Πέμπτη 29 Μαΐου 2014

ΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ή ΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΟΥ κ.ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ;




 
ΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
Ή ΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΟΥ κ.ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ;
Σχόλιο με αφορμή την προσεχή συνάντηση του Πάπα Φραγκίσκου του Α΄ και του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου του Α΄ στα Ιεροσόλυμα.
 
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Πρ. Ιερού Ναού Ιερού Ναού Τιμίου Σταυρού Πειραιώς
Εν Πειραιεί τη 21η Μαΐου 2014

 
 Συμπληρώνονται φέτος 50 χρόνια από την συνάντηση στα Ιεροσόλυμα (1964-2014) του πρώην Οικουμενικού Πατριάρχου κυρού Αθηναγόρου με τον τότε Πάπα Παύλο τον Στ΄. Ήταν μια συνάντηση, η οποία σηματοδότησε μια καινούργια πορεία στις σχέσεις μεταξύ Βατικανού και Φαναρίου.
Η συνάντηση αυτή θεωρήθηκε από πολλούς αρχιερείς, κληρικούς και θεολόγους ως ιστορικός σταθμός, διότι αποτέλεσε την αφετηρία των  μετέπειτα ραγδαίων και ριζικών εξελίξεων στις διαχριστιανικές σχέσεις της Ορθοδοξίας με τον Παπισμό. Εις ανάμνησιν δε αυτού του γεγονότος, όπως είναι γνωστό, διοργάνωσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο από κοινού με το Βατικανό νέα συνάντηση, (24-26 Μαΐου), στον ίδιο τόπο, τα Ιεροσόλυμα, του νύν Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου και του Πάπα Φραγκίσκου του Α΄. Με την συνάντησή τους αυτή, η οποία θα προβληθεί βεβαίως διεθνώς και θα τύχει ευρείας δημοσιότητος από την εκκλησιαστική και πολιτική επικαιρότητα, οι δύο εκκλησιαστικοί ηγέτες δεν στοχεύουν απλώς να τιμήσουν τους προκατόχους των, αλλά προφανώς να διαδηλώσουν επί πλέον και την  σταθερή και αταλάντευτη πρόθεσή τους να βαδίσουν πάνω στα χνάρια τους και να συνεχίσουν με πιστότητα και συνέπεια την οικουμενιστική γραμμή που εκείνοι εχάραξαν. Και τις οίδε, (μόνον ο Θεός γνωρίζει), αν οι δύο αυτοί  ηγέτες στο προσεχές μέλλον προχωρήσουν σε ακόμη τολμηρότερα βήματα, στην…αγιοκατάταξή των!
  Δεν έχουμε την πρόθεση με τον σύντομο αυτό σχολιασμό μας να ασχοληθούμε με τον εκλιπλόντα Πάπα Παύλο τον ΣΤ΄, διότι όπως λέγει και μέγας Παύλος «τι γαρ μοι και τους έξω κρίνειν;» (Α΄Κορ.5,12). Ποιά αρμοδιότητα έχουμε να κρίνουμε τους «έξω» της Εκκλησίας; Καμία. Αφού όπως λέγει παρά κάτω «τους δε έξω ο Θεός κρίνει» (Α΄Κορ.5,13). Τους εκτός της Εκκλησίας, τους κατακεκριμένους ως αιρετικούς, τους έχει κρίνει ήδη ο Θεός. Με τον «έσω» όμως της Εκκλησίας κυρό Αθηναγόρα και μη εισέτι κατακριθέντα επισήμως και συνοδικώς για τις αντορθόδοξες θέσεις και διακηρύξεις του και για την οικουμενιστική γραμμή και πορεία, (μια πορεία ξένη προς την Ορθόδοξη Παράδοση και τους αγίους Πατέρες μας), την οποίαν ακολούθησε, έχουμε χρέος να ασχοληθούμε. Και τούτο διότι ο θησαυρός της πίστεως είναι κοινό κτήμα όλων, κλήρου και λαού. Και όλοι μας έχουμε χρέος να τον διαφυλάξουμε ως κόρην οφθαλμού, ακέραιον και απαραχάρακτον από κάθε νοθεία και αίρεση.
 Έχουν διατυπωθεί πολλά εγκωμιαστικά σχόλια σχετικά με τον πρώην Πατριάρχη από διάφορα πρόσωπα, κυρίως προερχόμενα από τον χώρο του Οικουμενισμού. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι ο εκδημήσας Πατριάρχης υπήρξε κατά κοινή ομολογία ως το πρόσωπο εκείνο, που κατ’ εξοχήν προώθησε την φοβερή αυτή αίρεση μέσα στα σπλάγχνα της Ορθοδοξίας. Ιδιαιτέρως προβλήθηκε από τους υμνητές του η υπ’ αυτού προβολή της Ορθοδοξίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε παγκόσμια κλίμακα, οι διπλωματικές του ικανότητες, η παγκόσμια πολιτική και κοινωνική του καταξίωση, η διεθνής ακτινοβολία και αναγνώρισή του και άλλα παρόμοια. Ήδη αμέσως μετά την κοίμησή του το επίσημο δελτίο της Εκκλησίας της Ελλάδος «Εκκλησία» έγραφε: «Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας, θα γραφή εις τας δέλτους της ιστορίας ως Μέγας…».[1] Ο τότε Πάπας Παύλος ο ΣΤ΄, επιστήθιος και αγαπητός φίλος του κοιμηθέντος Πατριάρχου, εχαρακτήρισε αυτόν ως «μέγαν άνδρα  μιάς εκκλησίας σεβασμίας, αλλ’ όχι ακόμη τελείως ηνωμένης μετά της Καθολικής Εκκλησίας ημών…».[2] Το παραλήρημα του λιβανωτού των εγκωμίων έφθασε στο αποκορύφωμά του, όταν κάποιοι οικουμενιστικοί κύκλοι της εποχής εκείνης επεχείρησαν, να συντάξουν προσευχή προς αυτόν, η οποία κατέληγε ως εξής: «Μη κατολιγωρήσης ημών, αλλ’ επίβλεψον λαμπρώ και ιλέω όμματι, ως εν ζωή ών έπραττες, και κράτυνον το της Ορθοδοξίας ποίμνιον, χειραγωγών αυτό προς το καλόν της αγίας του Χριστού Εκκλησίας, υποδεικνύων αυτώ την ευθείαν οδόν, την φέρουσαν απλανώς προς τον Θεόν…».[3]
  Ήταν όμως πράγματι μέγας; Εάν κανείς αξιολογήσει το πρόσωπό του με κοσμικά κριτήρια, δηλαδή την διεθνή του ακτινοβολία και αναγνώριση, την κοινωνική και πολιτική του καταξίωση, την διπλωματική του ευστροφία, την πρόσδοση κύρους και προβολής στο Φανάρι και άλλα ανάλογα, τότε μπορεί να τον χαρακτηρίσει κανείς ως μέγα. Αν όμως αξιολογηθή με πνευματικά κριτήρια, δηλαδή με γνώμονα την Ορθόδοξη πίστη και Παράδοση, την Αγία Γραφή, το ιερό Πηδάλιο και τους Αγίους Πατέρες, τότε όχι μόνον μέγας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, αλλ’ ως μία αξιοθρήνητη προσωπικότητα, ως τον πρωτοπόρο στον ολισθηρό κατήφορο του Οικουμενισμού, ως το πρόσωπο εκείνο που κατ’ εξοχήν προώθησε την φοβερή αυτή αίρεση, πράγμα το οποίο ισοδυναμεί με προδοσία της πίστεως. Την δε Πατριαρχείαν του ως κατ’ εξοχήν καταστρεπτική. Τον χαρακτηρισμό «μέγας» έδωσε η Εκκλησία στους αγίους και θεοφόρους Πατέρες, όχι απλώς μόνον διότι ανέβηκαν την κλίμακα των αρετών και έφθασαν στην θέωση, αλλά και διότι έκαμαν μεγάλους αγώνες και υπέφεραν πολλές θλίψεις για να καταπολεμήσουν τις αιρέσεις και να παραδώσουν τον θησαυρό της πίστεως ανόθευτο και απαραχάρακτο σε όλες τις επερχόμενες γενεές. Επομένως  είναι μεγάλο εκκλησιολογικό λάθος, να σπεύδουμε με πολλή προχειρότητα και επιπολαιότητα να αποδώσουμε έναν τέτοιο χαρακτηρισμό, τον οποίον μόνον η Εκκλησία μπορεί να αποδώσει αλάνθαστα, βασιζομένη στην άνωθεν μαρτυρία του αγίου Πνεύματος, στην μαρτυρία δηλαδή που δίδει ο ίδιος ο Θεός για το πρόσωπο αυτό, με θαύματα, που ενεργεί διά μέσου αυτού, είτε εν ζωή είτε μετά θάνατον (διά του αγίου λειψάνου του).
 Η χριστιανική ενότης.
Κατά κόρον επίσης προβλήθηκε από τους υμνητές του ο διακαής πόθος του και η επιθυμία του για την  προώθηση της παγχριστιανικής ενότητος. Πράγματι ο κ. Αθηναγόρας από της ημέρας της αναδείξεώς του στον Πατριαρχικό θρόνο μέχρι της κοιμήσεώς του θα έχει πλέον το βλέμμα της ψυχής του διαρκώς εστραμμένο προς την Δύση, η δε τραγωδία της διασπάσεως της Χριστιανοσύνης θα αποτελέση το κέντρο του ενδιαφέροντος του, την συνισταμένη όλων των ενεργειών του, την κατευθυντήρια γραμμή της εκκλησιαστικής του πολιτικής, σε συνδυασμό πάντοτε βέβαια με την πρόσδοση κύρους και διεθνούς ακτινοβολίας στον θεσμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Μέσα στα πλαίσια αυτής της εκκλησιαστικής του πολιτικής εντάσσονται η μέριμνά του για την σύγκληση Πανορθοδόξων Διασκέψεων, οι συντονισμένες ενέργειές του για την άρση των αναθεμάτων, η καλλιέργεια σχέσεων αγάπης και φιλίας με το Βατικανό, η επιδίωξή του να συναντηθεί με τον Πάπα Παύλο τον ΣΤ΄ στα Ιεροσόλυμα και να έχει τις πρώτες μυστικές επαφές μαζί του και η καθιέρωση του λεγομένου «Διαλόγου της Αγάπης». 
 Ωστόσο την χριστιανική ενότητα την κατανοούσε και την οραματιζόταν ο κοιμηθείς Πατριάρχης με ένα τελείως διαφορετικό τρόπο, σε σχέση με τον τρόπο που την κατανοούσε ανέκαθεν η Εκκλησία, με ένα τρόπο δηλαδή τελείως ξένο προς την διαχρονική παράδοση της Εκκλησίας. Στη διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας, ενότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τους αιρετικούς δεν είναι δυνατόν να υπάρξη, παρά μόνον με την  μετάνοια και την επάνοδο των αιρετικών στην αλήθεια της Ορθοδοξίας, στην πίστη και στα δόγματα της Εκκλησίας. Επομένως και στην προκειμένη περίπτωση των αιρέσεων του Παπισμού και του Προτεσταντισμού δεν είναι δυνατόν να δεχθεί η Εκκλησία άλλη μορφή ενότητος. Η προσπάθεια του εκλιπόντος πατριάρχου ήταν να επιτύχει μια ενότητα συγκρητιστικού τύπου, μια ενότητα παρά τις υπάρχουσες δογματικές διαφορές με τους παπικούς και τους προτεστάντες, χωρίς δηλαδή αυτοί να έχουν αποβάλει τις πεπλανημένες αιρετικές διδασκαλίες τους, μιά ενότητα που θα μπορούσε να επιτευχθεί με αμοιβαίες υποχωρήσεις και συμβιβασμούς. Σε θέματα όμως πίστεως δεν χωράει καμία συγκατάβασις και οικονομία. Την αλήθεια αυτή επιβεβαιώνουν οι μεγάλοι αγώνες των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας κατά των αιρέσεων, η συγκρότησις υπ’ αυτών Οικουμενικών Συνόδων κ.λ.π. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει σε κάποια ομιλία του σχετικά με το θέμα αυτό   «Ει που την ευσέβειαν παραβλαπτομένην ίδοις, μη προτίμα την ομόνοιαν της αληθείας, αλλ’ ίστασο γενναίως έως θανάτου…την αλήθειαν μηδαμού προδιδούς».[4]
 Άρσις των αναθεμάτων.
 Μετά την συνάντηση των δύο εκκλησιαστικών ηγετών στα Ιεροσόλυμα, που αποτέλεσε μια πρώτη προσέγγιση μεταξύ Ορθοδοξίας και Παπισμού, δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για να επακολουθήσει το δεύτερο μεγάλο βήμα προσεγγίσεως, δηλαδή η λεγόμενη άρση των αναθεμάτων, που πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 1965. Όπως είναι γνωστό από του σχίσματος του 1054 και εντεύθεν έπαυσε να υπάρχει πλέον εκκλησιαστική κοινωνία μεταξύ του Παπισμού και της Ορθοδόξου Εκκλησίας λόγω των ποικίλων αιρετικών διδασκαλιών, που εν τω μεταξύ ανεπτύχθησαν μέσα στους κόλπους του Παπισμού. Αυτή η διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας επισφραγίσθηκε με τα «αναθέματα», τα οποία επεβλήθηκαν εκατέρωθεν από την Ρώμη και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο παπικὸς απεσταλμένος Καρδινάλιος Ουμβέρτος, στις 16 Ιουλίου του 1054, αναθεμάτισε με έγγραφο αναθεματισμό, τον οποίο άφησε πάνω στην αγία τράπεζα του Ιερού Ναού της αγίας Σοφίας κατά την διάρκεια εσπερινής ακολουθίας, τον τότε Οικουμενικό Πατριάρχη Μιχαὴλ τον Κηρουλάριο και όλους όσους  δεν αποδέχονταν το Filioque και τις άλλες παπικές καινοτομίες. Στη συνέχεια ο Οικουμενικός Πατριάρχης Μιχαὴλ συγκάλεσε  στην Κωνσταντινούπολη στις 24 Ιουλίου του 1054 ενδημούσα Σύνοδο και υπέβαλε σε «ανάθεμα» το έγγραφο, τους συντάκτες του, αυτούς που το επέδωσαν και όσους συνήργησαν σ’ αυτό. Στη συνοδική απόφαση αναιρούντο επί τη βάσει της Ιεράς Παραδόσεως οι κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας διατυπωθείσες κατηγορίες, ιδίως αυτές που αφορούσαν την αιρετική διδασκαλία του Filioque, ενώ παράλληλα διεγράφη το όνομα του Πάπα από τα δίπτυχα του Οικουμενικού θρόνου. Οι συνοδικές αποφάσεις κοινοποιήθηκαν με συνοδικές επιστολές στα άλλα Πατριαρχεία της Ανατολής. 
 Επομένως οι εκατέρωθεν αναθεματισμο του 1054 δεν προήλθαν από προσωπικούς ανταγωνισμούς, αλλ᾿ από την σύγκρουση της Ορθοδόξου πίστεως προς τις αιρετικές διδασκαλίες του Παπισμού. Δεν ευσταθεί λοιπόν το επίσημο ανακοινωθὲν του Οικουμενικου Πατριαρχείου, κατὰ το οποίο «τα αναθέματα εκατέρωθεν περιωρίσθησαν εις τα πρωταγωνιστήσαντα πρόσωπα καιδεν ανεφέροντο εις τας δύο Εκκλησίας Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως, αι οποίαι και μετ ταύτα δεν διέκοψαν τηνεκκλησιαστικν κοινωνίαν, ουδ υπήρξαν τα γεγονότα ταύτα η οριστικ επισφράγισις του μεταξ Ανατολής και Δύσεως Σχίσματος». Επί πλέον η πράξις αυτή του Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι αντικανονική και παράνομη, διότι επεχειρίθη χωρίς να προηγηθεί Πανορθόδοξη Σύνοδος, η οποία είναι και η μόνη αρμοδία, για να αποφασίσει ένα τέτοιο μεγάλο εκκλησιαστικό γεγονός. Επίσης απὸ Ορθοδόξου θεολογικής πλευράς, είναι αδύνατο να εννοήσωμε άρση του κατ της Ρώμης «αναθέματος» χωρίς την ταυτόχρονο άρση όλων των αιρετικών διδασκαλιών του Παπισμού.
 Όπως ήταν επόμενο η αντικανονική αυτή ενέργεια του Οικουμενικού Θρόνου προκάλεσε θύελλα διαμαρτυριών από τον τότε αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο Β΄ και την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία σε δήλωσή της «με πολλήν δυσμένειαν επληροφορήθη την πρωτοβουλίαν του Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρα. Ουδείς έχει το δικαίωμα να προβαίνη εις παρομοίας πράξεις. Το δικαίωμα έχει μόνον ολόκληρος η Ορθοδοξία».[5] Σε άλλη δήλωσή του, που έχει καταχωρηθή στα «Πεπραγμένα» του (τομ. Β΄, Αθήναι 1967, σελ. 197), αναφερόμενος στον κ. Αθηναγόρα λέγει: «Ο Αθηναγόρας  Α΄ ουδέν πρεσβεύει, εις ουδέν πιστεύει, ει μη μόνον εαυτώ δουλεύει και την απαθανάτισιν του ονόματός του επιδιώκει, έστω κατά Ηρόστρατον, διά της καταστροφής της Εκκλησίας»[6]Καθολική σχεδόν υπήρξε επίσης η αποδοκιμασία των αγιορειτών Πατέρων απέναντι στον εκδημήσαντα Πατριάρχη. Μετά την δημιουργία υπ’ αυτού διπλωματικών σχέσεων με το Βατικανό και ιδίως μετά την άρση των αναθεμάτων, σάλος μέγας δημιουργήθηκε μέσα στο Άγιον Όρος. Όλοι σχεδόν οι αγιορείτες μοναχοί, τόσο από τις Ιερές Μονές, όσο και από τις Σκήτες και τα Κελιά, εξέφρασαν την πικρία, την λύπη και την απογοήτευσή τους, όταν πληροφορήθηκαν τις παρά πάνω ενέργειές του. Ορισμένες μάλιστα εκ των Ιερών Μονών, οκτώ τον αριθμόν, όχι απλώς αποδοκίμασαν τον κ. Αθηναγόρα, αλλά απεφάσισαν να διακόψουν την μνημόνευση του ονόματός του, η οποία συνεχίστηκε και επί Πατριαρχείας του διαδόχου του κ. Δημητρίου, κατά την τριετία από το 1970 έως το 1973. Μία από αυτές τις Μονές,η Ιερά Μονή Καρακάλλου, σε επιστολή της προς την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους έγραφε σχετικά με το θέμα αυτό μεταξύ άλλων τα εξής: «Επιθυμούμεν να επαναλάβωμεν την εν πεποιθήσει και αμετάθετον απόφασιν ημών περί συνεχίσεως της διακοπής του πατριαρχικού μνημοσύνου εις ένδειξιν διαμαρτυρίας, εφ’ όσον ο νέος Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Δημήτριος ο Α΄ θα συνεχίση την τηρουμένην υπό της Ιεράς Συνόδου γραμμήν, την οποίαν είχε χαράξει ο Αθηναγόρας…Θα πειθώμεθα εις τον νέον Πατριάρχην, όταν διαπιστώσωμεν, ότι ούτος θα αναθεωρήσει τας αιρετικάς ομολογίας του προκατόχου του και δεν θα συνεχίση την φιλοπαπικήν γραμμήν».[7] Ας σημειωθεί επίσης ότι μεταξύ αυτών που διέκοψαν το μνημόσυνο του Πατριάρχου ήταν και ο Γέροντας Παΐσιος.
 «Διάλογος της Αγάπης».
Το επόμενο μεγάλο βήμα προσεγγίσεως μεταξύ Ορθοδοξίας και Παπισμού πρέπει να θεωρηθεί η καθιέρωση του λεγομένου«Διαλόγου της Αγάπης», του οποίου ο μεγαλύτερος προπαγανδιστής και ένθερμος θιασώτης υπήρξε ο εκδημήσας Πατριάρχης. Πρόκειται για μιά μακρά περίοδο από το 1965 έως το 1980, εγκαρδίων σχέσεων φιλίας και αγάπης μεταξύ Βατικανού και Φαναρίου, που θεωρήθηκε σαν ένα απαραίτητο προκαταρκτικό στάδιο πρίν από τον επακολουθήσαντα Θεολογικό διάλογο μεταξύ Ορθοδόξων και Παπικών, ο οποίος αποσκοπούσε στην κατάλληλη ψυχολογική προετοιμασία εκατέρωθεν. Μέσα στα πλαίσια  της προετοιμασίας αυτής καθιερώνονται οι αμοιβαίες επισκέψεις εκπροσώπων του Πάπα και του Πατριάρχου στο Φανάρι και στη Ρώμη αντίστοιχα, η υιοθέτηση του όρου «αδελφές Εκκλησίες» προτού ακόμη αρθούν οι δογματικές διαφορές, οι ανταλλαγές δώρων, οι φιλοφρονήσεις, οι εναγκαλισμοί, οι κοινές δηλώσεις, οι συμπροσευχές και οι επιστροφές αγίων  λειψάνων από τους παπικούς προς τους Ορθοδόξους. Μέσα στην ατμόσφαιρα των καλών σχέσεων κατά κόρον προβλήθηκε η αγάπη με πλήρη ή μερική παραθεώρηση της αλήθειας. Πρώτη φορά στην εποχή εκείνη ακούστηκαν από κορυφαίους εκπροσώπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας οι λόγοι: «η θεολογία διαιρεί ενώ η αγάπη ενώνει», ή ότι «τα δόγματα πρέπει να τεθούν στο θησαυροφυλάκιο της Εκκλησίας». Τα αίτια του σχίσματος αποδόθηκαν σε πολιτικούς λόγους και σε έλλειψη αγάπης. Σύμφωνα με δήλωση του Πατριάρχη Αθηναγόρα: «Μέχρι το 1054 είχαμε πολλές διαφορές…αλλά ηγαπώμεθα. Και όταν αγαπώνται οι άνθρωποι, διαφοραί δεν υπάρχουν. Αλλά το 1054, που επαύσαμεν να αγαπώμεθα, ήλθαν όλες οι διαφορές».[8] Η αγάπη προς τους αιρετικούς ανάγεται σε πανδόγμα, σε νέα κυρίαρχη θεολογική αντίληψη, ενώ καταβάλλεται προσπάθεια  με δηλώσεις και διακηρύξεις των εκκλησιαστικών μας ηγετών να αμβλυνθούν, ακόμη και να εκμηδενιστούν οι δογματικές μας διαφορές προς τους Παπικούς, οι  οποίες αποδίδονται σε προκαταλήψεις και κατάλοιπα του παρελθόντος, που έχουν τώρα πλέον ξεπεραστεί και εκλείψει. Η Ορθόδοξη Θεολογία και οι Ιεροί Κανόνες της Εκκλησίας παύουν να αποτελούν κριτήριο λόγων και πράξεων και παραχωρούν τη θέση τους  στη διπλωματία και την πολιτική. Όσοι δεν ακολουθούν αυτή τη γραμμή θεωρούνται ακραίοι, φανατικοί, φονταμενταλιστές και παραμερίζονται στο περιθώριο της εκκλησιαστικής ζωής.
 Ωστόσο η αληθινή εν Χριστώ αγάπη ποτέ δεν χωρίζεται από την αλήθεια, ούτε είναι δυνατόν ποτέ να στραφεί εναντίον της.Όταν ο διάλογος της αγάπης δεν συνυπάρχει με τον διάλογο της αλήθειας, είναι επικίνδυνη παγίδα, που οδηγεί σε συγκρητιστική αδιαφορία και απομακρύνει από τη σωτηρία. Δεν υπάρχει χειρότερο κακό από την στέρηση της σωτηρίας και μόνο ως έργο αγάπης δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Εάν, όπως ισχυρίζεται ο κ. Αθηναγόρας, οι δογματικές διαφορές οφείλονται σε έλλειψη αγάπης, τότε έπεσαν έξω και πλανήθηκαν οι άγιοι Πατέρες, όπως ο Μέγας Φώτιος, άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς κ.α., που επεσήμαναν τις πλάνες του Παπισμού, διότι αγωνίστηκαν για ανύπαρκτες διαφορές. Έπεσε έξω ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, όταν μετά τη Σύνοδο Φεράρας–Φλωρεντίας εδήλωσε ότι «ημείς δι’ ουδέν άλλο απεσχίσθημεν των Λατίνων αλλ’ ή, ότι εισίν ου μόνον σχισματικοί αλλά και αιρετικοί. Δι’ ό  ουδέ πρέπει όλως ενωθήναι αυτοίς».[9] Και όχι μόνον έπεσαν έξω οι άγιοι Πατέρες, αλλά και εστερούντο αγάπης, ως ακραίοι και φανατικοί. Είναι φανερό, ότι οι παρά πάνω λόγοι του Πατριάρχου δεν αντέχουν σε σοβαρή κριτική και φανερώνουν άγνοια, ή διαστρέβλωση της ιστορίας.
 Μαρτυρίες αγιασμένων και καταξιωμένων ανδρών της Ορθοδόξου Εκκλησίας περί του κοιμηθέντος Πατριάρχου.
 Ο εσχάτως ανακηρυχθείς ως άγιος από την Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία, άγιος Ιουστίνος ο Πόποβιτς σε υπόμνημά του προς την Ιερά Σύνοδο της Σερβικής Εκκλησίας αναφέρει τα εξής συγκλονιστικά και συγχρόνως αποκαλυπτικά σχετικά με τον κ. Αθηναγόρα: «Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως; Αυτός με την νεοπαπιστικήν συμπεριφοράν του εις τους λόγους και εις τας πράξεις σκανδαλίζει επί μίαν ήδη δεκαετίαν τας Ορθοδόξους συνειδήσεις, αρνούμενος την μοναδικήν και πανσωστικήν Αλήθειαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας και πίστεως, αναγνωρίζων τας Ρωμαϊκάς και άλλας αιρέσεις ως ισοτίμους με την αλήθειαν, αναγνωρίζων τον Ρωμαίον Άκρον Ποντίφηκα με όλην την δαιμονικήν αντιεκκλησιαστικήν υπερηφάνειάν του. Και προετοιμάζει με αυτοκτονική ταχύτητα και επιπολαιότητα, κατά το παράδειγμα του Βατικανού, αυτήν την ιδικήν του λεγομένην ‘Μεγάλην Πανορθόδοξον Σύνοδον’ όχι όμως με το βασικόν ευαγγελικόν και αγιοπαραδοσιακόν θέμα της σωτηρίας του ανθρώπου και του κόσμου, αλλά με καθαρώς σχολαστικο-προτεσταντικήν θεματολογίαν. Την προετοιμάζει μάλιστα εις τον πύργον της Βαβέλ του συγχρόνου αναρχικού και μηδενιστικού κόσμου  άνευ της συμμετοχής των πραγματικών Ορθοδόξων ομολογητών, φορέων της Ορθοδόξου πίστεως, Θεολογίας, Παραδόσεως και Εκκλησιαστικότητος. Τον τελευταίον καιρόν  αυτός έχει γίνει πηγή αναρχισμού και μηδενισμού εις τον Ορθόδοξον κόσμον. Οι Αγιορείται δικαίως τον ονομάζουν αιρετικόν και αποστάτην εις τας επιστολάς των, τας απευθυνομένας προς αυτόν ανοικτώς διά του τύπου…».[10]
 Επίσης ο μεγάλος χαρισματούχος Γέροντας Παΐσιος, του οποίου η αγιότης μαρτυρείται από όλους πανορθοδόξως, σύγχρονος του κοιμηθέντος Πατριάρχου, παρακολουθούσε με πολύ πόνο τα επικίνδυνα οικουμενιστικά ανοίγματά του, την ακατάσχετη κοσμικού τύπου αγαπολογία του, ιδίως δε την παράτολμη και παράνομη από νομοκανονικής απόψεως ενέργειά του να επιχειρήση μονομερώς και χωρίς την σύμφωνη γνώμη των άλλων Πατριαρχείων και Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, άρση των αναθεμάτων, πράγμα που προκάλεσε μεγάλο σάλο και σκάνδαλο μέσα στην Εκκλησία. Σκέφθηκε λοιπόν να στείλει μιά επιστολή στις 23 Ιανουαρίου 1969, στον π. Χαράλαμπο Βασιλόπουλο, ιδρυτή της Π.Ο.Ε. και της μαχητικής εφημερίδος «Ορθόδοξος Τύπος», που αφορούσε τον κ. Αθηναγόρα. Σ’ αυτή μεταξύ άλλων γράφει τα εξής: «…Φαντάζομαι ότι θα με καταλάβουν όλοι, ότι τα γραφόμενά μου δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ένας βαθύς μου πόνος διά την γραμμήν και κοσμικήν αγάπην δυστυχώς του πατέρα μας κ. Αθηναγόρα. Όπως φαίνεται αγάπησε μίαν άλλην γυναίκα μοντέρνα, που λέγεται Παπική Εκκλησία, διότι η Ορθόδοξος μητέρα μας δεν του κάμνει καμίαν εντύπωση, επειδή είναι πολύ σεμνή…Το αποτέλεσμα ήταν, να αναπαύση μεν όλα τα κοσμικά παιδιά, που αγαπούν τον κόσμο, να κατασκανδαλίση όμως όλους εμάς, τα πιστά τέκνα της Ορθοδοξίας, μικρά και μεγάλα, που έχουν φόβο Θεού». [11]
 Κατά παρόμοιο τρόπο αποδοκιμάζεται ο πρώην Πατριάρχης και από μιά άλλη μεγάλη εκκλησιαστική φυσιογνωμία των ημερών εκείνων, από τον αρχ. π. Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο. Σε επιστολή του προς αυτόν γράφει μεταξύ άλλων τα εξής: «Παναγιώτατε: Προυχωρήσατε ήδη πολύ. Οι πόδες Υμών ψαύουσι πλέον τα ρείθρα του Ρουβίκωνος. Η υπομονή χιλιάδων ευσεβών ψυχών, Κληρικών καί λαϊκών, συνεχώς εξαντλείται. Διά την αγάπην του Κυρίου, οπισθοχωρήσατε! Μη θέλετε να δημιουργήσητε εν τη Εκκλησία σχίσματα και διαιρέσεις. Πειράσθε να ενώσητε τα διεστώτα και το μόνον όπερ θα κατορθώσητε, θα είναι να διασπάσητε τα ηνωμένα και να δημιουργήσητε ρήγματα εις εδάφη έως σήμερον στερεά και συμπαγή. Σύνετε καί συνέλθετε!...».[12]
 Κακόδοξες και βλάσφημες δηλώσεις του.
Θα κλείσουμε τον μικρό αυτό σχολιασμό μας με ορισμένες ακόμη κακόδοξες και βλάσφημες δηλώσεις του, τις οποίες διετύπωσε δημοσίως σε λόγους, ομιλίες, ή συνεντεύξεις  του κατά την διάρκεια της Πατριαρχείας του: «Απατώμεθα και αμαρτάνωμεν (έλεγε), εάν νομίζομεν, ότι η Ορθόδοξος πίστις κατήλθεν εξ’ ουρανού και ότι τα άλλα δόγματα είναι ανάξια. Τριακόσια εκατομμύρια ανθρώπων εξέλεξαν τον Μουσουλμανισμόν διά να φθάσουν εις τον Θεόν των και άλλαι εκατοντάδες εκατομμυρίων είναι Διαμαρτυρόμενοι, Καθολικοί, Βουδισταί. Σκοπός κάθε θρησκείας είναι να βελτιώσει τον άνθρωπον».[13] «Εις την κίνησιν προς την ένωσιν, δεν πρόκειται η μία Εκκλησία να βαδίσει προς την άλλην, αλλ’ όλαι ομού να επανιδρύσωμεν την Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν, και Αποστολικήν Εκκλησίαν, εν συνυπάρξει εις την Ανατολήν και την Δύσιν, όπως εζώμεν μέχρι του 1054, παρά και τας τότε υφισταμένας θεολογικάς διαφοράς».[14] «Ο αιών του δόγματος παρήλθε».[15] «Καλούμεθα ν’ απαλλαγώμεν του πλέγματος της πολεμικής και της αντιρρήσεως εν τη Θεολογία και να εφοδιάσωμεν αυτήν διά του πνεύματος της ζητήσεως και της διατυπώσεως της αληθείας εν τη αγάπη και τη υπομονή. Ο Χριστιανισμός έχει ανάγκη σήμερον μιάς Θεολογίας της καταλλαγής».[16] 
 Τα παρά πάνω ελάχιστα στοιχεία, τα οποία παραθέσαμε είναι ικανά, πιστεύουμε, να μας δώσουν μια εικόνα περί του ποιός ήταν ο κ. Αθηναγόρας, τον οποίον θα σπεύσουν να εγκωμιάσουν και να εξυψώσουν μέχρι τρίτου ουρανού εντός των προσεχών ημερών οι ομόφρονές του οικουμενιστές. Στο δε ερώτημα που θέσαμε ως τίτλο του άρθρου μας, καλούμεθα όλοι μας (ο κλήρος και ο πιστός λαός του Θεού) να απαντήσωμε. Είμαστε αποφασισμένοι να βαδίσουμε στα χνάρια των αγίων Πατέρων μας, ή στα χνάρια του κ. Αθηναγόρα; Ο καθένας ας αναλάβει τις ευθύνες του. 
 
 
[1] Περιοδ. «Εκκλησία», 15 Αυγούστου 1972, σελ. 451.
[2] Περιοδ. «Επίσκεψις», 12 Ιουλίου 1975, σελ. 3.
[3] Περιοδ. «Εκκλησία», 15 Αυγούστου 1972, σελ.408-409.
[4] PG. 60, 611
[5] Αρχ. Ιωάσαφ Μακρή, Ιεράς Μονής Μεγάλου Μετεώρου, Ιστορική αναδρομή της προσεγγίσεως Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών κατά τον 20 ο αιώνα, εν: «Εν Συνειδήσει», Οικουμενισμός Ιστορική και κριτική προσέγγιση, Εκδ. Ιεράς Μονής Μεγ. Μετεώρου, Ιούνιος 2009, σελ. 55. Βλ. και δήλωση του αρχ. Αθηνών Χρυσοστόμου στον «Ορθόδοξο Τύπο», Νοέμβριος 1965.
[6] Αρχ. Μάρκου Μανώλη, Αιρετικός ο Αθηναγόρας, Εφ. «Ορθόδοξος Τύπος», 30 Μαρτίου 2012, σελ. 1,7. Βλ. και άρθρο της εφ. «Εκκλησιαστικός αγών», αδελφότητος «Ο Σταυρός», Μάϊος 1970, φ. 48, σελ. 3,4, με τίτλο «Ομιλεί ο Αθηναγόρας. Αι κατά καιρούς δηλώσεις. Τα μηνύματα και αι ενέργειαι αυτού»
[7] Ευθυμίου Τρικαμηνά, Η διαχρονική συμφωνία των Αγίων Πατέρων για το υποχρεωτικό του του 15ου Κανόνος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου περί διακοπής μνημονεύσεως Επισκόπου κηρύσσοντος επ’ Εκκλησίας αίρεσιν,  Εκδ. Degiorgio, Τρίκαλα 2012, σελ. 263.
[8] Πρωτ. Γεωρ. Μεταλληνού, Ομότιμου Καθ. Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, Οι διάλογοι χωρίς προσωπείο,Διαδικτυακός τόπος Ορθόδοξος Λόγος, www.orthodox.net.gr, σελ. 2-3.
[9] Mansi 31A, 885DE. Bλ. και «Πρακτικά της αγίας και Οικουμενικής εν Φλωρεντία Συνόδου», εκδ. Gill, Pontificum Institutum Orientalium, Studiorum, Roma 1953, Vol. V, fasc. II, σελ. 400 (25-53).
  Μ. Εφέσου, Επιστολή τοις απανταχού της γης(…) Χριστιανοίς, CFDS, Ser. A΄, Τομ.Χ, fasc II, σελ.144(29-33).
[10] Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς, «Περί την μελετωμένην ‘ΜεγάληνΣύνοδον’ της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Υπόμνημα προς την Σύνοδον της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας», Αθήναι 1977, σελ. 14-17.
[11] Απόσπασμα επιστολής, που στάλθηκε στις 23 Ιανουαρίου 1969 στον αρχ. π. Χαράλαμπο Βασιλόπουλο και δημοσιεύθηκε στον «Ορθόδοξο Τύπο».
[12] Αρχ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου, Άρθρα-Μελέται, Επιστολαί, τ. Α΄, Αθήναι 1981, σσ. 152-153.
[13] Βλ. «Ορθόδοξος Τύπος», φ. 94, Δεκέμβριος 1968.
[14] Εκ του μηνύματός του επί της εορτή των Χριστουγέννων του 1967, ίδ. «Από την πορείαν της αγάπης», σελ. 87.
[15] Βλ. εφ. «Ακρόπολις», 29 Ιουνίου 1963.
[16] Εξ’ ομιλίας του εις την Θεολογική Σχολήν Βελιγραδίου την 12η  Ιουλίου 1967, Βλ. «Έθνος», 13 Οκτωβρίου 1967.

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον      www.egolpion.com 


Read more: http://www.egolpion.com/xnaria_athinagora.el.aspx#ixzz336NBTJLs

Παρασκευή 16 Μαΐου 2014

Η ΕΥΧΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΕΧΕΙ ΜΕΓΑΛΗ ΔΥΝΑΜΗ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ




Ο άνθρωπος έχει τέτοιες δυνάμεις, ώστε να μπορεί να μεταδώσει το καλό ή το κακό στο περιβάλλον του. Αυτά τα θέματα είναι πολύ λεπτά. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Πρέπει να βλέπομε το καθετί με αγαθό τρόπο. Τίποτα το κακό να μη σκεπτόμαστε για τους άλλους. Κι ένα βλέμμα κι ένας στεναγμός επιδρά στους συνανθρώπους μας. Και η ελάχιστη αγανάκτηση κάνει κακό. Να έχομε μέσα στην ψυχή μας αγαθότητα κι αγάπη· αυτά να μεταδίδομε.
Να προσέχομε να μην αγανακτούμε για τους ανθρώπους που μας βλάπτουν· μόνο να προσευχόμαστε γι’ αυτούς με αγάπη. Ό,τι κι αν κάνει ο συνάνθρωπος μας, ποτέ να μη σκεπτόμαστε κακό γι’ αυτόν. Πάντοτε να ευχόμαστε αγαπητικά. Πάντοτε να σκεπτόμαστε το καλό.
Δεν πρέπει ποτέ να σκεπτόμαστε για τον άλλο ότι θα του δώσει ο Θεός κάποιο κακό ή ότι θα τον τιμωρήσει για το αμάρτημά του. Αυτός ο λογισμός φέρνει πολύ μεγάλο κακό, χωρίς εμείς να το αντιλαμβανόμαστε.
Πολλές φορές αγανακτούμε και λέμε στον άλλο: «Δεν φοβάσαι τη δικαιοσύνη του Θεού, δεν φοβάσαι μη σε τιμωρήσει;». Άλλη φορά πάλι λέμε: «Ο Θεός δεν μπορεί θα σε τιμωρήσει γι’ αυτό που έκανες» ή «Θεέ μου, μην κάνεις κακό σ’ αυτόν τον άνθρωπο γι’ αυτό που μου έκανε» ή «Να μην πάθει αυτό το πράγμα ο τάδε».
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, έχομε βαθιά μέσα μας την επιθυμία να τιμωρηθεί ο άλλος. Αντί, όμως να ομολογήσομε το θυμό μας για το σφάλμα του, παρουσιάζομε με άλλον τρόπο την αγανάκτησή μας και, δήθεν, παρακαλούμε τον Θεό γι’ αυτόν. Έτσι, όμως, στην πραγματικότητα καταριόμαστε τον αδελφό.
Κι αν, αντί να προσευχόμαστε, λέμε, «να το βρεις απ’ τον Θεό, να σε πληρώσει ο Θεός για το κακό που μου έκανες», και τότε πάλι ευχόμαστε να τον τιμωρήσει ο Θεός. Ακόμη και όταν λέμε, «ας είναι βλέπει ο Θεός», η διάθεση της ψυχής μας ενεργεί κατά ένα μυστηριώδη τρόπο, επηρεάζει την ψυχή του συνανθρώπου μας και αυτός παθαίνει κακό.
Όταν κακομελετάμε, κάποια κακή δύναμη βγαίνει από μέσα μας και μεταδίδεται στον άλλο, όπως μεταφέρεται η φωνή με τα ηχητικά κύματα, και όντως ο άλλος παθαίνει κακό. Γίνεται κάτι σαν βασκανία, όταν ο άνθρωπος έχει για τους άλλους κακούς λογισμούς. Αυτό γίνεται απ’ τη δική μας αγανάκτηση. Εμείς μεταδίδομε μυστικώ τω τρόπω την κακία μας. Δεν προκαλεί ο Θεός το κακό αλλά η κακία των ανθρώπων. Δεν τιμωρεί ο Θεός, αλλά η δική μας κακή διάθεση μεταδίδεται στην ψυχή του άλλου μυστηριωδώς και κάνει το κακό. Ο Χριστός ποτέ δεν θέλει το κακό. Αντίθετα παραγγέλλει: «Ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς …».
Η βασκανία είναι πολύ άσχημο πράγμα. Είναι η κακή επίδραση που γίνεται όταν κανείς ζηλέψει κι ορεχθεί κάτι ή κάποιον. Θέλει μεγάλη προσοχή. Η ζήλια κάνει πολύ κακό στον άλλο. Αυτός που βασκαίνει δεν το βάζει καν στο νου του ότι κάνει κακό. Είδατε τι λέει και η Παλαιά Διαθήκη: «Βασκανία γαρ φαυλότητας αμαυροί τα καλά».
Όταν όμως ο άλλος είναι άνθρωπος του Θεού και εξομολογείται και μεταλαμβάνει και έχει πάνω του τον Σταυρό, δεν τον πιάνει τίποτα. Όλοι οι δαίμονες να πέσουν πάνω του δεν καταφέρνουν τίποτα.
Μέσα μας υπάρχει ένα μέρος της ψυχής που λέγεται «ηθικολόγος». Αυτός ο «ηθικολόγος» όταν βλέπει κάποιον να παρεκτρέπεται, επαναστατεί, ενώ πολλές φορές αυτός που κρίνει έχει κάνει την ίδια παρεκτροπή. Δεν τα βάζει όμως με τον εαυτό του αλλά με τον άλλο. Κι αυτό δεν το θέλει ο Θεός. … Λέμε παραδείγματος χάριν: «Έπρεπε να κάνεις αυτό· δεν το έκανες, να τι έπαθες!». Στην πραγματικότητα, επιθυμούμε να πάθει ο άλλος κακό. Όταν σκεπτόμαστε το κακό, τότε μπορεί πράγματι να συμβεί.
Κατά ένα μυστηριώδη και αφανή τρόπο μειώνομε στον άλλο τη δύναμη να πάει στο αγαθό, του κάνομε κακό. Μπορεί να γίνομε αιτία ν’ αρρωστήσει, να χάσει τη δουλειά του, την περιουσία του κ.λπ. Μ’ αυτό τον τρόπο δεν κάνομε κακό μόνο στον πλησίον μας αλλά και στον εαυτό μας, γιατί απομακρυνόμαστε απ’ την χάρι του Θεού. Και τότε προσευχόμεθα και δεν εισακουόμεθα. «Αιτούμεν και ου λαμβάνομεν». Γιατί; Το σκεφθήκαμε ποτέ αυτό; «Διότι κακώς αιτούμεθα». Πρέπει να βρούμε τρόπο να θεραπεύσομε την τάση που υπάρχει μέσα μας να αισθανόμαστε και να σκεπτόμαστε με κακία για τον άλλο.
Είναι δυνατόν να πει κάποιος, «έτσι που φέρεται ο τάδε θα τιμωρηθεί απ’ τον Θεό», και να νομίζει ότι το λέει χωρίς κακία. Είναι, όμως, πολύ λεπτό πράγμα να διακρίνει κανείς αν έχει ή δεν έχει κακία. Δεν φαίνεται καθαρά. Είναι πολύ μυστικό πράγμα τι κρύβει η ψυχή μας και πώς αυτό μπορεί να επιδράσει σε πρόσωπα και πράγματα.
Δεν συμβαίνει το ίδιο αν πούμε μετά φόβου ότι ο άλλος δεν ζει καλά και να προσευχόμαστε να τον βοηθήσει ο Θεός και να του δώσει μετάνοια· δηλαδή ούτε λέμε, ούτε κατά βάθος επιθυμούμε να τον τιμωρήσει ο Θεός γι’ αυτό που κάνει.
Τότε όχι μόνο δεν κάνομε στον πλησίον κακό, αλλά του κάνομε και καλό. Όταν εύχεται κανείς για τον πλησίον του, μια καλή δύναμη βγαίνει απ’ αυτόν και πηγαίνει στον αδελφό και τον θεραπεύει και τον δυναμώνει και τον ζωογονεί. Μυστήριο πως φεύγει από μας αυτή η δύναμη. Όμως πράγματι αυτός που έχει μέσα του το καλό στέλνει την καλή αυτή δύναμη στους άλλους μυστικά και απαλά. Στέλνει στον πλησίον του φως, που δημιουργεί έναν κύκλο προστασίας γύρω του και τον προφυλάσσει απ’ το κακό. Όταν έχομε για τον άλλο αγαθή διάθεση και προσευχόμαστε, θεραπεύομε τον αδελφό και τον βοηθάμε να πάει προς τον Θεό.
Υπάρχει μία ζωή αόρατη, η ζωή της ψυχής. Αυτή είναι πολύ ισχυρή και μπορεί να επιδράσει στον άλλον, έστω κι αν μας χωρίζουν χιλιόμετρα. Αυτό γίνεται και με την κατάρα, η οποία είναι δύναμη που ενεργεί το κακό. Αν, όμως, πάλι με αγάπη προσευχηθούμε για κάποιον, όση απόσταση κι αν μας χωρίζει, μεταδίδεται το καλό. Άρα και το καλό και το κακό δεν τα επηρεάζουν οι αποστάσεις. Μπορούμε να τα στείλομε σε αποστάσεις απέραντες.
… Ο θρούς της ψυχής μας φθάνει μυστηριωδώς κι επηρεάζει τον άλλον, έστω κι αν δεν εκφράσομε ούτε μια λέξη. Και χωρίς να μιλήσομε, μπορεί να μεταδώσομε το καλό ή το κακό, όση κι αν είναι η απόσταση που μας χωρίζει απ’ τον πλησίον. Αυτό που δεν εκφράζεται έχει συνήθως περισσότερη δύναμη απ’ τα λόγια.
Η κακή δύναμη δεν έχει φραγμούς, δεν εμποδίζεται ούτε από κλειδαριές ούτε από αποστάσεις. Η κακή δύναμη μπορεί και το αυτοκίνητο αν το γκρεμίσει χωρίς να υπάρχει καμιά βλάβη.
Καταλάβατε, λοιπόν πώς οι κακές μας σκέψεις, η κακή μας διάθεση επηρεάζουν τους άλλους; Γι’ αυτό πρέπει να βρούμε και τον τρόπο να καθαρίσομε το βάθος του εαυτού μας από κάθε κακία. Όταν η ψυχή μας είναι αγιασμένη, ακτινοβολεί το καλό. Στέλνομε τότε σιωπηλά την αγάπη μας χωρίς να λέμε λόγια.
Βέβαια αυτό στην αρχή είναι λίγο δύσκολο.
Πρώτα ήταν ανίκανος να κάνει το καλό, (ο απόστολος Παύλος) μετά που ήλθε ο Χριστός μέσα του έγινε ανίκανος να κάνει το κακό. Και φώναζε μάλιστα: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Το έλεγε, το κήρυττε με καύχηση, ότι «έχω τον Χριστό μέσα μου», ενώ πρωτύτερα έλεγε: «Ήθελα να κάνω το καλό, αλλά δεν μπορούσα».
Έτσι θ’ αποσπάσομε την χάρι του Θεού, θα καταστούμε ένθεοι. Άμα δοθούμε κατά κει, άμα δοθούμε στην αγάπη του Χριστού, τότε όλα θα μεταβληθούν, όλα θα μεταστοιχειωθούν, όλα θα μεταποιηθούν, όλα θα μετουσιωθούν. Ο θυμός η οργή, η ζήλεια, ο φθόνος, η αγανάκτηση, η κατάκριση, η αχαριστία, η μελαγχολία, η κατάθλιψη, όλα θα γίνουν αγάπη, χαρά, λαχτάρα, θείος έρως. Παράδεισος!
ΑΓΙΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ

Πέμπτη 15 Μαΐου 2014

Γέροντα, γιατί πρέπει να ζητάμε από τον Θεό να μας βοηθάη, αφού ξέρει τις ανάγκες μας;

 
.Γέροντα, γιατί πρέπει να ζητάμε από τον Θεό να μας βοηθάη, αφού ξέρει τις ανάγκες μας;

- Γιατί υπάρχει ελευθερία. Και μάλιστα, όταν πονάμε για τον πλησίον μας και τον παρακαλούμε να τον βοηθήση, πολύ συγκινείται ο Θεός, γιατί τότε επεμβαίνει, χωρίς να παραβιάζεται το αυτεξούσιο. Ο Θεός έχει όλη την καλή διάθεση να βοηθήση τους ανθρώπους που υποφέρουν.

Για να τους βοηθήση όμως, πρέπει κάποιος να Τον παρακαλέση.


Γιατί, αν βοηθήση κάποιον ,χωρίς κανείς να Τον παρακαλέση, τότε ο διάβολος θα διαμαρτυρηθεί και θα πη: « Γιατί τον βοηθάς και παραβιάζεις το αυτεξούσιο; Αφού είναι αμαρτωλός, ανήκει σε εμένα » .

Εδώ βλέπει κανείς και την μεγάλη πνευματική αρχοντιά του Θεού, που ούτε στον διάβολο δίνει το δικαίωμα να διαμαρτυρηθεί.

Για αυτό θέλει να Τον παρακαλούμε, για να επεμβαίνη - και θέλει ο Θεός να επεμβαίνη αμέσως, αν είναι για το καλό μας - , και να βοηθάη τα πλάσματά Του ανάλογα με τις ανάγκες τους.

Για τον κάθε άνθρωπο ενεργεί ξεχωριστά, όπως συμφέρει στον καθέναν καλύτερα.

Ο Θεός λοιπόν αλλά και οι Άγιοι για να βοηθήσουν ,πρέπει ο ίδιος ο άνθρωπος να το θέλη και να το ζητά ,αλλιώς δεν επεμβαίνουν. Ο Χριστός ρώτησε τον παράλυτο: « Θέλεις υγιής γενέσθαι; » . Αν δεν θέλη ο άνθρωπος ,το σέβεται ο Θεός. Αν κάποιος δεν θέλη να πάη στον παράδεισο, ο Θεός δεν τον παίρνει. Εκτός αν ήταν αδικημένος και είχε άγνοια, οπότε δικαιούται την θεία βοήθεια. Διαφορετικά , δεν θέλει να επέμβη ο Θεός. Ζητά κανείς βοήθεια ,και ο Θεός και οι Άγιοι την δίνουν. Μέχρι να ανοιγοκλείσης τα μάτια σου ,έχουν κιόλας βοηθήσει. Μερικές φορές δεν προλαβαίνεις ούτε να τα ανοιγοκλείσης . Τόσο γρήγορα βρίσκεται ο Θεός δίπλα σου.

« Αιτείτε και δοθήσεται » , λέει η Γραφή. Αν δεν ζητάμε βοήθεια από τον Θεό , θα σπάζουμε τα μούτρα μας. Ενώ, όταν ζητάμε την θεία βοήθεια , ο Χριστός μας δένει με ένα σχοινάκι και μας συγκρατεί. Φυσάει ο αέρας από εδώ-εκεί ,αλλά, επειδή είμαστε δεμένοι, δεν κινδυνεύουμε. Όταν όμως ο άνθρωπος δεν καταλαβαίνει ότι ο Χριστός είναι που τον κρατάει, λύνεται πλέον από το σχοινάκι και τον χτυπούν οι άνεμοι από δω κι από κει και ταλαιπωρείται.

Να ξέρετε, μόνον τα πάθη και οι αμαρτίες είναι δικές μας . Ό,τι καλό κάνουμε είναι από τον Θεό, ό,τι ανοησίες κάνουμε είναι δικές μας. Λίγο η Χάρις του Θεού να μας αφήση, τίποτε δεν μπορούμε να κάνουμε. Όπως στην φυσική ζωή , λίγο το οξυγόνο να μας πάρη ο Θεός ,αμέσως θα πεθάνουμε, έτσι και στην πνευματική ζωή , λίγο αν μας αφαιρέση την θεία Χάρη, πάει, χαθήκαμε. Μια φορά ένιωθα στην προσευχή μια αγαλίαση. Ώρες στεκόμουν όρθιος και δεν ένιωθα καθόλου κούραση . Όσο προσευχόμουν, ένιωθα μια γλυκιά ξεκούραση ,κάτι που δεν μπορώ να το εκφράσω. Ύστερα μου πέρασε ένας λογισμός ανθρώπινος : Επειδή μου λείπουν δυο πλευρά και εύκολα κρυώνω, σκέφθηκα, για να μην χάσω αυτήν την κατάσταση και να προχωρήσω όσο πάει, να πάρω ένα σάλι, να τυλιχθώ, μήπως αργότερα κρυώσω. Μόλις δέχθηκα αυτόν τον λογισμό, αμέσως σωριάστηκα κάτω. Έμεινα πεσμένος κάτω μισή ώρα περίπου και μετά μπόρεσα να σηκωθώ να πάω στο κελλί να ξαπλώσω. Προηγουμένως ,όσο προχωρούσα στην προσευχή ,ένιωθα σαν ένα πούπουλο , ένα ελάφρωμα ,μια αγαλίαση, που δεν εκφράζεται. Μόλις όμως δέχθηκα αυτόν τον λογισμό, σωριάσθηκα κάτω. Αν έφερνα έναν υπερήφανο λογισμό και έλεγα λ.χ. « ζήτημα είναι ,αν υπάρχουν δύο-τρεις σε τέτοια κατάσταση » , τότε είναι που θα πάθαινα ζημιά. Σκέφθηκα ανθρώπινα ,όπως σκέφτεται ο κουτσός να πάρη τα δεκανίκια του , όχι δαιμονικά. Ήταν ένας φυσικός λογισμός , αλλά και πάλι είδες τι έπαθα.

Το μόνο που έχει ο άνθρωπος είναι μια διάθεση και ανάλογα με αυτήν τον βοηθάει ο Θεός. Για αυτό λέω, όσα αγαθά έχουμε είναι δώρα του Θεού. Τα έργα μας είναι μηδέν και οι αρετές μας είναι μια συνέχεια από μηδενικά. Εμείς θα προσπαθούμε να προσθέτουμε συνέχεια μηδενικά και να παρακαλούμε τον Χριστό να βάλη την μονάδα στην αρχή, για να γίνουμε πλούσιοι. Εάν δεν βάλη τη μονάδα ο Χριστός στην αρχή, χαμένος ο κόπος.

Πηγή: βιβλίο "ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ", ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Β΄)

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

ο ανθρωπος του χριστου


Ο άνθρωπος του Χριστού και τη δυσκολία και τη θλίψη όλα τα κάνει προσευχή




chutes_006_jpg.jpg

Ο άνθρωπος του Χριστού όλα τα κάνει προσευχή.
Και τη δυσκολία και τη θλίψη, τις κάνει προσευχή. Ό,τι και να του τύχει αμέσως αρχίζει: «Κύριε Ιησού Χριστέ ...».
Η προσευχή ωφελεί σε όλα, και στα πιο απλά. Για παράδειγμα, πάσχεις από αυπνία. να μη ακέπτεσαι τον ύπνο.
Να σηκώνεσαι, να βγαίνεις έξω και να έρχεσαι πάλι μέσα στο δωμάτιο, να πέφτεις στο κρεβάτι σαν για πρώτη φορά, χωρίς να σκέπτεσαι αν θα κοιμηθείς ή όχι.
Να συγκεντρώνεσαι, να λες τη δοξολογία και μετά τρεις φορές το «Κύριε Ιησού Χριστέ ...;» κι έτσι θα έρχεται ο ύπνος.
¨Όλα είναι μέσα μας, και τα ένστικτα και τα πάντα, και ζητούν ικανοποίηση. Αν δεν τα ικανοποιήσομε, κάποτε θα εκδικηθούν, εκτός και τα διοχετεύσομε αλλού, στο ανώτερο, στον Θεό.

Άγιος Πορφύριος

Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

ΑΓΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ."Ο Θεός αγαπάει τον άνθρωπο, γιατί είναι αδελφός του Χριστού, και τον βλέπει ως ίσο με Αυτόν. Πρώτον είναι δούλος του Θεού, έπειτα παιδί Του και, τέλος, αδελφός Του".

ΑΓΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ."Ο Θεός αγαπάει τον άνθρωπο, γιατί είναι αδελφός του Χριστού, και τον βλέπει ως ίσο με Αυτόν. Πρώτον είναι δούλος του Θεού, έπειτα παιδί Του και, τέλος, αδελφός Του".




Θα σας αναφέρω και κάτι ακόμη: Ένα χρόνο περίπου αργότερα, ο Γέροντας είχε τοποθετήσει δίπλα στα πόδια του Εσταυρωμένου τη φωτογραφία ενός λιονταριού. Τον ρώτησα τι σήμαινε αυτό. Τότε ο π. Γαβριήλ σηκώθηκε και κάνοντας το σταυρό του είπε:

— Ο σωστός άνθρωπος μπροστά στον Χριστό στέκεται ατρόμητος σαν το λιοντάρι. Δεν φοβάται τον Θεό, αφού ξέρει ότι είναι δίκαιος. Ο Θεός αγαπάει τον άνθρωπο, γιατί είναι αδελφός του Χριστού, και τον βλέπει ως ίσο με Αυτόν. Πρώτον είναι δούλος του Θεού, έπειτα παιδί Του και, τέλος, αδελφός Του».



«Μια Κυριακή πήγα στον π. Γαβριήλ. Ήταν λίγο άρρωστος. Ήρθαν οι μοναχές και του είπαν πως έφεραν τα υφάσματα για να ράψουν τα ράσα τους. Ζήτησαν τις συμβουλές του. Ο Γέροντας γύρισε προς το μέρος μου και μου είπε:
— Εσύ πότε θα ράψεις το δικό σου ράσο, αδελφή; Μείνε στο μοναστήρι.

Ξαφνιάστηκα!

Του είπα ότι δεν μπορώ να μείνω. Η καρδιά μου όμως σκίρτησε και σκέφτηκα πως αν ο Θεός ήθελε να μείνω στο μοναστήρι, θα μου το έδειχνε με κάποιο θαύμα για να μου δυναμώσει την πίστη. Αμέσως στενοχωρήθηκα γι' αυτή μου τη σκέψη και ζήτησα συγχώρεση, καθώς ο Κύριος λέγει "ουκ έκπειράσεις Κύριον τον Θεόν σου".

Πήρα την ευλογία του Γέροντα κι έφυγα. Στο δρόμο κοίταζα το μοναστήρι του Σταυρού και είδα ένα ολοφάνερο θαύμα. Το μοναστήρι ήταν τυλιγμένο στις φλόγες και ο καπνός έφθανε στα ουράνια. Όμως, ο ναός του ήταν σαν να ανάπνεε.

Με πλημμύρισε ευωδιά και αισθανόμουν μεγάλη γαλήνη. Θεέ μου! Έγινε τάχα τέτοιο θαύμα; Αισθάνθηκα σαν να βιώνω τη μακαριότητα της Θείας Λειτουργίας. Τι ευτυχία είναι που υπάρχει η Θεία Λειτουργία! Αν δεν υπήρχε, τότε θα έπαυε να υπάρχει και κόσμος. Μαζί μου ήταν και κάποιος άλλος συνοδοιπόρος, αλλά δεν έβλεπε τίποτα.

Ήθελα να του μιλήσω για το καταπληκτικό θέαμα που αντίκριζα εκείνη την ώρα, αλλά δεν μπορούσα να μιλήσω καν από την ευδαιμονία που ένιωθα! Μήπως όμως ήμουν σε πλάνη; Μήπως με περιέπαιζε ο Πονηρός;
Επέστρεψα πάλι στον π. Γαβριήλ για να μου τα εξηγήσει όλα. Μπαίνοντας στο κελί του κι ενώ ήμουν έτοιμη να του περιγράψω ότι βίωσα, εκείνος με σταμάτησε. Έβαλε το δάχτυλο στο στόμα και μου είπε χαμηλόφωνα:

— Σιωπή! Ο Πονηρός εδώ δεν έχει καμία θέση. Αλλά άσκοπα μη λες το όνομα του Κυρίου. Αδελφή, εμείς πρέπει να μάθουμε να σωπαίνουμε. Κάθισε εδώ, μη μιλάς κι αν θέλεις κάτι να πεις, πάρε χαρτί και μολύβι, γράψ' το και δώσ' το μου να το διαβάσω. Όμως εσύ "ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω".
Κάθισα μια δυο ώρες.

Πόσες φορές ήθελα να μιλήσω, να πω κάτι. Αλλά ο Γέροντας με κοιτούσε αυστηρά και με αποθάρρυνε. Ύστερα μου έγραψε σε ένα χαρτί: "Ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω".


Έτσι πέρασαν τέσσερις ώρες. Στο κελί ακουγόταν μόνο ο ήχος του ρολογιού. Σ' αυτές τις τέσσερις ώρες πέρασε από το νου μου όλη μου η ζωή! Ξαναθυμήθηκα όλες τις αμαρτίες μου, κι αυτές ακόμη που είχα ξεχάσει εντελώς. Ένιωθα απερίγραπτη κατάνυξη και μετάνοια. Από τότε ηχεί στην καρδιά μου ο δυνατός λόγος:

"Ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω», και προσπαθώ να βάζω στη γλώσσα μου χαλινάρι».

_________________
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με !

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΕ ΠΙΣΤΗ


         
  • Από  Antony Bloom
Προσευχή με πίστη!
                                              
Προσευχή με πίστη!
Αν ο Χριστός εγκαταλείπεται, αυτό συμβαίνει γιατί ο Θεός έχει σχεδιάσει να βρει κάτι καλύτερο για μας -θυσιάζοντας τη ζωή του Υιού Του.
 Με αυτό και με τα παραδείγματα άλλων προσευχών στο Ευαγγέλιο βλέπουμε πως η προσευχή μένει άκαρπη χωρίς τη στήριξη της πίστης. Θυμόσαστε το χωρίο όπου ο Χριστός δεν μπορούσε να κάνει θαύματα στη Ναζαρέτ εξαιτίας της απιστίας των κατοίκων; Μόλις έρθει η πίστη, τότε εμφανίζονται και οι συνθήκες για ένα θαύμα, που είναι η Βασιλεία του Θεού σε όλη της τη δύναμη. Και χωρίς άλλη παρέμβαση, απλώς μια και είναι ο Κύριος του Βασιλείου Του, ο Χριστός δρα σαν Παντοκράτωρ, απαντά στις προσευχές μας, μας βοηθά και μας σώζει.
Όταν η πίστη μας έχει αγκιστρωθεί γερά σε Αυτόν, γινόμαστε ικανοί να μοιραστούμε τη φροντίδα Του για τον κόσμο -μοιραζόμαστε τη μοναξιά Του εμπρός στη σιωπή του Θεού-Πατέρα. Πρέπει να το καταλάβουμε ότι η σιωπή του Θεού ή είναι μια πρόκληση σε δυνάμεις που υπνώττουν μέσα μας, ή πάλι τις έχει μετρήσει καλά αυτές τις δυνάμεις και μας προσφέρει ένα μερίδιο του λυτρωτικού έργου του Χριστού.

Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Δύο ιερείς που σταυρώθηκαν από τους κομμουνιστές!(1)Ιερομάρτυς Κωνσταντίνος Ποντγκόρσκυ(με άφθαρτο λείψανο)2.ιερέας Γεώργιος Σκρέκας

Δύο ιερείς που σταυρώθηκαν από τους κομμουνιστές!(1)Ιερομάρτυς Κωνσταντίνος Ποντγκόρσκυ(με άφθαρτο λείψανο)2.ιερέας Γεώργιος Σκρέκας

Το άφθαρτο λείψανο του ιερομάρτυρος Κωνσταντίνου Ποντγκόρσκυ


Ο π.Κωνσταντίνος με την οικογένειά του

Η κομβιοθήκη από τα άμφιά του και το κάρφι που τον σταύρωσαν

1)Νέος Ιερομάρτυρας Κωνσταντίνος Ποντγκόρσκυ
...Ή τελευταία σταγόνα πού ξεχείλισε το ποτήρι της υπομονής των προσώπων της νέας εξουσίας, ήταν ή λειτουργία πού έκανε ό π. Κωνσταντίνος στίς 7 Νοεμβρίου του 1918 (25 Όκτωβρίου με το Ιουλιανό Ημερολόγιο πού ίσχυε ακόμα στη Ρωσία). Την ήμερα αυτή έφτασαν στο Κιρζεμάνι οι επαναστάτες για να επιτάξουν την αγροτική παραγωγή.Ηταν οι «αντιπρόσωποι», όπως τους ονόμαζαν αργότερα στα χωριά, καί προσπαθούσαν να οργανώσουν ένα φεστιβάλ, για να τιμήσουν την πρώτη επέτειο της οκτωβριανής επανάστασης.
Το φεστιβάλ όμως για κάποιο λόγο δεν είχε την αναμενόμενη επιτυχία για τους συντελεστές του. Δεν προκάλεσε τον αναμενόμενο ενθουσιασμό στους κατοίκους του χωρίου. Οί «αντιπρόσωποι,», αφού ολοκλήρωσαν τη διαδικασία επίταξης της αγροτικής παραγωγής, άρπαξαν όλους τους καρ­πούς, δεν άφησαν τίποτα. Πήραν ακόμα καί την παραγωγή πού άνηκε σ' εκείνους πού τα παιδιά τους υπηρετούσαν στον Κόκκινο Στρατό.Οίπερισσότεροι από τους κατοίκους δεν πήγαν στο φεστιβάλ, αλλά κατευθύνθηκαν στην εκκλησία, οπού γινόταν λειτουργία για τον άγιο μεγαλομάρ­τυρα Δημήτριο της Θεσσαλονίκης. Την ίδια εκείνη μέρα στο χωριό, σύμφωνα με μια ευλαβική αρχαία παράδοση, οι άνθρωποι μοιράζονταν την παρα­γωγή τους μ' εκείνους πού είχαν φτωχό θερισμό. Καί τη μοιρασιά αυτή την έκαναν με τη θέληση τους, αβίαστα. «Ό το πολύ ουκ έπλεόνασε, καί ό το ολίγον ουκ ήλαττόνησε», μας βεβαιώνει ό απόστολος Παύλος (Β'Κορ. η'15).Την άλλη μέρα ό στρατός των προλετάριων εισέβαλε στην εκκλησία την ώρα της ακολουθίας. Οί στρατιώτες άρχισαν να σχίζουν τα ιερατικά άμφια του π. Κωνσταντίνου καί στο τέλος τον άφησαν μόνο με τα εσώρουχα του. "Ετσι μισό-γυμνο τον έσυραν έξω στο δρόμο, οπού άρχισαν να τον χτυπούν άγρια, με μανία..Ωρες ολόκληρες τον έδερναν, όπως διηγούνταν αργότερα οι ηλι­κιωμένοι κάτοικοι του χωριού στα παιδιά καί τα εγγόνια τους.Ό π. Κωνσταντίνος, πού ήταν μάλλον δυνατός άντρας, ϊσως θα μπορούσε να προβάλει κάποια αντίσταση, αν όχι για να σώσει τη ζωή του, του­λάχιστο ν' αποφύγει λίγο τα χτυπήματα. Απο­φάσισε όμως να τα υπομείνει όλα καρτερικά ως το τέλος.Μετά τον ξυλοδαρμό πέρασαν στον ιερέα του Θεοΰ χάμουρα, τα έδεσαν σ' ένα μικρό κάρο, τον έβαλαν να το σέρνει καί τον γύρισαν έτσι σ' δλο το χωριό.Οι κάτοικοι έτρεμαν από το φόβο τους. Κλειδώθηκαν στα σπίτια τους καί δεν τόλ­μησαν να βγουν στους δρόμους για να δουν το «θέαμα». Όταν ό μαρτυρικός ιερέας δεν είχε πια άλλη δύναμη για να σύρει το κάρο, του πέρασαν μια λαιμαριά καί τον ξαναγύρισαν στους δρόμους του χωρίου, χωρίς να πάψουν να τον χτυπούν με μαστίγιο ή μ' οτιδήποτε άλλο έβρισκαν μπροστά τους."Ας μη βιαστούμε να κατακρίνουμε αυτούς πού, όπως έγραφαν οι εφημερίδες, κλείστηκαν πίσω από τα παραθυρόφυλλα για να μη βλέπουν ότι βασάνιζαν τον ιερέα, αντί να τρέξουν καί να τον υπερασπιστούν. Ακριβώς δυο βδομάδες πρίν από τα γεγονότα αυτά, είχαν πάρει ένα πολύ σκλη­ρό μάθημα. Σ' ένα από τα γειτονικά χωριά οί κάτοικοι θέλησαν να σώσουν από την εκτέλεση τον ιερέα τους, τον άρπαξαν από τους άθεους πού τον βασάνιζαν καί τους έδειραν πολύ. Αυτό εξόργισε πολύ τίς αρχές, πού τους υπέβαλαν σε μια απάνθρωπη τιμωρία. Τους έστειλαν το έκτελεστικό απόσπασμα από την κοινότητα καί έκαψε το χωριό. Καί μετά από τέτοια ωμότητα κανένας πια δεν ριψοκινδύνευε να τρέξει, για να βοηθήσει, τον ιερέα.Στό σώμα του π. Κωνσταντίνου χαράχτηκαν τα σημάδια του μαρτυρίου του. Του προξένησαν ένα κάταγμα στο κρανίο, καί βρέθηκε μ' ένα νύχι σπασμένο καί βγαλμένο, καθώς καί με πολλές ουλές από το μαστίγωμα. Στό τέλος έσυραν τον εξαντλημένο ιερέα από τα μαλλιά στην πύλη της εκκλησίας καί τον σταύρωσαν πάνω στην πόρτα της εισόδου. Ό βασανισμένος ιερέας δεν μπόρεσε ν' αντέξει για πολύ το μαρτύριο του καί παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο, για τον Όποιο δέχτηκε κι ό ϊδιος μαρτυρικό σταυρικό θάνατο.Την άλλη μέρα το πρωί ό νεωκόρος κι ό φύ­λακας κατέβασαν το σώμα του π. Κωνσταντίνου, τον έντυσαν με τα ιερατικά του άμφια καί τον έβαλαν μέσα σ' ένα ξύλινο φέρετρο. Μέσα στο φέρετρο έβαλαν επίσης ένα ευαγγέλιο, καθώς καί τα καρφιά με τα όποια τον σταύρωσαν. Οι «αντι­πρόσωποι» δεν τους άφησαν να τον ενταφιάσουν στο κοιμητήριο κι έτσι τον έθαψαν έξω στο ύπαι­θρο, σ' ένα αγροτεμάχιο.Ή οργή του Θεού όμως δεν άργησε να ξεσπά­σει. Οι δυο «αντιπρόσωποι» έχασαν τη ζωή τους στο δρόμο της επιστροφής προς την πόλη, όταν έπεσαν πάνω σε πάγο μαζί με την άμαξα πού τους μετέφερε.
Στις 13 Ιουνιου 2001 μετά από πολλές προσπάθειες βρέθηκε ο τάφος του,το φέρετρο του και μέσα το άφθαρτο λείψανό του....... 
Κάτω από το φέρετρο οι κάτοικοι είχαν βάλει άχυρα, σύμφωνα με τοπική τους συ­νήθεια, πού είχαν μείνει κι αυτά ανέπαφα. "Οταν άνοιξαν το φέρετρο βρήκαν μέσα το λείψανο του ιερέα, ντυμένο στα χρυσά άμφια του πού δεν είχαν λιώσει, όπως καί το ευαγγέλιο πού κρα­τούσε στα χέρια του καθώς καί μία κομβιοδόχη άπύ τα άμφια του. Τύ ευαγγέλιο μπορούσε να το ξεφυλλίζει κανείς καί να το διαβάζει, τόσο καλοδιατηρημένο ήταν. Το ϊδιο το σώμα του μάρ­τυρα, άπ' όπου αναδυόταν ή θαυμάσια εύωδία, ήταν κι αυτό άφθαρτο καί φωτεινό, ανοιχτόχρωμο. Υπήρχαν ακόμα τα σημάδια του μαρτυρίου του.πού προξενήθηκαν από τα σκληρά κι οδυνηρά χτυπήματα πού είχε δεχτεί. Στά χέρια του φαί­νονταν ακόμα τα σημάδια από τα καρφιά με τα όποια τον σταύρωσαν. Το σώμα του διατηρούνταν τόσο καλά, ώστε ένας ιατροδικαστής πού ήταν μπροστά στην έκταφή, εκτίμησε ακόμα καί την αιτία πού προκάλεσε το θάνατο του, μετά από ογδόντα τρία χρόνια! Αιτία τελικά ήταν ή μεγάλη απώλεια αίματος. Όταν το λείψανο ανασύρθηκε στην επιφάνεια, από τα τοιχώματα του τάφου άρχισαν να ρέουν αρκετές πηγές από καθαρό νερό στο χώρο όπου πρίν βρισκόταν το φέρετρο.Από την κατάσταση του αγίου λειψάνου συ­μπεραίνουμε πώς ή εκτέλεση του πρέπει να ήταν εξαιρετικά άγρια. Οι άθεοι φαίνεται πώς τον χτύ­πησαν άσχημα στο πρόσωπο, μάλλον με την κάνη του όπλου. Τα δόντια του δεν υπήρχαν. Ενώ είναι γνωστό ότι τα δόντια παραμένουν ακέραια αρκετό χρόνο μετά το θάνατο του ανθρώπου - ούτε ή φω­τιά δεν τα κατακαίει - τα δικά του εξαφανίστη­καν. "Ενα δάχτυλο του το έσπασαν καί κρατιόταν μόνο από μια άρθρωση. Τα αριστερά πλευρά του είχαν κατάγματα. Εκεί το σώμα του είχε πολύ μεγάλο αιμάτωμα κι ήταν πολύ αλλοιωμένο, ενώ το υπόλοιπο ήταν εντελώς άφθαρτο. Ή ιατρο­δικαστική εξέταση διαπίστωσε κατάγματα στην επιγονατίδα, στα αριστερά πλευρά, στο κρανίο καί στα δάχτυλα του αριστερού χεριού του...

2)Ιερέας Γεώργιος Σκρέκας

Οταν στη χώρα μας ξέσπασε η ξενοκίνητη κομμουνιστική ανταρσία, ως βασικοί στόχοι εξολόθρευσης των άθεων φονιάδων, επιλέχθηκαν οι ιερείς.
Αρκετοί από αυτούς, αντιλαμβανόμενοι τον θανάσιμο κίνδυνο έφυγαν απο τα χωριά τους και κατέβηκαν στις πόλεις, όπου υπήρχε περισσότερη ασφάλεια. Πολλοί όμως, μή πιστεύοντας οτι κάποιος "έλληνας" θα μπορούσε να τους βλάψει, και αφού κανέναν δεν πείραζαν παρά μόνον επιτελούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, έμειναν.
Από αυτούς, εκατοντάδες δολοφονήθηκαν με φρικτό τρόπο, όπως επι Νέρωνα και Διοκλητιανού. Μάλιστα αρκετοί σταυρώθηκαν.
Ομως κανενός το μαρτύριο δεν μοιάζει τόσο με το Θείο Δράμα, όσο του ιερέα Γιώργου Σκρέκα.
Την 27η Μαρτίου 1947, ο ιερέας Γιώργος Σκρέκας, εφημέριος του χωριού Μεγάρχης Τρικάλων, πληροφορήθηκε οτι οι εαμοκομμουνιστές Μεγάρχης έκαμαν συμβούλιο στο οποίο αποφασίστηκε να τον απογυμνώσουν από κάθε περιουσιακό στοιχείο. Όντως, τη νύχτα της 27ης προς 28η Μαρτίου μετέβηκαν οι λησταντάρτες στο σπίτι του και του αφαίρεσαν τα πάντα.
Μή αρκούμενοι όμως σε αυτά, αφού άδειασαν τους στάβλους απο τα ζώα και ανάγκασαν τον πατέρα και τον θείο του ιερέα να πάνε τα ζώα στο χωριό Πρόδρομος μαζί με δύο λησταντάρτες, έκλεισαν τον ιερέα μέσα στον στάβλο και άρχισαν να τον δέρνουν άγρια, ζητώντας του κι άλλα χρήματα.
Η γυναίκα του, ακούγοντας τις φωνές και τις κραυγές του άνδρα της, έτρεξε στον Αθανάσιο Ίτσιο, κομμουνιστή απο τα σπουδαιότερα στελέχη του ΚΚΕ, καθώς και σε άλλα μέλη της "αυτοάμυνας" Μεγάρχης. Με δάκρυα τους εκλιπαρούσε να ελευθερώσουν τον σύζυγο της και να πάψουν να τον χτυπούν. Δυστυχώς, ο εν λόγω ιούδας και οι άλλοι δεν θέλησαν να ακούσουν τα παρακάλια της και δεν έκαναν τίποτα για τον συλληφθέντα.
Την ίδια νύχτα παρέλαβαν τον ιερέα Γιώργο Σκρέκα αιμόφυρτο, ημίγυμνο και ξυπόλητο και τον οδήγησαν στο χωριό Γοργογύριο. Ο μελλοθάνατος ζήτησε να δει τον εκεί ιερέα. Με δάκρυα στα μάτια είπε στον ιερέα που ήρθε να τον παρηγορήσει: "Ο Θεός γνωρίζει τί θ'απογίνω. Αν με το μαρτύριο με καλεί δίπλα Του, ας είναι ευλογημένο το όνομα Του, ας γίνει το θέλημα Του".
Κατόπιν τον παρέλαβαν έφιπποι λησταντάρτες και τον έσυραν πεζό μέχρι το χωριό Τύρνα. Δεν σταμάτησαν εκεί, αλλά τον μετέφεραν σε άθλια κατάσταση πρώτα στο Ξυλοπάροικο και μετά στο Νεραϊδοχώρι. Εκεί τον βασάνιζαν από τις 29-3, Σάββατο του Λαζάρου, μέχρι την Μ.Παρασκευή.
Γυναίκες συμμορίτισες του έλεγαν "γιατί δεν προσεύχεσαι στο Χριστό να έρθει να σε σώσει;", οι δε δήμιοι πιό ωμά "Εσύ που πιστεύεις στο Χριστό, θα σε σταυρώσουμε σαν Εκείνον την ίδια μέρα".
Αυτό που έγινε πριν 2 χιλιετηρίδες στον Γολγοθά, επαναλήφθηκε στην Πίνδο.

Μεγάλη Παρασκευή, και οι συμμορίτες έσυραν τον βασανισμένο ιερέα στον Σταυρικό θάνατο.
Τον σταύρωσαν επάνω σε ένα έλατο που είχε το σχήμα σταυρού.
Του τρύπησαν τη δεξιά πλευρά με ξιφολόγχη και άνοιξαν πληγές στο μέτωπο του με περόνια.
Οταν ξεψύχησε, έρριξαν το γυμνό σώμα του σε μια χαράδρα και το σκέπασαν με πέτρες και κλαδιά, για να κρύψουν το έγκλημά τους.
Οταν απελευθερώθηκε το Νεραϊδοχώρι από τον Ελληνικό στρατό, ο αξιωματικός Νικόλαος Χόνδρος αναζήτησε και βρήκε το λείψανο του Μάρτυρα.
Το μετέφερε στα Τρίκαλα, όπου έγινε πάνδημη κηδεία.
Το φέρετρο του συνόδευαν 60 ιερείς, ψάλλοντας "Εγώ γαρ τα στίγματα του Κυρίου εν τω σώματι μου βαστάζω".
Ο ιερέας Γεώργιος Σκρέκας, στα πλαίσια της "συμφιλίωσης" δεν ανακηρύχθηκε Αγιος από την Εκκλησία, μέχρι σήμερα.

Μακάρι από εκεί ψηλά που βρίσκεται να μας βοηθάει και να μας προστατεύει από τον Σατανά και τους οπαδούς του.

Τα παραπάνω συγκλονιστικά γεγονότα επιβεβαιώνει και ο Μακαριστός Μητροπολίτης Φλώρινας Αυγουστίνος Καντιώτης:
"῞Οταν ήμουν ἱεροκή­ρυκας —σας ομιλώ μὲ παραδείγματα που αν­τλώ από μία ἱστορία πενήντα ἐτῶν, μισού αἰῶ'ωνος—, ἔφθασα σ᾿ ἕνα χωριό των Γρεβε­νῶν. Βρίσκω τον ἱερέα θλιμμένο, πονεμένο, κλαμέ­νο. —Τί ἔχεις; —Το χωριό μου δὲν πιστεύει πια στο Χριστό. —Μην απογοητεύεσαι, λέω, ἔχε θάρρος· κάτω από τη σταχτη υπάρχει η σπίθα κρυμμένη. —Θέλεις νὰ δῇς; μοῦ λέει· ἔλα. Μὲ πάει στο νεκροταφεῖο. Ἐκεί τα παιδιάτου Μάρξ και του Λένιν, που κυριαρχούσαν τό­­τε, εἶχαν ξερριζώσει όλους τους σταυρούς από τους τάφους καὶ στὴ θέσι τους εἶχαν βά­λει σφυροδρέπανα καὶ γροθιές! Μισοῦσαν τὸ σταυρό. Καὶ μόνο σε μια περίπτωσι τὸν «θυμή­θηκαν». Ενώ η σταύρω­σις ὡς τρόπος θανα­τικῆς καταδίκης ἔχει πρὸ πολλοῦ καταργηθῆ, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας τὴν ξαναχρησιμοποίησαν· σταύρωσαν ἄνθρωπο! ῏Η­ταν ἕνας ἱερεὺς τοῦ ῾Υψίστου ευλαβής, πιστός καὶ πο­λύ­τεκνος, ὁ π. Γεώργιος Σκρέκας ἐφημέριος τοῦ χωριοῦ Μεγάρχη – Τρικάλων. Ἄθεοι καὶ άπιστοι τον άρπαξαν από την αγία τραπεζα που ἱ­ερουργούσε, τον οδήγησαν σαν άκακο αρνίο έξω απο το χωριό, κ᾿ εκεί τον σταυρωσαν πά­νω σ᾿ ἕνα δέντρο· καὶ ήταν Μεγάλη Παρασκευή, του ἔτους 1947"!
ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΕΝΑ ΦΡΙΚΤΟ,ΕΙΔΕΧΘΕΣ ΕΓΚΛΗΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΑΣΤΕΙ!
πηγή 1-Το εξαιρετικό βιβλίο του Πέτρου Μπότση/Μάρτυρες του Βορρά (Α)