Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ

monaxosΟ Ορθόδοξος μοναχισμός είναι καύχημα και δόξα της Εκκλησίας μας. Από εκεί βγήκαν οι άγιοι Επίσκοποι, οι άγιοι Μάρτυρες, οι όσιοι ασκητές. Πολλές φορές έχω γράψει ότι ο μοναχισμός, στην ορθόδοξη διάστασή του, είναι η προφητική ενόραση, η αποστολική ζωή, η μαρτυρική βιοτή, διατηρεί δηλαδή άσβεστο το προφητικό, αποστολικό, μαρτυρικό και πατερικό χάρισμα.
Βέβαια, κάνουμε λόγο για ορθόδοξο εκκλησιαστικό μοναχισμό. Αυτό σημαίνει ότι συνδέουμε τον μοναχισμό με το “ορθόδοξο” και το “εκκλησιαστικό”. Άλλωστε, κάθε τί το ορθόδοξο πρέπει να είναι και εκκλησιαστικό και κάθε εκκλησιαστικό πρέπει να είναι και ορθόδοξο. Δεν είναι δυνατόν εν ονόματι κάποιας “ορθοδοξίας” να καταργήται το εκκλησιαστικό φρόνημα και πολίτευμα, και εν ονόματι κάποιας “εκκλησιαστικότητος” να καταργήται η Ορθοδοξία. Για παράδειγμα, η Τετάρτη Οικουμενική Σύνοδος δογμάτισε για τις δύο φύσεις στον Χριστό, καταδικάζοντας τον μονοφυσιτισμό και τον νεστοριανισμό, αλλά ταυτόχρονα θέσπισε ιερούς Κανόνες για την καλή λειτουργία του μοναχισμού. Έτσι, δεν είναι δυνατόν ένας μοναχός να υπεραμύνεται του δόγματος της Χαλκηδόνος, και να παραβαίνη τους ιερούς Κανόνες που εθέσπισε η ίδια Οικουμενική Σύνοδος για τον μοναχισμό. Πάντως, οι καλοί μοναχοί είναι μάρτυρες της Ορθοδόξου Παραδόσεως, αλλά έχουν και εκκλησιαστικό φρόνημα, σέβονται τους Επισκόπους της Εκκλησίας.
Τιμώ και σέβομαι τους ορθοδόξους μοναχούς. Γιατί, κατά τον άγιο Ιωάννη τον Σιναΐτη, “μοναχός εστιν, ο μόνων των του Θεού ενταλμάτων εχόμενος, εν παντί καιρώ και τόπω και πράγματι. Μοναχός εστι, βία φύσεως διηνεκής, και φυλακή αισθήσεως ανελλιπής. Μοναχός εστιν, ηγνισμένον σώμα, κεκαθαρμένον στόμα, και πεφωτισμένος νούς. Μοναχός εστι, κατώδυνος ψυχή, εν διηνεκεί μνήμη θανάτου αδολεσχούσα, εγρηγορυία τε και υπνώτουσα”. Ποιός μπορεί να μην τιμήση τον μοναχό που έχει ηγνισμένο σώμα, κεκαθαρμένο στόμα και πεφωτισμένο νού;

Αξιώθηκα από τον Θεό, παρά την αναξιότητά μου, να γνωρίσω πολλούς αγίους μοναχούς στο Άγιον Όρος, που μου ενέπνευσαν την αγάπη προς τον μοναχισμό, όπως τον π. Γαβριήλ Διονυσιάτη, τον π. Θεόκλητο Διονυσιάτη, τον π. Εφραίμ Κατουνακιώτη, τον π. Παΐσιο Αγιορείτη, πολλά ερημικά πτηνά του Αγίου Όρους, στις Σκήτες όπου πέρασα πολύ καιρό κοντά τους και είδα την αγία ζωή των ερημιτών. Επίσης γνώρισα τον μεγάλο Στάρετς με τις εκπληκτικές πνευματικές εμπειρίες, δηλαδή τον μακάριο Γέροντα Σωφρόνιο στον Essex της Αγγλίας, που με αγαπούσε, και για δεκαεπτά (17) καλοκαίρια έτρεχα στο Μοναστήρι του για να αισθανθώ την ευωδία του πνεύματος την οποία ανέδυε αυτή η αγιασμένη ύπαρξη. Ακόμη διάβασα πολλά ασκητικά κείμενα, ιδιαιτέρως όμως την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, του Πρυτάνεως των ησυχαστών Πατέρων, και δοξάζω τον Θεό γι’ αυτήν την μεγάλη δωρεά. Γι’ αυτό δεν μπορώ να αντιληφθώ ορθόδοξη θεολογία έξω από την αγιασμένη ζωή αυτών των θεοπτών και πραγματικών θεολόγων της Εκκλησίας. Ακόμη, με αξίωσε ο Θεός να ζήσω δέκα πέντε χρόνια κοντά σε έναν ασκητή Επίσκοπο, τον μακάριο Γεροντά μου αείμνηστο Μητροπολίτη Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας κυρό Καλλίνικο.
Απόσταγμα αυτής της επικοινωνίας με αγίους Γέροντας μοναχούς που εξέφρασαν την ουσία του ορθοδόξου μοναχισμού, είναι τα βιβλία που περιγράφουν αυτήν την αγιασμένη πολιτεία, ιδιατέρως τα βιβλία “Μια βραδυά στην έρημο του Αγίου Όρους”, που έχει επανειλημμένες εκδόσεις στην ελληνική γλώσσα, και όπως μου είπε Ηγούμενος του Αγίου Όρους, ενέπνευσε πολλούς να γίνουν μοναχοί, και μεταφράστηκε σε πάνω από δέκα γλώσσες (εξεδόθησαν ή είναι υπό έκδοση), το βιβλίο “Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ως αγιορείτης”, καθώς επίσης και τα βιβλία που κάνουν λόγο για την Ορθόδοξη Εκκλησία ως θεραπευτική επιστήμη και αγωγή.
Έκφραση της αγάπης μου προς τον μοναχισμό είναι και όσα είπα, μεταξύ των άλλων, κατά την επίσημη ακολουθία της ενθρονίσεώς μου στην Ιερά Μητρόπολη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου:
“Οι μοναχοί δεν είναι κάποιοι ιδιότροποι άνθρωποι που από ιδιορρυθμία βγήκαν από τις πόλεις και κατοικούν μέσα σε μερικά Μοναστήρια, αλλά “οι άγγελοι του Θεού”, κατά τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, “οι ευαγγελικώς ζώντες”, κατά τον Ευάγριο τον Ποντικό, “οι μάρτυρες τη προαιρέσει”, κατά τον Μ. Αθανάσιο, οι συνεχιστές της μαρτυρικής Εκκλησίας, κατά τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, η κόμη που κοσμεί την κεφαλή της Εκκλησίας, κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, επειδή νεκρώθηκαν κατά κόσμο και δοξάζουν την κεφαλή της Εκκλησίας. Δεν πρέπει να υπάρχη διάσταση μεταξύ μοναχικού και εγγάμου βίου, γιατί τότε ούτε αληθινός μοναχισμός λειτουργεί, ούτε αληθινός έγγαμος βίος. Επίσης, δεν πρέπει να υπάρχη διάσταση μεταξύ των Μοναστηριών και των Ενοριών. Οι Ενορίες τροφοδοτούν τα Μοναστήρια και τα Μοναστήρια βοηθούν ποικιλοτρόπως τις Ενορίες. Είναι γνωστό ότι η μοναχική ζωή εκφράζεται από το ησυχαστικό πνεύμα της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Και ξέρουμε πολύ καλά ότι οι άνθρωποι σήμερα, ταραγμένοι από λογισμούς και υπαρξιακά προβλήματα, αναζητούν τον ησυχαστικό τρόπο ζωής, όπως διασώζεται στα Ορθόδοξα Μοναστήρια. Γι’ αυτό ο ορθόδοξος πατερικός μοναχισμός, με την ησυχαστική παράδοση και την φιλανθρωπική δράση, είναι απαραίτητος σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά”.
Όλες αυτές οι προϋποθέσεις, μου δίνουν το δικαίωμα να παρουσιάσω πολύ συνοπτικά μερικά από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των πραγματικών Ορθοδόξων μοναχών.
1. Η μετάνοια. Εάν το κατ’ εξοχήν έργο των Χριστιανών είναι η μετάνοια, δηλαδή η εκ του παρά φύσιν εις το κατά φύσιν επάνοδος της ψυχής (άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός), εάν όλοι οι Χριστιανοί πρέπει να εφαρμόζουν τον λόγο του Χριστού “μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών” (Ματθ. γ', 2), αυτό πολύ περισσότερο πρέπει να γίνεται από τους μοναχούς. Βέβαια, η μετάνοια για να είναι αληθινή πρέπει να εκδηλώνεται σε ένα υγιές πνευματικό κλίμα, αφού “μετάνοια μετά συντυχιών, πίθος τετρημμένος” (άγ. Ισαάκ ο Σύρος). Η μετάνοια συνδέεται αναπόσπαστα με την ταπείνωση και την αυτομεμψία. Εκείνος που έχει γνήσιο μοναχικό πνεύμα θεωρεί τον εαυτό του “υποκάτω πάσης κτίσεως”. Μάλιστα, ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος θα πή: “Ο ταπεινόφρων αδικούμενος ου ταράσσεται, ουδέ απολογίαν ποιεί υπέρ του πράγματος, ου ηδικήθη· αλλά δέχεται τας συκοφαντίας, ως αλήθειαν, και ου μεριμνά πείσαι τους ανθρώπους, ότι εσυκοφαντήθη, αλλά συγχώρησιν αιτείται”.
2. Η προσευχή. Εκείνος που επιλέγει τον μοναχικό βίο, το κάνει για να ασκηθή στην προσευχή, αφού η προσευχή είναι έκφραση της αγάπης του ανθρώπου προς τον Θεό. Και επειδή η καθαρά προσευχή προϋποθέτει ένα κλίμα κατάλληλο, κλίμα ησυχίας των αισθήσεων κυρίως, γι’ αυτό και επιλέγει τόπους ησυχαστικούς για να εκφράση αυτήν την επιθυμία του να ενωθή με τον Χριστό. Και φυσικά όταν κάνουμε λόγο για προσευχή, εννοούμε εκτός από την λατρευτική προσευχή, κυρίως την νοερά, καρδιακή προσευχή, η οποία είναι ένδειξη ότι ο μοναχός εκφράζει τον σκοπό για τον οποίο έγινε μοναχός. Ο αββάς Βαρσανούφιος ο Μέγας λέγει: “Ψυχή τελεία εστί το λαλείν τω Θεώ αρεμβάστως, εν τω συνάγειν όλους τους λογισμούς αρεμβάστως μετά των αισθήσεων· οδηγεί δε εις τούτο τον άνθρωπον το αποθανείν από παντός ανθρώπου και τω κόσμω και πάσι τοις εν αυτώ”. Καρποί αυτής της καθαράς προσευχής είναι, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, “η απλότης, αγάπη, ταπεινοφροσύνη, καρτερία, ακακία και τα τοιαύτα”.
3. Η ησυχία. Η προσευχή, για να γίνεται κατά τον ορθόδοξο τρόπο, αλλά και για να καρποφορήση, πρέπει να συνδεθή στενά με την ησυχία, η οποία κατά την ορθόδοξη παράδοση είναι η ησυχία των αισθήσεων, των λογισμών και της καρδίας, δηλαδή σωματική και ψυχική ησυχία. Αυτήν την ησυχία, που είναι η βάση της προφητικής, αποστολικής και μαρτυρικής ζωής, έζησαν οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος απεδείχθη εραστής αυτής της ησυχίας. Γράφει σε κάποιο έργο του: “εβουλήθην εν καιρώ μεν παντί νεκρωθήναι τω βίω και ζήσαι την εν Χριστώ κεκρυμμένην ζωήν και γενέσθαι τις μεγαλέμπορος, πάντων ών έχω τον τίμιον ωνησάμενος μαργαρίτην και αντιδούς τα ρέοντα και συρόμενα των εστώτων και των ουρανίων”. Υπέρμαχος, όμως, της ιεράς ησυχίας είναι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, του οποίου η διδασκαλία κατοχυρώθηκε και συνοδικώς και έτσι ο γνήσιος ορθόδοξος ησυχασμός είναι η βάση των δογμάτων και της πίστεως, η ουσία της μοναχικής πολιτείας. Είναι σημαντικά τα έργα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, στα οποία γίνεται λόγος για την ιερά ησυχία, όπως η ομιλία του στον όσιο Πέτρο τον Αθωνίτη, η ομιλία του στα Εισόδια της Θεοτόκου, όπου παρουσιάζεται ο ορθόδοξος ησυχαστής, που μιμείται την ζωή της Παναγίας, το καταπληκτικό του έργο “υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων”, και η επιστολή του “πρός την σεμνωτάτην εν μοναζούσαις Ξένην”, όπου περιγράφεται ο τύπος του ορθοδόξου μοναχού.
4. Η υπακοή. Πρόκειται για την εισαγωγική αρετή, μετά την αποταγή. Άλλωστε η αποταγή συνδέεται στενώτατα με την υποταγή, αφού η πρώτη (αποταγή) γίνεται για να ακολουθήση η δεύτερη (υπακοή). Οι Πατέρες ύμνησαν την αξία της υπακοής. Ο αββάς Ησαΐας γράφει: “υπήκοοι γενώμεθα των κατά Θεόν Πατέρων ημών εν πάσιν, εκκόπτοντες πάν θέλημα ημών, έως ου υποταγώμεν αυτοίς, ίνα μείνη η ευλογία αυτών μεθ’ ημών, ως εις τον Ελισσαίον”. Είναι δε γνωστός ο λόγος του Αποστόλου Παύλου: “πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε· αυτοί γαρ αγρυπνούσιν υπέρ των ψυχών υμών ως λόγον αποδώσοντες. ίνα μετά χαράς τούτο ποιώσι και μη στενάζοντες, αλυσιτελές γαρ υμίν τούτο” (Εβρ. ιγ', 17). Είναι φοβερό να αγανακτή ο Ηγούμενος με τους μοναχούς του ή ο Επίσκοπος με τους Ηγουμένους και τους μοναχούς. Αυτό έχει μεγάλες και σοβαρές συνέπειες. Εκείνος ο οποίος δεν εξασκείται στην υπακοή, αλλά αναμειγνύει το δικό του θέλημα στα μοναχικά του έργα, είναι και λέγεται μοιχός. “Ο εν τη υποταγή μίσγων λάθρα το εαυτού θέλημα, μοιχός εστι” (Όσιος Μάρκος ο Ασκητής). Και βέβαια όταν μιλάμε για υπακοή εννοούμε υπακοή του μοναχού στον πνευματικό του Πατέρα, στον Επίσκοπο και την Παράδοση της Εκκλησίας. Όταν δεν λειτουργούν αυτοί οι τρεις άξονες δεν υπάρχει υπακοή. Η υπακοή στον Ηγούμενο, χωρίς να γίνεται υπακοή στον Επίσκοπο, σε θέματα που δεν συνιστούν παραβάσεις του Νόμου του Θεού και των Κανόνων της Εκκλησίας, και στην Παράδοση της Εκκλησίας δεν είναι γνήσια υπακοή, αλλά ψεύτικη, που δεν διαφέρει από την υπακοή που κάνουν οι ανατολικοί θρησκευόμενοι στους δικούς τους γκουρού.
Μέσα στα πλαίσια αυτά συντονίζονται και ιεροί Κανόνες που κάνουν λόγο για την υπακοή των μοναχών και των Ηγουμένων στον Επίσκοπο, όπως ο Η' Κανόνας της Δ' Οικουμενικής Συνόδου, τον οποίον θα αναφέρουμε πιο κάτω.
5. Η διαρκής τελείωση. Οι καλοί μοναχοί, που αρχίζουν από την υπακοή και τις άλλες εισαγωγικές αρετές, έχουν διαρκή προκοπή, συνεχείς πνευματικές αναβάσεις, όπως περιγράφονται στην Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών. Μια τέτοια χαρακτηριστική πνευματική κλίμακα θείων χαρίτων παρουσιάζεται από τον μοναχό Θεοφάνη. Από την καθαρά προσευχή, την απηλλαγμένη από φαντασίες και ηδονικούς ρεμβασμούς προέρχονται η θέρμη της καρδιάς, η αγία ενέργεια, τα καρδιακά δάκρυα, των λογισμών η ειρήνη, η κάθαρση του νοός, η θεωρία των μυστηρίων, η θεία έλλαμψη, ο φωτισμός της καρδιάς, η τελειότητα. Πρόκειται για μια συνεχή πορεία πνευματικής ανόδου, που δείχνει ότι από την πρακτική αρετή ο σωστός μοναχός προχωρεί στην θεία έλλαμψη και την θεωρία.
Όλα τα προηγούμενα δηλώνουν ότι οι μοναχοί γνωρίζουν την θέση τους μέσα στην Εκκλησία, αφού το εκκλησιαστικό πολίτευμα έχει μία ιεραρχία, δηλαδή μέσα στον εκκλησιαστικό οργανισμό υπάρχει ιεράρχηση χαρισμάτων και διακονιών. Στο θέμα αυτό νομίζω είναι καλό να αναφερθώ για λίγο στα όσα γράφει ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης για το εκκλησιαστικό πολίτευμα και την θέση των μοναχών στην Εκκλησία.
Στα συγγράμματά του, που εκφράζουν την ζωή της πρώτης Εκκλησίας, φαίνεται ότι οι μοναχοί αποτελούν την υψηλοτέρα τάξη μεταξύ της ιεραρχίας των λαϊκών. “Η δε των τελουμένων απασών υψηλοτέρα τάξις η των μοναχών εστιν ιερά διακόσμησις, πάσαν μεν αποκεκαθαρμένην κάθαρσιν... εν νοερά θεωρία και κοινωνία γεγενημένη... και προς της ιεράς αυτών επιστήμης αναλόγως εις τελειοτάτην αναγομένη τελείωσιν”. Λόγω αυτής της ζωής των μοναχών οι καθηγεμόνες της Εκκλησίας τους έδωσαν πολλά ονόματα, μεταξύ των οποίων “θεραπευτάς” και “μοναχούς”, “εκ της του Θεού καθαράς υπηρεσίας και θεραπείας και της αμερίστου και ενιαίας ζωής”.
Φαίνεται, λοιπόν, καθαρά ότι οι μοναχοί ανήκουν στην τάξη των τελουμένων (λαϊκών), είναι ανώτεροι από τους καθαιρομένους και φωτισθέντας, διότι έφθασαν στην νοερά ησυχία και θεωρία, τελούν υπό την καθοδήγηση των ιεραρχικών τάξεων, ιδαιτέρως του Επισκόπου, και οδηγούνται προς την τελείωση. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του αγίου Διονυσίου: “... την μοναχικήν τάξιν ουκ είναι προσαγωγικήν ετέρων, αλλ’ εφ’ εαυτής εστώσαν εν μοναδική και ιερά στάσει, ταις ιερατικαίς επομένην τάξεσι, και προς αυτών, ως οπαδόν, επί την θείαν κατ’ αυτήν ιερών επιστήμην ευπειθώς αναγομένην”. Δηλαδή, οι μοναχοί βρίσκονται κάτω από την εξουσία και την αρμοδιότητα των Επισκόπων.
'Εδώ πρέπει να παραθέσουμε τον Η' κανόνα της Τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου που αναφέρεται στην θέση των ιερομονάχων μέσα στον εκκλησιαστικό πολίτευμα: “οι Κληρικοί των πτωχείων και μοναστηρίων και μαρτυρίων, υπό την εξουσίαν των εν εκάστη πόλει Επισκόπων, κατά την των αγίων Πατέρων παράδοσιν, διαμενέτωσαν, και μη κατά αυθάδειαν αφηνιάτωσαν του ιδίου Επισκόπου. Οι δε τολμώντες ανατρέπειν την τοιαύτην διατύπωσιν, καθ’ οίον δήποτε τρόπον, και μη υποταττόμενοι τω ιδίω Επισκόπω, ει μεν είεν Κληρικοί, τοις των Κανόνων υποκείσθωσάν επιτιμίοις, ει δε μονάζοντες ή λαϊκοί, έστωσαν ακοινώνητοι”.
Είναι αξιόλογη η ερμηνεία του Κανόνος αυτού την οποία κάνει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: “Ο διορισμός του παρόντος Κανόνος είναι ούτος. Ότι, οι Κληρικοί και ιερωμένοι οπού ευρίσκονται εις τους ναούς των πτωχοτροφείων, ορφανοτροφείων δηλ. γηροκομείων, και νοσοκομείων, και εις τα μοναστήρια, και εις τους ναούς των Μαρτύρων, πρέπει να διαμένουσι πάντοτε υποτασσόμενοι εις τους Επισκόπους εκάστης πόλεως, κατά την παράδοσιν των αγίων Πατέρων, και να μη αποσκιρτώσιν από την εξουσίαν του εδικού των Επισκόπου με αυθάδειαν. Όσοι δε τολμήσουν να παραβούν καθ’ οιονδήποτε τρόπον τον παρόντα Κανόνα, και να μη υποτάττωνται εις τον εδικόν τους Επίσκοπον, ούτοι, ει μεν ώσιν ιερωμένοι και Κληρικοί, να ήναι υποκείμενοι εις τα επιτίμια των Κανόνων, τα οποία ήθελεν εύρει εύλογον ο αυτός ούτος κατά τόπον Επίσκοπος, ει δε ώσι μοναχοί ή λαϊκοί, να αφορίζωνται. Δια τί δε ανωτέρω ειπών ο Κανών, Κληρικούς και μοναχούς μόνον, κάτωθεν λέγει, και λαϊκούς; δια να φανερώση τους λαϊκούς εκείνους, εις το θάρρος των οποίων, και την υπεράσπισιν επιστηριζόμενοι οι Κληρικοί και μοναχοί, αυθαδιάζουσι κατά του Αρχιερέως, και δεν υποτάσσονται εις αυτόν.”
Από τον Κανόνα αυτόν φαίνεται ότι η Εκκλησιαστική Παράδοση θέλει τους Ιερομονάχους να σέβονται τον Επίσκοπο στον οποίον υπάγονται και να μη αφηνιάζουν με αυθάδεια εναντίον του. Όσοι δεν τηρούν αυτόν τον Κανόνα, πράγμα το οποίο συνιστά εκκλησιολογικό παράπτωμα, είναι υποκείμενοι σε εκκλησιαστικά επιτίμια. Επίσης, είναι χαρακτηριστικό ότι και οι λαϊκοί εκείνοι που υποστηρίζουν, υπερασπίζουν και ενθαρρύνουν, με τον τρόπο τους, τέτοιες “αναρχικές” εκδηλώσεις των Ιερομονάχων και μοναχών εναντίον του Επισκόπου τους, υπόκεινται σε επιτίμια ακοινωνησίας, ήτοι αφορισμού, ευχαριστιακού ή εκκλησιολογικού περιεχομένου. Και αυτό είναι φυσικό, γιατί δεν συνιστά εκκλησιαστικό ήθος το να χρησιμοποιούν οι Ιερομόναχοι τους λαϊκούς ως ασπίδα για να δικαιολογούν κάθε κανονική τους αυθαιρεσία. Μάλιστα, ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης παραθέτει και την απόφαση άλλης Συνοδικής πράξεως σύμφωνα με την οποία: “ο γαρ λαϊκός, καν και ήναι γεμάτος από κάθε σοφίαν και ευλάβειαν, όμως λαϊκός πάλιν είναι, και πρόβατον, αλλ’ όχι και ποιμήν, ο δε Αρχιερεύς, καν και δείχνη κάθε ανευλάβειαν, αλλ’ όμως Ποιμήν είναι, έως οπού ευρίσκεται εις τον τόπον των Αρχιερέων· όθεν δεν πρέπει τα πρόβατα να αντιφέρωνται κατά των ποιμένων τους.”
Γενικά, ο μοναχός έχει δόξα και τιμή, όταν κινείται μέσα στα πλαίσια της ορθοδόξου παραδόσεως, όπως διαγράφονται στην Αγία Γραφή, τους Κανόνες των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, και τα συγράμματα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Θα ήθελα εδώ να υπενθυμίσω τα κείμενα που έγραψε ο Μ. Βασίλειος, ο οποίος θεωρείται ο διοργανωτής του κοινοβιακού μοναχισμού, και το έκανε αυτό γιατί στην εποχή του παρατηρήθηκαν φαινόμενα, όπως και άλλοι Πατέρες (άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, άγ. Συμεών Θεσσαλονίκης) έχουν εντοπίσει, της ανταρσίας μερικών μοναχών προς τα εκκλησιαστικά θέσμια και προς το αξίωμα και τον βαθμό του Επισκόπου. Στους ασκητικούς λόγους του Μ. Βασιλείου, στους όρους κατά πλάτος και στους όρους κατ’ επιτομήν, που έγραψε ο ίδιος άγιος, διασώζεται ο γνήσιος ορθόδοξος, εκκλησιαστικός μοναχισμός, ο οποίος δημιουργεί ειρήνη, γαλήνη και σωτηρία και σε εκείνους που τον ακολουθούν και σε εκείνους που πλησιάζουν αυτούς τους ευλογημένους μοναχούς.
Τελευταία γράφονται και διαδίδονται ότι οι Επίσκοποι διώκουν τον μοναχισμό, ότι οι μοναχοί είναι διωκώμενοι από εκκλησιαστικούς άρχοντες κλπ. Και βέβαια κανείς δεν μπορεί να αρνηθή ότι παρατηρήθηκαν μερικά φαινόμενα διώξεων καλών και ορθοδόξων μοναχών. Όμως αυτό είναι η μία πλευρά του νομίσματος. Η άλλη πλευρά είναι ότι μερικοί σύγχρονοι μοναχοί έχουν αλλοιώσει την μοναχική πολιτεία, μεταφέρουν και ζουν έναν μοναχισμό που δεν ευνοείται από την ορθόδοξη παράδοση, έναν μοναχισμό που είναι αντιπαραδοσιακός, φραγκευμένος και δυτικός. Σε αυτήν την περίπτωση δεν είναι οι Επίσκοποι που διώκουν τον μοναχισμό, αλλά οι ίδιοι μοναχοί είναι διώκτες του ορθοδόξου μοναχικού πολιτεύματος, όπως τον παρέδωσαν οι Πατέρες.
Παρατηρούμε ότι στην πατρίδα μας υπάρχουν εκλεκτά και αγιασμένα Μοναστήρια, τα “ιερά τω Θεώ φροντιστήρια”, όπως τα αποκαλεί ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, και άλλα Μοναστήρια που είναι εκφραγκευμένα. Υπάρχουν μοναχοί που ζουν την ιερά ησυχία και άλλοι που ζουν σε ένα ακατανόητο, αποτυχημένο και ανορθόδοξο ακτιβισμό. Υπάρχουν μοναχοί που αγωνίζονται, ζώντες στην Εκκλησία, να σωθούν, και άλλοι που επιδιώκουν να “σώσουν” την Εκκλησία, ωσάν η Εκκλησία να έχη ανάγκη σωτήρων. Υπάρχουν μοναχοί που ασκούνται στην προσευχή και την ησυχία και εξοικονομούν τα προς το ζήν εργαζόμενοι το ευλογημένο εργόχειρο (αγιογραφία, κέντημα, λιβάνι, κερί, κομποσχοίνι κλπ.), και άλλοι μοναχοί που κατήντησαν επιχειρηματίες, με επιχειρήσεις, με αστικές εταιρείες, με σωματεία, τους οποίους θα ζήλευαν πολλοί κοσμικοί επιχειρηματίες, και στην πραγματικότητα ζουν σαν “παρεκκλησιαστικά σωματεία και οργανώσεις” που αντιστρατεύονται τους επισκόπους, εξασκούν πίεση σε αυτούς με διαφόρους τρόπους.
Πριν λίγους μήνες μια εφημερίδα παρουσίασε την επιχειρησιακή δραστηριότητα συγχρόνων Μοναστηριών, με τίτλο: “Δι’ ευχών των επιχειρήσεων ημών”. Δεν συνάντησα επιτυχέστερη φράση για να χαρακτηρίση τα σύγχρονα εκφραγκευμένα Μοναστήρια, διατυπωμένη μάλιστα από αυτούς που “θέλησαν” να επαινέσουν αυτόν τον τύπο των Μοναστηριών. Τα ορθόδοξα Μοναστήρια λειτουργούν “δι’ ευχών των αγίων Πατέρων ημών”, ενώ τα φράγκικα “αιρετικά” Μοναστήρια λειτουργούν “δι’ ευχών των επιχειρήσεων ημών”. Αντικαταστάθηκαν, δυστυχώς, οι Πατέρες από τους μάνατζερς.
Ένα από τα μεγαλύτερα θέματα που πρέπει να απασχολήση την Εκκλησία σήμερα είναι ο καθορισμός της αυτοσυνειδησίας του μοναχισμού, ο επαναπροσδιορισμός του σκοπού του μοναχικού πολιτεύματος, η αντιμετώπιση της συγχύσεως μεταξύ του ορθοδόξου και αιρετικού μοναχισμού, διότι μέσα από ένα ξένο προς την παράδοση μοναχισμό περνά η εκκοσμίκευση στην πνευματική ζωή, δημιουργούνται “αναρχικά τάγματα και καπετανάτα” στην Εκκλησία. Αν τα Μοναστήρια, αντί να είναι πνευματικά θεραπευτήρια που θεραπεύουν τους ανθρώπους, γίνονται χώροι οι οποίοι αρρωσταίνουν, φανατίζουν τους ανθρώπους και τους κάνουν πηγές ανωμαλίας, αφού, εκτός από τα σοβαρά πνευματικά λάθη που διαπράττονται σε προσωπικό επίπεδο, δημιουργούν εκκλησιολογικά και κοινωνικά προβλήματα, τότε έχουμε αποτυχία του ορθοδόξου μοναχισμού.
Ο ορθόδοξος εκκλησιαστικός μοναχισμός είναι η δόξα της Εκκλησίας. “Καύχημα γαρ της Χριστού εκκλησίας η μοναχική πολιτεία” (άγιος Ισαάκ ο Σύρος). Ο μοναχός διακρίνεται από την εσχατολογική προσδοκία: “Μοναχός εστιν ο έξωθεν του κόσμου καθήμενος, και αεί δεόμενος του Θεού, τυχείν των μελλόντων αγαθών” (άγιος Ισαάκ ο Σύρος). “Μοναχός εστιν άληκτον φως εν οφθαλμώ καρδίας. Μοναχός εστιν άβυσσος ταπεινώσεως, εν αυτή πάν πνεύμα κρημνίσας και αποπλήξας” (άγιος Ιωάννης Κλίμακος).
Όταν βρίσκω τέτοιον μοναχό, πέφτω ταπεινά μπροστά του, του φιλάω τα πόδια, και ζητώ την ευλογία του.

Ο ησυχαστικός μοναχισμός του Μ. Βασιλείου (Γ')
Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

(συνεχίζεται από το προηγούμενο)
δ) Η κατά Χριστόν άσκηση
Ο όρος μοναχική ζωή είναι ταυτόσημος με τον όρο ασκητική ζωή, γιατί ο μοναχός ασκείται στην κατά Χριστόν ζωή για να φθάση στην θέωση, τηρώντας τις εντολές του Χριστού.
Ο Χριστός έκανε λόγο για τεθλιμμένη οδό που οδηγεί στην ζωή, γι’ αυτό και ο Μ. Βασίλειος γράφει: “Αν ούτως άρξη, ούτω δε και τελέσης, την τεθλιμμένην οδεύσας οδόν εν τω βραχεί σου χρόνω της ασκήσεως”. Ο χρόνος της ασκήσεως της παρούσης ζωής είναι βραχύς εν σχέσει με την αιωνιότητα, γι’ αυτό και ο μοναχός πρέπει να οδεύση αυτήν την τεθλιμμένη οδό, τηρώντας όλους τους κανόνας της πορείας αυτής για να μην εκτραπή από την οδό.
Στην πραγματικότητα η άσκηση συνίσταται στο να τηρή ο άνθρωπος τις εντολές του Χριστού στην καθημερινή του ζωή, παρά την αντίδραση του παλαιού ανθρώπου με τα πάθη και τις επιθυμίες. Η πεπτωκυία ζωή έγινε τρόπος ζωής του ανθρώπου, οπότε χρειάζεται μια αναγέννηση. Ο Μ. Βασίλειος λέγει ότι πρέπει ο ασκητής να γνωρίζη ότι δεν μπορεί να αποφύγη την πάλη με τον διάβολο, ούτε μπορεί να τον νικήση “άνευ πόνων πολλών των επί φυλακή των ευαγγελικών δογμάτων”.
Η άσκηση συνίσταται σε σωματική και ψυχική. Η σωματική άσκηση συνδέεται με την καθαρότητα των αισθήσεων, την κακοπάθεια του σώματος, την εγκράτεια στην τροφή, την προσοχή στην ενδυμασία, την συμμόρφωση όλου του τρόπου ζωής. Ο μοναχός δεν πρέπει να στηρίζεται στην ευγενική του καταγωγή, ούτε να επιδιώκη την τιμή από τους ανθρώπους. Να παραιτήται από τις δημόσιες εμφανίσεις. Η ψυχική άσκηση είναι η μετάνοια, η αυτομεμψία, η αίσθηση της αναξιότητος.
Η άσκηση συνδέεται στενά με την θεραπεία των παθών και την απόκτηση των αρετών. Πράγματι, όταν ο ασκητής τηρή το θέλημα του Θεού, τότε περικόπτονται τα πάθη, των οποίων μητέρα είναι η φιλαυτία, και γεμίζει από τις δωρεές του Παναγίου Πνεύματος. Ο Μ. Βασίλειος λέγει ότι ο μοναχός πρέπει να προσέχη το πάθος της γαστριμαργίας, διότι από εκεί προέρχονται οι σαρκικές επαναστάσεις καί, βέβαια, να προκόπτη στις αρετές. “Πρόκοπτε ταις αρεταίς, ίνα εγγύς γένη των αγγέλων”.
Ο Μ. Βασίλειος σαφώς γνωρίζει ότι όλοι όσοι ζουν στο Μοναστήρι δεν σώζονται: “Μη πάντας λογίζου σώζεσθαι τους εν τη κέλλη, φαύλους τε και χρηστούς”. Δεν σώζονται όλοι γιατί πολλοί προσέρχονται στον ενάρετο βίο, “ολίγοι δε τον ζυγόν αυτού καταδέχονται”. Το ευαγγέλιο συνιστά την βία στην οποία πρέπει να ασκήται κανείς για να πορευθή προς την σωτηρία. Με την βία εννοείται η καταπόνηση του σώματος. “Ει τοίνυν βούλει αρπάσαι την βασιλείαν του Θεού, γενού βιαστής· υπόζευξόν σου τον αυχένα τω ζυγώ της δουλείας του Χριστού”. Πρέπει να σφίγγη ο ασκητής τον ζυγό γύρω από τον τράχηλο με την υπακοή και να τον ελευθερώνη με τον κόπο των αρετών, ήτοι την νηστεία, τις αγρυπνίες, την υποταγή, την ησυχία, τις ψαλμωδίες, τις προσευχές, τα δάκρυα, την χειρωνακτική εργασία, την υπομονή των θλίψεων που προέρχονται από τους δαίμονας και τους ανθρώπους.
Γενικά, ο ασκητής πρέπει να αγωνίζεται να τηρή τις εντολές του Θεού και έτσι με τον δικό του αγώνα και την βοήθεια της θείας Χάριτος να μεταμορφώνεται από δόξης σε δόξα, να αποβάλλη τον παλαιό άνθρωπο και να ενδύεται τον νέον άνθρωπο. Γράφει ο Μ. Βασίλειος: “Έχε παρεμπόρευμα πολιτείας αρίστης, ίνα εύρης πλούτον απόκρυφον εν ημέρα ανάγκης”.
ε) Νηπτική - ησυχαστική ζωή
Ο ορθόδοξος μοναχισμός στην βάση του είναι νηπτικός - ησυχαστικός, διότι δίδεται δια του τρόπου αυτού η δυνατότητα στον μοναχό να ησυχάζη και να νήπτη, οπότε έτσι καθαρίζει τον εσωτερικό εαυτό του, δηλαδή την καρδιά του. Η νήψη και η προσευχή είναι το άπαν στην μοναχική ζωή και πολιτεία.
Ο μοναχός οφείλει “νήφειν και τηρείν την καρδίαν από λογισμών πονηρών”. Δεν εννοεί τους λογισμούς που παραμένουν στην λογική, αλλά τους λογισμούς που κατεβαίνουν στην καρδιά. Οι λογισμοί, δηλαδή, δεν πρέπει να εισέρχωνται μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, στην οποία πρέπει να γίνεται η προσευχή. Ο μοναχός όχι μόνον πρέπει να τηρή την καρδιά του από τους πονηρούς λογισμούς, αλλά να ανακρίνη τον εαυτό του “περί των λογισμών των καθημερινών και πράξεων”. Ταυτόχρονα ο μοναχός οφείλει να τηρή την καρδία του με την μελέτη καλών διδασκαλιών, δηλαδή να έχη καλούς λογισμούς. Η νήψη προεκτείνεται ακόμη σε όλες τις ενέργειες του σώματος και των αισθήσεων οράσεως, ακοής, λόγου κλπ. Γράφει ο Μ. Βασίλειος: “χρειωδώς όρα, χρειωδώς άκουε, χρειωδώς λάλει, χρειωδώς αποκρίνου”.
Η νήψη συνδέεται στενά με την προσευχή. Το “αδιαλείπτως προσεύχεσθαι” πρέπει να είναι εντρύφημα του μοναχού. Ο Μ. Βασίλειος δίνει μεγάλη σημασία στην κοινή προσευχή, στην οποία πρέπει να συμμετέχη μέχρι το τέλος, θεωρώντας ζημιά την αποχώρηση από αυτήν. Η κοινή προσευχή όμως πρέπει να συνδεθή με την προσευχή στο κελλί μέρα και νύκτα. “Εγχρόνιζε τη κέλλη ουκ ημέρας ουδέ μήνας, αλλά πολλών ετών περιόδους ανυμνών σου τον Δεσπότην εν νυκτί και εν ημέρα, μιμούμενος τα χερουβίμ”.
Η νηπτική - ησυχαστική ζωή του μοναχού εκδηλώνεται σε ποικίλες πράξεις και ενέργειες. Ο μοναχός πρέπει να βρίσκεται πάντοτε σε ετοιμότητα να μη δεχθή πειρασμική περιπλάνηση και απωλέσει τον σκοπό της μοναχικής πολιτείας, που είναι η εσωτερική καθαρότητα και η ένωση με τον Θεό. Ο Μ. Βασίλειος γράφει ότι στην μοναχική ζωή απαγορεύεται “λόγος ανωφελής και ο δια της προς αλλήλους ομιλίας μετεωρισμός άκαιρος”, διότι πρέπει ο νούς να αδολεσχή πάντοτε με τον Θεό. Όχι μόνον πρέπει ο μοναχός να προσέχη εξωτερικά, αλλά πρέπει να αποκόπτη κάθε λογισμό που επαναστατεί εναντίον της πίστεως του Χριστού και μάλιστα πρέπει να πολεμά τον ασεβή και πονηρό λογισμό με τον λόγο της ευσεβείας. Επειδή οι μεθοδείες του διαβόλου είναι ποικίλες γι’ αυτό τον λόγο ο μοναχός πρέπει να προσέχη ώστε να αποκόπτη αμέσως όλες τις μεθοδείες αυτές από την καρδιά του, γιατί διαφορετικά εκπίπτει από την ζωή του Χριστού. “Ει μην εν τάχει επεγνωκώς διαβολικήν είναι την μεθοδείαν εκκόψεις εκ της σής καρδίας, έκπτωσίν σοι της εν Χριστώ πολιτείας κατασκευάζουσιν”. Και βέβαια γνωρίζουμε τί νήψη και ετοιμότητα απαιτείται ώστε ο μοναχός να αντιληφθή αμέσως την μεθοδεία του διαβόλου στην καρδιά. Αυτό σημαίνει ότι η καρδιά πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή εγρήγορση: “Πάσαν προέλευσιν παραιτού (νά παρατήσαι από κάθε δημόσια εμφάνιση) όσον εστίν εν σοί, φεύγων τας της καρδίας σου διαχύσεις”. Τελικά, η μοναχική ζωή είναι μια εσωτερική εργασία, η ζωή της καρδιάς, αφού εκεί θέλει να εργάζεται ο διάβολος, από κεί πρέπει να εξορισθή και εκεί πρέπει να ενεργήση η Χάρη του Θεού: “Εν κρυπτώ δε πάντα δουλεύειν και μη προς επίδειξιν ανθρώπων ποιείν”.
Η νηπτική-ησυχαστική εργασία επεκτείνεται σε όλες τις ενέργειες του μοναχού. Εντέλλεται ο μοναχός από τον Μ. Βασίλειο να μην δέχεται εγκώμια από τους ανθρώπους, αλλά ούτε και ο ίδιος να καυχάται: “Μη καυχάσθαι το σύνολον μηδέ εγκώμια εαυτού λέγειν μηδέ άλλου εγκωμιάζοντος ηδέως ακούειν”. Αντίθετα μάλιστα πρέπει να αισθάνεται ότι είναι ο αμαρτωλότερος άνθρωπος και αυτή η αίσθηση είναι η πραγματική του δόξα. Γράφει ο Μ. Βασίλειος: “Αλλά θέμενος εν σεαυτώ πάντων ανθρώπων είναι ατιμότερον και αμαρτωλότερον, ξένον τε και αλήτην και κατ’ οίκτον παρειλημμένον υπό των προ σού αποταξαμένων, σπεύδε πάντων είναι έσχατος και πάντων δούλος. Ταύτα γαρ σοι οίσει τιμήν και δόξαν αληθινήν, ουκ εκείνα”.
Αυτή η κρυφή εσωτερική εργασία, η αποβολή όλων των λογισμών από την καρδιά, η περιφρούρηση της καρδιάς από λογισμούς και επιθυμίες, η αίσθηση της αυτομεμψίας και η βαθυτάτη μετάνοια, που συνδέεται ταυτόχρονα με την προσευχή, είναι αυτό που λέγεται εσωτερική παρθενία. Ο μοναχός δεν πρέπει να νομίζη ότι διασώζεται “εν μόνη τη του σώματος φυλακή το κατόρθωμα της παρθενίας”, αλλά η παρθενία επεκτείνεται στην προσοχή να μη μολυνθή από κάθε εμπαθή διάθεση που ενεργείται από διάφορα πάθη στην καρδιά. Στην συνέχεια μνημονεύει τα πάθη εκείνα που πρέπει να προσέχη ο ασκητής. Και αυτά είναι η οργή, ο φθόνος, η μνησικακία, το ψεύδος και η υπερηφάνεια, ο μετεωρισμός και η ακαιρολογία, η αργία των προσευχών και η επιθυμία των μη όντων, η αμέλεια των εντολών και ο καλλωπισμός των ιματίων, η περιποίηση του προσώπου και οι περιττές και απρεπείς συναντήσεις και συζητήσεις. Και αφού μνημονεύονται τα πάθη στην συνέχεια γράφει ότι χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, γιατί εκείνος που πέφτει σε ένα από τα πάθη αυτά είναι το ίδιο σά να έκανε ένα σαρκικό αμάρτημα και έτσι χάνει το χάρισμα της παρθενίας. Γράφει χαρακτηριστικά: “Ταύτα πάντα τοσαύτης άξια παραφυλακής έστι τω δια της παρθενίας αφιερώσαντι τω Θεώ εαυτόν, ως τον ίσον, μικρού δείν, κίνδυνον είναι ενί τε τούτων συνενεχθήναι και εν τη απειρημένη αμαρτία γενέσθαι. Πάντα γαρ τα δια πάθους γινόμενα λυμαίνεταί πως τη της ψυχής καθαρότητι και προς την θείαν εμποδίζει ζωήν”.
Η νηπτική-ησυχαστική ζωή στην πραγματικότητα δεν είναι μια λεπτή εσωτερική προσοχή, αλλά συνδεδεμένη με την προσευχή είναι πλήρωση του εσωτερικού χώρου της καρδιάς από την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Ο μοναχός πρέπει να είναι ενδεδυμένος την πανοπλία του πνεύματος. Γράφει ο Μ. Βασίλειος: “τώ πνεύματι ζέειν, ενδεδυμένον είναι την πανοπλίαν του αγίου Πνεύματος και τρέχειν ουκ αδήλως και πυκτεύειν ως ουκ αέρα δέροντα και καταπαλαίειν του εχθρού εν τη ασθενεία της σαρκός και εν τη πτωχεία της ψυχής...”.
στ) Η κοινοβιακή ζωή
Αυτή η νηπτική-ησυχαστική ζωή, όπως την εκθέτει ο Μ. Βασίλειος, τμήμα της οποίας εντοπίσαμε σε όσα εγράφησαν προ ολίγου, βιώνεται μέσα στο Κοινόβιο, και μάλιστα αυτή είναι η εσωτερική εργασία που καθορίζει και προσδιορίζει το κοινόβιο, αν είναι πραγματικό μοναστικό συγκρότημα και όχι μια παρέα ευσεβών ανθρώπων. Αν δεν υπάρχη αυτή η εσωτερική εργασία, που προϋποθέτει η ησυχαστική αναφορά του κάθε μοναχού, τότε το κοινόβιο χάνει τον μοναχικό του χαρακτήρα. Έχοντας, λοιπόν, υπ’ όψη μας όσα είπαμε προηγουμένως, πρέπει να εντοπίσουμε και μερικά σημεία από εκείνα που γράφει ο Μ. Βασίλειος και προσδιορίζουν τον αληθινό κοινοβιακό τρόπο ζωής.
Ο Μ. Βασίλειος συνιστά, όπως το βλέπουμε και σε άλλα σημεία των διδασκαλιών του, την κοινή ζωή, δηλαδή το μοναστικό κοινόβιο. Η μοναχική ζωή είναι “θειοτέρα ζωή” και γι’ αυτόν τον λόγο δεν πρέπει οι μοναχοί να είναι “κατά μόνας”, αλλά όλοι μαζί, ώστε έτσι “εμμάρτυρον (γάρ) είναι προσήκει τον τοιούτον βίον, ως αν εκτός είναι πονηράς υποψίας”. Μάλιστα εντοπίζει τον αριθμό των μοναχών που είναι καλό να συγκροτούν την μοναχική κοινότητα, δηλαδή να μη είναι λιγότερο από δέκα μοναχοί αλλά μάλλον περισσότερο από τον αριθμόν αυτόν. Θεωρεί, μάλιστα καλό να είναι άβατος ο χώρος του ανδρικού μοναστηρίου από τις γυναίκες. “Αι είσοδοι των ασκητηρίων ταις μεν γυναιξίν αποκεκλείσθωσαν”. Καί, βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι επιτρέπονται και όλοι οι άνδρες να εισέρχωνται, αφού και όσοι άνδρες θέλουν να εισέλθουν θα πρέπη να έχουν την άδεια του Ηγουμένου. Το ότι γίνεται αναφορά σε Ηγούμενο σημαίνει ότι ο όρος ασκητήρια που χρησιμοποιεί εδώ ο Μ. Βασίλειος αναφέρεται σε μοναστήρια, σε κοινόβια, στα οποία ασκούνται οι μοναχοί. Η μοναχική ζωή που εξασκείται μέσα στα κοινόβια θεωρείται φιλόσοφος βίος: “εντός του κατά φιλοσοφίαν γενέσθαι βίου”.
Βασικός όρος για να παραμένη κανείς στον κοινοβιακό μοναχισμό είναι η ακτημοσύνη, όπως το είδαμε σε προηγούμενη ενότητα. Πριν εισέλθη ο μοναχός στο κοινόβιο, πρέπει να γυμνωθή από τα κακά πάθη καί, βεβαίως, να εξασκηθή στην αποταγή των υπαρχόντων. Το κοινόβιο είναι στην πραγματικότητα η πρώτη εκείνη εκκλησιαστική κοινότητα στα Ιεροσόλυμα, όπως περιγράφεται από τις Πράξεις των Αποστόλων. Πρέπει όλοι οι μοναχοί να επιδιώκουν την σωτηρία τους και να αποδεχθούν την κοινή ζωή, ήτοι “τό μίαν εν πάσι καρδίαν είναι και θέλημα έν και μίαν επιθυμίαν καί, καθώς νομοθετεί ο απόστολος, έν γενέσθαι σώμα, εκ διαφόρων μελών συνηρμοσμένον, πάν το πλήρωμα της συνοδίας”. Επομένως, ο μοναχός όχι μόνον πρέπει να εξασκή την κοινοκτημοσύνη, αλλά την πλήρη ακτημοσύνη: “Δεί τον μοναχόν προ πάντων ακτήμονα βίον κεκτήσθαι”. Το πώς εκδηλώνεται αυτή η κοινή ζωή θα το δούμε πιο κάτω.
Άλλος κανόνας της κοινοβιακής, αλλά και ασκητικής γενικότερα ζωής είναι η υπακοή στον Προεστώτα, τον Πνευματικό Πατέρα, τον Ηγούμενο της Ιεράς Μονής. Για το θέμα αυτό αναφερθήκαμε πιο πάνω, όταν κάναμε λόγο για την υπακοή στον Ηγούμενο και είδαμε πώς εννοεί την υπακοή ο Μ. Βασίλειος και ποιός πρέπει να είναι ο Ηγούμενος. Απλώς εδώ θα πρέπη να καταγραφή εκ νέου ο λόγος του Μ. Βασιλείου: “Αρχηγός είς της ευσχημοσύνης του βίου προκαθεζέσθω, εν δοκιμασία βίου και ήθους και πάσης κοσμίας αναστροφής των λοιπών προκριθείς”. Ο Ηγούμενος πρέπει να είναι υπόδειγμα ήθους και ζωής. Και μάλιστα μπορεί να παρατηρηθή ότι αυτός καθορίζει την πνευματική κατάσταση στην Μονή του, αφού όλο το κλίμα που επικρατεί στην Ιερά Μονή έχει σχέση με την ψυχική και πνευματική κατάσταση του Ηγουμένου. Άλλωστε, αυτό είναι απαραίτητο, γιατί ο Ηγούμενος ρυθμίζει και επιβάλλει τα αναγκαία και απαραίτητα επιτίμια για την σωτηρία των μοναχών. Επιτίμια μπορεί να είναι ο αποκλεισμός από την κοινή λατρεία και από την κοινή Τράπεζα καί, βέβαια, τα επιτίμια πρέπει να είναι ανάλογα με το μέγεθος του αμαρτήματος. Αυτό σημαίνει ότι ο Ηγούμενος πρέπει να έχη το χάρισμα της διακρίσεως.
Σε ένα κοινόβιο μοναστήρι που ζουν πολλοί μοναχοί, μια ολόκληρη αδελφότητα που αποτελείται από πολλά μέλη με διαφορετικό χαρακτήρα και νοοτροπία, είναι επόμενο ότι χρειάζεται αγώνας, ώστε να προσαρμόζονται όλοι στον σκοπό του υψηλού νοήματος της μοναχικής πολιτείας. Η αδελφότητα ομοιάζει με σώμα, οπότε όπως όλα τα μέλη συνεργάζονται μεταξύ τους, έτσι πρέπει να συμβαίνη στην μοναχική αδελφότητα: “Προσήκει κοινήν και ίσην πάσι προς αλλήλους την αγάπην είναι”, γιατί αυτό είναι φυσικό. Κάθε μοναχός πρέπει να δείχνη “τήν συμπαθή διάθεσιν και την αγαπητικήν σχέσιν ίσην επί πάντων των εν τη συνοδία”. Όμως ο Μ. Βασίλειος δεν παραμένει στο σημείο αυτό, γιατί επειδή υπάρχουν πολλά χαρίσματα και διακονίες δεν μαζοποιείται ο άνθρωπος. Γι’ αυτό τονίζει ότι η συμπαθής διάθεση και η αγαπητική σχέση πρέπει να είναι εξ ίσου σε όλους, αλλά πρέπει να αποδίδεται μεγαλύτερη τιμή στους χρησιμοτέρους: “Η δε τιμή, κατά το εύλογον, επί των χρησιμοτέρων το πλέον έξει”.
Η αγάπη, όμως, δεν είναι εύκολη υπόθεση, διότι προσκρούει στα πάθη και ιδιαιτέρως στα πάθη της φιλαυτίας. Γι’ αυτόν τον λόγο απαιτείται μεγάλος αγώνας όλων των μελών της κοινότητος. Πρέπει να αποφεύγη ο μοναχός τις φατρίες και τις συσκηνίες, τους απρεπείς ανταγωνισμούς και τις μερικές διαθέσεις, τους φθόνους και τις υποψίες που προέρχονται από τις ιδιαίτερες φιλίες και προτιμήσεις, να αποφεύγη ôïõò øιθυρισμούς, τα νεύματα που δηλώνουν υποψία κακολογίας, οι μοναχοί πρέπει να συζητούν χαμηλοφώνως, να μη υπάρχη επιτακτικό ύφος, που είναι υβριστικό. Ο νόμος της αγάπης, όπως λέγει ο Μ. Βασίλειος δεν συγχωρεί, δεν επιτρέπει “εν τη κοινή ταύτη συσκηνία μερικάς φιλίας και εταιρείας”.
Όμως η κοινή ζωή στο κοινόβιο όχι μόνον βοηθά τον μοναχό να αγαπά εξίσου όλους τους άλλους μοναχούς και να εκπαιδευθή στην κοινή ζωή, αλλά συγχρόνως του δίδει την δυνατότητα να εμπνέεται από τα παραδείγματα των ζηλωτών μοναχών. Ασφαλώς υπάρχουν μερικοί μοναχοί που προπορεύονται στην εν Χριστώ ζωή. Και αυτοί γίνονται υποδείγματα ζωής. Γράφει ο Μ. Βασίλειος: “Γίνου ζηλωτής των ορθώς βιούντων και τούτων τας πράξεις έγγραφε τη σή καρδία. Εύχου γενέσθαι των ολίγων”.
Το κοινόβιο προϋποθέτει την κοινή ζωή σε όλα τα εξωτερικά πράγματα. Βέβαια, η προσωπική ζωή του καθενός, ανάλογα με την ελευθερία του και την αγάπη του, αλλά και την ενέργεια της θεία Χάριτος, διαφέρει, αφού η πορεία είναι κοινή, αλλά η ταχύτητα της πορείας διαφέρει από πρόσωπο σε πρόσωπο. Όμως στον εξωτερικό τρόπο ζωής πρέπει να υπάρχη συμφωνία, διαφορετικά το Μοναστήρι δεν μπορεί να πορεύεται ορθώς.
Αυτή η κοινή ζωή αναφέρεται πρώτα στην προσευχή. Ο μοναχός πρέπει ολόκληρη την ημέρα και την νύκτα να προσεύχεται: “Προσευχής καιρός έστω άπας ο βίος”. Επειδή όμως πρέπει να χαλαρώνη ο άνθρωπος, γι’ αυτό και θα υπάρχουν καθορισμένες ώρες προσευχής. Ως προς την τροφή ο μοναχός πρέπει να αποφεύγη την αμετρία και στις δύο περιπτώσεις, ήτοι την τρυφή και την κακοπάθεια του σώματος, ώστε το σώμα να μη ταράσσεται από την παχυσαρκία, και να μη αδυνατή να εκτελή τις εντολές του Θεού από αδυναμία σωματική. Διότι η ψυχή βλάπτεται και από τα δύο αυτά. Αλλά και η διακονία πρέπει να ρυθμίζεται από κάποιον πρεσβύτερο αδελφό που μαρτυρείται από σεμνότητα βίου. Το διακόνημα πρέπει να γίνεται με αγάπη και να είναι ευσπρόδεκτο, να γίνεται από τον ίδιο μοναχό που του ανατέθηκε το έργο αυτό και να μην το αφήνη σε άλλον μοναχό να το κάνη. Το διακόνημα γίνεται πρόξενο της Βασιλείας του Θεού: “Μέγα το της διακονίας έργον και βασιλείας ουρανών πρόξενον”, γιατί γίνεται σαγήνη των αρετών που περιέχουν τις εντολές του Θεού. Το διακόνημα πρέπει ο μοναχός να το κάνη με ευσχημοσύνη και επιμέλεια “ως τω Χριστώ διακονών” και να εκτελή τις εργασίες, έστω και αν είναι ευτελείς, με καλούς τρόπους “ως Θεού εποπτεύοντος”.
Γενικά μέσα στο κοινόβιο πρέπει ο μοναχός να αγωνίζεται με όλους τους τρόπους και σε όλες τις επί μέρους εκδηλώσεις του κοινοβίου, ώστε να ελευθερώνεται από τα πάθη και να εξασκή τις αρετές. Ο μοναχός δεν πρέπει να έχη ίχνος οργής, μνησικακίας, φθόνου, φιλονικίας, ούτε χειρονομία, κίνηση, λόγο, αντίδραση βλέμματος, έκφραση προσώπου ή ό,τι άλλο προκαλεί την οργή του συζώντος μοναχού. Στο τέλος δε της ημέρας πρέπει να κάνη αυτοεξέταση της συνειδήσεώς του εάν έγινε κάτι που δεν έπρεπε, ή μια απηγορευμένη σκέψη ή συζήτηση που δεν ήταν στο καθήκον του, ή νωθρότητα στην προσευχή ή αδιαφορία στην ψαλμωδία ή επιθυμία κοσμικής ζωής κλπ. Όλα αυτά να μη τα αποκρύβη ο μοναχός αλλά να τα εξαγγέλλη ώστε να θεραπευθή: “Μη επικρυπτέσθω το πλημμέλημα, αλλά τω κοινώ εξαγγελλέτω, ως αν δια κοινής προσευχής θεραπευθή το πάθος του συνενεχθέντος τω τοιούτω κακώ”. Πέρα από την περικοπή των παθών, το κοινόβιο, όπως φάνηκε προηγουμένως, βοηθά στην απόκτηση των αρετών, όπως της εγκράτειας, της ταπεινοφροσύνης, της μετανοίας, της αγάπης κλπ.
Βεβαίως, και οι Ιερομόναχοι που έχουν την μεγαλύτερη τιμή να λειτουργούν για τις πνευματικές ανάγκες του κοινοβίου, πρέπει να διακρίνωνται από την ταπείνωση. Γι’ αυτό ο Μ. Βασίλειος γράφει: “Μη σε βαθμός κλήρου επαιρέτω, αλλά μάλλον ταπεινούτω”.
Η κοινοβιακή ζωή είναι μίμηση της αποστολικής ζωής, του ομίλου των μαθητών που είχαν κέντρο τον Χριστό, καθώς επίσης είναι συνέχιση της ζωής των πρώτων Χριστιανών στα Ιεροσόλυμα. Η κοινοβιακή ζωή εκφράζει τον κοινοβιακό χαρακτήρα της Εκκλησίας που παραπέμπει κατ’ ευθείαν στην πρώτη εκείνη κοινότητα του Αδάμ και της Εύας στον Παράδεισο, πριν από την πτώση. Αυτήν έχει υπόδειγμα και σε αυτήν κατατείνει.
Ο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ
Του Αρχιμ. Χρυσοστόμου Παπαδάκη Πρωτοσύγκελου της Ι. Μητρ. Γορτύνης και Αρκαδίας
Με πρωτοβουλία του Συμβουλίου της Ευρώπης πραγματοποιήθηκε ένα ειδικό δεκαπενθήμερο (12-26 Μαρτίου) πρόγραμμα με τον τίτλο "Δρόμοι του Μοναχισμού" στην Ο.Α.Κ. Στο πρόγραμμα αυτό όπως πληροφορηθήκαμε από τον Τύπο συνεργάζονται η Γαλλία, η Ελλάδα, η Νορβηγία, η Πορτογαλία και η Ρουμανία. Από αυτές τις χώρες, μετείχαν 30 μεταπτυχιακοί σπουδαστές διαφόρων ειδικοτήτων. Αν και τέτοιες ενέργειες σπουδής και προσέγγισης του Ορθόδοξου Μοναχισμού έχουν ακαδημαϊκό χαρακτήρα, εν τούτοις ως πρωτοβουλίες είναι επαινετές αφού παρέχουν κάποια ερεθίσματα για βαθύτερη μελέτη που μπορεί να γίνει σε μοναστήρια τα οποία ακμάζουν, κυρίως στο Άγιο Όρος ως προς τον ανδρικό μοναχισμό και σε πολλά μοναστήρια της Ελλάδος ως προς το γυναικείο.
Με αυτή, λοιπόν, την αφορμή δημοσιεύουμε μια σειρά άρθρων μας με τον τίτλο "Ορθόδοξος Μοναχισμός".
Πολύ πριν από την ενανθρώπιση του Θεού Λόγου ήταν γνωστός ο ασκητικός βίος σε πολλές θρησκείες. Αυτού του είδους όμως η άσκηση δεν μπορεί να συγκριθεί με τη χριστιανική, γιατί και οι προϋποθέσεις ήταν εντελώς διαφορετικές, όπως επίσης η αφετηρία και ο στόχος.
Στην εργασία μας αυτή θα αναφερθούμε στο χριστιανικό Μοναχισμό και ποιο συγκεκριμένα στον Ορθόδοξο Μοναχισμό. Βέβαια το θέμα είναι τεράστιο και δεν μπορεί να εξαντληθεί μέσα στις λίγες αυτές γραμμές. Η σμίκρυνση χωρίς αμφιβολία αδικεί κατά κάποιο τρόπο το θέμα αλλά και η παντελής άγνοια του αδικεί τον εαυτό μας.
Μέσα στην Καινή Διαθήκη συναντούμε την τάξη των παρθένων, εκείνων δηλαδή των ανθρώπων που είχαν αφιερωθεί στο Χριστό ψυχοσωματικά. Αυτή η τάξη μπορεί να θεωρηθεί πρόδρομος του οργανωμένου Μοναχισμού. Στα μεταποστολικά χρόνια μέχρι την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου που είναι χρόνια διωγμών, παρατηρείται το φαινόμενο της αναχώρησης και του ερημητισμού. Της απομάκρυνσης δηλαδή από τις πόλεις και τις κοινότητες και της εγκατάστασης στις ερήμους.
Πολλοί μελετητές της κοινωνιολογίας του χριστιανισμού προσδιορίζουν τα αίτια του φαινομένου σε λόγους αυτοάμυνας εξ αιτίας των διωγμών, σε λόγους οικονομικούς (φτώχεια, φόροι), σε λόγους αντίδρασης στην εκκοσμίκευση της ζωής των χριστιανών κυρίως από τότε που ο χριστιανισμός αφέθηκε ελεύθερος. Δεν εξετάζουν όμως τους πνευματικούς λόγους μέσα στους οποίους ενυπάρχει η αλήθεια.
Κακώς επίσης θεωρήθηκε ο αναχωρητισμός-ερημητισμός ως αντίδραση και σ' αυτήν ακόμα την Εκκλησία, επειδή αρχικά αναπτύχθηκε αυτόνομα χωρίς ανάμειξη στη διοίκηση της Εκκλησίας. Το φαινόμενο δεν ερμηνεύθηκε σωστά. Η φυγή από τον κόσμο δεν ήταν φυγή από την Εκκλησία και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι μοναχοί και κοσμικοί χριστιανοί δεν παρουσιάστηκαν ούτε αναπτύχθηκαν ποτέ ως αντιτιθέμενες τάξεις. Η αντιθετική διάκριση δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα. Τη σχέση Εκκλησίας και ερημιτών τη βλέπουμε με ενάργεια στο βίο ενός σπουδαίου αναχωρητή και ερημίτη, του Μεγάλου Αντωνίου, που θεωρείται και Πατέρας του Μοναχισμού. Το βίο του έγραψε ο Μέγας Αθανάσιος.
Πρώτη, λοιπόν, μορφή του Μοναχισμού είναι ο ερημητισμός που παρουσιάσθηκε στην Παλαιστίνη, Αίγυπτο και Συρία, για να επεκταθεί σύντομα στη Μ. Ασία και τέλος στην Ευρώπη. Οι ερημίτες αποτελούσαν πόλο έλξεως μαθητών που επιθυμούσαν να ζήσουν την ίδια ζωή. Η ανάγκη κάποιας οργάνωσης δεν άργησε να φανεί. Στην έρημο της Νιτρίας π.χ., όπου κατά τον Παλλάδιο είχαν συγκεντρωθεί πέντε χιλιάδες αναχωρητές, οργανώθηκαν και δημιούργησαν για πρώτη φορά τα λεγόμενα διακονήματα και τις κοινές λατρευτικές συνάξεις. Η μορφή αυτή καλείται λαυριωτική και είναι μια ενδιάμεση μορφή ζωής μεταξύ ερημητικής και κοινοβιακής.
Με τη δημιουργία του κοινοβίου ο Μοναχισμός γίνεται πλέον επίσημος θεσμός της Εκκλησίας. Η χρονική αυτή περίοδος συμπίπτει, όχι τυχαία, με την περίοδο κατά την οποία ο Μέγας Κωνσταντίνος προστατεύει την Εκκλησία ύστερα από τα τόσα δεινά των διωγμών. Πρώτος διαμορφωτής του κοινοβιακού συστήματος ήταν ο Μέγας Παχώμιος. Στο έργο αυτό επιδόθηκε, όπως μας πληροφορεί ο Παλλάδιος, ύστερα από θεία αποκάλυψη. "Καθεζομένω ουν αυτώ εν τω σπηλαίω ώφθη αυτώ άγγελος Κυρίου και λέγει αυτώ. Παχώμιε, κατά τα σαυτόν κατώρθωσας, περιττώς ουν καθέζη εν τω σπηλαίω τούτω. Δεύρο τοίνυν εξελθών συνάγαγε πάντας τους νεωτέρους μονάζοντας και οίκησον μετ' αυτών και κατά τον τύπον ον δίδωμί σοι ούτως αυτοίς νομοθέτησον". Στις τοιχογραφίες των μοναστηριών θα εμφανίζεται αργότερα ο άγγελος με το σχήμα του μοναχού κρατώντας ειλητάριο που γράφει "εν τούτω τω σχήματι σωθήσεται πάσα σάρξ".
Τα στοιχεία που συνιστούν το κοινόβιο είναι: α) Ο κοινός τόπος διαμονής, β) η οργάνωση κοινής οικονομικής ζωής και γ) η ύπαρξη κεντρικής εξουσίας. Αυτός ο τρόπος μοναχικής ζωής θεωρήθηκε από τους Πατέρες ως ο καλύτερος και ασφαλέστερος δρόμος προς την τελειότητα. "Προς πολλά χρησιμοτέραν καταμανθάνω την επί το αυτό των πλειόνων διαγωγήν", γράφει ο Μέγας Βασίλειος, ο οποίος μας άφησε και τους υπέροχους κανόνες του στο έργο "όροι κατά πλάτος και κατ' επιτομήν". Στο κοινόβιο οι μοναχοί τα έχουν άπαντα κοινά με κέντρο τη λατρεία στο καθολικό της Μονής που είναι και το κτιριακό επίκεντρο. Εκείνο όμως που προέχει πάνω απ' όλα είναι η υπακοή στον προεστώτα, θέμα για το οποίο θα κάνουμε λόγο σε άλλη συνάφεια. Ενώ το κοινόβιο δημιουργήθηκε και τροφοδοτήθηκε από τον ερημητισμό, με τη σειρά του και αυτό θα γινόταν για πάντα ο κύριος τροφοδότης του ερημητισμού. Στο κοινόβιο θα δεχόταν τα απαραίτητα πνευματικά γυμνάσματα ο μοναχός και θα έπαιρνε τα βασικά πνευματικά εφόδια, για να μπορούσε να αντεπεξέρχεται στην έρημο δίχως τον κίνδυνο της πλάνης που διατρέχουν εκείνοι που άκριτα ξεκινούν τον αγώνα τους από την αρχή αμέσως στην έρημο δίχως να έχουν δίπλα τους έναν απλανή πνευματικό οδηγό. Αυτή τη μεγάλη αλήθεια υιοθέτησε και υποστήριξε με τον 41ο κανόνα η "εν Τρούλλω Αγία Σύνοδος", που ορίζει ως προϋπόθεση για την αναχώρηση στην έρημο την τριετή τουλάχιστον παραμονή του μοναχού μέσα σε κοινόβιο.
Το ιδιόρρυθμο σύστημα, κατά το οποίο εκτός από την προσευχή τα άλλα δεν είναι κοινά, εμφανίζεται τον 11ο αιώνα. Πρόκειται για σύστημα δημιουργημένο από ειδικές ιστορικές συνθήκες ενίοτε δε και ανθρώπινες αδυναμίες. Η Εκκλησία ως προς την ύπαρξη αυτού του συστήματος έκαμε κάποια οικονομία δεν παύει όμως να μην αποτελεί το ιδεώδες σύστημα που οι άγιοι Πατέρες γνώρισαν, στήριξαν και εγκωμίασαν.
Πρέπει όμως να δεχθούμε ότι εδώ στην Κρήτη το ιδιόρρυθμο σύστημα ευδοκίμησε ως προς τον ανδρώο μοναχισμό λόγω της ψυχοσύνθεσης των Κρητών και των ιστορικών εξελίξεων του νησιού και παρά τις αδυναμίες του οι ιδιόρρυθμες Μονές προσέφεραν πολλά στην Εκκλησία δίνοντας εκλεκτές προσωπικότητες που διέπρεψαν στην Εκκλησιαστική διοίκηση, με την οικονομική τους συμβολή σε έργα ευποιίας αλλά και στο έθνος με την συμμετοχή τους στους απελευθερωτικούς αγώνες.
Στο Άγιο Όρος μετά από πολλές προσπάθειες της Ι. Κοινότητος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, την τελευταία δεκαετία μετατράπηκαν σε κοινόβια και τα τελευταία ιδιόρρυθμα Μοναστήρια, αφού στη μοναχική πολιτεία του Άθωνα το ιδιόρρυθμο σύστημα μόνο παραφωνία αποτελούσε.
Μια τελευταία μορφή μοναχισμού που ανθεί στην Ελλάδα είναι τα λεγόμενα Ησυχαστήρια, για τα οποία η Εκκλησία έκανε κατά κάποιο τρόπο μια οικονομία. Δέχτηκε δηλαδή την αυτοτέλεια τους, με όρο την πνευματική εποπτεία του οικείου Επισκόπου, αφού τηρείται σ' αυτά το αυστηρό κοινοβιακό σύστημα και αποτελούν χώρους πνευματικής εργασίας η οποία ακτινοβολεί και ωφελεί.

ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ
Σκοπός του μοναχού είναι η εν Χριστώ τελειότητα. Το "καθ' ομοίωσιν" δια της τελείας μετανοίας. Ισόβια μετάνοια είναι η μοναχική ζωή. "Αγκάλας πατρικάς διανοίξαι μοι σπεύσον, ασώτως τον εμόν κατηνάλωσα βίον...", είναι το τροπάριο με το οποίο αρχίζει η ακολουθία της μοναχικής κουράς.
Η μοναχική ζωή είναι "στενή πύλη και τεθλιμμένη οδός" (Ματθ. Ζ' 14). Ζωή γεμάτη εκούσιες στερήσεις, γιατί και πολλά από τα θεμιτά ακόμα της ζωής των χριστιανών που είναι στον κόσμο, για το Μοναχό είναι αθέμιτα, απαγορευμένα. "Μοναχός εστι βία φύσεως διηνεκής" γράφει στην Κλίμακά του ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης. Σε τοιχογραφίες παρουσιάζεται ο Μοναχός σταυρωμένος όπως ο Χριστός.
Μοναχός είναι ο επιστήμονας της μετανοίας. Εκείνος που "στηλογραφεί τη ζωή της μετανοίας σ' όλη την Εκκλησία", όπως λέει ο 43ος κανόνας της Στ' Οικουμενικής Συνόδου. Η γνήσια μετάνοια καθαρίζει την ψυχή, για να δεχθεί στη συνέχεια το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και να θεωθεί. Η μετάνοια είναι η συνεχής πορεία του Μοναχού προς τον Κύριο. Αυτή πυροδοτεί το θείο έρωτα. Οι ωδίνες της φέρνουν τον τοκετό της χαράς. Της χαράς της "ανεκλαλήτου και δεδοξασμένης" (Α' Πέτρ. α, 8). Αυτό το χαροποιό πένθος της μετανοίας είναι το ήθος του Μοναχού κι ο Μοναχός ο κήρυκας της μετανοίας. Το μοναχικό του κελλί, όπου κάνει τον "κανόνα του" (κομποσχοίνια, μετάνοιες), όπου χύνει τα δάκρυά του, όπου παλεύει στήθος με στήθος με το διάβολο, αυτό το κελλί είναι ο πιο δυναμικός άμβωνας, που δε ρίχνει κεραυνούς και μύδρους κατηγορώντας αμαρτωλούς, αλλά βοά "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με" και "αδελφοί συγχωρέστε με τον αμαρτωλό".
Η ζωή του Μοναχού είναι ζωή ευαγγελική. Είναι μίμηση Χριστού. Δε δίνει ο Μοναχός στο Θεό απομεινάρια αγάπης. Δε διασπά την αγάπη του, δεν τη μοιράζει "τήδε κακείσε". Ξεπερνά το δεσμό και αυτού του αίματος. Βιώνει τα λόγια του Κυρίου: "Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος και ο φιλών υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος και ος λαμβάνει τον σταυρόν αυτού και ακολουθεί οπίσω μου ουκ έστι μου άξιος. Και πας ος αφήκεν οικίας ή αδελφούς ή αδελφάς ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή τέκνα ή αγρούς ένεκεν του ονόματός μου, εκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν αιώνιον κληρονομήσει" (Ματθ. Ι', 37-38, Ιθ', 29).
Οι μάρτυρες έχυσαν μια φορά το αίμα τους για ην αγάπη του Χριστού. Οι Μοναχοί χύνουν καθημερινά το αίμα τους με το μαρτύριο της συνειδήσεως, όπως δέχεται ο Ιερός Χρυσόστομος. Δίνουν αίμα και παίρνουν πνεύμα. Η άσκησή τους, που στων πολλών τα μάτια φαίνεται ως υπερβολή, αποτελεί την απόδειξη ότι είναι "ζέοντες τω πνεύματι και τω Κυρίω δουλεύοντες" (Ρωμ. 1β, 11). Για τον κόσμο είναι μωροί, αλλά για το Θεό είναι σκεύη εκλογής, που πολλές φορές γίνονται ουρανοβάμονες και βλέπουν θείες αποκαλύψεις.
ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ
Πρώτη και μεγάλη προϋπόθεση είναι η κλήση. Μια ζωή που απαιτεί τόσες θυσίες και ιδιαίτερα μεγάλη αντοχή και ισχυρή θέληση για τη χαλιναγώγηση της φυσικής επιθυμίας πρέπει κάπου να στηρίζεται. Πρέπει να έχει μια χαρισματική εξάρτιση κι αυτό το μαρτυρεί το αψευδές στόμα του Κυρίου μας: "Ου πάντες χωρούσι τον λόγον τούτον αλλ' οις δέδοται" (Ματθ. Ιθ', 11). Χρειάζεται όμως και η ανταπόκριση του ανθρώπου. Η ελεύθερη συγκατάθεση. Η εκδήλωση της καλής προθέσεως. Η καλή πρόθεση εκδηλώνεται με την τόλμη, τον ενθουσιασμό και τη σταθερότητα. Ας τις δούμε χωριστά.
Τόλμη: Όποιος κάνει μεγάλα άλματα πρέπει να είναι τολμηρός. Ένα άλμα λοιπόν τεράστιο, που θα διαρκεί ισόβια, απαιτεί ασφαλώς μεγάλη τόλμη.
Ενθουσιασμός: Η ψυχρότητα κι ακόμα χειρότερα η χλιαρότητα προαναγγέλλουν ναυάγιο. Ενώ ο ενθουσιασμός, όχι ο επιφανειακός, ο επίπλαστος και επιπόλαιος, αλλ' αυτός που προέρχεται κα πηγάζει από ιερά βιώματα, βεβαιωμένα και υπολογισμένα από τα κριτήρια της πείρας των Αγίων Πατέρων, είναι εκείνος που ωθεί την ψυχή για ένα σωστό ξεκίνημα.
Σταθερότητα: Η αμετάκλητη απόφαση είναι ηρωισμός. Ηρωισμός που δοκιμάζεται σκληρά και αλύπητα από γονείς και συγγενείς. Τα μέσα που χρησιμοποιούν οι τελευταίοι θυμίζουν συναξάρια. Αρχίζουν με ψευτοεπιχειρήματα, γλυκόλογα, υποσχέσεις, δάκρυα και ύστερα προχωρούν στις απειλές. Στη συνέχεια γίνονται δήμιοι. Μετατρέπουν το σπίτι σε φυλακή, τοποθετούν φρουρά για το ενδεχόμενο της απόδρασης και συγχρόνως χρησιμοποιούν την κλασσική μέθοδο του ...ξύλου. Αν απ' όλα αυτά ο "κεκλημένος" για την αγγελοειδή ζωή περάσει όχι απλώς ακλόνητος αλλά πιο δυνατός, τότε οι προοπτικές "του Θεού συνεργούντος" είναι ευοίωνες.
Ένα θέμα στο οποίο θα πρέπει ο υποψήφιος Μοναχός να δώσει ιδιαίτερη προσοχή, είναι και η εκλογή του τόπου. Της κατάλληλης δηλαδή Μονής στης οποίας την αδελφότητα θα ενταχθεί. Η αβασάνιστη επιλογή συνήθως αποβαίνει μοιραία. Ανεξάρτητα από το περιβάλλον της Μονής, αν αυτό δηλαδή είναι ωραίο, κατανυκτικό, κ.τ.λ., ανεξάρτητα από τις φιλικές διασυνδέσεις με μέλη της αδελφότητος, εκείνο που προέχει πάνω απ' όλα είναι η ύπαρξη Γέροντος αναγνωρισμένης αξίας. Η ύπαρξη πνευματικού πατέρα, οδηγού έμπειρου στον οποίο θα εμπιστευθεί την πορεία της ψυχής του. Αν υπάρχουν σήμερα στο Άγιο Όρος και αλλού μοναστήρια που ανθούν, τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι στο καθένα από αυτά υπάρχει μια ιερή προσωπικότητα. Ένας Γέροντας χαρισματούχος που με τη χάρη του Θεού και την πείρα του οδηγεί απλανώς. Ένας τέτοιος Γέροντας ποτέ δεν ψάχνει με τα κιάλια να βρει υποψήφιους για να αποκτήσει συνοδεία, ούτε χρησιμοποιεί δολώματα για το σκοπό αυτό. Η αγιότητα του είναι ο μαγνήτης. Αν, λοιπόν, ο υποψήφιος επιλέξει Μονή που καθοδηγείται από τέτοιο άνθρωπο του Θεού, είναι βέβαιο πως θα βρει μέσα σ' αυτό εκλεκτές ψυχές να αγωνίζονται. Αδελφούς εν Χριστώ, που μαζί τους θα αποτελεί "πόλιν οχυράν και τετειχισμένην".
Η ΔΟΚΙΜΗ
Οι Πατέρες καθιέρωσαν το στάδιο της δοκιμής, γιατί στον πολυχρόνιο αγώνα τους έπαθαν και έμαθαν πολλά σπουδάζοντας τους ανθρώπινους χαρακτήρες και τις μεθόδους του πολυμήχανου σατανά. Τα φαινόμενα πολλές φορές απατούν. Γι' αυτό και η δοκιμή μέσα στο ίδιο το περιβάλλον όπου πρόκειται να ζήσει ο υποψήφιος, βοηθά και τον ίδιο να προσγειωθεί αντικρίζοντας την πραγματικότητα δίχως ωραιοποιήσεις, αλλά και τους άλλους, δηλαδή το Γέροντα και τους αδελφούς, να ζυγίσουν το χαρακτήρα του και να προβούν στις κατάλληλες συστάσεις και διακριτικές παρατηρήσεις. Ο Ε' Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Αγίας Συνόδου ορίζει τριετή δοκιμή, κυρίως για κείνους που έχουν μικρή ηλικία κατά την ερμηνεία του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Για τους μεγάλους στην ηλικία, το λόγο έχει η διάκριση του Γέροντα και η σύμφωνη γνώμη του Επισκόπου.
Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟ
Η είσοδος γίνεται με τη Μοναχική Κουρά. Πρόκειται για ακολουθία που έχει πάρα πολλά κοινά σημεία με το Άγιο Βάπτισμα (κατήχηση, ανάδοχο, τριχοκουρία, σταυρό, λαμπάδα, ερωταποκρίσεις, το "Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε", καινούργια ρούχα που το καθένα έχει κάποιο συμβολισμό και άλλα.).
Οι Πατέρες δέχονται τη Μοναχική Κουρά ως Μυστήριο. Εδώ όμως με την ευκαιρία αυτή πρέπει να διευκρινήσουμε το εξής. Το Μοναχικό Σχήμα είναι ένα και μόνο ένα. Το Μέγα Αγγελικό Σχήμα. Σε σχόλιο του ο Άγιος Νικόδημος, ερμηνεύοντας τον 43ο Κανόνα της ΣΤ' Οικουμενικής Συνόδου, γράφει:
"Δεν θέλεις δώσει τινός εκείνο όπου λέγουσι μικρόν Σχήμα, έπειτα το Μέγα διατί το Σχήμα είναι ένα, ώσπερ και το βάπτισμα καθώς οι Άγιοι Πατέρες το εμεταχειρίσθησαν". Σε άλλο σημείο του ιδίου σχολιασμού γράφει ότι το μικρό Σχήμα "επενοήθη δια την ασθένειαν ή και αμέλειαν των ανθρώπων". Σε άλλο σημείο επίσης λέει: "Καλλίτερα και ακριβέστερα ποιούσιν εκείνοι όπου άπαξ γίνονται Μεγαλόσχημοι χωρίς να γένουν μικρόσχημοι, διατί με την μίαν αυτή και μόνην φοράν, εν και μοναδικόν αποδεικνύουν το Σχήμα των Μοναχών όπερ η των Αγίων παράδοσις βούλεται". Και ο Άγιος Συμεών ο Θεσσαλονίκης γράφει: "Όσοι είναι ατελείς χωρίς τελειοτάτης τελετής του Μεγάλου Σχήματος...διότι καθώς εκείνος όπου δεν βαπτισθεί δεν είναι χριστιανός έτσι και εκείνος όπου δεν τελειωθεί εις το Σχήμα δεν είναι Μοναχός".
Το γεγονός ότι, στο Μεγάλο Ευχολόγιο συμπεριλαμβάνεται ακολουθία του μικρού Σχήματος δεν πρέπει να μας προβληματίζει, γιατί δεν είναι το μόνο που μπήκε λαθραία στο ευχολόγιο αυτό σε καιρούς ζοφερούς, δίχως καμιά Συνοδική απόφαση.
ΤΟ ΤΡΙΠΤΥΧΟ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ
Τρίπτυχο του Μοναχού είναι οι τρεις βασικές υποσχέσεις που δίνει την ώρα της επίσημης εισόδου του στο Μοναχισμό. Παρθενία, ακτημοσύνη, υπακοή.
Η ΠΑΡΘΕΝΙΑ
Ο γάμος είναι ο "κατά φύσιν" τρόπος ζωής. Η εν Χριστώ παρθενία είναι ο "υπέρ φύσιν" τρόπος ζωής. Δεν υποτιμά το γάμο αλλά υπερέχει του γάμου. Ο άγαμος "δια Χριστόν" δεν περιφρονεί το γάμο, γιατί είναι ο ίδιος καρπός γάμου. Υπάρχουν βέβαια και οι κοσμικοί άγαμοι. Για τη ζωή αυτή που διάλεξαν δεν είμαστε εμείς σε θέση να κρίνουμε γιατί είναι θέμα μιας απόλυτα σεβαστής, προσωπικής τους επιλογής. Το θέμα μας είναι "η κατά Χριστόν αγαμία" μέσα στα πλαίσια του Ορθόδοξου Μοναχισμού.
Στην Καινή Διαθήκη, λοιπόν, και την Πατερική γραμματεία αναγνωρίζεται ομόφωνα η υπεροχή της παρθενίας. Δεν υπερέχει βέβαια αυτή καθ' εαυτήν, αλλά σε ότι αφορά τις δυνατότητες που προσφέρει για την τελείωση. Ο Απόστολος Παύλος στο Ζ' κεφάλαιο της Α' προς Κορινθίους επιστολής του γράφει: "Ο άγαμος μεριμνά τα του Κυρίου πως αρέσει τω Κυρίω, ο δε έγγαμος πως αρέσει τη γυναικί...". Και καταλήγει: "Ο εκγαμίζων καλώς ποιεί ο δε μη εκγαμίζων κρείσσον ποιεί". Μολονότι χαρακτηρίζει το γάμο "μυστήριον μέγα" (Εφεσ. ε',32), δε διστάζει να φανερώσει την προτίμησή του στην παρθενία. "Θέλω γαρ πάντας ανθρώπους είναι ως εμαυτόν. αλλ' έκαστος ίδιον χάρισμα έχει εκ Θεού ος μεν ούτως ος δε ούτως" (Α' Κορ. ζ', 7).
Ο Ιερός Χρυσόστομος γράφει: "Τοσούτον προέχει του γάμου η παρθενία όσω της γης ο ουρανός και των ανθρώπων οι άγγελοι". Ο Μέγας Αθανάσιος επίσης λέει: "Πλούτος αδαπάνητος εστιν η παρθενία, στέφανος αμάραντος, ναός Θεού, ενδιαίτημα του Αγίου Πνεύματος, μαργαρίτης έντιμος...". Ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης που γνώρισε τη ζωή του γάμου, εξύμνησε όσο κανείς άλλος την παρθενία. Ο δε Άγιος Αμβρόσιος Επίσκοπος Μεδιολάνων αποκαλεί την παρθενία "μαρτύριον κορυφαιότατον και μεγαλοπρεπές". Τέλος ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης συγκρίνοντας το γάμο με την παρθενία, παρομοιάζει το γάμο με άστρο και την παρθενία με ήλιο.
Όσοι ακολούθησαν το δρόμο αυτό είχαν μεγάλα πρότυπα παρθενίας. Πρώτο και μεγάλο πρότυπο τον Ίδιο το Χριστό. Ο Άγιος Μεθόδιος ο Ολύμπου, Τον αποκαλεί "αρχιποιμένα και αρχιπάρθενο". Αλλά και τα μεγάλα πρόσωπα που διακόνησαν στο έργο του Κυρίου ήταν πρότυπα παρθενίας. Η αειπάρθενος Θεοτόκος, ο παρθένος και ασκητής Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο αγαπημένος μαθητής Ιωάννης ο Θεολόγος στον οποίο εμπιστεύθηκε ο Κύριος την Παναγία μητέρα του πάνω από το σταυρό. Ακόμα ο "πρώτος μετά τον Ένα", ο Απόστολος Παύλος δηλαδή, και αργότερα οι μεγάλοι Ιεράρχες που ελάμπρυναν την Εκκλησία, όλοι αυτοί ήταν παρθένοι.
Η ΑΚΤΗΜΟΣΥΝΗ
Είναι και αυτή μια μορφή μιμήσεως της ζωής του Χριστού, ο οποίος "ουκ είχε που την κεφαλήν κλίνη" (Ματθ. Η', 20). Ο Μοναχός τηρεί την εντολή του Κυρίου "ος ουκ αποτάσσεται πάσι τοις εαυτού υπάρχουσι ου δύναται μου είναι μαθητής" (Λουκ. Ιδ', 33). Ο Κύριος είπε επίσης ότι "όπου ο θησαυρός ημών εκεί και η καρδία ημών". (Ματθ. Στ', 21). Απελευθερωμένη, λοιπόν, η καρδιά του Μοναχού από το θησαυρό τον οποίο "σης και βρώσις αφανίζει" (Ματθ. Στ', 19), αποθηκεύει θησαυρούς στον ουρανό. Η μοναχική ακτημοσύνη δεν περιορίζεται στην απαλλαγή από τα χρήματα και τα κτήματα, αλλ' επεκτείνεται και στην απελευθέρωση από κάθε ρούχο, έτσι κι αυτός που πρσέρχεται στο μοναχισμό καλείται να πετάξει κάθε βιοτική μέριμνα και επιθυμία, για να βαδίσει ελεύθερα το δρόμο της τελειώσεως, γράφει ο Μέγας Βασίλειος. Ο ίδιος Πατέρας της Εκκλησίας επετίμησε κάποτε κάποιο Μοναχό, πρώην Συγκλητικό, ο οποίος ενώ άφησε το αξίωμά του και μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς, κράτησε από αυτήν ένα μέρος. Ο Άγιος του είπε τούτο το χαρακτηριστικό: "Και τον συγκλητικόν απώλεσας και Μοναχόν ουκ εποίησας".
ΥΠΑΚΟΗ
Υπακοή είναι η πιο δύσκολη υπόσχεση, γιατί ο Μοναχός πρέπει να νεκρώσει το δικό του θέλημα. Γίνεται θεληματικά δούλος, για να οδηγηθεί στην αληθινή ελευθερία. Πρότυπο υπακοής έχει το Χριστό που έγινε "υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού" (Φιλ. β',8). Όλοι οι Πατέρες ανεξαιρέτως δίνουν το μεγαλύτερο βάρος στην υπακοή, γιατί γνώρισαν σε βάθος την αξία της αλλά και τις συνέπειες της παρακοής. Ο Μοναχός δέχεται το λόγο του Γέροντος σαν λόγο Θεού και υπακούει σ' αυτόν. Ο Γέροντας δίνει εντολή κι ο Μοναχός απαντά "να' ναι ευλογημένο". Ο Καθηγούμενος "ουδέν έτερον εστιν ή ο του Σωτήρος επέχων πρόσωπον και μεσίτης Θεού και ανθρώπων γενόμενος και ιερουργών τω Θεώ τη των πειθομένων αυτώ σωτηρίαν" λέει ο Μέγας Βασίλειος. Επισκέφτηκαν κάποτε τέσσερις σκητιώτες μοναχοί τον αββά Παμβώ κι ο καθένας τους είπε την αρετή του άλλου. Ο πρώτος ήταν μεγάλος νηστευτής, ο δεύτερος υπερβολικά ακτήμων, ο τρίτος είχε καλλιεργήσει πολύ την αγάπη (ελεημοσύνη). Ο τέταρτος είχε είκοσι δύο χρόνια στην υπακοή. Τότε ο αββάς είπε: "Λέγω υμίν, η αρετή τούτου μείζων εστίν. Έκαστος γαρ υμών ην αρετήν εκτήσατο θελήματι αυτού εκράτησεν, ούτος δε το θέλημα αυτού κόψας άλλου ποιεί θέλημα. τοιούτοι γαρ άνδρες ομολογηταί εισιν εάν εις τέλος φυλάξωσιν". Τέλος, η υπακοή είναι η ασφάλεια του Μοναχού. Η παρακοή επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση αιρέσεως και ανηθικότητος του Γέροντος και μόνο βάσει χειροπιαστών αποδείξεων, πράγμα βέβαια σπανιώτατο αγού κατά κανόνα αποκτά Συνοδεία μοναχών ο διακρινόμενος για την ορθή πίστη του και την αρετή του.
Η ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ
Για την επίτευξη του μεγάλου σκοπού που όπως προαναφέραμε, είναι η εν Χριστώ τελειότητα, ο Μοναχός καταβάλλει κόπο και μόχθο. Αγωνίζεται, για να πραγματώνει σε μόνιμη βάση το "υπαροράν μεν σαρκός παρέρχεται γαρ, επιμελείσθαι δε ψυχής πράγματος αθανάτου", πάντα όμως μέσα στα πλαίσια της ευλογίας του Γέροντα για την αποφυγή της υπερβολής ή της αμέλειας που εγκυμονούν την πλάνη. Έτσι ο Μοναχός εργάζεται. Εκτελεί πρόθυμα και σχολαστικά το διακόνημά του όσο κουραστικό ή ευτελές κι αν είναι, "ίνα μη εσθίη άρτον αργόν". Επί πλέον, με τον τρόπο αυτό και ο ίδιος δεν αφήνει περιθώρια στο δαίμονα της ακηδίας να τον αιχμαλωτίσει αλλά και οι προϋποθέσεις για την ομαλή λειτουργία του Κοινοβίου ή της Καλύβης διασφαλίζονται.
Αγρυπνεί, για να υποτάξει το "χαύνον της φύσεως". Μελετά την Αγία Γραφή, για να γνωρίζει "τι ευάρεστον έστι τω Κυρίω" (Εφεσ. ε',10). Μελετά τους Πατέρες, για να αντλεί χάρη, δύναμη και ενθουσιασμό και να αντιγράφει τα ιερά τους κατορθώματα.
Καλλιεργεί τη σιωπή με αγάπη ιδιαίτερη, σύμφωνα με την προσταγή του Αγίου Ισαάκ του Σύρου "υπέρ πάντα την σιωπήν αγάπησον". Εμπειρικά διαπιστώνει ο Μοναχός ότι η σιωπή είναι ένα αποτελεσματικότατο μέτρο αυτοάμυνας προς τις έξωθεν επιθέσεις του μισόκαλου (που μισεί δηλ. το καλό) εχθρού, αλλά συγχρόνως και η πολύτιμη ευκαιρία για αυτογνωσία που προκαλεί αυτοέλεγχο, αυτοκριτική, αυτομεμψία, εφόδια απαραίτητα για την απόκτηση της κορωνίδας των αρετών, της ταπεινοφροσύνης.
Κυριαρχεί πάνω στις αισθήσεις του με την εγκράτεια. Σταυρώνει τη σάρκα του "συν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις" (Γαλ. ε', 24). Έχοντας αυτή τη "φυλακή των αισθήσεων" κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, βοηθά την ψυχή να καθαριστεί "από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος" (Β' Κορ. ζ', 1).
Νηστεύει, γιατί γνωρίζει βιωματικά αυτό που λέει ο Άγιος Κύριλλος ο Αλεξανδρείας, ότι δηλαδή η νηστεία είναι "απάσης ευταξίας τροφός, αγιασμού μήτηρ και της άνωθεν ευμενείας πρόξενος". Κυρίως όμως προσεύχεται. Προσεύχεται μαζί με τους αδελφούς στο Καθολικό της Μονής τις ώρες των ιερών ακολουθιών, προσεύχεται και μόνος μέσα στο απέριττο κελλί του, πότε γονατιστός και πότε καθιστός, πότε πάλι κάνοντας μετάνοιες, συχνά με το κομποσχοίνι στο χέρι κι άλλοτε δίχως αυτό σε ώρες εργασίας. Μέρα και νύχτα ζητά το έλεος του Θεού. Βιάζει τον εαυτό του να αποκτήσει την αδιάλειπτη νοερά προσευχή επαναλαμβάνοντας αδιάκοπα "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Αγωνίζεται σκληρά για διαρκή μνήμη του Θεού που κρατά την καρδιά σε νήψη, σε διαρκή δηλαδή εγρήγορση, περιμένοντας το Νυμφίο. Αγωνίζεται σκληρά για την "τήρηση του νοός". Αυτή η "τήρηση του νοός" επιτυγχάνεται μόνο μέσα στο Μοναχισμό κατά το Μέγα Αντώνιο. Σκληρός και αδυσώπητος είναι ο αγώνας του εναντίον του "δεινού θηρευτού", του διαβόλου. Αόρατος ο πόλεμος εναντίον των λογισμών, εναντίον των πειρασμών, των εκ δεξιών και των εξ αριστερών. Πόλεμος αόρατος εναντίον του ίδιου του εαυτού του, που πολλές φορές ορθώνει το ανάστημα του παλαιού ανθρώπου, που διαμαρτύρεται και ζητά δικαιώματα, που επιχειρεί να δελεάσει με τη "μνήμη του προτέρου βίου". Μέσα από αυτούς τους πολέμους αγωνίζεται ο Μοναχός να βγει νικητής. Ο αόρατος αυτός πόλεμος τον πληροφορεί πως βρίσκεται σε σωστό δρόμο, γιατί χωρίς πολέμους δεν υπάρχουν νίκες και χωρίς νίκες δεν υπάρχουν στεφάνια. Κι ακόμα, όσο περισσότερες οι νίκες τόσο περισσότερα τα στεφάνια. "Πληθυνθέντων των πολέμων, επληθύνθησαν και οι στέφανοι", μαρτυρεί η πείρα του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος.
Αυτό, λοιπόν, το πολυχρόνιο εκούσιο μαρτύριο, το ποτισμένο με ροές δακρύων ελκύει τη χάρη του Παρακλήτου, που μαζί με την παράκληση χαρίζει στην ψυχή όχι γνώσεις περί Θεού αλλά τη γνώση του Θεού. Χαρίζει ένα πτυχίο Θεολογίας, που διασκεδάζει κάθε άλλο ομώνυμο. Η γνώση λοιπόν αυτή του Θεού, η αληθινή Θεολογία, είναι απρόσιτη στους πολλούς. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης θα το τονίσει αυτό: "Όρος εστίν άναντες (ανωφερές, απότομο) ως αληθώς και δυσπρόσιτον η Θεολογία, ης μόλις ο πολύς λεώς (λαός) την υπώρειαν (πρόποδας του όρους) φθάνει".
ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΕΣ
Ο Μοναχισμός ως θεσμός επικρίθηκε και επικρίνεται, συκοφαντήθηκε και συκοφαντείται. Οι κατά καιρούς επιθέσεις εναντίον του θεσμού και των προσώπων (Μοναχών) περνούν άλλοτε από στόμα σε στόμα κι άλλοτε στις στήλες των εφημερίδων. Κι όλα αυτά, γιατί η κοντόφθαλμη κριτική των ανθρώπων, το χοϊκό φρόνημα, η άγνοια του ευαγγελικού λόγου και η απουσία πνευματικών εμπειριών τους έχουν οδηγήσει σε πλάνη. Κι ως ένα σημείο, βέβαια, δεν εκπλήσσεται εκείνος που έχει γνώση των πραγμάτων. Εκπλήσσεται όμως και θλίβεται, όταν διαπιστώνει την παχυλή άγνοια πάνω σε χείλη ιερωμένων ή θεολογούντων κι ακόμα χειρότερα όταν διαβλέπει διαστρέβλωση της αλήθειας, σκόπιμη και εμπαθή.
Α) Κατηγορείται ο Μοναχισμός ότι είναι ακοινωνικός: Δεν είναι όμως, γιατί υπάρχει η κοινωνία μεταξύ των αδελφών αλλά και των χριστιανών που επισκέπτονται τη Μονή. Ακόμη και στην αυστηρότερη μορφή του που είναι ο ερημητισμός, και πάλι δεν είναι ακοινωνικός, γιατί ο Μοναχός διατηρεί κάποια σχέση με την κοινωνική ζωή, όπως εξασφάλιση τροφής, οι έστω και αραιές επισκέψεις ανθρώπων, αλλά και οι κοινωνικές μνήμες που διατηρεί μέσα του αφού προέρχεται από κοινωνικό περιβάλλον.
Αλλά και αν ακόμη υποθέσουμε ότι ένας ερημίτης δεν έχει απολύτως καμιά επικοινωνία με άνθρωπο, δεν είναι ούτε τότε ακοινωνικός, γιατί καλλιεργεί στην έρημο κοινωνία με το Θεό, κοινωνία ποθητή, αγία, σωτήρια. Αυτή η κοινωνία αποτελεί πρόγευση και αρχή της αιώνιας στα επέκεινα.
Β) Κατηγορείται ο Μοναχισμός ότι είναι άρνηση της ζωής: Ποιας ζωής όμως; Αν η ζωή που κάνει ο κόσμος ήταν "εν Χριστώ ζωή", δε θα έφευγε ο Μοναχός. Απομακρύνεται όμως από τον κόσμο επειδή η ζωή του κόσμου είναι ζωή πνευματικής φθοράς και οι κίνδυνοι της ψυχικής απώλειας πολλοί. Και λέγοντας κόσμο, εννοούμε ό,τι και ο Κύριος στο Ευαγγέλιο (Ιωάν. Ζ',7, Η',23, Ιβ',31, Ιδ',17, Ιδ',27, Ιε',18,19, Ιστ',33, Ιζ',14, Ιζ',25) ό,τι και ο Απόστολος Παύλος (Α' Κορ. α',20,21, β',12, γ',19, ε',10, ζ',31, ια',32, Γαλ. δ',3, στ',14, Εφεσ. β',2, Εβρ. ια',38) ό,τι και ο Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος (δ,4), ό,τι και ο Απόστολος Πέτρος (Β'Πέτ. Α', 4, β', 20), ό,τι και ο Ιωάννης ο Θεολόγος (Α' Ιωάν. Β',15,16,17, Γ',1,13, Δ',3,4,5, Ε',4,5,19).
Ο Μοναχός φεύγει από τον κόσμο όχι γιατί μισεί τους ανθρώπους, αντίθετα μάλιστα εκφράζει την αγάπη του με πολλούς τρόπους, αλλά γιατί μισεί την αμαρτία της οποίας τα αίτια μέσα στον κόσμο είναι αναρίθμητα. Δεν θέλει να ζήσει μια θρησκευτική ζωή με συμβιβασμούς, χλιαρότητες και πλαγιοδρομήσεις. Θέλει να ζήσει μια ζωή, ούτε "παρά φύσιν" (αμαρτωλή), ούτε "κατά φύσιν", αλλά "υπέρ φύσιν". Ζητεί, όπως λέει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, "την νοεράν και των κάτω αμιγή ζωήν", "την μοναχικήν και ασυνδύαστον πολιτείαν".
Φεύγει από τον κόσμο, για να εξασφαλίσει μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας αφού απαλλάσσεται από τις κοινωνικές δεσμεύσεις. Και πάλι ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, γράφει "προς Μοναχήν Ξένην" για τις δεσμεύσεις που συνεπάγεται ο έγγαμος βίος και τα εμπόδια που δημιουργεί για την αμέριμνη και ολοκληρωτική αφοσίωση στο Θεό: "Πώς δ' έξει την ελευθερίαν, προς ην σπεύδειν επαγγέλλεται, η φύσεως δεσμοίς προς άνδρα και παίδας και τους καθ' αίμα συνδουμένη πάντας; Πώς δ' αμερίμνως προσεδρεύει τω Κυρίω τας υπέρ τοσούτων φροντίδας αναδεξαμένη";
Γ) Κατηγορείται ο Μοναχισμός ότι είναι φυγοπονία: Δεν μπορεί να είναι φυγόπονος εκείνος που δίχως υλική αμοιβή οργώνει χωράφια, γίνεται βορδονάρης (φροντίζει δηλ. τα ζώα) κι ας έχει πτυχίο πανεπιστημιακής σχολής, που γίνεται μάγειρας, που καθαρίζει ρούχα και χώρους άλλων. Και ο ερημίτης ακόμη θα είναι ο αγιογράφος, ο κατασκευαστής κομποσχοινιών και άλλων αντικειμένων για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα προς συντήρηση στη ζωή. Δεν μπορεί να είναι φυγόπονος εκείνος που μέσα στην άγρια νύχτα ακούοντας το τάλαντο (ξύλο που χτυπά κάποιος Μοναχός ρυθμικά), σηκώνεται από την ταπεινή του στρωμνή και κάνει εκατοντάδες μετάνοιες, που προσεύχεται στο Ναό ώρες ολόκληρες.
Φυγόπονοι κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν μπορούν να ζήσουν.
Δ) Κατηγορούνται οι Μοναχοί ότι αγωνίζονται μόνο για δική τους σωτηρία: Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική για την οποία και θα μιλήσουμε αμέσως παρακάτω στο κεφάλαιο περί της προσφοράς του Μοναχισμού.
Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ
Η προσφορά του Μοναχισμού είναι ανυπολόγιστη. Περιληπτικά μόνο μπορούμε εδώ να υπενθυμίσουμε μερικά πράγματα:
Έδωσε στην Εκκλησία τους μεγάλους Πατέρες που τη δόξασαν με την αγιότητά τους και τους κατά των αιρέσεων αγώνες τους. Μοναχός και μαθητής του Μ. Αντωνίου υπήρξε ο Αθανάσιος ο Μέγας. "Τέκνα της ερήμου" και ο Μέγας Βασίλειος, ο Θεολόγος Γρηγόριος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Γρηγόριος ο Παλαμάς και χιλιάδες άλλοι Πατέρες.
Έδωσε και συνεχίζει να δίδει στελέχη στη διοικούσα τάξη της Εκκλησίας. Ο Άγιος Συμεών ο Θεσσαλονίκης στον περί Ιερωσύνης λόγο του λέει ότι "μόνο εις τους μοναχούς εγχειρίζεται απάσης της Εκκλησίας η προστασία" και ότι "η Ιεραρχία εδόθη εις τους μοναχούς ως να έπεσεν εις αυτούς με κλήρον. Δια τούτο θέλεις ιδεί ότι τινές οι οποίοι προβιβάζονται εις Ιεραρχίας, απαιτούνται και τούτο, ως χρέος απαραίτητον παρά της Εκκλησίας, το να ενδύωνται πρότερον το ένδυμα των Μοναχών".
Τροφοδότησε και τροφοδοτεί το ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας. Μελετώντας κανείς εκκλησιατική ιστορία, βλέπει ότι το έργο της εξωτερικής ιεραποστολής ήταν έργο κατ' εξοχήν Μοναχών. Ας θυμηθούμε μόνο τους επιφανείς αδελφούς Κύριλλο και Μεθόδιο, τους φωτιστές των Σλαύων. Αλλά και στις μέρες μας, Ιερομόναχοι ηγούνται της εξωτερικής ιεραποστολής και στην Αφρική και στην Ασία και στην Άπω Ανατολή. Εξ ίσου δε σημαντική είναι και η προσφορά τους στην εσωτερική ιεραποστολή. Γι' αυτό το σκοπό υπάρχουν μοναχοί στον κόσμο που φέρουν παράλληλα την ιερατική ιδιότητα. Σε πολλούς βέβαια δεν είναι συμπαθής η παρουσία τους. Όμως ο Θεός είναι εκείνος που τους καλεί και η Μητέρα Εκκλησία είναι εκείνη που τους επιστρατεύει στους διάφορους τομείς του ποιμαντικού έργου. Έτσι, άλλοι ως περιοδεύοντες κι άλλοι ως τακτικοί σε Ναούς Ιεροκήρυκες σπέρνουν το λόγο του Θεού, άλλοι ως εξομολόγοι διακονούν στο έργο της μετανοίας, άλλοι διαπρέπουν στη συγγραφή για την οικοδομή του πληρώματος της Εκκλησίας, άλλοι γίνονται επιστημονικοί διδάσκαλοι σε Θεολογικές σχολές, άλλοι ως εφημέριοι απαλλαγμένοι από οικογενειακές φροντίδες, αναπτύσσουν πολύπλευρη δραστηριότητα για την αλιεία και πνευματικό καταρτισμό ψυχών, άλλοι, πάλι, διακονούν την Εκκλησία από θέσεις διοικητικές με το να γίνονται στενοί συνεργάτες των Επισκόπων.
Αλλά και μέσα στο Μοναστήρι μήπως δε γίνεται ιεραποστολή; Κάθε σωστός Μοναχός είναι και ένας ιεραπόστολος. Κάθε Μοναστήρι είναι και ένα ιεραποστολικό κέντρο, γιατί σ' αυτό προστρέχουν χιλιάδες ευσεβείς Χριστιανοί και βρίσκουν ανάπαυση, κατάνυξη για καρποφόρο προσευχή και συνδέονται πνευματικά με Μοναχούς με τους οποίους και συζητούν τα προβλήματά τους.
Το Μοναστήρι τέλος είναι ο πνεύμονας της Επισκοπής. Εκεί ανεφοδιάζεται ο Μοναχός Επίσκοπος, εκεί οι Ιερομόναχοι, εκεί ο φιλομόναχος Κλήρος, εκεί ο ευσεβής λαός. Προκειμένου δε για το Άγιο Όρος, μπορούμε να πούμε ότι είναι ο βασικός πνεύμονας όλου του Ορθοδόξου κόσμου.
Στηρίζει με τις προσευχές του τον κόσμο. Οι Μοναχοί με τις θερμές τους προσευχές προσφέρουν τη μεγαλύτερη υπηρεσία στην Εκκλησία και στον κόσμο. Με τα καρδιοστάλακτα υπέρ του κόσμου δάκρυά τους γίνονται τα αλεξικέραυνα της οργής του Θεού. Με τα κομποσχοίνια τους και μέσα από την αφάνειά τους κάνουν θαύματα, που δε θα μπορούσαν να κάνουν μυριάδες κηρύγματα και βιβλία, γιατί είναι πραγματικά πανίσχυρη η προσευχή των αφιερωμένων για την αγάπη του Χριστού ψυχών, των "εχόντων βίον Θεώ κεκαθαρμένον ή καθαιρόμενον".
Και μόνο τις προσευχές αυτές να υπολόγιζαν οι επιπόλαιοι επικριτές, δε θα τολμούσαν ποτέ να κατηγορούν τους Μοναχούς ότι αγωνίζονται αποκλειστικά και μόνο για την προσωπική τους σωτηρία.
Κοινωνική προσφορά: Η κοινωνική προσφορά του Μοναχισμού και μάλιστα στον τομέα της φιλανθρωπίας, είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο. Η απαρίθμηση είναι αδύνατη. Ο Θεός είναι Εκείνος που γνωρίζει με ακρίβεια, και πολύ λίγο η ιστορία, ότι ολόκληρα νοσοκομεία, πτωχοκομεία, γηροκομεία, εκπαιδευτήρια και πολλά άλλα ιδρύματα, τα διατηρούσαν Μοναστήρια με δικά τους έξοδα και με τον προσωπικό μόχθο των Μοναχών, σε εποχές μάλιστα που η κρατική πρόνοια ήταν ανύπαρκτη. Και σήμερα ο Μοναχισμός αναπτύσσει κοινωνική προσφορά, πολύπλευρη μάλιστα. Ζωντανό σύγχρονο παράδειγμα η Μονή Παναγίας Καλυβιανής της Ιεράς Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας.
Εδώ όμως πρέπει να διευκρινίσουμε κάτι σημαντικό: Η προσφορά αυτή δεν είναι ο σκοπός του Μοναχισμού. Γίνεται σαν εξαίρεση όταν το καλεί η ανάγκη και με την ευλογία της Εκκλησίας. Διακονείται δε από Μοναχούς ή Μοναχές που αναπαύονται στην επιτέλεση ενός τέτοιου έργου, χωρίς όμως να παραμελούν τα μοναχικά τους καθήκοντα.
Εκείνοι που ισχυρίζονται ότι "πρέπει οι καλόγηροι και οι καλόγριες να βγουν από τα Μοναστήρια τους και να πάνε να υπηρετήσουνε στα νοσοκομεία και στα άλλα ιδρύματα (και εννοούν τα κρατικά)", κάνουν λάθος. Γιατί αν ήθελαν να γίνουν κρατικοί υπάλληλοι θα έμεναν στον κόσμο και δε θα πήγαιναν στα Μοναστήρια.
Ο κοσμικός άνθρωπος βλέπει το πεδίο δράσεως του Μοναχού μόνο ανάμεσα στους ανθρώπους. Νομίζει πως αγάπη είναι να μοχθείς για τους άλλους με τον καθιερωμένο τρόπο των κοινωνικών υπηρεσιών. Μα, αν της Εκκλησίας το έργο δεν είναι το "διακονείν τραπέζαις" (Πραξ. στ', 2), αλλά η "διακονία του λόγου" (αυτόθι 4), η σωτηρία των ανθρώπων, πόσο μάλλον του Μοναχισμού;
Πολλά θα μπορούσε κανείς να γράψει πάνω στο θέμα αυτό αλλά θα το αποφύγουμε χάριν συντομίας.
Στον τομέα έπειτα της επιστήμης και της τέχνης μήπως υστέρησε ο Μοναχισμός; Προσφορά των Μοναχών είναι η διάσωση, η αντιγραφή και διατήρηση ως τις μέρες μας των έργων των αρχαίων συγγραφέων, των έργων των Αγίων Πατέρων και άλλων.
Έπειτα η αγιογραφία, η ξυλογλυπτική, η διακοσμητική, η καλλιγραφία, η μικρογραφία και γενικά όλες οι μορφές τέχνης που θαυμάζουν σήμερα οι πάντες, φέρουν και τη σφραγίδα της Μοναχικής πολιτείας.
Προσφορά στη λατρεία: Έργο Μοναχών είναι η πολύτιμη υμνολογία της Εκκλησίας μας (Ανδρέας ο Κρήτης, Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Θεοφάνης, Ιωσήφ, Κοσμάς, Ρωμανός, Κασσιανή και πολλοί άλλοι). Έργο Μοναχών είναι και το τυπικό της Εκκλησίας με την τόση λατρευτική μεγαλοπρέπεια.
Προσφορά στη Θεολογία: Η Θεολογία είναι χάρισμα. Χάρισμα του Αγίου Πνεύματος σε λίγους και καθαρούς. Και αυτοί οι λίγοι και καθαροί υπήρξαν κατά κανόνα Μοναχοί. Εκείνοι πρωτοστατούσαν στη διατύπωση των δογματικών αληθειών, έγραψαν περίφημα θεολογικά συγγράμματα, εκφωνούσαν πύρινους θεολογικούς λόγους και μάλιστα πλήρωναν συχνά το έργο τους αυτό με εξορίες, με εκθρονίσεις αν ήταν και Επίσκοποι, με διωγμούς, με μαρτύριο αίματος. Η απλή αναφορά και μόνο ονομάτων θα μπορούσε να αποδείξει "του λόγου το ασφαλές".
Εθνική προσφορά: Εδώ ας αφήσουμε την ιστορία να μιλήσει. Τη γνήσια, την αχρωμάτιστη ιστορία. Να μιλήσει για το Αρκάδι, να μιλήσει για την Αγία Λαύρα, για τα μοναστήρια που βάναυσα έκλεισε η Βαυαροκρατία μετά την απελευθέρωση. Η Βαυαροκρατία η οποία έγινε αιτία της μετέπειτα κακοδαιμονίας στα θεολογικά γράμματα και κατ' επέκταση της κακής Εκκλησιαστικής τακτικής που αυτά οδήγησαν σε δύο τραγικά λάθη: Στην απομάκρυνση από το πνεύμα των Αγίων Πατέρων και τη στροφή προς τη Δύση, πρώτο, και δεύτερο στην πραξικοπηματική αποκοπή από τη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο.
Να μιλήσει ο Μεγάλος Στρατηγός Μακρυγιάννης για την προσφορά των Μοναστηριών στην επανάσταση του 1821 και γι' αυτούς τους Μοναχούς που είδε ξυπόλητους να ζητιανεύουν στην Αθήνα ύστερα από το μεγάλο "ευχαριστώ" του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.
Να μιλήσει, λοιπόν, η ιστορία που... "αναθεωρείται". Να δούμε. θα θυμηθεί το Μοναχισμό του Βυζαντίου; Θα θυμηθεί τα Μοναστήρια της τουρκοκρατίας και της επανάστασης; Θα θυμηθεί κάποιο, Κοσμά Αιτωλό; Θα θυμηθεί τέλος τα Μοναστήρια του 40;
ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Πριν από μερικά χρόνια η κάμψη του αριθμού των Μοναχών και ιδιαίτερα στην Ακρόπολη του Μοναχισμού, το Άγιο Όρος, προξενούσε μεγάλη ανησυχία. Την τελευταία όμως εικοσιπενταετία παρατηρήθηκε μια σημαντική αύξηση, που κυριολεκτικά κατέπληξε εχθρούς και φίλους του Μοναχισμού. Κατέπληξε όχι μόνο ο αριθμός, αλλά κυρίως το ποιόν των νέων Μοναχών, αφού στην πλειοψηφία τους είναι νέοι στην ηλικία και απόφοιτοι ανωτέρων και ανωτάτων σχολών. Στην άνθηση αυτή συνετέλεσαν, κατά την ταπεινή μας γνώμη, οι εξής παράγοντες:
α) Η Θεία Πρόνοια, που πιθανώς θέλει να ετοιμάσει πρόσωπα για μια πνευματική αναγέννηση μέσα στην Εκκλησία, στηριγμένη πάνω στα θεμέλια της γνήσιας πατερικής παράδοσης και γραμμής.
β) Η ύπαρξη πνευματικών προσωπικοτήτων. Γερόντων δηλαδή με αγιότητα βίου και Γερόντων, που στο πρόσωπό τους συνδυάστηκε η αγιότητα και η θεολογική κατάρτιση.
γ) Η στροφή προς τους Πατέρες, που ευτυχώς παρατηρήθηκε τα τελευταία χρόνια και στις θεολογικές σχολές και στις εκδόσεις πολλών εκδοτικών οίκων.
δ) Η συνειδητοποίηση ότι ο ευσεβισμός δεν έλυνε τα προβλήματα ούτε ικανοποιούσε τις πνευματικές αναζητήσεις, των νέων ιδιαίτερα της εποχής μας.
Και ενώ, λοιπόν, παρατηρείται άνθηση στο Άγιο Όρος, δε συμβαίνει το ίδιο με τα ανδρικά Μοναστήρια πολλών Ιερών Μητροπόλεων. Το θέμα αυτό θα πρέπει κάποτε να απασχολήσει σοβαρά την Ιεραρχία, ως σώμα, μα κυρίως ως πρόσωπα, για να βρεθούν τα αίτια, να θεραπευθούν και επί πλέον να παρασχεθεί κάθε δυνατή βοήθεια για την ανάπτυξη τέτοιων πνευματικών εστιών. Δεν πρέπει όμως να παραλείψουμε να αναφέρουμε και το γεγονός ότι αντίθετα προς τον ανδρικό Μοναχισμό, ανθεί ο γυναικείος με τη μορφή των Ησυχαστηρίων, όπου, φυσικά, βρίσκει τις απαιτούμενες αγαθές προϋποθέσεις.
Παρήγορο και ενθαρρυντικό είναι επίσης το γεγονός ότι και οι Μοναχοί που καλούνται από το Θεό να υπηρετήσουν την Εκκλησία Του μέσα στον κόσμο ως Ιερωμένοι, είναι στο σύνολό τους σχεδόν λάτρεις της παραδόσεως και διατηρούν στενή επαφή με το Άγιο Όρος και ιδιαίτερα με σύγχρονες φωτεινές μορφές του Μοναχισμού.
Τα όσα γράψαμε εδώ, ας θεωρηθούν σαν μια μικρή συμβολή για γνωριμία με το Αγγελικό Πολίτευμα.
Θα πρέπει κάποτε να ξεπεράσουν οι άνθρωποι την άδικη προκατάληψη για το Μοναχισμό και να κοιτάζουν με βλέμμα συμπαθείας και επιεικείας τις ελάχιστες εκείνες περιπτώσεις που μεμονωμένα πρόσωπα δεν τιμούν το μοναχικό τους τρίβωνα. Για την οποιαδήποτε πτώση, δεν ευθύνεται ούτε ο ιερός θεσμός, ούτε το σύνολο των Μοναχών. Όσοι δε επιδιώκουν την πνευματική τους ωφέλεια κληρικοί και λαϊκοί, ας επισκέπτονται μοναστικούς χώρους και κυρίως το Άγιο Όρος το οποίο διατηρεί συνοπτικά ολόκληρη τη μοναστική παράδοση της Ανατολής, για να αναβαπτίζονται πνευματικά. Κι ακόμη ας θεωρούν χρέος τους να βοηθούν τις μοναχικές κλίσεις προσώπων. Τελειώνοντας, παραθέτουμε τα λόγια του Αγίου Σεραπίωνος Θμούεως, λόγια αγάπης και θαυμασμού προς το Μοναχισμό:
"Ω πόσης τιμής υπεροχήν έχει το άγιον και ιερόν υμών Σχήμα! Ω πόσης ευωδίας πνευματικής πνέει! Ω πηλίκον του επαγγέλματος εψηφίσασθε! Λόγος ουδείς ανυμνήσαι δύναται. Ω επάγγελμα ουρανού απτόμενον! Ω επάγγελμα Θεώ συναπτόμενον.....! Ω επάγγελμα, δι' ου σώζεται κόσμος!"
Ο Ορθόδοξος μοναχισμός και η εκκοσμίκευσή του
Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Ο Μοναχισμός είναι η δόξα της Εκκλησίας, αφού μέσα στις τάξεις του ασκήθηκαν και αγιάσθηκαν πολλοί άγιοι που συγκαταλέγονται στο αγιολόγιο της Εκκλησίας μας. Οι μοναχοί αποτελούν “στρατόν ιερόν, θείον και πάγκαλον τάγμα” (άγ. Θεόδωρος Στουδίτης) και συγκαταλέγονται στην μοναχική και αγγελική Πολιτεία, κατά τον λόγο του αγίου Ευσταθίου Θεσσαλονίκης: “τό αγγελικόν υμών επάγγελμα αδιάψευστον τηρήσατε, ουρανίως πορευόμενοι”. Κατά τον μγ' Κανόνα της εν Τρούλλω Στ’ Οικουμενικής Συνόδου η μοναχική πολιτεία στηλογραφεί την εν μετανοία ζωήν. Γράφουν οι άγιοι Πατέρες της Συνόδου: “Ως ουν της μοναχικής πολιτείας την εν μετανοία στηλογραφούσης ζωήν ημίν, τω γνησίως ταύτη προστιθεμένω, συνευδοκούμεν”. Τα ιδιαίτερα σημεία αυτού του κανόνος είναι αφ’ ενός μεν η στηλογραφία που σημαίνει την επιγραφή η οποία τίθεται στην στήλη, και στην περίπτωσή μας σημαίνει ότι η μοναχική πολιτεία στηλογραφεί την ζωή της μετανοίας, αφ’ ετέρου δε ότι χρειάζεται κανείς να προσέρχεται στην μοναχική πολιτεία γνησίως. Και τότε, όταν διασώζωνται αυτά τα δύο γνωρίσματα, η Εκκλησία συνευδοκεί και επευλογεί την μοναχική ζωή και τον ασκούμενο μέσα σε αυτήν την πολιτεία.
Ο Ζωναράς, ερμηνεύοντας αυτόν τον ιερόν κανόνα, γράφει: “ως γαρ η στήλη δείκνυσιν ημίν και το σήμα του στηλογραφομένου, ούτω και το μοναχικόν επάγγελμα την μετάνοιαν ημίν υπογράφει και σχηματίζει, και ταύτης μεμνήσθαι παρασκευάζει διηνεκώς”. Αυτό σημαίνει ότι μόνον η μετάνοια είναι ο πραγματικός σκοπός της μοναχικής πολιτείας. Και όποιος απομακρύνεται από αυτόν τον σκοπό δεν ζη τον αληθινό μοναχισμό.
Δια μέσου των αιώνων όπως σε όλες τις εκφάνσεις της εκκλησιασικής ζωής εισήχθη ο πειρασμός της εκκοσμικεύσεως, το ίδιο συμβαίνει και στην αγγελική μοναχική πολιτεία. Υπήρξαν μοναχοί που απομακρύνθηκαν από τον σκοπό της μοναχικής πολιτείας, έχασαν τον αληθινό προσανατολισμό που είναι η μετάνοια, δια της οποίας προγεύονται της Βασιλείας του Θεού. Ακριβώς για τον λόγο αυτόν χρειάσθηκε οι άγιοι Πατέρες να προσδιορίσουν τον σκοπό και τα πλαίσια μέσα στα οποία εξασκείται ο ορθόδοξος μοναχισμός. Μάλιστα χαρακτηριστικός είναι ο ιη' Κανόνας της Δ' Οικουμενικής Συνόδου: “Εί τινες τοίνυν κληρικοί, ή μονάζοντες, ευρεθείεν συνομνύμενοι, ή φατριάζοντες, ή κατασκευάς τυρεύοντες επισκόποις, ή συγκληρικοίς, εκπιπέπτωσαν πάντη του οικείου βαθμού”. Κατά τον Ζωναρά συνωμοσία είναι “τό τινάς κατά τινων βουλεύσασθαι, και αλλήλους όρκοις συνδήσαι, αποστήναι του ατόπου βουλεύματος, μέχρις αν τούτο εκτελεσθείη”. Φατρία δε είναι “κακοθελές διαβούλιον, και συμφωνία τινών επί πράξεσι φαύλαις”. Και τυρεία είναι το “σκληρά και πονηρά κατασκευάζοντας”.
Η εκκοσμίκευση του ορθοδόξου μοναχισμού έγκειται στο ότι αλλοιώνεται ο σκοπός του, που είναι η μετάνοια δια της οποίας αποκτά ο μοναχός την θέωση, και ακόμη στο ότι χάνεται και η ησυχαστική μέθοδος, δια της οποίας ο άνθρωπος φθάνει στην μέθεξη της Βασιλείας του Θεού. Επίσης, εκκοσμίκευση της μοναχικής πολιτείας είναι όταν, αφού αλλοιώνεται ο σκοπός της, οι μοναχοί ενεργούν ωσάν να είναι Επίσκοποι ή ασχολούνται με εμπορικές επιχειρήσεις. Κατά τον Ζωναρά που ερμηνεύει τον ΣΤ' Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου: “Οι τη μοναχική ζωή συντασσόμενοι, ως τεθνηκότες τω βίω λογίζονται, ώσπερ ουν οι θανόντες ουδέν έχουσιν, ούτως και τους μονάζοντας ο κανών απαιτεί μηδέν κεκτήσθαι”.
Ακριβώς για να διασφαλισθή η μοναχική πολιτεία και να μην εκτρέπεται από τον σκοπό για τον οποίον ασκείται, τέθηκε στην δικαιοδοσία του Επισκόπου. Άλλωστε, ο Επίσκοπος είναι “εις τύπον και τόπον του Χριστού” και διάδοχος των αγίων Αποστόλων. Ο Επίσκοπος σε μια επαρχία είναι η ορατή εικόνα του Χριστού. Οι Κανόνες της Εκκλησίας αναφέρονται συχνά στον επισκοποκεντρικό χαρακτήρα του μοναχισμού. Χαρακτηριστικός είναι ο η' Κανόνας της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου σύμφωνα με τον οποίον οι Κληρικοί των πτωχείων και μοναστηρίων και μαρτυρίων “υπό την εξουσίαν των εν εκάστη πόλει επισκόπων, κατά την των αγίων Πατέρων παράδοσιν, διαμενέτωσαν· και μη κατά αυθάδειαν αφηνιάτωσαν του ιδίου επισκόπου”. Και στην συνέχεια λέγει ότι όσοι ανατρέπουν την διατύπωση αυτή και δεν υποτάσσονται στον Επίσκοπό τους, αν είναι Κληρικοί επιτιμώνται βάσει των ιερών Κανόνων, αν είναι μονάζοντες και λαϊκοί καθίστανται ακοινώνητοι.
Ο Αρχιμ. Γεώργιος, Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους στο βιβλίο του “Η Ποιμαντική διακονία κατά τους Ιερούς Κανόνας” γράφει: “η υπαγωγή της Μονής εις τον Επίσκοπον ασφαλίζει αυτήν από κάθε μορφήν εκκλησιαστικού εγωκεντρισμού, αποκλειστικισμού και αυταρκείας. Δια του Επισκόπου η Μονή έχει την αναφοράν και τον σύνδεσμόν της μεθ’ όλης της Επισκοπής και μετά της Καθολικής Εκκλησίας”. Αυτό σημαίνει ότι, όταν μια Μονή διασπά τον σύνδεσμό της με τον Επίσκοπό της, ζη στην πραγματικότητα μια προσχισματική κατάσταση.
Το κείμενο που ακολουθεί, και το οποίο πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Διάβαση” (τεύχη 24, Μάρτιος-Απρίλιος, και 25, Μάϊος-Ιούνιος 2000), παρουσιάζει την αξία του ορθοδόξου μοναχισμού, αλλά και την εκκοσμίκευσή του. Και αυτό είναι απαραίτητο, γιατί ζούμε σε μια εποχή στην οποία δημιουργείται μεγάλη σύγχυση ακόμη και σε μεγάλους εκκλησιαστικούς θεσμούς, οπότε το έργο του Επισκόπου είναι να ορθοτομή τον λόγο της αληθείας, ακριβώς επειδή είναι ο υπεύθυνος για την σωτηρία του ποιμνίου του, μέσα στο οποίο συγκαταλέγονται και οι μοναχοί. Γιατί θα είναι τραγωδία αν αυτοί που εξέλεξαν την μοναχική πολιτεία για την σωτηρία τους να ευρεθούν, όπως οι μωρές παρθένες εκτός του νυμφώνος, γιατί δεν είχαν φροντίσει να έχουν ένδυμα γάμου, ήτοι την Χάρη της νοεράς προσευχής, κατά τους Πατέρας, την ορθόδοξη συνείδηση και το εκκλησιαστικό φρόνημα.
Το κείμενο αυτό αποτελεί την εισαγωγή από το ανάτυπο “Ο Ορθόδοξος Μοναχισμός και η εκκοσμίκευσή του”.



ΟΤΑΝ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΑΙ ΘΑ ΠΕΤΑΣ ΣΑΝ ΤΟ ΑΕΤΟΠΟΥΛΟ ΣΤΑ ΥΨΗ
Αρχάγγελος Γαβριήλ, Παναγία Αγγελόκτιστη, Κύπρος.
Χατζιδάκη Νανώ, Βυζαντινά ψηφιδωτά, Ελληνική Τέχνη, Εκδοτική Αθηνών, 1994.

«Ο άνθρωπος, όταν προσεύχεται στο Θεό, απορροφά τις ιδιότητες του Θεού».
Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης. Η προσευχή είναι συναναστροφή του νου με το Θεό. Σκεφθείτε λοιπόν σε ποια κατάσταση πρέπει να βρίσκεται ο νους μας για να μπορεί να απευθύνεται στον Κύριο και να συνομιλεί μαζί Του χωρίς να στρέφεται αλλού και χωρίς τη μεσολάβηση κανενός άλλου.
Η προσευχή είναι καρπός της πραότητας και της ειρήνης που δεν την ταράζει θυμός.
Η προσευχή είναι προέκταση χαράς και ευχαριστίας.
Η προσευχή είναι ασπίδα για κάθε λύπη και στενοχώρια.
Μη στενοχωριέσαι αν δεν πάρεις αμέσως από το Θεό αυτό που ζητάς. Θέλει να σε ευεργετήσει περισσότερο γι’ αυτό σε κρατάει περισσότερο στην προσευχή. Υπάρχει άραγε κάτι ανώτερο από το να συνομιλείς με το Θεό κι από το να χρονοτριβείς στη συνάντηση μαζί Του ;
Η απερίσπαστη προσευχή είναι η απόλυτη χρήση του νου μας.
Η προσευχή είναι ανάβαση του νου προς το Θεό.
Είτε προσεύχεσαι με άλλους είτε μόνος, αγωνίσου να μην το κάνεις από συνήθεια αλλά με αίσθηση.
Προσευχήσου με γλυκύτητα και χωρίς ταραχή και ψάλλε με συγκέντρωση και αρμονία, και θα είσαι σα νιογέννητο αετόπουλο που πετά στα ύψη.
Η προσευχή είναι ενέργεια αντάξια του ανθρώπινου νου. Δηλαδή είναι η καλύτερη και η καθαρή χρήση του νου.
Να μη θέλεις να γίνεται στη ζωή σου ό,τι εσύ νομίζεις σωστό αλλά ό,τι θέλει ο Θεός, και τότε θα προσεύχεσαι χωρίς ταραχή και με ευγνωμοσύνη.
΄Αγιος Νείλος ο Ασκητής, Λόγος περί προσευχής, κεφάλαια γ΄, ιδ΄, ιε΄, ιστ΄, λδ΄, λε΄, μβ΄, πβ΄, πδ΄, πθ΄.
Μοναχισμός και Θεολογία
Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου