους ποὺ τὴν ἐπαναλαμβάνουν συνεχῶς ὅπως καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ τὴν χρησιμοποιοῦν σὲ μερικὲς στιγμές, ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ ἀποδεικνύεται μεγάλη πηγὴ διαβεβαίωσης καὶ χαρᾶς.

«Νὰ πῶς προχωρῶ τώρα καὶ ἐπαναλαμβάνω συνέχεια τὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ ἡ ὁποία εἶναι γιὰ μένα τὸ πιὸ πολύτιμο καὶ γλυκὺ πράγμα στὸν κόσμο. Κάποτε περπατῶ 43 ἡ 44 μίλια τὴν μέρα καὶ νοιώθω ὅτι δὲν περπατῶ καθόλου. Ἔχω μόνο τὴν συναίσθηση ὅτι λέγω τὴν «εὐχή». Ὅταν μὲ διαπερνᾶ τὸ τσουχτερὸ κρύο ἀρχίζω καὶ λέγω τὴν εὐχὴ μὲ πιὸ πολὺ ζῆλο καὶ σύντομα ζεσταίνομαι ὅλος. Ὅταν ἡ πείνα μὲ καταβάλλει καλῶ πιὸ συχνὰ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ καὶ ξεχνάω τὴν ἐπιθυμία μου γιὰ φαγητό. Ὅταν πέσω ἄρρωστος μὲ ρευματισμοὺς στὴν ράχη καὶ στὰ πόδια συγκεντρώνω τὶς σκέψεις μου στὴν «εὐχὴ» καὶ δὲν νοιώθω τὸν πόνο. Ἂν κάποιος μοῦ κάνει κακό, τὸ μόνο ποὺ ἔχω εἶναι νὰ σκεφτῶ πόσο γλυκειὰ εἶναι ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ, καὶ τὸ τραῦμα κι ὁ θυμὸς περνοῦν μακρυὰ καὶ τὰ ξεχνάω ὅλα... Εὐχαριστῶ τὸ Θεὸ ποὺ μπορῶ καὶ καταλαβαίνω τώρα τὸ νόημα τῆς περικοπῆς τοῦ Ἀποστόλου «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθαι» (Α' Θεσσαλονικεῖς ε' 17).» (4)


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
2) In Moine de l’ Eglise d’ Orient. - La Priere Jesus, Chevetogne, 1952, p. 87.
3) S. Bulgakov - The Orthodox Church, p. 170-1

Μητέρα - Θεοτόκος - Παναγία

 

Μητέρα - Θεοτόκος - Παναγία
                                 
 
Στη συνείδηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας η Παρθένος Μαρία κατέχει ιδιαίτερη και ξεχωριστή θέση, που είναι καρπός άδολης και καρδιακής αγάπης του λαού του Θεού προς το πρόσωπό της.
Η θέση αυτή δεν την αυτονομεί, δεν την εξυψώνει υπερβαλλόντως και αναρμόστως, προκαλώντας εσωτερικές αμφιβολίες και αντεγκλήσεις, αλλά την καθιστά αυτή που ακριβώς είναι, σε σχέση πάντα με τον Ιησού Χριστό, τον Υιό και Θεό της. Γι’ αυτό «η τιμή που δείχνουμε στην Θεοτόκο όχι μόνο δε μειώνει την λατρεία μας προς τον Θεό, αλλά, ακριβώς, έχει το αντίθετο αποτέλεσμα: όσο περισσότερο τιμούμε τη Θεοτόκο, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε τη μεγαλειότητα του Υιού της, επειδή τιμούμε τη Μητέρα ακριβώς λόγω του Υιού» (Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Γουέαρ).
Η Ορθόδοξη Θεολογία, λοιπόν, έρχεται να συνεχίσει και να εμπλουτίσει την Ορθόδοξη παράδοση, μια παράδοση που, το ένα και μοναδικό πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, το πολλαπλασιάζει και το μετασχηματίζει, αποδίδει σ’ αυτό ονόματα και ιδιότητες, ανάλογα με την ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα κάθε περιοχής, χωρίς να καταστρέφει, όμως, ούτε στιγμή τη μοναδικότητά του. Και ενώ θα περίμενε κανείς αυτή η πολυδιάσπαση του προσώπου, από την Μεγαλόχαρη στην Εικοσιφοίνισσα, από την Ξενιά στη Χοζοβιώτισσα, από την Γλυκοφιλούσα στην Γοργοϋπήκοο, από την Σουμελά στην Ελευθερώτρια κ.ο.κ. να προκαλεί σύγχυση, εντούτοις, αποκαλύπτει την χωρίς μέτρο αγάπη των πιστών, τον ασίγαστο και διαχρονικό πόθο των παιδιών να δουν και να μιλήσουν στη Μητέρα τους, σύμφωνα με τις προσωπικές τους ανάγκες, προϋποθέσεις και ιδιαιτερότητες.
Και στο σημείο αυτό η Θεολογική συνείδηση και εμπειρία, όπως διαμορφώθηκε Συνοδικά στους αιώνες, μέσα από τον πλούτο της γνώσης και της σοφίας των Αγίων Πατέρων, έρχεται να δογματίσει για την Μαρία και να την εγκαταστήσει στην καθημερινή ζωή της Εκκλησίας ως Μητέρα, ως Θεοτόκο και ως Παναγία.
Η Μαρία κατέκτησε την Μητρική ιδιότητα και αναγνώριση γιατί αναδέχθηκε την εξωπραγματική, για τα ανθρώπινα μέτρα, αποστολή να γίνει το σκεύος της εκλογής, το δοχείο της Χάριτος, διά του οποίου τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο της Θείας Οικονομίας. Ήταν το πρόσωπο εκείνο που επικέντρωνε πάνω του όλα τα χαρίσματα και τις ιδιαίτερες προϋποθέσεις, για να φέρει στους φθαρτούς και θνητούς κόλπους της τον Άχρονο, να κυοφορήσει τον Αχώρητο, να γεννήσει τον Θεάνθρωπο. Υπήρξε το πρόσωπο «κλειδί» στην ανθρώπινη ιστορία, που έβγαλε ασπροπρόσωπο το ανθρώπινο γένος και, με την έμφυτη ταπείνωση, την ευλογημένη υπακοή, τη θαυμαστή αγνότητα, την άδολη παιδικότητα, έγινε η Μητέρα του Ενανθρωπήσαντος Ιησού, δίνοντας στον πληγιασμένο και τετρωμένο από την αμαρτία άνθρωπο το δώρο της ελπίδας, της λύτρωσης και της σωτηρίας.
Την ίδια στιγμή έγινε η μόνη και αληθινή μητέρα όλων των ανθρώπων, εκείνη που μετουσιώνει διαρκώς τις ελπίδες και τους πόθους του ανθρωπίνου γένους, εκείνη που λειτουργεί ως μεσολαβητής και πρεσβευτής των ανθρωπίνων δεήσεων και παρακλήσεων, «η μεταβολή των θλιβομένων, η απαλλαγή των ασθενούντων, η προστάτις των αδικουμένων, των πενομένων η τροφή, ξένων η παράκλησις και βακτηρία τυφλών, καταπονουμένων σκέπη και αντίληψις και ορφανών βοηθός…»
Η Μαρία είναι Θεοτόκος, γιατί δεν γέννησε άνθρωπο κοινό, φθαρτό, κτιστό και θνητό. Δεν γέννησε έναν από τους μεγάλους μύστες της ανθρωπότητας, όπως ομολογούν άλλες θρησκείες και δοξασίες, δεν γέννησε έναν κορυφαίο Προφήτη και Διδάσκαλο σαν και πολλούς άλλους που έκαναν την εμφάνισή τους στην ιστορία, αλλά γέννησε «Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον Μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων». Γέννησε Χριστόν, Παθόντα, Σταυρωθέντα και ενδόξως Αναστάντα.
Η βασική αυτή δογματική αλήθεια της Ορθοδόξου Εκκλησίας, πολεμήθηκε συστηματικά στη διάρκεια και εξέλιξη της Χριστιανικής ιστορίας, αλλά και παραποιήθηκε μέσα στους κόλπους και αυτής της Χριστιανικής Εκκλησίας, όπου άλλες Ομολογίες ανυψώνουν την Μαρία υπερβαλλόντως και αυθαιρέτως, αποδίδοντας στο πρόσωπό της ιδιότητες που δεν έχει και άλλες την υποβιβάζουν, απογυμνώνοντάς την από την βασική της ιδιότητα, αυτήν της Θεοτόκου. Και προς όλους εκείνους που αρνούνται ότι η Παρθένος Μαρία είναι Θεοτόκος ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος φέρεται με ιδιαίτερη αυστηρότητα και επιτιμητική διάθεση, χαρακτηρίζοντάς τους «αθέους»: «Ει τις ου Θεοτόκον την Μαρίαν υπολαμβάνει, χωρίς εστί της Θεότητος.
Ει τις διά σωλήνος της Παρθένου διαδραμείν, αλλά μη εν αυτή διεπλάσθαι λέγοι θεϊκώς άμα και ανθρωπικώς – θεϊκώς μεν, ότι χωρίς ανδρός, ανθρωπικώς δε, ότι νόμω κυήσεως – ομοίως άθεος», δηλ. «Όποιος δε θεωρεί Θεοτόκο την αγία Μαρία, είναι άσχετος με την θεότητα. Όμοια άθεος είναι όποιος λέγει ότι ο Χριστός πέρασε από την Παρθένο σαν από σωλήνα και δεν διαμορφώθηκε μέσα σε αυτήν συνάμα ως Θεός και ως άνθρωπος (ως Θεός επειδή δεν μεσολάβησε άνδρας, ως άνθρωπος διότι συμμορφώθηκε στον νόμο της κυήσεως)» ( PG 37, 177 C).
Η ιδιότητα της Μαρίας ως Θεοτόκου την καθιστά αυτοδικαίως και Παναγία ή Υπεραγία, δηλ. πάνω από όλους τους Αγίους, τους Οσίους, τους Μάρτυρες και Ομολογητές της Εκκλησίας μας. Στην αγιότητα δεν ξεχωρίζουν ούτε οι Δώδεκα Απόστολοι, ούτε ο Τίμιος Πρόδρομος, που στάθηκε, κατά τον λόγο του Χριστού, «ο εν γεννητοίς γυναικών μείζων».
Αλλά, όπως γλαφυρά περιγράφει ο γνήσιος Έλληνας και Ορθόδοξος λογοτέχνης Φώτης Κόντογλου, «Εσύ Θεοτόκε, τιμήθηκες περισσότερον από όλους και αξιώθηκες να δανείσεις σάρκα από την σάρκα σου εις τον Υιόν του Θεού και διά τούτο εξαιρέτως λέγεσαι Παναγία και Υπεραγία και, παρότι είσαι άνθρωπος γεννημένος από ανθρώπους, είσαι, όμως, κατά τα λόγια του αγγέλου “τιμιωτέρα των Χερουβίμ και ενδοξωτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ”» («Παναγία και Υπεραγία», εκδόσεις «Αρμός», σελ. 17)
Αυτό το μοναδικό πρόσωπο τιμούμε και γιορτάζουμε τον Δεκαπενταύγουστο. Στις Εκκλησιές και στα Μοναστήρια της χτυπά η καρδιά όλων ημών των Ορθοδόξων Ελλήνων. Στην εικόνα της κατατίθενται οι πόνοι, οι καημοί και τα βάσανά μας έχοντας βεβαία την ελπίδα της αγάπης και της μεσιτείας της.

Η καρδιά της Ευρώπης είναι χριστιανικη καλλιστοσ Γουερ

 

Συνέντευξη στον Γιωργο Θ. Καλοφωνο*
Από τους σημαντικότερους ορθόδοξους διανοητές της εποχής μας, ο μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Γουέαρ βρέθηκε πρόσφατα στην Αθήνα όπου αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο Κάλλιστος Γουέαρ συνδυάζει την ιδιότητα του πανεπιστημιακού διδασκάλου με αυτήν του ποιμένα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και το σημαντικό συγγραφικό έργο του στα αγγλικά -που μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες- έχει κάνει την ορθόδοξη παράδοση γνωστή σε ένα ευρύτατο διεθνές κοινό. Τα βιβλία του «Η Ορθόδοξη Εκκλησία» και «Ο ορθόδοξος δρόμος», είναι τα κείμενα μέσα από τα οποία, μια πλειάδα αναγνωστών ήλθε για πρώτη φορά σε επαφή με την Ορθοδοξία. Μέσα από το έργο και τη διδασκαλία του, ο Κάλλιστος Γουέαρ αναδεικνύει κατεξοχήν τη μυστική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Μαζί με τους Τζέραλντ Πάλμερ και Φίλιπ Σέρραρντ, ανέλαβαν το τιτάνιο έργο της μετάφρασης στα αγγλικά της «Φιλοκαλίας των Ιερών Νηπτικών» από το ελληνικό πρωτότυπο. Οι τέσσερις τόμοι που έχουν κυκλοφορήσει έως σήμερα είχαν μια πρωτοφανή επιτυχία, και συνέβαλαν στη δημιουργία ενός έντονου ενδιαφέροντος για την Ορθοδοξία στον δυτικό κόσμο στις μέρες μας. Ο μητροπολίτης Κάλλιστος (κατά κόσμον Τίμοθυ Γουέαρ) γεννήθηκε στο Μπαθ της Βρετανίας από αγγλικανούς γονείς. Φοίτησε στη Σχολή του Ουέστμινστερ του Λονδίνου και στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Εγινε μοναχός στην Πάτμο και κατόπιν ιερέας της ελληνικής ενορίας της Οξφόρδης. Παράλληλα δίδαξε επί 35 χρόνια ορθόδοξη θεολογία και εκκλησιαστική ιστορία στην Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Χειροτονήθηκε τιτουλάριος επίσκοπος και κατόπιν μητροπολίτης Διοκλείας, του Οικουμενικού Θρόνου, διατηρώντας πάντοτε την ευθύνη της ενορίας της Οξφόρδης.
Η Τουρκία πρέπει να γίνει δεκτή στην Ε.Ε.
- Στη σημερινή Ευρώπη, και ευρύτερα στον δυτικό κόσμο, όλο και λιγότεροι άνθρωποι αυτοπροσδιορίζονται ως χριστιανοί. Πόσο πιστεύετε ότι θα έπρεπε να μας απασχολεί αυτή η υποχώρηση της χριστιανικής παράδοσης - που συχνά θεωρείται ως ένα από τα θεμελιώδη συστατικά της ευρωπαϊκής ταυτότητας;
- Θα πρέπει να ειπωθεί ότι, πράγματι, στη Δυτική Ευρώπη -και όλο και περισσότερο στη Βόρειο Αμερική- ζούμε πλέον σε έναν κόσμο μεταχριστιανικό. Εάν όμως δούμε τον κόσμο συνολικά, δεν μπορούμε να πούμε ότι η θρησκευτική πίστη βρίσκεται κατ' ανάγκην σε παρακμή. Σε ορισμένες περιοχές του κόσμου παραμένει ακόμη πολύ δυνατή, όπως στις ισλαμικές χώρες και, για παράδειγμα, στην Αφρική. Αλλά αυτό που είπατε για τη Δυτική Ευρώπη είναι αλήθεια, ότι, δηλαδή, τα τελευταία εκατό χρόνια είδαμε μια μεγάλης έκτασης παρακμή στη θεσμική άσκηση της θρησκείας.
Βλέπω τον χριστιανισμό σαν κάτι που έπλασε την καρδιά της Ευρώπης. Είτε επιλέξουν να το αναφέρουν αυτό σε επίσημα έγγραφα, είτε όχι, αναμφισβήτητα η χριστιανική πίστη διαμόρφωσε την Ευρώπη όπως τη γνωρίζουμε. Πρέπει όμως να αποδεχθούμε ότι η Ευρώπη σήμερα -και ειδικά η Δυτική Ευρώπη- εμπεριέχει μια πλειοψηφία ανθρώπων που δεν έχουν ζωντανή επαφή με καμία μορφή θρησκείας. Οταν κοιτώ την Ευρώπη ως πνευματική οντότητα, και όχι απλώς ως γεωγραφική περιοχή, αυτό που μου φαίνεται ότι έχει ύψιστη σημασία για την ιδέα της Ευρώπης είναι ο σεβασμός στην ελευθερία της συνείδησης, ο σεβασμός για την αξιοπρέπεια του καθενός ανθρώπινου προσώπου. Είναι η ιδέα ότι ο κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να ακολουθεί την προσωπική του συνείδηση προκειμένου να κάνει τις ηθικές του επιλογές, εφόσον βεβαίως αυτές δεν είναι καταστροφικές για τη ζωή της κοινότητας. Οπότε, ο σεβασμός για την ελευθερία του κάθε προσώπου είναι αυτό που θα θεωρούσα ως το ουσιώδες συστατικό της Ευρώπης σήμερα. Εμείς οι χριστιανοί μπορούμε να συνεργαστούμε άριστα με ανθρώπους που δεν έχουν καμία θρησκευτική πίστη ή που ανήκουν σε άλλες πίστεις, εφόσον μοιραζόμαστε αυτόν τον σεβασμό στην ελευθερία του ανθρώπου.
«Ναι» στην Τουρκία
- Θα έπρεπε, λοιπόν, μια χώρα σαν την Τουρκία να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης;
- Θα μπορούσε να πει κανείς, ότι εφόσον οι ρίζες της Ευρώπης είναι χριστιανικές, δεν υπάρχει χώρος για ένα μουσουλμανικό κράτος στην Ευρώπη. Δεν συμφωνώ με την άποψη αυτή. Συμφωνώ με την άποψη της Παναγιότητάς του, του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, ότι η Τουρκία πρέπει να γίνει δεκτή στην Ευρώπη, αρκεί να αποδέχεται πλήρως αυτήν την ιδέα της ελευθερίας της συνείδησης του κάθε ατόμου και, άρα, να υπάρχει στην Τουρκία πλήρης σεβασμός των δικαιωμάτων των μειονοτήτων και πιο συγκεκριμένα των θρησκευτικών μειονοτήτων. Εφόσον η Τουρκία αποδεχθεί τις ιδέες αυτές -και πολλοί Τούρκοι ήδη τις αποδέχονται- πιστεύω ότι υπάρχει γι' αυτήν μια θέση στην Ευρώπη. Βλέπω, λοιπόν, ότι η Ευρώπη έχει τις ρίζες της στον χριστιανισμό, παρότι βρισκόμαστε πλέον σε μια κατάσταση αποχριστιανισμού, και ότι αυτό που έχουμε κερδίσει στην Ευρώπη από τον χριστιανισμό είναι κατά βάσιν ο σεβασμός για το ανθρώπινο πρόσωπο.
Το άβατο του Αγίου Ορους
- Ομως αυτά τα πολύτιμα ευρωπαϊκά ιδεώδη της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορούν να οδηγήσουν σε περίπλοκες συγκρούσεις. Ως πρόεδρος της βρετανικής Εταιρείας των Φίλων του Αγίου Ορους γνωρίζετε πολύ καλά το πρόβλημα με το άβατον. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρεί ότι το άβατον παραβιάζει τις αρχές αυτές. Παρότι είναι εδραιωμένο σε μια χιλιόχρονη παράδοση και προστατεύεται από διεθνείς συμβάσεις, κάποια στιγμή, όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποκτήσει πραγματική εξουσία, πιθανότατα θα επιχειρήσει να επιβάλει την κατάργησή του.
- Η ελευθερία είναι εξαιρετικά περίπλοκη και μπορούν να υπάρξουν συγκρούσεις ανάμεσα σε διαφορετικά είδη ελευθεριών. Καμιά ελευθερία δεν είναι απόλυτη. Πρέπει να εξισορροπείται από άλλες ελευθερίες ή να σέβεται την ελευθερία άλλων ατόμων στην κοινωνία μας. Μπορούμε να δούμε καθαρά αυτό το πρόβλημα σε σχέση με το Αγιον Ορος. Πιστεύω σθεναρά ότι οι μοναχοί του Αθω πρέπει να παραμείνουν ελεύθεροι να οργανώσουν την ζωή τους όπως έκαναν τα τελευταία χίλια χρόνια. Δεν πιστεύω ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ή η Ευρωπαϊκή Ενωση, έχει το δικαίωμα να επεμβαίνει στη θρησκευτική ζωή του Αγίου Ορους. Και μέρος της παράδοσης του Αγίου Ορους είναι η απαγόρευση εισόδου σε γυναίκες. Κάποιοι άλλοι, όμως, θεωρούν ότι εφόσον η Ευρωπαϊκή Ενωση υποστηρίζει την ισότητα των φύλων και αντιτίθεται σε οποιασδήποτε μορφής διάκριση εναντίον των γυναικών, και εφόσον υποστηρίζει την ελευθερία της μετακίνησης, τότε οι γυναίκες πρέπει να είναι ελεύθερες να επισκέπτονται το Αγιον Ορος.
Πρόκειται για σύγκρουση μεταξύ δύο ειδών ελευθερίας, και το πρόβλημα μπορεί να επιλυθεί, πιστεύω, με προσφυγή στην αρχή της ενότητας μέσα στην ποικιλότητα. Προσβλέπουμε σε μια Ευρώπη ενιαία, αλλά σίγουρα θα πρέπει να υπάρχει χώρος μέσα στην ενιαία αυτή Ευρώπη για μια μεγάλη ποικιλία απόψεων. Υπάρχουν πολλά άλλα μοναστήρια και κέντρα του βυζαντινού πολιτισμού τα οποία οι γυναίκες μπορούν ελεύθερα να επισκεφθούν. Ας υπάρξει κι ένα μέρος στην Ευρώπη, όπου η θρησκευτική ζωή θα μπορεί να εξακολουθήσει να βιώνεται με τον τρόπο που βιώνεται εδώ και μία χιλιετία. Η ελευθερία πρέπει να επιτρέψει τη διαφορετικότητα: πρέπει να είμαστε και να μείνουμε ελεύθεροι, να είμαστε διαφορετικοί.
Η Ορθοδοξία, πάνω απ' όλα, είναι τρόπος προσευχής
- Είστε πανεπιστημιακός διδάσκαλος αλλά και μητροπολίτης της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ποια είναι η σχέση αυτών των δύο πλευρών, της πανεπιστημιακής και της ποιμαντικής; Αλληλοσυμπληρώνονται; Υπάρχουν συγκρούσεις μερικές φορές;
- Είναι αλήθεια ότι έχω ζήσει μια διπλή ζωή. Το 1966, όταν επέστρεψα στην Οξφόρδη χειροτονήθηκα ιερέας της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ταυτόχρονα διορίσθηκα στη θέση του λέκτορα των Ανατολικών Ορθόδοξων Σπουδών στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ως ιερέας, ήμουν επιφορτισμένος με την οργάνωση της ελληνικής ενορίας της Οξφόρδης. Είχα λοιπόν επί τριάντα πέντε χρόνια το διπλό καθήκον να είμαι ιερέας της ενορίας και πανεπιστημιακός διδάσκαλος. Στο πνευματικό και το διανοητικό επίπεδο δεν αισθάνθηκα ποτέ κάποια σύγκρουση διότι αυτά που δίδασκα στο πανεπιστήμιο -θεολογία και εκκλησιαστική ιστορία- ήταν πολύ κοντά με αυτά που έκανα στην ενορία. Υπήρξε όμως μια σύγκρουση στο επίπεδο του χρόνου και της ενέργειας, διότι όσο περνούσαν τα χρόνια, ο όγκος της εργασίας μου στο Πανεπιστήμιο αυξανόταν όπως άλλωστε και στην ενορία, η οποία διαρκώς αναπτυσσόταν. Συνειδητοποίησα ότι αν είχα γίνει αποκλειστικά πανεπιστημιακός, θα είχα περισσότερο χρόνο για έρευνα, και, ίσως, για τη συγγραφή περισσότερων βιβλίων. Παρόλα αυτά είμαι ευτυχής που είχα το διπλό αυτό καθήκον. Υπάρχει ο κίνδυνος μερικές φορές να γίνει η θεολογία κάτι το ακαδημαϊκό: κάτι το σχολαστικό με την κακή έννοια. Να γίνει κάτι που αφορά την επιχειρηματολογία και όχι την καρδιά, και το ποιμαντικό μου έργο βοήθησε τη θεολογία μου να παραμείνει -ελπίζω- μια ζωντανή θεολογία.
Αθεος στα 14
- Παραμένοντας στον χώρο της προσωπικής σας εμπειρίας, ήθελα να ρωτήσω αν θεωρείτε ότι το γεγονός πως μεγαλώσατε ως αγγλικανός και στραφήκατε αργότερα στην Ορθοδοξία, έδωσε στο έργο σας την ικανότητα που έχει να αγγίζει ανθρώπους από διαφορετικά πολιτισμικά ή και θρησκευτικά περιβάλλοντα, και να τους φέρνει έτσι σε επαφή με την ορθόδοξη παράδοση.
- Είναι αλήθεια ότι οι γονείς μου ανήκαν στην Αγγλικανική Εκκλησία και ότι μου έδωσαν ανατροφή χριστιανική. Οταν ήμουν δεκατεσσάρων, για έξι μήνες, είχα πεισθεί ότι ήμουν άθεος, αλλιώς, καθ' όλη τη διάρκεια της παιδικής μου ηλικίας, ήμουν οπωσδήποτε κοντά στoν χριστιανισμό. Ειδικά η αγγλικανική παράδοση μέσα στην οποία μεγάλωσα, και κυρίως στο σχολείο μου στο Λονδίνο, τη Σχολή του Ουέστμινστερ, βρισκόταν πολύ κοντά στην Ορθοδοξία. Η ανακάλυψη λοιπόν της Ορθοδοξίας ήταν, για μένα, η ανακάλυψη ενός κόσμου ξένου, αλλά που ταυτόχρονα αισθάνθηκα αμέσως ότι ήταν δικός μου. Βρήκα στην Ορθοδοξία μια πληρότητα αλήθειας και ζωής που δεν μπορούσα να βρω στον Αγγλικανισμό. Θα χρησιμοποιήσω την έκφραση «ζώσα παράδοση», τη συνέχεια, δηλαδή, με την αρχαία εκκλησία, αλλά και με την περίοδο των Πατέρων της Εκκλησίας και των οικουμενικών συνόδων: συνέχεια που δεν ήταν θεολογική αλλά εκφραζόταν μέσα από την καθημερινή πρακτική.
- Τι έχει λοιπόν να προσφέρει η Ορθοδοξία στον σύγχρονο άνθρωπο;
- Προσφέρει πολλά, αλλά πάνω απ' όλα, πιστεύω ότι προσφέρει έναν τρόπο προσευχής. Η Ορθοδοξία δεν είναι απλώς μια ιδεολογία, μια κοσμοθεωρία. Δεν είναι απλώς φιλοσοφικές ιδέες ή ηθικοί κανόνες. Η Ορθοδοξία συνεπάγεται μια προσωπική εμπειρία του Θεού. Οπότε, αυτό που πρώτα απ' όλα θεωρώ πολύτιμο στην Ορθοδοξία είναι η θεία λειτουργία. Η παράδοση των πνευματικών οδηγών, η πίστη που μας διαβιβάζεται με τρόπο προσωπικό, μέσα από την επαφή μας με τον πνευματικό μας πατέρα ή την πνευματική μας μητέρα, είναι το δεύτερο εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο στην Ορθοδοξία. Το τρίτο στοιχείο, που συνδέεται στενά με το δεύτερο, είναι η ορθόδοξη παράδοση της μυστικής προσευχής, και ειδικά της προσευχής του Ιησού: η παράδοση του ησυχασμού και της «Φιλοκαλίας». Η μετάφραση της «Φιλοκαλίας» στις γλώσσες του δυτικού κόσμου είχε μια τελείως απρόσμενη και ισχυρή επίδραση. Παρότι η «Φιλοκαλία» είναι ένα δύσκολο βιβλίο, μίλησε στις καρδιές πολλών ανθρώπων που βρίσκονται μακριά από τον ορθόδοξο κόσμο ή ακόμη και από τον χριστιανισμό.
Αυτά είναι λοιπόν ορισμένα από τα πράγματα τα οποία πιστεύω ότι μπορούμε να συνεισφέρουμε ως ορθόδοξοι. Αυτά τα πράγματα, όμως προϋποθέτουν την ορθόδοξη πίστη. Θα έχαναν την αξία τους αν δεν στηρίζονταν πάνω της. Για πολλούς ανθρώπους, η Ορθοδοξία είναι ένας κόσμος άγνωστος· άσχετος. Αλλά εάν εμείς οι ορθόδοξοι θελήσουμε να εκφράσουμε τις απόψεις μας με τρόπο συγκροτημένο, όχι επαναλαμβάνοντας απλώς φράσεις σαν τους παπαγάλους, αλλά με τρόπο διορατικό, σαν τους αετούς, τότε οι άνθρωποι θα θελήσουν πράγματι να μας ακούσουν.
- Εσάς πάντως σας ακούν...
Το Βυζάντιο ζει ακόμη στη σύγχρονη Ελλάδα
- Το Βυζάντιο και η Ορθοδοξία συνδέονται στενά. Ενα από τα σημαντικότερα στοιχεία του βυζαντινού πολιτισμού είναι οπωσδήποτε η ορθόδοξη πνευματικότητα. Το Βυζάντιο αποτελεί επίσης ένα αναγκαίο συστατικό της σύγχρονης ελληνικής ταυτότητας. Στην Ελλάδα που πάντοτε είχε μια προβληματική σχέση με το παρελθόν της, ακούγονται σήμερα απόψεις, που έχουν εντυπωσιακή αποδοχή, και που προβάλλουν το Βυζάντιο ως δύναμη καταστολής που κατέστρεψε τη θρησκεία και τον πολιτισμό της ελληνικής αρχαιότητας. Πώς βλέπετε εσείς τη βυζαντινή περίοδο;
- Τα τελευταία πενήντα χρόνια έχουμε δει στον Δυτικό Κόσμο μιαν αξιοσημείωτη ανάπτυξη των βυζαντινών σπουδών και αυτό ασφαλώς με χαροποιεί. Για εμένα το Βυζάντιο εκπροσωπεί μια συνέχεια όλων των καλύτερων στοιχείων της κλασικής παράδοσης, άρα σκέπτομαι περισσότερο με όρους συνέχειας παρά αντίθεσης. Υπάρχουν βεβαίως και προβληματικά στοιχεία στο Βυζάντιο, αρνητικές πτυχές. Υπάρχουν όμως και θετικές πλευρές, και κυρίως η προσπάθεια να εκφρασθεί το χριστιανικό μήνυμα σε διανοητικό επίπεδο, αξιοποιώντας ό,τι καλύτερο είχε να προσφέρει η ελληνική φιλοσοφία, και η απόπειρα να μετουσιωθεί η κοινωνία. Τώρα, ο βαθμός επιτυχίας του εγχειρήματος αυτού ήταν περιορισμένος. Το Βυζάντιο παραμένει όμως μια άκρως σημαντική περίοδος της ιστορίας του χριστιανισμού και της ανθρωπότητας. Παρά τις όποιες αποτυχίες του, υπάρχουν πολλά που μπορούν να μας εμπνεύσουν, ακόμη και σήμερα: οπωσδήποτε στην τέχνη, στην αρχιτεκτονική, αλλά και στη θεολογία και όλες τις πτυχές της ανθρώπινης σκέψης.
Είναι, όμως, αναγκαίο να υπογραμμίσουμε ότι δεν πρέπει ποτέ να συγχέουμε μιαν επίγεια αυτοκρατορία με τη βασιλεία του Θεού. Ας μην ξεχνάμε την εσχατολογική διάσταση της χριστιανικής πίστης. Δεν πρέπει λοιπόν να εξιδανικεύουμε το Βυζάντιο. Μπορούμε, όμως, να μάθουμε από αυτό. Στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, από τα τέλη του δεκάτου ογδόου αιώνα και εξής, βλέπω μιαν ενδιαφέρουσα αλληλεπίδραση ανάμεσα στον Ελληνισμό και το Βυζάντιο, ανάμεσα στον «Ελληνα» και τον «Ρωμιό». Και δεν θεωρώ ότι αυτά τα δύο είναι αλληλοαποκλειόμενα ή ότι βρίσκονται σε αντίθεση. Χωρίς αμφιβολία, όμως, υπήρξαν στο παρελθόν πολλές εντάσεις. Αλλά αυτό είναι που κάνει την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδος τόσο συναρπαστική.
Ως κάποιος που αγαπάει την Ελλάδα χωρίς να είμαι Ελληνας στην εθνικότητα, θα έλεγα ότι, για να κατανοήσουμε τη σύγχρονη Ελλάδα, χρειαζόμαστε τόσο τον Νικόδημο τον Αγιορείτη και τους Κολλυβάδες, όσο και τον Κοραή. Και χρειαζόμαστε τόσο τον Καποδίστρια όσο και τον Μακρυγιάννη. Συνεπώς αυτό που βρίσκω συναρπαστικό είναι η πολυπλοκότητα του νεοελληνικού πολιτισμού, και αυτή είναι που μπορεί να τον κάνει δημιουργικό. Πιστεύω επίσης ότι το Βυζάντιο μπορεί να συνεχίσει να ζει στην σύγχρονη Ελλάδα, όπως ακριβώς εξακολουθεί να ζει και η παράδοση του Ελληνισμού. Θα πρέπει όμως να μάθουμε, ως ορθόδοξοι, να εκφράζουμε αυτά τα πράγματα σε μια κοινωνία που, ακόμη και στην Ελλάδα, γίνεται όλο και περισσότερο μη θρησκευτική. Αλλά πιστεύω ακόμη ότι όλες αυτές οι ιδέες δεν έχουν χάσει την αξία τους.
Πλούσιο έργο
Στα ελληνικά έχουν μεταφρασθεί τα εξής έργα του μητροπολίτη Διοκλείας κ. Κάλλιστου Γουέαρ:
- «Η Ορθόδοξη Εκκλησία», Αθήνα, εκδ. Ακρίτας, 1998.
- «Ο ορθόδοξος δρόμος», εκδ. Ιδρυμα Γουλανδρή - Χορν, 1984.
- «Η δύναμη του ονόματος», Αθήνα, εκδ. Ακρίτας, 1999.
- «Η εντός ημών βασιλεία», Αθήνα εκδ. Ακρίτας, 2000.
- «Η εσωτερική ενότητα και η επίδραση της Φιλοκαλίας σε Ανατολή και Δύση», Αθήνα, εκδ. Σύνδεσμος Υποτρόφων Κοινωφελούς Ιδρύματος Α. Σ. Ωνάσης, 2004.
- «Η ορθόδοξη θεολογία στον 21ο αιώνα», Αθήνα, εκδ. Ινδικτος, 2005.
- «Αρχή Ημέρας: Η ορθόδοξη προσέγγιση της Δημιουργίας», Ιωάννινα, εκδ. Ι. Προσκύνημα Αγ. Γεωργίου του εν Ιωαννίνοις, 2007.
* Ο κ. Γ. Θ. Καλόφωνος είναι ιστορικός.

Μητροπολίτης Διοκλείας: ''Ο θεσμός των Διακονισσών δεν καταργήθηκε ποτέ επίσημα''

   
kallistos
Του Θεόδωρου Καλμούκου | (Η Romfea.gr έχει αποκλειστικά δικαιώματα αναδημοσιεύσης του Εθνικού Κήρυκα)

Ο Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Γουέαρ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης στην Αγγλία, είναι εκ των κορυφαίων Ορθόδοξων θεολόγων της εποχής μας κι ο πλέον γνωστός στην Ευρώπη.
Πριν λίγες μέρες βρέθηκε στη Βοστώνη για μία διάλεξη αναφορικά με την ιερότητα του ανθρώπινου προσώπου και την εμπορία ανθρώπων.
Με προθυμία παραχώρησε συνέντευξη στον «Εθνικό Κήρυκα» στην οποία απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του ετέθησαν για ουσιαστικά και σοβαρά θεολογικά και εκκλησιολογικά θέματα, όπως λόγου χάρη για τη θέση της γυναίκας στην Εκκλησία.
Τη χειροτονία των Διακονισσών στην πρωταρχική παράδοση της Εκκλησίας, το θέμα της Ορθόδοξης Διασποράς, τη σύγκληση της Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας το 2016.
Τους αδειανούς ναούς σήμερα κι αν απέτυχε ο Χριστιανισμός και άλλα.
Ο καθηγητής Κάλλιστος Γουέαρ ήταν προσκεκλημένος του Οργανισμού «Το Οραμα της Αγίας Αικατερίνης», στην οποία ηγείται η πρεσβυτέρα Κυριακή Φιτζέραλντ και ο οποίος προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο και την παρουσία των γυναικών στην Εκκλησία.
Ο Μητροπολίτης Κάλλιστος ξεκίνησε λέγοντας πως «αισθάνομαι πολύ θετικά για τον Οργανισμό «Το Οραμα της Αγίας Αικατερίνης» και τόνισε πως «είναι σπουδαίο να συζητήσουμε τον ρόλο των γυναικών στην Εκκλησία».
Ο καθηγητής Κάλλιστος Γουέαρ είπε πως «είναι ένα ευρύ αίσθημα των Ορθόδοξων γυναικών πως τα χαρίσματά τους δεν χρησιμοποιούνται επαρκώς και οφείλουμε να το προσεγγίσουμε το θέμα είτε είμαστε κληρικοί, είτε λαϊκοί. Δεν νομίζω πως υπάρχουν εύκολες απαντήσεις, αλλά σίγουρα αυτό είναι ένα σοβαρό θέμα το οποίο απασχολεί την Ορθοδοξία σήμερα».
Οταν τον ρωτήσαμε εάν θα μπορούσε να αναβιώσει ο θεσμός των Διακονισσών, είπε πως «ο θεσμός των Διακονισσών δεν καταργήθηκε ποτέ επίσημα, απλώς ατόνησε.
Στην πρωταρχική Εκκλησία οι Διακόνισσες χρησιμοποιούντο βασικά στο βάπτισμα των ενηλίκων γυναικών, αλλά όταν καθιερώθηκε ο νηπιοβαπτισμός ο ρόλος τους ατόνησε. Εάν αναβιώσει ο θεσμός των Διακονισσών σήμερα μπορούμε να δούμε τα πράγματα κάπως διαφορετικά από ό,τι ήταν στην αρχαία Εκκλησία» και τόνισε πως «πρέπει να δούμε διεξοδικά τον θεσμό του Διακονικού ανδρών και γυναικών».
Στην επισήμανση ότι ο καθηγητής Ευάγγελος Θεοδώρου στο βιβλίο του κάνει λόγο για χειροτονία των Διακονισσών η οποία τελείτο εντός του Ιερού Βήματος, ο Μητροπολίτης Κάλλιστος είπε ότι «το βιβλίο του καθηγητή Ευαγγέλου Θεοδώρου εξακολουθεί να ισχύει και συμφωνώ με την θέση του ότι οι Διακόνισσες στην Ανατολή σε κάποια μέρη της χειροτονούντο μέσα στο Ιερό Βήμα και πως η ευχή που χρησιμοποιείτο ήταν η ίδια με την ευχή της χειροτονίας των Διακόνων. Αυτό φανερώνει ότι οι Διακόνισσες πραγματικά ήταν θεσμός χειροτονίας στην Εκκλησία, ίσως όχι στη Δύση. Ωστόσο δεν φαίνεται ότι συμμετείχαν στην Ευχαριστία με τον τρόπο που συμμετείχαν οι Διάκονοι. Οι Διακόνισσες βοηθούσαν στο βάπτισμα, επισκέπτονταν τις γυναίκες στα σπίτια τους και ίσως ακόμα να κόμιζαν τη Θεία Κοινωνία στις άρρωστες γυναίκες αλλά δεν το γνωρίζω αυτό. Δεν έχω βρει τεκμήρια πως οι Διακόνισσες έδιναν Θεία Κοινωνία κατά τη Θεία Λειτουργία».
Στην ερώτηση αν σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε σύγκρουση θρησκειών κι όχι μόνο πολιτισμών, ο Μητροπολίτης Κάλλιστος είπε πως «είναι ξεκάθαρο πως σήμερα ζούμε σε μία Παγκόσμια Κοινότητα και ως εκ τούτου γεγονότα που συμβαίνουν σε όλα τα μέρη του κόσμου μας επηρεάζουν. Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε αυτά που συμβαίνουν με τις διάφορες συγκρούσεις και δεν μπορούμε ως Χριστιανοί να περιοριστούμε στον δικό μας Χριστιανικό Κόσμο. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχει μία μεγάλη αναβίωση του Ισλάμ και φυσικά δεν επιθυμώ να γίνουμε πολέμιοι μεταξύ μας, αλλά πρέπει να προβληματιστούμε για την ανάπτυξη των μη Χριστιανικών θρησκειών».kalmoukos
Σχετικά με την προετοιμαζόμενη για το έτος 2016 Μεγάλη Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, είπε πως «βεβαίως ελπίζω πως θα συγκληθεί του χρόνου. Συζητείται από την αρχή του 20ού αιώνα, κι έχει αναβληθεί επανειλημμένως».
Τόνισε πως «θα επιθυμούσα όμως να προσθέσω το εξής, να μην περιμένουμε να επιλύσει όλα τα προβλήματα. Ελπίζω να καθιερώσει τη διαδικασία για τη σύγκληση περαιτέρω συνεδριάσεων στο μέλλον. Πως θα οριστούν πανορθόδοξες επιτροπές οι οποίες θα συζητήσουν επί μέρους θέματα. Οπότε βλέπω τη Σύνοδο που θα γίνει του χρόνου ως την αρχή κι όχι ως το τέλος».
Οταν τον ρωτήσαμε αν έχει κάποιες σκέψεις γύρω από τη θεματολογία της Μεγάλης Συνόδου, είπε «ναι, για μένα υπάρχουν δύο κορυφαία σπουδαία πράγματα τα οποία οφείλουν να συζητηθούν αλλά δεν ξέρω μέχρι ποίου σημείου μπορούν να φτάσουν. Το πρώτο είναι η οργάνωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Δυτικό Κόσμο, στην Αμερική, στην Ευρώπη και την Αυστραλία. Ολοι γνωρίζουμε το πρόβλημα της ύπαρξης πολλαπλών δικαιοδοσιών και πολλαπλότητας Ορθόδοξων Αρχιεπισκόπων στη Νέα Υόρκη. Η αυθεντική παράδοση της Εκκλησίας είναι να υπάρχει ένας Επίσκοπος σε κάθε πόλη. Η Μεγάλη Σύνοδος θα πρέπει να το δει το θέμα. Δεν ξέρω αν μπορεί να καταλήξει σε λύση».Το δεύτερο θέμα οφείλει να είναι της Χριστιανικής Ενότητας και της σχέσης μας με τους μη Ορθόδοξους Χριστιανούς. Εχουμε ένα ευρύ φάσμα διαφοροποιήσεων και συγκεκριμένα σε μερικά μέρη της Ορθοδοξίας Ρωμαιοκαθολικοί προσήλυτοι γίνονται δεκτοί μόνο με Ομολογία Πίστεως και χωρίς Χρίσμα. Σε άλλα μέρη αναβαπτίζονται. Πρέπει να εργασθούμε σκληρά για την υιοθέτηση μιας κοινής θέσης».
Αναφορικά με το αν έχει ενημερωθεί το Λαϊκό Σώμα της Εκκλησίας για τα προετοιμαζόμενα θέματα της Μεγάλης Συνόδου το 2016, είπε, «συμφωνώ πως ο λαός πρέπει να ενημερωθεί» και συμπλήρωσε πως «πρέπει να καταβάλλουμε μία πραγματική προσπάθεια ώστε να καταλάβουν οι άνθρωποι τι γίνεται και να αισθανθούν ότι συμμετέχουν».
Στην ερώτηση, πού είναι ο Θεός, ο καθηγητής Κάλλιστος Γουέαρ, απάντησε, πως «ο Θεός είναι πέρα από την δική μας κατανόηση, αλλά συνάμα είναι και πολύ κοντά μας» και συμπλήρωσε πως «εάν θέλουμε να καταλάβουμε Ποίος και Τι είναι ο Θεός ας δούμε πρώτα τον Ιησού Χριστό και διά του Χριστού μπορούμε να πλησιάσουμε τον Θεό Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, αλλά το πρώτο πράγμα που προέχει είναι η προσωπική μας σχέση με τον Ιησού Χριστό».
Οταν τον ρωτήσαμε αν ο Θεός έχει λόγο ύπαρξης χωρίς τη Δημιουργία Του και χωρίς εμάς τους ανθρώπους, είπε, πως «ο Θεός είναι τελείως ελεύθερος. Δεν είχε ανάγκη να δημιουργήσει τον Κόσμο, οπότε σίγουρα μπορούσε να υπάρξει χωρίς εμάς τους ανθρώπους και χωρίς τον Κόσμο, τη Δημιουργία. Από το άλλο μέρος, ο Θεός είναι αγάπη, ήθελε να μοιραστεί την αγάπη Του με άλλους γι' αυτό και δημιούργησε τον Κόσμο ώστε να υπάρχει μία αμοιβαία αγάπη».
Στη συνέχεια, η συνομιλία μας στράφηκε στη Θεολογία της δημιουργίας του ανθρώπου με έμφαση στη γνώριμη φράση «κατ' εικόνα». Στην ερώτηση αν ο άνθρωπος έχει πλασθεί κατ' εικόνα και ομοίωση του Θεού Πατρός μόνο ή κατ' εικόνα και ομοίωση της Αγίας Τριάδος, ο καθηγητής Κάλλιστος είπε πως «υπάρχουν δύο τρόποι για να κατανοήσουμε το 'κατ' εικόνα'. Ο πρώτος είναι ότι έχουμε πλασθεί κατ' εικόνα του Χριστού ο Οποίος είναι ο Λόγος οπότε εμείς οι άνθρωποι είμαστε 'λογικοί', έχομε κρίση, έχομε κατανόηση των όντων. Αλλά επίσης υπάρχει και η άποψη πως έχομε πλαστεί κατ' εικόνα της Τριάδος και άρα όπως η Τριάδα έχει αμοιβαία αγάπη, έτσι κι εμείς οι άνθρωποι έχουν πλασθεί για να έχομε αμοιβαία αγάπη». Πρόσθεσε πως «οι δύο αυτές αντιληπτικές δεν αλληλοσυγκρούονται, μπορούμε να εκλάβουμε και τις δύο».
Σχετικά με το «εάν σας ερωτούσαμε να μας λέγατε, Σεβασμιότατε, μέσα σε μία φράση, ποιο είναι το μήνυμα του Χριστού σήμερα για τον κόσμο στην Ευρώπη, στην Αμερική, παντού εν πάση περιπτώσει, τι θα λέγατε;» ο καθηγητής Κάλλιστος Γουέαρ απάντησε, πως «το βασικό μήνυμα του Χριστού είναι ότι μας αγαπά ο Θεός και μάλιστα τόσο πολύ που έλαβε ανθρώπινη σάρκα γενόμενος άνθρωπος, υπέφερε και πέθανε για μας πάνω στον σταυρό και αναστήθηκε εκ νεκρών» και συμπλήρωσε πως «ο καθένας από εμάς μετρά πολύ, κανείς δεν είναι χωρίς αξία. Ο Θεός μας τιμά και αγαπά όλους μας».
Οταν τον ρωτήσαμε γιατί νομίζετε ότι οι ναοί έχουν ερημώσει σήμερα στην Ευρώπη, εδώ στις Ηνωμένες Πολιτείες, έχει αποτύχει ο Χριστιανισμός; είπε πως «δεν νομίζω πως ο Χριστιανισμός έχει αποτύχει. Σίγουρα στην Ευρώπη και στη Βόρειο Αμερική οι Εκκλησίες έχουν πρόβλημα, αλλά αν δείτε αλλού, ας πούμε στη Βόρεια Αφρική, ο Χριστιανισμός είναι πολύ δυνατός εκεί». Πρόσθεσε πως «ο Χριστός επίσης μας προειδοποίησε πως πριν από τη Δευτέρα Παρουσία θα υπάρξει μεγάλη αποστασία, οι άνθρωποι θα απομακρυνθούν».
Στην ερώτηση αν είμαστε στις έσχατες μέρες της Δευτέρας Παρουσίας, απάντησε «δεν γνωρίζουμε πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία, αλλά πρέπει να είμαστε έτοιμοι πνευματικώς».