Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΡΩΣΣΩΝ


Ἡ Ἐκκλησία τῶν Ρώσσων τῆς Διασπορᾶς καί οἱ Ματθαιϊκοί ἀδελφοί μας (2o ΜΕΡΟΣ)

                                                                                                         π. Νικολάου Δημαρᾶ Δρος Ν.


Ὁ συγγραφέας τῶν κατηγοριῶν κατὰ τῆς Συνόδου μας, πού βάλλει κατὰ τῆς Ἀποστολικῆς μας διαδοχῆς ἀπὸ τοὺς Ρώσσους τῆς Διασπορᾶς, σφάλλει μεγάλως!

Ἔχει πολλὲς αὐθαίρετες καὶ ὑποκειμενικές δικές του ἐκτιμήσεις στὸ σχετικό κείμενό του.

-Καὶ οἱ Ματθαιϊκοὶ ἀδελφοί μας πῆραν τήν διαδοχή ἀπό τούς Ρώσσους τῆς Διασπορᾶς καί συνέχισαν τὴν κοινωνία μὲ τοὺς Ρώσσους, καθ' ἥν στιγμὴν ἐκεῖνοι συλλειτουργοῦσαν ἀκόμη μὲ τοὺς Σέρβους καὶ τοὺς Ἱεροσολυμίτες καί οἱ τελευταῖοι μέ τούς Νεοημερολογίτες!

Άγιες μορφές του ιερού αγώνα

Άγιες μορφές του ιερού αγώνα



Στις 25 Οκτωβρίου, έλαβε χώρα στην Πάτρα ημερίδα με θέμα:  «Όσιοι Πατέρες και Άγιοι που λάμπρυναν τον αγώνα των Γ.Ο.Χ. μετά την ημερολογιακή καινοτομία.»

 Άγιες μορφές, όπως του Μητροπολίτου πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου, του γέροντος Καλλινίκου του Ησυχαστού, του Αγίου Ιωάννου του Μαξίμοβιτς και του γέροντος Ιερωνύμου της Αιγίνης αναδείχθηκαν από εξαίρετους ομιλητές οι οποίοι έφεραν στο φως της δημοσιότητος άγνωστες πτυχές της ζωής τους και ειδικότερα τον αγώνα τους υπέρ της ανόθευτης ορθοδοξίας και του πατροπαραδότου εορτολογίου της.

 Ο «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ» ήταν εκεί και συγχαίρει τον π. Νικόλαο Δημαρά για την εξαίρετη πρωτοβουλία και διοργάνωση της ημερίδος. Δημοσιεύouμε το πρώτο από τα κείμενα που έχουμε στη διάθεσή μας και στη συνέχεια θα ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα.


Καλλίνικος ο Αγιορείτης – ο Ησυχαστής
1853-1930


Του Παναγιώτη Ηλιοπούλου, Καθηγητού-Συγγραφέως

Μέρος Α΄

        Το ευώδες αυτό άνθος της Αθωνικής ερήμου, ανήκει στις μεγάλες μορφές του σύγχρονου Αγιορείτικου μοναχισμού. Οι ένσαρκοι αυτοί άγγελοι, με την οσιακή βιωτή τους, μετέφεραν με πιστότητα ως τις ημέρες μας, όλο το απόμακρο και απόκοσμο μυστικό μεγαλείο του Ανατολικού Ορθόδοξου Ησυχασμού. Ησυχασμός είναι τρόπος ζωής υψηλής πνευματικότητας Ορθόδοξου μοναστικού βίου, ώστε να καταστεί η ψυχή του ασκούμενου μοναχού πηγή ακτίστου φωτός, πεπληρωμένο από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
       
Ο π. Καλλίνικος ο Κατουνακιώτης γαντζωμένος για πενήντα πέντε χρόνια στον απαραμύθητο βράχο των Κατουνακίων του Άθωνα, ανέβηκε πνευματικά σε ύψη δυσθεώρητα, και στάθηκε εκεί μετέωρος, κυριολεκτικά μεταξύ ουρανού και γης.
Έγινε πολύ γνωστός για την αρετή του και την κατά Θεόν σοφία του. Θεωρείται ως ο τελευταίος νηπτικός ησυχαστής του Αγίου Όρους.
       
Ο Κωνσταντίνος Θειάσπρης (αυτό ήταν το όνομα του π. Καλλινίκου) γεννήθηκε το 1853 στην Αθήνα από ευσεβείς γονείς, που προήρχοντο από καπεταναίους του 1821. Ο Κωνσταντίνος ήταν ζωηρό και έξυπνο παιδί, με ιδιαίτερη αγάπη για την Εκκλησία και τα χριστιανικά βιβλία μέσα από την μελέτη των οποίων γνώρισε τη θαυμαστή ζωή των ασκητών της ερήμου του Άθωνα.


Μια ημέρα του 1875  ο Κωνσταντίνος (22 ετών) κατεβαίνει στον Πειραιά και ερευνώντας τα καράβια βρήκε κάποιο που έφευγε για το Άγιο Όρος. Παρακάλεσε τον καπετάνιο να τον πάρει και του δήλωσε ότι θα τον βοηθούσε σε ότι μπορούσε. Ο καπετάνιος τον συμπάθησε και τον πήρε.
Έτσι το όνειρο άρχισε να γίνεται πραγματικότητα. Το καΐκι είχε σκοπό την Ι. Μ. Ιβήρων και κράτησε αρκετές ημέρες. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, με τη σκέψη του, άλλοτε οραματιζόταν τον πολυπόθητο Άθωνα και άλλοτε δεχόταν επιθέσεις λογισμών αμφιβόλων, με τον αποχωρισμό των οικείων και φίλων του.

Όλα αυτά όμως διαλύθηκαν σαν καπνός όταν αντίκρισε τον Άθωνα με τα διάσπαρτα μοναστήρια, σκήτες και κελλιά μέσα στο καταπράσινο αγιορείτικο τοπίο. Το καράβι προσάραξε στην Ι. Μ. Ιβήρων. Χαιρέτησε τον καπετάνιο και με γοργό βήμα έσπευσε στο μοναστήρι. Προσκύνησε με συγκίνηση την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Πορταίτισσας, που είχε διαβάσει στα βιβλία, και την παρακάλεσε για προστασία και για πού έπρεπε να κατευθυνθεί. Πήρε πληροφορίες για την έρημο των Κατουνακίων και έφθασε εκεί ύστερα από πεζοπορία αρκετών ωρών.
       
Αναζητώντας ο νεαρός λάτρης της ασκητικής ζωής, έναν ενάρετο γέροντα, βρήκε τον εκλεκτό ησυχαστή π. Δανιήλ.
Ο γέρο Δανιήλ δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο καλομαθημένος αυτός νέος, με την Αθηναϊκή ανατροφή, θα άντεχε την σκληρή ζωή της ερήμου.
Ύστερα από προσευχή δέχθηκε να τον κρατήσει ως δόκιμο.

        Από τον γέροντά του διδάχθηκε την ξυλογλυπτική ως εργόχειρο.
Η όλη διαγωγή του νεαρού δοκίμου έδωσε το δικαίωμα στον γέροντα Δανιήλ να τον κείρει μοναχό με το όνομα Καλλίνικος. Προαισθανόμενος ο γέροντας Δανιήλ την αναχώρησή του εκ του ματαίου αυτού κόσμου δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία να εμπιστευθεί την πλούσια ησυχαστική του πείρα στους ώμους του π. Καλλίνικου.

Ο π. Καλλίνικος όσο καιρό εμυείτο στα μυστικά της νοερής προσευχής και του θεωρητικού βίου, αισθανόταν θέρμη εσωτερική, ιερό δέος και βαθιά συγκίνηση. Ο γέροντας Δανιήλ ικανοποιημένος από τον υποτακτικό του, εδέετο στον Κύριο «νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα κατά το ρήμα σου εν ειρήνη…». Ακόμα τον διέκρινε υπερβολική έφεση για μελέτη. Ρίχτηκε με ζήλο στην μελέτη της Αγίας Γραφής και των Πατέρων εκ των οποίων τον πρώτο λόγο είχαν οι νηπτικοί πατέρες, Ησύχιος ο πρεσβύτερος, Ισαάκ ο Σύρος, Γρηγόριος ο Παλαμάς κ.α. Προσφιλές του ανάγνωσμα ήταν και η Φιλοκαλία.

Οξύνους και φιλομαθής καθώς ήτο, επιδόθηκε στην εκμάθηση της Ρωσικής Γλώσσας μόνος του. Σε λίγο χρονικό διάστημα κατόρθωσε να ομιλεί και να γράφει τα Ρωσικά.

Εκτός από την μελέτη, τον π. Καλλίνικο τον γοήτευσε πολύ η μοναξιά και η ησυχία. Κάποιες φορές έπρεπε να πάνε στη Δάφνη για τα χρειώδη. Η μετάβαση γινόταν με βάρκα. Όμως εκείνος προτιμούσε την πολύωρη κοπιαστική πεζοπορία για να αποφεύγει τις πολυλογίες στη βάρκα.

Ενώ τα βήματά του αντηχούσαν στις ρεματιές και στα διάσελα, προσευχόταν αδιάλειπτα.
Άλλοτε πάλι, ατενίζοντας την μαγευτική αγιορείτικη φύση, την πλατειά έκταση του Αιγαίου, ύψωνε τα χέρια του για να δοξάσει Εκείνον που «τα πάντα εν σοφία εποίησεν».

        Το πνεύμα της εγκρατείας κυριαρχούσε καθημερινά. Ο ίδιος και οι υποτακτικοί του ζούσαν με λιτότητα. Με ένα τενεκέ λάδι περνούσαν όλη τη χρονιά για το φαγητό και τα καντήλια. Το Σαββατοκύριακο έριχνε στο φαγητό ένα ρακοπότηρο λάδι.Κάποτε που επρόκειτο να γίνει μια αγρυπνία, τον ρώτησαν οι πατέρες αν τους επέτρεπε να πιουν καφέ. Αν είναι να κάνουμε αγρυπνίες με φάρμακα, καλύτερα να πάμε να κοιμηθούμε, ήταν η απάντησή του.

        Η απλότητα και η ταπείνωση ξεχώριζαν από την πρώτη ματιά. Απέφευγε με κάθε τρόπο την προβολή και την κενοδοξία. Την ημέρα που κοινωνούσε κλεινόταν στο κελλί του μέχρι το βράδυ.

        Από τα 55 χρόνια της ασκητικής βιωτής του τα 45 ήταν έγκλειστος στο κελλί του και σε μια μικρή περιοχή γύρω από αυτό. Σ’ αυτόν τον περιορισμένο χώρο έζησε 45 χρόνια! Όταν παρουσιαζόταν σοβαρή ανάγκη ύψωνε σ’ ένα μακρύ κοντάρι ένα πανί σαν σημαία. Το έβλεπαν οι μοναχοί και προσέτρεχαν.

Η ηρωική αυτή απόφαση συνδυάστηκε με ολοκληρωτική αφοσίωση στη θεωρητική ζωή της νήψεως και της νοεράς προσευχής.
Αξίζει εν προκειμένω να σημειώσουμε ότι ο μεταξοσκώληκας δεν κάνει το μετάξι αν δεν γίνει έγκλειστος στο κουκούλι του.

        Στη υψηλή αυτή πνευματική κατάσταση που λίγοι αξιώνονται να φθάσουν, ο πρακτικός βίος υποχωρεί. Η πράξη δίνει θέση στη θεωρία και οι εργασίες, τα διακονήματα και τα εργόχειρα φεύγουν. Ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος μακαρίζει όσους έφθασαν σ’ αυτή την κατάσταση.«Μακάριος, (γράφει ο άγιος πατήρ) ο μένων εν τη ησυχία και μη θορυβούμενος εν τω πλήθει των έργων αυτού, αλλά πάσας τας σωματικάς πράξεις μεταστρεψας εις τον κόπον της προσευχής.»    (Ασκητικός Λόγος ΚΓ΄)

Απασχολήσεις με επίγεια ζητήματα, με υποθέσεις του κόσμου, δεν είχαν καμία θέση σ’ αυτόν που ασπάστηκε τη νηψι και την αδιάλειπτη προσευχή.
«Μη τοίνυν, προτρέπει ο Όσιος Νείλος, ο ερημίτης, το της αρετής καθαρόν ταις των κοσμικών πραγμάτων εννοίαις επιθολούσθω, μηδέ το της θεωρίας ειλικρινές σωματικαίς επιταραττέσθω φροντίσιν».

Ουδέποτε άνοιξε το στόμα του να ρωτήσει, ούτε συμβατικά, τους πολυάριθμους επισκέπτες του, «τι νέα από τον κόσμο;». Κάθε φιλοπερίεργη διάθεση και αργολογία έπρεπε να καταπνιγεί και αν ακόμα χανόταν ο κόσμος, ο αγωνιζόμενος δεν έπρεπε να αποσπάσει τον νου του από την πνευματική θεωρία, αναθέτοντας τα πάντα στον προνοητή Θεό.
       
Η αρετή και η φήμη του ησυχαστού Καλλίνικου οδήγησαν τα βήματα μιας μεγάλης προσωπικότητας της εποχής, τον Σπυρίδωνα Μενάγια, μετέπειτα π. Γεράσιμο, αριστοκράτη, πλούσιο, διάσημο χημικό, πτυχιούχο του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης, να εγκαταλείψει τον κόσμο και να γίνει υποτακτικός (1920). Από τους πολλούς που τον επλησίασαν μεταξύ αυτών ήταν και ο περιβόητος Ιωσήφ ο σπηλαιώτης. Ολίγοι όμως έγιναν δεκτοί ως υποτακτικοί.

        Η φήμη του ως διακριτικού και φωτισμένου γέροντος προσείλκυε κοντά του πλήθος ανθρώπων που ζητούσαν μια φωτισμένη απάντηση για τα προβλήματά τους.

        Υποτακτικοί, γέροντες, ερημίτες, κοινοβιάτες, κοσμικοί, νομικοί, στρατιωτικοί, αστυνομικοί, Έλληνες, Ρώσοι, όλο το Άγιον Όρος απευθυνόταν στον έγκλειστο ησυχαστή των Κατουνακίων,  να πάρουν την ευχή του, να ακούσουν τις σοφές νουθεσίες του. Πάμπολλα ήταν και τα γράμματα που λάβαινε από όσους δεν μπορούσαν να τον επισκεφτούν.

        Το άκτιστο φως που ελάχιστοι αξιώθηκαν να αντικρίσουν, το φως αυτό που καταύγασε τον Μωυσή, τους τρεις μαθητές στο Όρος Θαβώρ, τον Παύλο πορευόμενο προς τη Δαμασκό, τον Συμεών το νέο Θεολόγο, τον Αγ. Γρηγόριο τον Παλαμά και πολλούς πατέρες, αξιώθηκε και ο γέρων Καλλίνικος.

Αυτόπται μάρτυρες διηγούνται πως είδαν να λάμπει η μορφή του για τον θεοφόρο και φωτοφόρο γέροντα Καλλίνικο ταιριάζοντας τα λόγια του Αγ. Συμεών Ν. Θεολόγου. «Μεταλαμβάνω του φωτός, μετέχω και της δόξης και λάμπει μου το πρόσωπο ως και του ποθητού μου και άπαντα τα μέλη μου γίνονται φωτοφόρα. Ωραίων ωραιότερος τότε αποτελούμαι.»

Ο γνωστός υμνογράφος π. Γεράσιμος Μικραγιαννίτης, που είχε τον γέροντα Καλλίνικο πνευματικό σύμβουλο, διηγήθηκε πως τον είδε να λάμπει ολόκληρος από κάποιο φως άλλου κόσμου και να εκπέμπει άρρητη ευωδία.

Στον φωτισμένο αυτόν ασκητή, δεν μπορούσαν να διαφύγουν ψευδοδιδασκαλίες, πλάνες, αιρέσεις και καινοτομίες.
Το 1913 εμφανίστηκε στο Άγιο Όρος, μεταξύ των Ρώσων μοναχών η πλάνη των ονοματολατρών η οποία διέλαθε απ’ όλους.(Γαβριήλ Διονυσιάτου, Λαυσαικόν Αγ. Όρος εν Βόλω 1953, σελ.32). Έμεινε μόνος ανταγωνιστής ο γέρων Καλλίνικος. Ο Τσάρος και ο Πατριάρχης συνεχάρησαν και του έστειλαν παράσημα. Δυο απ’ αυτά σώζονται στον Αγ. Γεράσιμο.

        Η μορφή του ησυχαστού Καλλινίκου αποτελούσε για τον Άθωνα ξεχωριστή ευλογία Θεού. Ένας πύρινος στύλος υψωνόταν στην έρημη εκείνη χαράδρα των Κατουνακίων πλάι στη θάλασσα, για να σκορπίζει φως σ’ όσους πλέουν στη θάλασσα του βίου. Πρόσωπα εξέχοντα, αποκαλύπτονταν μπροστά στο πνευματικό του μεγαλείο. O Ρώσος ασκητής παπα Παρθένιος, πρώην στρατηγός του τσαρικού στρατού, και οι ιερομόναχος Θεοδόσιος πρώην πρύτανης Ρωσικού Πανεπιστημίου, τον τιμούσαν ιδιαίτερα και τον επισκέπτονταν συχνά.

        Ο Λαυριώτης λόγιος μοναχός π. Αθανάσιος, περίφημος γιατρός, διάσημος και πολυγραφότατος  συμβουλευόταν τον π. Καλλίνικο.
Όταν ο βασιλεύς Κωνσταντίνος ο Α΄ γοητευμένος από τα έργα του επιφανούς λογοτέχνη Αλεξάνδρου Μωραιτίδη, απεφάσισε να τον παρασημοφορήσει, τότε ο ευσεβής λογοτέχνης εστράφη προς τον γέροντα Καλλίνικο και μόνο όταν ο π. Καλλίνικος συμφώνησε, δέχθηκε το βασιλικό παράσημο.

        Το 1913 στο Ρωσικό θρησκευτικό περιοδικό «ο Χριστιανός» (αρθ.11) δημοσιεύτηκαν εντυπώσεις από το Αγ. Όρος από τον Ρώσο π. Παντελεήμονα, καθηγητή στη θεολογική Ακαδημία του Αγ. Σεργίου (πλησίον της Μόσχας) που το 1912 επί έξι μήνες είχε περιηγηθεί στο Αγ. Όρος.Εκεί ο Ρώσος καθηγητής κάνει μνεία για τον π. Καλλίνικο. «Γνώρισα και κάποιον άλλον ασκητή που κατά τρόπο θαυμαστό συνενώνει πνευματική εμπειρία και περίσκεψη με σπάνια αγάπη και προσήνεια προς τους ανθρώπους. Τον πνευματικό του πλούτο τον σκορπίζει με πολλή αγάπη και προς τους Ρώσους μοναχούς που του ζητούν λόγους παρηγορίας και διδασκαλίας. Όχι απλώς μοναχοί αλλά και Αρχιερείς Ρώσοι έτρεχαν προς τον π. Καλλίνικο.

Ο Τρίκης και Σταγών Διονύσιος γράφει γι’ αυτόν: «Βλέποντάς τον έδινε την εντύπωση ότι ήταν πνευματέμφορος και ότι η χάρις του Θεού επαναπαυόταν σ’ αυτόν. Έβλεπες μια μορφή οσιακή, επιβλητική, αγία. Ήταν ολοκληρωμένος πνευματικός άνθρωπος μετρημένος και σοβαρός στους λόγους του με διαυγή σκέψη. Είναι πραγματικός ασκητής της ερήμου πολίτης και εν σώματι άγγελος».

        Ο Καλλίνικος θεωρείται μεγάλη αναλαμπή του Ησυχασμού. Έφθασε ύψη θεωρίας και ηξιώθει θείων ελλάμψεων κατά την άσκηση της νοεράς προσευχής, γράφει ο Έραστος μοναχός. (Δυο σύγχρονοι Άγιοι, Αθήνα 1961 σελ.48)

        7 Αυγούστου 1930 έμελλε ο έγκλειστος ησυχαστής της ερήμου των Κατουνακίων να αναχωρήσει για τα σκηνώματα του Κυρίου τα αγαπητά.»
Οι τελευταίες ώρες της ζωής του ήταν κατ’ εξοχήν οσιακές, άξιο επιστέγασμα του αγγελικού του βίου. Προαισθανόμενος το τέλος του, λέει στον υποτακτικό του «πήγαινε παιδί μου να ετοιμάσεις την εκκλησία. Ήρθαν οι όσιοι πατέρες και επί 10 λεπτά της ώρας πριν ξεψυχήσει ενατένιζε με θάμβος τις άγιες μορφές που τον καλωσόριζαν. Τότε ακούστηκε να ψελλίζει ήρεμα. «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου που πεθαίνω Ορθόδοξος. Δεν έκανα τίποτα στη ζωή μου» και ξεψύχησε ήρεμα, ταπεινά, οσιακά.


Μέρος Β΄

        Με την έναρξη του 20ου αιώνα γεννήθηκε στο χώρο της Εκκλησίας ένα μόρφωμα περίεργο. Ένα αλλόκοτο τέρας, ο Οικουμενισμός.
Κατ’ αυτόν καμία θρησκεία δεν έχει πλήρη την αλήθεια. Κάθε θρησκεία έχει μέρος της αλήθειας. Η ολοκληρωμένη αλήθεια θα προκύψει από την ένωση των εκκλησιών και των θρησκειών. (Πανθρησκεία, Οικουμενισμός).
Διάφορες προσωπικότητες έχουν χαρακτηρίσει τον Οικουμενισμό ως παναίρεση. (Ιουστίνος Πόποβιτς)

        Πρώτο βήμα του Οικουμενισμού ήταν η αλλαγή του Ημερολογίου, καθώς τούτο φαίνεται στην εγκύκλιο του Πατριαρχείου το 1920 και στα πρακτικά του συνεδρίου της Κων/πόλεως το 1923, για να συνεορτάζουν Ορθόδοξοι με Παπικούς.

Έτσι το 1923 ο νεωτεριστής Πατριάρχης Κων/πόλεως Μελέτιος Μεταξάκης απετόλμησε την ολέθρια ημερολογιακή αλλαγή. Το Άγιο Όρος ολόκληρο, (εκτός της Μονής Βατοπεδίου για κάποιο διάστημα) κράτησε μέχρι σήμερα το παλαιό (Ιουλιανό) ημερολόγιο. Σημαντική μερίδα μοναχών (Ζηλωταί) προέβησαν και στη διακοπή μνημοσύνου του καινοτόμου Πατριάρχου.

Ο φωτισμένος γέροντας Καλλίνικος δεν μπορούσε να μείνει απαθής μπροστά στην πρωτοφανή αυτή προδοσία της πίστεως.
Σ’ αυτόν, ως σοφότερον και αγιότερον, προσέφυγαν οι ανησυχούντες πατέρες για να τον συμβουλευτούν περί του πρακτέου, και εκείνος διερμηνεύων τας γραφάς χωρίς περιστροφές και αμφιβολίες, με βάση τους Αγ. Πατέρες και τον ΙΕ΄ κανόνα της ΑΒ Συνόδου, τους συμβούλευε για τη διακοπή του μνημοσύνου του νεωτεριστού Πατριάρχη Μελετίου Μεταξάκη.
Σε μια δε τέτοια σύναξη, την άποψη περί μη διακοπής του μνημοσύνου του πατριάρχη χαρακτήρισε ο γέροντας «δαιμονική απάτη». (Μαξίμου Αγιοβασιλειάτου «Καταγγελία Αγιορειτών Πατέρων» Άγιον Όρος 1997 σελ160)

        Η θέση του ευλογημένου αυτού γέροντος Καλλίνικου σχετικά με την Οικουμενιστική καινοτομία της αλλαγής του ημερολογίου, φαίνεται στο ακόλουθο περιστατικό.
«Κάποτε ήταν κάποιος ο οποίος ήθελε να γίνει ιερέας και έγραψε επιστολή εξομολογητική και την έστειλε στον π. Καλλίνικο. Ο γέρων είπε στους υποτακτικούς του «γράψτε στον αδελφό ότι ευρίσκεται εις ένα λάκκο βορβόρου και κροτεί τα χέρια του και φωνάζει να τον κάνουμε βασιλέα. Ας βγει πρώτα από τον λάκκο της νεοημερολογίτικης καινοτομίας, να καθαρισθεί και ύστερα βλέπουμε αν είναι άξιος να γίνει βασιλέας»
(Δαμασκηνός μονάχος Αγιοβασιλειάτης περιοδικό Αγ. Αγαθάγγελος ο Εσφιγμενίτης τ.74 1982)

Ελάμβανε το θρησκευτικό παροδικό «ΖΩΗ».Όταν όμως έγινε η αλλαγή του ημερολογίου, αμέσως επέστρεψε το περιοδικό.

        Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο γέροντας Καλλίνικος έπαιξε στις μέρες μας το ρόλο του Αγ. Μάρκου του Ευγενικού, του Αγ. Μαξίμου του Ομολογητού, του Αγ. Γρηγορίου Παλαμά και άλλων αγωνιστών πατέρων, που σε στιγμές κρίσιμες για την Εκκλησία έμειναν μοναδικοί υποστηρικταί της Ορθοδοξίας.

        Εκ των παρατεθέντων στοιχείων γίνεται αντιληπτό ότι ο Άγιος γέροντας Καλλίνικος ο Κατουνακιώτης, ο έγκλειστος ησυχαστής, είναι μια κρυμμένη σύγχρονη μεγάλη μορφή της Αθωνικής Ερήμου που στηλίτευσε την αίρεση των Ιταλών, τον παπισμό και τη σύγχρονη παναίρεση του Οικουμενισμού.


Ας έχουμε την ευχή του.

Ο Γέρ. Ιωσήφ ο Ησυχαστής & η Αγιορειτική ανάκαμψη

Ο Γέρ. Ιωσήφ ο Ησυχαστής & η Αγιορειτική ανάκαμψη

Γράφει ο Καθηγητής Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης

Με αφορμή την πρόσφατη επέτειο της κοιμήσεως του μακαριστού Γέρ. Ιωσήφ του Ησυχαστή (2 Νοεμβρίου 1898 – 28 Αυγούστου 1959), δημοσιεύουμε σήμερα το πρώτο μέρος από ένα σημαντικό άρθρο του Ομότιμου Καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κ. Γ. Μαντζαρίδη, σχετικά με την ιδιαίτερη συμβολή της οσιακής αυτής προσωπικότητας του σύγχρονου Μοναχισμού στην ανάσχεση της πληθυσμιακής φθοράς που χαρακτήριζε μέχρι τις μέρες του την Αθωνική Πολιτεία.

Η σταθερή ανάκαµψη του αγιορειτικού µοναχισµού, που παρατηρείται σήµερα, άρχισε να επισηµαίνεται στατιστικά από τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Από στατιστική έρευνα, που πραγµατοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1972, διαπιστώθηκε ότι το σύνολο των µοναχών του Αγίου Όρους ανερχόταν στους 1.146. Ο αριθµός αυτός ήταν υψηλότερος κατά µία µονάδα από τον αριθµό των µοναχών, που παρουσίαζε για το προηγούµενο έτος (1971) το περιοδικό Irénikon [1], όπου δηµοσιεύονταν κατά καιρούς στατιστικά στοιχεία των αγιορειτών µοναχών.

Έκτοτε η σταθερή πτώση του αριθµού των µοναχών της Αθωνικής Πολιτείας µεταβλήθηκε σε σταθερή ανάκαµψη, που έγινε πλέον εντυπωσιακή.

Στην ανάκαµψη αυτή συνέβαλαν ασφαλώς πολλοί παράγοντες. Σε αυτούς συγκαταλέγονται και οι οµαδικές προσελεύσεις συνοδειών από µονές εκτός Αγίου Όρους. Πέρα όµως και πριν από την προσέλευση των συνοδειών αυτών υπήρξε και η παρουσία ισχυρών προσωπικοτήτων µέ έντονη πνευµατική και ηθική ακτινοβολία, που προετοίµασαν και στήριξαν την ανοδική πορεία του Αγίου Όρους. Κορυφαία θέση µεταξύ αυτών κατέχει ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, στον οποίο ανάγουν σήµερα την πνευµατική τους πατρότητα έξι από τις είκοσι Ιερές Μονές του Αγίου Όρους [2].

Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής γεννήθηκε, αναπτύχθηκε και προσήλθε στον µοναχισµό σε περίοδο εκκοσµικεύσεως και παρακµής της µοναχικής και γενικότερα της εκκλησιαστικής ζωής. Δέκα περίπου χρόνια µετά τη γέννησή του, το 1907, ο αρχιµανδρίτης Ευσέβιος Ματθόπουλος ίδρυσε την Αδελφότητα Θεολόγων «Η Ζωή», που απαρτιζόταν από κληρικά και λαϊκά µέλη µέ δεσµεύσεις µοναχικής ζωής, και προσπάθησε να καλύψει σηµαντικά κενά του ποιµαντικού έργου της Εκκλησίας. Με την ίδρυση της αδελφότητας αυτής ανασυστάθηκε ένας ενδοκόσµιος µοναχισµός, που επηρέασε αποφασιστικά την πορεία της εκκλησιαστικής και κοινωνικής ζωής στην Ελλαδική και την ευρύτερη περιοχή.

Παράλληλα αρκετοί ιεροµόναχοι και µοναχοί επηρεασµένοι από το πνεύµα της εκκοσµικεύσεως εγκατέλειψαν τις µονές τους που βρίσκονταν έξω από τον κόσµο και ανέλαβαν εκκλησιαστικά λειτουργήµατα µέσα στον κόσµο. Τέλος αρκετοί ιεράρχες κατά την περίοδο αυτήν επικαλούµενοι τα ζωτικά κενά του ποιµαντικού έργου της Εκκλησίας ήταν αρνητικά τοποθετηµένοι απέναντι στον αναχωρητικό µοναχισµό, ενώ η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος στον «Οργανισµόν του µοναχικού βίου», που εξέδωσε το 1932 για την αναβίωση του µοναχισµού, ορίζει ως σκοπό του µοναχισµού την «µόρφωσιν του λαού δια του κηρύγµατος του θείου λόγου, των κατηχητικών σχολείων, της Ιεράς Εξοµολογήσεως, της διδασκαλίας των διαφόρων τεχνών… και την εξάσκησιν της φιλανθρωπίας»[3].

Βέβαια δεν έπαυσε να υπάρχει και η φιλοκαλική παράδοση. Αυτή άφησε έντονα ίχνη όχι µόνο στο Άγιον Όρος αλλά και στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Άλλωστε και η κίνηση της Ζωής, όπως και οι άλλες χριστιανικές κινήσεις, κληρονόµησαν από αυτήν αρκετά στοιχεία [4]. Ιδιαίτερα όµως ζωντανή ήταν η παράδοση αυτή στην Πάρο, όπου πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια ο νεαρός Φραγκίσκος, όπως ονοµαζόταν ως κοσµικός ο Γέροντας Ιωσήφ. Στην απόφασή του να µονάσει οδηγήθηκε από τη µελέτη της ζωής των αγίων και από εντυπωσιακό συµβολικό όνειρο, που τον καλούσε να υπηρετήσει στα βασιλικά ανάκτορα. Έτσι άρχισε να αποσύρεται σε ήσυχα και ερηµικά µέρη για άσκηση και προσευχή, προσπαθώντας να µιµηθεί κάθε είδος κακοπάθειας που διάβαζε στους βίους των αγίων. Τότε σκέφτηκε και το Άγιον Όρος, όπου πήγε κατά το 1921 σε ηλικία εικοσιτριών ετών.

Εκεί περίµενε να βρει πατέρες στα µέτρα των αγίων που διάβαζε, αλλά δεν ικανοποιήθηκε. «Αφού ήλθα εις το Άγιον Όρος», γράφει ο Γέροντας Ιωσήφ, «έκλαιγα ηµέραν και νύκτα, διατί δεν ευρήκα, καθώς διαλαµβάνουν οι Άγιοι το Άγιον Όρος»[5]. Μολονότι οι πνευµατικές του προσδοκίες ήταν υψηλές, η απογοήτευση που δοκίµασε στον Άθωνα δεν φαίνεται πως ήταν και αντικειµενικά αδικαιολόγητη. Η γενικότερη εικόνα που έχουµε για την πνευµατική κατάσταση του Αγίου Όρους κατά την περίοδο αυτήν, αν και δεν έχει επαρκώς µελετηθεί, δεν θεωρείται οπωσδήποτε θετική. Αξίζει εδώ να σηµειωθεί ότι και ο Γέροντας Σωφρόνιος, ως µοναχός της Ιεράς Μονής του Αγίου Παντελεήµονος, µία περίπου δεκαετία µετά την προσέλευση του Γέροντα Ιωσήφ στο Άγιον Όρος έγραφε ότι «η νοερά εργασία, που αποτελεί τον πυρήνα της πραγµατικής µοναχικής ζωής, βρίσκεται τώρα σε άκρα κατάπτωση»[6].

Κατά την ίδια όµως περίοδο εγκαταβίωνε στην Ιερά Μονή Αγ. Παντελεήµονος ο άγιος Σιλουανός, όπως και ο ίδιος ο Γέροντας Σωφρόνιος, που συνέβαλε αποφασιστικά, µαζί µέ τον άγιο Γέροντά του που βιογράφησε, στην αναβίωση του αγιορειτικού αλλά και ευρύτερα του ορθόδοξου µοναχισµού. Γνωστοί νηπτικοί πατέρες της περιόδου αυτής, κοινοβιάτες και ερηµίτες, είναι ο Ιερώνυµος ο Σιµωνοπετρίτης, ο Αθανάσιος ο Γρηγοριάτης, ο παπα-Σάββας ο πνευµατικός, ο παπα-Τύχων, ο γερο-Κοσµάς ο Παντοκρατορινός, ο γερο-Αυγουστίνος ο Φιλοθεΐτης κ.ά.[7] Αλλά και ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής αναφέρει στα κείµενά του σπουδαίους ασκητές, που συνάντησε κατά τη µετάβασή του στο Άγιον Όρος. Έτσι στα Κατουνάκια, που ήταν και ο πρώτος σταθµός της εκεί µεταβάσεώς του, γνώρισε τον διακριτικότατο Γέροντα Δανιήλ και την αδελφότητά του. Άλλοι σπουδαίοι ασκητές της περιοχής αυτής ήταν ο Γέροντας Καλλίνικος ο Ησυχαστής, που για άγνωστους λόγους αρνήθηκε να τον µυήσει «στα µυστικά της ησυχίας και της ευχής»[8], οι µετέπειτα πνευµατικοί του Γέροντες Δανιήλ και Ευθύµιος, όπως και αρκετοί άλλοι ευλαβέστατοι πατέρες. Τελικά ο Γέροντας Ιωσήφ απέκτησε την αδιάλειπτη ευχή µέ εξαιρετική βία, που την επισφράγισε η επίσκεψη της θείας χάριτος [9].

Ο χαρισµατικός Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής σηµατοδότησε την απαρχή της ανακάµψεως του µοναχισµού του Αγίου Όρους, που διαπιστώθηκε, όπως είπαµε, στατιστικά στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Από τη συνοδεία του, που από το 1953 ως τα τέλη της ζωής του (1959) εγκαταβίωνε στη Νέα Σκήτη, προήλθαν πνευµατικοί Πατέρες, που µε τις δικές τους πλέον συνοδείες εξαπλώθηκαν σε ολόκληρο το Άγιον Όρος.

Το έναυσµα για την ευεργετική αυτή διασπορά, που συνέβαλε αποφασιστικά στην ανάκαµψη του Αγίου Όρους, δόθηκε από τον ίδιο τον Γέροντα Ιωσήφ. Εφαρµόζοντας µιά ασυνήθιστη τακτική, έδωσε την ευλογία στο καθένα από τα πνευµατικά του τέκνα, να µπορεί να δηµιουργήσει τη δική του συνοδεία. Η περίεργη αυτή επιλογή του Γέροντα Ιωσήφ δεν µπορεί να είναι άσχετη µέ την προοπτική που είχε η φωτισµένη συνείδησή του για το µέλλον της συνοδείας του. Άλλωστε πριν από πολλά χρόνια, όταν κάποιος γνωστός του, ο Ιωάννης Μπίτσιος, τον ρώτησε για τους τρεις µοναχούς που είδε κοντά του, αν είναι της συνοδείας του, εκείνος απήντησε: «Ναι πράγµατι», και συνέχισε:«Βλέπεις αυτά τα καλογέρια, Γιάννη; Ε! Αυτά θα ’ρθεί καιρός που θα γεµίσουν το Άγιον Όρος µε µοναχούς»[10]. Έτσι οκτώ ήδη µήνες πριν από την κοίµησή του, τον Δεκέµβριο του 1958, προέκυψαν τέσσερις συνοδείες στις καλύβες της Νέας Σκήτης, που έγιναν πόλοι έλξεως νέων µοναχών. Παράλληλα η φήµη των ησυχαστών αυτών πατέρων διαδόθηκε στις γύρω µονές, ενώ δύο από αυτές έσπευσαν να προσκαλέσουν ισάριθµους πατέρες ως πνευµατικούς [11].

Η ανάκαµψη του µοναχισµού του Αγίου Όρους προετοιµάσθηκε ουσιαστικά στην ησυχία της ερήµου. Άλλωστε η δυσµενής κατάσταση των ιερών µονών κατά την περίοδο αυτή συντελούσε, ώστε και οι νέοι που προσέρχονταν στον µοναχισµό να µήν προτιµούν τα µοναστήρια, αλλά µικρές συνοδείες µέ πνευµατικούς Γέροντες σε εξαρτήµατα µονών. Η αύξηση όµως των µελών των συνοδειών αυτών, που σήµαινε ταυτόχρονα και αύξηση των στεγαστικών τους αναγκών, καθιστούσε προβληµατική την περαιτέρω παραµονή τους σε µικρά εξαρτήµατα. Προέκυπτε λοιπόν η ανάγκη για αναζήτηση καταλληλότερου τόπου εγκαταβιώσεως. Και ο τόπος αυτός προσφερόταν τώρα στις µεγάλες σκήτες και κυρίως στις µονές, που άρχισαν να ερηµώνονται µε την πάροδο του χρόνου από µοναχούς, ενώ διέθεταν άφθονους χώρους για τις αυξηµένες ανάγκες των συνοδειών.


Βέβαια στην ανάκαµψη αυτή συνέβαλε πολύ και η οµαδική εγκατάσταση συνοδειών, που προσήλθαν από µονές εκτός Αγίου Όρους. Οι συνοδείες αυτές έρχονταν προσκαλούµενες από παλαιότερους αγιορείτες, που έβλεπαν µέ πόνο την ερήµωση των µονών τους. Συνήθως µάλιστα στις περιπτώσεις αυτές χρειάζονταν να παρακαµφθούν και τυπικά εµπόδια, προκειµένου να καταστεί δυνατή η εγκατάστασή τους στις µονές. Έτσι η µονή που προσκαλούσε κάποια συνοδεία, σε συνεννόηση µέ την Ιερά Κοινότητα, παρέκαµπτε ακόµα και τις διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη (άρθρο 112) σχετικά µέ την ηλικία η τον τόπο κουράς του πνευµατικού πατέρα της συνοδείας και επέτρεπε την έλευση και ανάδειξή του σε ηγούµενο. Τέτοια όµως προβλήµατα δεν υπήρχαν για τις αγιορείτικες συνοδείες που µετακινήθηκαν από εξαρτήµατα σε µονές, όπως ήταν οι συνοδείες των πνευµατικών τέκνων του Γέροντα Ιωσήφ.

Ο πρώτος συνασκητής του Γέροντα Ιωσήφ, ο Γέροντας Αρσένιος, µαζί µέ τον παπα-Χαράλαµπο και την συνοδεία του µετακινήθηκαν το 1967 στο Μπουραζέρι και τελικά, τον Σεπτέµβριο του 1979, ως συνοδεία εικοσιενός µελών στην Ιερά Μονή Διονυσίου, όπου ο παπα-Χαράλαµπος έγινε ηγούµενος [12].

Ο παπα-Εφραίµ, τώρα προηγούµενος της Ιεράς Μονής Φιλοθέου, πήγε µέ την συνοδεία του το 1967 στο Κελλί του Αγίου Αρτεµίου της Σκήτης της Προβάτας, και το 1973 πλαισιούµενος από την εικοσιεξαµελή συνοδεία του ανέλαβε την ηγουµενία της Ιεράς Μονής Φιλοθέου, η οποία µετατράπηκε από ιδιόρρυθµη σε κοινοβιακή. Το 1979 δωδεκαµελής οµάδα της διευρυµένης πλέον αδελφότητας της Φιλοθέου εγκαταστάθηκε στην Ιερά Μονή Κωνσταµονίτου. Το 1980 ένα από τα πνευµατικά τέκνα του παπα-Εφραίµ, ο ήδη µακαριστός Εφραίµ ο νεώτερος, πλαισιούµενος από εικοσαµελή οµάδα της Φιλοθέου, ανέλαβε την ηγουµενία της Ιεράς Μονής Ξηροποτάµου, που επίσης µετατράπηκε σε κοινοβιακή, ενώ το 1981 µιά δωδεκαµελής οµάδα επάνδρωσε την Ιερά Μονή Καρακάλλου. Εξάλλου ο προηγούµενος της Ιεράς Μονής Φιλοθέου ίδρυσε και καθοδηγεί αρκετά γυναικεία και ανδρικά µοναστήρια στην Ελλάδα, όπως και δεκαοκτώ στις Ηνωµένες Πολιτείες της Αµερικης και τον Καναδά, µέ κεντρικό το µοναστήρι του Αγίου Αντωνίου της Αριζόνας, όπου και εγκαταβιώνει.

Ο Γέροντας Ιωσήφ, τώρα Βατοπαιδινός, εγκαταστάθηκε το 1975 στο Κουτλουµούσι, ακολούθως στην Κύπρο, από όπου επέστρεψε το 1981 στο Κελλί του Ευαγγελισµού της Καψάλας, για να αναλάβει και να επανδρώσει τελικά µέ συνοδεία που απαρτιζόταν από εικοσιτρία µέλη την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, η οποία ήταν επίσης ιδιόρρυθµη και είχε φτάσει σε πλήρη σχεδόν διάλυση. Το 1990 η Μονή µετατράπηκε σε κοινοβιακή και εκλέχθηκε ηγούµενος ο Γέροντας Εφραίµ, και ήδη αριθµεί περί τα εκατό µέλη.

Τέλος το έτος 2001 οκταµελής συνοδεία µοναχών µέ τον πρώην ηγούµενο της Ιεράς Μονής Φιλοθέου Εφραίµ τον νεώτερο εγκαταστάθηκε στην Βατοπαιδινή Σκήτη του Αγίου Ανδρέου στις Καρυές και έχει ήδη εξελιχθεί σε εικοσαµελή αδελφότητα.

Στα πνευµατικά τέκνα του Γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστή συγκαταλέγεται και άλλη µεγάλη µορφή του νεώτερου αγιορειτικού µοναχισµού, ο παπα-Εφραίµ ο Κατουνακιώτης [13].

Μολονότι κατά την µοναστική τάξη ο παπα-Εφραίµ είχε Γέροντα τον πατέρα Νικηφόρο, τον οποίο υπηρέτησε µέ υπεράνθρωπη υποµονή, πνευµατικός πατέρας και καθοδηγητής του ήταν ο Ιωσήφ ο Ησυχαστής. Εκτός από την ολιγάριθµη συνοδεία, που συγκρότησε µέ αρκετή καθυστέρηση στα Κατουνάκια, ο παπα-Εφραίµ και καθοδήγησε µέ το πνεύµα του Ησυχαστή Γέροντά του, µεγάλο πλήθος ανθρώπων στηρίχθηκε και εµπνεύστηκε από την προσωπικότητά του, ενώ πολλοί οδηγήθηκαν στον µοναχισµό.

Ένα άλλο πνευµατικό τέκνο του Γέροντα Ιωσήφ ήταν ο ερηµίτης Γεώργιος Βίτκοβιτς [14]. Αυτός έµεινε έξι µήνες µαζί του διδασκόµενος την αδιάλειπτη προσευχή και ακολούθως εγκαταστάθηκε στο Παλαιό Ρωσικό, αλλά επισκεπτόταν τον Γέροντα Ιωσήφ κατά περιόδους και βρέθηκε δίπλα του κατά την κοίµησή του. Ο ερηµίτης αυτός προώθησε την παράδοση του διδασκάλου του στον σερβικό µοναχισµό.

Αρκετά τέλος πνευµατικά τέκνα και έκγονα του Γέροντα Ιωσήφ ίδρυσαν και καθοδηγούν γυναικεία και ανδρικά µοναστήρια σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος και του εξωτερικού. Υπολογίζεται ότι από την ρίζα του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού προέρχονται άµεσα η έµµεσα περισσότεροι από χίλιους µοναχοί και µοναχές [15].

Μαζί µε την αριθµητική αύξηση του µοναχισµού η ησυχαστική παράδοση µε την άσκηση της µονολόγιστης ευχής του Ιησού, που αναζωογονήθηκε από τον Γέροντα Ιωσήφ, εισέδυσε όχι µόνο στα κοινόβια που συγκρότησαν οι πνευµατικοί απόγονοί του, αλλά και ευρύτερα στον ορθόδοξο µοναχισµό της Ελλάδος και του εξωτερικού. Σε αυτό, όπως και στην όλη ανάκαµψη του µοναχισµού, συνέβαλαν και άλλοι σπουδαίοι Γέροντες της περιόδου αυτής, όπως οι Γέροντες Παΐσιος και Σωφρόνιος, για να περιοριστούµε σε αυτούς που έφυγαν από την παρούσα ζωή.

Ο Γέροντας Παΐσιος στήριξε την πρώτη προσπάθεια για αναβίωση αγιορειτικής µονής, που έγινε το 1968 µέ την επάνδρωση της Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα. Αλλά και γενικότερα η παρουσία του ενέπνευσε σε πολλούς νέους το ησυχαστικό πνεύµα και βοήθησε στην επανίδρυση κελλιών και τη δηµιουργία ησυχαστικών εστιών που υπάρχουν σήµερα στο Άγιον Όρος.

Πίστευε µάλιστα ότι «από τον ησυχασµό θα προέλθει η αναγέννηση της Εκκλησίας» [16]. Εξάλλου ο Γέροντας Σωφρόνιος, που µέ το έργο του για τον άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη παρεκίνησε πολλούς νέους στον µοναχισµό, πρόσφερε µέ τη θεολογία του τη φυσική συνέχεια της ησυχαστικής παραδόσεως των αγίων Συµεών του Νέου Θεολόγου και Γρηγορίου του Παλαµά στην εποχή µας.

Μέσα στην προοπτική αυτή, η ησυχαστική παράδοση αποτέλεσε ουσιώδες στοιχείο της κοινοβιακής ζωής, ενώ από την άλλη πλευρά η κοινοβιακή παράδοση µέ τις τακτές ακολουθίες της καθιερώθηκε ως ένα βαθµό και στην ησυχαστική ζωή. Τέλος το πνεύµα αυτό επηρέασε και το ευρύτερο πλήρωµα της Εκκλησίας, πράγµα που ανάγεται επίσης στους πρωτεργάτες της ανακάµψεως του µοναχισµού.

Η εξέλιξη αυτή του αγιορειτικού µοναχισµού, που κυοφορήθηκε σε περίοδο έντονης εκκοσµικεύσεως της κοινωνικής ζωής αλλά και άµεσης η έµµεσης αποδοκιµασίας του αναχωρητικού µοναχισµού από την εκκλησιαστική ηγεσία και τις χριστιανικές οργανώσεις, έχει ιδιαίτερη σπουδαιότητα, αλλά και ενέχει σοβαρή κρισιµότητα. Από τη µία δηλαδή πλευρά φανερώνει τη διαχρονική ισχύ της ησυχαστικής παραδόσεως στον ορθόδοξο χώρο, και ιδιαίτερα στο Άγιον Όρος, όπου µπορεί να επιβιώνει και µέ τους πιο αντίξοους όρους, ενώ από την άλλη θέτει επί τάπητος τους κινδύνους, που συνεπάγεται η αναπόφευκτη προσαρµογή της στη νέα περίοδο.

Με τα δεδοµένα αυτά µπορεί να λεχθεί, ότι η πρόσφατη ανάκαµψη του µοναχισµού του Αγίου Όρους σηµατοδοτήθηκε µε µια νέα ησυχαστική ανακαίνιση, που πραγµατοποιήθηκε από τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή και άλλους σπουδαίους Γέροντες. Έτσι η ησυχαστική ανακαίνιση, µε την οποία συνδέεται η ανάκαµψη του αγιορειτικού µοναχισµού, διαθέτει περισσότερες ρίζες και δηµιουργεί ευρύτερες προοπτικές.

Από την άλλη όµως πλευρά, η εµπέδωση της ανακάµψεως αυτής συντελείται µέσα σε ένα ραγδαίως µεταβαλλόµενο κόσµο. Όλοι οι νέοι µοναχοί ανατράφηκαν µέσα στον κόσµο αυτόν.

Κανένας βέβαια δεν γεννήθηκε στο Άγιον Όρος. Κανένας δεν γνώρισε από παιδί τους ρυθµούς της ζωής του. Και η ησυχαστική ζωή είναι τελείως ξένη και αντίθετη προς τους ρυθµούς της σύγχρονης ζωής, στους οποίους γαλουχήθηκαν οι νέοι µοναχοί. Εξάλλου, το πλήθος των προσκυνητών και των επισκεπτών, οι µακροπρόθεσµες οικοδοµικές εργασίες, τα πολλά µέσα µεταφοράς, επικοινωνίας, συντηρήσεως και εξυπηρετήσεως των ιδιαίτερα αυξηµένων αναγκών των ιερών µονών συνεπάγονται έντονη κοσµική παρουσία, θόρυβο και περισπασµό. Πώς µπορεί η ησυχαστική ανακαίνιση να µην αλλοτριωθεί; Πώς µπορεί αυτό που κυοφορήθηκε και γεννήθηκε στην ησυχία της ερήµου να διατηρήσει την ταυτότητά του µέσα στη σύγχρονη προβληµατική;

Το 1963, όταν η µοναστική πολιτεία του Αγίου Όρους γιόρταζε τη συµπλήρωση της πρώτης χιλιετίας της ιστορίας της, είχε λεχθεί ότι ο εορτασµός αυτός αποτελούσε την «επικήδεια τελετή» ή ακόµα και το «µνηµόσυνο» του µοναχισµού του Αγίου Όρους. Ήδη γνωρίζουµε ότι τα πράγµατα εκεί δεν εξελίχθηκαν µέ τους κανόνες της ανθρώπινης λογικής. Και στο ερώτηµα που µας απασχολεί η απάντηση µε βάση την ανθρώπινη λογική είναι πολύ δύσκολη και µάλλον αρνητική.

Το Περιβόλι όµως της Παναγίας δεν δεσµεύεται από την ανθρώπινη λογική. Και η πεποίθηση αυτή είναι το ισχυρότερο όπλο για τη διατήρηση της ταυτότητας του Αγίου Όρους.

Ταυτόχρονα οι αστείρευτες πνευµατικές πηγές του, η αδιάκοπη διαδοχή των πνευµατικών του πατέρων, ο πλούτος και η σοφία των λατρευτικών τυπικών και των ασκητικών κανόνων του προσφέρουν ουσιαστικά αντίβαρα στις ασκούµενες πιέσεις. Γι’ αυτό η υπακοή, που αποτελεί τη σπουδαιότερη µοναχική αρετή, η τακτική συµµετοχή στη λατρευτική ζωή, που βρίσκεται στο κέντρο της πνευµατικής ζωής, και η πιστή τήρηση των τυπικών και ασκητικών κανόνων, που διαφυλάσσουν τη διαχρονικότητα της µοναστικής παραδόσεως, µπορούν να εξασφαλίσουν την αναλλοίωτη διατήρηση της ησυχαστικής ανακαινίσεως και σήµερα. Αυτονόητο βέβαια είναι ότι η διατήρηση αυτή δεν πρέπει να νοηθεί ως φωτογραφική επανάληψη του παρελθόντος, αλλά ως ζωντανή πρόσληψη και παράδοση µέσα στο συνεχιζόµενο ιστορικό γίγνεσθαι.



-----------------------------------
1. Βλ. Irénikon 44 (1971), σ. 529-30.

2. Αναλυτικότερα για τα αίτια της ανακάµψεως του µοναχισµού του Αγίου Όρους βλ. Γ. Μαντζαρίδη, Κοινωνιολογία του Χριστιανισµού, Θεσσαλονίκη 51999, σ. 409-10.

3. Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος (εκδ.), Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι, τοµ. Α΄ (1901-1933), Αθήναι 1955, σ. 590. Πρβλ. Α. Γουσίδη, Οι χριστιανικές οργανώσεις, Θεσσαλονίκη 31996, σ. 21 κ.ε.

4. Βλ. Αρχιµ. Ηλία Μαστρογιαννοπούλου, Αναγεννητικό κίνηµα. Παραφυάδες των Κολλυβάδων, Αθήναι 21987, σ. 79-80.

5. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις Μοναχικής Εµπειρίας, Επιστολή 37, Ιερά Μονή Φιλοθέου, Άγιον Όρος 62003, σ. 220.

6. Βλ. Αρχιµ. Σωφρονίου, Αγώνας θεογνωσίας, Η αλληλογραφία Γέροντος Σωφρονίου µέ τον Δ. Μπάλφουρ, µετάφρ. Αρχιµ. Ζαχαρία, Έσσεξ Αγγλίας 2004, σ. 135.

7. Βλ. Μοναχού Παϊσίου Αγιορείτου, Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 31994.

8. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 62004, σ. 41.

9. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις Μοναχικής Εµπειρίας, Επιστολή 9, σ. 90-92 και Επιστολή 37, σ. 221 κ.ε.

10. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 12.

11. Βλ. Ιωσήφ Μ. Δ., Ο Γέρων Αρσένιος ο Σπηλαιώτης (1886-1983), Θεσσαλονίκη 2001, σ. 91.

12. Για περισσότερα βλ. Ιωσήφ Μ. Δ., Παπαχαράλαµπος Διονυσιάτης, Ασπροβάλτα Θεσσαλονίκης 22003, σ. 165 κ.ε.

13. Βλ. Ιεροµονάχου Ιωσήφ, Γέροντας Εφραίµ Κατουνακιώτης, Κατουνάκια Αγίου Όρους 2000. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο χαρισµατούχος υποτακτικός, Γέροντας Εφραίµ Κατουνακιώτης, Ι. Μ. Μ. Βατοπαιδίου 22002.

14. Βλ. Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Ο µοναχός Γεώργιος, ο ερηµίτης του Άθω (1920-1972), Θεσσαλονίκη 22005.

15. Αρχιµ. Εφραίµ, Καθηγουµένου Ι. Μ. Μ. Βατοπαιδίου, Αίσθησις ζωής αθανάτου, Οµιλιες για τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή, Ι. Μ. Μ. Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2005, σ. 79 και 184-185.

16. Βλ. Ιεροµονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, Άγιον Όρος 2004, σ. 484.







ΠΗΓΗ: http://www.pentapostagma


Read more: http://www.osiaefxi.com/2013/09/blog-post_6962.html#ixzz2sXlXOpYu

Ο Γέρ. Ιωσήφ ο Ησυχαστής & η Αγιορειτική ανάκαμψη -1

Ο Γέρ. Ιωσήφ ο Ησυχαστής & η Αγιορειτική ανάκαμψη -1

30 Αυγούστου 2013
Με αφορμή την πρόσφατη επέτειο της κοιμήσεως του μακαριστού Γέρ. Ιωσήφ του Ησυχαστή  (2 Νοεμβρίου 1898 – 28 Αυγούστου 1959), δημοσιεύουμε σήμερα το πρώτο μέρος από ένα σημαντικό άρθρο του Ομότιμου Καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κ. Γ. Μαντζαρίδη, σχετικά με την ιδιαίτερη συμβολή της οσιακής αυτής προσωπικότητας του σύγχρονου Μοναχισμού στην ανάσχεση της πληθυσμιακής φθοράς που χαρακτήριζε μέχρι τις μέρες του την Αθωνική Πολιτεία.
Η σταθερή ανάκαµψη του αγιορειτικού µοναχισµού, που παρατηρείται σήµερα, άρχισε να επισηµαίνεται στατιστικά από τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Από στατιστική έρευνα, που πραγµατοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1972, διαπιστώθηκε ότι το σύνολο των µοναχών του Αγίου Όρους ανερχόταν στους 1.146. Ο αριθµός αυτός ήταν υψηλότερος κατά µία µονάδα από τον αριθµό των µοναχών, που παρουσίαζε για το προηγούµενο έτος (1971) το περιοδικό Irénikon [1]όπου δηµοσιεύονταν κατά καιρούς στατιστικά στοιχεία των αγιορειτών µοναχών. Έκτοτε η σταθερή πτώση του αριθµού των µοναχών της Αθωνικής Πολιτείας µεταβλήθηκε σε σταθερή ανάκαµψη, που έγινε πλέον εντυπωσιακή.
gerwnioshs
Στην ανάκαµψη αυτή συνέβαλαν ασφαλώς πολλοί παράγοντες. Σε αυτούς συγκαταλέγονται και οι οµαδικές προσελεύσεις συνοδειών από µονές εκτός Αγίου Όρους. Πέρα όµως και πριν από την προσέλευση των συνοδειών αυτών υπήρξε και η παρουσία ισχυρών προσωπικοτήτων µέ έντονη πνευµατική και ηθική ακτινοβολία, που προετοίµασαν και στήριξαν την ανοδική πορεία του Αγίου Όρους. Κορυφαία θέση µεταξύ αυτών κατέχει ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, στον οποίο ανάγουν σήµερα την πνευµατική τους πατρότητα έξι από τις είκοσι Ιερές Μονές του Αγίου Όρους [2].
Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής γεννήθηκε, αναπτύχθηκε και προσήλθε στον µοναχισµό σε περίοδο εκκοσµικεύσεως και παρακµής της µοναχικής και γενικότερα της εκκλησιαστικής ζωής. Δέκα περίπου χρόνια µετά τη γέννησή του, το 1907, ο αρχιµανδρίτης Ευσέβιος Ματθόπουλος ίδρυσε την Αδελφότητα Θεολόγων «Η Ζωή», που απαρτιζόταν από κληρικά και λαϊκά µέλη µέ δεσµεύσεις µοναχικής ζωής, και προσπάθησε να καλύψει σηµαντικά κενά του ποιµαντικού έργου της Εκκλησίας. Με την ίδρυση της αδελφότητας αυτής ανασυστάθηκε ένας ενδοκόσµιος µοναχισµός, που επηρέασε αποφασιστικά την πορεία της εκκλησιαστικής και κοινωνικής ζωής στην Ελλαδική και την ευρύτερη περιοχή.
Παράλληλα αρκετοί ιεροµόναχοι και µοναχοί επηρεασµένοι από το πνεύµα της εκκοσµικεύσεως εγκατέλειψαν τις µονές τους που βρίσκονταν έξω από τον κόσµο και ανέλαβαν εκκλησιαστικά λειτουργήµατα µέσα στον κόσµο. Τέλος αρκετοί ιεράρχες κατά την περίοδο αυτήν επικαλούµενοι τα ζωτικά κενά του ποιµαντικού έργου της Εκκλησίας ήταν αρνητικά τοποθετηµένοι απέναντι στον αναχωρητικό µοναχισµό, ενώ η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος στον «Οργανισµόν του µοναχικού βίου», που εξέδωσε το 1932 για την αναβίωση του µοναχισµού, ορίζει ως σκοπό του µοναχισµού την «µόρφωσιν του λαού δια του κηρύγµατος του θείου λόγου, των κατηχητικών σχολείων, της Ιεράς Εξοµολογήσεως, της διδασκαλίας των διαφόρων τεχνών… και την εξάσκησιν της φιλανθρωπίας»[3].
Βέβαια δεν έπαυσε να υπάρχει και η φιλοκαλική παράδοση. Αυτή άφησε έντονα ίχνη όχι µόνο στο Άγιον Όρος αλλά και στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Άλλωστε και η κίνηση της Ζωής, όπως και οι άλλες χριστιανικές κινήσεις, κληρονόµησαν από αυτήν αρκετά στοιχεία [4]. Ιδιαίτερα όµως ζωντανή ήταν η παράδοση αυτή στην Πάρο, όπου πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια ο νεαρός Φραγκίσκος, όπως ονοµαζόταν ως κοσµικός ο Γέροντας Ιωσήφ. Στην απόφασή του να µονάσει οδηγήθηκε από τη µελέτη της ζωής των αγίων και από εντυπωσιακό συµβολικό όνειρο, που τον καλούσε να υπηρετήσει στα βασιλικά ανάκτορα. Έτσι άρχισε να αποσύρεται σε ήσυχα και ερηµικά µέρη για άσκηση και προσευχή, προσπαθώντας να µιµηθεί κάθε είδος κακοπάθειας που διάβαζε στους βίους των αγίων. Τότε σκέφτηκε και το Άγιον Όρος, όπου πήγε κατά το 1921 σε ηλικία εικοσιτριών ετών.
Εκεί περίµενε να βρει πατέρες στα µέτρα των αγίων που διάβαζε, αλλά δεν ικανοποιήθηκε. «Αφού ήλθα εις το Άγιον Όρος», γράφει ο Γέροντας Ιωσήφ, «έκλαιγα ηµέραν και νύκτα, διατί δεν ευρήκα, καθώς διαλαµβάνουν οι Άγιοι το Άγιον Όρος»[5]. Μολονότι οι πνευµατικές του προσδοκίες ήταν υψηλές, η απογοήτευση που δοκίµασε στον Άθωνα δεν φαίνεται πως ήταν και αντικειµενικά αδικαιολόγητη. Η γενικότερη εικόνα που έχουµε για την πνευµατική κατάσταση του Αγίου Όρους κατά την περίοδο αυτήν, αν και δεν έχει επαρκώς µελετηθεί, δεν θεωρείται οπωσδήποτε θετική. Αξίζει εδώ να σηµειωθεί ότι και ο Γέροντας Σωφρόνιος, ως µοναχός της Ιεράς Μονής του Αγίου Παντελεήµονος, µία περίπου δεκαετία µετά την προσέλευση του Γέροντα Ιωσήφ στο Άγιον Όρος έγραφε ότι «η νοερά εργασία, που αποτελεί τον πυρήνα της πραγµατικής µοναχικής ζωής, βρίσκεται τώρα σε άκρα κατάπτωση»[6].
Κατά την ίδια όµως περίοδο εγκαταβίωνε στην Ιερά Μονή Αγ. Παντελεήµονος ο άγιος Σιλουανός, όπως και ο ίδιος ο Γέροντας Σωφρόνιος, που συνέβαλε αποφασιστικά, µαζί µέ τον άγιο Γέροντά του που βιογράφησε, στην αναβίωση του αγιορειτικού αλλά και ευρύτερα του ορθόδοξου µοναχισµού. Γνωστοί νηπτικοί πατέρες της περιόδου αυτής, κοινοβιάτες και ερηµίτες, είναι ο Ιερώνυµος ο Σιµωνοπετρίτης, ο Αθανάσιος ο Γρηγοριάτης, ο παπα-Σάββας ο πνευµατικός, ο παπα-Τύχων, ο γερο-Κοσµάς ο Παντοκρατορινός, ο γερο-Αυγουστίνος ο Φιλοθεΐτης κ.ά.[7] Αλλά και ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής αναφέρει στα κείµενά του σπουδαίους ασκητές, που συνάντησε κατά τη µετάβασή του στο Άγιον Όρος. Έτσι στα Κατουνάκια, που ήταν και ο πρώτος σταθµός της εκεί µεταβάσεώς του, γνώρισε τον διακριτικότατο Γέροντα Δανιήλ και την αδελφότητά του. Άλλοι σπουδαίοι ασκητές της περιοχής αυτής ήταν ο Γέροντας Καλλίνικος ο Ησυχαστής, που για άγνωστους λόγους αρνήθηκε να τον µυήσει «στα µυστικά της ησυχίας και της ευχής»[8], οι µετέπειτα πνευµατικοί του Γέροντες Δανιήλ και Ευθύµιος, όπως και αρκετοί άλλοι ευλαβέστατοι πατέρες. Τελικά ο Γέροντας Ιωσήφ απέκτησε την αδιάλειπτη ευχή µέ εξαιρετική βία, που την επισφράγισε η επίσκεψη της θείας χάριτος [9]. 
Ο χαρισµατικός Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής σηµατοδότησε την απαρχή της ανακάµψεως του µοναχισµού του Αγίου Όρους, που διαπιστώθηκε, όπως είπαµε, στατιστικά στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Από τη συνοδεία του, που από το 1953 ως τα τέλη της ζωής του (1959) εγκαταβίωνε στη Νέα Σκήτη, προήλθαν πνευµατικοί Πατέρες, που µε τις δικές τους πλέον συνοδείες εξαπλώθηκαν σε ολόκληρο το Άγιον Όρος.
Το έναυσµα για την ευεργετική αυτή διασπορά, που συνέβαλε αποφασιστικά στην ανάκαµψη του Αγίου Όρους, δόθηκε από τον ίδιο τον Γέροντα Ιωσήφ. Εφαρµόζοντας µιά ασυνήθιστη τακτική, έδωσε την ευλογία στο καθένα από τα πνευµατικά του τέκνα, να µπορεί να δηµιουργήσει τη δική του συνοδεία. Η περίεργη αυτή επιλογή του Γέροντα Ιωσήφ δεν µπορεί να είναι άσχετη µέ την προοπτική που είχε η φωτισµένη συνείδησή του για το µέλλον της συνοδείας του. Άλλωστε πριν από πολλά χρόνια, όταν κάποιος γνωστός του, ο Ιωάννης Μπίτσιος, τον ρώτησε για τους τρεις µοναχούς που είδε κοντά του, αν είναι της συνοδείας του, εκείνος απήντησε: «Ναι πράγµατι», και συνέχισε:«Βλέπεις αυτά τα καλογέρια, Γιάννη; Ε! Αυτά θα ’ρθεί καιρός που θα γεµίσουν το Άγιον Όρος µε µοναχούς»[10]. Έτσι οκτώ ήδη µήνες πριν από την κοίµησή του, τον Δεκέµβριο του 1958, προέκυψαν τέσσερις συνοδείες στις καλύβες της Νέας Σκήτης, που έγιναν πόλοι έλξεως νέων µοναχών. Παράλληλα η φήµη των ησυχαστών αυτών πατέρων διαδόθηκε στις γύρω µονές, ενώ δύο από αυτές έσπευσαν να προσκαλέσουν ισάριθµους πατέρες ως πνευµατικούς [11].
Η ανάκαµψη του µοναχισµού του Αγίου Όρους προετοιµάσθηκε ουσιαστικά στην ησυχία της ερήµου. Άλλωστε η δυσµενής κατάσταση των ιερών µονών κατά την περίοδο αυτή συντελούσε, ώστε και οι νέοι που προσέρχονταν στον µοναχισµό να µήν προτιµούν τα µοναστήρια, αλλά µικρές συνοδείες µέ πνευµατικούς Γέροντες σε εξαρτήµατα µονών. Η αύξηση όµως των µελών των συνοδειών αυτών, που σήµαινε ταυτόχρονα και αύξηση των στεγαστικών τους αναγκών, καθιστούσε προβληµατική την περαιτέρω παραµονή τους σε µικρά εξαρτήµατα. Προέκυπτε λοιπόν η ανάγκη για αναζήτηση καταλληλότερου τόπου εγκαταβιώσεως. Και ο τόπος αυτός προσφερόταν τώρα στις µεγάλες σκήτες και κυρίως στις µονές, που άρχισαν να ερηµώνονται µε την πάροδο του χρόνου από µοναχούς, ενώ διέθεταν άφθονους χώρους για τις αυξηµένες ανάγκες των συνοδειών.

Ο ΓΕΡΩΝ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ ΣΤΑ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΑ

Ο ΓΕΡΩΝ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ ΣΤΑ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΑ


Στο Άγιο Όρος, από το δέκατο τρίτο και δέκατο τέταρτο αιώνα, καλλιεργήθηκε και αναπτύχθηκε ή νηπτική προσευχή, σ' όλη την περιοχή, Ιδιαίτερα δε ξεκίνησε από τη Σκήτη της Γλωσσίας, εκεί πού σήμερα είναι ή περιφέρεια της Προβάτας, στη Βίγλα, στα Καυσοκαλύβια, στα Κατουνάκια, στη Μικρή και μεγάλη Αγιάννα, στη Σκήτη του Αγίου Βασιλείου και σε διαφορά άλλα μέρη.

Στη Σκήτη της Γλωσσίας και στη Βίγλα, τη νηπτική ή νοερά προσευχή, δίδαξαν ό άγιος Γρηγόριος ό Σιναΐτης, οι αδελφοί Ξανθόπουλοι Ιγνάτιος και Κάλλιστος και πολλοί άλλοι πατέρες αγιορείτες, οι εκείνων μαθητές και διάδοχοι.
Στη Βίγλα ό Γέρων Κορνήλιος, ό οποίος έγραψε και μέθοδο νηπτικής θεωρίας και πρακτικής εξασκήσεως, για τη νοερά και καρδιακή προσευχή.

Στα Κατουνάκια, πολλοί ήσαν πού είχαν το χάρισμα αυτής της προσευχής, αλλά μέχρι των ήμερων μας, έφτασε ή φήμη της μεγάλης αρετής και πνευματικής διακρίσεως δύο από τους πλέον σπουδαίους εργάτες του είδους αυτού:
Α' Τον προαναφερθέντα θεωρητικό και σοφό Γέροντα των Δανιηλαίων Δανιήλ και
Β' Τον ησυχαστικώτατο Γέροντα Καλλίνικο, ό οποίος επί 55 και πλέον χρόνια αγωνίστηκε, στην ερημική Καλύβη του «Αγίου Γερασίμου του Νέου», στα λεγόμενα κάτω Κατουνάκια.

Ό Γέρων Καλλίνικος, καθώς μας διηγήθηκαν οι Γεροντάδες μας και οι εκείνου διάδοχοι: Ό ευλαβέστατος Γέρων Χριστόδουλος και ό υποτακτικός του πάτερ Καλλίνικος ό νέος, πού βρίσκονται ακόμη αγωνιζόμενοι στην ησυχαστική Καλύβα του «Αγίου Γερασίμου» και οι όποιοι έζησαν από πολύ κοντά τον άγιο αυτόν ησυχαστή και νηπτικό πατέρα. Αυτός, μας είπαν, ήταν μια μεγάλη ασκητική μορφή, πού αφοσιώθηκε κυριολεκτικά στη νηπτική προσευχή και έγινε για πολλά χρόνια έγκλειστος.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1853, από γονείς ευσεβείς και ενάρετους. Από νέος είχε τάσι και διάθεση για μοναστική ζωή και ησυχασμό. Έτσι αφού έμαθε τα πρώτα γράμματα και για την εποχή εκείνη μορφώθηκε αρκετά, γεννήθηκε μέσα του ή επιθυμία να φύγει και να απομακρυνθεί από τον κόσμο και ξεδηλώθηκε έντονα, ό πόθος του να γίνει Μοναχός.
Χρόνια παιδεύονταν με την ιδέα αυτή, όπου μια μέρα, ό Κώστας Θειάσπρης, αυτό ήταν το κοσμικό του όνομα, πληροφορήθηκε και έμαθε, με ποιο τρόπο μπορεί να μεταβεί στο Άγιο Όρος.
Τελικά, σε ηλικία περίπου 22 ετών, με καΐκι πού μετέφερε ξυλεία, έφυγε από τον Πειραιά κι έφτασε στο Άγιο Όρος. Μόλις βγήκε στη Δάφνη, πληροφορήθηκε ότι στα μέρη της Αγιάννας και την έρημο των Κατουνακίων υπάρχουν μεγάλοι ασκητές και ερημίτες. Έφυγε αμέσως και πήγε στη Σκήτη της Αγίας Αννης. Εκεί έμαθε πώς στα Κατουνάκια υπάρχουν πολλοί ενάρετοι, ησυχαστές. Πήγε στα Κατουνάκια, ζήτησε και βρήκε τον Γέροντα Παπα-Δανιήλ, ό οποίος πράγματι ήταν ένα ευλαβέστατο γεροντάκι, πού είχε κτίσει την Καλύβα και το εκκλησάκι του «Αγίου Γερασίμου του Νέου», στα Κάτω Κατουνάκια.

Ό Γέροντας του ησυχαστηρίου αυτού Παπα - Δανιήλ, στην αρχή δεν ήθελε να τον κρατήσει και πρόβαλλε αντιρρήσεις στον ενθουσιώδη αυτόν νέο, προς τον όποιον είπε: «— Παιδί μου, εδώ ή ζωή είναι πολύ σκληρή και απαράκλητη. Εδώ τρώμε μια φορά την ήμερα και κείνο ξεροφαγία. Κάθε Σαββατοκύριακο και τις μεγάλες εορτές βάζομε λίγο λαδάκι. Νερό δεν υπάρχει τρεχούμενο, με μεγάλη οικονομία περνάμε με βρόχινο νερό πού το μαζεύουμε στις στέρνες. Φρούτα και κηπουρικά είδη δεν υπάρχουν. Εσύ είσαι νέος και καλομαθημένος από την Αθήνα, πού βρίσκονται όλα τα αγαθά, γι' αυτό εμείς δεν μπορούμε εδώ να σε βαστήξομε. Αν θέλεις να γίνεις Μοναχός, πήγαινε σε κανένα από τα Κοινόβια Μοναστήρια, πού έχουν άφθονα νερά τρεχούμενα, έχουν ωραίους κήπους μ' όλα τα αγαθά, εδώ είσαι πολύ νέος και δε θα αντέξεις.

Ό Κώστας, σ' όλες αυτές τις αντιρρήσεις του Γέροντος Παπα -Δανιήλ, με παρακλητικό τρόπο απάντησε και είπε: «Σεβαστέ Γέροντα, εδώ δεν ήρθα να βρω αγαθά και αναπαύσεις, μελέτησα καλά τη ζωή πού κάνετε και με τη βοήθεια του Θεού και τις ευχές σας, απεφάσισα να μείνω εδώ κοντά σας και παρακαλώ να με δεχθείτε και να με δοκιμάσετε κι αν δεν κάνω υπομονή σ' ό,τι μου αναθέσετε, τότε με διώχνετε».

Ό Γέροντας Παπα - Δανιήλ, στην επιμονή και τις παρακλήσεις,, του Κώστα, κάμφθηκε και υπό δοκιμήν τον κράτησε κοντά στην άλλη συνοδεία πού είχε. Ύστερα από σκληρή δοκιμασία τον έκειρε Μοναχό και τον ονόμασε Καλλίνικο.
Ό Μοναχός Καλλίνικος, έδειξε τόση προθυμία στην υπακοή, στην τέλεια αυταπάρνηση και γενικά σ' όλα τα διακονήματα πού τον ανέθεταν, πού προβλημάτισε τον Γέροντα του κι όλη τη συνοδεία, διότι ήταν περισσότερο εγκρατής από όλους τους άλλους και σε λίγο χρονικό διάστημα πολλά και μεγάλα χαρίσματα έλαβε. Ήταν ταπεινός, λιγόλογος και από πολύ νέος δόθηκε, μ' όλη τη δύναμη της ψυχής του στην καρδιακή νοερά προσευχή.

Το 1884 κοιμήθηκε, ό Γέροντας του Παπα - Δανιήλ και τότε επιδόθηκε περισσότερο στην πνευματική θεωρία και τη νοερά προσευχή. Έμεινε όμως πιστός στις αρχές που παραδόθηκε από τον Γέροντα του.

Πέντε χρόνια μετά το θάνατο του γέροντα του, πήγαν και κάθισαν κοντά του δυο υποτακτικοί ό Νεόφυτος και ό Δανιήλ, ό νεώτερος, ό οποίος έγινε Ιερομόναχος και τότε πλέον ό Γέρο - Καλλίνικος έλαβε τη μεγάλη απόφαση να γίνει έγκλειστος. Τούτο τον βοήθησε να απαλλαγεί από τις πολλές φροντίδες και ενοχλήσεις πού είχε από τους διάφορους Μοναχούς και ευλαβείς προσκυνητές, και επιδόθηκε πιο πολύ στην εργασία της νοεράς προσευχής. Μετά προσετέθη στη συνοδεία του και ό νυν ευλαβέστατος Γέροντας Χριστόδουλος Μοναχός.

Ό Γέρων Καλλίνικος, τόσο πολύ προχώρησε στην αρετή, έγινε περίφημος, και από την υπερβολική ταπείνωση πού τον διέκρινε, απόκτησε το χάρισμα της διακρίσεως των λογισμών και μ' αυτό ειρήνευε τους πάντας, όσοι τον επισκέφτηκαν και τον γνώρισαν, έφευγαν ενθουσιασμένοι και πληροφορημένοι από τις σοφές συμβουλές του. Επί πλέον φημίζονταν πώς είχε λάβει από το Θεό το χάρισμα να βγάζει και τα δαιμόνια ακόμη.
 

7 Αυγ 20137 Αὐγούστου 1930 ἐκοιμήθη ὀσιακῶς ὁ γέροντας Καλλίνικος ὁ Ἡσυχαστὴς


7 Αὐγούστου 1930 ἐκοιμήθη ὀσιακῶς ὁ γέροντας Καλλίνικος ὁ Ἡσυχαστὴς

Ὁ Γέρων Καλλίνικος ὁ Ἁγιορείτης ἀνῆκει στίς μεγάλες μορφές τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Μοναχισμοῦ. Ὁ Κωνσταντῖνος Θειάσπρης – αὐτό ἦταν τό κοσμικό του ὄνομα – γεννήθηκε στήν Ἀθήνα τό 1853 ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς πού προήρχοντο ἀπό Καπεταναίους τοῦ 1821.
Ἦταν ζωηρό καί ἔξυπνο παιδί. Παράλληλα μέ τά μαθήματά του, μελέτησε καί διάφορα Χριστιανικά βιβλία, ἀπό τά ὁποῖα γνώρισε τήν θαυμαστή ζωή τῶν ἀσκητῶν. Τό 1875, σέ ἡλικία 22 ἐτῶν, ἦλθε στή συνοδεία τοῦ ἐναρέτου Γέροντος Δανιήλ, στά Κατουνάκια τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ὁ γ. Δανιήλ, σάν ἀντίκρυσε τόν Ἀθηναῖο νεαρό, εἶχε ἀμφιβολίες ἄν θά μποροῦσε νά ζήσει τήν βαριά καλογερική ζωή. Ὅμως γρήγορα ἄλλαξε γνώμη καί τόν ἔκειρε μοναχό μέ τό ὄνομα Καλλίνικος.
Ὁ π. Καλλίνικος εἶχε ζῆλο γιά τήν καλογερική ζωή καί βαθιά ἔφεση γιά μάθηση γι’αὐτό καί μελετοῦσε διάφορα Πατερικά βιβλία. Σέ πολύ λίγο χρονικό διάστημα μποροῦσε νά ὁμιλεῖ καί νά γράφει τήν Ρωσική γλῶσσα, αὐτοδίδακτος. Γιά τήν ἐν γένει συμπαράσταση στούς Ρώσους μοναχούς, ὁ Τσάρος τῆς Ρωσίας τοῦ ἀπένειμε παράσημα.
Μέ τήν σύμφωνη γνώμη τοῦ Γέροντά του Δανιὴλ, ἀποφασίζει νά ζήσει ἔγκλειστος. Νά ζήσει δηλαδή στό κελλί του καί σέ μία μικρή περιοχή γύρω ἀπό αὐτό, 45 χρόνια! Ἡ ἡρωϊκή αὐτή ἀπόφαση συνδυάστηκε μέ ὁλοκληρωτική παράδοση στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, μέ ἀδιάλειπτη προσευχή καὶ νηστεία. Δὲν εἶναι βέβαια ἡ ζωή αὐτή γιά ὅλους, ἀλλά «οἷς δέδοται». Ὁ μεταξοσκώληκας δημιουργεῖ τό μετάξι του, ἀφοῦ γίνει ἔκλειστος στό κουκούλι του (π. Χερουβείμ).
Ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος γράφει γι’ αὐτόν: «Ἔβλεπες μία μορφή ὁσιακή, ἐπιβλητική, ἁγία». Ἡ φήμη του προσείλκυε κοντά του πλῆθος ἀνθρώπων, γιά νά ἀκούσουν μιά φωτισμένη ἀπάντηση στά προβλήματά τους.
Ὑποτακτικοί, Γέροντες, ἐρημίτες, κοινοβιάτες, κοσμικοί, νομικοί, στρατιωτικοί, καθηγητές Πανεπιστημίου, πρυτάνεις, Ἕλληνες, Ρῶσοι καὶ γενικῶς ἄνθρωποι πάσης ἡλικίας, κοινωνικῆς τάξεως καὶ μορφώσεως, προσέτρεχαν στόν φωτισμένο ἡσυχαστὴ τῶν Κατουνακίων, γιά νά τόν συμβουλευτοῦν γιά τά προβλήματά τους. Μεταξὺ αὐτῶν ἦταν ὁ Ἰωσήφ ὁ Σπηλαιώτης, ὁ π. Γεράσιμος Μενάγιας, κ.ἄ....


Ἀξιώθηκε καὶ αὐτός μεταξὺ ἄλλων ἐλαχίστων μεγάλων Πατέρων τῆς θέας τοῦ ἀκτίστου φωτός. «Μέ τήν ἄσκηση τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ἠξιώθη θείων ἐλλάψεων», γράφει ὁ Ἔραστος Μοναχός. («Δύο Σύγχρονοι Ἅγιοι», Ἀθήνα 1963).

Στίς 7 Αὐγούστου 1930 ἔμελε ὁ ἔγκλειστος ἡσυχαστὴς τῆς ἐρήμου τῶν Κατουνακίων π. Καλλίνικος νά ἀναχωρήσει γιά «τά σκηνώματα Κυρίου τά ἀγαπητά». Ἀφοῦ προειδοποίησε γιά τό τέλος του τόν ὑποτακτικό του, τοῦ εἶπε νά ὑπάγει νά ἑτοιμάσει τήν ἐκκλησία. Ἐπί δέκα λεπτά πρίν ξεψυχήσει ἐνατένιζε ἅγιες μορφὲς πού ἦλθαν νὰ τόν συνοδεύσουν τιμητικά στήν ἀναχώρησή του. Τότε ἀκούστηκε νά ψελλίζει ἤρεμα: «Σέ εὐχαριστῶ Θεέ μου πού πεθαίνω Ὀρθόδοξος» (π. Χερουβείμ).

Μέ τήν ἔναρξη τοῦ 20ου αἰώνα γεννήθηκε στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας ἕνα μόρφωμα περίεργο. Ἕνα ἀλλόκοτο τέρας. Ὁ Οἰκουμενισμὸς. Κατ’ αὐτόν καμμία θρησκεία δὲν ἔχει πλῆρη ἀλήθεια. Κάθε θρησκεία ἔχει μέρος τῆς ἀληθείας. Ἡ ὁλοκληρωμένη ἀλήθεια θὰ προκύψει ἀπό τήν ἕνωση ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ ὅλων τῶν θρησκειῶν.

Πανθρησκεία ὁ Οἰκουμενισμὸς. Διάφορες προσωπικότητες ἔχουν χαρακτηρίσει τόν Οἰκουμενισμό ὡς παναίρεση (Άγιος Ιουστῖνος Πόποβιτς). 

Ἐλάμβανε τό θρησκευτικό Περιοδικό «Η ΖΩΗ». Ὅταν ὅμως ἔγινε ἡ ἀλλαγή τοῦ Ἡμερολογίου, ἀμέσως ἐπέστρεψε τό Περιοδικό.

Θά μπορούσαμε νά ποῦμε, ὅτι ὁ Γέροντας Καλλίνικος ἔπαιξε στίς ἡμέρες μας τόν ρόλο τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καί ἄλλων ἀγωνιστῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι σέ στιγμές κρίσιμες γιά τήν Ἐκκλησία ἔμειναν μοναδικοὶ ὑποστηρικτές τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἐκ τῶν παρατεθέντων στοιχείων γίνεται ἀντιληπτό, ὅτι ὁ Ἅγιος Γέροντας Καλλίνικος ὁ Κατουνακιώτης ὁ ἔγκλειστος Ἡσυχαστὴς, εἶναι μία σύγχρονη μορφὴ τῆς Ἀθωνικῆς ἐρήμου πού στηλίτευσε τὴν αἵρεση τῶν Ἰταλῶν, τόν Παπισμὸ καὶ τὴν σύγχρονη παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.