Σάββατο 22 Αυγούστου 2015

Όσιος Γεώργιος ο εκ Γοματίου

Ο Όσιος Γεώργιος έζησε στο Γομάτι της Χαλκιδικής στις αρχές του 19ου αιώνος μ.Χ., τότε που η Ελλάδα ήταν σκλαβωμένη στους Τούρκους. Είχε οικογένεια με παιδιά και εξασκούσε το επάγγελμα του μυλωνά.

Η αγάπη και φιλανθρωπία του ήταν γνωστή σ’ όλη την περιοχή. Σε φτωχούς άλεθε το σιτάρι δωρεάν και έδινε αλεύρι σε ανήμπορους. Μέχρι σήμερα φαίνονται τα ερείπια του μύλου του.
Κατά τη δύσκολη εκείνη περίοδο της Τουρκοκρατίας και των συνεχών επαναστατικών κινημάτων στη Χαλκιδική έχασε την οικογένειά του και αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τον κόσμο. Ανέβηκε στο βουνό που ήταν επάνω από το μύλο του, για να ζήσει την ασκητική ζωή, μόνος, μαζί με τον Θεό.

Η παράδοση αναφέρει ότι επρόκειτο να περάσει από την περιοχή Τούρκικο ασκέρι (στρατιωτικό απόσπασμα). Επειδή φοβήθηκε ότι οι Τούρκοι σίγουρα θα περάσουν από το μύλο, για να αρπάξουν αλεύρι και σιτάρι, συμβούλευσε τη γυναίκα και τα παιδιά του, να πάνε να μείνουν μέσα στο χωριό για ασφάλεια.

Εκείνη όμως δεν υπάκουσε και όταν πέρασε ο Τουρκικός στρατός, βρήκε την οικογένεια και την αιχμαλώτισε. Όταν επέστρεψε ο Άγιος, βρήκε το μύλο κατεστραμμένο, το αλεύρι κλεμμένο και την οικογένεια χαμένη.

Πόνεσε ψυχή του από την καταστροφή της οικογένειας και της περιουσίας του. Τότε πήρε τη μεγάλη απόφαση της αφιερώσεώς του στον Θεό. Για παλαίστρα της ασκήσεως και των πνευματικών αγώνων του διάλεξε ένα σπήλαιο.

Εκεί περνούσε τη ζωή του με αδιάλειπτη προσευχή, με τέλεια νηστεία και αυστηρότατη άσκηση. Τα χόρτα του βουνού ήταν μόνη τροφή του. Υποθέτουμε ότι έζησε ως ερημίτης, χωρίς να λάβει το σχήμα του μοναχού.
Και σ’ αυτή τη φάση της ζωής του, δεν παρέλειπε να επιδεικνύει αγάπη και συμπόνια στους συνανθρώπους του, στους Χριστιανούς του χωριού του. Κατέβαινε κρυφά από το ασκητήριό του τη νύχτα, και άφηνε έξω από τις πόρτες των σπιτιών των εγκύων γυναικών, των ασθενών και φτωχών ξύλα και χόρτα. Περιποιείτο κήπους και αμπέλια φτωχών συγχωριανών του και φύλαγε τα ζώα εκείνων που είχαν ανάγκη.

Όταν κάποτε χάθηκαν τα ίχνη του, τον αναζήτησαν οι γνωστοί του βοσκοί. Ανέβηκαν στο ασκητήριό του και εκεί τον βρήκαν μέσα στο σπήλαιό του νεκρό, εξαϋλωμένο και ευωδιάζοντα. Είχε λιώσει από την άσκηση και τη νηστεία και ευωδίαζε όλος ο τόπος. Πήγαν και άλλοι Χριστιανοί και ο ιερέας του χωριού και σήκωσαν το Άγιο λείψανό του με σεβασμό, για να το μεταφέρουν στο κοιμητήριο του χωριού για ενταφιασμό. Καθ’ οδόν, το τίμιο σκήνωμα έγινε ασήκωτο. Τόσο, ώστε να μη μπορούν πλέον να το μετακινήσουν. Ο ιερέας είπε ότι αυτό είναι σημάδι και θα πρέπει εδώ να ενταφιασθεί. Πραγματικά το ενταφίασαν στον τόπο, που είναι σήμερα κτισμένο το εκκλησάκι του Αγίου· στο δρόμο προς Γομάτι.
Αργότερα, επάνω από τον τάφο έκτισαν με ξερολιθιά ένα εκκλησάκι. Μετά κτίσθηκε ο νέος μικρός ναός.
Μετά την κοίμησή του ο Όσιος άρχισε να κάνει πολλά θαύματα, απόδειξη και αυτό της αγιότητός του. Ο Θεός έδωσε στον Άγιο ειδικό χάρισμα να θεραπεύει τον πόνο των αυτιών των μικρών παιδιών.
Εορτάζει το Σάββατο μεταξύ 1 και 7 Μαΐου εκάστου έτους.

Άγιος Θεόφιλος ο Μυροβλύτης ο Βατοπαιδινός (1460-1548)


theophilos 
Γεννήθηκε στη Ζίχνη της Μακεδονίας περί το 1460 από γονείς φιλόθεους, φιλάγαθους και φιλάρετους. Στην πατρίδα του έμαθε τα πρώτα γράμματα κι έδειξε πως τα αγαπούσε ιδιαίτερα και πρόκοπτε και προόδευε μελετώντας και εντρυφώντας στις ιερές γραφές. Μάλιστα επιδόθηκε στην καλλιγραφία και έγινε άριστος καλλιγράφος.
«Απαρνηθείς πατρίδα και συγγένειαν και πλούτον και πάσαν κοσμική ματαιότητα, έγινε μοναχός· μετ’ ολίγον δε καιρόν έλαβε και το αξίωμα της ιερωσύνης· έκτοτε δε περιεπάτει εις διαφόρους τόπους διδάσκων και ωφελών τους Χριστιανούς δια του λόγου και του παραδείγματος της εαυτού ζωής». Κατόπιν γνωρίσθηκε και συνδέθηκε πνευματικά με τον ενάρετο κι ευλαβή επίσκοπο Ρενδίνης Ακάκιο, τον όποιο είχε χειροτονήσει αρχιερέα ο άγιος Νήφων, όταν ήταν μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (1482-1486). Δια του Ακακίου συνδέθηκε με τον άγιο Νήφωνα και ο άγιος Θεόφιλος.
Αξίζει σύντομα και παρενθετικά να σημειώσουμε πως ή μεγάλη μορφή του αγίου Νήφωνος, εκτός των δύο οσιομαρτύρων μαθητών του Μακαρίου (+1507) και Ιωάσαφ (+1516) που αναφέραμε και του εδώ αγίου Θεοφίλου, συνδεόταν και με άλλες μορφές Αγιορειτών αγίων, όπως των οσιομαρτύρων Γέροντος Ιακώβου, Ιακώβου διακόνου και Διονυσίου μοναχού (+1519), που συμμαρτύρησαν στην Αδριανούπολη, Θεωνά μητροπολίτου Θεσσαλονίκης (+1541-2), των αυταδέλφων Αψαράδων Θεοφάνους (+1544) και Νεκταρίου (+1550) κτιτόρων της ιεράς μονης Βαρλαάμ Μετεώρων και Μαξίμου του Γραικού και Βατοπαιδινού (+1556).
Ο άγιος Νήφων, ως πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, κατόπιν επιστολών που έλαβε, εμπιστευόμενος τον Θεόφιλο για τη σοφία και την αρετή του, τον έστειλε το 1486 με τον ομόφρονα Γέροντά του επίσκοπο Ακάκιο στην Αίγυπτο, για να διαπιστώσουν τα γενόμενα θαύματα υπό του μακαρίου πατριάρχου Αλεξανδρείας Ιωακείμ, ότι μετακίνησε δια προσευχής το όρος Ντουρ Νταγ και ήπιε φαρμάκι δίχως να πάθει κανένα κακό, ύστερα από πρόκληση Ιουδαίων και μουσουλμάνων. Ο πατριάρχης Ιωακείμ «τον Όσιον πολλά ηγάπησε και ηυλαβήθη ως σοφόν και ενάρετον». Διαπίστωσαν τα υπερφυή αυτά θαύματα ως αληθινά γεγονότα και αναχώρησαν για το θεοβάδιστο όρος Σινά, τα Ιεροσόλυμα και την Δαμασκό. Στα Ιεροσόλυμα ο επίσκοπος Ακάκιος ανεπαύθη κατόπιν ασθενείας και τον εκήδευσε ο Θεόφιλος. Με επιστολές από τους πατριάρχες Αλεξανδρείας, Ιεροσολύμων και Αντιοχείας μετέβη στην Κωνσταντινούπολη ο Θεόφιλος. Ο άγιος Νήφων όμως είχε εκθρονισθεί και παρέδωσε τις επιστολές στον διάδοχό του Παχώμιο, που ήταν από την ιδιαίτερη πατρίδα του.
Ό πατριάρχης Παχώμιος «εχάρη μεγάλως ως συμπατριώτης, και ευλογήσας αυτόν και ευχηθείς, παρεκάλεσεν, ίνα μείνη εις το Πατριαρχείον δια βοήθειαν, ως λίαν χρήσιμος δια την σοφίαν αυτού και την αρετήν. Υπακούσας δε κατά την ώραν εις την παράκλησιν του πατριάρχου ο Όσιος έμεινεν. Όθεν και διωρίσθη Νοτάριος και Έξαρχος της Μεγάλης Εκκλησίας, και έμεινεν εκεί ικανόν καιρόν εις αυτό το διακόνημα, αγαπώμενος και τιμώμενος υπό πάντων».
Άλλα ή φιλέρημη και φιλήσυχη ψυχή του δεν αναπαυόταν στις τιμές και τις δόξες. Κατεφρόνησε τα μεγαλεία και ήλθε στο Άγιον Όρος, για να απολαύσει τα μεγαλεία του Θεού. Στον ιερό και ευλογημένο Άθωνα «πρώτον μετέβη εις την Μονήν του Βατοπεδίου, και κατώκησε μετά του αγιωτάτου Επισκόπου Μεθύμνης, εκεί τότε ευρισκόμενου, και υπετάχθη εις αυτόν μετά πάσης προθυμίας και ταπεινώσεως· αφού δε εκείνος ετελεύτησεν, απήλθεν».
Άπό τη μονή Βατοπαιδίου, όπου δεν γνωρίζουμε τον χρόνο παραμονής του, που δεν νομίζουμε όμως ότι ήταν μικρός, μετέβη το 1511 στη μονή Ιβήρων, όπου ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την αντιγραφή χειρογράφων και την καλλιγραφία. Αναδείχθηκε έμπειρος βιβλιογράφος και αρκετά έργα του, περίπου τριάντα, λειτουργικού κυρίως περιεχομένου, σώζονται στην πλούσια βιβλιοθήκη της μονης Ιβήρων. Η φήμη της αρετής του είχε φθάσει μακριά. Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Θεόκλητος τον ζητούσε με τρόπο να μεταβεί πλησίον του, με σκοπό να τον χειροτονήσει μητροπολίτη Θεσσαλονίκης. Ο φυγόδοξος Αγιορείτης κατανοώντας τον λόγο της προσκλήσεως, για να αποφύγει την προαγωγή, παραιτήθηκε της ιερωσύνης. Εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός, δήλωσε ασθένεια και αδυναμία, και αποσύρθηκε σε καλύβη, κοντά στον ενάρετο Προηγούμενο Διονύσιο Ιβηρίτη στο Κελλί του Τιμίου Προδρόμου, το 1522, ύστερα από δωδεκαετή παραμονή στη μονή Ιβήρων, κατά ιδιόγραφό του σημείωμα σε κώδικα. Κατόπιν μετέβη σε συνοδεία του επίσης ενάρετου Γέροντος Κυρίλλου στις Καρυές. Εκεί απέκτησε στενό πνευματικό σύνδεσμο με τον φιλόθεο Πρώτο του Αγίου Όρους Σεραφείμ, τον λάτρη και υμνητή της Θεοτόκου του Άξιον Έστι, τον μετέπειτα βιογράφο του, που κάποτε υπογράφει· «Ο πρώτος του Αγίου Όρους Σεραφείμ ο θυηπόλος και ηγούμενος των ηγουμένων και πατήρ πατέρων και μέγας πρωτοσύγκελλος πατριαρχικός».
Ο θείος Θεόφιλος επιθυμώντας μεγαλύτερη και ακριβέστερη ησυχία, αναχώρησε και από τις Καρυές. Μετέβη στην πλησιόχωρη ησυχαστική περιοχή της Καψάλας, που ανήκε στη μονή Παντροκράτορος, και με τη συνδρομή του φιλάδελφου Πρώτου Σεραφείμ, παρέλαβε το Κελλί του Αγίου Βασιλείου, το όποιο και ανεκαίνισε. Είχε μαζί του και ένα μοναχό ονομαζόμενο Ισαάκ. Συχνά τον επισκεπτόταν και ο Πρώτος Σεραφείμ ανταλάσσοντας πνευματικές εμπειρίες και νουθεσίες.
Ο φιλόθεος Θεόφιλος πάντοτε, και ιδιαίτερα τώρα, ασκούσε συστηματικά τη νοερά προσευχή. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο όποιος αργότερα θα ησκείτο στην δια περιοχή, γράφει: «Αφού ησύχασεν ο Όσιος, τότε δη τότε εμεταχειρίσθη την νοεράν προσευχήν, ήτις είναι ανωτέρα της θεωρίας της έξω φιλοσοφίας… Ο Άγιος Θεόφιλος έχοντας παντοτινόν έργον, εις την ησυχία ευρισκόμενος, να προσεύχεται αδιαλείπτως και να μελετά με όλον του τον νουν και τον ενδιάθετον λόγον τον εν τη καρδία λαλούμενον και με όλην την θέλησιν και αγάπην της ψυχής του, την μονολόγιστον προσευχήν, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», καθώς οι νηπτικοί θείοι Πατέρες διδάσκουσι. Και με την νοεράν ταύτην εργασίαν και ιεράν προσευχήν και με το πένθος και τα δάκρυα καθαρτικά, όπου γεννώνται εκ ταύτης της νοεράς προσευχής, εκαθάρισε την καρδίαν του από τα πάθη και εκατέκαυσε τας προσβολάς των πονηρών λογισμών και ελυτρώθη από τας κακάς προσλήψεις, απόκτησε ταπείνωσιν, πραότητα, ειρήνην και τας λοιπάς αρετάς και άναψεν από θεϊκόν πυρ θεϊκής και του πλησίον αγάπης…
Καταφλεγόμενος από την θείαν αγάπην δεν ήτο πλέον με τον εαυτό του, αλλά με τον ηγαπημένον του Θεόν και άλλο δεν εφαντάζετο παρά μόνο τον Ιησούν… ανέβη εις την θείαν θεωρίαν και επλουτίσθη από τα ύπερφυή χαρίσματα αξιωθείς του θείου φωτισμού· και ού μόνον διάκρισιν απόκτησε και διόρασιν, αλλά και προόρασιν των μελλόντων· και συντόμως ειπείν ως ασώματος έγινεν άγγελος και εις όλα τέλειος ώφθη».
Προείδε το τέλος του, έγραψε ομολογία πίστεως, ιδιόχειρη διαθήκη, τέλεσε ευχέλαιο, ζήτησε και έδωσε συγχώρηση από όλους και σε όλους, μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων, ευχαρίστησε ολόψυχα και ολόθερμα τον Θεό και ζήτησε από τον αγαπητό και υπάκουο μαθητή του Ισαάκ: «Όταν αποθάνω, μη ομολογήσης τούτο εις ουδένα, αλλ’ ουδέ τα έθιμα της ταφής εκτελέσης, μόνον δέσε σχοινίον εις τους πόδας μου και σύρε με και ρίψε με εις το δάσος εις μέρος κρύφιον, ίνα με φάγωσι τα θηρία· πλην λειτουργίας και μνημόσυνα ποίησον όσα δυνηθής». Ο άγιος από τη μεγάλη του ταπείνωση δεν ήθελε να τιμάται ούτε μετά θάνατον. Οι τελευταίοι λόγοι του ήταν: «Κύριε Ιησού Χριστέ, δέξαι το πνεύμα μου».
Ο καλός υποτακτικός του έπραξε όπως του μήνυσε ο όσιος Γέροντάς του και απόθεσε το τίμιο λείψανο σε απόκρυφο μέρος του δάσους. Πολλοί όμως το ζητούσαν. Όταν κάποτε βρέθηκε, ή μονή Παντοκράτορος θέλησε να το κρατήσει. Τελικά αποφασίσθηκε να κρατήσει το χέρι του, το όποιο υπάρχει ως σήμερα σε στάση ευλογίας, και να δοθεί το σώμα στον υποτακτικό του Ισαάκ, που το έθεσε στην Εκκλησία του Αγίου Βασιλείου. Από τότε άρχισε ο άγιος να μυροβλύζει και ο άγιος να ονομάζεται Μυροβλύτης. Γράφει πάλι χαρακτηριστικά και γι΄ αυτό ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: «Τούτο το θαύμα οπού έδειξεν ο Θεός εις το Άγιον Λείψανον του Οσίου Πατρός ημών Θεοφίλου, δεν είναι ολίγον και παραμικρόν, αλλά είναι μέγα και εξαίσιον, επειδή το θαύμα τούτο της μυροβλύσεως σπανίως γίνεται εις ολίγους Αγίους. Διότι πολλά Αγίων Λείψανα Μαρτύρων και Οσίων ευρίσκονται, αμή ουχί και αναβλύζουσι μύρον διότι το μυροβλύζειν είναι μία απόδειξις και σημείον βεβαιότατον μιας άκρας καθαριότατος και παρθενίας και αγνείας, όχι μόνον από εμπαθείας μολυσμών, αλλά και από ηδυπαθείας λογισμών ακαθάρτων του νοός· και εάν ή χάρις του Αγίου Πνεύματος δεν κατοικήση έτι ζώντος του ανθρώπου εις όλον τον νουν και ψυχήν και καρδίαν και εις όλα τα μέλη του σώματος, να τα καθαρίση και αγιάση έως μέσα εις αυτά τα κόκκαλα και τους μυελούς, αδύνατον είναι να ευωδιάση το σώμα μετά θάνατον».
Την βιογραφία του Πρώτου Σεραφείμ επηύξησε ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο όποιος είναι και συνθέτης της Ακολουθίας του. Ο άγιος Θεόφιλος θεωρείται ένας από τους διασημότερους αντιγραφείς χειρογράφων του Αγίου Όρους του 16ου αιώνα. Το έργο αυτό συνέχισε ως το τέλος του βίου του. Ο όσιος τιμάται στις 8 Ιουλίου.
Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Βατοπαιδινό Συναξάρι
Έκδοσις: Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2007

Όσιος Κούξα της Οδησσού (+1964)


Γεννήθηκε ο κατά κόσμον Κοσμάς Βελίτσκο, στο χωριό Αρμπουζίνκα της Χερσώνος το 1875. Οι γονείς του ήταν αγρότες και ιδιαίτερα ευσεβείς. Άπό μικρός αγάπησε την Εκκλησία και τη μελέτη της Αγίας Γραφής.
Το 1895 επισκέφθηκε τους Αγίους Τόπους και το Άγιον Όρος. Μετά ένα έτος επισκέφθηκε πάλι το Άγιον Όρος και εισήλθε ως δόκιμος μοναχός στην ιερά μονή Αγίου Παντελεήμονος. Διήλθε άπό τα διακονήματα του προσφοράρη και του αρχοντάρη. Το 1901 εστάλη στο μετόχι της Νέας Θηβαΐδος, στην είσοδο του Αγίου Όρους, όπου έμεινε επί μία δεκαετία. Το 1902 έλαβε τη ρασοευχή και ονομάσθηκε Κωνσταντίνος. Το 1905 εκάρη μικρόσχημος μοναχός και έλαβε το όνομα Ξενοφών. Το 1913 αναχώρησε για τη Ρωσία.
Στην αρχή εγκαταστάθηκε στα Σπήλαια της Λαύρας του Κιέβου. Κατά τα έτη 1914-1916 αναγκάσθηκε, λόγω του πολέμου, να κάνει τον τραυματιοφορέα. Μετά την επικράτηση του αθεϊστικού καθεστώτος το 1917, έγινε Ο στοργικός προστάτης πολλών. Το 1931 εκάρη μεγαλόσχημος κι έλαβε το όνομα Κούξα, ενός ιερομάρτυρος, του όποιου το λείψανο υπήρχε άφθορο στα Σπήλαια του Κιέβου (+27 Αυγούστου 1215). Το 1934 χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Τα επόμενα χρόνια το καθεστώς έκλεισε τη Λαύρα. Ο π. Κούξα αναγκάσθηκε να περιφέρεται και να λειτουργεί σε διάφορους ναούς με μεγάλο κίνδυνο της ζωής του.
Το 1938 συλλαμβάνεται από τους άθεους και καταταλαιπωρείται με διάφορους διωγμούς. Καταδικάσθηκε σε πενταετή καταναγκαστικά έργα σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως στη Σιβηρία. Εργαζόταν δεκατέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο σκληρά μέσα στην παγωνιά, ώστε έπαθε κρυοπαγήματα. Μία ακόμη πενταετία τη διήλθε σε απομόνωση σ΄ ένα χωριό των Ουραλίων.
Το 1948 επέστρεψε στη Λαύρα του Κιέβου, που είχε πάλι ανοίξει. Ανέπτυξε ένα ιδιαίτερα πλούσιο πνευματικό έργο ως εξομολόγος, με βαθειά γνώση και μεγάλη διάκριση. Το καθεστώς όμως ενοχλούνταν από το έργο του. Έτσι το 1951 απομακρύνθηκε σ΄ένα μοναστήρι της Παναγίας, στο Ποτσάγιεφ, όπου συνέχισε όμως αδιάκοπα την πνευματική εργασία του προς ψυχική ωφέλεια πολλών. Εκτός των χαρισμάτων της διακρίσεως, της διοράσεως και της προοράσεως είχε και το της θαυματουργίας.
Το 1957 μετετέθη στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, κοντά στα σύνορα με τα ρουμανικά Καρπάθια, συνεχίζοντας την ασκητική και θεάρεστη ζωή του. Το 1960 καταλήγει στο μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Οδησσό, όπου η οσιακή βιοτή του, το παράδειγμα του και οι μεστοί χάριτος λόγοι του οδηγούν πολλούς στη μετάνοια και σωτηρία. Μέχρι το τέλος του δεν έπαυσε τον ασκητικό του αγώνα και τα θαύματα σε καρκινοπαθείς, παράλυτους και διάφορους ασθενείς.
Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 24 Δεκεμβρίου 1964, υστέρα από ασθένεια, και αφού είχε προείδει και προετοιμασθεί για το τέλος του. Οι τελευταίες του λέξεις ήταν: «ελήλυθεν η ώρα». Για την ταφή του τον προετοίμασε ο νυν ηγούμενος της αθωνικής μονής του Αγίου Παντελεήμονος αρχιμανδρίτης Ιερεμίας. Η κηδεία και η ταφή του έγιναν βιαστικά, λόγω εντολής του καθεστώτος, για να μη προσέλθει πολύς κόσμος, που τον υπερεκτιμούσε. Ο βασανισμένος λαός παρηγορούνταν ασπαζόμενος τον σταυρό του τάφου του. Ο άγιος συνέχιζε να τους επισκέπτεται με τις θαυματουργίες του.
Στις 29 Σεπτεμβρίου 1994 πραγματοποιήθηκε η ανακομιδή των τιμίων λειψάνων του από τον μητροπολίτη Οδησσού Αγαθάγγελο. Στις 4 Οκτωβρίου 1994 η Ιερά Σύνοδος της Ουκρανικής Εκκλησίας τον κατέταξε επίσημα στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Τα χαριτόβρυτα λείψανα του συνεχίζουν να θαυματουργούν.
Η μνήμη του τιμάται στις 22 Οκτωβρίου.
Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Άγιοι Αγίου Όρους, Εκδόσεις Μυγδονία, Θεσσαλονίκη, 2007

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΧΟΤΟΣ ΜΠΟΝΤΡΟΓΚ. ΡΟΥΜΑΝΙΑ. Η ΤΡΑΠΕΖΑ

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΧΟΤΟΣ ΜΠΟΝΤΡΟΓΚ. ΡΟΥΜΑΝΙΑ. Η ΤΡΑΠΕΖΑ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΧΟΤΟΣ ΜΠΟΝΤΡΟΓΚ. ARAD, ΡΟΥΜΑΝΙΑ. ΔΙΑΚΟΝΩΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙ ΤΟΥ ΑΓΙΩΝ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ ΣΤΟ ΑΡΑΝΤ ΟΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΠΑΤΑΠΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ ΣΙΙΣ 28 ΜΑΙΟΥ 2013
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΠΟΤΟΜΗΣ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΣΤΗΝ ΤΙΜΙΣΟΑΡΑ. ΕΙΣΟΔΟΣ
Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ Ο ΕΝ ΑΙΓΙΝΗ. ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΟΙΟΧΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΟ ΝΕΟ ΚΑΘΟΛΙΚΟ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΑΠΟΤΟΜΗΣ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΤΙΜΙΣΟΑΡΑΣ.

Ο ΟΣΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ. ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΟ ΝΕΟ ΚΑΘΟΛΙΚΟ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΑΠΟΤΟΜΗΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΣΤΗΝ ΤΙΜΙΣΟΑΡΑ

ΤΟ ΝΕΟ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΑΠΟΤΟΜΗΣ ΤΟΥΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΣΤΗΝ ΤΙΜΙΣΟΑΡΑ

ΤΟ ΝΕΟ ΚΑΘΟΛΙΚΟ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΑΠΟΤΟΜΗΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΣΤΗΝ ΤΙΜΙΣΟΑΡΑ. ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ
ΜΙΚΡΟ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗ ΡΟΥΜΑΝΙΑ.
Ἱερά Μονή Χότος Μποντρόγκ στό Ἀράντ
SFANTA MANASTIRE HODOS BODROG


Ο ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΣΤΟΝ ΤΡΟΥΛΟ ΤΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΟΥ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

H ΕΦΕΣΤΙΟΣ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΤΟ ΚΑΘΟΛΙΚΟ ΤΗΣ  ΜΟΝΗΣ

ΜΟΝΗ ΠΡΙΣΛΟΠ ΣΤΗΝ ΤΡΑΝΣΥΛΒΑΝΙΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ. ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΕ ΤΟΝ 14 ΑΙΩΝΑ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΤΗΣ ΤΙΣΜΑΝΑ

 
Ο ΕΥΑΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ. ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΣΕ ΥΠΕΡΘΥΡΗ ΚΟΓΧΗ ΤΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΟΥ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΠΡΙΣΛΟΠ

ΤΟ ΚΑΘΟΛΙΚΟ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΠΡΙΣΛΟΠ
ΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΣΥΝΑΞΕΩΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ
Τήν Κυριακή Β΄ Ματθαίου ἑορτάζουμε τή Σύναξη τῶν Ἁγιορειτῶν Ἁγίων. 
Ἀπό τήν εἰκονογραφία τῆς ἐορτῆς σᾶς προσφέρουμε τίς παρακάτω εἰκόνες
ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΟ ΚΥΡΙΑΚΟ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΚΗΣ ΣΚΗΤΗΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΦΟΡΗΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ. ΚΥΡΙΑΚΟ ΣΚΗΤΗΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΩΝ
 
ΦΟΡΗΤΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 1859 ΣΤΗ ΡΟΥΜΑΝΙΚΗ ΣΚΗΤΗ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ.
http://agioritikoslogos.blogspot.gr

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΣΗΦ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΙΜΙΣΟΑΡΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ Τοιχογραφίες Ἁγιορειτῶν ἁγίων σέ μονές τοῦ Ἀράντ καί τῆς Τιμισοάρας



ΟΣΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΘΩΝΙΤΗΣ.


ΟΣΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜ. ΕΙΚΟΝΑΣ


ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΤΙΣΜΑΝΑ
ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΗΣ ΤΣΕΡΝΙΚΑ

ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ
 
ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΤΗΣ ΤΙΣΜΑΝΑ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ.
ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΗΝ ΠΥΛΗ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΧΟΤΟΣ ΜΠΟΝΤΡΟΓΚ ΤΟΥ ARAD ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΧΟΤΟΣ ΜΠΟΝΤΡΟΓΚ ΣΤΟ ΑΡΑΝΤ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ. ΧΡΟΝΟΛΟΓΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ 12 ΑΙΩΝΑ
 ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΧΟΤΟΣ ΜΠΟΝΤΡΟΓΚ ΣΤΟ ΑΡΑΝΤ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ.

ΑΓΙΟΣ ΝΙΙΚΟΔΗΜΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΙΣΜΑΝΑ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ. ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΟ ΝΕΟ ΚΑΘΟΛΙΚΟ




Ο ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΤΙΜΙΣΟΑΡΑΣ  ΣΤΗΝ ΤΙΜΙΣΟΑΡΑ

\ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΣΟΑΡΑΣ. ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ
 Προσκύνημα στήν Τιμισοάρα καί στά ἱερά λείψανα τοῦ Ἁγιορείτη ἁγίου Ἰωσήφ μητροπολίτη Τιμισοάρας
Από τη Βικιπαίδεια
Ο Άγιος Ιωσήφ ο Νέος έζησε τον 16ο και 17ο αιώνα. Καταγόταν από τη Λήμνο και έχει ανακηρυχτεί άγιος της Ρουμανικής εκκλησίας
Ο Άγιος Ιωσήφ ο Νέος γεννήθηκε το 1568 στη Ραγούζα της Αδριατικής, το σημερινό Ντουμπρόβνικ της Κροατίας. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ιάκωβος. Ο πατέρας του ονομαζόταν Τζοβάνι Φούσκο. Ήταν ναυτικός και καταγόταν από τη Βενετία. Η μητέρα λεγόταν Αικατερίνη και ήταν από τη Λήμνο.
Το 1580 ορφάνεψε από πατέρα, σε ηλικία μόλις 12 ετών. Τότε εγκαταστάθηκαν στην Αχρίδα, όπου ζούσαν συγγενείς της μητέρας του. Ο μικρός Ιάκωβος έζησε κοντά στους συγγενείς του ως το 1588 σπουδάζοντας τα ιερά γράμματα. Το 1588, σε ηλικία 20 ετών, μετέβη στην Μονή Παντοκράτορος στο Άγιο Όρος. Έγινε μοναχός με το όνομα «Ιωσήφ» και αργότερα ιερομόναχος.
Στον Άθω παρέμεινε συνολικά 62 χρόνια, διαμένοντας κατά καιρούς σε διάφορες μονές. Σύντομα απέκτησε μεγάλη φήμη χάρη στο θαυματουργό χάρισμα που είχε να θεραπεύει ασθενείς, τοποθετώντας το χέρι του στο μέτωπό τους. Επίσης, ασχολήθηκε με την καλλιγραφική αντιγραφή ιερών κειμένων. Διετέλεσε ηγούμενος στις μονές Βατοπεδίου και Κουτλουμουσίου του Αγίου Όρους και, για έξι χρόνια, στη μονή Αγίου Στεφάνου Αδριανουπόλεως, η οποία ήταν μετόχι της μονής Μεγίστης Λαύρας.
Το 1650, σε ηλικία 82 ετών, εξελέγη μητροπολίτης Τιμισοάρα Ρουμανίας και έφυγε από το Άγιον Όρος έπειτα από 62 έτη. Υπηρέτησε τη μητρόπολη ως το 1653, οπότε αναγκάστηκε να παραιτηθεί λόγω γήρατος.Εκοιμήθη στην Τιμισοάρα στις 15-8-1656 σε ηλικία 88 ετών. Στον εκεί μητροπολιτικό ναό φυλάσσεται μέχρι σήμερα το λείψανό του, καθώς και η παλαιότερη εικόνα του.
Το 1686 ανακηρύχθηκε τοπικός άγιος. Το 1956, στην επέτειο των 300 ετών από την κοίμησή του, ανακηρύχθηκε άγιος της Ρουμανικής και της Σερβικής εκκλησίας. Η μνήμη του καθιερώθηκε να εορτάζεται στις 15 Σεπτεμβρίου.
Όσο ζούσε, φαίνεται πως διατηρούσε τακτική επαφή με τη Λήμνο, το νησί της καταγωγής του, διότι στην ιερά ακολουθία του υπάρχουν αρκετές αναφορές στη λημνιακή του καταγωγή. Άλλωστε, ηΛήμνος είχε ανέκαθεν στενή σχέση με τις μονές του Αγίου Όρους, 
Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΣΗΦ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΤΙΜΙΣΟΑΡΑΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ

ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΣ ΝΑΟΣ ΤΙΜΙΣΟΑΡΑΣ. Η ΛΑΡΝΑΚΑ ΜΕ ΤΑ ΙΕΡΑ ΛΕΙΨΣΑΝΑ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΣΗΦ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΤΙΜΙΣΟΑΡΑΣ
ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΣ ΝΑΟΣ ΤΙΜΙΣΟΑΡΑΣ. Η ΛΑΡΝΑΚΑ ΜΕ ΤΑ ΙΕΡΑ ΛΕΙΨΑΝΑ

Ἁγιορείτικο ὁδοιπορικό στήν ὀρθόδοξη γῆ τῆς Ρουμανίας.


 

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ. ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ

       Πατάπιος μοναχός Καυσοκαλυβίτης
Οἱ Ἅγιοι τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Χθές καί σήμερα.
Διάλεξη τοῦ π. Παταπίου πού δόθηκε τήν Κυριακή 26 Μαΐου στό Μέγαρο Πολιτισμοῦ τῆς πόλεως Arad τῆς Τρανσυλβανίας τῆς Ρουμανίας στό πλαίσιο τοῦ διεθνοῦς φεστιβάλ ὀρθόδοξης πνευματικότητας καί τέχνης ArtaSacra «Φιλοκαλία»
   ν εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὑπάρχουν στόν κόσμο τόποι, πού ἡ ὀμορφιά καί ἡ ἀκτινοβολία τους μποροῦν νά προξενήσουν στόν ἄνθρωπο ἐνθουσιασμό καί δέος καί νά τόν ὁδηγήσουν στήν πνευματική ἀνάταση, τότε σίγουρα τό Ἅγιον Ὄρος κατέχει ἀνάμεσά τους περίοπτη θέση.
    Τό Ἅγιον Ὄρος τό στολίζουν βέβαια ὅλες οἱ ὀμορφιές τῆς φύσεως, πού ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀπλόχερα σκόρπισε σ᾿ αὐτό, ὡς ἄλλον Παράδεισο. Τό κοσμοῦν ἐπίσης τά περικαλλῆ ἱερά μοναστήρια, οἱ σκῆτες καί τά κελλιά μέ τήν ἐξαίσια καί τήν ἀπόλυτα ἰσορροπημένη μέ τό φυσικό περιβάλλον ἀρχιτεκτονική τους καθώς καί τά μεγάλης ἀξίας κειμήλια, ἱερά λείψανα καί ἄλλα ἀφιερώματα πού εἶναι ἀποθησαυρισμένα σ᾿ αὐτά. Τό κοσμοῦν, ὅλ᾿ αὐτά, κάνοντάς το νά μοιάζει σάν ἄλλος οὐρανός, μέ τήν λαμπρότητά τους.
      Περισσότερο ὅμως ἀπ᾿ αὐτά, τό Περιβόλι τῆς Παναγίας, ὅπως ἀποκαλεῖ ὁ πιστός ἑλληνικός λαός τό Ἅγιον Ὄρος, καυχᾶται, ἀγάλλεται, λαμπρύνεται καί μεγαλύνεται γιά τούς ἐνάρετους καί ἅγιους ἄνδρες πού ἀσκήθηκαν σ᾿ αὐτό, σέ διάφορους καιρούς καί χρόνους. Γιά τούς Ἁγίους του!
Γιατί ἀπό τά πρῶτα χρόνια τῆς ἀθωνικῆς ἱστορίας, μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί τήν προστασία τῆς Κυρίας Θεοτόκου, ἔλαμψαν σ᾿ αὐτό, ἁγιώτατοι καί θαυμάσιοι ἀσκητές καί Πατέρες, πού ἡ μνήμη τους εἶναι παντοτινή. Ὅλοι αὐτοί οἱ τρισμακάριοι, σάν ἄλλοι ἀθλητές πέρασαν τή ζωή τους στόν τόπο αὐτό, μέσα ἀπό μυριάδες ἀγῶνες καί ἐμπόδια, καί, ἔχοντας αὐτόν τόν ἱερό Ἄθωνα σάν κλίμακα, ἀνέβηκαν στούς οὐρανούς.
     Ἡ ζωντανή παρουσία τῆς Ἀθωνίτισσας Θεοτόκου, τῆς προστάτιδος τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί οἱ ἀσκητικοί ἀγῶνες τῶν ἁγιασμένων Ἁγιορειτικῶν μορφῶν κάνουν κάθε γωνιά τοῦ Ἅγίου Ὄρους, τόπο θεοφάνειας. Ὁ σύγχρονος προσκυνητής, βηματίζοντας στό Ἅγιον Ὄρος, τόν τόπο καί τήν ἱστορία του, τό αἰσθάνεται αὐτό καί ψηλαφεῖ τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ σέ κάθε του βῆμα.
    Καί στό σημεῖο αὐτό θά ἤθελα νά εὐχαριστήσω τούς διοργανωτές τῆς σημερινῆς ἐκδήλωσης, πού γίνεται στό πλαίσιο τοῦ διεθνοῦς φεστιβάλ καλλιτεχνίας «Ἡ Φιλοκαλία». Νά τούς εὐχαριστήσω γιά τήν δυνατότητα πού μοῦ ἔδωσαν, νά ἔλθω ἀπό τόν μακρυνό Ἄθωνα, κομίζοντας στήν εὐλογημένη γῆ τῆς Ρουμανίας τήν εὐλογία τῆς Θεοτόκου καί τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων καί νά ἐπικοινωνήσω μέ ἕνα τόσο ἐκλεκτό καί «φιλόκαλο» ἀκροατήριο.   Ἐλπίζω, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, καί τήν εὐχή τῶν πατέρων, ἡ παρούσα διάλεξη νά φανεῖ χρήσιμος συνοδοιπόρος σ᾿ αὐτήν τήν ἀναζήτηση ψυχῆς τοῦ καθενός μας.
ΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ARAD ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ ΟΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗΚΕ Η ΔΙΑΛΕΞΗ
     Οἱ κοινόβιες μονές, οἱ σκῆτες, τά κελλιά, οἱ κα­λύ­βες, τά καλντερίμια, τά κοιμητήρια, τά σπή­λαια καί τά ἀ­σκη­τή­ρια, πού κρέ­μον­ται σέ ἀ­πό­κρη­μνα καί ἀπρόσιτα μέρη, πα­ρα­μέ­νουν σι­ω­πη­λοί μάρ­τυ­ρες τῆς θαυ­μα­στῆς καί   ἰ­σάγ­γε­λης βι­ο­τῆς τῶν ὁσίων Ἁγιορειτῶν Πα­τέ­ρων, καί γιά μᾶς τούςνε­ώ­τε­ρους, μοναχούς καί προσκυνητές, δι­α­χρο­νική πρό­σκληση γιά μί­μησή τους.    
    Στό Ἅγιον Ὄρος, ἀπό τόν 9ο αἰώνα ὥς τίς μέρες μας, ἔζησαν ὑπέρ τούς τετρακοσίους Ἅγιοι. Ὑπάρχει βέβαια καί ἕνα πλῆθος ἀγνώστων σέ μᾶς ἁγίων, πού εὐαρέστησαν τόν Θεό καί τιμήθηκαν ἀπό Αὐτόν.
  Τό Ἅγιον Ὄρος εἶναι ἴσως ὁ μόνος τόπος σ᾿ ὁλόκληρο τόν κόσμο πού δέν γεννήθηκε κανείς. Ἦταν ὅμως -καί μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ παραμένει καί σήμερα- ἕνας τόπος, ὅπου χιλιάδες ἄνθρωποι ἔχουν ἀναγεννηθεῖ ἐν Χριστῷ.
   Οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας μπορεῖ νά τιμῶνται ἰδιαίτερα σέ ἕναν τόπο, ἀνήκουν ὅμως στό πλήρωμα ὅλης τῆς Ἐκκλησίας. Καί γνωρίζουμε πολύ καλά ὅτι στήν ὀρθόδοξη γῆ τῆς Ρουμανίας, πολλοί ἀπό τούς Ἁγιορεῖτες ἁγίους ἀπολαμβάνουν τῆς τιμῆς τῶν πιστῶν. Καί ποιός Ρουμάνος δέν γνωρίζει τόν ἅγιο Ἀθανάσιο τόν Ἀθωνίτη, τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, τόν ἅγιο Νήφωνα πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη; Ποιός δέν ἔχει ὠφεληθεῖ ἀπό τή διδασκαλία τῶν συγχρόνων μας ἁγίων Γερόντων Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου καί Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου;
  Ἤ ποιός Ρουμάνος δέν γνωρίζει τόν ἅγιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκι (+ 1794), πού μετά τόν Ἄθωνα ἔζησε στή Ρουμανία, στό Ἰάσιο καί στίς μονές Νεάμτς καί Ντραγκομίρνα, μεταφέροντας τό πνεῦμα τοῦ ἀθωνικοῦ μοναχισμοῦ καί τῆς Φιλοκαλίας; Ὁ ἅγιος Παΐσιος καί οἱ μαθητές του προσέφεραν στόν εὐσεβῆ ρουμανικό λαό προσεγμένες μεταφράσεις τῶν Ἑλλήνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστικό ὅτι δέκα μόλις χρόνια μετά τήν πρώτη ἔκδοση τῆς Φιλοκαλίας στά ἑλληνικά, τό 1793, ἔχουμε τήν πρώτη μετάφρασή της στά σλαβωνικά, γλώσσα στήν ὁποία γράφονταν τότε τά ἐκκλησιαστικά κείμενα στή Ρουμανία. Τό ἔργο αὐτό γνώρισε ἐπανειλημμένες ἐκδόσεις καί δημιούργησε τόσο στή Ρουμανία ὅσο καί τίς ἄλλες βαλκανικές χῶρες μεγάλο ἐνδιαφέρον γιά τούς ἀσκητές Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
    Σύμφωνα μέ τίς πηγές, στό Ἅγιον Ὄρος ἔχουμε παρουσία Ρουμάνων μοναχῶν ἀπό τόν 11ο ἤδη αἰώνα. Ἀπό τήν κατάλυση τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας καί μετά, ἡγεμόνες τῆς Βλαχίας, γνωρίζοντας τά εὐεργετικά πνευματικά ὀφέλη πού θά εἶχε στή χώρα σας ἡ ἐπαφή μέ τό Ἅγιον Ὄρος, προσέφεραν σ᾿ αὐτό πλούσιες δωρεές, ἀφιέρωσαν πολλά μετόχια, καί ἀναδείχθηκαν νέοι κτήτορες ἀρκετῶν ἀθωνικῶν μονῶν, συμβάλλοντας στήν ἀνακαίνισή τους. Παράλληλα, ὁ Χαρίτων (+ 1381), ἕνας ἀπό τούς πρώτους μητροπολίτες Οὑγγροβλαχίας, πού ἔθεσε τίς βάσεις ὀργάνωσης τῆς Ρουμανικῆς Ἐκκληχίας, ἦταν Ἁγιορείτης.
   Ἕνας ἀπό τούς περισσότερο τιμώμενους Ἁγιορεῖτες ἁγίους στή Ρουμανία στάθηκε ὁ ἑλληνοσερβικῆς καταγωγῆς ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἡγιασμένος, ἱδρυτής τῆς μονῆς Τισμάνα. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ἔρχεται στή Βλαχία ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, περί τό 1360. Στάθηκε μετακομιστής τῆς ἀθωνικῆς ἀκτινοβολίας καί τῆς ἀναγέννησης τοῦ μοναχισμοῦ στίς ρουμανικές χῶρες, καθώς ὁ ἴδιος, μέ τή βοήθεια μαθητῶν του, ἵδρυσε καί ὀργάνωσε στή Ρουμανία κοινοβιακές μονές κατά τόν τύπο καί τήν τάξη τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἡ μονή Τισμάνα εἶναι ἡ ἀρχαιότερη σωζόμενη στή Ρουμανία καί ἀναδείχθηκε, ἐκτός τῶν ἄλλων, περίφημο κέντρο καλλιγραφίας καί ἀντιγραφῆς χειρογράφων.
    Κλείνοντας αὐτή μας τή σύντομη παρένθεση στούς Ἁγιορεῖτες ἁγίους πού συνδέονται ἄμεσα μέ τήν εὐλογημένη χώρα σας καί οἱ ὁποῖοι ἄφησαν πολύτιμη καί αἰώνια πνευματική παρακαταθήκη ἀλλά καί συνεχίζουν νά πρεσβεύουν γιά ὅλους μας, θά ἀναφερθοῦμε στόν ἅγιο Νήφωνα τόν Β΄πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (+ 1508), τόν λαμπρό αὐτό φωστῆρα τῆς ρουμανικῆς γῆς. Ὁ ἅγιος Νήφων, Ἁγιορείτης μοναχός ἀπό τή μονή Διονυσίου, συνέβαλε ἀποφασιστικά στήν ἀναδιοργάνωση τῆς Ρουμανικῆς Ἐκκλησίας καί στήν θωράκιση τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐνῶ ἔδωσε νέα ὤθηση στήν πνευματική ζωή. Μέρος τῶν ἱερῶν λειψάνων του φυλάσσονται στήν Κούρτεα ντέ Ἄρτζες, ὅπου κάθε χρόνο χιλιάδες πιστῶν συρρέουν γιά νά τιμήσουν τή μνήμη του.
    Μεγάλη, τέλος, ὑπῆρξε ἡ πνευματική ὀφέλεια πού ἀπόλαυσε ὁ εὐσεβής ρουμανικός λαός ἀπό τήν δράση τῶν ρουμάνων Ἁγιορειτῶν ἁγίων Γεωργίου τῆς Τσερνίκα (+ 1806), τοῦ ἁγίου Ἀντίπα τῆς μονῆς Καλνταρουσάνι (+ 1882) καί τοῦ νεομάρτυρος Παχωμίου (+ 1810).
 
     Ἀγαπητοί μου ἐν Χριστῷ ἀδελφοί !
    Οἱ Ἁγιορεῖτες ἅγιοι, προερχόμενοι ἀπό ὅλους τούς ὀρθόδοξους λαούς,  δόθηκαν ὁλοκληρωτικά στόν Θεό. Μέσα ἀπό πολυετεῖς ἀσκητικούς ἀγῶνες καθάρισαν τόν ἑαυτό τους ἀπό τά πάθη καί ἔγιναν δοχεῖα ἐκλεκτά, ἄξια νά δεχθοῦν τά θεῖα χαρίσματα. Καί στή συνέχεια ἀναδείχθηκαν λαμπροί συνεχιστές τῆς γνήσιας ὀρθόδοξης μοναχικῆς παράδοσης.   
    Στά τέλη τοῦ 18ου αἰώνα, ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, πού πρῶτος συνέγραψε τόσο τήν Ἀκολουθία τῶν Ἁγιορειτῶν Ἁγίων, ὅσο καί τόν Ἐγκωμιαστικό Λόγο πρός αὐτούς, γράφει ὅτι οἱ Ἁγιορεῖτες ἅγιοι φάνηκαν ἀληθινά σ᾿ ὅλους ἐμᾶς, ὅσους κατοικοῦμε στό Ὄρος ἀλλά καί σ᾿ ὅλους τούς Ὀρθοδόξους, παντοτεινοί εὐεργέτες καί προστάτες καί ἔφοροι, ὄχι μόνο μέ τά λόγια τους ἀλλά καί μέ τά ἔργα Ὄχι μόνο κατά τήν ψυχή ἀλλά καί κατά τό σῶμα, ὄχι μόνο ζῶντες ἀλλά καί μετά θάνατον.     
    Τό Ἅγιον Ὄρος ὀνομάσθηκε Ἅγιο ἀπό τούς ἁγίους του. Κατά τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, Ἅγιον Ὄρος σημαίνει «Τόπος ἁγιότητας. Τόπος καθαρότητας. Τόπος ὅπου ἐπάτησαν τόσων ἁγίων πόδια. Τόπος, πού ἔχει ζυμωμένα τά χώματα ἀπό τά αἵματα, ἀπό τούς ἀσκητικούς ἱδρῶτες, καί ἀπό τά δάκρυα ἑκατοντάδων καί χιλιάδων ὁσίων Πατέρων. Τό Ἅγιον Ὄρος εἶναι τόπος ἀρετῆς καί ἁγιότητας».
   Ἡ πο­ρεία πρός τή θέ­ωση, ἡ καλ­λι­έρ­γεια τῆς ὀρ­θό­δο­ξης πνευ­μα­τι­κό­τη­τας καί ἡ δι᾿ ἀ­γώ­νων κα­τά­κτησή της, ἀ­πο­τέ­λεσε καί ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, νά ἀ­πο­τε­λεῖ τό ἰ­σχυ­ρό­τερο ἔ­ρει­σμα τῆς ζωῆς στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Στή χώρα αὐτή τῆς με­τα­νοίας καί τό ἐργαστήριο τῆς ἁ­γι­ό­τη­τας, ὁ­δη­γή­θη­καν κατά τήν ὑ­περ­χι­λι­ετῆ φω­τεινή δι­α­δρομή τῶν αἰ­ώ­νων σέ ὁ­δούς σω­τη­ρίας, δυ­σα­ρί­θμη­τοι ἅ­γιοι, «φί­λοι» δη­λαδή, τοῦ Θεοῦ, πού κα­τα­λάμ­πουν μέ τίς γλυ­κύ­τα­τες ἀ­κτῖ­νες τοῦ βίου καί τῶν θαυ­μά­των τους τό πλή­ρωμα τοῦ πι­στοῦ λαοῦ.
   Κατά τήν ὀρ­θό­δοξη πα­ρά­δοση οἱ πε­ρισ­σό­τερο ἁρ­μό­διοι νά μι­λοῦν γιά τούς ἁ­γί­ους καί τήν ἁ­γι­ό­τητα εἶ­ναι οἱ ἴ­διοι οἱ Ἅ­γιοι. Αὐ­τοί μπο­ροῦν νά ἐν­νο­ή­σουν καί νά ἑρ­μη­νεύ­σουν σω­στά, ὑπό τό φῶς τῆς ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κῆς τους ἐμ­πει­ρίας, τά ἔργα καί τά δι­δά­γματα τῶν ἱ­ε­ρῶν ἐ­κεί­νων προ­σώ­πων, πού εἶ­χαν ἕ­να κυ­ρίως σκοπό, τόν ὁ­ποῖο καί πέ­τυ­χαν: νά εὐ­α­ρε­στή­σουν τόν Κύ­ριο καί νά ἑ­νω­θοῦν μέ Αὐ­τόν.
   Ἡ ταπεινότητά μου, πού δέν ἔ­χω τήν ἁ­γι­ό­τητα καί τά πνευ­μα­τικά βι­ώ­ματά τους καί πού μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί τή μη­τρική ἀ­γάπη τῆς Κυ­ρίας Θε­ο­τό­κου κα­τοι­κῶ στούς ἴ­δι­ους ἱ­ε­ρούς τό­πους μέ τίς ἁ­γι­α­σμέ­νες ἀθωνικές μορ­φές, μπο­ρῶ μόνο ἐ­πι­φα­νει­ακά νά σκι­α­γρα­φή­σω «ἐν ἐ­σό­πτρῳ καί αἰ­νί­γματι» κά­ποια ἀπό τά πλού­σια χα­ρί­σματα-καρ­πούς τῶν πνευ­μα­τι­κῶν τους ἀ­γώ­νων ἤ τίς φω­τι­σμέ­νες δι­δα­σκα­λίες τους. Ὅ­πως ἔ­λεγε καί ὁ γέ­ρων Πορ­φύ­ριος ὁ Καυσοκαλυβίτης, ἀπό τούς τε­λευ­ταίους στή χρυσή ἁ­λυ­σίδα τῶν ὁ­σι­α­κῶν Ἁγιορει­τι­κῶν μορ­φῶν: «Ἀ­λή­θεια, αὐτά πρέ­πει νά τά ἔ­χει πά­θει ὁ ἄν­θρω­πος γιά νά τά κα­τα­λά­βει… Μόνο ἐ­κεῖ­νος πού ζεῖ αὐτή τήν κα­τά­σταση, τή ζεῖ καί τήν αἰ­σθά­νε­ται…».
     Κί­νη­τρο τῶν ἀ­σκη­τῶν Ἁγιορειτῶν πα­τέ­ρων γιά νά ὑ­πο­βλη­θοῦν σέ ἑ­κού­σιες τα­λαι­πω­ρίες καί παν­το­ει­δεῖς στε­ρή­σεις δέν ἦ­ταν τό μῖ­σος γιά τό σῶμα ἤ τή ζωή, ἀλλά ἡ «πε­ρίσ­σεια ζω­ῆς», πού πη­γά­ζει ἀπό τήν ἀ­γάπη τοῦ Χρι­στοῦ, ὅ­ταν αὐτή ἐ­νερ­γεῖ καί κα­τα­φλέ­γει τήν καρ­διά. Θέ­λη­σαν νά σταυ­ρω­θοῦν γιά τόν κό­σμο καί νά νε­κρώ­σουν τε­λείως τά πάθη τους, νά ἐν­τα­φι­α­σθοῦν στόν τάφο τῆς τα­πει­νώ­σεως καί νά ἀ­να­στη­θοῦν ἐν Χρι­στῷ διά τῆς ἀ­πα­θείας.
     Μέ τό σῶμα ἐρ­γά­ζον­ταν καί δι­α­κο­νοῦ­σαν τούς ἀ­δελ­φούς τους, μέ τόν νοῦ ὅ­μως καί τήν καρ­διά συ­νο­μι­λοῦ­σαν πάν­τοτε μέ τόν Θεό, προ­σευ­χό­με­νοι. Ἁρ­πα­ζό­με­νοι σέ ἐκ­στά­σεις καί θε­ω­ρίες τῆς δό­ξας τοῦ Θεοῦ, προ­γεύ­ον­ταν ἤδη ἀπό ἐδῶ τά ἀ­γαθά πού μέλ­λουν νά ἀ­πο­λαύ­σουν οἱ ἀ­γα­πῶν­τες τόν Κύ­ριο.
     Στό Ἅγιον Ὄρος παραμένει ἄσβεστη ἡ ἄκτιστη φλόγα τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Καί οἱ ἁγιασμένες ἁγιορειτικές μορφές εἶναι μία ἀπό τίς φανερώσεις αὐτοῦ τοῦ ἄσπιλου καί ἄδυτου φέγγους καί μία ἀκόμη μαρτυρία τῆς θείας Χάριτος: τῆς ἁγιορείτικης ζωῆς καί ἐμπειρίας γιά τήν ἐποχή μας.
      Αὐ­τοί οἱ κατά προ­αί­ρεση μάρ­τυ­ρες, ἔ­θε­σαν τήν πί­στη ὡς ἀ­κλό­νητο θε­μέ­λιο τῆς σω­τη­ρίας τους. Τά πάντα, ἀπό τήν πλήρη χά­ρι­τος καί θείων ἐμ­πει­ριῶν βι­οτή τους, μέ­χρι τίς ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κές δι­ο­ρά­σεις καί προ­ο­ρά­σεις κα­θώς καί τίς κα­τα­νυ­κτι­κές δι­δα­χές τους, μαρ­τυ­ροῦν καί ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τή συ­νεχῆ πα­ρου­σία τοῦ Ἁ­γίου Πνεύ­μα­τος σέ ὅ­λες αὐ­τές τίς ἁ­γι­α­σμέ­νες μορ­φές τῶν Ἁγιορει­τῶν Πα­τέ­ρων, οἱ ὁ­ποῖοι μέ τή ζωή τους ἔ­γρα­ψαν ἕνα νέο Γε­ρον­τικό, ἀ­πο­δει­κνύ­ον­τας τήν ἀ­λή­θεια καί τή δι­α­χρο­νι­κό­τητα τῶν συ­να­ξα­ρι­α­κῶν ἀ­φη­γή­σεων καί πε­ρι­γρα­φῶν.
    Ζών­τας οἱ ἴ­διοι στό θεῖο γνόφο τῆς χά­ρι­τος τοῦ Θεοῦ, μπο­ροῦ­σαν νά ὁ­δη­γή­σουν στήν Ἄνω Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, νά δι­δά­ξουν τή νο­ερά προ­σευχή, νά κα­θο­δη­γή­σουν στήν πνευ­μα­τική ζωή, νά ἐ­νι­σχύ­σουν στίς δο­κι­μα­σίες καί τούς πει­ρα­σμούς τῶν ἄλ­λων. Πολ­λοί ἀπό τούς ἐ­νά­ρε­τους αὐ­τούς πα­τέ­ρες, στή­ρι­ξαν ὄχι μόνο πλει­άδα ὁ κα­θέ­νας συ­να­σκη­τῶν τους καί ἄλ­λων ἀ­θω­νι­τῶν μο­να­χῶν ἀλλά καί τό λαό τοῦ Θεοῦ, με­τα­δί­δον­τάς τους τό ἦ­θος τῆς ἁ­γι­ο­ρεί­τι­κης πνευ­μα­τι­κό­τη­τας καί φανερώνοντάς τους τήν ἐλευθερία τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.
     Μέ τόν πλήρη θε­ϊ­κῆς ἐμ­πει­ρίας λόγο τους ἄγ­γι­ξαν τίς δι­ψα­σμέ­νες ψυ­χές, συν­δύ­α­σαν τό φω­τι­σμένο λόγο  μέ τό ζων­τανό βί­ωμα καί με­τέ­φε­ραν τή θε­ο­λο­γία ἀπό τό στο­χα­σμό στήν προ­σω­πική ζωή. Ἐ­νέ­πνευ­σαν στήν πί­στη χι­λι­ά­δες ἀν­θρώ­πων ἄλ­λως χα­μέ­νων. Πα­ρη­γό­ρι­σαν ἀ­πελ­πι­σμέ­νες ψυ­χές. Φώ­τι­σαν μέ τή σο­φία καί τή χάρη τους πλῆ­θος ἀ­να­ζη­τη­τῶν τῆς ἀ­λή­θειας. Ἄλ­λοι, ὅ­πως ὁ μα­κα­ρι­στός σύγ­χρο­νος γέ­ρων Πορ­φύ­ριος ὁ Καυσοκαλυβίτης, ἄφησαν ἀπό μέσα τους νά ξεχυθεῖ τό φῶς καί ἡ χαρά τῆς Ἀναστάσεως πού ἔζησαν καί πῆραν ἀπό τήν ἁγιορείτικη ζωή καί ἐμπειρία. Ἄν­τλη­σαν δυ­νά­μεις ἀπό τίς ἀ­στεί­ρευ­τες ἁ­γι­ο­ρεί­τι­κες πη­γές γιά λίγα μόνο χρό­νια καί με­τα­μορ­φώ­θη­καν σέ παγ­κό­σμι­ους ἀ­να­μορ­φω­τές τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ἐν Χρι­στῷ ζωῆς.
     Οἱ ἐ­νά­ρε­τοι Ἁγιορεῖ­τες γέ­ρον­τες τοῦ τελευταίου αἰ­ώ­να συ­νέ­χι­σαν τήν ὑ­περ­χι­λι­ετῆ πα­ρά­δοση τοῦ ἁ­γι­ω­νύ­μου Ὄ­ρους καί προ­στέ­θη­καν στή χρυσή ἁ­λυ­σίδα τῶν ὁ­σίων Πα­τέ­ρων. Ἄλ­λω­στε ὁ ἁ­γι­ο­ρεί­τι­κος χρό­νος μόνο μέ τήν αἰ­ω­νι­ό­τητα θά μπο­ροῦσε νά εἶ­ναι συγ­χρο­νι­σμέ­νος.
   Ἡ ὄν­τως ἐν­τυ­πω­σι­ακή καί πλού­σια χα­ρι­σμα­τική προ­σω­πι­κό­τητα τοῦ σύγ­χρο­νού μας γέ­ρον­τος Πορ­φυ­ρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου καλ­λι­ερ­γή­θηκε σ᾿ ἕ­ναν τόπο στόν ὁ­ποῖο ἡ πνευ­μα­τική πα­ρά­δοση πα­ρα­μέ­νει αἰ­σθητή μέ­χρι σή­μερα.
    Ἀπό τούς πρώ­τους οἰ­κι­στές τοῦ γηραιοῦ Ἄθωνα μέ­χρι τούς τε­λευ­ταί­ους ἐ­νά­ρε­τους γέ­ρον­τες, ὅ­λοι ἀ­πο­τε­λοῦν μία πνευ­μα­τική οἰ­κο­γέ­νεια, στήν ὁ­ποία τά πάντα εἶ­ναι κοινά: τό ἀ­σκη­τικό φρό­νημα, τά πνευ­μα­τικά κα­τορ­θώ­ματα, τά ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τικά χα­ρί­σματα. Ἄλ­λω­στε, ἡ αἴ­σθηση τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς συ­νέ­χειας τῆς ἁ­γι­ο­ρεί­τι­κης πα­ρά­δο­σης ἀ­πο­τε­λεῖ τόν ἀ­κρο­γω­νι­αῖο λίθο τῆς πνευ­μα­τι­κῆς πο­ρείας τοῦ Ἁ­γίου Ὄ­ρους.
        Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, μέσα ἀπό τή ζωή τῶν σύγχρονων ἐνάρετων Ἁγιορειτῶν γερόντων δεί­χνε­ται ἡ συ­νέ­χεια τῆς ἀ­θω­νι­κῆς πα­ρά­δο­σης. Οἱ ἀ­σκη­τι­κές αὐτές μορ­φές μέ τήν αὐ­θεν­τι­κό­τητα τῆς ἁ­πλό­τη­τας καί τή γνη­σι­ό­τητα τοῦ ἀ­πα­ρα­χά­ρα­κτου μο­να­χι­κοῦ τους βίου, ἐ­πα­λη­θεύ­ουν δι­αρ­κῶς τό μυ­στή­ριο τῆς πί­σεως καί ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τήν πα­ρου­σία τοῦ Θεοῦ στόν κό­σμο μας, πι­στο­ποι­ῶν­τας τή δυ­να­τό­τητα πού ἔ­χουμε ὅλοι οἱ ἄν­θρω­ποι γιά κοι­νω­νία μέ τόν Θεό καί με­τοχή στήν αἰ­ω­νι­ό­τητα.  
    Ἡ ζωή πολ­λῶν ἀπό τούς ἀν­θρώ­πους πού γνώ­ρι­σαν καί συ­να­να­στρά­φη­καν μέ τούς Ἁγιορεῖ­τες ἁ­γί­ους καί τούς λοι­πούς ἐ­νά­ρε­τους Ἁγιορεῖ­τες γέ­ρον­τες ἄλ­λαξε ρι­ζικά, γι­ατί ἡ πα­ρου­σία τους ἦ­ταν κα­τα­λυ­τική καί σφρά­γισε τήν ὕ­παρξή τους.
    Οἱ Ἁγιορεῖτες Ἅγιοι καί οἱ ἄλλες ἁγιασμένες ἁγιορειτικές μορφές στάθηκαν, ἀνάμεσα σέ ἄλλα, γνήσιοι πνευματικοί Πατέρες, εἶχαν φθάσει σέ ὑψηλά μέτρα πνευματικότητας καί γι᾿ αὐτό μποροῦσαν νά λειτουργοῦν ὡς παιδαγωγοί καί ἀκόμη ὡς οἰκογενειακοί σύμβουλοι, κατά κάποιον τρόπο.
    Ἡ παιδαγωγική πού ἐφάρμοζαν, θεμελιωμένη πάνω στή διακονία τῆς πνευματικῆς πατρότητας, δέν ἦταν ἄλλη ἀπό τήν παιδαγωγική τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, πού διασώζεται μέχρι καί τίς μέρες μας, μέσα ἀπό τήν ἡσυχαστική καί φιλοκαλική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.
     Σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, ὁ πνευματικός πατέρας εἶναι ἡ ζῶσα παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ὁ τέλειος, ὁ ἐν Χριστῷ ἀναγεννημένος ἄνθρωπος. Εἶναι ἕνας ἀντικατοπτρισμός τοῦ θεϊκοῦ φωτός  στόν κόσμο μας. Εἶναι, θά μποροῦσαμε νά ποῦμε, ὁ ἀπόλυτος παιδαγωγός. Τέτοια πρότυπα παιδαγωγῶν, συμβούλων τῶν νέων, ἀλλά καί συμβούλων ἀνθρώπων κάθε ἡλικίας ὑπῆρξαν καί ἐξακολουθοῦν μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ νά ὑπάρχουν, μέσα ἀπό τόν λόγο τους, οἱ Ἁγιορεῖτες Ἅγιοι ἀλλά καί ἄλλες ἁγιασμένες Ἁγιορειτικές μορφές. Ἄνθρωποι τῆς τέλειας ἀγάπης, τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης, τῆς ἐσωτερικῆς πνευματικῆς τελείωσης καί τῆς ἁγιότητας.
    Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Ἀθωνίτης θεωρεῖται ὁ θεμελιωτής καί κατ᾿ ἄλλους, ὁ Γενάρχης τοῦ ἁγιορειτικοῦ κοινοβιακοῦ μοναχισμοῦ μέ τήν ἵδρυση τῆς Μεγίστης Λαύρας (ἔτος 963). Τό ἀκόλουθο περιστατικό διατρανώνει τήν ἀσκητική τῆς παιδαγωγικῆς τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου.
   Κάποτε οἱ δαίμονες ἔπεισαν ἕναν ἀμελῆ μοναχό νά σκοτώσει τόν Ἅγιο. Κι ἐκεῖνος πῆγε ἔξω ἀπό τήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ τοῦ ἡγουμένου  μέ τό μαχαίρι στό χέρι. Ὅταν ὅμως ἄνοιξε ἡ πόρτα καί ὁ ἅγιος τόν ἀγκάλιασε πατρικῶς, τότε ὁ ἀγνώμων μαθητής καί κατά τήν πρόθεση φονιάς ἄφησε νά πέσει τό μαχαίρι ἀπό τό χέρι του, γονάτισε καί ἐξομολογήθηκε τήν πρόθεσή του. Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος τόν συγχώρησε ἀμέσως. Καί δέν ἔμεινε μόνο ἐκεῖ, ἀλλά ἀπό τότε περιέβαλλε τόν μοναχό μέ ἀκόμη μεγαλύτερη στοργή. Ἡ ἑκούσια κένωση εἶναι γνώρισμα ἀληθινῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καί πηγή ἀθανασίας. Ὁ Ὅσιος εἶχε ἀπωλέσει τόν ἑαυτόν του, βυθιζόμενος στήν ἄβυσσο τοῦ θείου ἐλέους, ἀπ᾿ ὅπου ἄντλησε τήν ἀγάπη πρός τόν ἐπίδοξο φονέα του.
     Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, στήν προσπάθειά του νά γίνει ὑπόδειγμα στούς ὑποτακτικούς του, φρόντιζε γιά τίς ἀνάγκες ὅλων τῶν μοναχῶν τῆς μονῆς του καί ἰδιαίτερα γιά τούς ἀσθενεῖς, τούς ὁποίους ὑπηρετοῦσε προσωπικῶς.
    Μέσα ἀπό τήν πνευματική καθοδήγηση, δηλαδή μέσα ἀπό μυσταγωγικό καί πνευματικό τρόπο, οἱ ἁγιασμένες μορφές τοῦ Ἁγίου Ὄρους συνέβαλαν στό νά «γεννῶνται» καί νά «ἀναγεννῶνται» οἱ σχετιζόμενοι μέ αὐτούς πνευματικά ἄνθρωποι.
     Δέν δίδασκαν προβάλλοντας ἀφηρημένους κανόνες ἠθικῆς. Κυρίως καθοδηγοῦσαν στό πλαίσιο μιᾶς βαθιᾶς διαπροσωπικῆς σχέσης. Ἀγαπούσαν τόν ἄνθρωπο, ὅπως εἶναι, μέ τίς ἀδυναμίες καί τά ἐλαττώματά του. Συγχρόνως ἐνεργοῦσαν μέ παιδαγωγική περίσκεψη καί ψυχολογική διορατικότητα, χρησιμοποιώντας εὐέλικτες παιδαγωγικές μεθόδους.
    Δίδασκαν ὄχι μόνο μέ τό λόγο, ἀλλά καί μέ τή σιωπή τους. Πολλές φορές μέ μόνη τήν παρουσία τους. Γιά παράδειγμα, στό Βίο τοῦ ὁ­σίου Ἀ­κα­κίου τοῦ Καυ­σο­κα­λυ­βίτου (+ 1730), ἑνός μεγάλου Ἁγιορείτου ἁγίου τοῦ 18ου αἰώνα, ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅτι, ἀ­νά­μεσα στά τόσα του χα­ρί­σματα, εἶχε πνεῦμα εἰ­ρη­νο­ποιό τόσο, ὥ­στε ὅ­ποιος δο­κι­μα­ζό­ταν ἀπό λο­γι­σμούς μνη­σι­κα­κίας, μέ τό πού ἀν­τί­κριζε καί μόνο τό γε­μᾶτο χάρη πρό­σωπό του, εἰ­ρή­νευε ἀπό τούς κα­κούς ἐ­κεί­νους λο­γι­σμούς.  
   Ἀναπολώντας κατά καιρούς τή σεβάσμια μορφή τοῦ Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου (+ 1994) καθώς καί τίς φωτισμένες νουθεσίες καί διδαχές του, πού πάντα στάλαζαν σά βάλσαμο στίς ψυχές ὅλων πού, λίγο ὡς πολύ, εἴχαμε τήν εὐλογία νά τόν συναντήσουμε, μοῦ ἔμενε ἡ αἴσθηση ὅτι ὅλα ὅσα ὑπέφερε καρτερικά στήν ἀσκητική του ζωή: στερήσεις, κακουχίες, πειρασμοί, κοπιώδεις μετακινήσεις, ἐνοχλήσεις καί κόπωση ἀπό τούς ἀναρίθμητους προσκυνητές καί τέλος, ὁδυνηρές ἀσθένειες, τά ὑπέμενε ἀπό ἀγάπη γιά τό Θεό καί γιά τόν ἄνθρωπο.
      Καί στίς Μονές πού διακόνησε, ἐντός καί ἐκτός Ἁγίου Ὄρους, καί ὅταν ζοῦσε μόνος του στήν ἡσυχία, ἡ ζωή του ἦταν μία συνεχής διακονία ἀγάπης. Μιᾶς ἀγάπης χωρίς σύνορα πού ἐπειδή ἦταν εἰλικρινής καί ἀπαύγασμα τῆς θεοειδοῦς του ψυχῆς, ξεκούραζε ὅλους ὅσους τή γεύονταν. Ἀκόμη καί στήν περίοδο πρίν τήν ὁσιακή του κοίμηση, ἄν καί ἐξ αἰτίας τῆς ἐπάρατης νόσου εἶχε ὁδυνηρώτατους πόνους, ἐκεῖνος θυσιάζοντας τόν ἑαυτό του γιά τούς ἀδελφούς του, διακονοῦσε μέ αὐταπάρνηση καί αὐτοθυσία ὅσους προσέτρεχαν σ᾿ αὐτόν γιά νά βοηθηθοῦν.
      Μά κι ἀπό τήν πλούσια διδασκαλία του, πού ἀναφέρεται διεξοδικά σέ ὅλα τά θέματα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καί πού πραγματικά μᾶς «ἀφυπνίζει πνευματικά», βλέπουμε τό Γέροντα νά μιλάει μέ «μέ πόνο καί ἀγάπη» γιά ὅλους μας.
     Ἀπό τό πάνθεον τῶν ἀρετῶν, ἡ ἀγάπη -ξεχωριστά ἀνάμεσα στίς ἄλλες- φαίνεται νά διαπνέει τή σύνολη ζωή καί διδασκαλία τοῦ π. Παϊσίου.
   Ἔλεγε στούς ἀκροατές του, ὑπογραμμίζοντας τή δύναμη τῆς ἀγάπης:
«… ἐπειδή δέν ξέρουμε τί μᾶς περιμένει, ὅσο μπορεῖτε, νά καλλιεργήσετε τήν ἀγάπη. Αὐτό εἶναι τό κυριώτερο ἀπ᾿ ὅλα: νά ἔχετε μεταξύ σας ἀγάπη ἀληθινή, ἀδελφική, ὄχι ψεύτικη. Πάντα ὅταν ὑπάρχει τό καλό ἐνδιαφέρον, ὁ πόνος, ἡ ἀγάπη,  ἐνεργεῖ κανείς σωστά. Ἡ καλωσύνη, ἡ ἀγάπη, εἶναι δύναμη».
      Μία ἀπό τίς τελειότερες ἐκφράσεις ἀγάπης εἶναι τό νά προσευχώμαστε γιά τούς ἄλλους. Τήν ἀλήθεια αὐτή καθώς καί τήν ἀξία της τονίζει ὁ Γέροντας: «Ἡ καρδιακή προσευχή βοηθάει ὄχι μόνο τούς ἄλλους ἀλλά καί τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας, γιατί βοηθάει νά ἔρθει ἡ ἐσωτερική καλωσύνη. Ὅταν ἐρχώμαστε στή θέση τοῦ ἄλλου, ἔρχεται φυσιολογικά ἡ ἀγάπη, ὁ πόνος, ἡ ταπείνωση, ἡ εὐγνωμοσύνη μας στό Θεό μέ τή συνεχή δοξολογία, καί τότε ἡ προσευχή γιά τό συνάνθρωπό μας γίνεται εὐπρόσδεκτη ἀπό τόν Θεό καί τόν βοηθάει». Καί σέ ἐρώτηση γιά τό πῶς κατλαβαίνει ὅτι μέ τήν προσευχή του βοηθήθηκε ὁ ἄλλος, ἀπαντάει: «Τό πληροφορεῖται ἀπό τή θεία παρηγοριά πού νιώθει μέσα του μετά ἀπό τήν πονεμένη του καρδιακή προσευχή πού ἔκανε. Πρέπει ὅμως πρῶτα τόν πόνο τοῦ ἄλλου νά τόν κάνεις δικό σου πόνο καί ὕστερα νά κάνεις καί καρδιακή προσευχή. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἰδιότητα θεϊκή καί πληροφορεῖ τόν ἄλλον».
    Ἡ ἀγάπη εἶναι προϋπόθεση γιά νά φέρει τό ἐπιδιωκόμενο ἀποτέλεσμα τοῦ ἐλέγχου τῶν σφαλμάτων τοῦ ἄλλου κι αὐτό εἶναι κάτι πού τό ὑπογραμμίζει ὁ π. Παΐσιος: «Ὅταν ἐλέγχουμε κάποιον ἀπό ἀγάπη, εἴτε τήν καταλαβαίνει ὁ ἄλλος τήν ἀγάπη μας εἴτε ὄχι, ἡ ἀλλοίωση γίνεται στήν καρδιά του, ἐπειδή κινούμαστε ἀπό καθαρή ἀγάπη. Ἐνῶ ὁ ἔλεγχος πού γίνεται χωρίς ἀγάπη, μέ ἐμπάθεια, τόν κάνει τόν ἄλλο θηρίο γιατί ἡ κακία μας προσκρούει στόν ἐγωϊσμό του…Ὅταν ἀνεχώμαστε τόν ἄλλον ἀπό ἀγάπη, ἐκεῖνος τό καταλαβαίνει».
    Ἡ θυσία γιά τόν ἀδελφό εἶναι μίμηση Χριστοῦ. «Νά μάθει κανείς νά χαίρεται μέ τό νά δίνει», ἔλεγε ὁ μακαριστός Γέροντας καί συνέχιζε: «Τέτοιοι ἄνθρωποι πού δίνονται χωρίς νά ὑπολογίζουν τόν ἑαυτό τους, θά μᾶς κρίνουν μεθαύριο»… «Ὁ Χριστός συγκινεῖται, ὅταν ἀγαπᾶμε τόν πλησίον μας πιό πολύ ἀπό τόν ἑαυτό μας, καί μᾶς γεμίζει μέ θεία εὐφροσύνη. Βλέπεις Ἐκεῖνος δέν περιορίστηκε στό ‘’ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σαυτόν’’ ἀλλά θυσιάστηκε γιά τόν ἄνθρωπο». Καί συμπληρώνει: «Ἀδύνατο εἶναι νά ἔλθει ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μέσα μας, ἐάν δέν βγάλουμε ἔξω τόν ἑαυτό μας ἀπό τήν ἀγάπη μας καί νά τήν δώσουμε στόν Θεό καί στίς εἰκόνες Του καί νά δινώμαστε πάντα στούς ἄλλους, χωρίς νά θέλουμε νά μᾶς δίνονται οἱ ἄλλοι».
    Ἐπιμένοντας ὁ Γέροντας στήν θυσιαστική προσφορά ὡς ἔκφραση τέλειας ἀγάπης, μᾶς νουθετεῖ: «Ἡ θυσία γιά τόν συνάνθρωπό μας κρύβει τήν μεγάλη μας ἀγάπη γιά τόν Χριστό. Ὅσοι ἔχουν μέν τήν ἀγαθή προαίρεση γιά νά ἐλεήσουν, ἀλλά δέν ἔχουν τίποτα καί πονᾶνε γι’ αὐτό, ἐλεοῦν μέ τό αἷμα τῆς καρδιᾶς τους».Καί γιά νά ἐνθαρρύνει ὅσους ἀγωνίζονται νά καλλιεργοῦν τήν βασίλισσα τῶν ἀρετῶν, συμπληρώνει: «Οἱ εὔσπλαγχνοι, ἐπειδή πάντα χορταίνουν τούς ἄλλους μέ ἀγάπη, πάντοτε εἶναι χορτασμένοι ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ἀπό τίς ἄφθονες εὐλογίες Του».
ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΨΑΛΜΩΔΙΕΣ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ARAD ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ.
ΤΟΝ ΜΟΝΑΧΟ ΠΑΤΑΠΙΟ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΟΥΝ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝ[ΗΣ ΧΟΡΩΔΙΑΣ ΤΟΥ ARAD ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
    Ἕνας ἀπό τούς σύγχρονους Ἁγιορεῖτες Πατέρες, πού στάθηκε μία ἀπό τίς ση­μαν­τι­κώ­τε­ρες πνευ­μα­τι­κές πα­ρου­σίες τοῦ πε­ρα­σμέ­νου αἰ­ῶνα, εἶναι ὁ γνω­στός πλέον σ’ ὅ­λον τόν Ὀρ­θό­δοξο κό­σμο, Γέ­ρων Πορ­φύ­ριος ὁ Καυ­σο­κα­λυ­βί­της (+ 1991).Ἐπρόκειτο γιά ἕνα ἔκτακτο φαινόμενο θείας κλήσεως καί ζωῆς.   
     Εἶχε καταξιωθεῖ στίς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων ὡς διακριτικός πνευματικός πατέρας. Μέ τόν τρόπο αὐτό, μποροῦσε νά τούς βοηθάει μέ διάφορους τρόπους καί μέσα. Θεωροῦσε κάθε ἄνθρωπο ὡς μοναδική καί ἀνεπανάληπτη προσωπικότητα, σεβόμενος τόν ἰδιαίτερο χαρακτῆρα τοῦ καθενός, καθώς καί τήν προσωπική του ἐλευθερία. Ἄκουγε μέ προσοχή, ὑπομονή καί συγκατάβαση τά προβλήματά τους. Γινόταν δέκτης τῆς ἀγωνίας τους. Τούς ἀπαντοῦσε μέ καλωσύνη καί προσήνεια στίς διάφορες ἐρωτήσεις. Νουθετοῦσε, προέτρεπε καί ὑποστήριζε ψυχολογικά τούς ὀλιγόψυχους. Δέν δυσφοροῦσε ἀπό τίς ἀρκετές φορές ἐνοχλητική παρουσία, τήν ἀδιακρισία καί τή φορτικότητα ὁρισμένων πνευματικῶν του παιδιῶν.
        Ἀποδεχόταν τό συνάνθρωπό του, ὅπως ἦταν, μέ τίς ἀδυναμίες καί τήν ἰδαιτερότητα στή συμπεριφορά του. Δέν ἐπιχειροῦσε ποτέ νά τόν βάλει σέ δικά του καλούπια. Δέν τόν ἀπασχολοῦσε ἡ ἐξωτερική ἐμφάνιση τῶν ἀνθρώπων καί μάλιστα τῶν νέων. Κοιτοῦσε τά βαθύτερα στρώματα τῆς ψυχῆς τους, γιατί γνώριζε ὅτι, ἐάν τακτοποιηθεῖ ὁ ἐσωτερικός κόσμος τοῦ ἀνθρώπου, αὐτόματα θά τακτοποιηθοῦν καί τά ἐξωτερικά. Κι αὐτό γιατί γνώριζε τήν τραγωδία τῆς ἔλλειψης ἀγάπης στήν ἐποχή μας, πού ἔχει σάν ἀποτέλεσμα τή μοναξιά, τήν κατάθλιψη, τήν ἀνασφάλεια, τό ἄγχος καί τίς φοβίες.
   Ἔλεγε ὁ γέρων Πορφύριος: «Αὐτά πού θέλετε νά πεῖτε στά παιδιά σας, νά τά λέτε μέ τήν προσευχή σας. Τά παιδιά δέν ἀκοῦν μέ τά αὐτιά μόνο ὅταν ἔρχεται ἡ Θεία Χάρις πού τά φωτίζει, τότε ἀκοῦνε αὐτά πού θέλουμε νά τούς ποῦμε. Ὅταν θέλετε νά πεῖτε κάτι στά παιδιά σας, πέστε το στήν Παναγία κι αὐτή θά ἐνεργήσει. Ἡ προσευχή σας αὐτή θά γίνει ζωογόνος πνοή, πνευματικό χάδι, πού χαϊδεύει, ἀγκαλιάζει, ἕλκει τά παιδιά».
         Ἀγαπητοί μου ἐν Χριστῷ ἀδελφοί !
   Ἡ ὑ­ψηλή πνευ­μα­τι­κό­τητα τοῦ βίου τῶν ἁ­γι­α­σμέ­νων Ἁγιορετικῶν μορ­φῶν, πάν­τοτε δυ­να­μο­γό­νος, ζων­τανή καί ζω­τική, σπάει τό φρά­γμα τοῦ χρό­νου, προ­σπερ­νάει τίς ἀ­σί­γα­στες ἱ­στο­ρι­κές κα­ται­γί­δες καί τίς ἀν­θρώ­πι­νες πε­ρι­πέ­τειες, γιά νά κτυ­πή­σει σάν πνευ­μα­τικό ξυ­πνη­τήρι στό ἀ­νή­συχο, ὀ­μι­χλῶ­δες καί ἀν­τα­ρι­α­σμένο «σή­μερα».
    Ὁ σύγ­χρο­νος ἄν­θρω­πος τῆς προ­η­γμέ­νης ψη­φι­α­κῆς τε­χνο­λο­γίας καί τῶν κο­σμο­ϊ­στο­ρι­κῶν ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν ἀ­να­κα­λύ­ψεων ἔ­μαθε νά κα­τευ­θύ­νει τίς μη­χα­νές ἀλλ᾿ ὄχι καί τόν ἑ­αυτό του. Δυ­σκο­λεύ­ε­ται νά ζή­σει ἀ­νε­πη­ρέ­α­στος ἀπό τά δι­α­λυ­τικά σύν­δρομα τῆς πά­σης φύ­σεως αἰ­χμα­λω­σίας. Συν­τρί­βε­ται σέ ἰ­δε­ο­λο­γι­κούς ὀγ­κό­λι­θους.
     Ἡ ἁ­γι­α­σμένη πο­ρεία τῶν Ἁγιορει­τῶν Ἁ­γίων καί ἐ­νά­ρε­των Γε­ρόν­των πρός συ­νάν­τησή τους μέ τόν Χρι­στό, ἄς ση­μα­το­δο­τή­σει τό μέλ­λον μας καί ἄς μᾶς ἐμ­πνεύ­σει νά χρω­μα­τί­σουμε τή ζωή μας ἀπό τόν «κα­λόν ἀ­γῶ­να» στά χα­ρα­κώ­ματα τῆς θείας ἀ­γά­πης, πού εἶ­ναι «ἀ­γάπη ἀ­χόρ­τα­γη», κατά τόν ἅ­γιο Σι­λου­ανό τόν Ἀ­θω­νίτη, τόν νεότερο Ἁγιορείτη Ἅγιο.
      Ὁ τρό­πος καί ὁ δρό­μος τῆς θε­ώ­σεως καί τῆς σω­τη­ρίας τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι αἰ­ώ­νιος καί ἀ­σφα­λής. Εἶ­ναι ὁ δρό­μος τῶν Ἁ­γίων!
     Οἱ ἁ­γι­α­σμέ­νες Ἁγιορειτικές μορ­φές, τόσο τοῦ παρελθόντος ὅσο καί τῶν ἡμερῶν μας, ἀπό τόν ὅσιο Πέτρο τόν Ἀθωνίτη, τόν πρῶτο ἅγιο οἰκιστή τοῦ Ἄθωνα μέ­χρι καί τούς σύγ­χρονούς μας, γέ­ροντες Παΐσιο τόν Ἁγιορείτη καί Πορ­φύ­ριο τόν Καυ­σο­κα­λυ­βίτη, ἔ­φθα­σαν στόν ἐ­ρά­σμιο τόπο, πού ὅ­λοι προ­σκλη­θή­καμε νά κα­τοι­κή­σουμε.
      Καί ἐπειδή ζοῦμε σέ δύσκολους καιρούς ὅπου ἡ οἰκονομική κρίση μαστίζει τήν κοινωνία μας, θά ἤθελα νά κλείσω μέ ἕνα -ὅπως θέλω νά πιστεύω- αἰσιόδοξο μήνυμα πρός τούς ἀγαπητούς ἀκροατές μας.
    Ὅπως ἔγραψε ὁ Ντοστογιέφσκι, «ἡ ὀμορφιά θά σώσει τόν κόσμο». Ἡ ὀμορφιά τῆς ψυχῆς θά σώσει τόν κόσμο, ἀκόμα κι ἄν γύρω μας ὅλα μοιάζουν νά γκρεμίζονται, ὅπως φαίνεται νά συμβαίνει στήν ἐποχή μας. Γι᾿ αὐτό δέν πρέπει νά χάνουμε τό θάρρος μας. Ἄς στραφοῦμε στήν ψυχή μας, ἄς ἑνωθεῖ αὐτή μέ τό Θεό καί μέσα ἀπ᾿ αὐτή τήν ἕνωση καί τήν ἐνατένιση, θά μπορέσουμε, μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, νά διαπεράσουμε μέ ἀσφάλεια τό πέλαγος τῆς φουρτουνιασμένης ζωῆς μας.
                        Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ. Χριστός Ἀνέστη !
Ἡ διάλεξη ἐκφωνήθηκε στήν ἑλληνική γλώσσα μέ ταυτόχρονη μετάφραση στή ρουμανική. Μετά τό τέλος τῆς διάλεξης ἀκολούθησε δίωρος διάλογος ὅπου ὁ ὁμιλητής ἀπάντησε σέ ἐρωτήσεις τῶν πολυπληθῶν ἀκροατῶν. Ὑπεύθυνος ὀργάνωσης τοῦ φεστιβάλ ἦταν ὁ ἀρχιμανδρίτης δρ. Θεοφάνης Mada, ἐπίκουρος καθηγητής τοῦ Θεολογικοῦ Σεμιναρίου τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Arad. Τήν μετάφραση ἔκανε ὁ διάκονος δρ. Φλορίν Tomoiaga. Τό φεστιβάλ ὀργανώθηκε ἀπό τό Πολιτιστικό Κέντρο τοῦ Arad καί τήν τοπική μητρόπολη.
Στιγμιότυπα ἀπό μικρό ὁδοιπορικό στήν ὀρθόδοξη γῆ τῆς Ρουμανίας.  24-29 Μαΐου 2013.

ΡΟΥΜΑΝΙΑΤΡΑΝΣΥΛΒΑΝΙΑ. ΑΡΑΝΤ. ΜΟΝΗ ΑΓ. ΣΥΜΕΩΝ ΣΤΥΛΙΤΟΥ ΓΚΑΪ.
Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

ΡΟΥΜΑΝΙΑΤΡΑΝΣΥΛΒΑΝΙΑ. ΑΡΑΝΤ. ΜΟΝΗ ΑΓ. ΣΥΜΕΩΝ ΣΤΥΛΙΤΟΥ ΓΚΑΪ. ΤΟ ΝΕΟ ΚΑΘΟΛΙΚΟ


  ΡΟΥΜΑΝΙΑΤΡΑΝΣΥΛΒΑΝΙΑ. ΑΡΑΝΤ. ΜΟΝΗ ΑΓ. ΣΥΜΕΩΝ ΣΤΥΛΙΤΟΥ ΓΚΑΪ.
ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ.
ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ ΣΕ ΞΥΛΙΝΗ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ. 16 ΟΣ ΑΙΩΝΑΣ

ΡΟΥΜΑΝΙΑ ΤΡΑΝΣΥΛΒΑΝΙΑ. ΑΡΑΝΤ. ΜΟΝΗ ΑΓ. ΣΥΜΕΩΝ ΣΤΥΛΙΤΟΥ ΓΚΑΪ.