Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2018

O αοίδιμος Χριστόφορος Κτενάς, Ιβηρίτης μοναχός, υπήρξε μετά τον Νικόδημο Αγιορείτη ο πολυγραφώτερος των αγιορειτών λογίων.


Εικόνα: Αγιορείτικη Φωτοθήκη
του Αθανάσιου Ε. Καραθανάση,
Ομότ. Καθηγητή Α.Π.Θ., Προέδρου Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών
O αοίδιμος Χριστόφορος Κτενάς, Ιβηρίτης μοναχός, κατά την γνώμην παλαιών αγιορειτών, αλλά και λαϊκών ασχολουμένων με το Άγιον Όρος, υπήρξε μετά τον Νικόδημο Αγιορείτη ο πολυγραφώτερος των αγιορειτών λογίων, τουλάχιστον, προσθέτω εγώ, των νεωτέρων χρόνων. Ο βίος του πολύπλαγκτος, κατά τον χαρακτήρα ανήσυχος, παρρησιαστικός, έντιμος και άμεμπτος. Δεν θα τον χαρακτήριζα εριστικό, αλλ’ επιθετικό έναντι προσώπων και καταστάσεων της εποχής του. Υπερασπιστής και απολογητής της Μ. του Χριστού Εκκλησίας, θερμός υπερασπιστής των εθνικών θεμάτων, βενιζελικός, ως ο ίδιος δηλώνει, αλλά και αμετακίνητος προστάτης των Ελλήνων της Διασποράς, ιδίως των Ελλήνων της Ρουμανίας. Ο ίδιος στο βιβλίο του Η σύγχρονος Αθωνιάς Σχολή και οι εν αυτή διδάξαντες, Αθήνα 1930 (αα. 80-104) περιγράφει τα του βίου του ως δηλ. τα 1930, σημειωτέον ότι απεβίωσε τα τέλη Δεκεμβρίου 1940 σε ηλικία 76 ετών. Είχε γεννηθεί το 1864 στο χωριό Καρυές της Λευκάδος και σε ηλικία 17 ετών ήλθε στο Άγιον Όρος κοντά στον θείο του Δωρόθεο Κουτλουμουσιανό. Από τους σταθμούς του βίου του αναφέρουμε τις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου θα λάβει το πτυχίο του τον Ιούνιο του 1898 – εννοείται ότι είχε ικανοποιητική παιδεία, αφού φοιτητής ων στην Θεολογική Σχολή, διακόπτοντας τις σπουδές του, ανέλαβε το πρώτον αρχιγραμματεύς της Ι. Κοινότητος την τετραετία 1894 – 1898. Από την θέση αυτή παραιτήθηκε για να μεταβεί στην Αθήνα προς αποπεράτωση των σπουδών του. Την διετία 1901-1903 επιστρέψας στο Άγιον Όρος διετέλεσε σχολάρχης της Αθωνιάδος, παραιτήθη και προσκληθείς από ταν μητροπολίτη Χαλκηδόνος Γερμανό, τον κατοπινό Οικουμενικό Πατριάρχη, ανέλαβε σχολάρχης στο αρρεναγωγείο της Πριγκήπου και επιβλέπων στο Παρθεναγωγείο ταυ Πέραν. Οικουμενικός Πατριάρχης ήταν τότε ο Ιωακειμ ο Γ’ ο Πάνυ, (1874-1878 και 1901-1912), ο οποίος εγνώριζε τον Κτενά από τα έτη της αυτοεξορίας του στον Μυλοπόταμο και ο οποίος Πατριάρχης, καθ’ ομολογίαν συγχρόνων τους αγιορειτών, ετίμα βαθύτατα ταν Χριστόφορο Κτενά.
Τον Οκτώβριο του 1904 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στον ναό του Αγίου Δημητρίου της Χαλκηδόνος και το επόμενο έτος 1905 πρωθιερεύς στον ιστορικό ναό της Αγίας Ευφημίας και τον Απρίλιο του 1905 αρχιμανδρίτης την ημέρα των εγκαινίων ταυ ναού της Αγίας Τριάδος. Επανήλθε στο Αρρεναγωγείο της Πριγκήπου ως σχολάρχης, παρά την αντίδραση των εφόρων, επειδη το προηγούμενο έτος εξεφώνησε λόγο με οράματα της Μ. Ιδέας και με το «πάλι με χρόνούς και καιρούς πάλι δικά μας θα’ ναι», που ενθουσίασε πολλούς και δυσαρέστησε άλλονς τόσους Ρωμηούς που δtαμαρτυρήθηκαν και στους οποίους απήντησε ο επιφανής Ρωμηός Παναγής Νικολαΐδης ότι οι Τούρκοι θα πρέπει να συνηθίσουν την ιδέα των επικείμενων ηττών τους. Ο Χριστόφορος Κτενάς ήταν προφητικός για τους Βαλκανικούς Πολέμους. Φαίνεται ότι ήλθε σε ρήξη με τους εφόρους των Σχολών και τον Σεπτ. του 1907 έφθασε στην Κωστάντζα εφημέριος της εκεί Κοινότητος και έπειτα τον Γαλατσίου. Με την Ελληνική Κοινότητα της Κωστάντζας ο Κτενάς είχε και παλαιότερον σχέσεις, αφού στην πόλη αυτή τύπωσε το 1901 το: Δύο λόγοι περί Ελληνισμού ως όργανον του Χριστιανισμού και περί αδελφώσεως Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Με την Κωστάντζα μάλιστα, και ενόσω ήταν εκεί, τύπωσε δύο ακόμη μικρά έργα: Το μυστήριον της μετανοίας ή εξομολογήσεως εγκρίσει Οικουμενικού Πατριαρχείου, διανεμηθέν δωρεάν εν Κωνστάντση, εν Κπόλει 1911 και το Λόγος εκφωνηθείς εν Κωνστάντση κατά την έναρξιν του βαλκανοτουρκικού πολέμου και πωληθείς εις όφελος των απόρων οικογενειών των επιστράτων, που τυπωθηκε στην Αθήνα το 1912. Εκείνο τον χρόνο 1907, απέτυχε να εκλεγεί μητροπολίτης Λαρίσης. Το 1913 ετrέστρεφε στο Άγιον Όρος και άρχισε τον αγώνα του κατά του Πανσλαβισμού, εγκαταβιώνων προσωρινώς στην Μ. Κουτλουμουσίου. Το ίδια έτος, (Αύγουστος 1913) και συγγράφων υπομνήματα στις κυβερνήσεις των χωρών των συνδεομένων με το Όρος, διορίσθηκε αρχεγραμματεύς της Υ. Επιστασίας και συνέχισε τον αγώνα του. Στην θέση αυτήν παρέμεινε ως το 1914. Είναι, πράγματι, συγκλονιστικοί οι αγώνες του κατα του Πανσλαβιστού διπλωμάτου Μπόρις Σεραφίμωφ που ήλθε στο Άγιον Όρος ενεργών για τον εκρωσσισμό του. Τον Οκτ. ταυ 1914, και ενώ εγκαταβίωνε στην Μ. Ιβήρων, έφυγε και εγκαταστάθηκε στο αγιοπαυλίτικο κελλί των αγίων Θεοδώρων και έπειτα καθισματάρης στο χιλανδαρινό κελλί «ο Απόστολος Παύλος». Για τρίτη φορά εκλήθη στην αρχιγραμματεία της Ι. Επιστασίας τον Ιούλιο του 1917 και τον επόμενο χρόνο (Ιούλ. 1918) παραιτήθηκε. Ασθένησε από υπερκόπωση και αποσύρθη στην Μ. Δοχειαρίου, από όπου κληθείς αναχώρησε για το Γαλάτσι, μολονότι τα 1920 εκλήθη από την Ι. Κοινότητα να αναλάβει για τέταρτη φορά την αρχιγραμματεία, πρόταση την οποία αρνήθηκε. Επί δωδεκαετία υπηρέτησε πνευματικώς τους ‘Ελληνες στο Γαλάτσι, όπου από δεκαετιών κυριαρχούσαν Επτανήσιοι συμπατριώτες του στην οικονομική ζωή της παραδουνάβιας αυτής πόλεως. Το 1932 εκλήθη για να υπηρετήσει την ιστορική ελληνική κομπανία του Brasov, που έζη τους τελευταίους χρόνους του βίου της, στον περιώνυμο ναό της οποίας, την Αγία Τριάδα, διετέλεσε ο τελευταίος εφημέριος ως το 1938 και κατά πάσα πιθανότητα ανεχώρησε για το Γαλάτσι, όπου απεβίωσε στις 21 Δεκ. του 1940. Κλασσική είναι η φωτογραφία του, όπου εμφανίζεται γηραιός πλέον, έμπροσθεν του ναού της Αγίας Τριάδος. Μανιώδης περί την έρευνα μελέτησε τα αρχεία της ιστορικής αυτής κομπανίας και εξέδωσε το 1937 και το 1938 δυο ακόμη βιβλία για τα οποία μικρός λόγος στην συνέχεια.
Ο Χριστόφορος Κτενάς συνέγραψε περί τις 30 μελέτες, εκ των οποίων οι 17 είχαν ως θέμα τους το Άγιον Όρος, ενώ οι λοιπές αναφέρονταν στην θεολογική επιστήμη. Από τις αγιορείτικες μελέτες του ενδιαφέρον ιδιαίτερο παρουσιάζει η Ιστορία της Μ. Δοχειαρίου, με βάση βυζαντινά έγγραφα, σιγίλλια, χρυσόβουλα και άλλα, μερικά των οποίων είχε δημοσιεύσει και στην ΕΕΒΣ. Πολύτιμοι βοηθοί στην εγγραφή του έργου αυτού ήσαν οι μοναχοί Γοργόνιος και Ιερόθεος.
Από τα πλέον σημαντικά έργα, πάντα στην ίδια αγιορείτικου ενδιαφέροντος κατεύθυνση, ήσαν οι τρεις μελέτες που τύπωσε την πενταετία 1925-1930, διάστημα κατά το οποίο ήταν εφημέριος της Ελληνικής Αδελφότητας στο Γαλάτσι. Το 1925 κυκλοφορήθηκε η μονογραφία του τιτλοφορούμενη Τα εν Αγίω Όρει καθιδρύματα και ο διέπων αυτά οργανισμός, που τυπώθηκε στην Θεσσαλονίκη και το αφιέρωσε στους Έλληνες κελλιώτες, τους οποίους μάλιστα χαρακτηρίζει ακοιμήτους φρουρούς των εθνικών δικαίων κατά του Πανσλαβισμού. Ο Χριστόφορος Κτενάς είχε τον λόγο του γι’ αυτήν την αφιέρωση, γιατί ήθελε, μ’ αυτόν τον τρόπο να στηρίξει τους ‘Ελληνες κελλιώτες που αντιμετώπιζαν, καθώς γράφει, την εχθρότητα των μονών τους και από την άλλη να υπενθυμίσει στην Ι. Κοινότητα, το Πατριαρχείο, την Ελληνική Κυβέρνηση, τον κίνδυνο που διέτρεχε το Άγιον Όρος από τον ρώσσικο επεκτατισμό, εκ της αδιαφορίας, ως γράφει, των προϊσταμένων των μονών. Θαυμάζει ο Χριστόφορος Κτενάς τους κελλιώτες για τον ενάρετο βίο τους, την καλλιτεχνία τους. Και συνέγραψε, καθώς λέγει, το πόνημα αυτό, ενώ εργαζόταν στην Ι. Επιστασία ως αρχιγραμματεύς, συλλέγοντας το υλικό του από τα αρχεία της – άλλωστε η Κύρια ουσία των αγιορειτικών μελετών του στηρίζεται στο πρωτογενές αυτό αρχειακό υλικό. Ο Χριστόφορος Κτενάς είναι άριστος γνώστης των θεσμών, και της ιστορίας του Αγίου Όρους, γι’ αυτό με συνοπτικό, αλλά ουσιαστικό τρόπο, περιγράφει τα σχετικά με τα κελλιά, τα καθίσματα, τους ερημίτες, τους καλυβίτες, τους καβιώτες μοναχούς. Ο Χριστόφορος Κτενάς εκθειάζει το έργο και την αντίσταση των κελλιωτών έναντι των Ρώσσων πανσλαβιστών, που δωροδοκώντας προϊσταμένους μονών, ή και εκμεταλλευόμενοι την άγνοιά τους αγόραζαν καλύβες και κελλιά με σκοπό να κάμουν τα κελλιά σκήτες και ύστερα να μετατρέψουν τις σκήτες σε μονές, και το εγνώριζε αυτό το Οικουμενικό Πατριαρχείο που απαγόρευσε με σιγίλλια προς τις μονές να προχωρούν σε αυτού του είδους τις παράνομες πωλήσεις. Και ως καλός γνώστης του μοναχικού βίου ο Χριστόφορος Κτενάς υπενθύμιζε ότι προ του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου οι Ρώσσοι εγκαταβίωναν στις σκήτες και τα κελλιά τρεφόμενοι από τις πλούσιες ρωσσικές ελεημοσύνες, ενώ τώρα προσλαμβάνονται από τις μονές και τα κελλιά για να εργασθούν και να μην πεθάνουν της πείνας. Γράφει πολλά και διάφορα ο Χρ. Κτενάς γι’ αυτούς τους “οινόφλυγες Ρώσσους ρασοφόρους”, ως τους χαρακτηρϊζει και κατηγορεί τους προϊσταμένους των μονών ότι εμπρός στον κίνδυνο που σι Ρώσσοι μετέφεραν, και εξακολουθούν να μεταφέρούν μετά τον Πόλεμο, στο Άγιον Όρος εθελοτυφλούν δωροδοκούμενοι και ότι μόλις την τελευταία στιγμή πρόλαβε το κακό η Μεγάλη Εκκλησία και η Πολιτεία που απέτρεψαν τον εκρωσσισμό του Όρους. Αναφέρει μάλιστα ως παράδειγμα την ανέγερση του πενταόραφου μεγάρου της Αγίας Τριάδος στις Καρυές από τους Ρώσσους, όπου, ενώ όλοι σιωπούσαν, οι μόνοι που αντέδρασαν ήσαν οι Έλληνες κελλιώτες, στους οποίους απαγορεύονταν η ανέγερση ναών μετά τρούλλων. Γράφοντας για τα ερημητήρια ή ησυχαστήρια, όπου οι μοναχοί διαιτώνται από την ξυλογλυπτική και άλλα εργόχειρα, ασκούμενοι υπερβολικώς στην προσευχή, έχουν και τους Ρώσσους που τρέφονται δωρεάν και δεν ανταποκρίνονται ποσώς στον ερημικόν τους προορισμόν, ενεργούντες ως όργανα της ρωσσικής πολιτικής. Γράφει, ωσαύτως, ο Χρ. Κτενάς για τις σκήτες που ιδρύθηκαν τον 18ο αι. (του Προφήτου Ηλιού, του Αγίου Αντωνίου – το γνωστό Σεράγι – Λάκκού και τον Τιμίου Προδρόμου κ.ά.), που πωλήθηκαν απο Έλληνες σε ξένους και με την ανοχή των προϊσταμένων έγιναν σκήτες κοινόβιες οικούμενες από «μουζίκους ρασοφόρους», που μετέβαλαν τις σκήτες σε ρωσσικούς στρατώνες. Και θυμίζει ο Χρ. Κτενάς τον τρόπο που περιέπεσε η Μ. Παντελεήμονος σε ρωσσικά χέρια. Στο κεφ. περί Οργανισμού των Καθιδρυμάτων αναλύει την έριδα κελλιών και μονών εξαιτίας της καταβολής του λεγομένου τριμεριδίου, των πρώτων στις δεύτερες, καθότι η ζήτηση των κελλιών από τους Ρώσσους πολλαπλασίασε την τιμή των κελλιών με αποτέλεσμα να αδυνατούν οι κελλιώτες να πληρώνουν υπέρογκα ποσά στις μονές, και έτσι οι μοναχοί αναγκάζονταν να εγκαταλείπουν τα κελλιά που περιέρχονταν στις κυρίαρχες μονές, οι οποίες στην συνέχεια τα πωλούσαν σε υψηλές τιμές στους Ρώσσους. Γι’ αυτά, κατήγγειλε ο Κτενάς τις μονές ως δωροδοκούμενες από Ρώσσους για να πετύχούν την αύξηση του τρεμεριδίου και επομένως οι κελλιώτες να εγκαταλείπουν τα κελλιά τους. Το ζήτημα έλυσε ο Ιωακείμ Γ’ που προστάτεψε τούς κελλιώτες και απονέμει τον δίκαιο έπαινο ο Χρ. Κτενάς στο Πατριαρχείο που με τις παρεμβάσεις του έσωσε τα κελλιά και μαζί και το Άγιον Όρος “από τας χείρας χρυσοφόρων Ρώσσων” , που θα έκαμναν τις σκήτες μονές. Ο Χρ. Κτενάς στον αγώνα του αυτόν, σημειωτέον ότι ήταν η εποχή του Μακεδονικού Αγώνα και μεταξύ των άλλων παραγόντων που δρούσαν στην Αθήνα ήταν και ο Νεοκλής Καζάζης με τον οποίο συνεργαζόταν και που με το περιοδικό του Ελληνισμός, αγωνιζόταν για τα εθνικά δίκαια. Στο περιοδικό αυτό τα έτη 1899, 1900, 1901, 1914, 1915 ο Κτενάς δημοσίευσε θέματα αφορώντα στους κατακτητικούς επί του Αγίου Όρους σκοπούς των Ρώσσων. Ο ανώνυμος στο άρθρο του Αναγραφή των Γραμματέων, ό.π., 510-511 σημειώνει τα τεύχη του Ελληισμού, όπού ο Χριστόφορος δημοσίευσε επ’ αυτού μελέτες καθώς και αυτές που δημοσίευσε στο περιοδ. Γρηγόριος ο Παλαμάς.
Τρία χρόνια αργότερα το 1928 ο Χρ. Κτενάς, ευρισκόμενος, ακόμη, στο Γαλάτσι, εφημέριος των αυτόθι Ελλήνων, συνέγραψε το: Τα Τράμματα εν Αγίω Όρει και η Μεγαλη τον Χριστού Εκκλησία. Οι καταδιωγμοί των λογίων αγιορειτών και το βασιλεύον εκεί παχύ και ερεβώδες σκότος, Αθήνα 1928. Ο τίτλος του προδιαθέτει τα του περιεχομένου του, όπου πριν μιλήσει για τις διώξεις των αγιορειτών λογίων, επιτίθεται, αττροκαλύπτως είναι αλήθεια, κατά του γνωστού, και συναδέλφου του στην Μ. Ιβήρων Ιωακείμ του Ιβηρίτου, που στο έργο του Αγιορειτική Πολιτεία, Θεσ/νίκη 1921, κατηγόρησε ευθέως το Οικουμενικόν Πατριαρχείον “ως υποκρύπτον σκοπόν τινά και οπισθοβουλίαν πατριαρχικήν”, όταν αυτό ζήτησε, ή συνέστησε στις μονές να στείλουν ένα νέο μοναχό για σπουδές στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Την υπόδειξη αυτή τον Πατριαρχείου, ο Ιωακείμ Ιβηρίτης χαρακτήρισε πατριαρχικήν οπισθοβουλίαν, και έδωσε στον Χρ. Κτενά την αφορμή να τον χαρακτηρίσει «αφιλόστοργον και ανιστόρητον» έναντι τον Πατριαρχείου. Αμφότεροι, ως Ιβηρίτες, είχαν και τις φιλοδοξίες τους, στην διοίκηση της Μ. Ιβήρων. Και δεν ήταν μόνον ο Ιωακείμ ο Ιβηρίτης, προς τον οποίον έστρεφε τα βέλη του ο Χρ. Κτενάς, αλλά και οι λοιποί προϊστάμενοι των μονών, οι οποίοι, κατ’ αυτόν, αρνήθηκαν να στείλούν μοναχούς στην Χάλκη, φοβούμενοι μήπως αυτοί επιστρέφοντες, και με άρτια, πλέον μόρφωση τους ανατρέψουν και αναλάβουν την διοίκηση των μονών. Και απορεί ο Χρ. Κτενάς, βάλλων κατά τον Ιωακείμ Ιβηρίτον, πως αυτός που γνωρίζει τα αρχεία της Μ. Ιβήρων, αποσιωπά τις μεγάλες ευεργεσίες του Πατριαρχείου προς την Μονή τους έσχατους αιώνες με αποκορύφωμα την περίοδο του 1821, όταν κυριολεκτικώς με τις θυσίες του έσωσε την Ιβήρων από την χρεοκοπία. Και του υπενθυμίζει, του Ιωακείμ, ότι από τέτοιου είδους λάθη και συμφέροντα η Μονή Παντελεήμονος περιήλθε στους Ρώασους, όπως συνέβη και με τις τέσσερις σκήτες Προφήτου Ηλιού, Σεραγιού, Λάκκου και Τιμίου Προδρόμου που και αυτές περιήλθαν στους ξένους. Και όχι μόνον αυτές αλλά και η Καψάλα (το κελλί δηλ. του Αγίου Βασιλείου) και το κελλί των Αγίων Αναργύρων της Εσφιγμένου και το κακό θα μεγάλωνε, αν η Μ. Εκκλησία δεν παρενέβαινε για να συγκρατήσει τα αντεθνικά ταύτα άθλα των αγιορειτών προϊσταμένων. Τον ίδιο κίνδυνο διέτρεξε και η Μ. Κοντλουμουσίου που σώθηκε το 1860 από την βουλιμία των ξένων, χάρη στην Μ. Εκκλησία και τον Μελέτιο τον ανακαινιστή της. Και αφού έκλεισε την πολεμική του κατά του Ιωακείμ Ιβηρίτη και τον έπαινο για το Πατριαρχειο, άρχισε να γράφει για τα Γράμματα στο Άγιον Όρος υποστηρίζοντας εν αρχή ότι ουδεμία και ουδέποτε συνέστη εν Αγίω Όρει σχολή μέχρι του 1743, οπότε ιδρύθηκε η Αθωνιάς με τον περιώνυμο Ευγένιο Βούλγαρι. Και ευρίσκει την ευκαιρία να κατηγορήσει τοις δημοτικιστές και τους πολιτικούς που συσπειρώθηκαν «περί τους Γλυξβούργους» και έγιναν αίτιοι εθνικών συμφορών. Είπαμε ότι ο ίδιος ήταν, κατά δήλωσή του, βενιζελικός. Σαφής αναφορά στην Μικρασιατική Καταστροφή. Και αφού έκλεισε η Αθωνιάς, νέα προσπάθεια επανιδρύσεώς της στις Καρυές τώρα, την οποία επανίδρυση εβράδυνε η ακηδία και η υπονόμευσή της εκ μέρους των προϊσταμένων των μονών. Από το 1800 που άρχισαν οι πρώτες προσπάθειες και έφθασε ο Απρίλιος του 1545, οπότε άνοιξε τις πύλες της χάρη και στην γενναιόδωρη βοήθεια του εθνικού ευεργέτη Ζώη Καπλάνη των Τσούρικωφ και της Μαρίας Κεσσέλεβα (τους οποίους αγνοώ) αλλά και του πατρός Ανατολίου Ζωγραφίτη και του πρώην Πατρών Νικηφόρου Καλογερά. Στο επόμενο κεφάλαιο ο Χρ. Κτενάς, άριστος κατά πάντα γνώστης των αγιορειτικών θεμάτων, παλαιών και νέων, καταγράφει με πάσα λεπτομέρεια τους αγιορείτες λογίους που με τον ένα ή τον άλλον τρόπον κατεδιώχθηκαν είτε από τους προϊσταμένους των μονών τους είτε από διάφορες καλογερικές φατρίες. Μεταξύ των πάρα πολλών μνημονεύουμε ως διωχθέντες τους πολύ γνωστούς μοναχούς Σπυρίδωνα Καμπανάο και Ευλόγιο Κουρίλα, τους Λαυρεώτες. Δεν χάνει βεβαίως την ευκαιρία να κατηγορήσει τους διώκτας όλων αυτών των λογίων ττροϊσταμένους των μονών ως υπεύθυνους για τον ρωσσικό επεκτατισμό στο Άγιον Όρος. Και ευρίσκει και πάλιν την ευκαιρία να υποστηρίξει τους λογίους των σκητών, των κελλιών και των ησυχαστηρίων και να επαινέσει το κελλιωτικό καθεστώς. Στα παράρτημα του βιβλίου αυτού ο Χρ. Κτενάς παραθέτει την Απολογία του Ευγενίου Βουλγάρεως, τον Διοργανισμό της Αθωνιάδος κ.ά.
Η τριλογία αυτή του Γαλατσίου ταυ Χρ. Κτενά, κλείνει με το βιβλίο του Η Σύγχρονος Αθωνιάς Σχολή και οι εν αυτή διδάξαντες από το 1845-1916. Ο ίδιος εγνώριξε την Αθωνιάδα, στην οποία την διετία 1901-1903 διετέλεσε σχολάρχης και ήταν δεινός ερευνητής των αρχείων της Ι. Επιστασίας και της Μ. Ιβήρων, της Μ. Δοχειαρίου και ολιγώτερον εικάζω της Μ. Κουτλουμουσίου. Και αρχικώς κατά την προσφιλή συνήθειά του, η επίθεσή του κατά των προϊσταμένων των μονών, αλλά και η αφοσίωσή του προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο μάλιστα, λόγω και των συγκυριών της εποχής, ήταν το 1832, απείλησε τους τότε ιθύνοντας το Όρος ότι θα αποστείλει ανθρώπους του για την διοίκησή του. Επαινεί, ωσαύτως, τον σχολάρχη Νικηφόρο Γλυκά για τους αγώνες του στην Ρωσσία και τις παραδουνάβιες ηγεμονίες προς διασφάλιση των εκεί εθνικών περιουσιών. Από τους άλλους διδάξαντες εκτιμά τον αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο ΧηΔανιήλ Διονυσιάτη, τον Σπ. Καμπανάο, τον Νίκανδρο τον Θάσιο, τον Χριστόφορο Προδρομίτη και κατά την συνήθειά του ανοίγει μεγάλες παρενθέσεις – εδώ προκειμένου να μιλήσει για τον αφοσιωμένα φίλο του τον Κωνσταντινουπολίτη Σοφοκλή Αβραάμ Χονδαβερδόγλου – Θεόδοτο, γενέτειρα τον οποίου είναι τα Τύανα της Καππαδοκίας, για τα οποία ο σοφάς Χρ. Κτενάς γράφει τα ιστορικά τους. Άλλοι επιφανείς διδάξαντες, μεταξύ των άλλων, οι πολυ γνωστοί Δανιήλ Μάγνης, Βαρθαλομαίος Κουτλουμουσιανός κ.ά. Το βιβλίο αυτά κλείνει με κρίσεις λογίων της εποχής του επί του προηγούμενου βιβλίου του Τα Γράμματα εν Αγίω Όρει. Μεταξύ αυτών οι καθηγ. Αμ. Αλιβιζάτος, Φαίδων Κουκουλές, Κ. Ράλλης, Χαρ. Χαριτωνίδης, ο ακαδημ. Δημ. Καμπούρογλου, ο Πατριάρχης Βασίλειος, κελλιώτες, σι εφημερίδες της Θεσσαλονίκης Ταχυδρόμος, Μακεδονία, Νέα Αλήθεια, Φως. Σειρά ύστερα έχουν στην κριτική του οι μητροπολίτες που απαξίωσαν να του απαντήσουν.
Από τα λοιπά έργα του, όπως είπαμε είναι περίπου τριάντα, μικρές και μεγάλες μονογραφίες και δημοσιεύσεις με μορφή άρθρων, άξιες αναφοράς είναι δύο μονογραφίες του, που συνιστούν και το κύκνειυ άσμα του, αφού εξεδόθησαν τρία και δύο έτη προ του θανάτου του το 1940. Και οι δύο είναι προϊόντα της ερεύνης του στα αρχεία της εμπορικής κομπανίας του Brasov, μολονότι ο ίδιος βρισκόταν σε προχωρημένη ηλικία. Και οι δύο αυτές μονογραφίες του είναι πολύτιμες για την ιστορία της κομπανίας – κοινότητας του Brasov. Το δηλώνουν, άλλωστε, και οι τίτλοι τους: Λεύκωμα της εν Στεφανουπόλει Εθνικής Ελληνικής Εκκλησίας της Αγίας Τριάδος επί τη εκατοπεντηκονταετηρίδι αυτής 1787-1937, Βουκουρέστι, 1937 και Αι επιγραφαί και οι αφριερωταί των εν Στεφανουπόλει ορθοδόξου ελληνικής Εκκλησίας της Αγίας Τριάδος, Βουκουρέστι, 1938, όπου Στεφανούπολις, εννοείται το Brasov, του οποίου άλλη ονομασία είναι Krondstand.
Ο Χριστόφορος Κτενάς βρέθηκε σε οικείο αγιειρείτικο περιβάλλον εκ της μακράς παραδόσεως που είχε η κομπανία του Brasov με την Μ. Ξηροποτάμου με την οποία από τον Φεβρ. τον 1752 είχε υπογράψει συμφωνητικόν να στέλνει η Μονή μοναχούς της ως εφημερίους και πνευματικούς, όπερ και έπραττε η μονή, με ελάχιστες εξαιρέσεις μοναχών που προέρχονταν από άλλες μονές της Ελληνικής Ανατολής.
Τεκμήριον της αγάπης τον Χρ. Κτενά προς την Κομπανία είναι η σύνταξη υπό τον ίδιο Κανονισμού της εν Βρασοβώ Ελληνικής Κοινότητος (1932). Απεβίωσε μακριά από το αγαπημένο τον Άγιον Όρος και η νεκρώσιμη ακολουθία τελέστηκε στον προσωρινό μητροπολιτικό ναό τον Προφήτη Ηλία από τον επίσκοπο Κάτω Δουνάβεως Κοσμά με την συνοδεία Ελλήνων και Ρουμάνων κληρικών.
Ο Χρ. Κτενάς τελικώς υπήρξε όντως εκ των πολυγραφωτάτων λογίων μαχητής υπέρ του Πατριαρχείου, βαθύς γνωστής των αρχείων τον Αγίου Όρους, υπέρμαχος των εθνικών δικαίων. Μειονέκτημά του η δριμεία κριτική κατά των ιδεολογικών (θεολογικώς και αγιορειτικώς) αντιπάλων του. Αιωνία η μνήμη του!
*Τα κείμενα αποτελούν απόψεις του υπογράφοντος και όχι απαραίτητα και της εκπομπής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου