Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2016

Μοναχός Φανούριος Καψαλιώτης (1898 - 18 Δεκεμβρίου 1986)


Ο κατά κόσμον Βασίλειος Μαντρέας γεννήθηκε στο Τεκόστι της Ρουμανίας το 1898. Ηλθε από τη Ρουμανία στο Άγιον Όρος το 1913. Ο πατέρας του φεύγοντας του είπε: «Παιδί μου Βασίλη, σε αφιερώνουμε στην Παναγία, να ζήσεις με υπακοή και υπομονή, να ευα­ρεστήσεις τον Θεό, για να σώσει κι εμάς τους γονείς σου ο Θεός, με την αγία σου ζωή». Πήγε πρώτα στη ρουμανική σκήτη του Τιμίου Προ­δρόμου, όπου έζησε τριάντα χρόνια. Κατόπιν στη ρουμανική σκήτη του Αγίου Δημητρίου-Λάκκου. Επέστρεψε στη σκήτη του Τιμίου Προδρό­μου. Το 1915 εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός. Στη συνέχεια πήγε στην Καψάλα.
Τελικά εγκαταστάθηκε στο Κελλί του Αγίου Βασιλείου στην Καψά­λα. Τον άγιο Βασίλειο τον είχε από μικρός μεγάλη ευλάβεια. Στο Κελλί αυτό είχαν κατοικήσει παλαιότερα άγιοι. Έμεινε σε αυτό το αγιοτρόφο Κελλί επί μία τεσσαρακονταετία. Επισκευάζοντας το Κελλί είχε φαί­νεται παραμελήσει τα μοναχικά του καθήκοντα. Του παρουσιάσθηκαν τότε στον ύπνο οι άγιοι Βασίλειος και Θεόφιλος. Ο δεύτερος αυστηρά του είπε, καθώς διηγείτο ο ίδιος:
«Να μην αφήνεις τα μοναχικά σου καθήκοντα, εμείς θα φροντίσουμε το Κελλί».
Ήταν λίαν ασκητικός. Θύμιζε παλαιούς ασκητές. Πολλά ημερόνυχτα προσευχόταν ακατάπαυστα. Άκρος νηστευτής, δεν έτρωγε σχεδόν τί­ποτε. Μελετηρός πολύ. Ιδιαίτερα αγαπούσε τον όσιο Ισαάκ τον Σύρο. Κοιμόταν ελάχιστα πάνω στις σανίδες με μαξιλάρι μία πέτρα. Τις χει­μωνιάτικες νύχτες θεωρούσε ατελείωτες. Ήταν καλογερικός και φιλακόλουθος. Μόλις έδυε ο ήλιος, άρχιζε την ακολουθία του. Συνέχιζε με κομποσχοίνι ως το πρωί. Προσευχόταν για όλο τον κόσμο. Όσους είχε γνωρίσει έστω και για λίγο. Για όσους του το είχαν ζητήσει. Προσ­ευχόταν με θερμά δάκρυα, εκζητώντας το έλεος του Θεού για όλο το ανθρώπινο γένος. Χαιρόταν να μνημονεύει ονόματα και να μαθαίνει για την πρόοδό τους.
Δεν είχε καμία ιδέα περί του εαυτού του. Δεν ήθελε κανείς να τον θεωρεί κάτι. Γι’ αυτό συχνά προσποιόταν μωρία. Μερικοί τον παρεξηγούσαν και τον θεωρούσαν λειψό. Αυτός όμως ήξερε καλά τί έκανε. Ζούσε ταλαιπωρώντας το σαρκίο του, δίχως καμιά ανάπαυση. Τον χει­μώνα δίχως θέρμανση και το Κελλί να βάζει από παντού κρύο και νερά. Το καλοκαίρι να κουβαλά νερό από μακριά. Λάτρευε την ησυχία και για χάρη της αδιαφορούσε πραγματικά για κάθε περιποίηση, διευκό­λυνση και άνεση. Τήρησε με ακρίβεια τις υποσχέσεις της κουράς του. Δεν έδωσε ποτέ μεγάλη άνεση στο ταλαίπωρο σαρκίο του.
Όσοι πήγαιναν να τον δουν έβλεπαν μία εικόνα πραότητος, αγαθότητος και απλότητος. Ήταν ένα μεγάλο παιδί. Απέπνεε την ευωδία ενός ταπεινού ασκητού. Μιλώντας για τον όσιο Θεόφιλο δάκρυζε. «Αν έχει ευλάβεια ο προσκυνητής», έλεγε, «αισθάνεται την ευωδία του οσίου». Τα λόγια του ήταν απλά και μεστά θείας σοφίας. Οι άγγελοι του χάριζαν γαλήνη και οι δαίμονες ανέδιδαν δυσωδία. Κάποτε τον επισκέφθηκαν οι Τρεις Ιεράρχες. Συνομίλησε άλλοτε με τον Μέγα Βασίλειο και τον όσιο Θεόφιλο. Είχε αγωνία για τη σωτηρία του. Η μεγάλη του άσκηση συνυπήρχε με τη μεγάλη αγάπη της αγαθής και αθώας καρδιάς του. Ηλικιωμένος πολύ έτρεχε να φροντίζει άλλα γεροντάκια.
Είχε πλήρη εμπιστοσύνη στον Θεό. Ζούσε με τα ελάχιστα. Με λί­γες ρόγες σταφύλι όλη την ημέρα, λίγα μούρα ή λίγα μανιτάρια. Αγα­πούσε τη φύση. Περπατούσε ανάμεσα στα δένδρα δοξολογώντας κι ευχαριστώντας τον Θεό για τις τόσες δωρεές του. Έριχνε ψωμιά στα πουλάκια και χαιρόταν αφάνταστα, σαν μικρό παιδί, να τα βλέπει να τρώνε.
Ένας μοναχός που τον επισκέφθηκε γράφει περί αυτού: «Ήταν ένα κοντό, αδύνατο γεροντάκι. Το πρόσωπό του ήταν φωτεινό, σαν τον ήλιο. Ήταν αληθινά πρόσωπο μικρού παιδιού, πράο, ροδοκόκκινο, νεανικό, καθάριο, ιλαρό, αγνό, άγιο. Δεν είχε τίποτε να μας κεράσει, μόνο λίγο νερό. Όταν τον ρωτήσαμε πώς περνάει, απάντησε: “Περνάω πολύ καλά. Με φροντίζει ο Χριστός και η Παναγία. Τρώγω παξιμάδι και χόρτα. Τη νύχτα κάνω κομβοσχοίνι, λέγοντας την ευχή. Δεν τα μετρώ. Λέγω το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» μέχρι να έλθουν τα δάκρυα. Προ­σεύχομαι και κλαίω για όλο τον κόσμο. Σταματώ όταν θέλει ο Κύριος. Όταν σταματήσουν τα δάκρυά μου για τον κόσμο …”».
Προείδε το τέλος του. Του το είπε ο «φίλος» του ο Μέγας Βασίλειος. Πήγε στους άλλους Καψαλιώτες να ζητήσει συγχώρεση για τη μόνιμη αναχώρησή του. Ανεπαύθη στις 18.12.1986. Τον βρήκαν νεκρό στο κελλάκι του. Έξω είχε πέσει πολύ χιόνι. Ο συμπατριώτης του Γέροντας Ηρωδίων (†1990) ο φίλος και συναγωνιστής του, είπε: «Ο Γέρων Φα­νούριος δεν πέθανε, πήγε από τη μία ζωή στην άλλη ζωή. Να του κάνετε κομποσχοίνι, να έχουμε ειρήνη. Είναι άγιος». Έζησε, όπως είπαμε, με κάθε ακρίβεια τις μοναχικές υποτυπώσεις και υποσχέσεις της κουράς του. Δεν έδωσε καμία υλική ανάπαυση στον εαυτό του. Έλεγε χαριτω­μένα: «Μακάρι όση προθυμία έχουν οι άνθρωποι για τα κακά, τόση να είχαν και για τα καλά …».
Πήγες – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Παντοκράτορος. Ανωνύμου Αγιορείτου μοναχού, Ο Γέ­ρων Φανούριος της Καψάλας, Ορθόδοξη Μαρτυρία 45/1995, σσ. 29-31.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ΄1984-2000 , σελ.1173-1176, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011

Χρυσόστομος επίσκοπος Ζίτσης, ο Χιλιανδαρινός (1939 - 18 Δεκεμβρίου 2012)


Χρυσόστομος Χιλιανδαρινός
επίσκοπος Ζίτσης
Χρυσόστομος Χιλιανδαρινός
ως Πρωτεπιστάτης
του Αγίου Όρους
Γεννήθηκε το 1939 στη Σερβία. Το κοσμικό του όνομα ήταν Μίλαν Στόλιτς του Γεωργίου και της Ραδοσλάβας.
Στις 8 Νοεμβρίου 1961 εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Ντετσάνης. Διάκονος χειροτονήθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1961 και Πρεσβύτερος στις 4 Απριλίου 1962 από τον Επίσκοπο Ράσκας και Πριζρένης Παύλο.
Το 1966 πήγε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η Θεολογική Ακαδημία της Αγίας Τριάδος στο Jordanville. Μετά τις σπουδές του, υπηρέτησε ως εφημέριος σε σερβικούς ναούς μέσα και γύρω από το Σικάγο.
Στο Άγιον Όρος, στη μεγάλη σερβική λαύρα του Χιλιανδαρίου, ήλθε το 1969. Το επόμενο έτος εξελέγη προϊστάμενος. Υπηρέτησε τη μονή του ως εφημέριος, ψάλτης, βιβλιοθηκάριος και σκευοφύλακας.

Η υποδειγματική οργάνωση της βιβλιοθήκης και του σκευοφυλακίου και η συνεργασία του με Σέρβους, Έλληνες και Αμερικανούς επιστήμονες είχαν ως αποτέλεσμα την καλή διαφύλαξη και συντήρηση των θησαυρών του Χιλανδαρίου καθώς και την έκδοση σημαντικού αριθμού σχετικών βιβλίων και μελετών.
Χρημάτησε Πρωτεπιστάτης του Αγίου Όρους δύο φορές: τα έτη 1978-79 και 1983-84. Υπήρξε ιδιαίτερα συνετός και διακριτικός, παραδοσιακός μοναχός, ελληνομαθής, υπεύθυνος και αγαπητός από τους αγιορείτες πατέρες.
Στις 10 Ιουλίου 1988 χειροτονήθηκε Επίσκοπος Δυτικής Αμερικής. Τη χειροτονία τέλεσε ο Πατριάρχης Σερβίας Γερμανός, συμπαραστατούμενος από τους Επισκόπους Ράσκας και Πριζρένης Παύλο, Ζίτσης Στέφανο και Σουμαδίας Σάββα. Το 1992 εξελέγη Επίσκοπος Βανάτου και στις 19 Μαΐου 2003 Επίσκοπος Ζίτσης.
Εκοιμήθη στις 18 Δεκεμβρίου 2012.

Περισσότερες φωτογραφίες: http://athosprosopography.blogspot.gr

Μοναχός Αρσένιος Καυσοκαλυβίτης (1866 - 19 Δεκεμβρίου 1956)


Κατά κόσμον ονομαζόταν Απόστολος Κόντος του Στυλιανού και της Αμερσούδας. Η καταγωγή του ήταν από το χωριό Βρυσσί Μυ­τιλήνης. Το 1885 ήλθε στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων και υποτάχθηκε στον Γέροντα Νικόδημο (†1907) της Καλύβης των Αγίων Πάντων, από τον οποίο έμαθε και την τέχνη της αγιογραφίας. Αργότερα όμως έμαθε το εργόχειρο της ξυλογλυπτικής, στην οποία σύντομα προόδευσε κατα­πληκτικά. Εκάρη μοναχός το 1887.
Τα ξυλογλυπτικά έργα του, με πολύπλοκες παραστάσεις, πολυπρόσωπα, λεπτότατα και αριστοτεχνικά τον έκαναν φημισμένο και μακριά από τον Άθωνα. Επί 15 χρόνια σκάλιζε περίτεχνα μία «Δευτέρα Παρουσία» και επί 10 χρόνια μια αριστουργηματική «Σταύρωση», που βρίσκεται στην Αμερική, και άλλη, που φυλάγεται στο συνοδικό της Μ. Λαύρας. Έργα του κοσμούν αίθουσες ανακτόρων. Η λεπτή του τέχνη είχε κάτι από τη λεπτότητα, υπομονή και ευγένεια της καθαρής καρδιάς του.

Ο ηγούμενος του Παρακλήτου αρχιμανδρίτης Χερουβείμ, που τον συνάντησε το 1938, γράφει περί αυτού: «Η καλλιτεχνική του ψυχή ήταν αγιασμένη από την άσκηση. Την εργασία του την συνόδευε πάντοτε η νηστεία και η προσευχή. Στο πρόσωπό του έβλεπες τον άνθρωπο που ζούσε μόνο για τον Θεόν και τον υπηρετούσε με την λε­πτή, την λεπτοτάτη τέχνη του. Όταν τον εγνώρισα, ήταν περίπου εβδομήντα ετών. Καθόταν σταυροπόδι επάνω σ’ ένα μιντέρι. Γύρω του είχε σκορπισμένα τα εργαλεία. Στα χέρια κρατούσε ένα κομμάτι τσιμισίρι, ξύλο που συνήθως χρησιμοποιούν οι ξυλογλύπται. Τα μάτια του ήσαν φωτεινά, σαν μικρού παιδιού. Το λευκό του πρόσωπο χωρίς καμμία γεροντική ρυτίδα ακτινοβολούσε, ενώ η άσπρη του γενειάδα τον έκα­νε περισσότερο σεβάσμιο. Όλους όσοι είχαν την ευλογία από τον Θεό να τον γνωρίσουν, τους συνέπαιρνε. Τα σοφά του λόγια έβγαιναν από μία αγιασμένη καρδιά». Ο Γέρων Γαβριήλ Διονυσιάτης στο περίφημο Λαυσαϊκόν του αναφέρει περί αυτού: «Η σημερινή δόξα και του Αγίου Όρους καύχημα, είναι ο λαμπρός και περί την αρετήν θαυμαστός καλλιτέχνης Αρσένιος, γέρων ογδοηκοντούτης ήδη με παιδικήν χάριν και αγαθότητα». Ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός, που τον επισκέφθηκε με τον Νίκο Καζαντζάκη το 1914, γράφει στο ημερολόγιό του: «Πηγαίνομε έπειτα στον ξυλογλύπτη Αρσένιο που κάνε το εγκόλπιο των Καρύων, τη Δευτέρα Παρουσία. Αυτοδίδακτος άρχισε από μικρούς άξεστους σταυρούς. Δούλεψε 15 χρόνια τη Δευτέρα Παρουσία. Σε κάθε πρόσωπο έδωκε έκφραση. Στην όψη του έχει σταλαγμένο το φως της εργασίας. Στο μικρό του δωμάτιο όλα τα σύνεργα της τέχνης του. Το κοτσύφι του. Τρώει σμυρτιά απ’ το χέρι, κουκκί κισσού, ζυμάρι. Μια πίστη στον άνθρωπο».

Κύριε, ελέησον (†Μωυσής μοναχός Αγιορείτης)


Φωτογραφία Κώστα Μπαλάφα
Και ξαφνικά ανοίγει ένα παραθυράκι στο νου.
Έρχεται ένα φως. Τότε έχεις μια άλλη αίσθηση. Τότε το κατανοείς καλά. Όχι προς το ετυμολογικό. Μα με μια κατάνυξη και συναίσθηση και θεία θαλπωρή.
Και λές:
«Τι αλλο να λέω;» Παρά μόνο πάλιν και πολλάκις και συνεχώς: «Κύριε ελέησον!»
Δίχως να βαριέσαι. Δίχως να κουράζεσαι. Αυτό τα λέει όλα. Δεν θέλει άλλα και πολλά. Μόνο ποιητικά μπορεί κανείς μερικές φορές να εκφραστεί. Η προσευχή είναι ποίηση. Όλες οι προσευχές είναι ποιήματα.
Οι ποιητές νιώθουν τους συναθρώπους τους και τους παρηγορούν, όπως οι άγιοι. Είναι μεγάλη ευλογία να συναντάς ένα ποιητή κι ένα άγιο. Οι άγιοι δεν θέλουν να αφήσουν πίσω τους ίχνη. Οι άνθρωποι μόνο αφήνουν πάνω τους τ' αχνάρια της κακίας τους. Κύριε ελέησε τους, δεν ξέρουν τι χάνουν και τι κάνουν.
Λυπάμαι οταν δεν μπορώ να προσευχηθώ. Και τούτο προσευχή είναι, μου 'πε ένας διακριτικός γέροντας. Όπως χαίρομαι όταν με τόση ικετευτική στάση μου ζητούν να προσεύχομαι στον Κύριο.
Πιστεύω πως για την ταπείνωση τους θα τους ελεήσει ο Κύριος.
 
Προτιμώ, έλεγε ένας άλλος γέροντας, την προσευχή από τα κούφια λόγια, τις ψευτοευγένειες και τις θολές καλοσύνες. Η μεγαλύτερη φιλανθρωπία είναι η προσευχή και ας μη το καταλαβαίνουν οι άνθρωποι. Είναι η μεγαλύτερη ιεραποστολή κι ευεργεσία του κόσμου. Τα πολλά λόγια δεν αναπαύουν.
Η προσευχή για τους άλλους επηρεάζει θερμότερα. Η αγάπη είναι αβίαστη και πάντα μια θυσία.
Η αληθινή προσευχή δεν είναι ηδονική ανάπαυλα, μα ορθοστασία, μα περπάτημα στις μύτες σε τεντωμένο σχοινί.
Στην αληθινή προσευχή δεν δίνουμε περίσσευμα του χρόνου, μα τις πιο καλές κι αποδοτικές ώρες μας, τις κύριες ώρες της ημέρας, της ζωής μας.
Κύριε, συγχώρεσε με για όσα είπα κι έγραψα, που δεν τα ζούσα και τα πίστευα ακόμη, που απέφυγα να μιλήσω για τις ήττες και τις αποτυχίες μου κι ήθελα να μιλώ μόνο για νίκες. Δείλιαζα γιατί δεν είχα μετανοήσει.
Κύριε, ελέησον.

Ιερομόναχος Κύριλλος Κουτλουμουσιανός (1884 – 25 Δεκεμβρίου 1966)

Ο ηγούμενος Κύριλλος σε λιτανεία της Φοβεράς ΠροστασίαςΓεννήθηκε στο Αγρίνιο της Αιτωλοακαρνανίας το 1884, ο κατά κόσμον Κωνσταντίνος Ματοσόπουλος του Αθανασίου και της Χρυ­σαυγής. Μικρός ξενιτεύθηκε στην Αίγυπτο. Κατόπιν πήγε στα Ιεροσό­λυμα και το 1900 ρασοφόρεσε στην εκεί μονή του Αγίου Σάββα. Από μικρό παιδί αγωνιζόταν ως ασκητής. Το 1901 ήλθε στο Άγιον Όρος και κατευθύνθηκε στη σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος – Κουτλουμουσίου, στην Καλύβη των Εισοδίων της Θεοτόκου, όπου Γέροντας ήταν ο λίαν ενάρετος Ιερομόναχος Παντελεήμων, ο προορατικού και διορατικού χα­ρίσματος αξιωμένος. Πλησίον του μαθήτευσε στην υπακοή, εμπνεύσθηκε στην άσκηση κι έλαβε κάτι από τα χαρίσματά του. Την εποχή αυτή στη σκήτη ζούσαν πολλοί ενάρετοι πατέρες, όπως αναφέρεται: «Έμενον πτωχοί τινές αλλ’ ενάρετοι μοναχοί διά τους οποίους ηκούσαμεν από Γέροντας πατέρας, οι οποίοι ήλθον εις την Σκήτην προ του 1890, ότι και θαύματα ετέλουν και πολλά μέλλοντα προέλεγον».
Το 1902 εκάρη μοναχός. Μετά την κοίμηση του μακαρίου Γέροντός του δεν μείωσε αλλά μάλλον αύξησε τους αγώνες του, τις προσευχές, νηστείες και αγρυπνίες. Αρρώστησε βαριά από φυματίωση και έπτυε αίμα. Τον θεράπευσε θαυματουργικά ο άγιος Παντελεήμων, ο προστά­της της σκήτης. Μόλις έγινε καλά, πάλι άρχισε τον φιλότιμο αγώνα του.
Το 1936 χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Πλησίον του για ένα διάστημα έμεινε ο μακαριστός Γέροντας Παΐσιος (+1994), ο οποίος και όταν αναχώρησε πήγαινε συχνά να τον συμβουλευθεί. Γράφει περί αυτού: «Όταν πήγαινα στην Σκήτη, για να τον συμβουλευθώ, πριν του αναφέρω το θέμα που με απασχολούσε, μου απαντούσε εκείνος στο θέμα μου. Λάμβανε δε πληροφορία από τον Θεό ότι θα πήγαινα, και τι θέμα με απασχολούσε και με περίμενε. Πολλές φορές δεν μιλούσε καθόλου, αλλά είχε ένα σημάδι στο βιβλίο και μου έδινε την απάντηση από το βιβλίο, και εγώ του έβαζα μετάνοια και έφευγα ωφελημένος. Εκτός από το διορατικό χάρισμα, που είχε λάβει από τον Θεό, είχε και το χάρισμα να βγάζη τα δαιμόνια από τα πλάσματα του Θεού … Είχε παρρησία ο Γέροντας, γιατί ήταν ταπεινός και πολύ ευλαβής με αγάπη. Όταν διάβαζε το Ευαγγέλιο, δεν μπορούσε να συγκρατηθή από τους λυγμούς και τα δάκρυα, γι’ αυτό κάλυπτε το πρόσωπό του με το Ευαγγέλιο και μπαίνοντας στο Ιερό σκούπιζε με τρόπο το πρόσωπό του. Το ίδιο πάθαινε και όταν διάβαζε το Θεοτοκάριο. Τις Ακολουθίες τις έκανε με το κομποσχοίνι και καλλιεργούσε την αδιάλειπτη καρδι­ακή προσευχή …». Ο σημερινός Γέροντας της Καλύβης Άνθιμος μας έδειχνε τα σιδερένια υποδήματα που φορούσε για άσκηση ο γενναίος αυτός αθλητής του Κυρίου.
Το 1958 παρά τη θέλησή του και για την αρετή του εξελέγη και ενθρονίστηκε ηγούμενος της μονής Κουτλουμουσίου. Η ανάμειξη στα διοικητικά τον κούραζε, αλλά υπόμενε και προσευχόταν θερμά. Στα τελευταία του χρόνια υπέμεινε αγόγγυστα μαρτυρικούς πόνους. Ένα άγριο ζώο τον κτύπησε και τον άφησε ανάπηρο στο κρεβάτι. Το ζώο μόλις τον κτύπησε, έπεσε κάτω νεκρό και όλοι θαύμασαν. Δοξάζοντας για όλα τον Θεό εγκάρδια ανέμενε τα τέλη του.
Ανεπαύθη εν Κυρίω ανήμερα των Χριστουγέννων, δοξάζοντας τον Γεννηθέντα Σωτήρα και Λυτρωτή τού σύμπαντος κόσμου Κύριο ημών Ιησού Χριστό. Ήταν 25.12.1966.
Πήγες – Βιβλιογραφία:
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου. Παϊσίου Αγιορείτου μοναχού, Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 19943, σσ. 118-121.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β΄1956-1983 , σελ..767-770 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Ιερομόναχος Αναστάσιος Ιβηρίτης (1905 – 24 Δεκεμβρίου 1944)

Αρχιμανδρίτης Αναστάσιος Ιβηρίτης, Κρητικός, ο άνθρωπος της θυσίας.
Ο κατά κόσμον Γεώργιος Κρητικός από την Ίμβρο, όπου γεννήθηκε το 1905, νέος ήλθε, το 1923, στην ιερά μονή Ιβήρων, όπου κείρεται μοναχός το 1924 και χειροτονείται διάκονος το 1925 και πρεσβύτερος το 1933. Αργότερα πήγε στην Αθήνα, όπου σπούδασε θεολογία, ιατρική και μουσική. Στον πόλεμο του 1940 ως στρατιωτικός ιερεύς κι έφεδρος λοχαγός μεταβαίνει στο αλβανικό μέτωπο. Κατά τις εκθέσεις ανωτέρων του αγωνίσθηκε στην πρώτη γραμμή του πυρός, ενθαρρύνοντας τους στρατιώτες. Έδωσε πνοή στους αποθαρρημένους ριψοκινδυνεύοντας τολμηρά, μη φοβούμενος τη ζωή του, κινούμενος με αυτοθυσία. Άλλος διοικητής του γράφει γι’ αυτόν: «Ιερεύς με αρτίαν ηθικήν και πνευ­ματικήν μόρφωσιν, πλήρης δε πίστεως και πατριωτικού ενθουσιασμού ευρίσκετο κατά τας δυσκολωτέρας στιγμάς πάντοτε πλησίον των στρα­τιωτών, ενισχύων αυτούς ψυχικώς και συμμεριζόμενος τους κόπους και τους κινδύνους αυτών, δειχθείς ούτως αντάξιος της στρατιωτικής και εν γένει της εθνικής αποστολής του Έλληνος κληρικού εν πολεμώ …». Η Ελληνική Πολιτεία στις 28.8.1941 του απένειμε το μετάλλιο εξαιρέτων πράξεων.
Η μεγάλη αγάπη της αγαθής καρδιάς του τον πηγαίνει κοντά στους πονεμένους. Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής ο ναός του, του Αγίου Ανδρέου Κάτω Πατησίων, δεν ήταν μόνο τόπος θείας λατρείας, αλλά και ιατρείο ψυχών και σωμάτων, πηγή παρακλήσεως των δυστυ­χισμένων και τροφής των πεινασμένων. Ο αρχιμανδρίτης Αναστάσιος Ιβηρίτης-Κρητικός κουβαλούσε από μακριά σακιά με τρόφιμα για τους φτωχούς, δίχως να ντρέπεται διόλου να κτυπά προς τούτο τις θύρες των πλουσίων. Γίνεται έτσι για πολλούς πατέρας και φίλος, δάσκαλος και γιατρός, τροφέας και συμπαραστάτης, εξομολόγος και αδελφός, και σώζει ανθρώπους από την ασθένεια, την πείνα και την απελπισία, προπάντων παιδιά. Τέλος της φιλόθεης και φιλάνθρωπης ζωής του το μαρτύριο. Συνελήφθη από τους άθεους πολιτοφύλακες μέσα στον αγαπημένο ναό του στις 24.12.1944, μόλις είχε τελειώσει τη θεία Λει­τουργία της παραμονής των Χριστουγέννων. Λίγο μετά βρέθηκε το λεί­ψανό του πεταμένο σ’ ένα παράμερο δρόμο σαν να ήταν σκουπίδι. Ένας ιερεύς έγραφε προς την αρχιεπισκοπή Αθηνών: «Το πτώμα του έφερε παντοίας κακώσεις και τραύματα εκ σφαγής εις τον λαιμόν». Ο Κύριος της ζωής και του θανάτου δέχθηκε τον μαρτυρικό του θάνατο τα Χριστούγεννα εκείνα υπέρ τα τίμια δώρα των μάγων της Βηθλεέμ, χρυσό, λίβανο και σμύρνα …
Πήγες – Βιβλιογραφία:
Διονυσίου Λήμνου μητροπ., Πιστοί άχρι θανάτου, Αθήναι 1959. σσ. 23-26. Διονυσίου Γ., Μάρτυρες της Κατοχής, Αθήνα 1986, σσ. 53-55. Εκκλησίας της Ελλάδος, Μνήμες και Μαρτυρίες από το 40 και την Κατοχή, Αθήνα 20012, σ. 197.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α΄1901-1955 , σελ.393-394, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Όσιος Ιωάννης ο Πολύτλας και εγκλείστος του εν Κιέβω σπηλαίου(+18 Ιουλίου)

Ο Όσιος Ιωάννης ο Πολύαθλος από νέος πολεμουνταν από τον πάθος της πορνείας.Αγων΄στηκε αλλά ούτε η πείνα ούτε η δίψα ούτε ακόμη και οι βαρειές αλυσίδες τον απάλλαξαν από αυτό.Πήγε στην Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου και προσευχήθηκε θερμά στο λείψανο του Οσίου Αντωνίου.
Μια φωνή τον προέτρεψε να μείνει έγκλειστος.Πραγματικα ο άγιος έμεινε 30 χρόνια έγκλειστος όπου υπέμεινε από τον διάβολο τα πανδεινα.Για πολλές ημέρες έβλεπε ένα πύρινο φίδι.Την νύχτα της Αναστάσεως το φίδι προσπάθησε να καταπιεί τον άγιο.Τότε κάλεσε σε βοήθεια τον Χριστό και το φίδι εξαφανίστηκε.
-Γιατί ταλαιπωρήθηκα τόσα χρόνια;ρώτησε ο Ιωάννης -Εδοκίμασα την πίστη σου και την υπομονή σου ,ήταν η απάντηση.Να προσεύχεσαι για το πάθος σου σε αυτόν που είναι θαμμένος εδώ(Εννοώντας τον Όσιο Μωυσή-28/7-,όπου ασκήτεψε στην Λαύρα).
Ο Όσιος Ιωάννης εκοιμήθη στις 18 Ιουλίου 1160.Το άφθαρτο λείψανό του βρίσκεται στην Λαύρα.