Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Ο Θεός δεν κρίνει τον χριστιανό επειδή αμάρτάνει,αλλά επειδή δεν μετανοεί


Ο Θεός δεν κρίνει τον χριστιανό επειδή αμάρτάνει,αλλά επειδή δεν μετανοεί


Κάποια μέρα που πήγα να επισκεφτώ τον άγιο Νήφων, τον βρήκα να κάθεται στο κελί του και να διαβάζει. Μόλις με είδε, χάρηκε πολύ. Με χαιρέτησε με ιδιαίτερη αγάπη, κι έσκυψε πάλι στο βιβλίο του. Εγώ τον εμπόδισα από το διάβασμα και άρχισα να τον ρωτάω για την μετάνοια. Τότε μου αποκρίθηκε:
-Πίστεψέ με, αδελφέ μου, ότι ο αγαθός Θεός δεν θα κρίνει τον χριστιανό επειδή αμάρτησε…
Παραξενεύτηκα πολύ μ΄ αυτά τα λόγια και τον ρώτησα με σεβασμό:
-Τότε λοιπόν καθώς λες, οι αμαρτωλοί δεν θα κριθούν; Πρέπει δηλαδή να σκεφτούμε ότι δεν υπάρχει Κρίση;
-Υπάρχει και παραϋπάρχει…, μου απάντησε.
-Τότε ποιος θα κριθεί;
-Άκου, παιδί μου, να στα πω πιο καθαρά:
Ο Θεός δεν κρίνει τον χριστιανό, επειδή αμαρτάνει, αλλά επειδή δεν μετανοεί. Γιατί το να αμαρτάνει κανείς και να μετανοεί είναι ανθρώπινο, ενώ το να μη μετανοεί είναι γνώρισμα του διαβόλου και των δαιμόνων του. Επειδή δεν ζούμε συνεχώς στη μετάνοια γι΄ αυτό θα κριθούμε.
Μου διηγήθηκε τότε με πολλή σοφία ένα αξιοθαύμαστο γεγονός, που όταν το ακούει κανείς μένει κατάπληκτος από την άφατη φιλανθρωπία του Κυρίου:
Τότε που τον επισκέφτηκε για πρώτη φορά η χάρη του Θεού και τον οδήγησε στη μετάνοια, του συνέβη κάτι παρόμοιο μ΄ αυτό που συνέβη στον άσωτο της παραβολής:

Ήταν σε μια περιοχή που λέγεται του Αρίσταρχου και συλλογιζόταν τις αμαρτίες του. Ξαφνικά τον κέντησε μέσα του η χάρη του Παράκλητου, και είπε στον εαυτό του:
-Ας πάμε, αμαρτωλέ Νήφων, στην εκκλησία να εξομολογηθούμε στο Θεό τις αμαρτίες μας. Δεν ξέρεις αν θα ζεις αύριο. Τρέξε λοιπόν! Κάθεται εκεί και μας καρτερεί ο Πατέρας των οικτιρμών, ο πολυεύσπλαχνος Θεός. Αυτός που προσδοκά τη μετάνοιά μας, των αθλίων και ρυπαρών.
Με αυτές τις σκέψεις τρέχοντας σχεδόν έφτασε στον ναό του Θεού. Ύψωσε τα χέρια του προς την ανατολή κι άφησε ένα βαθύ στεναγμό να βγει απ΄ την καρδιά του:
Δέξου, πατέρα τον νεκρό που έχασε τη ψυχή του.
Δέξου το καταγώγιο των αμαρτιών.
Δέξου τον βλάσφημο, τον πονηρό, τον αδιάντροπο, τον αισχρό,
τον μολυσμένο στη ψυχή και το σώμα….
Ελέησέ με, και μην αποστρέψεις το αγαθό σου πρόσωπο από μένα.
Μην πεις, Κύριε, δεν σε γνωρίζω! Μην πεις: Που ήσουνα έως τώρα…
Λυπήσου με και σώσε με. Γιατί ξέρω, Φιλάνθρωπε, ότι δεν θέλεις τον θάνατο του αμαρτωλού..

Είπε τα λόγια αυτά κι άλλα ακόμη με την ψυχή κατάπικρη… Και ξαφνικά, κάποιος ήχος ήρθε από τον ουρανό, κι ένα φοβερό ακτινωτό φως έλαμψε. Το φως αυτό είχε δύο βραχίονες-μια αγκαλιά, που κατέβηκε απ΄ το ύψος του ουρανού και τυλίχθηκε στον τράχηλο του οσίου λέγοντας:
-Καλώς όρισε το παιδί μου, το χαμένο μου! Τώρα ξαναζωντάνεψες, παιδάκι μου. Φωτίσθηκαν τα μάτια σου, ξανάνθισε η νιότη σου κι από τώρα θα με δοξάζεις με τα έργα σου!…
Και λέγοντας αυτά χάθηκε στον ουρανό, ενώ ο άγιος Νήφων από την μέθη της οπτασίας έπεσε σ΄ έκσταση. Όταν σε λίγο συνήλθε, αναφώνησε:
-Δόξα σοι ο Θεός, δόξα σοι!
Τόλεγε και το ξανάλεγε ακατάπαυστα, γιατί η καρδιά του είχε ξεχειλίσει από μια θεϊκή ευωδία και το στόμα του ήταν γεμάτο μέλι πνευματικό. Ώρα πολλή προσευχόταν μετά από κείνο το ανέκφραστο όραμα. Κι έπειτα γύρισε στο κελί του, πάντα μέσα στην ίδια έκσταση και το θάμπος του θεϊκού ασπασμού.
Από τότε, καθώς έλεγε, βάδιζε τον δρόμο της ζωής του ανάλαφρος, υπηρετώντας τον Κύριο.
Το πρωτάκουστο αυτό θαύμα το άκουσα απ΄ το ίδιο το στόμα του οσίου. Τα μάτια του ήταν πλημμυρισμένα με δάκρυα, όταν με δέος, αλλά και μια μυστική χαρά, μου το διηγήθηκε. Γιατί πάντα τον παρακαλούσα επίμονα και τον ανάγκαζα να μου διηγείται ότι του συνέβαινε. Κι επειδή με αγαπούσε πολύ, δεν μου έκρυβε ποτέ τίποτε. Έτσι κύλησε λοιπόν η μέρα που ο πολυεύσπλαχνος Κύριος τον ασπάσθηκε, ενώ προσευχόταν.

(Ένας Ασκητής Επίσκοπος, σελ. 35-37)./ΠΗΓΗ

ξεχασαμε την τρελλα του χριστιανου


Ξεχάσαμε την τρέλα του Χριστιανού

Πάνε πολλά χρόνια τώρα, που δέχθηκα ένα τηλέφωνο, από αυτά που λέμε δύσκολα. Στην άλλη άκρη της  γραμμής ήταν ο εφημερεύων γιατρός κάποιας πτέρυγας του μεγαλύτερου Ψυχιατρείου της πρωτεύουσας.
 «Ξέρετε, πρέπει να έλθετε εδώ το συντομότερο∙ σας ζητάει επίμονα ο παλιός σας μαθητής ο Σταύρος Κ…  Είναι σε πολύ άσχημη κατάσταση. Η επίσκεψή σας ίσως θα βοηθήσει…». Ο Σταύρος ήταν από τους αγαπημένους μου μαθητές και το σοκ ήταν μεγάλο. Μαζί είχαμε μοιραστεί πολλά  τα χρόνια παραμονής μου στη μικρή επαρχιακή πόλη. Δεν άντεχε ο Σταύρος τη κλεισούρα και τη σκληρότητα στις σχέσεις. Ήταν ψυχάρα, έξω καρδιά, χαμογελαστός, ευαίσθητος, ευθύς, σε κοίταγε στα μάτια, ήθελε να χαίρεται τη ζωή, να μοιράζεται τα πάντα με τους άλλους. Η μικρή κοινωνία είχε τους δικούς της κώδικες, έβλεπε τα πράγματα διαφορετικά και αυτό τον χάλαγε.
«Γιατί να είναι έτσι οι άνθρωποι δάσκαλε;» με ρώταγε κάθε τόσο…. Μετά  τη μετάθεση τα έφερε έτσι η ζωή και για λίγο χαθήκαμε.
          Όποιος είχε επισκεφτεί Δημόσιο Ψυχιατρείο εκείνη την εποχή μπορεί να φανταστεί την κατάσταση που συνάντησα. Στο χώρο λοιπόν που καθίσαμε να τα πούμε με το Σταύρο, σ’ ένα μικρό δωμάτιο με έπιπλα περασμένων δεκαετιών, άρχισαν να μαζεύονται γύρω μας σιγά –σιγά οι υπόλοιποι  φιλοξενούμενοι της πτέρυγας. Οι περισσότεροι ξεχασμένοι από τους συγγενείς και φίλους, κάποιοι «σταλμένοι» εκεί από την ίδια τους την οικογένεια (βλέπεις η περιουσία ήταν μεγάλη), άλλοι με φθαρμένα παλιά ρούχα, άλλοι ημίγυμνοι…  με πρόσωπα παραμορφωμένα από τη μακροχρόνια παραμονή, τη φαρμακευτική αγωγή, την έλλειψη επικοινωνίας και την απουσία της αγάπης. Έτρεμα στην ιδέα ότι ο Σταύρος θα έμενε εκεί… 
 Δεν πέρασε λίγη ώρα και ο ένας μετά τον άλλον άρχισαν να μας πλησιάζουν, να στέκονται γύρω μας και να ζητούν ο καθένας τους από κάτι. Άλλος λίγα χρήματα, άλλος ένα τσιγάρο …Όταν τέλειωσαν όλοι, ήλθε και με πλησίασε ο Στέλιος από το Ρέθυμνο, έτσι μου συστήθηκε, τον θυμάμαι ακόμα… 
«Επειδή άκουσα στην κουβέντα ότι είσαι από την Τήνο θέλω να σου δώσω δέκα δραχμές, όταν πας στην Παναγία να ανάψεις ένα κερί, πρώτα για όλο τον κόσμο να είναι καλά και μετά για το Στέλιο από το Ρέθυμνο». 
Ο Σταύρος και ο Στέλιος από το Ρέθυμνο κουβαλούσαν αυτό που  έχουμε ξεχάσει οι περισσότεροι που δηλώνουμε χριστιανοί, την τρέλα του Χριστιανού. Την τρέλα του να δίνεσαι, να μοιράζεσαι, να νοιάζεσαι τον Άλλο.Την τρέλα που σου δίνει τη ΖΩΗ .


Ανδρέας Αργυρόπουλος./πηγή

«Ἡ ποιμαντικὴ προσέγγιση του σύγχρονου ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Όσιο Πορφύριο».

«Ἡ ποιμαντικὴ προσέγγιση του σύγχρονου ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Όσιο Πορφύριο».

᾿Αρχιμ. π. Σαράντη Σαράντου

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία πού ἔγινε στίς 21/02/2012 στά πλαίσια τῆς Σχολῆς Γονέων τῆς ἐνορίας ῾Αγίας Παρασκευῆς ᾿Αττικῆς
Μεγίστη τιμὴ περιποιεῖ σὲ μένα ἡ πρόσκληση τοῦ πατρὸς Σταύρου γιὰ νὰ μιλήσουμε γιὰ τὸν Πατέρα Πορφύριο… μὲ κατατάσσει δηλαδὴ σ’ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι γνώριζαν τὸν Πατέρα Πορφύριο ὅμως δὲν εἶμαι ἀπ’ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι εἶχαν πολὺ ἐπικοινωνία, τὸν εἶχα δεῖ περίπου δέκα φορὲς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα ὅσα κυκλοφοροῦν γίνεται διαρκῶς γνωστὸς ὁ γέροντας καὶ ὅ,τι γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν ποιμαντική του κυρίως μποροῦμε νὰ ἀναφέρουμε. Βεβαίως, οὐκ εἰμὶ ἄξιος – δὲν εἶμαι καθόλου ἄξιος γιὰ νὰ προσεγγίσω μία τόσο μεγάλη προσωπικότητα καὶ ἕνα τόσο μεγάλο Ἅγιο, ποὺ ὅπως ἔχουν πεῖ καὶ ἄλλοι ποὺ τὸν εἶχαν γνωρίσει τὸν Πατέρα Πορφύριο, τέτοιου διαμετρήματος καὶ τέτοιας ποιότητος τολμοῦν ἀνὰ ἕνα αἰώνα ἢ καὶ περισσότερο ἄνθρωποι. Θὰ μπορούσαμε λοιπὸν νὰ ποῦμε ὅτι ὁ Πατὴρ Πορφύριος εἶναι ἕνας Ἅγιος ποὺ συνδυάζει καὶ συγκεντρώνει πολλὲς ἀρετὲς πολλῶν Ἁγίων.

 Μία φορὰ ποὺ βρισκόμουνα στὸ κελλί του καὶ μιλούσαμε, τὸν εἶχα ρωτήσει κάτι κι ἐγὼ προετοίμαζα μόνος μου τὴν πιθανὴ ἀπάντηση στὸ νοῦ μου. Καὶ μοῦ λέει ὁ Γέροντας: «μὰ δὲ μὲ προσέχεις». Ἀφοῦ, τοῦ λέω - γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσω αὐτὸ ποὺ εἶπα προηγουμένως- ὅτι οὐκ εἰμὶ ἄξιος νὰ ἀναλύσω τὴν προσωπικότητα καὶ ἰδιαιτέρως βέβαια τὴν ποιμαντική του Πατρὸς Πορφυρίου. Ὁ Πατὴρ Γεώργιος ὁ Κρητικός, Πνευματικός μου Πατέρας, ὁ ???????(5:34) δηλαδή, μοῦ εἶχε πεῖ ὅτι τὸν εἶχε γνωρίσει τὸν Πατέρα Πορφύριο καὶ ἐξομολογεῖτο σὲ αὐτὸν ἀπὸ τὸ 1950 καὶ τὸ 1970 κατάλαβε ὅτι ὁ Γέροντας εἶχε ἕνα μεγάλο χάρισμα. Πιὸ πρὶν δὲν εἶχε καταλάβει γιατί ὁ Γέροντας ἐπιμελημένα ἔκρυβε τὸ χάρισμα καὶ ἑπομένως θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι αὐτὴ ἦταν καὶ ἡ πρώτη μεγάλη ἀρετὴ τοῦ Γέροντος ποὺ ἦταν πλήρως ἀπηλλαγμένος ἀπὸ τὰ μεταπτωτικὰ στοιχεῖα δηλαδὴ ἀπὸ τὴν διάθεση νὰ ἀναδεικνύεται, νὰ ἐπιδεικνύεται ἢ ἀνοιχτὰ ἢ καὶ λανθανόντως. Σ’ αὐτὸ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι συνέβαλε ἔτσι ἡ πορεία τῆς ζωῆς του.

Γνωρίζουμε λοιπὸν ὅτι ὁ Γέροντας γεννήθηκε τὸ 1906 καὶ δεκατεσσάρων ἐτῶν βρέθηκε στὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ ἀπὸ διάφορες συμπτώσεις ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ τὸ ἤθελε. Βρέθηκε λοιπὸν στὴν Ὑπακοὴ δεκατεσσάρων ἐτῶν ἐνώπιον δύο Γερόντων στοὺς ὁποίους ἔκανε ἀδιάκριτη ἢ ὅπως τὴ λέμε ἐμεῖς οἱ κοσμικοί, τυφλὴ ὑπακοή. Καὶ ἑπομένως αὐτὴ ἡ διπλὴ ὑπακοὴ τὸν ὠφέλησε τὰ μέγιστα, τόσο διότι ἦταν ἑκούσια καὶ ἐγκάρδια ὅσο καὶ γιατί ἦταν διπλὴ ὑπακοή. Σὲ ἡλικία δεκαέξι ἐτῶν ἔγινε μεγαλόσχημος, πράγμα ποὺ σπανίως γίνεται καὶ ἀπὸ τὰ σπάνια φαίνεται ὅτι ἡ προσωπικότητα τοῦ Γέροντα πραγματικὰ ἐνέπνεε καὶ τοὺς Πνευματικούς του Πατέρες ὥστε νὰ τοῦ χαρίσουν τὸ χάρισμα τῆς μεγαλοσχημίας. Κάνω ἕναν παραλληλισμὸ ποὺ δὲν ξέρω ἂν εἶναι ἐπιτυχής, περίπου στὴν ἴδια ἡλικία ἡ Παναγία μᾶς δέχτηκε τὸν Ἀρχαγγελικὸ Ἀσπασμὸ – δὲν εἶναι τὸ ἴδιο – ἀλλὰ ἐν πάση περιπτώσει δὲν εἶναι κάτι τυχαῖο καὶ στὴ ζωὴ τοῦ Γέροντα, ἕνας ἔφηβος δεκαέξι ἐτῶν νὰ γίνεται μεγαλόσχημος, τὴ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ παρὸν – κατὰ μείζονα λόγο τὸ παρὸν – οἱ ἔφηβοι εἶναι ἐπαναστατημένοι. Σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν ὁ Γέροντας χειροτονεῖται, γίνεται Ἱερωμένος καὶ μάλιστα Ἱερομόναχος. Ἐξαίρεση τῶν ἐξαιρέσεων, ποὺ αὐτὴ ἡ ἐξαίρεση δηλώνει ἀσφαλῶς τὴν ὡριμότητα, γιατί στὴ χειροτονία τοῦ Γέροντος συνέβαλαν τρεῖς Μητροπολίτες.
Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1940 ὁ Γέροντας διορίζεται στὴ Πολυκλινικὴ Ἀθηνῶν καὶ ἐκεῖ πλέον εἶναι τὸ βασικό του μετερίζι, τὸ ποιμαντικὸ μετερίζι ἀπὸ τὸ ὁποῖο προσφέρει ἄπειρες ποιμαντικὲς δωρεὲς στοὺς ἀσθενεῖς, ἀσθενεῖς σωματικῶς, ἀλλὰ μέσω τῆς σωματικῆς ἀσθενείας, προσεγγίζοντας τοὺς ἀσθενεῖς τους προσφέρει καὶ τὴν πνευματικὴ ἴαση.
Ἦταν προορισμένος λοιπὸν ὁ Πατὴρ Πορφύριος φαίνεται καὶ (9.54) μητρὸς ἀλλὰ καὶ ἑκουσίως τὴ δική του ἀξιοποίηση τῶν δωρεῶν τοῦ Κυρίου ἔγινε χαρισματικός, ἔγινε ὄντως χριστοποιημένος ἄνθρωπος. Αὐτὸ τὸ χάρισμα τῆς διοράσεως τὸ ἔλαβε σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν καὶ ἀφετηρία γι’ αὐτὸν ἡ ἔναυσμα γιὰ τὴ λήψη αὐτοῦ του χαρίσματος ἦταν μία συγκυρία σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ παρεκκλήσια ἐκεῖ τῶν Καυσοκαλυβίων, ὅταν ἕνας Ρῶσος ἱερομόναχος χωρὶς νὰ καταλάβει τὴν παρουσία τοῦ γέροντος ἄρχισε νὰ προσεύχεται μὲ τὸ κομποσχοίνι καὶ νὰ λέει τὴν εὐχὴ καὶ περιγράφει  ὁ Γέροντας στὴ σελίδα 321 αὐτοῦ του βιβλίου μαθητεύοντας στὸ Γέροντα Πορφύριο ποὺ περιγράφει ἔτσι τὴν ἐπίδραση ποὺ εἶχε ἡ εὐχὴ ἑνὸς Ἁγίου ἀνδρὸς πάνω του. Βεβαίως ἦταν καὶ ὁ ἴδιος κατάλληλος δέκτης καὶ ἑπομένως πομπὸς τῆς Θείας Χάριτος καὶ τὸ μέσο τῆς Θείας Χάριτος τὸν σαγήνευσε ἀλλὰ εἶχε συμβάλλει νωρίτερα στὴν εὐαισθησία αὐτῆς τῆς ἀποδοχῆς τοῦ χαρίσματος καὶ ὅλη ἡ διαδικασία ποὺ ἀναφέραμε προηγουμένως καὶ κυρίως τὸ φρόνημα, ἡ ἄσκηση καὶ ἡ κατάκτηση τῆς ὑπακοῆς.
Ἀναφέρει ὁ Γέροντας κάποια περιστατικὰ ποὺ δείχνουν τὴν ἰδιαιτέρα καὶ λεπτοτέρα παιδαγωγικὴ ποὺ ἀσκοῦσαν πάνω του οἱ δύο γέροντες καὶ στοὺς ὁποίους ὅπως εἴπαμε ἔκανε αὐτὴ τὴ διπλὴ ὑπακοὴ καὶ μέσα ἀπὸ τὴν παιδαγωγία τοὺς ζοῦσε ὁ γέροντας τὴν ἀληθινὴ ἐν Χριστῷ ὑπακοὴ καὶ ζωή. Ἔτσι λοιπόν, ὅταν βρέθηκε μπροστὰ σ’ αὐτὸ τὸ ἔκτακτο γεγονὸς αὐτὸ λειτούργησε ἐκκλησιολογικὰ – δηλαδὴ τὸ χάρισμα τοῦ Γέροντος δὲν εἶναι ἕνα χάρισμα ποὺ προέρχεται ἀπὸ μία ἀόριστη συγκυρία ἀλλὰ εἶναι χάρισμα ποὺ γίνεται ἐντός του Ἱεροῦ Ναοῦ, πλάϊ σὲ ἕναν ἐπίσης δοκιμασμένο ἄνθρωπο τῆς ὑπακοῆς, σὲ ἕναν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος ἑνωνόταν μυστικῶς διὰ τῆς εὐχῆς μὲ τὸν Κύριό μας.
Εἶναι ἕνα χάρισμα ποὺ συντελεῖται ἁγιοριτικά, μέσα στὴν Ἁγιορίτικη πολιτεία, μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, θὰ λέγαμε ἕνα χάρισμα ποὺ ἀφετηρία ἔχει κομβοσκοινιακὴ ἐμπειρία, θεανθρωπολογική, διότι ὁ Χριστὸς εἶναι παρὼν ἐν μέσω τῶν δύο αὐτῶν ἀνδρῶν, τοῦ μεγάλου, τοῦ ὡρίμου, τοῦ ὠριμοτάτου, τῆς ὑπέργηρης ἡλικίας  ἀλλὰ καὶ τοῦ Πατρὸς Πορφυρίου ὁ ὁποῖος εἶναι νεαρὸς ἀλλὰ κατάμεστος ἀπὸ τὰ δῶρα τῆς ὑπακοῆς. Αὐτὴ λοιπὸν τὴν ἐμπειρία τοῦ τὴν ἀποκαλύπτει κάποια στιγμή, δὲν τὴν κρύβει, τὴν κρύβει ὅσο φαίνεται ἡ Θεία χάρις τοῦ ζητάει νὰ εἶναι κεκρυμμένη, δὲν τὴν ἀφήνει ὅμως τέλος στὴν ἄγνοια καὶ στὸ σκοτάδι, δὲν εἶναι κρυψίνους ἀλλὰ γίνεται πλέον γνωστὸ τὸ χάρισμα καὶ πλήρως ἀποκαλύπτεται ὅταν κι ὁ ἴδιος ἔχει φτάσει στὰ μέτρα, στὰ πλήρως θεανθρώπινα, σ’ αὐτὰ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα διαρκῶς βοηθοῦν τοὺς ἀνθρώπους στὴν ἐν Χριστῷ πνευματικὴ ζωή.
Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ὁ γέροντας ἀρχίζει μία ποιμαντικὴ ἐργασία, παράλληλα μὲ τὰ μοναχικά του καθήκοντα γίνεται καὶ ἡ πνευματικὴ ἐργασία, μέσα σὲ ἕνα θεραπευτήριο τὸν Ἅγιο Γεράσιμο, στὴν Πολυκλινικὴ κοντὰ στοὺς γιατροὺς καὶ στοὺς ἀρρώστους καὶ ὅλοι αὐτοὶ κατὰ τὸν Ἅγιο γέροντα εἶναι γνωστοὶ ἄρρωστοι, γι’ αὐτὸν εἶναι γνωστοὶ διότι ἡ διόραση ποὺ ἔχει ὁ γέροντας τὸν καθιστὰ ἔμπειρο γιὰ νὰ διαγιγνώσκει τὴν κατάσταση τῆς ἀσθενείας καὶ πέρα ἀπ’ αὐτὴν καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὴν νὰ ἀντιλαμβάνεται καὶ τὰ αἴτια, τὶς ρίζες, τὶς ἀφορμὲς τῆς ἀσθένειας καὶ γράφει μέσα σ’ αὐτὸ τὸ βιβλίο του ὅτι πηγή, ἀρχὴ καὶ αἰτία τῆς σωματικῆς ἀσθένειας εἶναι ἡ ψυχικὴ κατάσταση τοῦ ἀσθενοῦς.
Ἀπολογεῖται ὁ Ἅγιος Γέροντας γιὰ τὸ χάρισμα ποὺ ἔχει ὅταν οἱ μὴ διακριτικοὶ ἄνθρωποι τὸν κατηγοροῦν ὅτι τὸ χάρισμα αὐτὸ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν ἐν Χριστῷ ζωὴ ἀλλὰ προέρχεται ἀλλαχόθεν. Πέντε ἡ ὥρα τὸ πρωί, μία φορά, μὲ παίρνει ὁ Γέροντας καὶ γνωρίζοντας ὅτι γνωρίζομαι ἐγὼ μ’ ἕναν ἐπώνυμο πνευματικό, μοῦ μιλάει ἀναλυτικὰ καὶ μὲ παρακινεῖ νὰ πείσω, νὰ πληροφορήσω καταρχὴν τὸν ἐπώνυμο αὐτὸν πνευματικὸ ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία σχέση ἀποκρυφισμοῦ μὲ τὸ χάρισμα τοῦ Γέροντος. Ἐγώ, ο, τί κάνω καὶ ὅ, τί λέω εἶναι μόνο ἀπὸ τὸ Χριστό. Ἔχω τὴν ὑποψία – καὶ ὁ Γέροντας ἤξερε καλύτερα βέβαια – ὅτι ὁ Πνευματικὸς αὐτὸς εἶχε ἐπηρεαστεῖ ἀπὸ ἕναν Ἐπίσκοπο - ὁ ὁποῖος ἀνῆκε ἔτσι πνευματικῶς – σὲ μία ἀπὸ τὶς θρησκευτικὲς ὀργανώσεις καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ καταλάβουν ὅτι ὁ Γέροντας εἶχε ἄνωθεν τὸ χάρισμα αὐτὸ διότι τὸν ἤθελαν καλουπωμένο ὅπως ἦταν ἡ ὀργάνωση στὴν ὁποία ἀνῆκε καὶ ὁ Ἐπίσκοπος ἐκεῖνος.  Ἑπομένως ἤθελε νὰ ξεκαθαρίσει καὶ στὴ σκέψη τοῦ Πνευματικοῦ ἀλλὰ καὶ γενικότερα καὶ σὲ ὅσους ταλαντεύονταν ὅτι τὸ χάρισμα αὐτὸ ἦταν ἐκ Θεοῦ.
Ἐπίσης, σὲ κάποια φάση τῆς ζωῆς τοῦ χρειάστηκε νὰ δεχθεῖ μία ἐπέμβαση ὁ Γέροντας χειρουργικὴ – εἶχε ἕνα ἀπόστημα σὲ κάποιο μέρος τοῦ ἐγκεφάλου – καὶ ἔπρεπε αὐτὸ τὸ ἀπόστημα νὰ ἀφαιρεθεῖ τὸ συντομότερο. Ἦταν Παρασκευὴ μεσημέρι, ὁ ἰατρὸς ὁ ἀναισθησιολόγος εἶχε φύγει ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο, ὁ χειροῦργος καταλάβαινε ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνει πολὺ σύντομα ἡ ἐπέμβαση καὶ ὁ Γέροντας τὸν ἐνθαρρύνει τὸν γιατρὸ νὰ κάνει τὴν ἐπέμβαση αὐτὴ χωρὶς ἀναισθητικό, χωρὶς ἀναισθησιολόγο, χωρὶς ἀναισθησία. Ὁ γιατρὸς βέβαια διστάζει καὶ δὲν μπορεῖ νὰ κατανοήσει ὅτι μπορεῖ νὰ γίνει αὐτὴ ἡ ἐπέμβαση χωρὶς τὴ σχετικὴ ἀναισθησία. Ὁ Γέροντας τὸν ἐνθαρρύνει καὶ τελικὰ ὁ γιατρὸς ὑποκύπτει καὶ τελικὰ γίνεται ἡ ἐπέμβαση αὐτή. Ὁ χειροῦργος τὸν ρώτησε στὸ τέλος «μὰ τί εἶσαι ἐσύ», τοῦ λέει «εἶσαι γκουρού;» καὶ τότε ὁ Γέροντας ἀνέλαβε καὶ πάλι μὲ λόγια διακριτικὰ νὰ πείσει τὸν γιατρὸ ὅτι δὲν ὑπάρχει σὲ ἕναν ἱερέα περίπτωση νὰ ἀσχολεῖται μὲ ἄλλες μεθόδους ἐκτὸς ἀπὸ τὶς δοκιμασμένες χριστιανικὲς μεθόδους. Καὶ πῶς ἄντεξες, τοῦ λέει, μία τόσο ὀδυνηρὴ ἐγχείριση; Καὶ εἶπε ὁ Γέροντας ὅτι νοερῶς ἀκούμπησα πάνω στὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, αἰσθανόμουν ὅτι ὁ Κύριός μας ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου συγκεφαλαίωσε καὶ συγκέντρωσε ὅλη τὴ δυσκολία καὶ ὅλους τους πόνους ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐγὼ ἔλεγα τὴν εὐχὴ καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὴ «ὥσπερ ἄλλου πάσχοντος» ὅπως λέει καὶ ἡ παρακλητικὴ κατάφερα νὰ βοηθήσω ἔσας τὸ γιατρὸ σὲ αὐτὴ τὴν ἐπέμβαση  φυσικὰ  γιὰ τὸ δικό μου τὸ καλὸ ἐφόσον ἦταν ἀνάγκη νὰ γίνουν ἔτσι τὰ πράγματα.
Ὁ γιατρός, μετὰ ἀπὸ τὴν ἐξήγηση αὐτὴ καὶ ἀπὸ τὴν διακριτικὴ ἀνάλυση τοῦ Πατρὸς Πορφύριου κατάλαβε ὅτι εἶναι ἐντελῶς διαφορετικὰ τὰ πράγματα σὲ ἕναν γκουροὺ ἀπὸ ὅ,τι σὲ ἕναν ἱερέα ὁ ὁποῖος ἔχει τέτοια πνευματικὴ ἐμπειρία καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἄρχισε καὶ ὁ γιατρὸς νὰ ἔχει μία ἄλλη ἐκτίμηση τῶν πραγμάτων, νὰ ἀντιλαμβάνεται, νὰ ὑποψιάζεται τί σημαίνει θαῦμα καὶ κυρίως τὸ θαῦμα ποὺ γίνεται μέσα στὴν ψυχὴ τῶν ἀνθρώπων καὶ φυσικὰ στὴν καρτερία καὶ στὴν ὑπέρβαση τοῦ πόνου ποὺ ἐπέδειξε ὁ Ἅγιος Γέροντας.
Ἀξιοποίηση λοιπὸν τοῦ χαρίσματος καὶ χρησιμοποίηση αὐτοῦ του χαρίσματος, τοῦ ἱερατικοῦ καὶ τοῦ διορατικοῦ, γιὰ νὰ προσφέρεται ἡ ἐν Χριστῷ ἱεραποστολικὴ ἐργασία. Αὐτὰ τὰ εἴπαμε ὡς προπαρασκευαστικὰ γιὰ τὴν προσωπικότητα τοῦ Πατρὸς Πορφυρίου καὶ θὰ ἐντοπίσουμε τὸν λόγο μᾶς περισσότερο στὴν ποιμαντική του. Ἀπ’ ὅσα ὅμως εἴπαμε μέχρι στιγμῆς ἀπορέει ἡ ἐντύπωση ὅτι δὲν ὑπῆρχε τίποτα ἀπὸ τὴ ζωή μας, κανένας τομέας τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος νὰ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη ποιμαντική. Ὁ Γέροντας εἶχε ἀσχοληθεῖ μὲ ὅλα τὰ θέματα κι ἐπειδὴ καταλάβαινε ὡς Ὀρθόδοξος ποὺ ἦταν καὶ μὴ μονοφυσίτης – ἦταν ἀληθινὰ Ὀρθόδοξος ὁ Γέροντας – καταλάβαινε ὅτι τίποτα ἀπ’ ὅσα ὑπάρχουν στὴ ζωή μας δὲν εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη ποιμαντική. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Κύριός μας ἐξ ἄκρας συλλήψεως προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση, πέρασε μέσα ἀπὸ ὅλες τὶς ἀνθρώπινες διαδικασίες, τίποτα ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα δὲν ἔμεινε ἔξω ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Κυρίου μας ἄρα καὶ ὁ Γέροντας καταλάβαινε καὶ ζοῦσε ἀπὸ τὸ θαῦμα τῆς θεανθρωπήσεως, τῆς προσλήψεως τῆς ἀνθρωπίνου φύσης ἐξ’ ὁλοκλήρου καὶ μάλιστα αὐτὴ τὴν ἀνθρώπινη φύση ὁ Κύριός μας δὲν τὴν ἄφησε οὔτε καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν Ἀνάστασή του – θὰ μποροῦσε νὰ τὴν ἀφήσει, νὰ μᾶς τὴν κληροδοτήσει, νὰ μᾶς ἀφήσει τὰ Ἅγια λείψανά του ἐδῶ, κάπως νὰ γίνει  ἀλλὰ ὅμως ὁ Κύριος προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση  καὶ ἀνελθόμενος εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθήμενος ἐκ δεξιῶν του Πατρὸς ἔχει τὴν ἀνθρώπινη φύση δοξασμένη, τιμημένη αἰωνίως μαζί του. Καὶ μᾶς δίνει τὸ μήνυμα καὶ σ’ ἐμᾶς  ὅτι ἐφόσον δὲν ἀπέβαλε ποτὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση, τὴν ἔχει καταξιωμένη καὶ θεανθρωποποιημένη μαζί Του, ἀχωρίστως μαζί Του, γι’ αὐτὸ κι ἐμεῖς ἔχουμε σὲ κάθε καμπὴ τῆς ἱστορίας, σὲ κάθε δοκιμασία, σὲ κάθε ταλανισμὸ ἔχουμε τὴ βεβαιότητα ὅτι ἂν κι ἐμεῖς ἀποδεχθοῦμε τὴν ὅλη ἐν Χριστῷ πνευματικὴ ζωὴ γιὰ νὰ ‘μαστε σύννομοι, σύσσωμοι μέτοχοι μὲ τὴ δική του ζωή.
Ἔτσι λοπὸν ὁ Γέροντας καταλαβαίνει ὅτι θὰ πρέπει σὲ μερικοὺς τομεῖς τῆς ζωῆς τοὺς ὁποίους δὲν ἐγνώριζε, δὲν ἔφτανε μόνο τὸ χάρισμα τὸ διορατικὸ ἀλλὰ εἶχε καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ – ὄχι μόνο τὴν καθαρὰ χαρισματικὴ – ἀλλὰ ἤθελε καὶ ἀπὸ πλευρᾶς ἀνθρωπίνης νὰ προσεγγίσει τὰ ἀνθρώπινα ἐπίπεδα. Ἔτσι λοιπὸν φοίτησε γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα – ἀτύπως βέβαια – στὴν ἰατρικὴ σχολή, ἄκουγε μαθήματα ἀνατομίας καὶ ἄλλων εἰδικοτήτων μέχρι ποὺ κάποιος ἐκ τῶν καθηγητῶν τῆς ἰατρικῆς ἐνοχλήθηκε ἀπὸ τὴ παρουσία τοῦ Ἱερωμένου καὶ τὸν ἐδίωξε. Ὅταν κατ’ οἰκονομίαν Θεοῦ αὐτὸς ὁ καθηγητὴς τῆς ἰατρικῆς χρειάστηκε ἱερατικὴ συμβουλὴ – συμπαράσταση καὶ πνευματικὴ καθοδήγηση, τότε κατάλαβε ὅτι τὸν Ἱερέα ποὺ εἶχε διώξει ἀπὸ τὰ μαθήματα ἦταν ὁ Πατὴρ Πορφύριος καὶ βέβαια ἀντιλήφθηκε τὸ σφάλμα του καὶ προσπάθησε νὰ τὸ ἀναπληρώσει ἀντλώντας ἀπὸ τὸν ταπεινὸ Ἅγιο Γέροντα τὴν πνευματική του σοφία.
Ἐπίσης ὁ Γέροντας παρακολούθησε μαθήματα μουσικῆς, γεωπονίας καὶ ἄλλα, ἀλλὰ τὸ πιὸ σημαντικὸ ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε εἶναι ὅτι ὅταν ὁ Γέροντας πῆγε στὸ Ἅγιο Ὅρος ἦταν χωρὶς ἐγκύκλιο παιδεία καὶ ὅταν ὁ Ἡγούμενος τὸν ἔβαλε νὰ διαβάσει τὸ Ψαλτήριο ὁ Γέροντας δὲν ἤξερε νὰ διαβάσει. Δεκατεσσάρων χρονῶν παιδὶ συλλάβιζε. Ὅμως μέσα στὴν ὑπακοὴ ἄρχισε ἔντονες ἀσκήσεις μελέτης. Διάβαζε λοιπὸν τὶς δύο λέξεις καὶ ἀπὸ τὶς δύο μπόρεσε νὰ διαβάσει καλύτερα τὴν τρίτη, μὲ τὴν ἐμπειρία τῶν τριῶν λέξεων ἀκόμα καλύτερα τὴν τέταρτη λέξη κ.ο.κ. καὶ μαζὶ μὲ τὸ χάρισμα τῆς ὑπακοῆς κατάλαβε ὅτι ἀρχίζει τὸ κείμενο αὐτὸ νὰ τοῦ ἀποκαλύπτεται καὶ νὰ ἀντιλαβάνεται ὄχι μόνο τὶς λέξεις, ὄχι μόνο τὴν ἐτημολογία τῶν λέξεων, ἀλλὰ νὰ ξεπηδοῦν μέσα ἀπὸ τὸ Ψαλτήρι, μέσα ἀπὸ τοὺς ψαλμούς, νὰ ξεπηδοῦν τὰ νοήματα καὶ ἡ σοφία, ἡ θεοπνευστία δηλαδὴ τοῦ κειμένου, πράγμα τὸ ὁποῖο χρησιμοποίησε στὴν περαιτέρω ποιμαντική του πορεία καὶ πολλὰ ἀπὸ τὰ χωρία τῶν ψαλμῶν ποὺ χρησιμοποιοῦσε πρὸς πνευματικὴ παιδαγωγία, κυρίως γιὰ νὰ ἀποδεικνύει τὴ σχέση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μὲ τὴν Καινή, γιὰ νὰ δείχνει αὐτὴν τὴν ἑνότητα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ πρότεινε στοὺς πιστοὺς ὡς κανόνες πνευματικοὺς ἢ παιδαγωγικοὺς τὴ μελέτη τοῦ Ψαλτηρίου.
Δηλαδὴ αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ τεραστίας μορφώσεως Μέγας Βασίλειος, ἐγνώριζε εἰς βάθος καὶ εἰς πλάτος τὸν πλοῦτο τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, τὸ ἴδιο ἀπὸ ἄλλη ἀφετηρία κατάφερε καὶ ὁ Πατὴρ Πορφύριος, διότι ὁ νοῦς τοῦ – δεκατεσσάρων ἐτῶν – δὲν εἶχε μολυνθεῖ ἀκόμα μὲ τὴν κοσμικὴ γνώση καὶ μὲ τὴν κοσμικὴ καὶ ἐφηβικὴ ἀνταρσία, δὲν εἶχε μολυνθεῖ ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα τὰ σχετικὰ αὐτῆς τῆς ἡλικίας καὶ γι’ αὐτὸ ὡς καθαρός, ὡς tabula rasa, ὡς ἄγραφη πλάκα, ὄχι ἁπλῶς κατέγραψε ἀλλὰ ἀπερρόφησε τὰ θεανθρώπινα νοήματα τοῦ Ψαλτηρίου. Καὶ στὴ συνέχεια μποροῦσε ὄχι μόνο νὰ ἑρμηνεύει ὡς γλωσσικὸ κείμενο ἀλλὰ νὰ τὸ ἑρμηνεύει καὶ ὡς ἕνα κείμενο ποὺ εἶναι πρὸ-Χριστιανικὸ καὶ προπαρασκευαστικὸ εἰς Χριστόν. Σὲ πάρα πολλοὺς ψαλμοὺς ὁ Γέροντας ὑποδεικνύει ὅτι εἶναι ὁ Χριστὸς κεκρυμμένος καὶ ἀποκαλύπτεται μέσα ἀπὸ φράσεις συγκεκριμένες τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Θὰ μπορούσαμε νὰ δοῦμε χαρακτηριστικά, ἀπὸ τὸ βιβλίο αὐτό, μαθητεύοντας μπροστὰ στὸ Γέροντα Πορφύριο, νὰ δοῦμε ἔτσι πῶς συγκεκριμένα ἐκφράζεται ὁ Γέροντας γύρω ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα γιὰ νὰ καταλάβουμε πόσο βάθος εἶχε ἡ μελέτη τοῦ Γέροντος ἀλλὰ καὶ σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἀλληλοπεριχωρημένη χάρη τοῦ χαρίσματος. Λέει λοιπὸν ὁ Γέροντας ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ πάψουν νὰ μαθαίνουν στὰ παιδιὰ τὴ παλιὰ γλώσσα, τὰ ἀρχαία ἑλληνικά.
 Εἶναι ψυχολογικοὶ οἱ λόγοι ποὺ δυσκολεύουν τὰ παιδιὰ στὴ μάθηση. Ὄχι πὼς εἶναι δύσκολο νὰ μάθουν τὰ ἀρχαία καὶ ἦταν μία σπουδαία ἄσκηση αὐτὴ γιὰ τὰ παιδιά. Μία ἐξάσκηση τοῦ νοῦ. Καὶ ἡ γλώσσα εἶναι σπουδαῖο πράγμα. Ἔχουν πεῖ τόσο βαθιὰ πράγματα σ’ αὐτὴ τὴ γλώσσα καὶ δὲν πρέπει ἐμεῖς νὰ τὴν ἀφήσουμε γιατί θὰ φτωχύνουμε πολύ, θὰ καταργηθοῦν ὅλα, ἀλλὰ ὕστερα ἀπὸ χρόνια οἱ ἄνθρωποι θὰ ἀναζητήσουν πάλι τὴ παλιὰ γλώσσα καὶ τὰ κείμενα ἐκεῖνα, γιατί θὰ κουραστοῦν, θὰ ἀδειάσουν. Ἡ λέξη ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ παλιὸς ἔχει σημασία. Ἡ φράση «μέσα στὸ Χριστὸ» διαφέρει ἀπὸ τὴ φράση «ἐν τῷ Χριστῷ» ἢ «ἐν Χριστῷ» καὶ ἂς φαίνεται ὅτι εἶναι τὸ ἴδιο. Λοιπὸν ἔπρεπε νὰ συνεχίσουν νὰ μαθαίνουν τὰ ἀρχαία τὰ παιδιὰ καὶ οἱ λογοτέχνες, οἱ ποιητὲς ἂς ἔγραφαν στὴ νέα ὅπως θέλουν καὶ ἂς τοὺς διαβάζουν τὰ παιδιὰ καὶ ὅλοι. Ἐκείνη τὴ γλώσσα ὅμως νὰ μὴν τὴν ἀφήναμε, δὲν ἔπρεπε, φτωχαίνουμε πολύ. Αὐτὰ δὲν τὰ λέει ἕνας φιλόσοφος, δὲν τὰ λέει ἕνας δάσκαλος, ἕνας τυπικὸς δάσκαλος, δὲν τὰ λέμε ἐμεῖς οἱ σύγχρονοι ἀλλὰ τὰ λέει ὁ Γέροντας καὶ φαίνεται ὅτι αὐτὰ ἔχουν μία διαχρονικὴ σημασία καὶ τὰ λέει ἕνας ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε οὔτε καν πτυχία ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὴν πνευματικὴ μελέτη ἀναπήδησε ἡ ἀξία καὶ αὐτῶν καθ’ ἑαυτῶν τῶν κειμένων ἀλλὰ καὶ ἡ ἐγκρυπτόμενη καὶ ἡ ἀποκαλυπτόμενη σὲ αὐτὸν καὶ δὶ’ αὐτοῦ στοὺς ἄλλους ??????(35:03).
Ἂς συνδέσουμε τὰ λεγόμενα μὲ τὴν ἐπίσης ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Γέροντος τοῦ Πατρὸς Πορφυρίου, ὁ ὁποῖος μελετώντας τὸν Ἅγιο Ἰσαὰκ τὸν Σύρο, ἀσχολήθηκε μὲ τὴ γλωσσολογία τοῦ Ἁγίου Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου καὶ λέει ὁ Πατήρ ?????(35:42) Πόποβιτς ὅτι ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος βλέπει ὅτι ἐξοριζόμενος ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν παράδεισο καὶ ἐκπίπτοντας σ’ αὐτὴν τὴν ἄνευ Θεοῦ ζωὴ ἀρχίζει πλέον νὰ σκοτίζεται καὶ νὰ ἀμαυρώνεται ὁ νοῦς του.
Αὐτὸ γίνεται ἀναλογικῶς σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις, ὅλων τῶν γενεῶν, ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ ἑπομένως ὅταν συνδέεται ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας καὶ πνευματικὰ καὶ τοπικὰ καὶ χαρισματικὰ καὶ μυστηριακά, ἀρχίζει πλέον ὁ νοῦς νὰ ἀποκτάει τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν ἱκανότητα τῆς ἀφομοιώσεως τῆς ἀληθινῆς γνώσεως. Αὐτὴ λοιπὸν εἶχε ἀποκτήσει καὶ ὁ Γέροντας Πορφύριος, τὴν ἀληθινὴ γνώση ποὺ αὐτὸ τὸ ὄργανο τῆς γνώσεως ὁ νοῦς δὲν ἦταν πλέον ἀσθενής, ἀλλὰ ὡς ὑγιὴς καὶ θεοφώτιστος μποροῦσε νὰ ἀπορροφᾶ ὅλα τὰ ἐπίπεδά της γνώσεως ἀπὸ ὁπουδήποτε κι ἂν προέρχονταν. Ἔτσι λοιπὸν ὁ Γέροντας ἀσχολούμενος μὲ ὅλο τὸ φάσμα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς γίνεται τελικὰ τὸ ἀντίβαρο τοῦ συγχρόνου του μονοφυσιτισμοῦ τῶν τότε ὀργανώσεων. Οἱ ὀργανώσεις τότε χρησιμοποιοῦσαν αὐτοσχέδιες προσευχές, ἡ εἰκονογραφία τους δὲν ἤτανε πάντοτε ἡ Ὀρθόδοξη καὶ ἡ μουσικὴ ἐπίσης τὸ ἴδιο καὶ γι’ αὐτὸ κρατοῦσαν κάποιες ἀποστάσεις ἀπὸ τὸν Γέροντα. Βέβαια μεταγενεστέρως τώρα καὶ μὲ τὴ συμβολὴ τοῦ Ἁγίου Γέροντος ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν περαιτέρω πνευματικὴ ἀνάπτυξη τοῦ Ἁγίου Ὅρους ἔγινε μία ἀλληλοπεριχώρηση τῶν ὀργανώσεων μὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα τὸ καθαρὰ μοναστικὸ καὶ πλέον καὶ αὐτὲς γίνονται περισσότερο Ὀρθόδοξες καὶ ἐντοπίζονται στὴν Ὀρθόδοξη ζωή, στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Τώρα ὅσον ἀφορᾶ στὴν ποιμαντική του Ἁγίου Γέροντος στὴν κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τῶν ἀνθρώπων. Θέλω νὰ ξεκινήσω ἀπὸ ἕνα μικρὸ κείμενο ποὺ ὑπάρχει γραμμένο ὡς λεγόμενα τοῦ Γέροντος ποὺ ἀναφέρεται στὴν σύλληψη τοῦ νέου ἀνθρώπου καὶ ἐπειδὴ τότε εἶχαν ἀρχίσει συζητήσεις γύρω ἀπὸ τὴν ὑποβοηθούμενη ἀναπαραγωγή, μὲ τὴν φράση «παιδὶ τοῦ σωλήνα», λέει ὁ Γέροντας τὸ ἑξῆς: «Ὁ ὀργανισμὸς μᾶς ἔχει μνήμη, τὰ κύτταρά μας, οἱ ἱστοί μας, ὅλα. Ἡ ψυχὴ εἶναι παντοῦ, σὲ ὅλο τὸ σῶμα. Ἂν κόψεις ἕνα κομματάκι δάχτυλο καὶ τὸ πετάξεις, πετᾶς καὶ λίγη ψυχή; Ὄχι βέβαια, ἀλλὰ καὶ στὴν ἄκρη τοῦ δαχτύλου σου ἔχεις ψυχή. Ἦλθαν γυναικολόγοι καὶ μοῦ εἶπαν πὼς θὰ ἀρχίσουν πειράματα καὶ αὐτοὶ γιὰ τὸ παιδὶ τοῦ σωλήνα. Τοὺς εἶπα νὰ μὴν τὸ κάνουν αὐτό, εἶναι πολὺ κακό. Ἡ γονιμοποίηση εἶναι μυστήριο, ὅλα τὰ μέλη τῆς ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου λαμβάνουν μέρος στὴ συνουσία. Ἔχει σημασία αὐτό, τί παιδὶ θὰ βγεῖ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ ψυχικὴ διάθεση τῶν δύο, ἀπὸ τὴν ἀγάπη τους. Αὐτὰ ἐπιδροῦν στὰ νευρικὰ κύτταρα, στὴ κατάσταση τῶν ὀργάνων, στὸ σπέρμα, στὸ ὠάριο, στὴ σύλληψη. Ἐγὼ τοὺς τὸ εἶπα. Ἔχω πληροφορία ὅτι θὰ γίνει μεγάλο κακὸ μὲ τὸ παιδὶ τοῦ σωλήνα. Καὶ τώρα, νά, ἄρχισαν νὰ γράφουν καὶ οἱ ἐφημερίδες». Βλέπετε στὴ σελίδα 284 αὐτοῦ του βιβλίου «Μαθητεύοντας στὸ Γέροντα Πορφύριο». Ὅσα λοιπὸν λέγονται ἐδῶ, δὲν ξέρω ἂν ὁ Γέροντας εἶχε διαβάσει Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμὰ – εἶναι πάρα πολὺ πιθανὸ – ἀλλὰ εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἴδια νοοτροπία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἔλεγε ὅτι ἡ ψυχὴ μᾶς βρίσκεται σὲ ὅλο τὸ σῶμα. Ἂν κάποιο μέλος τοῦ σώματος ἔχει βλάβη, συστέλλεται, μαζεύεται ἡ ψυχὴ στὸν ὑπόλοιπο σωματικὸ παράγοντα. Καὶ φτάνει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς νὰ πεῖ ὅτι καὶ ὅταν ὑπάρξει μία ἐγκεφαλικὴ βλάβη τότε ἡ ἐγκεφαλικὴ ἐνέργεια συμμαζώνεται – καὶ αὐτὸ τὸ λέει καὶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – στὸν ὑπόλοιπο ἀνθρώπινο ὀργανισμό. Καὶ ἂν ἡ βλάβη εἶναι ἀκόμα μεγαλύτερη ἡ ἐνέργεια τοῦ νοῦ συμμαζώνεται στὴ καρδιά, στὸ χῶρο τῆς καρδιᾶς. Ἄρα αὐτὸ ποὺ λέγεται ἐγκεφαλικὸς θάνατος ἀπὸ πλευρᾶς σοφίας καὶ διαγνώσεως Πατερικῆς εἶναι ἀπαράδεκτο. Δὲν ὑπάρχει ἐγκεφαλικὸς θάνατος. Δηλαδὴ ἡ ἐγκεφαλικὴ ἐνέργεια συγκεντρώνεται στὴ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, γίνεται βαθιὰ ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου – ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς – ἑπομένως νοῦς καὶ καρδιὰ εἶναι ἑνωμένα, πετυχαίνουν αὐτὸ ποὺ ἑκούσια ἤθελαν καὶ θέλουν νὰ πετυχαίνουν οἱ Μοναχοὶ μὲ τὴν Ἱερὰ Προσευχὴ καὶ αὐτὸ ποὺ ἦταν ἐπιδίωξη στὴν Θεολογία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.
Ἡ ἄκτιστη χάρις νὰ ἑνώσει τὸ νοῦ καὶ τὴ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου κι ἔτσι νοῦς, καρδιὰ καὶ σῶμα, ὅλος ὁ ἄνθρωπος νὰ εἶναι ἑνωμένος, νὰ μὴν εἶναι διασπασμένος. Ὅπως ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ὁ τέλειος Θεός, προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀσυγχύτως, ἀχωρίστως καὶ ἀτρέπτως, δὲν ἄλλαξε κάτι ἀπὸ τὴ θεότητα, δὲν ἄλλαξε κάτι ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἑνώθηκε καὶ ἀλληλοπεριχωρήθηκε ὁλόκληρη ἡ ἀνθρώπινη φύση μὲ τὴ Θεία. Ἔτσι γίνεται καὶ μὲ τὸν ἀνθρώπινο ὀργανισμό. Δηλαδὴ ὅπως λέει ἐδῶ ὁ Γέροντας κατὰ τὴν συνουσία τῶν δύο συζύγων καὶ ἐφόσον μετέχουν πολλὲς λειτουργίες σ’ αὐτήν, μεταδίδεται στὸ νέο ἄνθρωπο ὁλόκληρο τὸ θαῦμα τῆς ζωῆς. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλες παράμετροι καὶ ἄλλες ἀπόψεις μὲ ἄλλα παραδείγματα ποὺ ἐπιβεβαιώνουν ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν βεβαιότητα τοῦ Ἁγίου Γέροντος.
Ἰδιαιτέρως ὁ Γέροντας ἐπιστρέφει στὴν παιδαγωγικὴ ποὺ θὰ πρέπει νὰ ὑφίσταται καὶ ἡ μητέρα κατὰ τὴ διάρκεια τῆς κυοφορίας καὶ ἑπομένως τὸ κυοφορούμενο νὰ βρίσκεται σὲ καλὲς συνθῆκες. Ποιὲς εἶναι οἱ καλὲς συνθῆκες; Ἡ ἁρμονία τῶν δύο συζύγων, ὁ εἰρηνικὸς τρόπος ζωῆς ποὺ γίνεται ἀντιληπτὸς ἀπὸ τὸ κυοφορούμενο ἔβρυο. Πολὺ περισσότερο βέβαια ἡ προσευχή, ὁ εἰρηνικὸς τρόπος τῆς κυοφορούσης καὶ ὅλες οἱ εἰρηνικὲς συνθῆκες προετοιμάζουν τὸν ἄνθρωπο τοῦ ὁποίου τὸ πρῶτο στάδιο τῆς ζωῆς εἶναι πάρα πολὺ σημαντικό, αὐτοὶ οἱ ἐννέα μῆνες καὶ αὐτὴ ἡ περίοδος κυοφορίας, εἶναι περίοδος πολὺ καταξιωμένη καὶ πολὺ σημαντικὴ καὶ αὐτὸ φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία τοῦ ἐμβρύου Κυρίου μας μὲ τὸ ἔμβρυο τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν ἀγαλιάσει τῆς μητέρας ἐνῶ ἀκόμα δὲν εἶχαν ἔρθει στὸ φῶς τῆς ζωῆς. Πλέον μὲ τὴν πρόοδο τῆς ἐπιστήμης καὶ μὲ τοὺς ὑπερήχους ἔχει γίνει πιὸ ἀντιληπτὸ καὶ πιὸ ἐποπτικὴ ἡ κατανόηση τῆς ζωῆς τοῦ ἐμβρύου καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχουν πλέον ἀμφιβολίες ὅτι εἶναι τὸ πρῶτο στάδιο τῆς ζωῆς, τὸ δεύτερο εἶναι ἡ παροῦσα ἡ ζωὴ – ὅση μᾶς χαρίζει ὁ Θεὸς – καὶ τὸ τρίτο εἶναι ἡ αἰώνια ζωὴ κι ἑπομένως ἡ περίοδος τῆς κυοφορίας εἶναι πάρα πολὺ σημαντικὴ καὶ κρίσιμη καὶ προετοιμάζει γιὰ τὸ δεύτερο στάδιο τῆς ζωῆς.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος κάνει ἀρκετὸ λόγο γιὰ τὰ τρία αὐτὰ στάδια τῆς ζωῆς μὲ κορυφαῖο καὶ ἀπώτατο τὸ τελευταῖο στάδιο ποὺ εἶναι πλέον αἰώνια ζωή. Ἑπομένως κι ὁ πατέρας κι ἡ μητέρα θὰ πρέπει νὰ ἔχουνε πάντοτε τὴν αἴσθηση καὶ τὴ βεβαιότητα ὅτι φέρνοντας ἕναν ἄνθρωπο στὸν κόσμο δὲν θὰ ἔχει τὴν διάρκεια κάποιων χρόνων ζωῆς ἀλλὰ ἔρχεται ἕνας ἄνθρωπος ποὺ θὰ εἶναι αἰώνιος καὶ ἔτσι μὲ αὐτὴ τὴν ὀπτικὴ καὶ προοπτικὴ θὰ πρέπει νὰ συμπεριφερόμαστε ὅσο ἔχουμε μαζί μας, ὅσο ἔχουμε κοντά μας τὰ παιδιά. Καὶ δὲν εἶναι πλέον κτῆμα μας τὰ παιδιά. Αὐτὸ φρόντιζε ὁ Γέροντας νὰ τὸ λέει στοὺς γονεῖς γι’ αὐτὸ ἔχουμε τὶς ρητὲς καθοδηγήσεις τοῦ «Γίνετε Ἅγιοι ἐσεῖς οἱ γονεῖς γιὰ νὰ γίνουν καὶ τὰ παιδιὰ Ἅγιοι» ἢ « Αὐτὰ ποὺ θέλετε ἐσεῖς νὰ διδάξετε στὸν Κύριο πέστε τὰ στὸ Χριστὸ» - ὅτι ἐμεῖς θέλουμε τὰ παιδιά μας ἔτσι νὰ γίνουν κι ὁ Χριστὸς ποὺ ξέρει τί ἀκριβῶς πρέπει νὰ γίνει τὸ κάθε παιδὶ θὰ τοῦ ἀνοίξει τὶς προοπτικές, τὸ νοῦ, τὴν καρδιά, τὴ ζωὴ γιὰ νὰ ἀποκωδικοποιήσει τὴν ἀγαθὴ βούληση τῶν γονέων καὶ καθαρμένη πλέον ἡ βούληση τῶν γονέων ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ καὶ ἀπὸ τὶς μικρότητες τὶς ἐνδοκοσμικὲς καὶ τὰ παιδιὰ βλέποντας ὅτι οἱ γονεῖς εἶναι κι αὐτοὶ ἄνθρωποι ἀγωνιζόμενοι, εἶναι ἁγιαζόμενοι, εἶναι ταπεινούμενοι καὶ προσευχόμενοι καὶ ἐμπιστευόμενοι στὴ Θεία Χάρη θὰ εἰσπνέουν καὶ θὰ ἀπορροφοῦν αὐτὸ τί κλίμα τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν γονέων  πρὸς τὸν Κύριο. Καὶ ἔτσι θὰ ἐκπαιδεύονται.
Γι’ αὐτὸ ἔλεγε ὁ Γέροντας νὰ συνηθίζουμε τὰ παιδιὰ μὲ τὶς ἐμπειρίες καὶ μὲ τὶς προοπτικὲς ποὺ ἔχει θεσμοθετήσει ἡ Ἐκκλησία μας, μὲς στὸ σπίτι νὰ ὑπάρχει ἕνα καντηλάκι, τὸ φῶς τοῦ καντηλιοῦ εἶναι παρὰ πολὺ παρηγορητικὸ στὴν ψυχικὴ καρδιά, παιδαγωγικὸ καὶ ἀναγωγικὸ δηλαδὴ τὸ φῶς τοῦ καντηλιοῦ ἀνάγει τὸ παιδὶ στὴ Θεία Λατρεία, ἤδη ἔχει δεχθεῖ τὸ χάρισμα, τὸ μυστήριο τὸ Βαπτίσματος καὶ τοῦ Χρίσματος, μεταλαμβάνει τῶν ἀχράντων μυστηρίων καὶ ὅλη αὐτὴ ἡ ἐν Χριστῷ πνευματικὴ ζωὴ γίνεται μεθεκτὴ στὸ παιδί. Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ θηλασμοῦ πρότεινε ὁ Γέροντας, ἡ μητέρα μαζὶ μὲ τὸ γάλα ποὺ προσφέρει νὰ λέγει τὴν εὐχὴ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον μὲ» ὥστε νὰ μὴν δίνει μόνον μία ὑλικὴ τροφὴ – ἀξιόλογη εἶναι κι αὐτὴ – ὄχι μόνο τὴ στοργὴ τὴν συναισθηματικὴ καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ διὰ τῆς εὐχῆς νὰ ἔρχεται ἡ Θεία Χάρις. Ὁ Γέροντας ἐπίσης ἀντιλαμβανόταν μὲ τὸ Θεῖο Φωτισμὸ ὅτι ἡ σχέση τῶν δύο γονέων θὰ πρέπει νὰ εἶναι σχέση ἁρμονικὴ σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα. Θυμᾶμαι ὅταν ἐγὼ πρωτοέγινα πνευματικός, ἦρθε ἕνα ζεῦγος καὶ μοῦ εἶπε πρὶν παντρευτοῦν, ἀρραβωνιασμένοι ἀκόμα «ἔχουμε ἀποφασίσει νὰ ζήσουμε ἐν παρθενία, νὰ εἴμαστε σὰν ἀδέλφια». Τοὺς εἶπα ὅτι δὲν ξέρω ἂν αὐτὸ εἶναι κατορθωτό, ἂν θὰ τὸ κατορθώσετε κι ἂν πράγματι ἔτσι πρέπει νὰ γίνει ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ τὸ συζητήσετε λίγο μὲ τὸν Πατέρα Πορφύριο. Ἐπειδὴ πήγαιναν, «πέστε τοῦ αὐτὴ τὴ σκέψη σας» καὶ πραγματικὰ ὅταν πῆγαν στὸν Γέροντα, ὁ Γέροντας διέκρινε ὅτι ὑπῆρχε μία ψυχρότητα καὶ στοὺς δύο ἀνθρώπους, μία ἐπιφύλαξη δηλαδή. Οἱ γονεῖς τοὺς ἑκατέρωθεν τοὺς εἶχαν φοβίσει γιὰ τὶς σχέσεις γενικῶς τῶν ἀνθρώπων, ὅτι πρέπει νὰ προσέχετε πάρα πολύ τους ἀθρώπους ἀλλὰ καὶ εἰδικότερα γιὰ τὴ σχέση τὴ σαρκική. Κι ὁ Γέροντας μὲ τὸν κατάλληλο τρόπο τοὺς συνεβούλεψε ὅτι αὐτὸ θὰ τὸ ἀποφασίσετε ἀλλὰ ἀφοῦ προηγουμένως αἰσθανθεῖτε ὁ ἕνας ὅτι εἶναι μοναδικὸς ἄνθρωπος γιὰ τὸν ἄλλον καὶ δὲν μποροῦμε ἔτσι ἀκαδημαϊκά, ἀοριστολογικά, δεοντολογικὰ νὰ βάλουμε κάποια ἐκ τῶν προτέρων τοποθέτηση. Στὴ συνέχεια βέβαια ἔγινε ὁ γάμος καὶ οἱ ἄνθρωποι ἔζησαν ὡς πάρα πολὺ καλοὶ σύζυγοι κάνοντας ὀχτὼ παιδιά.
Στὴ συνέχεια κατὰ τὴν περίοδο τῆς ὡριμότητος  ἀντιμετωπίζονται στὸν ἄνθρωπο τὰ μεγάλα προβλήματα ἐπάγγελμα, οἰκονομικά, ἀμοιβές, χτίσιμο σπιτιῶν καὶ ὅ, τί ἕνας οἰκογενειάρχης – ὄχι καλεῖται – ἀλλὰ ὅ, τί βρίσκεται στὴν ἀνάγκη νὰ κάνει. Ὁ Γέροντας καταλάβαινε ὅτι θὰ πρέπει νὰ δώσει κάποια ἐναύσματα, ὁ Γέροντας δὲν ἔλεγε ἀμέσως αὐτὸ ποὺ καταλάβαινε ὁ ἴδιος αὐτοφωτίστως ὅ, τί ἔπρεπε νὰ πεῖ ἀλλὰ ὑπέβαλλε διάφορες ἐρωτήσεις. Ρωτοῦσε λοιπόν, πόσα χρήματα ἔχετε, ἐκεῖ μπορεῖτε πραγματικὰ νὰ ἀγοράσετε τὸ οἰκόπεδο ποῦ λέτε, ἔχετε τὴν δυνατότητα; Καὶ ἀνάλογα μὲ τὴν ἀντίληψη τῶν ἀνθρώπων τοὺς βοηθοῦσε νὰ καταλάβουν ὅτι τὸ ἐγχείρημά τους ἦταν πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις τους ἢ ὅτι θὰ μποροῦσαν νὰ κάνουν αὐτὸ τὸ ἐγχείρημα, μία ἀγορά, ἢ κατὰ τὴν διάρκεια ποὺ χτιζόταν ἕνα σπίτι τοὺς ἐφιστοῦσε τὴν προσοχή, ὅτι θὰ πρέπει νὰ δεῖτε πῶς θὰ βάλετε τὰ δωμάτια, ἀπὸ ποῦ φωτίζονται ἡλιακά, ποιὰ θὰ εἶναι ἡ ὕδρευση τοῦ σπιτιοῦ καὶ πολλὲς ἄλλες λεπτομέρειες τὶς ὁποῖες ὁ ἴδιος κατὰ τὴν κατασκευὴ τοῦ ἡσυχαστηρίου εἶχε ἐπιβλέψει, εἶχε προβλέψει καὶ πραγματικὰ εἶχε δώσει λύσεις. Ἀσχολούμενος μὲ τέτοιες λεπτομέρειες ὑλικῶν πραγμάτων  μᾶς ἐπιβεβαιώνει αὐτὸ ποὺ λέγαμε στὴν ἀρχὴ ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δὲν βρίσκονται σὲ μία ἰσορροπία καὶ ἔχοντας μία ἐγνωσμένη παθογένεια ψυχολογικῶν προβλημάτων ἢ μία ἄλλη κατάσταση, ὄχι ἁρμονικὴ πάντως, ὄχι ἰσορροπίας, διαγγέλουν καὶ ἑξαγγέλουν ὅτι ἐμεῖς θὰ πρέπει νὰ ζοῦμε τὰ πνευματικὰ καὶ τὰ ἄλλα δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν. Καὶ συσσωρεύονται προβλήματα μέσα στὴν οἰκογένεια, ἄπειρα, τόσα ὅσα δὲν θὰ εἶχαν συσσωρευτεῖ ἴσως καὶ σὲ κοσμικοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸν κοινὸν νοῦ καὶ τὴν κοινὴ πρόνοια γιὰ τοὺς οἰκείους τους. Ὡς ἱστορικοὶ «ὂν οὗ (56.29) προνοεῖ ἀπίστου χείρων γέγονε» μᾶς λέει ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ ἑπομένως ὁ Γέροντας καθοδηγοῦσε τοὺς ἀνθρώπους ἔτσι γιὰ νὰ μὴν μονοφυσιτίζουν καὶ φυσικὰ γιὰ νὰ μὴν μπατάρουν στὴν ὅλη τους πορεία τῆς ζωῆς.
Ἀκόμα καὶ στὰ οἰκονομικὰ πρόσεχε πάρα πολὺ ὅταν ἂς ποῦμε ἕνας ἱερέας ἔλεγε ὅτι ἐγὼ Γέροντα δὲν θέλω νὰ πάρω τυχερά, τὸν ἔφερνε ἀπὸ δῶ, τὸν ἔφερνε ἀπὸ κεῖ, τοῦ ἔλεγε μερικὰ παραδείγματα ἀλλὰ ξέρεις λέει εἶχα γνωρίσει ἕναν Ἅγιο ἄνθρωπο   πραγματικὰ ὁ ὁποῖος λέει στὴν ζωή του δὲν πῆρε τυχερά, ἀλλὰ ξέρεις πρέπει νὰ ἔχεις ὑπόψη σου αὐτὸ ἢ ἕνας ἄλλος ὁ ὁποῖος λέει ἔπαιρνε, τὰ κᾶνε ἐλεημοσύνη ἢ ἕνας ἄλλος… καὶ ἀφοῦ ἔλεγε 5-6 τέτοιες περιπτώσεις ἔτσι ἀπομυθοποιοῦσε ἀπὸ τὸν εὐσεβῆ μὲ εἰσαγωγικὰ ἢ χωρὶς εἰσαγωγικὰ ὑποψήφιο ἱερέα ἤδη χειροτονημένο, ἀπομυθοποιοῦσε μία ἰδεατή, μία ἰδανικὴ κατάσταση ὅτι δὲν θὰ πρεπε νὰ παίρνει χρήματα καὶ τυχερὰ ἢ ὅτι θὰ πρέπει νὰ παίρνει. Αὐτὸ γινόταν καὶ σὲ ἄλλα ἐπαγγέλματα. Ἂς ποῦμε, κάποιος εἶχε τάσεις, θὰ λέγαμε, ἔντονης κερδοσκοπίας. Ὁ Γέροντας μὲ διαφόρους τρόπους προσπαθοῦσε νὰ τὸν φέρει σὲ μία ἰσορροπία ἀνάμεσα στὴν σωστὴ ἐπαγελματικὴ δράση καὶ στὴν ἀντίστοιχη ἰσόρροπη ἀμοιβὴ ἔτσι ὥστε καὶ ὁ ἴδιος νὰ μὴ φτάσει νὰ παραμελεῖ τὴν οἰκογένειά του χάριν τοῦ ἐπαγγέλματος ἀλλὰ καὶ ἡ οἰκογένεια νὰ μὴν στερεῖται τῶν ἀπαραιτήτων ἀμοιβῶν τῶν οἰκονομικῶν.
Αὐτὰ τὰ μεγάλα προβλήματα, τὰ κύρια προβλήματα ἦταν τὰ ψυχολογικὰ προβλήματα τὰ ὁποῖα τὰ ἀτιμετώπιζε ὁ Γέροντας καθὼς καὶ τὰ προβλήματα τῶν αἱρέσεων μ’ ἕναν ἰδιάζοντα τρόπο. Πηγαῖναν παιδιὰ ποὺ εἶχαν ἐπηρεαστεῖ ἀπὸ τὶς ἀνατολικὲς θρησκεῖες, μιλοῦσε μαζί τους ἁπλὰ καὶ τὰ ἄφηνε νὰ ἐκφράζονται καὶ πάλι μὲ τὸ δικό του διακριτικὸ τρόπο τοὺς ἔλεγε ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ προσευχὴ ἄλλος εἶναι ὁ διαλογισμὸς καὶ τοὺς ἔφερνε στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ποὺ καταλάβαιναν πλέον μετὰ ἀπὸ κάποιες συναντήσεις ὅτι τὰ παιδιὰ δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀσχολοῦνται μὲ πράγματα καὶ μὲ ὑποθέσεις ποὺ εἶναι ἀδοκίμαστες πνευματικά.
Ὅσον ἀφορᾶ τὶς πνευματικὲς ἀσθένειες, ἄλλοτε ὁ Γέροντας συνιστοῦσε ἀνεπιφύλακτη ἐμπιστοσύνη στοὺς γιατροὺς καὶ ἄλλοτε ὅταν ἡ διόρασή του τοῦ ἔδινε τὴν πληροφορία ὅτι ὁ γιατρὸς δὲν ἔχει κάνει σωστὴ διάγνωση ἢ σωστὴ θεραπεία ἔλεγε δὲν βλέπεις ἕναν ἄλλον γιατρό; Ἢ μὲ κάποιους ἄλλους τρόπους ὁ Γέροντας προσπαθοῦσε νὰ δώσει μία σωστὴ πνευματικὴ ἀγωγὴ ὥστε καὶ ἡ σωματικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου νὰ μπορεῖ νὰ ἐξυγιαίνεται. Ἔτσι δύο δεῖκτες τῆς καθημερινότητος ἦταν γνωστοὶ καὶ τοὺς ἀνέφερε ὁ Γέροντας. Ἔλεγε ὅτι θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἔτσι δημιουργημένη ἡ ψυχολογία μας ὥστε μέσα σὲ δύο δεῖκτες νὰ καταλαβαίνουμε κι ἐμεῖς τὸν ἑαυτό μας. Ὁ ἕνας δείκτης εἶναι ὑπάρχει σωστὴ λειτουργία τοῦ ἐντέρου; Ὑπάρχει ἕνα βιολογικὸ ρολόι τὸ ὁποῖο λειτουργεῖ σωστά; Καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ σωστὴ βιολογικὴ λειτουργία ἔλεγε ὅτι κάτι σημαίνει. Σὲ κάποιον τρίτο εἶπε, ξέρεις εἶχα γνωρίσει κάποιον ἢ κάποιαν ποῦ ἦταν στριμμένο ἄντερο, ξέρεις τί σημαίνει λέει στριμμένο ἄντερο; Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶναι πολὺ νευρικός, ποὺ δὲν ἔχει καμιὰ ἠρεμία καὶ ἑπομένως τὸ ἔντερό του δὲν κάνει τὶς σωστὲς λειτουργίες καὶ μπορεῖ νὰ παραμένει δύο – τρεῖς μέρες χωρὶς νὰ ἐνεργεῖται καὶ καταλαβαίνεις τί γίνεται μέσα του, τί νεῦρα ἔχει κι ἦταν αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὁ συγκεκριμένος ἄνθρωπος. Ἢ ὁ ἄλλος δείκτης ἦταν στὰ γυναικεῖα θέματα ὅπου ὁ Γέροντας πίστευε ἀπὸ τὴν ἐπειρία καὶ ἀπὸ τὸν Θεῖο Φωτισμὸ ὅτι ὁ σταθερὸς κύκλος τῆς περιόδου εἶναι ἕνα κριτήριο τῆς ἰσορροπίας τῆς γυναικείας ψυχολογίας καὶ γενικότερά της γυναικείας προσωπικότητος. Κι ἔτσι καθοδηγοῦσε καὶ μέσα ἀπ’ αὐτὴν τὴν εὐαίσθητη λειτουργία, καθοδηγοῦσε τὶς νέες κοπέλες καὶ τὶς μεγαλύτερες γυναῖκες νὰ προσέχουν τὴν ψυχολογία τους νὰ προσέχουν…..

Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός: «Πώς μπορεί να θεραπευτεί ο ασθενής χαρακτήρας που εύκολα πέφτει στην κατάκριση;»

Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός: «Πώς μπορεί να θεραπευτεί ο ασθενής χαρακτήρας που εύκολα πέφτει στην κατάκριση;»
Κάθε ανθρώπινος χαρακτήρας θεωρείται ασθενής, όταν απουσιάζει απ’ αυτόν η θεία Χάρη, που τελειοποιεί και συνέχει τα πάντα, αφού «τα ασθενή θεραπεύει και τα ελλείποντα αναπληροί». Αυτό τονίζει και ο Κύριός μας, όταν λέει ότι «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιω. 15,5). Εκτός όμως της παρουσίας της Χάριτος, απαραίτητα χρειάζεται και η ανθρώπινη πρόθεση και συνεργασία, σύμφωνα με τους ηθικούς κανόνες της λογικής και τις θείες εντολές, που θα προκαλέσουν τη θεία επέμβαση.
O άνθρωπος που εύκολα κατηγορεί, το κάνει γιατί συνήθισε λανθασμένα να ερευνά τις ξένες πράξεις και σκέψεις παρά τις δικές του. Λησμόνησε τα λόγια της Γραφής «μή κρίνετε, ίνα μή κριθήτε» (Ματ. 7,1) και το «εν ω κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε» (Ματ. 7,2).
H τόσο εύκολη συνήθεια της κρίσεως ξένων λόγων και πράξεων είναι ψυχική αρρώστια που προέρχεται από πώρωση της λογικής δυνάμεως του νου, που είναι μάλλον γέννημα του εγωισμού.

H εσωστρέφεια, που συνοδεύεται από την αυτομεμψία, κρίνεται απαραίτητη για τη διάγνωση και επίγνωση των δικών μας σφαλμάτων και λαθών. Απαραίτητος κανόνας και δόγμα της ζωής είναι η ευαγγελική νομοθεσία, χωρίς την οποία ο άνθρωπος δεν ορθοποδεί. O «νόμος του πνεύματος της ζωής» (Ρωμ. 8,2), που είναι σε θέση να απελευθερώσει από το θάνατο στον οποίο κατρακυλήσαμε, μας χαράζει τους καινούργιους δρόμους της ζωής. H αγάπη ενώνει τα «διεστώτα εις έν», δημιουργεί ένα δεσμό, μια κοινωνία. Μάς διδάσκει ότι «οφείλομεν τάς ψυχάς υπέρ των αδελφών ημών τιθέναι» (A΄ Ιω. 3,16) και «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε» (Γαλ. 6,2) και «πάντα ημών εν αγάπη γινέσθω» (A΄ Kορ. 16,14).
H άγνοια της ευαγγελικής διδασκαλίας επιτρέπει την επίδραση του παραλόγου και απομακρύνει τη θεία Χάρη. Επειδή ο άνθρωπος δεν έχει γνώση του Θεού και άρα δεν έφτασε ακόμη στο φωτισμό, πλανάται στις κρίσεις του. Απ’ εδώ αρχίζει το δικαίωμα του «γιατί;», του «αν» και του «μήπως;» και ξεκινά η κατάκριση, η αντίσταση, η απείθεια, το μίσος και γενικά η κακία.
Αναίρεση σε όλα αυτά μπορεί να προσφέρει ο Κύριός μας με το λόγο του: «εντολήν καινήν δίδωμι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους» (Ιω. 13,34) και «εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστε εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (Ιω. 13,35). Όποιος φρόντισε να κρατήσει το νόμο της ευαγγελικής αγάπης σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου μας, απαλλάσσεται από την περιεκτική κακία. Δότε ούτε κρίνει, ούτε επιβουλεύεται, ούτε κακοποιεί. Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια απαλλάσσεται από τον παλαιό άνθρωπο και από όλο το νόμο της διαστροφής, αφού όλα τα ρυθμίζει η αγάπη.

"Κατευθυνθήτω.."- Πανάρετος μοναχός Μονή Φιλοθέου

Ένας Όσιος πέρασε από την Πόλη μας… (Φιλοθεΐτης μοναχός Πανάρετος Μακρυγιάννης)
Κάποιες φορές, μέσω διαφόρων περιστάσεων, στέλνει ο καλός Θεός κάποιους ξεχωριστούς ανθρώπους στην κοινωνία μας και στην ζωή μας…
Τις πιο πολλές φορές όμως περνούν απαρατήρητοι, αφού βέβαια έχουν αφήσει την όποια σφραγίδα βοηθείας τους σ΄ εμάς, είτε με τά λόγια τους είτε καί με τά έργα τους...
Μια σφραγίδα και μια σπορά, πού μετά από χρόνια φυτρώνει, καί τότε την καταλαβαίνουμε και αναλόγως τών δυσκολιών τής ζωής μας είτε την αποδεχώμεθα είτε τήν απορρίπτουμε....
Ένας απ΄ τους ξεχωριστούς αυτούς ανθρώπους εδώ στήν πολιτεία μας, υπήρξε και ο δάσκαλος της μουσικής και βυζαντινής τέχνης ο μετέπειτα μοναχός της Μονής Φιλοθέου Αγίου Όρους, Πανάρετος Μακρυγιάννης…
Γι΄ αυτό ακριβώς, καί πρός τιμή καί αναγνώριση τής προσφοράς αυτού τού ταπεινού εργάτη του Ευαγγελίου η Ιερά Μητρόπολις Πατρών και ο τοπικός Σύλλογος Ιεροψαλτών με την συμπλήρωση 20 περίπου χρόνων από την κοίμησή του, διοργάνωσαν μία εκδήλωση μνήμης για τον μοναχό Πανάρετο στις 17 Νοεμβρίου το απόγευμα στην Διακίδειο Σχολή Λαού, παρουσία του Μητροπολίτου κ. Χρυσοστόμου και με κεντρικό ομιλητή τόν πατέρα Εφραίμ, Δικαίου της Σκήτης του Αγίου Ανδρέου στο Άγιο Όρος.
Η παρουσία εκατοντάδων συμπολιτών πού δεν χωρούσαν στην αίθουσα της Διακιδείου κι΄ έφθαναν μέχρι τις πόρτες και έξω στά πεζοδρόμια, ήταν άκρως συγκινητική.
Θα λέγαμε πώς μόνο ο αείμνηστος λαϊκός θεολόγος Δημήτριος Παναγόπουλος μπορούσε και γέμιζε τόσο ασφυκτικά την αίθουσα της Διακιδείου και τον έξω δρόμο…

Ποιό ήταν όμως, το τιμώμενο πρόσωπο ;
Αυτά πού σήμερα θα καταθέσω είναι βέβαια ελάχιστα για ένα τόσο σπουδαίο πνευματικό πρόσωπο πού πέρασε από την Πολιτεία μας.
Σε ένδειξη αγαθής μνήμης όμως για το πρόσωπό του θα το επιχειρήσω, ζητώντας συγγνώμη και για όσα δεν πώ πού ασφαλώς είναι και τα περισσότερα…
Ο μοναχός Πανάρετος κατήγετο από ένα ορεινό χωριό, τα Σουδενέϊκα Καλαβρύτων, και μαζί με τά αδέλφια του είχε έλθει στην Πάτρα σε μεγάλη κάπως ηλικία ανοίγοντας κατ΄ αρχάς ένα μικρό μαγέρικο μαζί με τον αδελφό του κάπου κοντά στην Αγία Βαρβάρα, αν μας τά είπαν σωστά, όπου μετά από λίγο έκλεισε.
Αργότερα, άνοιξε ένα περίπτερο κάπου στην πλατεία Γεωργίου, αλλά σάν συνειδητοποιημένος και χωρίς υποχωρήσεις Χριστιανός απέφευγε να φέρνει εμπόρευμα πού μέσα του έφερνε κάποιο είδος αμαρτίας, όπως πχ. τσιγάρα, περιοδικά,κλπ.
Ευνόητο είναι, ότι κάτω από τέτοιες στενές εμπορικές εξαιρέσεις δεν θα μπορούσε ένα τέτοιο μαγαζί να σταθεί, μέσα στην σημερινή κοινωνία…
Είχε μεγάλο χάρισμα στην Βυζαντινή μουσική, πού το εξάσκησε γενόμενος και δάσκαλος δεκάδων Πατρινών ιεροψαλτών πού όλοι τους με αγάπη τον θυμούνται και σήμερα. Δεν πληρωνόταν γι΄ αυτό, ήταν εντελώς ανιδιοτελής!
Δεν ήταν ένας απλός τυπικός επαγγελματίας ψάλτης, ή διδάσκαλος ψαλτικής. Είχε σε βάθος ερευνήσει τις νότες της Βυζαντινής μουσικής τέχνης και καθημερινά όλο και κάτι νέο επάνω στην μουσική ανακάλυπτε, δοκίμαζε, εφάρμοζε, παρουσίαζε…

Όταν έγινε μοναχός εγκαταβίωσε για κάποιο διάστημα στην Μονή Ομπλού από την οποία απεχώρησε λίγα χρόνια αργότερα γύρω στα 1979 για πνευματικούς λόγους όπως και ο ίδιος στήν παρακάτω επιστολή του σημειώνει:
Έφυγε λοιπόν από την Μονή Ομπλού καί πήγε στην Μονή Φιλοθέου του Αγίου Όρους. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους μαζί του έφυγε, και ο μοναχός Νεόφυτος ο οποίος βρίσκεται σήμερα στην Μονή Φιλοθέου.
Στην Φιλοθέου ανέδειξε όχι μόνο το ψαλτικό του τάλαντο διδάσκοντας ταπεινά άλλους ψάλτες στο πώς να υμνούν σωστά τον Θεό, γενόμενος και χοράρχης, αλλά υπήρξε και υπόδειγμα σοβαρού μοναχού με πραγματικό φόβο Θεού στην ζωή του και στα λόγια του…
- Πώς σε λένε γέροντα ; τον ρωτούσαν κάποιοι προσκυνητές.
- Στην μοναχική κουρά μου ονομάστηκα Πανάρετος, αλλά στήν ζωή μου είμαι Πανάθλιος, Πανάχρηστος, άνευ ουδεμιάς αρετής μέσα μου, απαντούσε δακρύζοντας μερικές φορές από βαθεία συναίσθηση των λεγόμενών του πού τά έλεγε γιατί και σε βάθος τα πίστευε.

Αργότερα, προμηθεύτηκε μηχανήματα εγγραφής κασετών και άρχισε να κάνει μία ιδιότυπη ιεραποστολή πρός τόν έξω κόσμο, στέλνοντας παντού όπου του ζητούσαν, καί πάντα δωρεάν, εκατοντάδες κασέτες Βυζαντινής μουσικής ( «κουστούμια» όπως έλεγε χαρακτηριστικά το κάθε σχήμα ), όπως παρακάτω και ο ίδιος αναφέρει:

Δεν αρκέσθηκε όμως μόνο στην μουσική, αλλά έγραψε και δεκάδες ομιλίες καθώς και επιστολές με συμβουλευτικούς λόγους σε διάφορες οικογένειες πού είχαν, ή δεν είχαν προβλήματα, μόνο και μόνο για να τις στηρίξει στον ίσο δρόμο του Θεού…
Η μοναχή Μελάνη (Ξένη Μακρυγιάννη ως κοσμική) ηγουμένη τώρα της Μονής Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στο Σικάγο των ΗΠΑ, (από την συνοδεία του γέροντος Εφραίμ Φιλοθεϊτου της Αριζόνας δημιουργού των 20 Ορθόδοξων Μοναστηριών της Αμερικής), υπήρξε ανηψιά του την οποία και ποικιλοτρόπως εστήριξε.



Άγιον Όρος, Μονή Φιλοθέου
Ο πατήρ Πανάρετος σε ιδιαίτερες με τους ψάλτες ομιλίες του έλεγε ότι κανονικά « μόνον οί Άγγελοι ως άξιοι και αγνοί πρέπει να υμνούν τον φοβερό Θεό, κι΄ ότι εμείς σάν ψάλτες θα έπρεπε να έχουμε όχι ψαλμωδίες αλλά θρηνωδίες για την κατάστασή μας, τά πάθη μας, και τις πτώσεις μας…»
«Αγγέλων υμνωδίες, και ανθρώπων θρηνωδίες», όπως χαρακτηριστικά έλεγε.

Τά έλεγε, έχοντας προφανώς υπ΄ όψη του κάτι κομπαστικές και επιδεικτικές ψαλμωδίες πού παρατηρούμε και σήμερα σε κάτι αναλόγια να συμβαίνουν... Κάτι παραγκωνισμούς πού κάνει μερικές φορές ο ένας ψάλτης στον άλλο για να προβληθεί αυτός, κάτι λαρυγγισμούς, ή αγριοφωνάρες πού κάποιοι κάνουν για να δώσουν…τόνο ! Ακόμη και κάτι ταρακουνήματα πού κάνουν κάποιοι άλλοι, σειόμενοι ολόκληροι από την κεφαλή, τά χέρια και τά πόδια για να δώσουν τάχατες ρυθμό, μη καταλαβαίνοντας πόσο άσχημο και αντιαισθητικό θέαμα παρουσιάζουν στον κόσμο πού τους βλέπει και δυσμενώς τους σχολιάζει…
Όμως οί σωστοί ψάλτες, οί έχοντες πραγματικό χάρισμα ψαλμωδίας δεν κάνουν έτσι.
Ψέλνουν και υμνούν τον Θεό και τους Αγίους με ταπεινή φωνή και ίσα πού ανοιγοκλείνουν το στόμα τους, σαν να μιλάνε.
Αυτοί είναι και οι πραγματικά χαρισματικοί !

Ο μοναχός Πανάρετος ήταν ψηλός, ευθυτενής, με μακριά γενειάδα, με πολλή βιβλική αρχοντιά επάνω του, ευγενέστατος με όλους ακόμη και με τον πλέον άσημο, ποτέ του δεν κατέκρινε κανένα, χωρίς ίχνος ψεύδους ή υποκρισίας στα λόγια του, με το ναι – ναι και το όχι – όχι, πάντα καθαρό και χωρίς ψευδοταπεινώσεις σαν κι΄ αυτές πού εμείς οι χριστιανοί του κόσμου τούτου ξέρουμε καλά και επιτήδεια να κάνουμε…
Για να φέρει όμως σε πέρας όλη αυτή την πνευματική ιεραποστολή, κοιμόταν ελάχιστες ώρες παρ΄ ότι είχε μεγάλο σάκχαρο κάνοντας 4 ενέσεις ινσουλίνης την ημέρα για πολλά χρόνια, κι΄ όπως χαρακτηριστικά έλεγε «ο Θεός με κρατάει με τόσο σάκχαρο και δεν έχω καταπέσει ακόμη…»
Ένα χρόνο πρίν κοιμηθεί, στέλνει την τελευταία του, «κουρασμένη» πιά επιστολή του όπως παρακάτω βλέπουμε:



Προείδε μάλιστα τον θάνατό του λέγοντας χαρακτηριστικά σε μοναχούς, ότι « στις 6 Δεκεμβρίου του Αγίου Νικολάου πεθαίνω, φεύγω…
Ήλθε ο πεθαμένος αδελφός μου ο Νικόλαος και μού είπε « ετοιμάσου γιατί θα έλθω να σε πάρω του Αγίου Νικολάου ώστε να γιορτάσουμε μαζί στον ουρανό…».
Η κοίμησή του ήταν πράγματι Οσιακή. Πέθανε καθιστός και προσευχόμενος με το κομποσχοίνι στο χέρι.
Στην ανακομιδή των λειψάνων του πού 4 χρόνια αργότερα έγινε, η κάρα του είχε εκείνο το γνωστό μελί, ανοιχτό κίτρινο χρώμα πού οί κάρες των Οσίων έχουνε…
Έτσι λοιπόν, όσοι τον γνώρισαν, ή έμαθαν από εδώ, ή από κάπου αλλού κάτι γι΄ αυτόν, άς ζητήσουν την ευλογημένη μοναχική ευχή του…

Ήταν Άγιος λοιπόν εκείνος ο γέροντας που με υποδεχόταν... π. Πορφύριος

            

 
Screenshot_103.png

Κοιτάζω και ξανακοιτάζω την εικόνα του Γέροντα Πορφυρίου- του Αγίου Πορφυρίου, όπως ακούω να τον λένε οι πιστοί ολόγυρά μου. Κοιτάζω την αγιογραφία του με το φωτοστέφανο και νοιώθω ανόητη.
Θεέ μου πόσο ανόητη!
Ήταν Άγιος λοιπόν εκείνος ο γέροντας που με υποδεχόταν χωρίς να μιλά όταν έμπαινα στο κελάκι του  τρομαγμένη;
Ήταν άγιος εκείνο το γλυκό, υπομονετικό γεροντάκι που σεβάστηκε πάντα την άρνησή μου να ακούω  συμβουλές τύπου Κατηχητικού και δε μου έδωσε ποτέ καμιά τέτοια συμβουλή;
Ήταν Άγιος λοιπόν! Κι εγώ νοιώθω ανόητη γιατί πάντα ήξερα ότι ήταν Άγιος, κι όμως  τον φοβόμουν.
Ένα παιδί ήμουν όταν τον γνώρισα, με όλα τα θέματα που έχει ένα παιδί που μπαίνει σε  μια άγρια μαύρη εφηβεία.
Ένα παιδί, μεγαλωμένο με χριστιανικές αρχές που όμως ήθελε να τις γκρεμίσει γιατί δεν του άρεσαν, δεν το ικανοποιούσαν, το καταπίεζαν. Τέτοιο παιδί ήμουν όταν γνώρισα το Γέροντα, γι' αυτό και καταπιεζόμουν όταν έπρεπε να ακολουθήσω την οικογένειά μου που λαχταρούσε να τον επισκεφτεί.
Εκείνα τα Κυριακάτικα μεσημέρια όταν έπρεπε να βγάλω τα αγαπημένα μου τζιν και να φορέσω τη φούστα για να πάω να του φιλήσω το χέρι  με εξόργιζαν. Τη θυμάμαι αυτή την οργή που έσκαγε μέσα μου σιωπηλά - γιατί δεν τολμούσα να πω ότι δεν ήθελα να τον δω.
Δεν τολμούσα γιατί μέσα μου ήξερα ότι ήταν Άγιος- πώς να αρνηθώ την ευχή ενός τέτοιου ανθρώπου; Κι από την άλλη τον φοβόμουν που ήταν Άγιος.
Στην αρχή φοβόμουν γιατί  ένοιωθα ότι ήξερε τις σκέψεις και τις πράξεις μου και έτρεμα μην τις  αποκάλυπτε στη μαμά μου...
Κι όταν κατάλαβα ότι δεν αποκάλυπτε τίποτα, πάλι τον φοβόμουν γιατί πίστευα ότι με έκρινε για όσα είχα κάνει, όσα είχα πει, για ότι ήμουν, ότι δε με ενέκρινε για φιλαράκι του - και γιατί να το έκανε άλλωστε;
Είχε ήδη εγκρίνει για φιλαράκια του την αδερφή μου, τη μαμά μου, το μπαμπά μου.
Σ' εκείνους μιλούσε, τους καλωσόριζε, τους έδινε το σταυρό που κρατούσε στο χέρι να τον φιλήσουν.
Σε μένα δεν το έκανε... δεν άπλωνε το χέρι να του το φιλήσω... πλησίαζα μόνη μου, τρομαγμένη, καταπιέζοντας τον εαυτό μου να το κάνω και πάντα έφευγα με  τρόμο ότι δεν με είχε δεχτεί.
Ώσπου ένα μεσημέρι Σαββάτου , η μαμά μου ζήτησε επιτακτικά να ετοιμαστώ για να πάμε στο Γέροντα. Ήθελα να της πω ότι δεν ήθελα να έρθω μα δεν τόλμησα. Κι έτσι φώναξα ότι ήθελα να έρθω με το παντελόνι. Η μαμά μου ήταν ανένδοτη κι έτσι μπήκα οργισμένη στο δωμάτιό μου και πίσω από την ασφάλεια της μοναξιάς μου τον έβρισα. Τον έβρισα τόσο, που μετά από τόσα χρόνια ακόμα ντρέπομαι για όσα είπα μονάχη στο δωμάτιό μου. Μετά, βγήκα φορώντας τη φούστα μου,  μπήκα στο αυτοκίνητο, σιωπηλή  και πάντα με  την ίδια οργή μέσα μου. Όταν φτάσαμε στο κελάκι του, μπήκαμε όλοι μέσα - εγώ απλά τυπικά θα του φιλούσα το χέρι και θα έφευγα τρέχοντας έξω.
Εκείνο το απόγευμα ήταν η πρώτη φορά που με χαιρέτησε με το όνομά μου.

Έλα Μάρω μου είπε και μου άπλωσε το χέρι. Θεέ μου πόσο μου άρεσε που άκουσα τη φωνή του να με λέει όπως με φώναζαν οι φίλοι μου! Και πόση ανακούφιση αισθάνθηκα,  με την υποδοχή του! Ασφαλώς για να με υποδεχτεί έτσι για πρώτη φορά, ενώ εγώ είχα ξεσπάσει εναντίον του στο δωμάτιό μου, μάλλον δεν ήταν Άγιος. Μάλλον δεν ήξερε τι είχα πει...
Κι εκεί που πήγα μια ανάσα ανακούφισης τον άκουσα να μου λέει στοργικά- πολύ στοργικά: Μάρω θα μπορούσες να βγεις λίγο έξω, για να μιλήσω στο μητέρα σου;
Καλύτερα να άνοιγε η γη να με καταπιεί εκείνη την ώρα! Ήμουν σίγουρη ότι, ως Άγιος, όχι μόνο είχε ακούσει όλα όσα είχα ψιθυρίσει, αλλά θα τα έλεγε όλα στη μαμά μου! Βγήκα με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή κι όση ώρα  περίμενα απ έξω είχα ετοιμάσει στη σκέψη μου την άμυνά μου: είχα φορτώσει κι ήμουν έτοιμη για μάχη! Κι όμως καμιά μάχη δε συνέβη. 
Δεν ξέρω τι της είπε, ξέρω  όμως ότι όταν  βγήκε από το κελάκι η μαμά μου μού ζήτησε συγγνώμη χωρίς να μου εξηγήσει γιατί.
Ξέρω ακόμα ότι δεν μου επέβαλε ποτέ ξανά να πάω μαζί τους στο Γέροντα. Μόνη μου πήγαινα, από ντροπή, γιατί δεν άντεχα στην ιδέα ότι δεν ήθελα να πάω, γιατί ζήλευα τη σχέση που είχε η αδερφή μου μαζί του κι ας μην τον πήγαινα!
Ήθελα να τον αγαπάω κι ας μην τον αγαπούσα. Ήθελα να ένοιωθα την ευλογία του κι ας μην την ένοιωθα!
Ήθελα να με θεωρήσει φιλαράκι του κι ας μην αισθανόμουν ότι ήταν δικός μου φίλος.
Έπρεπε να βγω από το σκοτάδι της εφηβείας μου για να καταλάβω με ντροπή ότι εκείνος με είχε αποδεχτεί,  έτσι όπως ήμουν.
Κατάλαβα πως όταν δεν μου άπλωνε το χέρι να το φιλήσω, το έκανε όχι από αποδοκιμασία αλλά από αποδοχή. Στη μεταξύ μας σχέση εκείνος ήταν ο ειλικρινής κι εγώ η ψεύτικη. Εγώ πλησίαζα κι ας μην ήθελα, εκείνος όμως δεν άπλωνε το χέρι επειδή σεβόταν το φόβο και την αντίδρασή μου. Εγώ καταπίεζα τη Μάρω, ενώ εκείνος την αποδεχόταν κι έκανε αυτό που η Μάρω ήθελε...
Ακόμα και την οργή μου εκείνος την ερμήνευε σαν προσευχή.
Δε μου έκανε καμιά νύξη για το Χριστό, δε μου έδωσε καμιά συμβουλή, δε μου μίλησε για θαύματα για να με πείσει.
Κι όμως ξέρω πια ότι αυτή η σιωπή ήταν η πιο τρανή απόδειξη ότι με είχε αποδεχτεί σα φιλαράκι του, έτσι όπως ήμουν.
Ίσως γι' αυτό ήταν ο μόνος που δεν αντέδρασε όταν πέρασα στη Θεολογία.
Όλοι οι άλλοι, φίλοι συγγενείς θορυβήθηκαν: Η Μάρω στη Θεολογία; Ακόμα κι εγώ η ίδια δεν ήξερα γιατί είχα βάλει τη Θεολογία ως πρώτη επιλογή. Εκείνος όμως δεν είπε τίποτα. Ούτε με συνεχάρη, ούτε θριαμβολόγησε. Κράτησε την ίδια σιωπηλή, ξεκάθαρη στάση που επιθυμούσε η ψυχή μου. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι βλέποντας το αγρίμι μέσα μου, με ανέθεσε απευθείας στο Θεό κι αυτό είναι για μένα η μεγαλύτερη απόδειξη ότι με ένοιωθε φιλαράκι του...
Αυτή τη σχέση την παθιασμένη την είχα με το Γέροντα ως το τέλος. Εγώ δε μαλάκωσα ποτέ κι εκείνος δεχόταν πάντα την ορμή μου σαν δείγμα αγάπης. Τον ξαναπρόσβαλα το Γέροντα, άλλη μια φορά και πάλι πίσω από την πλάτη του - ως γνήσια θρασύδειλη!
Πάλι Σάββατο ήταν  κι εγώ ήμουν φοιτήτρια πια και είχα εξεταστική.
Τη Δευτέρα έδινα μάθημα και στις 9 το βράδυ του Σαββάτου έμαθα ότι είχα διαβάσει λάθος ύλη.
Πανικοβλήθηκα κι όταν η μαμά μου προσπαθώντας να με ηρεμήσει μου είπε «Βρε τι σκας? Αφού έχεις το Γέροντα!», εγώ έγινα ηφαίστειο που έσκασε: «Δε μας παρατάς  με το Γέροντά σου! Τι να μου κάνει τωρα ο Γέροντας;»
Εκείνη την ώρα χτύπησε το τηλέφωνο κι όταν   άκουσα τη μαμά μου να λέει: Γέροντα!... ναι εδώ είναι η Μάρω. Δίπλα μου!» ήθελα να έχει το πάτωμα μια καταπακτή για να χωθώ μέσα! Σα βρεμένο γατί πήρα το ακουστικό και η φωνή μου που τόσο σθεντόρια τον είχε αμφισβητήσει, τώρα είχε γίνει ψίθυρος.
Την απορία του δε θα την ξεχάσω ποτέ: «Άραγε, ποια από τις δυο σας με επικαλέστηκε στ' αλήθεια;» με ρώτησε, σα να ήθελε  να με διαβεβαιώσει ότι εκείνος ως Άγιος δεν άκουγε λόγια του στόματος αλλά της ψυχής... «θα μπορούσες να έρθεις αύριο να διαβάσεις εδώ;»  με ρώτησε με μια ευγένεια που όμοιά της δεν έχω συναντήσει. Είπα ναι, όλο ντροπή και χωρίς άλλα λόγια έκλεισε το τηλέφωνο. Το άλλο πρωί στις 7 ήμουν με τους γονείς μου στη Μαλακάσα. Ο Γέροντας είχε δώσει εντολή να ανοίξουν ένα γραφείο για να περιμένω- κι ας  είχε λειτουργία στο Ναό. Εκείνος με αποδεχόταν όπως ήμουν... Όταν με δέχτηκε στο κελάκι, μετά τις 10,  πάλι δεν είχε πολλά λόγια: «Αχ και να πίστευες λίγο! 10 θα έγραφες!» μου είπε απαλά κι άνοιξε το βιβλίο τέσσερις φορές. «δεν πειράζει όμως. Και το 5 καλό είναι!»
Από  τα τέσσερα θέματα διάβασα τα δύο. Τα άλλα τα βρήκα ανούσια και χαζά! Έπεσαν και τα τέσσερα κι εγώ πήρα 5! Καλό ήταν! Καλό μου έκανε!  Άλλωστε πάντα με το Γέροντα 5 έπαιρνα. Το παραπάνω δεν το αντέχω, ούτε το αξίζω και το ξέρω. Μου αρκεί όμως αυτό το 5... με κάνει να νοιώθω ότι τον έχω κοντά μου κι αυτό μου αρκεί.
Όσο για το ότι είναι Άγιος; Το ξέρω μα δε το αντέχει το μυαλό μου... ο γέροντας ήταν άγιος πάντα , μόνο ένας Άγιος θα άντεχε κάποιαν σαν εμένα. Για μένα είναι Άγιος  μα παραμένει  ο Γέροντας, ο δικός μου Γέροντας, αυτός που χρησιμοποιεί  την απιστία και τον εγωισμό και την αμφιβολία μου ως μέσα για να επικοινωνήσει μαζί μου. Είναι ο Γέροντας που  δε με μάλωσε ποτέ, δε με κολάκεψε ποτέ, δε με εγκατέλειψε ποτέ μα μόνο με τα εντελώς απαραίτητα λόγια.
Είναι ο Γέροντας  που  δε μου απαντά  όταν απευθύνομαι σ' αυτόν  από υποκριτικό καθωσπρεπισμό και που με καλωσορίζει  πάντα  όταν του μιλάω  απλά  ως Μάρω...


Γράφει η Μάρω Σιδέρη για τον Άγιο Πορφύριο

πηγή : ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ

πηγή
Misha.pblogs

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ

"Ο Γέροντας Πορφύριος έβλεπε πέρα από τον χωροχρόνο"

     

            

 

alt
Του Δημήτρη Ριζούλη
Μια μοναδική εξομολόγηση του μοναχού που είχε την ευλογία να βρίσκεται δίπλα στον Άγιο της εποχής μας, γέροντα Πορφύριο κατά τις τελευταίες στιγμές της ζωής του, φέρνει σήμερα στο φως η «κυριακάτικη δημοκρατία».
Ο αρχιμανδρίτης π. Γεώργιος Αλευράς, μιλά για πρώτη φορά για τις συγκλονιστικές τελευταίες ημέρες του γέροντα που τον συγκλόνισαν και σημάδεψαν τη ζωή του.
Η γνωριμία του π. Γεωργίου με τον γέροντα Πορφύριο έγινε το 1985 όταν πήγε να τον επισκεφτεί στο Μοναστήρι στο Μήλεσι (όπου ζούσε τότε ο π. Πορφύριος) με σκοπό να τον ρωτήσει αν πρέπει να γίνει μοναχός.
«Γνώριζα ότι επρόκειτο για έναν άνθρωπο που είχε τη χάρη του Αγίου πνεύματος» λέει ο π. Γεώργιος και προσθέτει «άκουγα ότι ήταν χαρισματικός αλλά η αλήθεια είναι ότι ήξερα πολύ λίγα πράγματα. Από την πρώτη στιγμή ένιωσα ότι ήταν ένα οικείο μου πρόσωπο».
Στη συνέχεια όμως αυτής της πρώτης γνωριμίας συμβαίνει ένα αξιοθαύμαστο γεγονός που εξέπληξε τον π. Γεώργιο.
«Όταν του είπα τι δουλειά κάνω και ότι έχω ένα κτήμα με το οποίο θέλω να ασχοληθώ μου περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια την τοποθεσία που βρισκόταν, τι δέντρα έχει, που είναι το κάθε δέντρο ακόμα και μια μικρή αποθήκη που υπήρχε στο πίσω μέρος χωρίς φυσικά να το έχει επισκεφθεί ποτέ. Ένα γεροντάκι λοιπόν μια νύχτα του χειμώνα μέσα στο κελί του είδε όλη μου την περιουσία με κάθε λεπτομέρεια παρότι η όρασή των ματιών του ήταν εξαιρετικά αδύναμη».
Αυτό που συνέβη στον π. Γεώργιο είναι ένα από τα αμέτρητα περιστατικά που διηγούνται άνθρωποι που τον γνώρισαν. Το μεγάλο χάρισμά του γέροντα Πορφυρίου ήταν να βλέπει πέρα από τον χώρο και τον χρόνο.
Η συνάντηση συγκλόνισε τον π. Γεώργιο. «Μην γυρίσεις στα Τρίκαλα και τα διηγηθείς αυτά και έρχονται πούλμαν πιστών» ήταν η εντολή που του έδωσε ο γέροντας φεύγοντας. Στο δρόμο της επιστροφής από το Μοναστήρι είχε τόση μεγάλη χαρά που ήθελε να κατέβει από το αυτοκίνητο και να γυρίσει στην Αθήνα τρέχοντας. Ο ίδιος έμαθε μετά από χρόνια ότι εκείνη την ημέρα ο γέροντας είπε «αυτό το παιδί μέθυσε σήμερα με το Άγιο πνεύμα».
Μετά από 2 χρόνια ο γέροντας Πορφύριος κάλεσε τον π. Γεώργιο στο κελί του στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους και του άνοιξε το δρόμο του μοναχισμού. Έμεινε ως δόκιμος για 4 χρόνια και έζησε από κοντά τις τελευταίες στιγμές του.
«Στην ηλικία του και με τα προβλήματα υγείας που είχε κανείς άλλες δε θα μπορούσε να αντέξει ούτε για λίγες μέρες στο Άγιον Όρος» λέει ο π. Γεώργιος.
«Ο γέροντας όμως παρακαλούσε τον Θεό να αφήσει την τελευταία του πνοή εκεί γνωρίζοντας ότι δεν θα είχε κατάλληλη ιατρική περίθαλψη. Έπασχε από καρκίνο, είχε προβλήματα καρδιάς, ήταν τυφλός αλλά δεν λύγιζε. Ήταν τόσο ευαίσθητη η υγεία του που ακόμα και το νερό που έπινε έπρεπε να είναι ειδικά επεξεργασμένο για να μην του προκαλεί μολύνσεις.
Στο κελί του δεν είχε ούτε ιατρικά μηχανήματα ούτε τα απαραίτητα φάρμακα και η πρόσβαση με το καράβι ήταν πολύ δύσκολη. Ακόμα και το φαγητό ήταν περιορισμένο.
Άντεξε όμως για δυο μήνες σ' αυτή την κατάσταση με τη χάρη του Θεού. Οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος θα θεωρούσε αυτοκτονία να βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση σε ένα απομονωμένο κελί του Αγίου Όρους. Για τον γέροντα όμως ήταν επιλογή και ευλογία» αναφέρει ο π. Γεώργιος.
Εκείνους τους δυο τελευταίους μήνες της ζωής του (το 1991) τον διακονούσαν πέντε μοναχοί. Η πιο ωραία στιγμή ήταν όταν το βράδυ τους καλούσε για να τους μιλήσει. Εκεί τους προετοίμαζε για να αντιμετωπίσουν όλες τις δυσκολίες της ζωής.
Ο π. Γεώργιος είχε αναλάβει να ψαρεύει για να εξασφαλίζεται η τροφή. Πολλές φορές όμως δεν τα κατάφερνε και ο γέροντας έμενε χωρίς φαγητό.
«Ο γέροντας μπορούσε να σου πει ακόμα και σε ποια σημεία της θάλασσας υπήρχαν ψάρια και όχι μόνο. Μια μέρα μου είπε να πάω σε ένα συγκεκριμένο σημείο για να μαζέψω σαλιγκάρια. Εγώ απόρησα γιατί ήξερα ότι εκεί δεν υπήρχαν σαλιγκάρια αλλά τελικά ο γέροντας είχε δίκαιο. Πήγα εκεί που μου υπέδειξε και μάζεψα εκατοντάδες! Ο γέροντας όχι μόνο τα είχε δει αλλά επιστρέφοντας μου είπε ότι είχα γλιστρήσει στο δρόμο και ότι κάποια στιγμή βαρέθηκα να τα μαζεύω και έφυγα. Καταλαβαίνετε λοιπόν την έκπληξή μου. Ένιωθα ότι είχα δίπλα μου την προστασία αυτή της θείας παρουσίας» λέει ο π. Γεώργιος.
Τους τελευταίους δυο μήνες λίγοι γνώριζαν ότι ο γέροντας είχε επιστρέψει στα Καυσοκαλύβια γι' αυτό και οι επισκέπτες ήταν ελάχιστοι. Όσο περνούσαν οι μέρες ήξερε ότι πλησίαζε το τέλος. Τις τελευταίες 10 μέρες δεν έτρωγε καθόλου. Ο π. Γεώργιος δεν ήθελε να το πιστέψει και ήλπιζε σε ένα θαύμα, όμως ο γέροντας φρόντισε να τον προετοιμάσει.
«Με κάλεσε την τελευταία μέρα στις 2 Δεκεμβρίου 1991, ζήτησε να είμαι μόνος μου και μου είπε "παιδί μου να ρίξεις τα κοφίνια αύριο στη θάλασσα και όσα ψάρια πιάσεις να τα στείλεις στο Μοναστήρι μου στο Μήλεσι".
Ουσιαστικά μου είπε ότι από την επόμενη μέρα δε θα χρειάζεται πλέον να φροντίζω για την τροφή του και αντιλήφθηκα ότι ο γέροντας φεύγει ...;» διηγείται με συγκίνηση ο π. Γεώργιος και συμπληρώνει: «Έπεσα τότε στο προσκέφαλό του, προσευχόμενος και σκεπτόμενος όλη την πορεία της ζωής του.
Ο γέροντας που γνώριζε τις σκέψεις μου συγκινήθηκε και τράβηξε τα χέρια του από πάνω μου για αποφορτιστεί. Δε μου ζήτησε όμως να φύγω. Ήθελε να μείνω δίπλα του γονατιστός και αυτό κράτησε ώρες. Ήξερα ότι ζούσα τις τελευταίες του στιγμές. Στις 9 το βράδυ ξεκίνησε η πρώτη καρδιακή κρίση που υποχώρησε για να επανέλθει αργότερα. Ο γέροντας υπέφερε αλλά ήταν γαλήνιος. Ακόμα και εκείνη την ώρα προσευχόταν με την αρχιερατική προσευχή του Ιησού και επαναλάμβανε τη φράση «ινα ώσιν εν». Αυτά ήταν και τα τελευταία λόγια του.
Σήμερα μπορεί κάποιος να καταλάβει πολύ καλύτερα από τότε πόση ανάγκη έχει ο λαός του Θεού αυτή την αρχιερατική προσευχή του Ιησού.
Ο γέροντας είναι βέβαιο ότι ήθελε να προειδοποιήσει για τις δύσκολες μέρες που θα ερχότανε γι' αυτό και πάντα μας έλεγε "μέσα από τη συμφορά θα έρθει η ελπίδα και θα εμφανιστεί ένας σπουδαίος άνθρωπος του Θεού που θα συνεγείρει και θα ενώσει τον κόσμο στο καλό» καταλήγει ο π. Γεώργιος.
Έτσι ο γέροντας εκοιμήθη ταπεινά στο κελί του, όπως επιθυμούσε, μέσα στη γαλήνη του Θεού.
Κανείς δεν πληροφορήθηκε το θάνατό του . Είχε ζητήσει στην κηδεία του να μην υπάρχει κόσμος. Φρόντισε γι' αυτό ο Θεός και τις δυο επόμενες μέρες η σφοδρή κακοκαιρία δεν επέτρεψε σε κανέναν να πλησιάσει στα Καυσοκαλύβια.
Ετάφη στο προαύλιο, σε μια λωρίδα γης του περιβολιού της Παναγίας, καλογερικά, ήσυχα και ταπεινά.
«Ο γέροντας δεν ήθελε ούτε στη ζωή του ούτε μετά θάνατον να φανούν σημεία Aγιότητος και το ζητούσε αυτό από το Θεό στην προσευχή του, ωστόσο τα δυο του χέρια κατά την εκταφή του (τρια χρόνια μετά) ήταν άφθαρτα» λέει ο π. Γεώργιος και καταλήγει λέγοντας: «Όλοι όσοι ήμασταν κοντά του νιώθουμε συνεχώς την παρουσία του.
Εγώ όταν αντιμετώπισα ένα σοβαρό πρόβλημα και τον επικαλέστηκα είχα βοήθεια. Ήρθε στον ύπνο μου και με συμβούλευσε. « Ένα όνειρο ήταν» μπορεί να πουν κάποιοι, αλλά για μένα ήταν κάτι πολύ σπουδαιότερο και αληθινό».
Το 1986 ο γέροντας είχε αποκαλύψει στα πνευματικά του παιδιά ότι σκεφτόταν να δημιουργήσει κάτι σπουδαίο (ισάξιο με τις Πράξεις των Αποστόλων όπως έλεγε) για να βοηθήσει χιλιάδες ανθρώπους αλλά συναντούσε τεράστια εμπόδια.
Ο π. Γεώργιος πιστεύει σήμερα ότι ο γέροντας ήθελε να δημιουργήσει ένα Ίδρυμα συμπαράστασης σε όσους έχουν ανάγκη και είναι αποφασισμένος να το υλοποιήσει έστω και τώρα.
Ήδη κατασκεύασε μια μεγάλη εικόνα της Παναγίας που την αφιέρωσε στον γέροντα και την ονόμασε «ινα ωσιν εν» ενώ αντίγραφό της δόθηκε και στη Ρωσική Εκκλησία γιατί ο γέροντας είχε πάρει τη χάρη να γίνει μοναχός από έναν Ρώσο ασκητή.
Παράλληλα σε συνεργασία με τον Ιωάννη Κορνιλάκη και την μη κερδοσκοπική οργάνωση «Ελαία» προετοίμασε την έκδοση ενός μνημειώδους βιβλίου με τα ανέκδοτα χειρόγραφα του «Αγίου της πολιτικής» Ιωάννη Καποδίστρια.
Τα σχέδια του για το μέλλον αφορούν την επέκταση αυτού του έργου και σε άλλες δραστηριότητες για την διατήρηση της παρακαταθήκης του γέροντα Πορφυρίου.