Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018

Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός (1392 – 1444) Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος


Ο αναδειχθείς σε φλογερό υπέρμαχο και ακράδαντο στύλο της αμωμήτου ορθοδόξου πίστεως
θεόπνευστος και πανευκλεής ιεράρχης της Εφέσου

Μεταξύ των φωτισμένων ιεραρχών, μεγάλων διδασκάλων και φλογερών προμάχων της Ορθοδόξου Εκκλησίας εξέχουσα θέση καταλαμβάνει ο τιμώμενος στις 19 Ιανουαρίου Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο αγωνιστής Επίσκοπος της Εφέσου, ο οποίος αναδείχθηκε ο αδιάψευστος μονομάχος, ο φλογερός υπέρμαχος και ο πιστός φύλακας της Ορθοδοξίας των Ανατολικών Γραικών απέναντι στην επιρροή και απειλή του Παπισμού της Δύσεως. Γι’ αυτό και υπήρξε μέγας ευεργέτης και λαμπρός φωστήρ του Έθνους των Ελλήνων, αφού κράτησε στους ώμους του ανόθευτο όλο τον πνευματικό πλούτο της Ορθοδοξίας, γενόμενος «ὄργανον τοῦ Παρακλήτου», «θεοκρότητος σάλπιγγα τῆς θεολογίας», «ὑπέρμαχος τῶν εὐσεβῶν δογμάτων», «θερμότατος ζηλωτής τῆς πατροπαραδότου ὁμολογίας τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως»,
«ἀνατροπέας τῆς παπικῆς ἀλαζονείας», «ἀκένωτος ποταμός τῶν εὐσεβῶν συγγραμμάτων».
Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο λαμπρότατος αυτός φωστήρ της Εκκλησίας του Χριστού, ο υμνηθείς ως «μέγας ζηλωτής, ὑπερμαχῶν πατρώου φρονήματος καὶ καθαιρῶν τοῦ σκότους τὰ ὑψώματα», γεννήθηκε το 1392 στην Κωνσταντινούπολη και ήταν γόνος επιφανούς αρχοντικής οικογένειας. Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Μανουήλ, οι δε ευσεβείς και ευγενείς στην καταγωγή γονείς του φρόντισαν να τον αναθρέψουν με τα νάματα της ορθοδόξου πίστεως και να του προσφέρουν επιμελή και ανωτέρα μόρφωση. Τα πρώτα γράμματα ο Μανουήλ τα διδάχθηκε από τον πατέρα του, τον Γεώργιο, ο οποίος ήταν διάκονος και σακελλίων της Μεγάλης Εκκλησίας και είχε μία φημισμένη ιδιωτική σχολή. Όταν όμως ο Μανουήλ ήταν δεκατριών ετών, ο πατέρας του απεβίωσε και έτσι έμεινε ορφανός μαζί και με τον αδελφό του, τον Ιωάννη. Τότε η μητέρα του, η Μαρία, η οποία ήταν κόρη ενός ευσεβούς ιατρού, ονόματι Λουκάς, τον έστειλε να μορφωθεί ακόμη περισσότερο πλησίον των επιφανέστερων και σοφότερων διδασκάλων της εποχής εκείνης, οι οποίοι ήταν ο Ιωάννης Χορτασμένος (ο και μετέπειτα εκλεγείς Μητροπολίτης Σηλυβρίας Ιγνάτιος) και ο φημισμένος μαθηματικός και φιλόσοφος Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθωνας. Όταν ο Μανουήλ ολοκλήρωσε τη μόρφωσή του, ανέλαβε τη διεύθυνση του πατριαρχικού σχολείου και σε σύντομο χρονικό διάστημα αναδείχθηκε ως ένας από τους επιφανέστερους διδασκάλους της Κωνσταντινουπόλεως. Ενδεικτικό είναι ότι πολλοί από τους μαθητές του διέπρεψαν αργότερα, όπως ο Γεώργιος Σχολάριος, ο οποίος μετά την Άλωση της Βασιλεύουσας εξελέγη πρώτος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως με το όνομα Γεννάδιος, ο Θεόδωρος Αγαλλιανός και ο Μητροπολίτης Μηδείας Θεοφάνης.
Έχοντας όμως ο Μανουήλ κλίση προς τον ησυχαστικό βίο, διένειμε όλη την περιουσία του και σε ηλικία 26 ετών αποφάσισε να αφιερωθεί στον Θεό. Έτσι το 1418 κατέφυγε σε ένα από τα Πριγκηπόνησα, τη νήσο Αντιγόνη, και εκεί στη μονή της νήσου εκάρη μοναχός, λαμβάνοντας το όνομα Μάρκος. Στον τόπο αυτό παρέμεινε αγωνιζόμενος πνευματικά επί δύο έτη κοντά στον ενάρετο και επιφανή ασκητή Συμεών. Όμως μετά από δύο χρόνια, το 1420, αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τη μονή της νήσου Αντιγόνη εξαιτίας των οθωμανικών επιδρομών και να καταφύγει στην περιώνυμη μονή του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων της Κωνσταντινουπόλεως, την ιδρυθείσα περί τα μέσα του 11ου αιώνα από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ΄ Μονομάχο (1042-1055). Στην περίφημη αυτή μονή της Κωνσταντινουπόλεως επιδόθηκε σε σκληρούς πνευματικούς αγώνες και με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος συνέθεσε τα περισσότερα από τα εκατό διασωθέντα έργα του. Μεταξύ αυτών αξιομνημόνευτα είναι τα έργα που συνέγραψε εναντίον των λατινοφρόνων αντιπάλων του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (1296-1359), τον οποίο είχε ως φωτεινό πρότυπο και καθοδηγητή στη ζωή του. Στη μονή του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων έλαβε και το αξίωμα της ιεροσύνης, παρά τους δισταγμούς του, αφού θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο για μία τέτοια υψηλή αποστολή. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα έγινε γνωστός για την αρετή και τη σοφία του, γεγονός που τον κατέστησε φημισμένο πνευματικό. Γι’ αυτό τόσο κληρικοί όσο και λαϊκοί ζητούσαν τη γνώμη του για διάφορα θεολογικά και πνευματικά θέματα.
Παρόλο όμως που ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός επιζητούσε τον μοναχικό βίο και την κατά Θεόν άσκηση, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία διερχόταν στιγμές αγωνίας εξαιτίας της οθωμανικής απειλής. Η πολιτική και θρησκευτική αστάθεια της εποχής εκείνης ανάγκασε τον Άγιο Μάρκο να εγκαταλείψει την ασκητική ζωή και να αγωνισθεί με όλες του τις δυνάμεις για την προστασία της Ορθοδοξίας και την επιβίωση του Γένους μας. Και αυτά ήταν αναγκαία, διότι ο Πάπας στην προσπάθειά του να διασώσει την Κωνσταντινούπολη από την επερχόμενη οθωμανική απειλή, επεδίωκε με κάθε τρόπο την υποταγή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Παπική Εκκλησία, γεγονός που θα επιτυγχανόταν με την ένωση των δύο Εκκλησιών. Στη δύσκολη αυτή χρονική στιγμή για το μέλλον της Ορθοδόξου Εκκλησίας ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας όρισε το 1436 τον ιερομόναχο Μάρκο τον Ευγενικό ως αντιπρόσωπό του στη Σύνοδο, η οποία θα συγκαλούνταν για την ένωση των Εκκλησιών. Ενδεικτικό είναι ότι ο ιερομόναχος Μάρκος διέθετε τέτοιο κύρος και απολάμβανε τέτοια εκτίμηση από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄Παλαιολόγο (1425-1448), ώστε το 1437 και μετά την εκδημία του Μητροπολίτου Εφέσου Ιωάσαφ, εξελέγη και χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Εφέσου, ύστερα μάλιστα και από την έντονη επιμονή του αυτοκράτορα. Έτσι ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός ως Επίσκοπος Εφέσου έλαβε μέρος στη Σύνοδο της Φερράρας - Φλωρεντίας (1438-1439), αναδειχθείς «ἔξαρχος τῆς Συνόδου», αφού εκπροσώπησε τους Πατριάρχες Αλεξανδρείας, Ιεροσολύμων και Αντιοχείας. Ο σκοπός της συγκλήσεως της Συνόδου ήταν η ένωση των δύο Εκκλησιών, της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Δυτικής Καθολικής Εκκλησίας, ύστερα από τον χωρισμό που είχαν υποστεί εξαιτίας του σχίσματος κατά το έτος 1054. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί ότι το σχίσμα μεταξύ των δύο Εκκλησιών προκλήθηκε ύστερα από τη βλάσφημη προσθήκη της Δυτικής Εκκλησίας στο Σύμβολο της Πίστεως (το γνωστό Filioque), σύμφωνα με το οποίο το Άγιο Πνεύμα δεν εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα, αλλά και από τον Υιό. Με την αιρετική όμως αυτή διδασκαλία καταργείται το θεμελιώδες δόγμα της Τριαδικότητος του Θεού και ταυτόχρονα χάνεται η αλήθεια της διδασκαλίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Κάτω από την ολοένα και αυξανόμενη πίεση της οθωμανικής απειλής και πληροφορούμενος ο αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος ότι οι ηγεμόνες της Δύσεως σκέπτονταν να αντισταθούν εναντίον των Τούρκων, οι οποίοι προχωρούσαν προς την Ουγγαρία και την Πολωνία, αποφάσισε να μεταβεί στην Ιταλία για να συναντήσει τον Πάπα Ευγένιο Δ΄, ελπίζοντας ότι θα λάβει βοήθεια κατά των Τούρκων. Στη δύσκολη και αγωνιώδη αυτή στιγμή για το μέλλον της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας επικρατούσαν δύο αντιδιαμετρικά αντίθετες γνώμες. Υπήρχαν αυτοί που υποστήριζαν την ένωση των δύο Εκκλησιών, η οποία θα σηματοδοτούσε την υποταγή των Ορθοδόξων στον Πάπα, γεγονός που θα πρόδιδε τα δόγματα της αμωμήτου ορθοδόξου πίστεως. Υπήρχαν όμως και εκείνοι που αναλογιζόμενοι τους θρησκευτικούς κινδύνους της ενώσεως, είχαν αποφασίσει να αντισταθούν σθεναρά προτιμώντας την υποταγή στον βάρβαρο κατακτητή παρά την πνευματική υποδούλωση κάτω από τον εκκλησιαστικό ζυγό του Πάπα. Μάλιστα υποστήριζαν ότι ο λαός θα μπορούσε να αγωνισθεί και να αποτινάξει την τουρκική σκλαβιά, εάν είχε κρατήσει ανόθευτη και ζωντανή την ορθόδοξη χριστιανική του πίστη και παράδοση.
Σ’ αυτή την ταραχώδη και επικίνδυνη περίοδο για την πορεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Γένους των Ελλήνων ανέλαβε ο φλογερός Μητροπολίτης της Εφέσου, Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, να σηκώσει στους ώμους του, ως άλλος Άτλας, τον ανεκτίμητο θησαυρό της πατροπαραδότου πίστεως των Ορθοδόξων και την πάντιμη κιβωτό των ιερών παραδόσεων, ώστε να αναδειχθεί η δόξα και το καύχημα της Ανατολικής Εκκλησίας, ο στυλοβάτης και ο πρόμαχος της Ορθοδόξου διδασκαλίας. Κατά τη διάρκεια των εργασιών της Συνόδου της Φερράρας ο Άγιος Μάρκος παρουσιάσθηκε διαλλακτικός στις προθέσεις του, αφού εισηγήθηκε στους Λατίνους να αποβάλουν «τό τραχύ καί ἀνένδοτον», επεσήμαινε δε την ανάγκη να υπάρξει ειρήνη και αγάπη, ώστε να αρθεί το σχίσμα, αφού πρώτα αναγνωσθούν οι όροι των Οικουμενικών Συνόδων. Στην πραγματικότητα ο Άγιος Μάρκος επιθυμούσε την επανένωση των δύο Εκκλησιών, αλλά χωρίς την υποχώρηση των Ορθοδόξων σε θεμελιώδη δογματικά ζητήματα, η οποία θα οδηγούσε στην παπική υποδούλωση. Αξιομνημόνευτοι είναι οι τέσσερις αντιρρητικοί λόγοι που εκφώνησε ο σοφός και αγωνιστής ιεράρχης της Εφέσου, αναφορικά με τη διδασκαλία των Παπικών για το καθαρτήριο πυρ. Είναι ενδεικτικό ότι οι λόγοι αυτοί με το κρυστάλλινο ορθόδοξο περιεχόμενό τους έδωσαν τις κατάλληλες απαντήσεις στα επιχειρήματα των Λατίνων. Μάλιστα η πειστική επιχειρηματολογία του Αγίου που αποστόμωσε στην κυριολεξία τους αντιπάλους του, οι οποίοι προσπαθούσαν να τον περιπλέξουν σε άσκοπες και άσχετες συζητήσεις, σε συνδυασμό και με τη σοφία, την αρετή, τη σωφροσύνη, το γενναίο φρόνημα, την επιμονή του στην αλήθεια και την ακράδαντη πίστη του στον Θεό και τον σωτήριο Λόγο Του, τον έφεραν αντιμέτωπο ακόμη και με τον Μητροπολίτη Νικαίας Βησσαρίωνα, ο οποίος υποκινούμενος από φθόνο, άφησε τον Άγιο Μάρκο να αγωνισθεί μόνος του.
Όταν όμως ήρθε ο λόγος στη Σύνοδο της Φερράρας για το επίμαχο θέμα του Filioque, ο Άγιος απαίτησε να αναγνωσθούν οι όροι των Οικουμενικών Συνόδων για να λάμψει η αλήθεια και να αποδειχθεί η πλάνη των αντιπάλων. Παρά την άρνηση των Λατίνων, υποχρεώθηκαν τελικά να αναγνωσθούν οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, διότι σε αντίθετη περίπτωση οι συζητήσεις θα διακόπτονταν αμέσως. Μετά την ανάγνωση οι παρευρισκόμενοι Λατίνοι κληρικοί και λαϊκοί ομολόγησαν ότι ποτέ στο παρελθόν δεν είχαν ακούσει αυτές τις διδασκαλίες και ότι οι Γραικοί κρατούσαν την αληθινή πίστη και ακολουθούσαν τα ορθά δόγματα. Βλέποντας οι αυλικοί του Πάπα ότι η διδασκαλία τους κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ψεύτικη, ακόμη και από Λατίνους μοναχούς και κληρικούς, άρχισαν να τους απειλούν και να τους διατάζουν να σιωπήσουν αμέσως, ενώ τους χαρακτήρισαν απαίδευτους και αγράμματους της θεολογίας. Όμως οι Λατίνοι άρχισαν να μηχανεύονται και δόλιους τρόπους για να κατορθώσουν να μην επικρατήσουν οι θεολογικές απόψεις του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, αυτού του θεοσόφου ρήτορος και φωτισμένου διδασκάλου της Εκκλησίας μας. Έτσι ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή όλοι οι ορθόδοξοι ιερείς και επίσκοποι ήταν στο πλευρό του Αγίου, του θαρραλέου αυτού αγωνιστού και φλογερού προασπιστού της ορθοδόξου πίστεως, άρχισαν σιγά σιγά να διασπώνται και να λιποτακτούν, άλλος για να γίνει καρδινάλιος του Πάπα, άλλος από φθόνο, ενώ πολλοί πρόδωσαν τα δόγματα της αμωμήτου ορθοδόξου πίστεως, αφού δεν άντεξαν τις κακοπάθειες και τις στερήσεις που επιβλήθηκαν από τους Παπικούς για να τους αναγκάσουν να υποχωρήσουν στις θέσεις τους. Έτσι ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός βρέθηκε μόνος του, εγκαταλελειμμένος από όλους, να αγωνίζεται στο στάδιο της προασπίσεως των ορθών δογμάτων της πίστεώς μας. Μάλιστα για να ενισχύσουν τις θέσεις τους οι Λατίνοι, άρχισαν να εφαρμόζουν τη γνωστή τακτική των ψιθύρων, των ψευδών ειδήσεων και των εκβιασμών, έφτασαν δε στο σημείο να διανείμουν στη Φερράρα εκατοντάδες φυλλάδια, τα οποία περιείχαν 54 αιρετικές δοξασίες των Ορθοδόξων!!!
Η κατάσταση είχε ήδη αρχίσει να γίνεται ιδιαίτερα επικίνδυνη με απρόβλεπτες διαστάσεις, αφού οι Γραικοί είχαν υποστεί μακροχρόνιες στερήσεις και κακοπάθειες, ενώ είχε δοθεί αυστηρό αυτοκρατορικό πρόσταγμα να μην επιτραπεί σε κανέναν που δεν έχει διαβατήριο από τον αυτοκράτορα να φύγει από την Κωνσταντινούπολη. Όμως κάποιοι κληρικοί πιεζόμενοι από τις στερήσεις, βρήκαν τον τρόπο και απέδρασαν από την Κωνσταντινούπολη. Μόλις ο αυτοκράτορας πληροφορήθηκε αυτό το γεγονός, φοβήθηκε μήπως υπάρξουν και άλλοι που θα διαφύγουν. Γι’ αυτό και συσκέφθηκε με τον Πάπα και αποφάσισε να μεταφέρει τη Σύνοδο στη Φλωρεντία, για να συζητηθεί η ουσία του επίμαχου θέματος του Filioque, δηλαδή όχι εάν έπρεπε ή όχι να γίνει προσθήκη στο Σύμβολο της Πίστεως, αλλά εάν το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό ή όχι. Ο Άγιος Μάρκος συνέχισε με το ίδιο αγωνιστικό φρόνημα και με τον ίδιο ένθεο ζήλο τον προασπιστικό του αγώνα, αφού με σαφήνεια και πειστικότητα απέδειξε ότι το Άγιο Πνεύμα δεν εκπορεύεται από τον Υιό, αλλά μόνο από τον Πατέρα. Όμως ο αυτοκράτορας προσπαθούσε να βρει τρόπο για να υπογραφεί η ένωση μαζί με τον Πατριάρχη και τους Λατίνους, οι οποίοι επέμεναν στις αιρετικές τους δοξασίες, ενώ ο Πάπας επιχείρησε με νέους εκβιασμούς και στερήσεις να επιτύχει την ένωση. Οι πιέσεις άρχισαν να γίνονται αφόρητες, αφού ο αυτοκράτορας επεδίωκε την ένωση. Όμως ο Άγιος Μάρκος έμεινε σταθερός στις θέσεις του και δεν είχε την πρόθεση να προδώσει την πίστη του. Η επιμονή του αυτή προκάλεσε το μένος των λατινοφρόνων Ορθοδόξων, οι οποίοι μάλιστα τον έβρισαν και τον αποκάλεσαν δαιμονισμένο.
Βλέποντας ο αγωνιστής και θαρραλέος ιεράρχης της Εφέσου ότι όλοι ήταν έτοιμοι να προδώσουν την πίστη τους, χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του, σταμάτησε να μιλάει. Το γεγονός αυτό έδωσε την ευκαιρία στον αυτοκράτορα να μιλάει για τα επερχόμενα δεινά που θα υποστούν, εάν δεν υπογράψουν την ένωση. Έτσι μ’ αυτό το επιχείρημα πείσθηκαν όλοι και υπέκυψαν. Ο μόνος που δεν είχε συμμορφωθεί ακόμη ήταν ο θερμότατος ζηλωτής των ευσεβών δογμάτων, Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο οποίος απεκάλεσε τους Παπικούς «αιρετικούς», γεγονός που προκάλεσε τη λυσσαλέα αντίδραση των Μητροπολιτών Μυτιλήνης και Λακεδαιμονίας. Ο αυτοκράτορας επιθυμώντας διακαώς την ένωση, ανήγγειλε στον Πάπα ότι οι Ανατολικοί δέχονται την πίστη των Δυτικών και μπορούν ανεμπόδιστα να προχωρήσουν στην ένωση. Αλλά ο Πάπας επεδίωκε και την αποδοχή και άλλων δογματικών και λειτουργικών θεμάτων, όπως τα άζυμα στη Θεία Λειτουργία, το δόγμα για το καθαρτήριο πυρ, τη μοναρχία του Πάπα, καθώς και τη διαγραφή από τη Θεία Λειτουργία των επικλήσεων του ιερέως για τη μεταβολή του άρτου και του οίνου ως περιττές, υποστηρίζοντας ότι τα μυστήρια τελειώνουν με την εκφορά των λόγων του Κυρίου. Οι νέες απαιτήσεις του Πάπα προκάλεσαν αναταραχή στον αυτοκράτορα και τον Πατριάρχη, διότι φοβούνταν ότι θα προκαλούσαν μεγάλες αντιδράσεις. Σ’ αυτή την κρίσιμη στιγμή παρακάλεσαν τον Άγιο Μάρκο να γράψει για το ζήτημα της θείας μεταβολής των Τιμίων Δώρων. Τότε ο θεόσοφος αυτός διδάσκαλος και φλογερός αγωνιστής της Εκκλησίας του Χριστού απέδειξε μέσα από τα γραφόμενά του ότι έτσι παρεδόθηκε από τους Αγίους να αγιάζονται τα Τίμια Δώρα. Οι θέσεις αυτές του Αγίου Μάρκου προκάλεσαν για άλλη μία φορά την άρνηση των Παπικών, γεγονός που έκανε τον αυτοκράτορα να αγανακτήσει και να ομολογήσει ότι οι Λατίνοι όχι μόνο δεν γνωρίζουν την αλήθεια, αλλά δεν επιθυμούν και να τη μάθουν. Βλέποντας ο αυτοκράτορας ότι πλέον δεν υπάρχει κανένας τρόπος προσέγγισης μεταξύ των Ορθοδόξων και των Παπικών, αποφάσισε να υπογραφεί το διάταγμα της πολυπόθητης ένωσης στις 6 Ιουλίου 1439.
Την ψευδοένωση των δύο Εκκλησιών υπέγραψαν όλοι, ακόμη και αυτοί που επέδειξαν πρωτύτερα ζήλο και τόλμη και στις γνωμοδοσίες δεν δέχθηκαν το «ἐκ τοῦ Υἱοῦ», όπως οι Μητροπολίτες Αγχιάλου, Μονεμβασίας και Τραπεζούντος. Ο μόνος που δεν υπέγραψε ήταν ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο οποίος δήλωσε στον αυτοκράτορα ότι και εάν ακόμη κινδυνεύσει η ζωή του, δεν πρόκειται να υπογράψει. Ακόμη και οι ηγούμενοι των μοναστηριών υποχρεώθηκαν από τον αυτοκράτορα να υπογράψουν την ψευδοένωση. Όταν ο Πάπας πήρε στα χέρια του τον όρο και είδε όλες τις υπογραφές, υπέγραψε και εκείνος. Μόλις όμως πληροφορήθηκε ότι ο Άγιος Μάρκος δεν είχε υπογράψει, είπε: «Μᾶρκος οὐχ ὑπέγραψεν, λοιπόν, ἐποιήσαμεν οὐδέν», δηλαδή εφόσον δεν υπέγραψε ο Επίσκοπος Εφέσου, δεν καταφέραμε τίποτα! Η φράση αυτή του Πάπα επέδειξε την ήττα του, αφού ομολόγησε περίτρανα την ανωτερότητα του φλογερού ιεράρχου της Εφέσου, ο οποίος αναδείχθηκε ο ισχυρός ανατροπέας της παπικής αλαζονείας και της πολύμοχθης ψευδοενώσεως. Ο Πάπας ζήτησε την τιμωρία του Αγίου, αλλά ο αυτοκράτορας δεν το έπραξε. Οδηγήθηκε όμως ενώπιον του Προκαθημένου της Παπικής Εκκλησίας για να αιτιολογήσει τη στάση του. Ο Άγιος έμεινε όμως και πάλι αμετακίνητος στις απόψεις του, παρόλο που δέχθηκε εκβιασμούς και απειλές. Επιπλέον ομολόγησε με παρρησία την ακράδαντη πίστη του στην ακραιφνή δόξα της Εκκλησίας, λέγοντας χαρακτηριστικά: «αἱ Σύνοδοι κατεδίκαζον τούς μή πειθομένους τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἐγώ δὲ τηρῶ ἐμαυτόν εἰς τήν ἀκραιφνῆ δόξαν Αὐτῆς∙ εἰ τοίνυν ταύτης ἀντιποιοῦμαι καὶ ἐξ αὐτῆς παρεκκλίναι οὐ βούλομαι, πῶς ἄν καθαιρεθείην δίκην, ἥν οἱ αἰρετικοί κατεδικάζοντο;».
Μετά από αυτή τη θαρραλέα ομολογία πίστεως ο αυτοκράτορας μετέφερε τον Άγιο στη Βενετία και από εκεί τον επιβίβασε στο προσωπικό του πλοίο και με ασφάλεια, αλλά και με εξαιρετική τιμή και αγάπη τον οδήγησε στην πατρίδα του, την Κωνσταντινούπολη, όπου έφτασε την 1η Φεβρουαρίου 1440. Μόλις έφτασε ο Άγιος Μάρκος στη Βασιλεύουσα, του επεφύλαξε ο λαός ενθουσιώδη υποδοχή, αποκαλώντάς τον «άγιο», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ακόμη και ο υβριστής του, ο γραικολατίνος Επίσκοπος Μεθώνης Ιωσήφ: «Ὁ Ἐφέσου εἶδε τό πλῆθος δοξάζων αὐτόν ὡς μή ὑπογράψαντα καί προσεκύνουν αὐτῷ οἱ ὄχλοι καθάπερ Μωυσεῖ καί Ἀαρών καί ἐφήμουν αὐτόν καί ἅγιον ἀπεκάλουν» (P.G.159, 992C). Ήταν μάλιστα τόσο μεγάλη η πνευματική απήχησή του στον λαό της Κωνσταντινουπόλεως, ώστε ο αυτοκράτορας πρότεινε στον Μάρκο το υψηλό αξίωμα του Πατριάρχου, αλλά ο Άγιος αρνήθηκε επίμονα, κατονομάζοντας αυτούς που είχαν υπογράψει την ένωση «Χριστεμπόρους» και «Χριστοκαπήλους». Έτσι στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ανέβηκε ο λατινόφρων Μητροπολίτης Κυζίκου Μητροφάνης, ο οποίος πίεζε τον αυτοκράτορα να ασκήσει βία σ’ αυτούς που δεν είχαν υπογράψει την ένωση. Γι’ αυτό και στις 4 Μαΐου 1440 ο Άγιος Μάρκος έφυγε κρυφά από την Κωνσταντινούπολη και μετέβη στην Προύσα. Από εκεί πήγε στην Έφεσο που βρισκόταν υπό την κατοχή των Τούρκων. Στην επαρχία της Εφέσου δίδαξε τον σωτήριο λόγο του Θεού στον λαό, αλλά αναγκάσθηκε πιεζόμενος από τους Τούρκους και τους Ενωτικούς να επιβιβασθεί σε πλοίο με προορισμό το Άγιον Όρος, όπου αποφάσισε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του. Όταν όμως το πλοίο προσάραξε στη Λήμνο, συνελήφθηκε κατ’ εντολήν του αυτοκράτορα και φυλακίσθηκε για δύο χρόνια. Από τη Λήμνο απέστειλε την περίφημη εγκύκλιο επιστολή του «πρός τούς ἁπανταχοῦ τῆς Γῆς καί τῶν νήσων εὑρισκομένους Ὀρθοδόξους Χριστιανούς», στην οποία εξασκεί δριμύτατη κριτική στους Ορθοδόξους που αποδέχθηκαν την ένωση, ενώ χαρακτηρίζει τους Λατίνους καινοτόμους, λέγοντας γι’ αυτούς: «ὡς αἱρετικούς αὐτούς ἀπεστράφημεν, καί διά τοῦτο ἐχωρίσθημεν», τους δε ενωτικούς χαρακτηρίζει «ψευδαποστόλους καί δόλιους ἐργάτες». Η πνευματική παρουσία και επιρροή του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού ήταν τόσο καταλυτική, ώστε το 1443 συγκλήθηκε Σύνοδος στα Ιεροσόλυμα από τους Πατριάρχες Ιεροσολύμων, Αντιοχείας και Αλεξανδρείας, η οποία κατεδίκασε τη Σύνοδο της Φλωρεντίας ως «ληστρική και μιαρά» και καθαίρεσε τον λατινόφρονα Πατριάρχη Μητροφάνη.
Μετά την αποφυλάκισή του ο Άγιος Μάρκος επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και συγκεκριμένα στην ιερά μονή του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων, όπου ο πιστός λαός τον υποδέχθηκε με τιμές ως άγιο και ομολογητή. Από τη μονή της μετανοίας του ο Άγιος Μάρκος ξεκίνησε και πάλι τον αγώνα του υπέρ της Ορθοδοξίας και κατά των ενωτικών, οι οποίοι πρόδωσαν την αμώμητο ημών πίστη. Κάποια στιγμή προαισθανόμενος το τέλος της επίγειας πορείας του, ανέθεσε στον Γεώργιο Σχολάριο (τον μετέπειτα Πατριάρχη Γεννάδιο) τη φροντίδα για την προφύλαξη της Ορθοδοξίας, καθώς και την αρχηγία για τη συνέχιση του ανθενωτικού αγώνος, ενώ ενουθέτησε τους παρευρισκόμενους να κρατήσουν ορθή την πίστη τους μέχρι και την τελευταία τους πνοή. Ύστερα από τις κακουχίες που πέρασε στη ζωή του και ταλαιπωρημένος από την ασθένεια του, παρέδωσε την αγία του ψυχή στον αθλοθέτη Κύριο στις 23 Ιουνίου 1444 και σε ηλικία 52 ετών. Ενταφιάσθηκε στη μονή της μετανοίας του, όπου είχε περιβληθεί το μοναχικό σχήμα, και μόλις λίγα χρόνια μετά την κοίμησή του τιμήθηκε ως άγιος από τους Ορθοδόξους. Η μνήμη του καθιερώθηκε να τιμάται και να γεραίρεται στις 19 Ιανουαρίου, ημέρα ανακομιδής του ιερού λειψάνου του, με συνοδική πράξη το έτος 1456 από τον Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο. Η πρώτη ακολουθία προς τιμήν του Αγίου εποιήθη από τον αδελφό του, τον Ιωάννη, ενώ ακολουθία που εξυμνεί τους αγώνες του με εγκωμιαστικούς λόγους συνέθεσαν ο Μοναχός Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης, αλλά και ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο οποίος τον χαρακτηρίζει «μονομάχο τῆς Ὀρθοδοξίας» που πάλεψε με τον Παπισμό της Δύσεως και τον νίκησε. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο αοίδιμος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρός Χρυσόστομος Β΄ (Χατζησταύρου) († 9 Ιουνίου 1968) αποφάσισε την ίδρυση ενορίας επ’ ονόματι του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού στην περιοχή Θυμαράκια των Κάτω Πατησίων Αθηνών, κατόπιν αιτήματος των κατοίκων της περιοχής, προκειμένου να καλυφθούν οι λατρευτικές τους ανάγκες, αλλά και για να αντιμετωπισθεί το οξύ πρόβλημα της Ουνίας, λόγω και της ύπαρξης του ναού των Ουνιτών επ’ ονόματι της Αγίας Τριάδος επί της οδού Αχαρνών. Ο πρώτος ναός του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού στην περιοχή των Κάτω Πατησίων θεμελιώθηκε την 1η Ιανουαρίου 1967, ενώ ο σημερινός τρισυπόστατος ενοριακός ναός του Αγίου θεμελιώθηκε στις 22 Ιουνίου 1981, τα δε θυρανοίξιά του τελέσθηκαν υπό του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Διαυλείας (νυν Μητροπολίτου Διδυμοτείχου και Ορεστιάδος) κ. Δαμασκηνού στις 22 Δεκεμβρίου 1997. Ενοριακός ναός επ’ονόματι του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού υπάρχει και στο χωριό Κρυόβρυση Εορδαίας Κοζάνης (ο ναός υπάγεται εκκλησιαστικώς στην Ιερά Μητρόπολη Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας και αφιερώθηκε στον αγωνιστή ιεράρχη της Εφέσου από τον αοίδιμο Μητροπολίτη Φλωρίνης κυρό Αυγουστίνο). Επίσης στον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό είναι αφιερωμένοι ο ευρισκόμενος ναός στην κατακόμβη του νεόδμητου περικαλλούς Ιερού Ναού του Αγίου Φωτίου του Μεγάλου Θεσσαλονίκης, ο οποίος θεμελιώθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 1997 και εγκαινιάσθηκε στις 17 Μαΐου 2009, καθώς και γραφικό παρεκκλήσιο σε όμορφη τοποθεσία του παραθαλάσσιου χωριού Σκάλα Κεφαλληνίας, του οποίου τα θυρανοίξια τελέσθηκαν στις 31 Ιουλίου 2012 υπό του Αρχιμανδρίτου –Ιεροκήρυκος της Ιεράς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας π. Φωτίου Γαβριελάτου.
Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός αποτελεί για τη σημερινή εποχή της ιδεολογικής συγχύσεως πρότυπο και σύμβολο αρετής, σωφροσύνης και ακλόνητης πίστεως στα δόγματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αφού όπως χαρακτηριστικά τόνιζε: «Οὐ χωρεῖ συγκατάβασις εἰς τά τῆς πίστεως», δηλαδή στα ζητήματα πίστεως δεν χωρεί συμβιβασμός. Άλλωστε και ο πιστός μαθητής του Αγίου, ο Γεώργιος Σχολάριος, ο και μετέπειτα Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιος, αναφέρει για τον υπέρμαχο και στυλοβάτη της ορθοδόξου πίστεως τα ακόλουθα: «Τόσον μόνον ἔχω νά εἴπω περί τῆς καθαρότητος τοῦ πατρός ὅτι, ὅτε ἦτο νεώτερος καί πρίν νά ἐκλέξη τήν νέκρωσιν ὑπέρ Χριστοῦ, ἦτο σωφρονέστερος καί ἀπό τούς ἀσκητάς, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦν εἰς τάς ἐρήμους, καί ὅταν ἀπέρριψεν ὅλα διά τόν Χριστόν καί ἔκυψε κάτω ἀπό τόν ζυγόν τῆς ὑποταγῆς, δέν διέψευσε τάς πρός τόν Χριστόν ὑποσχέσεις, οὔτε ἀνεμίχθη εἰς τούς κοσμικούς θορύβους, παρασυρθείς ὑπό τῆς προσκαίρου δόξης, ἀλλά μέχρι τῆς τελευτῆς του διετήρησε σταθερῶς τήν θέρμην τῆς εἰς Χριστόν ἀγάπης, κατοικῶν μέν τήν πόλιν, ἀλλά παραμείνας ἄπολις, διότι δέν προσηλώθη εἰς κανέν πρᾶγμα ἀπό ὅσα ὑπάρχουν εἰς αὐτήν».
Βιβλιογραφία
• Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, Εκδόσεις Δ.Π. Νέστωρ, χ.χ.
• Βασιλοπούλου Χαραλάμπους Δ., Αρχιμανδρίτου, Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, Εκδόσεις «Ορθοδόξου Τύπου», Έκδοση 8η , Αθήναι 2011.
• Παναγοπούλου Δημητρίου, Εις Έναντι Μυρίων – Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και οι αγώνες του, Αθήναι χ.χ.
Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος 
Εκπαιδευτικός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου