Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024

Ο Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας μιλάει για τον Μητροπολίτη Αθανάσιο Λεμεσού.

Γιατί ὁ ἄδικος θάνατος στοὺς δικαίους ἀνθρώπους; (Γέρων Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης Προηγούμενος Ἱ. Μ. Φιλοθέου)

 


Διαβάζουμε στὸ Γεροντικὸ ὅτι ἕνας ἐρημίτης, ἕνας σπηλαιώτης ἀσκητής, εἶχε ἕναν ὑποτακτικὸ καὶ κάποια μέρα τοῦ ἔδωσε τὸ ἐργόχειρο καὶ τοῦ εἶπε:


“Παιδί μου, θὰ πᾶς,πᾷς κάτω στὴν πόλη νὰ τὸ πουλήσεις καὶ νὰ ἀγοράσεις τὰ χρειαζόμενα καὶ νὰ ἐπανέλθεις”…




Ὁ μοναχὸς ὡς καλὸς ὑποτακτικὸς κατέβηκε καὶ ἔκανε μερικὲς ἡμέρες, μέχρις ὅτου διαθέσει τὸ ἐμπόρευμα. Καὶ στὶς ἡμέρες ἐκεῖνες εἶδε μία κηδεία πολὺ λαμπρὰ μὲ τὰ πλέον ἐξεζητημένα μέσα πολυτελείας ἐκείνου τοῦ καιροῦ, ἅμαξες καὶ ζῶα καὶ λαμπρότητες, εἶδε τὴν κηδεία νὰ πορεύεται μὲ ἕναν καιρὸ ἡλιόλουστο, μιὰ πάρα πολὺ χαρούμενη ἡμέρα, κόσμος κλπ, καὶ ἀπορῶντας ἔλεγε:


“Μά, ποιός νὰ πέθανε, ποιός μεγάλος ἄνθρωπος καὶ τόση μεγάλη λαμπρὰ κηδεία τοῦ γίνεται”.


Καὶ ρώτησε κάποιον ἄνθρωπο καὶ τοῦ εἶπε παραδόξως ὅτι: “ἡ Α πόρνη γυναῖκα ἀπέθανε”, καὶ ἔλεγε: “Μά, τόση χλιδή;”


Τὸ ἀντιπαρῆλθε. Τελείωσε τίς δουλειὲς ποὺ εἶχε νὰ κάνει καὶ ἐπέστρεψε εἰς τὸν γέροντά του. Καὶ ὅταν ἔφτασε πρὸ τῆς πύλης τῆς σπηλιᾶς, ἀκούει μέσα βογγητὰ καὶ μουγκρητὰ ζώου καὶ αὐτὸ ἦταν ἕνα λιοντάρι ποὺ κατεσπάραζε τὸν γέροντα ἀσκητῆ, τὸν ἐξαϋλωμένο ἄνθρωπο, καὶ ἀμέσως σαλεύτηκε ὁ νοῦς του, θόλωσε ἡ διάκριση καὶ εἶπε:


“Μά, ἡ πόρνη μὲ τόση λαμπρότητα καὶ τιμὲς καὶ ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος νὰ ὑποστεῖ αὐτὸν τὸν σκληρὸ θάνατο, νὰ τὸν τρώγει ἕνα θηρίο; Ποία εἶναι ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ;”


Σὰν νὰ ἔβλεπε μέ τον νοῦ του ἀδικία καὶ ἀδιακρισία ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ σκέφτηκε νὰ ἐπιστρέψει στὸν κόσμο, διότι τὰ πράγματα δὲν εἶναι ὅπως τὰ εἶχε διδαχτεῖ καὶ φανταστεῖ. Καὶ ὅταν γύρισε τὰ βήματά του πρὸς τὸν κόσμο, ὁ Θεὸς ἐπέβλεψε δι’ εὐχῶν τοῦ Γέροντός του καὶ φάνηκε ἄγγελος τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ λέει:


“Γιατί σκέφτηκες τόσο ἄδικα ἀπέναντι στὴν κρίση τοῦ Θεοῦ;”


“Μά, πῶς”, τοῦ λέει, “ἄγγελέ μου, νὰ μὴν σκεφτῶ ἔτσι, τὴ στιγμὴ ποὺ βλέπω τόση διαφορὰ εἰς τὸν θάνατον, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ γέροντάς μου ἦταν ἅγιος ἄνθρωπος καὶ ἐκείνη ἦταν μία πόρνη γυναῖκα; Ἐντελῶς τὰ πράγματα διαφορετικά”.


“Ναί, ἔτσι προφανῶς φαίνονται”, τοῦ ἀπαντᾷ ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ, “ἀλλὰ ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ εἶναι διαφορετική. Ἡ πόρνη γυναῖκα -σὰν ἄνθρωπος καὶ αὐτή- εἶχε κάνει ὁρισμένες πράξεις καλὲς καὶ ὁ γέροντάς σου πρὶν ἔρθει νὰ ἀσκητέψει, σὰν λαϊκὸς εἶχε καὶ αὐτός -σὰν ἄνθρωπος- ὁρισμένες ἁμαρτίες.


Τὴν πόρνη γιὰ τίς καλές της πράξεις ὁ Θεός της ἀπέδωσε τὸ δίκαιον ὄφλημα καὶ ἔτσι δὲν τῆς χρεωστεῖ τίποτε. Ἐπειδὴ ἦταν βεβαρημένο τὸ ποινικόν της, ἔπρεπε νὰ τῆς ἀποδώσει τίς ὀλίγες πράξεις της μὲ μία δικαία ἀνταπόδοση. Ἐξ οὗ καὶ οἱ τιμὲς καὶ ἡ ἡλιόλουστη μέρα καὶ τὰ μέσα μεγαλοπρεπείας, κι ἔτσι δὲν τῆς χρεωστεῖ τίποτα.


Ὁ δὲ γέροντάς σου ἐξόφλησε τὸ ὄφλημα τῶν ἁμαρτιῶν του, ποὺ εἶχε κατὰ κόσμον, καὶ ἀπῆλθε μὲ τὴν δικαία κρίση τοῦ Θεοῦ ὁλόλαμπρος, ἐντελῶς καθαρός, μὴν ἔχοντας κηλῖδα εἰς τὸ ἔνδυμα τῆς ψυχῆς του”.


Καὶ μόλις ὁ ταπεινὸς ὑποτακτικὸς ἄκουσε τὸν ἄγγελο καὶ τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ, ὁπωσδήποτε ζήτησε συγνώμη καὶ μέμφθηκε τὸν ἑαυτόν του, ἐπέστρεψε καὶ συνέχισε τὴν ἀσκητικὴ ζωὴ τοῦ εἰς τὴ σπηλιὰ τοῦ γέροντός του.


Γι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τρέχουμε ἀσυλλόγιστα καὶ νὰ κρίνουμε οἱονδήποτε θάνατο καὶ πράξη ἀνθρώπου. Ὁ Θεὸς δὲν οἰκονομεῖ μόνο τὴν σωτηρία τοῦ ἀπελθόντος, ἀλλὰ φροντίζει νὰ βοηθήσει καὶ ἡμᾶς τοὺς ζῶντας γιὰ νὰ διορθώσουμε ὁ καθένας μας τὸν ἑαυτόν του.


Πηγή: agiazoni.gr

Τί εἶναι Ὀρθοδοξία; (Γέρων Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης Προηγούμενος Ἱ. Μ. Φιλοθέου) 20 Ιανουαρίου 2023 Ὁμιλία ΛΒ΄. Ὀρθοδοξία• ἡ βασιλικὴ ὁδὸς τοῦ Εὐαγγελίου, σέλ. 468 (ἀποσπάσματα). APO DIAKONIMA

 




Εἴμαστε Ὀρθόδοξοι καὶ οὐσιαστικὰ δὲ γνωρίζουμε τὸ ὕψος, τὸ βάθος, τὸ πλάτος τῆς Ὀρθοδοξίας. Θὰ πρέπει νὰ τὴ δοῦμε σὲ ὅλη τὴν ἁγιότητά της.


Τί εἶναι Ὀρθοδοξία; Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἀλήθεια, τὸ ὀρθὸ δόγμα περὶ τοῦ Θεοῦ, περὶ τοῦ ἀνθρώπου καὶ περὶ τοῦ κόσμου, ὅπως μᾶς τὴν ἔδωσε ὁ Ἴδιος ὁ ἐνανθρωπήσας Θεὸς μὲ τὴν ὑπέροχη διδασκαλία Του, μὲ τὴν ἁγία ζωή Του καὶ μὲ τὴν λυτρωτικὴ θυσία Του, ὅπως τὴ διετύπωσε κατόπιν ἡ θεόπνευστη διάνοια καὶ καρδιὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅπως τὴ «ζωντάνεψε» ὁ μαθητὴς τῆς ἀγάπης καὶ οἱ ἄλλοι Εὐαγγελιστὲς καὶ Ἀπόστολοι μὲ τὸ οὐράνιο φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως τὴν παρέδωσαν καὶ σέ μᾶς οἱ πνευματοκίνητοι Πατέρες τῆς Ἀλεξάνδρειας, τῆς Κωνσταντινούπολης, τῆς Καππαδοκίας, τῆς Συρίας, τῆς Παλαιστίνης καὶ τοῦ Ἁγίου Ὅρους ἀργότερα.


Ὅλοι αὐτοί, ἀπὸ τὸν Ἱερὸ Πολύκαρπο, τὸν μαθητὴ τῶν Ἀποστόλων, μέχρι τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, ὁ ὁποῖος ἐκοιμήθη στὶς ἀρχὲς τοῦ (πρό)περασμένου αἰῶνα, μὲ τὴν σοφία τους καὶ τὴν ἁγιότητά τους, μὲ τὶς θυσίες καὶ τοὺς ἀγῶνες τους μᾶς παρέδωσαν τὴν παρακαταθήκη τῆς ὀρθῆς πίστεως καὶ ζωῆς, τὸν θησαυρὸ τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης.


Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ θαυμαστὴ ἐκείνη σύνθεση δόγματος καὶ ἤθους, θεωρίας καὶ πράξεως. Ὀρθοδοξία εἶναι ἀκόμα ἐκεῖνο, ποὺ διατύπωσαν ἐπισημότερα οἱ Σύνοδοι, τὰ οἰκουμενικὰ ἐκεῖνα εὐλογημένα συνέδρια τῆς ἀνὰ τὸν κόσμον Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.


Τότε οἱ θεοφόροι Πατέρες «ὅλην συγκροτήσαντες τὴν τῆς ψυχῆς ἐπιστήμην καὶ τῷ θείῳ Πνεύματι συνδιασκεψάμενοι» ἀπεφάνθησαν γιὰ τὰ μεγαλύτερα προβλήματα ποὺ ἀπασχολοῦν τὸν πνευματικὸ ἄνθρωπο καὶ ἔθεσαν τὰ βάθρα, τὰ θεμέλια τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ποὺ εἶναι ὁ πραγματικὸς πνευματικὸς πολιτισμός.


Τὴν Ὀρθοδοξία ἐπισφράγισαν οἱ μάρτυρες ὅλων τῶν ἐποχῶν· ὅλη ἡ ἱερὴ στρατιὰ τῶν ἑκατομμυρίων ἡρώων καὶ ὁμολογητῶν, ἀνδρῶν, γυναικὼν καὶ παιδιῶν, μὲ τὸ τίμιο αἷμα τους. Ἀπὸ τὰ ἀμφιθέατρα τῆς Ρώμης μέχρι τὰ στρατόπεδα τῆς Ρωσίας, ἀπέδειξαν, ὅτι ὁ χριστιανισμὸς δὲν εἶναι μία ἁπλὴ θεωρία ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· ὁ ὡραιότερος ἡρωισμός, ἡ νίκη κατὰ τῆς ὠμῆς βίας καὶ τῆς ὑλικῆς δύναμης, ἡ ἐπικράτηση καὶ ἡ βασιλεία τοῦ πνεύματος.


Ἦρθε κατόπιν νὰ ὑμνήσει τὴν Ὀρθοδοξία ἡ λατρεία, μὲ τὴν ὑπέροχη ποίηση καὶ τὴν ἐμπνευσμένη ὑμνογραφία της, ἡ ὁποία συνδυάζει τὸ φυσικὸ μὲ τὸ ὑπερφυσικό, τὰ ἐγκόσμια μὲ τὰ ἐπουράνια, τὴν ἀτομικότητα μὲ τὴν κοινωνικότητα, τὴν οἰκειότητα καὶ τὸν βαθὺ σεβασμό, τὸ εὔληπτο καὶ τὸ μυστήριο.


Μέσα στὸν ναὸ, σὲ κάθε Λειτουργία, μέσα σὲ μία ἀτμόσφαιρα ἀνάτασης καὶ ἱερότητας, τελεῖται ἡ Θυσία τοῦ Θεανθρώπου, ὅπου συμμετέχουν ὅλοι οἱ πιστοί. Ἐκεῖ, ἐπίσης, ὑμνοῦνται καὶ προβάλλονται τὰ κατορθώματα τῶν γιγάντων τῆς πίστεως μὲ ἐπικεφαλῆς τοῦ χοροῦ αὐτοῦ τὴν Θεοτόκο Μαρία. Ἐκεῖ ἐξυμνεῖται τὸ δόγμα, ὄχι μόνο ὡς ἀληθινό ἀλλὰ καὶ ὡς ἀνταποκρινόμενο στὶς ἀνθρώπινες ἐφέσεις.


Ἀλλὰ καὶ τὸ ἰδανικό, γιὰ τὸ ὁποῖο ἀγωνίσθηκε ὁ μοναχισμός, δὲν εἶναι διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ νόημα τῆς Ὀρθοδοξίας. Κατὰ τοὺς εἰδικοὺς μελετητὲς, ὁ Ὀρθόδοξος μοναχισμὸς ὑπῆρξε ὁ πνευματικὸς στρατός, ὁ ὁποῖος ἀγωνίσθηκε γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας καὶ γιὰ τὴν τελείωση τοῦ ἀνθρώπου. Σκοπὸς τους ἦταν τὸ «μορφωθῆναι τὴν ψυχὴν τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοός».


Ἐδῶ, σ’ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ σημεῖο, εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ μοναχικοῦ πνεύματος, εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ ἡ ἐπιτυχία τοῦ μοναχισμοῦ. Οἱ πνευματικοὶ ἀγῶνες τῶν ἀσκητῶν εἶναι οἱ νέοι ὀλυμπιακοὶ ἀγῶνες τοῦ πνεύματος. Ὁδηγοῦν τὸν ἄνθρωπο στὸν κατ’ ἐξοχὴν φιλόσοφο βίο, στὴν θέωση. Ἡ πορεία τοῦ ἀσκητισμοῦ εἶναι πορεία ἐξαγνισμοῦ καὶ ἐπιστροφῆς πρὸς τὸ θεῖο.


Καὶ ὄχι μόνο στοὺς ἀσκητές ἀλλὰ καὶ σ’ ὁλόκληρο τὸ χριστιανικὸ πλήρωμα, ἡ Ὀρθοδοξία μᾶς ἔδωσε τὸ νόημα τῆς ἁγιότητας. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ, ἐξύψωσε τὰ ἤθη τῆς κοινωνίας. Ἰδιαίτερα, τὸ βλέπουμε αὐτὸ στὴν κοινωνικὴ ἀντίληψη.


Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ πορεία τοῦ ὁλοκληρωμένου ἀνθρώπου πρὸς τὸν Πλάστη του, πρὸς τὴν θέωση. Ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν πλήρη ἀνάπτυξή του ἐν τῷ Χριστῷ καὶ γιὰ τὸν Χριστό. Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι μόνο ἡ κατ’ ἐξοχὴν θεολογία ἀλλὰ εἶναι συγχρόνως καὶ ἡ ἀληθινὴ ψυχολογία, ὁ γνήσιος ἀνθρωπισμὸς καὶ κοινωνισμός. Εἶναι ἕνα πολύεδρο διαμάντι, τὸ ὁποῖο ἀπὸ ὅλες τὶς πλευρὲς παρουσιάζει νέες ἀντανακλάσεις τῆς ἀλήθειας.


Ἂς γνωρίσουμε, λοιπόν, τὴν Ὀρθοδοξία μας. Ὄχι θεωρητικά. Ἂς τὴν αἰσθανθοῦμε καὶ ἂς τὴν ζήσουμε σὲ ὅλο τὸ βάθος καὶ τὸ πλάτος της. Ἔτσι μόνο, θὰ μποροῦμε νὰ τὴν προβάλουμε καὶ νὰ τὴν ἀξιοποιήσουμε.


Πανέμορφη Ὀρθοδοξία, αἱματοστόλιστη νύμφη τοῦ Χριστοῦ, ποτέ, ποτὲ νὰ μὴ σὲ ἀρνηθοῦμε οἱ ἀνάξιοι, ἀλλὰ ἂν τὸ καλέσουν οἱ περιστάσεις καὶ οἱ καιροί, ἀξίωσέ μας, ὦ φίλη, γιὰ σὲ νὰ χύσουμε καὶ τὴν τελευταία ρανίδα τοῦ αἵματός μας. Ἀμήν.


Πηγή: agiazoni.gr

Γέροντας Εφραίμ ο Φιλοθεΐτης: Εάν συγχωρήσουμε, θα συγχωρηθούμε 1 Οκτωβρίου 2023 APO DIAKONIMA




«Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος. εάν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών» (Ματθ. στ’, 14-15).


Επάνω στη γη κανείς δεν είναι αναμάρτητος. Όλοι είμεθα αμαρτωλοί και ένοχοι σηκώνοντας ο καθένας μας ένα φορτιο από αμαρτιες, πάθη, αδυναμίες, απροσεξίες, οι οποίες έχουν επιβαρύνει τη ζωή μας. Φέρουμε όλοι μας ένα ποινικό με ποικίλες αμαρτιες, βαρειές, ελαφρές, πολλές, λίγες, μηδενός εξαιρουμένου, εκτός του Θεού. Η ζωή μας ολόκληρη συνεχώς παράγει αμαρτιες. Αμαρτάνουμε με τη σκέψι, με τη καρδιά, με όλες τις αισθήσεις τις σωματικές και τις πνευματικές της ψυχής. Σκεφθήτε τι μεγάλη παραγωγή αμαρτιας έχουμε! Όλοι λοιπόν εμείς οι ταλαίπωροι άνθρωποι έχουμε ανάγκη από τη συγχώρησι από το Θεό, από την ακύρωσι όλης αυτής της παραγωγής των αμαρτημάτων.


Και κάθε χριστιανός λογικά σκεπτόμενος για τη σωτηρία του, επιποθεί την καταλλαγή του με το Θεό. Επιθυμεί να συγχωρηθή και να αγαπηθή από το Θεό δια της μετανοίας. Αλλά για να το πετύχη αυτό, να πετύχη την συγγνώμη υπό του Θεού, να πετύχη την συμφιλίωσι μαζί του, πρέπει να τηρήση τον όρο, που ο Χριστός μας μας έθεσε στο Ευαγγέλιό Του: «Εάν συγχωρήσουμε, θα συγχωρηθούμε». Εάν όμως θελήσουμε να αρνηθούμε την συγγνώμη στον πλησίον μας, στον συγγενή μας, στον συνάνθρωπό μας, που ενδεχομένως κάπου μας έφταιξε, εάν αποφεύγουμε να του την δώσουμε, διότι δεν θέλουμε να ταπεινωθούμε, δεν πρόκειται να πάρουμε την συγγνώμη σε καμμιά περίπτωσι από τον Θεό. Όταν φερ’ ειπείν μας ζητάει κάποιος συγγνώμη, εμείς να μη τον αποστραφούμε γυρνώντας αλλού τα μάτια μας, επειδή δεν μπορούμε να τον αντικρύσουμε. Βέβαια, επειδή εμείς είμεθα εμπαθείς και αδύναμοι, τη δύναμι της συγχωρητικότητος πρέπει να τη ζητήσουμε από τον Θεό με την προσευχή. και τότε θα την πάρουμε θετικά.


Όλοι μας θέλουμε και σ’ αυτή τη ζωή και ιδιαίτερα στην άλλη, στη μετά θάνατον, να ιδούμε το πρόσωπο του Θεού ιλαρό, να μη θέλη να μας αποστραφή για τις πολλές μας αμαρτιες. Δεν θέλουμε να ιδούμε τα γαληνά θεία μάτια να μας αποστρέφωνται για τη βρωμερότητά μας. Επιθυμούμε τα μάτια του Χριστού να μας κοιτάζουν κατάμματα με πατρική αγάπη, με τρυφερότητα, ευμενέστατα και να εκφράζουν την επιείκεια, την συγγνώμη και την είσοδο στη Βασιλεία των ουρανών. Αν θέλουμε να επιτύχουμε αυτή την ασύλληπτη σε πνευματική αξία επιτυχία και να δεχθούμε από το πρόσωπο του Θεού σε μας αυτά, τα οποία επιθυμούμε, όταν θα βρεθούμε μπροστά στο φοβερό δικαστήριο, στην κρίση τη μεγάλη, πρέπει κι εμείς να προσφέρουμε στον πλησίον αυτά τα λίγα πράγματα.


Κι ο Χριστός μας είναι όλος συγγνώμη και άφεσι αμαρτιών. Όπως θέλουμε να μας αγαπά ο Θεός, να μας συγχωρή, να παραβλέπη τα σφάλματά μας, να μας παρακολουθή, να μας προστατεύη η πρόνοιά Του, έτσι κι εμείς να προσφέρουμε αυτά τα ίδια στον αδελφό μας. Η συγγνώμη δεν έχει κόπο, δεν έχει δυσκολία. Τι χρειάζεται; Χρειάζεται ταπείνωσι. Δίνοντας την συγγνώμη στον άλλο, θα πάρουμε την συγχώρησι των αναριθμήτων αμαρτημάτων μας και θα έχουμε όλο το δικαίωμα να πούμε στον Θεό: «Κύριε, ό,τι μου έκαναν οι άνθρωποι τους συγχώρησα, τους έδωσα ολόκαρδα την συγγνώμη μου και την αγάπη μου κατά το Ευαγγέλιό Σου, κατά το Λόγο Σου. Τώρα ζητώ κι εγώ να εκφράσης την αγάπη Σου επάνω μου και να συγχωρήσης τα δικά μου αμαρτήματα».


Πόσες φορές, όταν συναντήσουμε τον άνθρωπο, με τον οποίο είμεθα στενοχωρημένοι ή έχουμε λογισμούς, γιατι μας κατηγόρησε, μας κουτσομπόλεψε, μας πρόδωσε και τόσα άλλα, κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε, πως δεν τον βλέπουμε, για να μη τον χαιρετισουμε! Λένε οι Άγιοι Πατέρες και οι Ασκηταί της ερήμου, οι οποίοι εφήρμοσαν με ακρίβεια το Ευαγγέλιο, ότι όταν σε επισκεφτή ο άνθρωπος, που εσύ γνωρίζεις ότι αυτός πολλά είπε για σένα, μη δείξης πρόσωπο σκυθρωπό ή ότι κάτι γνωρίζεις. Να τον δεχτής τόσο όμορφα, τόσο καλά, σαν να σε επήνεσε, σαν να σε εγκωμίασε, σαν να σε ετιμησε ενώπιον των ανθρώπων! Αυτή η στάσι εκφράζει πολλή πνευματικότητα και απόλυτη εφαρμογή του Ευαγγελικού πνεύματος.




Το Ευαγγέλιο είναι ο διδάσκαλός μας. Ό,τι και να μας απασχολή, αν το ανοίξουμε, θα πάρουμε την απάντησι, θα πάρουμε τον φωτισμό, θα πάρουμε ακριβώς αυτό το φάρμακο, που χρειάζεται για οιανδήποτε περίπτωσι. Οι εντολές του Χριστού είναι ο νόμος του Ευαγγελίου και όταν η ψυχή πιαστή ένοχη στην εφαρμογή του Ευαγγελικού νόμου, χωρίζεται από τον Θεό. Ποιος είναι ο Ευαγγελικός νόμος; «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών» (Ματθ. ζε’, 44). Σχετικά με το θέμα αυτό θα σας πω την εξής ιστορική περίπτωσι από το Μαρτυρολόγιο της Εκκλησίας μας:


Στα χρόνια των διωγμών υπήρχε ένας ιερεύς, ο οποίος λεγόταν Σαπρίκιος. Αυτός ο ιερεύς είχε φίλο ένα λαϊκό χριστιανό, που τον βοηθούσε πολύ. Ήταν πολύ πλησίον του και λεγόταν Νικηφόρος. Ίσως από την πολλή παρρησία, που είχαν μεταξύ τους, ξεπήδησε ένας πειρασμός κι ο ιερεύς σκανδαλίσθηκε πολύ με τον αδελφό και δεν τον συγχωρούσε με τιποτα. Ο Νικηφόρος πήγαινε κατ’ επανάληψιν και του ζητούσε συγγνώμη, αλλά δεν την έπαιρνε από τον ιερέα. Ήταν ο πειρασμός που δεν τον άφηνε.


Κάποια στιγμή συνέλαβε ο ηγεμόνας της επαρχίας εκείνης τον Σαπρίκιο, ως ιερέα του Θεού και Χριστιανό. Τον καλεί ενώπιόν του και τον απειλεί να αρνηθή την πίστι του. Αυτός ωμολογούσε κι έλεγε ότι σε καμμιά περίπτωσι δεν αρνούμαι τον Χριστό μου. Ο τύραννος επέμενε, επέμενε και ο ιερεύς Σαπρίκιος. Άρχισαν τα βασανιστήρια. Ο καλός Νικηφόρος γνωρίζοντας ότι μήτε η ομολογία της πίστεως δεν μπορεί να απαλλάξη τον άνθρωπο από την κόλασι, εάν δεν έχη αγάπη και συγχωρητικότητα, βλέποντας ότι προχωρεί στο μαρτύριο και συγγνώμη δεν παρέχει κατά το Ευαγγέλιο, φοβήθηκε ότι δεν πρόκειται το αίμα του να τον σώση κι έτρεξε στη φυλακή κι έπεσε στα πόδια του κλαίγοντας και ζητώντας συγγνώμη.


– Συγχώρησέ με, πάτερ, σε ό,τι σου έκανα. εγώ φταίω.


– Δεν σε συγχωρώ.


Διαβολική ενέργεια εντελώς. Συνέχιζε ο αγαθός αυτός άνθρωπος, ο Νικηφόρος να ζητή συγγνώμη μετά δακρύων και να φιλάη τα πόδια του ιερέως.


– Πάτερ, δεν θα σε σώση το μαρτύριο. χύνεις το αίμα σου, σε λίγο αποκεφαλίζεσαι. δεν θα στεφανωθής, εάν δεν με συγχωρέσης.


Αυτός δεν του έδινε παντελώς σημασία. Προχωρώντας στον τόπο της θανατώσεως, ο ταπεινός Νικηφόρος ακολουθούσε πίσω από τους δημίους επαναλαμβάνοντας τις παρακλήσεις του μετά δακρύων. Ο Σαπρίκιος συνέχιζε να είναι άκαμπτος. Τότε συνέβη κάτι το τρομακτικό. Την ώρα του αποκεφαλισμού, κατά παραχώρησιν Θεού, η θεία Χάρις εγκατέλειψε τον ιερέα Σαπρίκιο, σκοτισθηκε το μυαλό του και αρνήθηκε τον Χριστό. Την τελευταία στιγμή έχασε το στεφάνι του μαρτυρίου εξ αιτιας της μνησικακίας του. Και στη θέσι του αποκεφαλίζεται ο καλός Νικηφόρος, ο οποίος τώρα συγκαταλέγεται μεταξύ των Αγίων της Εκκλησίας μας. ενώ ο Σαπρίκιος τιμωρήθηκε με αιώνια κόλασι.


Τόσο δύσκολο ήταν να πη: «Αδελφέ μου, εντάξει, ο Χριστός ας σε συγχωρέση»; Μα, το Ευαγγέλιο δίδασκε ως ιερεύς. δεν ήξερε ότι πρέπει να δώση συγχώρεσι, δεν ήξερε ότι ούτε το μαρτύριο δεν σώζει τον άνθρωπο, χωρίς την αγάπη; Κι όμως κατά διαβολική ενέργεια δεν την έδωσε κι έχασε τη Βασιλεία του Θεού.




Μα, κι όταν ρίξουμε μια ματιά, ένα βλέμμα στην Σταύρωσι του Χριστού μας, υπάρχει δυνατώτερο παράδειγμα παροχής συγγνώμης από το αγιώτατο παράδειγμά Του; Επάνω στους μεγάλους Του πόνους, επάνω στη μεγάλη Του εγκατάλειψι από κάθε ανθρώπινη βοήθεια, δεν εξέφρασε καν παράπονο, δεν είπε κανένα κακό λόγο για τους σταυρωτάς Του, που εκείνη την ώρα Τον βασάνιζαν το Θείο Λυτρωτή. Μόνον έστρεψε τα μάτια Του προς τον Ουράνιο Πατέρα Του και είπε: «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. κγ’, 34). (Συγχώρησέ τους Πατέρα μου, αυτό το μέγιστο έγκλημα, που κάνουν. Δεν ξέρουν τι κάνουν. Είναι έρημοι και φτωχοί και το κάνουν από άγνοια). Κι ο Ουράνιος Πατέρας τους συγχώρησε. Νομίζετε ότι εάν μετανοούσε αληθινά ο μεγάλος προδότης, ο Ιούδας, ο Χριστός μας δεν θα τον συγχωρούσε; Βεβαιότατα.


Εάν υποθετικά αυτή τη στιγμή βάλουμε στη σκέψι μας ότι ο Εωσφόρος, τα δαιμόνια μετανοήσουν, θα πάρουν την συγχώρησι από τον Θεό. Ηξεύρετε έστω και στο ελάχιστο, πόσο μεγάλη και αφάνταστη είναι η ενοχή τους απέναντι στον Θεό για όλα τα φοβερά εγκλήματα, και για τα προσωπικά τους και γι’ αυτά που έχουν κάνει στους ανθρώπους. Αυτοί έχουν κηρύξει ανοιχτά τον πόλεμο και την επανάστασι απέναντι στον Θεό και βλασφημούν εκατομμύρια φορές στο λεπτό το όνομα του Θεού. Παρ’ όλα αυτά, εάν μετανοήσουν για όλα όσα έχουν κάνει, ο Θεός θα τους ανοίξη τη Βασιλεία Του και θα τους δώση την πρώτη θέσι, την οποία είχαν προ της πτώσεως. Ποία συγχωρητικότητα έχει ο Θεός! Σκεφθήτε τι Θεό έχουμε! Τι απέραντη καρδιά έχει! Τι ευσπλαχνία έχουμε μπροστά μας! Ο Θεός είναι ωκεανός απέραντος, απέραντη η αγάπη Του, απέραντη η ευσπλαχνία Του, απέραντη η συγχωρητικότητά του, απέραντα όλα! Κι έρχεται τώρα ο φτωχός άνθρωπος, ο χωματένιος, ο ένοχος, ο αποστάτης, ο βαρυποινίτης να μη θέλη να συγχωρήση του συνανθρώπου του, του χρεωφειλέτου του το χρέος μιας δεκάρας, και ζητάει από τον Θεό να του λύση το χρέος ολόκληρου θησαυρού.


Ας υποθέσουμε ότι σε κάποιον άνθρωπο χάρισε ο Θεός χίλια χρόνια ζωής. Όλα αυτά τα χίλια χρόνια τα γέμισε με αμαρτια. το κάθε λεπτό της ώρας με ένα φοβερό αμάρτημα, βλασφημίες, φόνους, αδικίες, κ.λπ. Χίλια χρόνια ζωή γεμάτη εγκλήματα. Με τις φτωχές μας γνώσεις και χωρίς το πνεύμα του Ευαγγελίου, θα πούμε ότι αυτός ο άνθρωπος αποκλείεται να μετανοήση και να σωθή. Αλλά, να! Έρχεται η θεία φώτισι, έρχεται κι ανοίγει ο Θεός την καρδιά του και βλέποντας ότι τελειώνει η ζωή του, ότι φεύγει για την άλλη ζωή -γιατι έρχεται αυτή η αίσθησι στον ετοιμοθάνατο- σκέπτεται όλα αυτά τα φοβερά εγκλήματα των χιλίων χρόνων κι αρχίζουν τα μάτια του να τρέχουν. Μετανοεί και ζητεί συγγνώμη από τον Θεό. Νομίζετε ότι δεν θα την πάρη; Θα την πάρη και πλούσια!


Έχουμε και τους ληστάς εκατέρωθεν του Εσταυρωμένου Κυρίου μας. Ο ένας λέει: «Αν είσαι Θεός κατέβα από τον Σταυρό και κατέβασε κι εμάς!». Έρχεται κι ο άλλος ο ληστής ο ευγνώμων και λέει: «Μα, γιατι μιλάς έτσι; Γιατι προσθέτεις στις πληγές αυτού του Αγίου τα πικρά σου λόγια; Αυτός δεν έκανε κανένα κακό. εμείς κάναμε φόνους και εγκλήματα και άξια ων επράξαμε απολαμβάνουμε. Αυτός ο άνθρωπος ουδέν κακόν εποίησεν». Κι αμέσως με την ομολογία, που έκανε, έρχεται και η φώτισι της θεολογίας και στρέφει ικετευτικά τα μάτια του στον Χριστό μας και του λέει: «Μνήσθητι μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη Βασιλεία Σου» (Λουκ. κγ’, 41-42). Εφ’ όσον θα πέθαινε, σε ποια βασιλεία ζήτησε να εισέλθη μαζί Του; Εγνώρισε θεολογικά ότι Αυτός, που σταυρώνεται, είναι Θεός και έχει τη Βασιλεία Του στον Ουρανό. Κι ο Χριστός μας στρέφει το πρόσωπό Του και τα γαληνά Του μάτια και του λέει: «Απ’ αυτή τη στιγμή θα είσαι μαζί Μου στη Βασιλεία Μου». Και είναι ο ληστής ο πρώτος άνθρωπος, που εισήλθε στη Βασιλεία του Θεού. Ο λόγος του Θεού δεν πέφτει έξω. Εάν ο ληστής με το κλειδί του «μνήσθητι» άνοιξε την πύλη του Παραδείσου, πολλώ μάλλον η μετάνοια, η επιστροφή, τα δάκρυα θα ανοίξουν ευκολώτατα την πύλη της Βασιλείας των ουρανών στον κάθε αμαρτωλό! Τι φοβερό, τι ασύλληπτο, τι αδιανόητο πράγμα η συγχωρητικότητα του Θεού!




Θα σας πω ένα παράδειγμα μιας ψυχής, που κι εγώ ο ίδιος έμεινα έκθαμβος μπροστά στο μεγαλείο της. Εδώ στο εξωτερικό πριν μερικά χρόνια ήταν μία ψυχή, την οποία εγκατέλειψε ο άνδρας της. Μπήκε ένα άλλο πρόσωπο μέσα στο σπίτι της, της πήρε τον άντρα και έφυγε. Αυτή η γυναίκα κάποια μέρα προσήλθε στο χώρο, που εξομολογούσα με πολλή αγάπη και σεβασμό. Γονάτισε κι έκλαιγε. Της λέω:


– Παιδί μου, ποια είναι η αιτια των δακρύων σου; Τι σου συμβαίνει;


– Ξέρετε, Πάτερ, δεν κλαίω για κάποιο αμάρτημα, αλλά κλαίω για να φωτισθή ο άντρας μου, να μετανοήση, γιατι έκανε το σφάλμα κι έφυγε από το σπίτι με άλλη γυναίκα κι αμάρτησε στον Θεό. Και έρχεται στο σπίτι μου με τη γυναίκα, που έχει τώρα, τους φιλοξενώ, τους κάνω τραπέζι, κοιμούνται και μετά φεύγουν. Φιλάω τον άντρα μου, φιλάω τη γυναίκα αυτή, τους κάνω δώρα, τους ξεπροβοδίζω, τους δίνω ευχές και πηγαίνουν. Και ξαναέρχονται.


– Και γιατι παιδί μου, το κάνεις αυτό;


– Μα, δεν το λέει ο Χριστός αυτό στο Ευαγγέλιο, να αγαπάμε τους εχθρούς μας; Αυτή η γυναίκα για μένα είναι ο μεγαλύτερός μου εχθρός, αφού μου πήρε τον άντρα. αλλά πρέπει να την αγαπώ. Κι αφού ο Χριστός ζητεί να αγαπάμε τους εχθρούς μας και να δίνουμε όλο τον εαυτό μας και την αγάπη μας, αυτό κάνω κι εγώ. Και κλαίω να τους φωτιση ο Θεός και να τους δώση μετάνοια. Προσευχηθήτε κι εσείς γι’ αυτό.


Μπορείτε να μετρήσετε την αρετή αυτής της γυναίκας; Μπορεί ο Θεός τώρα αυτήν την γυναίκα, ό,τι κι αν έκανε σαν άνθρωπος, να μην την έχη συγχωρήσει; Και τα δάκρυά της δεν ήταν για τίποτε άλλο, παρά το βραβείο, που της είχε δώσει, για τη μεγάλη αυτή νίκη της αγάπης. Να, η εφαρμογή του Ευαγγελίου τι ανθρώπους κάνει! Και δεν είναι καθόλου χαζή, είναι λογικωτάτη γυναίκα και πάρα πολύ δυνατός άνθρωπος. Μια αφανής ηρωίδα του Ευαγγελίου, χωρίς κανείς να το γνωρίζη αυτό.


Ενώ εμείς οι ταλαίπωροι άνθρωποι, και πρώτος εγώ, ποτέ δεν θα το έκανα αυτό. Μπορεί να έβριζα, μπορεί να συκοφαντούσα, μπορεί να τον έδερνα, να τον καταριόμουν κι αυτόν κι εκείνη κ.λπ. Και βλέπεις από την άλλη πλευρά το Ευαγγέλιο να κάνη ένα τέτοιον ωραίο άνθρωπο. Αυτή η γυναίκα εν ημέρα Κρίσεως θα κρίνη μία άλλη γυναίκα με το ίδιο ιστορικό, αλλά με διαφορετική αντιμετώπισι του θέματος. Και δεν θα έχη δικαιολογία να πη στον Θεό: «Αφού ήταν τόσο μεγάλο το αδίκημα απέναντι μου, τι μπορούσα να κάνω;» «Να τι έκανε αυτή η γυναίκα. αυτό μπορούσες να κάνης κι εσύ, αν τηρούσες το Ευαγγέλιο».


Το Ευαγγέλιο μπορεί να εφαρμοσθή από κάθε άνθρωπο. Κι όποιος το τηρήση στην ουσία του, μπορεί να γίνη μία εξαίρετη προσωπικότητα. Δεν μπορούμε να πούμε ότι σε ωρισμένους ο Θεός δίνει τη δύναμι και σε άλλους όχι. Το Ευαγγέλιο λάμπει όπως ο ήλιος λάμπει για όλους. Ανάλογα όμως με την υγεία των ματιών μας βλέπουμε τον ήλιο. Έχεις υγιή μάτια; Βλέπεις ολοφώτεινο τον ήλιο. Δεν έχεις; Αναγκάζεσαι να φορέσης γιαλιά.




Θυμάστε το ιστορικό εκείνο από τον βίο του Αγίου Διονυσίου της Ζακύνθου:


Κάποια νύχτα χτυπάει κάποιος την πόρτα του Αγίου και του λέει:


– Σε παρακαλώ, Άγιε του Θεού, κρύψε με.


– Γιατι τι έκανες, παιδί μου;


– Σκότωσα άνθρωπο, κρύψε με.


Τον κρύβει ο Άγιος. Μετά από λίγο βλέπει ανθρώπους του νησιού να τρέχουν και να αναζητούν το φονιά. Φτάνουν στον Άγιο και του λένε:


– Μήπως πέρασε από δω κάποιος άνθρωπος, γιατι κάποιος σκότωσε τον αδελφό σου και τον ψάχνουμε.


– Δεν ξέρω, δεν πέρασε κανείς από δω. Αλλά γιατι σκότωσε τον αδελφό μου; Κοιτάξτε κάπου αλλού να τον βρήτε.


Και τον φονιά του αδελφού του τον είχε κρυμμένο ο Άγιος. Φύγανε αυτοί οι άνθρωποι και φυσικά δεν τον βρήκανε. Πηγαίνει μέσα και λέει στον φονιά:


– Τι σου έκανε αυτός ο καλός άνθρωπος και τον σκότωσες; Ξέρεις ότι ήταν αδελφός μου;


Σκεφθείτε και φαντασθήτε την κατάστασι του φονιά εκείνη τη στιγμή!


– Άνθρωπε, θα σου δείξω ένα δρόμο, για να φύγης, να μη σε πιάσουν και μετανόησε γι’ αυτό που έκανες.


Και τον ωδήγησε κρυφά και τον φυγάδευσε. Σκεφθήτε ανεξικακία, μακροθυμία κι Ευαγγελική αγάπη!


Εκείνο που πρόσεξαν πολύ και προσπάθησαν οι Άγιοι και οι Ασκηταί και οι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν να αγαπήσουν τον πλησίον τους με όλη την αγάπη του Ευαγγελίου. Κι έτσι πέτυχαν την αγιότητα. Και σε μας τους αμαρτωλούς με τα τόσα βάρη, που σηκώνουμε επάνω στην πλάτη μας, μας δίδεται η ευκαιρία, μας δίδεται η εγγύησι από τον Θεό, ότι μπορούμε όλο αυτό το φορτιο να το πετάξουμε, να γίνουμε ελεύθεροι, να ανεβούμε με φτερά στον ουρανό. Μη λογίζεσθε κακό, ό,τι κι αν ακούσετε, ότι σας έκαναν. Συγχωρείτε με όλη την καρδούλα σας, με όλη την ψυχή σας και να ξέρετε, πως θα είσθε συγχωρημένοι από τον Θεό.




Πήγαν κάποτε κάποιοι στον Μέγα Θεοδόσιο και του είπαν:


– Μεγαλειότατε την προτομή σας κάτω εκεί στην Αντιόχεια, την χτύπησαν, την μωλώπισαν, την κατέστρεψαν. Διατάξτε τιμωρία για τους υπευθύνους.


Τι έκανε τότε ο βασιλεύς; Αυτός που είχε βασιλική καρδιά, αυτός που είχε το Ευαγγέλιο μέσα του, τι τους απάντησε;


-Μήτε μώλωπα έχω, μήτε τα μάτια μου βγήκαν, μήτε η μύτη μου έπαθε τιποτα. Αν έκαναν κάτι το έκαναν σε πράγμα άψυχο. δεν είναι τιποτα κακό. Γιατι να τους κάνουμε κακό; Να είναι συγχωρημένοι.


Γι’ αυτό, παιδιά όταν μας κατηγορούν, όταν μας συκοφαντούν, όταν μας πειράζουν, όταν μας ταπεινώνουν, όταν μας αδικούν, πρέπει κι εμείς να συγχωρούμε. Με όποια καρδιά, με όποια δύναμι, με όποια διάθεσι προσφέρουμε τη συγχωρητικότητά μας, όχι εκατονταπλάσια, άλλα μυριοπλάσια θα είναι τα αντίστοιχα αγαθά, που θα λάβουμε από τον Θεό. Να ο δρόμος! Να, πώς ακριβώς μπορούμε να σωθούμε! Να, η πύλη από την οποία θα εισέλθουμε στη Βασιλεία των ουρανών!


Τελειώνοντας σας δίνω όλες τις καλύτερες ευχές από την καρδιά μου την ταπεινή κι ελάχιστη και βρώμικη για πνευματική προκοπή και πρόοδο. Εάν σε κάτι σας σκανδάλισα να με συγχωρήσετε, διότι είμαι άνθρωπος και σαν άνθρωπος κάνω σφάλματα. Εύχομαι ταπεινά αυτά τα ολίγα, τα οποία εδώ μιλήσαμε από τα λόγια του Ευαγγελίου, αυτός ο θείος σπόρος, που σπείρεται στις καρδούλες σας, να μη πέση σε πέτρα, μήτε σε λίγο χώμα, μήτε στο δρόμο, που δεν φυτρώνει τιποτα, αλλά να βρη γη αγαθή και να καρποφορήση εκατονταπλασίονα, εις ζωήν αιώνων. Αμήν.


(Ομιλία σε σύναξι πιστών στο εξωτερικό το 1989)


Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεϊτου, “Πνευματικές Ομιλίες”, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη

Μνήμη Δικαίου· Γέροντας Ιερομόναχος Χαράλαμπος Διονυσιάτης (1908 – 14/1/2001) 14 Ιανουαρίου 2024

 





Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου


« Στις 13 Σεπτεμβρίου του 1950 (νέο ημερολόγιο), έφθασε ο Χαράλαμπος στο Άγιον Όρος και την επομένη ήρθε να επισκεφθεί τον Γέρο- Αρσένιο, που ήταν θείος  και νονός του.


Η οικογένεια του Χαράλαμπου καταγόταν από τον ευλογημένο Πόντο. Με τις Τουρκικές πιέσεις όμως του 1880, ολόκληρη η οικογένειά του, μαζί με χιλιάδες άλλους Ποντίους, πέρασαν απέναντι στην νότιο Ρωσία. Έτσι, ο Χαράλαμπος γεννήθηκε στην Ορθόδοξη Ρωσία το 1910, και βαπτίσθηκε από το θείο του, τον μετέπειτα μοναχό Αρσένιο.


Εξ αιτίας της κομμουνιστικής επαναστάσεως… η οικογένειά του μετώκησε. Ενώ λοιπόν ήταν ήδη δώδεκα ετών, το 1922, η οικογένειά του έφθασε στο Αρκαδικό της Δράμας. Ο Χαράλαμπος γράφτηκε στο Δημοτικό σχολείο και ήταν πολύ καλός μαθητής. Έκανε και δύο χρόνια στο Γυμνάσιο με εξαιρετικές επιδόσεις, αλλά τα χρόνια ήταν δύσκολα και χρειάσθηκε να σταματήσει τις σπουδές του, για να βοηθήσει τον πατέρα του.


Λέγεται όμως, ότι και ο πατήρ Αρσένιος είχε γράψει στον Λεωνίδα να βγάλει τον Χαράλαμπο από το σχολείο, διότι από το Άγιον Όρος είχε «δει» πως κάτι παρέες στο σχολείο πολύ θα τον ζημίωναν πνευματικά…Κατά θεία νεύση, γνωρίσθηκε με κάποιον ευλαβέστατο Ρώσο, ονομαζόμενον Ηλία, ο οποίος και τον δίδαξε να αγωνίζεται με την ευχούλα. Ο κυρ- Ηλίας χρημάτισε κάτι σαν Γέροντας του κοσμικού Χαράλαμπου.


Ο Χαράλαμπος υπηρέτησε στον στρατό και πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο εναντίον των Ιταλών με το βαθμό του δεκανέα…Την Κυριακή της 6ης Απριλίου το 1941 οι Γερμανοί εισέβαλαν αστραπιαίως στην Ελλάδα, έχοντας για εφεδρείες τις Βουλγαρικές δυνάμεις…


Η ανατολική Μακεδονία και η Θράκη, δόθηκαν στους Βουλγάρους…Στις χαλεπές αυτές ημέρες συνελήφθη και ο Χαράλαμπος με άλλους συμπατριώτες του και ωδηγήθηκαν από τους Βουλγάρους για εκτέλεση. Τότε επικαλέσθηκε σε βοήθεια τον «αιχμαλώτων ελευθερωτή», Μεγαλομάρτυρα άγιο Γεώργιο, κάνοντας τάμα πως εάν τον σώσει θα γίνει μοναχός. Πράγματι με άμεση θαυματουργική και οφθαλμοφανή επέμβαση του αγίου Γεωργίου σύντομα αφέθηκε ελεύθερος αυτός και οι άλλοι. Από τότε η καρδιά του πλέον δόθηκε εξ ολοκλήρου στον Χριστό μας. Μα ένα σωρό εμπόδια ξεφύτρωσαν στον δρόμο του…


Όταν ενηλικιώθηκαν και σπούδασαν τα αδέλφια του, θέλησε πλέον να εκπληρώσει την υπόσχεσή του και να γίνει μοναχός. Αλλά δεν τον άφηναν οι συμπατριώτες του, διότι έλεγαν πως τον είχαν ανάγκη…


Τελικά την Τρίτη της 13ης Σεπτεμβρίου του 1950, έφθασε ο μεσήλικας πλέον Χαράλαμπος στο Άγιον Όρος, με τελικό σκοπό να μονάσει κοντά στον θείο και νονό του, πατέρα Αρσένιο. Την άλλη μέρα κιόλας της αφίξεώς του, την ημέρα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, κίνησε για την Αγία Άννα.


Ο ίδιος διηγείται τις πρώτες ημέρες του ως εξής: « Πλησιάζω, λοιπόν, και βλέπω ένα μεσήλικα, ρακένδυτο μοναχό, ξυπόλυτο, ξεσκέπαστο και μ’ ένα ράσο ξεσχισμένο. Με πέρασε στην σπηλιά του, και τι να δω! Μια στενή σπηλιά, μισοσκότεινη, ανεπιμέλητη, γεμάτη αράχνες και σκουπίδια. Πάνω σ’ ένα τσουβάλι κοιμόταν!


Μόλις, λοιπόν έμαθα πως ο εν λόγω μοναχός ήταν ο πατήρ Αθανάσιος από τη συνοδεία του Γέροντος Ιωσήφ, ξαφνιάστηκα. « Τι καλόγεροι είναι αυτοί;» Τα’ χασα. «Τέτοια καλογερική θα κάνω;» άρχισα να διερωτώμαι…Και ενώ σκεπτόμουν απελπισμένος αυτά, μου λέει με πολλή ευγένεια ο πατήρ Αθανάσιος.

Έλα, έλα. Έλα να σε πάω. Τον Γέροντα θέλεις;Τον πατέρα Αρσένιο; Εγώ βλέποντας τον έτσι ξυπόλυτον απελπίσθηκα».


Με αυτές τις εντυπώσεις, λοιπόν κίνησε για τον Γέροντα Ιωσήφ…


« Την πρώτη βραδυά με είχε αφήσει και κοιμήθηκα. Την δεύτερη βραδυά, αφού κοιμηθήκαμε και κατόπιν ξυπνήσαμε, λέει ο Γέροντας για να με δοκιμάσει:

Εμείς εδώ ζούμε πολύ σκληρά, εσύ δεν φαντάζομαι να μπορέσεις.

Θα δοκιμάσω, Γέροντα.

Ο θείος σου κάνει τρείς χιλιάδες μετάνοιες κάθε βράδυ, εσύ μπορείς;

Θα δοκιμάσω, Γέροντα.

Πάτερ Αρσένιε, πάρ’τον και πηγαίνετε να κάνετε από 3000 μετάνοιες. Να δούμε πόσες μετάνοιες θα κάνει.


Αρχίσαμε λοιπόν, να κάνωμε μετάνοιες και τελειώνει πρώτος ο Γερο-Αρσένιος. Εμένα μου έμεναν ακόμα άλλες πενήντα μετάνοιες. Αλλά η αλήθεια είναι ότι του Γερο-Αρσένιου το έδαφος ήταν λίγο ανηφορικό, ενώ εμένα ίσιο. Τελείωσα και με φώναξε ο Γέροντας.


-Πως βλέπεις, Χαράλαμπε, τα πράγματα; Θ’ αντέξεις;


– Έτσι θα πάμε; Ρωτώ.


– Τι είναι; Ρωτά ο Γέροντας.


– Πρός το παρόν δεν δυσκολεύθηκα. Στο μέλλον δεν ξέρω.


– Λοιπόν θέλεις να δοκιμάσεις;


– Ναι Γέροντα, γι’ αυτό ήλθα…»


Ο Γέροντας ως διορατικός που ήταν, με τους πνευματικούς του οφθαλμούς είχε δεί όλη την μελλοντική εξέλιξη και προκοπή του υποψηφίου και δεν τον άφηνε να φύγει από κοντά του. Έτσι πάλαιψε αρκετά και τελικά ο Χαράλαμπος «έχασε» την μάχη, είπε το «ναι» και έμεινε έκτοτε κοντά στον Γέροντα μας μέχρι την οσιακή κοίμησή του.


Εκτός από τις δυσκολίες προσαρμογής, ο νεαρός Χαράλαμπος έπρεπε να περάσει και από τις εξετάσεις του Γέροντος. Μάλιστα η πρώτη εξέτασις ήρθε πολύ σύντομα…

Μας διηγήθηκε κάποτε: « Θα είχε περάσει μιά εβδομάδα από την ημέρα που ήρθα και μου λέγει ο Γέροντας:


-Θα πας εκεί πάνω στο υψωματάκι, που έχει ένα θαυμάσιο καλυβάκι. Θα χαίρεσαι να κάθεσαι μέσα. Λοιπόν, θα σκαρφαλώσεις εκεί και θα μείνεις μέχρι να σε φωνάξω. Εντάξει;


– Νά ’ναι ευλογημένο Γέροντα.


Έβαλα μετάνοια και αμέσως σκαρφάλωσα τα βράχια. Εγώ νόμισα ότι θα είναι κανένα περιποιημένο καλυβάκι. Μόλις όμως πήγα εκεί, τι να δω; Ένα βράχο από την μια μεριά, μια ξύλινη πόρτα από την άλλη, που ένα-δύο βήματα να έκανες μέσα στο κελλί, το κεφάλι σου κτυπούσε πάνω στο βράχο. Ένα ξύλινο παλιό κρεββάτι, με μια κουβέρτα πάνω. Χώματα δεξιά κι αριστερά, ένα μαξιλάρι με άχυρα, και πολλές τρύπες, που μπορούσαν να μπούν φίδια μέσα. Άρχισα να μονολογώ: « Τι μου λέγει ο Γέροντας καλό και καλό! Τι καλύβι είναι αυτό;» Μπορεί να το είπα αυτό πέντε-έξι φορές. Αλλά τι να κάνω, αφού το είπε ο Γέροντας; Κάτω δεν το βάζω, έστω και να πεθάνω, αν δεν με φωνάξει ο Γέροντας, πίσω δεν γυρνάω. Ας πεθάνω στην υπακοή, παρά να λιποτακτήσω.


Μετά, δωσ’ του προσευχή, δωσ’ του προσευχή, έξι ώρες συνέχεια. Ύστερα με ’πιάσαν τα κλάματα, μία ώρα έκλαιγα. Παρακαλούσα και ευχαριστούσα τον Θεό. Τον παρακαλούσα να συγχωρέσει και τον τελευταίο άνθρωπο πάνω στη γή. Κι’ εγώ που νόμιζα ότι κάτι έκανα στον κόσμο, τι πλανεμένος που ήμουν! Όταν έλεγα ότι κάτι κάνω τρέχοντας από ’δω και από ’κει! Και τώρα εδώ νύχτα-ημέρα πολεμώ και δεν μπορώ να βάλω τον εαυτό μου σε μια σειρά. Κι’ ευχαριστούσα τον Θεό που με έφερε ’δω. Ύστερα μου ήρθε μία αλλοίωσις! Πω-πω-πω! Έβλεπα εκείνο το κελλί σαν παλάτι και δεν ήθελα να φύγω! Τόσο ωραίο και καλό μου φαινόταν. Το βράδυ έβλεπα τον ουρανό, την θάλασσα και δεν μπορούσα να βαστάξω τα δάκρυά μου. Δεν ήθελα πλέον να φύγω από ’κει!




Και μετά από 2-3 ημέρες ακούω μία φωνή:

Χαράλαμπε, είπε ο Γέροντας να κατέβεις κάτω.


Πιστέψτε με, με βαριά καρδιά κατέβηκα.


Με πήρε στο κελλί του ο Γέροντας και με ερωτά:

Χαράλαμπε, θέλω να μου πεις την αλήθεια. Πως πήγες;

Καλά Γέροντα, πολύ καλά! Αρχικώς μόλις είδα το καλύβι με τα χώματα και τις τρύπες, μπορεί να είπα πέντε-έξι φορές: « Μα, τι μου λέγει οΓέροντας καλό, καλό! Κελλί είναι αυτό; Εδώ φίδια μπαίνουν μέσα!» Αλλά κατόπιν, άρχισα να προσεύχομαι. Θεέ μου! Μία παρηγοριά, μία ανέκφραστος ειρήνη, χαρά και δάκρυα. Άρχισα να προσεύχομαι γιά όλους τους εχθρούς μου. Τελευταία μου φάνηκε ότι δεν ήθελα να φύγω. Όπως μου είπες, έτσι και έγινε.

Παιδί μου, άρχισε να λέγει ο Γέροντας, να αυτό είναι ο μοναχισμός. Άμα έρχεται ο Θεός μέσα σου, όλα είναι καλά και όμορφα! Άμα λείπει ο Θεός, όλα είναι στραβά.


Ο νεαρός Χαράλαμπος έμελλε να μάθει κι’ άλλα για την γλυκύτητα της ησυχαστικής ζωής. Και συνέχισε την διήγησή του: « Έτσι, λοιπόν, μέσα σε οκτώ περίπου ημέρες που έμεινα, πέταξα τα κοσμικά ρούχα και φόρεσα τα καλογερικά.


Δεν θα πέρασαν δέκα ημέρες και ήταν η πανήγυρις της Αγίας Άννης. Όταν πήγαμε στην πανήγυρη και άκουσα τις ψαλμωδίες, νόμισα ότι από τον ουρανό κατέβηκαν. Δεν είχα ακούσει στον κόσμο τέτοιες ψαλμωδίες.


Όταν γύρισα λέω στον Γέροντα:

Εγώ, αν δεν μάθω να ψάλλω, θα τα πετάξω, δεν μπορώ να γίνω καλόγερος. Πρέπει να ψάλλω! Του λέω με εγωϊσμό.

Θα σε μάθω να ψάλλεις, λέει ο Γέροντας, μην στενοχωριέσαι.


Τέσσερεις ώρες τραβούσα κομποσχοίνι, και κατόπιν διάβαζα για να ψέλνω. Μετά από ένα μήνα του λέω:

Γέροντα πήρα φωτιά από την προσευχή, και ούτε ψάλσιμο θέλω ούτε τίποτε.


Παρέμεινε, λοιπόν, ο Χαράλαμπος κοντά στον Γέροντα μας περίπου ένα μήνα για δοκιμή και ο Γέροντας άρχισε την συνηθισμένη εν σοφία και γνώσει παιδεία, δηλαδή το συνηθισμένο του σφυροκόπημα. Άρχισε, λοιπόν, να προσφωνεί και τον Χαράλαμπο με διάφορα επίθετα. Για παράδειγμα, συνήθιζε να του λέει: « Έλα δω ρε». Ο δόκιμος Χαράλαμπος στις αρχές έλεγε μέσα του: « Ρε; Τι ρε! Όνομα δεν έχω; Δούλευα με κοσμικούς στη Νομαρχία και ποτέ δεν άκουσα να μιλούν μ’ αυτόν τον τρόπο. Πάντα στον πληθυντικό μου απευθύνονταν: « Τι γίνεστε κύριε Γαλανόπουλε; Ή σας ευχαριστώ, σας παρακαλώ. Εδώ μέχρι στιγμής δεν άκουσα ούτε ένα ευχαριστώ ή ένα παρακαλώ. Παράξενοι άνθρωποι!»


Μετά όμως την εξαγόρευση των λογισμών του τον περίλαβε ο Γέροντας και του φανέρωσε όλη την εσωτερική του κατάσταση.

– Ώστε στον κόσμο ήσουν αγωνιστής ε; Ενήστευες, αγρυπνούσες, ασκήτευες, ήσουν έξυπνος, εργατικός, τίμιος! Και από όλα αυτά τι κατάφερες; Να μας κουβαλήσεις εδώ ένα σωρό κενοδοξία, εγωϊσμό και αυτοπεποίθηση. Τώρα που κόπηκαν οι έπαινοι δεν είναι καλά ε;


Ο αγωνιστής Χαράλαμπος, υποβοηθούμενος και από την απλή και ταπεινή φύση του, έπιασε το μάθημα αμέσως. Κατάλαβε πόση ζημιά κάνουν στην ψυχή οι έπαινοι και άλλαξε πορεία στον λογισμό του.




Στην αρχή έκανε αγώνα να νικήσει την αγάπη της μητέρας του, που της είχε τρομερή αδυναμία και που ήταν και άρρωστη. Του είπε ο Γέροντας: « Μην στενοχωριέσαι. Άγγελο θα στείλει ο Θεός, για να την φροντίζει».


Στο τέλος, την έκανε μοναχή, και την ωνόμασε Μάρθα. Όλοι της συνοδείας κάναμε μοναχές τις μητέρες μας.


Ο Χαράλαμπος ήταν πολύ υγιής και δούλευε σκληρά. Ευλογημένος άνθρωπος. Εξυπηρέτησε με σκληρές δουλειές τον Γέροντα. Και έζησε 91 χρόνια σ’ αυτή τη ζωή πριν την μακαρία κοίμησή του το 2001.


 


Πηγή: Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου, Ο Γέροντας Μου Ιωσήφ Ο Ησυχαστής Και Σπηλαιώτης (1897-1959) , Εκδ. Ι. Μ. Αγίου Αντωνίου Αριζόνας USA 2008, Σ. 358 – 368).

† Γέρ. Εφραίμ Φιλοθεΐτης-Αριζονίτης: Μνήμη Δικαίου· Ιερομόναχος Χαράλαμπος Διονυσιάτης (1910-2001) [μέρος 2ο] APO ΔΙΑΚΟΝΗΜΑ





Εκτός από τις δυσκολίες προσαρμογής, ο νεαρός Χαράλαμπος έπρεπε να περάσει και από τις εξετάσεις του Γέροντος. Μάλιστα η πρώτη εξέτασις ήρθε πολύ σύντομα…


Μας διηγήθηκε κάποτε: «Θα είχε περάσει μιά εβδομάδα από την ημέρα που ήρθα και μου λέγει ο Γέροντας:


-Θα πας εκεί πάνω στο υψωματάκι, που έχει ένα θαυμάσιο καλυβάκι. Θα χαίρεσαι να κάθεσαι μέσα. Λοιπόν, θα σκαρφαλώσεις εκεί και θα μείνεις μέχρι να σε φωνάξω. Εντάξει;


– Νά ’ναι ευλογημένο Γέροντα.

Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2024

Γέρων Μάξιμος Ιβηρίτης στο ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Ο Ιησούς Χριστός είναι ο Βασιλεύς της Δόξης! Newsroom από Newsroom ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

 



Υπό του Γέροντος Μαξίμου Ιβηρίτου – Προς το ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

 

 Ο Ιησούς Χριστός είναι ο ενανθρωπήσας Λόγος του Θεού. Είναι ο ιδρυτής και αρχηγός της Ορθοδόξου ημών χριστιανικής θρησκείας.

Η κυριωτέρα πηγή του βίου του Κυρίου, του Ιησού της χριστιανικής πίστεως, είναι τα τέσσαρα κανονικά Ευαγγέλια, ένθα υπάρχει αποτεθησαυρισμένη η παλαιοτάτη περί του βίου αυτού χριστιανική παράδοσις. Ως συμπλήρωμα της πηγής ταύτης δύνανται να θεωρηθούν και τα λοιπά βιβλία της Καινής Διαθήκης, ένθα
ευρίσκονται αποκεκρυσταλλωμέναι αι περί αυτού γνώμαι των Αγίων Αποστόλων, και εν γένει η περί αυτού εντύπωσις της πρώτης Εκκλησίας.

Το κύριον όνομα, το οποίον εδόθη εις αυτόν παρ’ αυτού του Θεού πατρός, είναι Ιησούς (Ματθ. α ́ 21, Λουκ. α ́ 31). Πρόκειται δι’ εβραικήν λέξιν, σημαίνουσαν: «ο Κύριος σώζει», συμφώνως προς το έργον, το οποίον είχε να επιτελέση εν τω κόσμω: «αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών» (Ματθ. α ́ 21).

Ο ίδιος, εν τοις Ευαγγελίοις, ονομάζεται και Χριστός, το οποίον όνομα συναπτόμενον πολλάκις εν τη Καινή Διαθήκη μετά του προηγουμένου [= Ιησούς Χριστός], χαρακτηρίζει αυτόν ως θεόπεμπτον σωτήρα, διότι η λέξις Χριστός [= εβραιστί Μασίαχ και αραμαιστί Μεσιχά, εξελληνιζόμενον εις Μεσσίας] δηλοί τον υπό του Θεού χρισθέντα και καθιερωθέντα προς επιτέλεσιν της κοσμοσωτηρίου αποστολής του.

Αι προσωνυμίαι, αι απονεμόμεναι εις τον Ιησούν Χριστόν εν τοις Ευαγγελίοις παρ’ του περιβάλλοντος αυτού, είναι ουκ ολίγαι, όπως: «αμνός του Θεού, βασιλεύς, διδάσκαλος, κύριος, μεσσίας, ραββί, υιός Δαβίδ, υιός Θεού» κ.λπ. Αυτός δε ο Ιησούς ευηρεστείτο να χαρακτηρίζη εαυτόν: «υιόν ανθρώπου».

Η κατά λέξιν έκφρασις: «ο Βασιλεύς της Δόξης», είναι μετάφρασις μιάς εβραικής εκφράσεως, η οποία εις την λειτουργικήν γλώσσαν επιβιοί εις την εξηλλησμένην μορφήν της ως: «Κύριος Σαββαώθ», και δηλοί τον Θεόν ως Κύριον του Σύμπαντος.

Η Ορθόδοξος Εκκλησία, επειδή βιοί το πλήρωμα της χαράς της Αναστάσεως, παρουσιάζει τον Χριστόν ως: «Βασιλέα της Δόξης» εις την Σταύρωσιν, ως και ήπτιον νεκρόν εις τον Επιτάφιον. Η Εικών αύτη αποτελεί, πράγματι, μίαν ομολογίαν πίστεως και φανερώσεως του εκκλησιαστικού ήθους.

Ιδιαιτέρως χαρακτηριστική είναι η χρήσις ψαλμικών στίχων εις το πλαίσιον μιάς τελετής, η οποία έχει επικρατήσει να τελήται εις ορισμένας Κοινότητας κατά την επιστροφήν του Επιταφίου εις τον Ναόν, μετά την περιφοράν αυτού υπό των πιστών· όπως συμβαίνει και κατά την είσοδον των πιστών εις τον Ναόν, μετά την τελετήν της Αναστάσεως, ότε ιστάμενος ο λειτουργός έμπροσθεν των κεκλεισμένων θυρών του Ναού απευθύνει προς τους έσωθεν ευρισκομένους την προσταγήν του 7ου στίχου, του 23ου ψαλμού του προφητάνακτος Δαβίδ: « Άρατε πύλας, οι άρχοντες υμών, και επάρθητε, πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης».

Και ενώ εκείνοι απευθύνουν την ερώτησιν, η οποία περιλαμβάνεται εις τον επόμενον στίχον: «Τις εστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης;», λαμβάνουν ως απάντησιν την διαβεβαίωσιν των επομένων ημιστιχίων: «Κύριος κραταιός και δυνατός, Κύριος δυνατός εν πολέμω».

Μία ανάλογος τελετή περιλαμβάνεται και εις το τυπικόν της Ακολουθίας των εγκαινίων ενός Ναού, μετά την Λιτάνευσιν των προς κατάθεσιν εν τη Αγία Τραπέζη ιερών λειψάνων πέριξ του εγκαινιαζομένου Ναού.

Μεγάλην σπουδαιότητα έχει και ο σχετικός ορισμός: «η βασιλεία των ουρανών ή βασιλεία του Χριστού». Η βασιλεία του Θεού αποτελεί κεντρικήν διδασκαλίαν της θείας Αποκαλύψεως και είναι ο σκοπός της εν Χριστώ απολυτρώσεως του κόσμου, και το ευφρόσυνον γεγονός όπερ εξήγγειλεν ο Κύριος ευθύς ως ήρχισε την δημοσίαν αυτού εμφάνισιν και δράσιν, λέγων «ότι πεπλήρωται ο καιρός και ήγγικεν η βασιλεία του Θεού»(Μαρκ. α ́, 15, Ματθ. δ ́, 17).

Συμφώνως με τον Προφήτην Δανιήλ, η βασιλεία του Θεού θα δοθή εις τους Αγίους του Υψίστου, και δηλούται με τον λίθον της προφητείας όστις απεκόπη εξ όρους υψηλού, δίχως να την εγγίσουν χείρες· και αφού κατεθρυμμάτισε την εικόνα, εις το τέλος εγένετο όρος μέγα το οποίον εκάλυψεν όλην την γην.

Εις το τέλος, λοιπόν, ο άνομος και οι κάθε άνομοι θα εξαφανισθούν με την ένδοξον Παρουσίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και με την βασιλείαν αυτού, η οποία κατά τον αυτόν Προφήτην θα είναι αιώνιος: «και η βασιλεία και η εξουσία και η μεγαλωσύνη των βασιλέων εδόθη αγίοις Υψίστου, και η βασιλεία αυτού βασιλεία
αιώνιος, και πάσαι αι αρχαί αυτώ δουλεύσουσι και υπακούσονται» (Δαν. ζ ́, 27).

Εις το Κανονικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η λέξις βασιλεύς αποδίδεται και εις τους κατέχοντας εν τω κόσμω την βασιλικήν καθέδραν, η οποία είναι ανωτέρα μεν εκείνης των λαικών, κατωτέρα δε του Κλήρου.

Την θέσιν ταύτην κατέκτησαν οι βασιλείς εντός της Εκκλησίας διά τας υπηρεσίας, τας οποίας
προσέφεραν ούτοι κατά καιρούς εις αυτήν.

Κατά τον Κωνσταντίνον Οικονόμον τον εξ Οικονόμων, ο βασιλεύς έχει την ην κατέχει εν τη Εκκλησία θέσιν, διότι λαμβάνει ιδαίτερον χάρισμα παρά Θεού, χριόμενος μεν «το ιερόν χρίσμα της βασιλείας, αλλά μη χριόμενος «και το τελεταρχικόν και μυσταγωγικόν του Πνεύματος χρίσμα, καθιερούμενος διά της
χειροτονίας» (βλ. Περί των τριών ιερατικών της Εκκλησίας βαθμών, Αθήναι 1835, σελ. 323-324).

Ο πρώτος βασιλεύς των χριστιανών Μέγας Κωνσταντίνος, δι’ όσα είχε πράξει υπέρ του χριστιανισμού, εφρόνει ότι είναι «των εκτός υπό Θεού καθεστάμενος επίσκοπος». Οι δε μετ’ αυτόν αυτοκράτορες επίσης πολλαχώς εξεδήλωσαν την ιδιάζουσαν αυτών θέσιν εν τη Εκκλησία.Τας αντιλήψεις αυτάς ησπάζοντο και οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας, και αυταί μάλιστα αι Οικουμενικαί Σύνοδοι.

Κατά το τέλος του 14ου αιώνος, ο Πατριάρχης ΚΠόλεως Αντώνιος έγραφεν, ότι: «βασιλεία και εκκλησία πολλήν ένωσιν και κοινωνίαν έχει και ουκ έστι δυνατόν απ’ αλλήλων διαιρεθήναι… ο δε κράτιστος και άγιός μου αυτοκράτωρ, χάριτι Θεού, ένι ορθοδοξότατος και πιστότατος και πρόμαχος της εκκλησίας δεφέντωρ και εκδικητής».

Απαριθμών δε ο ίδιος τους λόγους, διά τους οποίους η Εκκλησία δέον να τιμά τον βασιλέα, γράφει: «ο βασιλεύς ο άγιος πολύν τόπον έχει εις την εκκλησίαν… διότι απ’ αρχής οι βασιλείς εστήριξαν και εβεβαίωσαν την ευσέβειαν εις πάσαν την οικουμένην, και τας οικουμενικάς συνόδους οι βασιλείς συνήγαγον, και τα περί των ορθών δογμάτων και τα περί της πολιτείας των χριστιανών, α λέγουσιν οι θείοι και ιεροί κανόνες, αυτοί εβεβαίωσαν και ενομοθέτησαν στέργησθαι, και πολλά ηγωνίσαντο κατά των αιρέσεων… δι’ α και μεγάλην τιμήν και τόπον έχουσιν εν τη εκκλησία» (βλ. Miklosich- Müller, Acta et diplomata, II, 191, 190).

Σπουδαίον παράδειγμα αποτελεί και ο πρώτος βασιλεύς και αυτοκράτωρ των Ελλήνων Μέγας Αλέξανδρος· όστις αν και έζησε προ Χριστού, ήτο ένθεος και χριστιανός, καθώς και οι λοιποί της αρχαιότητος εθνικοί ημών φιλόσοφοι, ποιηταί και ρήτορες, οι έχοντες τον λεγόμενον «σπερματικόν λόγον».

Συγκρίνοντες τα ανωτέρω με την παρούσαν εποχήν, παρατηρούμεν μετά μεγάλης λύπης, ότι ο κόσμος ζη εις μίαν περίοδον δημοκρατικής αναρχίας, ήτις προηγείται του Αντιχρίστου ως σημείον προειδοποιητικόν και ανησυχητικόν.

Ως γνωστόν, από της εποχής του Προφήτου Δανιήλ έχει προφητευθή, ότι η δημοκρατική αναρχία θα είναι η τελευταία μορφή εξουσίας επάνω εις τον πλανήτην μας, η οποία ως ελέχθη προηγείται του Αντιχρίστου και θα ανακοπή εν ευθέτω χρόνω από τον πεπροφητευμένον εγερθησόμενον ημών Βασιλέα εν ΚΠόλει, και
ακολούθως «… ότε αποκαλυφθήσεται ο άνομος», όστις θα έχη τυραννικήν επί γης εξουσίαν (Β ́ Θεσ. β ́, 8).

Καθώς παρατηρούμεν, σήμερον η εξουσία του κόσμου ασκείται και παρουσιάζεται υπό δημοκρατικόν δήθεν μανδύαν. Όμως εις την πραγματικότητα, η δημοκρατία έχει καταργήσει εαυτήν δι’ ανόμων νόμων και ανιέρων πολιτικών συμμαχιών· οι δε ηγέται της νέας εποχής πόρω απέχουσι των ευσεβών εκείνων ταγών του
Ελληνισμού, οίτινες μετελαμπάδευσαν το πολιτισμόν εις τα πέρατα της γης και κατέστησαν το ημέτερον Έθνος φάρον τοις άλλοις λαοίς. Εκείνων όμως το πολίτευμα εν ουρανοίς υπήρχεν, εξ ου και απεκδέχοντο Σωτήρα Κύριον Ιησούν Χριστόν (Φιλιπ. γ ́, 20).

Εκείνοι επίστευον εις την βασιλείαν του Θεού και εθεώρουν το Έθνος των Ελλήνων ως θείον βλάστημα· οι σημερινοί πιστεύουν εις την βασιλείαν των ανθρώπων και είναι διεθνισταί με όλην την σημασίαν της λέξεως, διά τούτο και στοχεύουν κυρίως ανθρώπους τε και πολιτικάς παρατάξεις με θρησκευτικήν και εθνικήν συνείδησιν.

Επειδή κατά τον σοφόν Ηράκλειτον: «πόλεμος πατήρ πάντων», χρειάζεται εγρήγορσις και ουχί αθυμία τοις αγωνιζομένοις Ηρακλείς, ώστε πολεμούντες και πολεμούμενοι να διέλθωμεν την του βίου θάλασσαν και να καταντήσωμεν εις εύδιον λιμένα. Δεν πρέπει δε να μας διαφεύγη, ότι ο «τολμών Νικά»· και εις πάσαν
περίπτωσιν, η νίκη πάντων των φιλοθέων και φιλαγίων, είναι και νίκη του Θεού!

Ο πιστός χριστιανός πρέπει να γνωρίζη, ότι εις το τέλος αι δυνάμεις του σκότους, αίτινες επιδιώκουν τον αποχριστιανισμόν της Ελλάδος, θα συντριβούν από τον Παντοδύναμον Ιησούν Χριστόν, όστις διεκήρυξεν: «εν τω κόσμω θλίψιν έξετε· αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» [= εφ’ όσον είσθε εν μέσω του κόσμου, θα έχετε θλίψιν· αλλ’ έχετε θάρρος, εγώ έχω νικήσει τον κόσμον και με την νίκην μου αυτήν εξησφάλισα και εις υμάς τον θρίαμβον και την δόξαν]( Ιωάν. ιστ ́, 33).