Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2016

Ιερομόναχος Παντελεήμων Καρυώτης (1892 – 28 Δεκεμβρίου 1989)

Ιερομόναχος Παντελεήμων ΚαρυώτηςΟ κατά κόσμον Θεόδωρος Πάνου του Σπυρίδωνος γεννήθηκε στο χωριό Κολλιανοί Κορινθίας το 1892. Νέος προσήλθε στη σκή­τη Αγίου Δημητρίου της μονής Βατοπεδίου. Εκεί εκάρη μοναχός από τον ενάρετο Γέροντα Παΐσιο (+1948) το 1912. Το 1921, λόγω κάποιου σοβαρού πειρασμού που συνέβη και δίχασε τους πατέρες της σκήτης, αναγκάσθηκε η ευλαβέστατη συνοδεία, χάριν της αγάπης, της ειρήνης και της ομόνοιας, ν’ αναχωρήσει. Τη συνοδεία αποτελούσαν ο Γέροντας Παΐσιος, ο μοναχός Γεράσιμος (+1984), ο ιερομόναχος Παντελεήμων και ένας δόκιμος, που κατόπιν εκάρη μοναχός και ονομάσθηκε Αρτέμιος (+1978). Αυτός ήταν πολύ ενάρετος, ασθένησε όμως από ημιπληγία και εκοιμήθη σχετικά νέος. Το 1981 προστέθηκε στη συνοδεία ο ιεροδιάκονος Γεράσιμος (+2006) από την Προβάτα.
Το 1921 λοιπόν ήλθαν στο Αγιοπαυλίτικο Κελλί της Υπαπαντής παρά τις Καρυές οι τέσσερις εκλεκτοί πατέρες. Στο Κελλί τους διατή­ρησαν το σκητιώτικο τυπικό. Είχαν μακρές ακολουθίες, με Ψαλτήρια, Θεοτοκάρια, Παρακλήσεις και λοιπά. Τηρούσαν αυστηρές νηστείες και το μοναστικό πρόγραμμα επακριβώς. Μάλιστα είχαν την ευλογία να έχουν μία πολύ καλή γειτονιά με τις ευλογημένες συνοδείες των παρα­πλήσιων Κελλιών: το Λαυριώτικο της Αγίας Τριάδος και το Ιβηρίτικο της Αναλήψεως του Κυρίου. Τις μεγάλες εορτές λειτουργούσαν εκ πε­ριτροπής στα κατανυκτικά εκκλησάκια και ήταν σαν μία μικρή σκήτη.
Ο παπα-Παντελεήμων ήταν ένας άξιος λειτουργός και διακριτικός και διακεκριμένος Πνευματικός. Όταν ήταν να λειτουργήσει το πρωί, δεν κοιμόταν ποτέ καθόλου αποβραδίς. Ήταν αρχαία παράδοση αυτή και στις μονές και στις σκήτες και στα Κελλιά. Στο άγιο πετραχήλι του άφησαν λογισμούς μάταιους, πονηρούς κι επηρμένους, πάθη αντίθεα, πράξεις αμαρτωλές, κρίματα βαριά πολλοί. Μοναχοί απ’ όλο το Άγιον Όρος, λαϊκοί εργαζόμενοι και προσκυνητές έλαβαν άφεση αμαρτιών και συγχώρηση πλημμελημάτων. Ήταν ανεκτικός, επιεικής, συμπαθής και ακριβής εξομολόγος. Ήταν ένα κόσμημα ο κόσμιος παπάς με την απλότητα, τη γνησιότητα και την ταπεινότητά του. Εκοιμήθη εν Κυρίω στις 28.12.1989.
Πήγες – Βιβλιογραφία:
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ΄1984-2000 , σελ. 1257-1262, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2016

Χριστιανισμός και ΟυμανισμόςΓέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός († 2009)


christinismos-ke-oumanismos
Η μικρή αυτή μελέτη σκοπό έχει μια σύντομη θεώρηση και ανάλυση του σημερινού πολιτισμού, των σκέψεων και των επιδιώξεων του σημερινού ανθρώπου, και ιδίως του ευρωπαίου ανθρώπου που επηρεάζει γενικά το ανθρώπινο σύνολο. Αν και επικαλεσθήκαμε τον όρο «ευρωπαίος», εν τούτοις δεν περιοριζόμαστε στα στενά γεωγραφικά όρια της «εν κακοίς γηρασκούσης» Ευρώπης, αλλά εννοούμε και τους δύο πολιτισμούς, Ανατολικό και Δυτικό, οι οποίοι, παρά τις διαφορετικές εκφράσεις και μορφές ανήκουν στο ίδιο στρατόπεδο του άθεου ουμανισμού. Θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή του λαού μας στον επικείμενο κίνδυνο της απομακρύνσεως από τα ιδανικά μας, τις παραδόσεις μας, την ιερή παρακαταθήκη μας, ένεκα των ξένων και σφαλερών ιδεών που κατακλύζουν με όλα τα μέσα την κοινωνία μας. Όμως η υγιαίουσα ορθή πίστη, της οποίας είμαστε κληρονόμοι και που είναι η ιερή παρακαταθήκη μας, αποτελεί το πιο μεγάλο αγαθό υπό τον ήλιο, γι’ αυτό και ο αγώνας γι’ αυτήν πρέπει να είναι ανένδοτος και γενναίος.
Επειδή ο στόχος του διαβόλου είναι να απομακρύνει τον άνθρωπο από τον Θεό, χρησιμοποιώντας άπειρες μεθόδους για να τον αποπλανήσει, γι’ αυτό εδώ θα ασχοληθούμε με μια απ’ αυτές, τον άθεο ουμανισμό, που αποτελεί και τη βάση του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Σαν σε εισαγωγή θα αναφερθούμε στην ύλη και το πνεύμα, από τα οποία αποτελείται ο γύρω μας κόσμος και στη συνέχεια θα μιλήσουμε για την αξία της ανθρώπινης προσωπικότητας, για το απόλυτο και το πεπερασμένο, το άφθαρτο και το φθαρτό, το αιώνιο και το πρόσκαιρο· θα αναφερθούμε στην «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» δημιουργία του ανθρώπου, η οποία μαρτυρείται όχι μόνο από την Αγ. Γραφή, αλλά και από φυσικά δεδομένα τα οποία μας δίνουν λύση στα αγωνιώδη περί του ανθρώπου ερωτήματα· θα αναφερθούμε μετά στην ενσάρκωση του Θεού Λόγου και στην τελείωση της φύσεώς μας σ’ Αυτόν και μόνον. Τέλος θα τονίσουμε ότι ο Θεάνθρωπος αποτελεί το παν, το απόλυτο κριτήριο για τον άνθρωπο, δανειζόμενοι για τον σκοπό αυτό μερικές ωραίες και σοφές σκέψεις του μακαριστού και αγίου γέροντος π. Ιουστίνου Πόποβιτς.
***
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο άνθρωπος είναι μετά τον Θεό η πιο μυστηριώδης και αινιγματική ύπαρξη. Από την αρχή της ιστορίας του διαπιστώνει κανείς ότι συνυπάρχουν μέσα του δύο αντίθετες δυνάμεις που προσπαθούν να επικρατήσουν και να τον τραβήξουν προς το μέρος τους: το καλό και το κακό, η ζωή και ο θάνατος, ο Θεός και ο διάβολος, το καθένα με τον τρόπο και τα μέσα του. Ποιός όμως είναι εκείνος ο παράγων διά του οποίου ο άνθρωπος αισθάνεται και διακρίνει όχι μόνο αυτές τις καταστάσεις αλλά κι όλες τις πραγματικότητες που βρίσκονται στον αισθητό κόσμο γύρω του;
Μόλις αποκτήσει τις αισθήσεις του ο άνθρωπος στον κόσμο αυτό, βλέπει και αισθάνεται με αυτές και περιγράφει όλα τα υλικά πράγματα που βρίσκονται γύρω του. Ενώ όμως τα άλογα ζώα βλέπουν με τις αισθήσεις τους τον όγκο ενός πράγματος χωρίς να καταλαβαίνουν ούτε την ουσία ούτε την ιδιότητά του, αντίθετα ο άνθρωπος με μια μυστηριώδη δύναμη, όταν αντικρύσει την οποιαδήποτε μορφή ύλης αμέσως την περιγράφει σ’ όλες της τις διαστάσεις. Προσδιορίζει τον χρόνο της, τις ιδιότητές της, τη χρήση της, την αλλοιώνει, την μειώνει, την αυξάνει, την διαλύει, την μεταβάλλει όπως θέλει και γενικά την υποτάσσει και την κυβερνά. Αυτό το μυστηριώδες μέσα στον άνθρωπο είναι το πνεύμα του, το οποίο δεν περιγράφεται με τα υλικά πράγματα, ούτε μοιάζει με αυτά, ούτε μπορούν αυτά να το χωρέσουν και να το περικλείσουν, αλλ’ ούτε και ο ίδιος ο άνθρωπος το γνωρίζει σε μορφή και ποιότητα. Και ενώ αυτό είναι, σε σύγκριση με την ύλη, αόρατο και άϋλο και απερίγραπτο, εν τούτοις αυτό αποτελεί όχι μόνο πιο αληθινή πραγματικότητα μέσα στο περιβάλλον των υλικών πραγμάτων (αφού τα μυστήρια του υλικού κόσμου ερμηνεύονται και κατανοούνται με το άϋλο πνεύμα), αλλά και μέτρον αυτών. Αφού αυτή είναι η πραγματικότης, ας σκεφθεί κάνεις πόσο μεγάλη πρέπει να είναι η αξία του πνεύματος. «Γιατί, τι ωφελείται ο άνθρωπος, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο, χάσει όμως τη ζωή του; Ή τι μπορεί να δώσει ο άνθρωπος ως αντάλαγμα για τη ζωή του;» (Ματθ. ιστ’ 26), έλεγε ο Κύριός μας Ι. Χριστός.
Το συμπέρασμα είναι ότι ο άνθρωπος, όλη την ορατή ζωή του, η οποία ενεργείται μέσα στον χώρο και τον χρόνο, την θεμελιώνει επί των αοράτων δυνάμεων της ψυχής (του πνεύματος δηλαδή): πάνω στην αίσθηση, αντίληψη, κρίση, διάκριση, απόφαση, συνείδηση. Το πνεύμα του ανθρώπου είναι ένα θαυματουργικό εργαστήριο, μέσα στο οποίο οι εντυπώσεις που λαμβάνονται από τις αισθήσεις μεταβάλλονται κατά ένα ασύλληπτο τρόπο σε σκέψεις.
Ένας σοβαρός παρατηρητής της κοσμογονίας, από οποιανδήποτε πλευρά κι αν πλησιάσει την κτίση, είτε την υλική είτε την πνευματική, θα αισθανθεί την παρουσία ενός ανέκφραστου μυστηρίου σ’ όλα τα φαινόμενα. Μόνο όμως ένα υγιές πνεύμα θα μπορέσει να προσανατολισθεί ορθά και να δώσει τη σωστή ερμηνεία σ’ αυτό το αινιγματικό μυστήριο του κόσμου. Η εμπειρία που αποκτά το υγιές ανθρώπινο πνεύμα με την επαφή του με τα αισθητά και τα νοητά πράγματα το οδηγεί αμέσως στη νοσταλγία του άπειρου, του αιώνιου, του απόλυτου, και συμπεραίνει σαν βάση και σκοπό των πάντων την «αιώνια ζωή».
Στην έφεσή του αυτή προς το απόλυτο, το ανθρώπινο πνεύμα στρέφει όλη του την προσπάθεια στο να νικήσει και δαμάσει το πεπερασμένο, το θνητό, το φθαρτό, και γενικά τον περιορισμό και αυτό τον θάνατο. Αν προσέξουμε την ιστορία του ανθρώπινου βίου από τα βάθη των αιώνων, θα δούμε ότι ο στόχος των προσπαθειών του ανθρώπου με τις θρησκείες του, τις φιλοσοφίες του, τον πολιτισμό του, σ’ ένα σκοπό απέβλεπε, στο να νικηθεί η θνητότητα και ο θάνατος, που είναι το μόνο ξένο κι ανόμοιο και αλλότριο στοιχείο που παρεμποδίζει την ολοκλήρωση της ζωής.
Από πού όμως πηγάζει στο ανθρώπινο πνεύμα αυτή η νοσταλγία και έφεση προς το άπειρο; Τι είναι εκείνο που σπρώχνει την ανθρώπινη σκέψη σ’ αυτόν τον προβληματισμό του απολύτου; Εάν αυτή η σκέψη ήταν δεισιδαιμονία του απλού και αμαθούς κόσμου, δεν θα απασχολούσε τους διανοούμενους και σοφούς, ενώ βλέπουμε ότι απασχολεί έντονα κι αυτούς. Ούτε πάλιν ήταν δυνατό να επιβλήθηκαν στον άνθρωπο από την εξωτερική ύλη ή και από αυτό ακόμη το σώμα του η έννοια της αιωνιότητας και του απόλυτου, αφού αυτά (η ύλη και το σώμα) είναι πεπερασμένα.
Η μόνη εξήγηση είναι ότι ο πόθος και η έφεση του ανθρώπου προς το απόλυτο, προς την αιωνιότητα και τη ζωή, βρίσκεται μέσα σ’ αυτή την ύπαρξη του ανθρώπινου πνεύματος, μέσα στη φύση του, είναι το βασικό στοιχείο της οντότητάς του. Γι’ αυτό ο πόθος του απόλυτου και της αθανασίας δεν μπορούσε παρά να είναι η μόνη διαρκής μεταφυσική δίψα του. Αλλά και οι φυσικοί κανόνες των όντων δεν μας διδάσκουν ότι το καθένα αναζητεί το όμοιό του και ότι καθετί αυτό που έχει μπορεί να μεταδώσει; Έτσι την αθανασία και την αιώνια ζωή μόνον Εκείνος που είναι η αυτο-Ζωή μπορεί να μεταδώσει. Όλα αυτά δεν είναι παρά μια πιστοποίηση των λόγων της Αγίας Γραφής, η οποία μας αποκαλύπτει τους «λόγους» της δημιουργίας των όντων και ιδίως της δικής μας φύσεως, όπου «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν κτισθέντες, του αειζώου και αφθάρτου και αιωνίου και αθανάτου Θεού, έχουμε μέσα μας όλους τους χαρακτήρες της θεοειδούς καταστάσεως».
Είναι λοιπόν φυσικό για τον «κατ’ εικόνα Θεού» πλασθέντα άνθρωπο να ποθεί τον δημιουργό του ως το πρότυπό του. Σ’ αυτή τη νοσταλγία του θείου θεμελιώνεται οντολογικά ο άνθρωπος. Ό,τι είναι κι ό,τι έχει ο Θεός, την αιωνιότητα, το άπειρο, την αθανασία, το αεί ζην, την μακαριότητα, σ’ εκείνα το ανθρώπινο πνεύμα συνεχώς περιστρέφεται και εκείνα φαντάζεται και νοσταλγεί, επινοώντας τρόπους και μεθόδους και σχήματα να ικανοποιήσει αυτή του τη δίψα και τον πόθο. Διαπίστωση της πραγματικότητας αυτής είναι ακόμη η κόπωση και η αποστροφή που αισθάνεται σε οποιανδήποτε άλλη ασχολία κι αν επιδοθεί· προσέξτε τις διάφορες κατακτήσεις τις οποίες επιτυγχάνει, πως μόλις τις ολοκληρώσει, γυρίζει αμέσως κουρασμένο σε άλλες και άλλες και ποτέ δεν αναπαύεται σε καμιά. Ενώ αντίθετα όσοι γνώρισαν τον Θεό και πέτυχαν την ένωση μαζί του με την μετοχή στις άκτιστες ενέργειές Του, δηλαδή διά του αγιασμού, κανείς απ’ αυτούς δεν στράφηκε σε άλλες αναζητήσεις.
Σ’ αυτή τη φυσική έφεση του ανθρώπου απαντώντας ο Σωτήρας μας, διεκήρυξε το «να γίνετε, λοιπόν, κι εσείς τέλειοι, όπως τέλειος είναι και ο Πατέρας σας ο ουράνιος»(Ματθ. ε’ 48). Οντολογικά λοιπόν ο άνθρωπος είναι με ολόκληρη την υπαρξή του θεοειδής και σ’ αυτό έγκειται η ουσία του. Είναι κάτι το δεδομένο, είναι η θέση της φύσεώς του. Αυτό φανερώνει και τον τελολογικό χαρακτήρα της υπάρξεως του, γιατί τέλος (σκοπός) όλων των πόθων και στόχων και ενεργειών του είναι ο Θεός. Είναι πλασμένος δυνάμει θεανθρώπινο ον, το οποίο οδηγούμενο από τη θεοειδή ψυχή του έχει χρέος να εξομοιώσει τον εαυτό του και τα πάντα προς τον Θεό και έτσι να γίνει και ενεργεία θεανθρώπινο ον όπου, ενωμένος κατά ένα τέλειο τρόπο με τον Θεό, να ζει μέσα στις άπειρες θείες τελειότητες. Έτσι ερμηνεύεται και ολοκληρώνεται το «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν».
 Ας μας επιτραπεί εδώ να προσθέσουμε και το εξής: όχι μόνο οι μέσα στον άνθρωπο εφέσεις μαρτυρούν την ύπαρξη Θεού και αιωνιότητας, αλλά και αυτές ακόμα —θα μπορούσαμε να πούμε— οι προκλητικές και σε πολλά αβάστακτες αδικίες που επικρατούν όχι μόνο στην κοινωνική ζωή, αλλά και σ’ όλόκληρη την κτίση. Πράγματι,  στους μεν ανθρώπους παρατηρούμε ότι άλλος είναι πλούσιος και άλλος φτωχός, άλλος είναι ωραίος και άλλος άσχημος, άλλος υγιής και άλλος ανάπηρος ή ασθενικός, σ’ άλλον έρχονται όλα βολικά και σ’ άλλον όλα ανάποδα. Στη δε φύση, βλέπουμε ανωμαλίες στους φυσικούς νόμους, θεομηνίες, συμφορές, καταστροφές που φέρνουν δυστυχία σε ολόκληρους λαούς. Μάταια οι σχετικοκράτες φιλόσοφοι θα προσπαθήσουν να δώσουν λύση γι’ αυτά που συμβαίνουν. Για ένα χριστιανό όμως η κατάφορη αυτή αδικία που βλέπουμε παντού αποτελεί απόδειξη της υπάρξεως μιας μεταφυσικής δικαιοσύνης, ενός άλλου κόσμου και χώρου, καλύτερου και τελειότερου, στον οποίο βασιλεύει πραγματικά η δικαιοσύνη. Αν αρνηθούμε την ύπαρξη της δικαιοσύνης αυτής, τότε καταργείται ταυτόχρονα κι ο νόμος της λογικής και κάθε ηθικής αξίας. Εάν δεν υπήρχε κάπου αλλού η λύση στην τόση αδικία, στην τόση πρόκληση της ανισότητας, της καταπίεσης, που αποτελούν γενικό κανόνα που υπάρχει στις συνθήκες του ανθρώπινου βίου, τότε ο άνθρωπος θα ήταν το ελεεινότερο πλάσμα και η ζωή του θα αποτελούσε πραγματική κατάρα και δυστυχία.
Οι τρόποι αυτοί της γενικής προνοίας του Θεού είναι μυστηριώδεις για μας και ακατάληπτοι και μόνον όσοι έχουν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος μπορούν να διεισδύσουν και ακόμα να επέμβουν με την προσευχή τους και να τους επηρεάσουν (πόσοι άγιοι δεν θεράπευσαν ανίατες ασθένειες, σταμάτησαν θεομηνίες, έλυσαν ανομβρίες, προστάτεψαν ολόκληρους λαούς από συμφορές). Αλλ’ η πρόνοια του Θεού αποδεικνύεται άγρυπνη μέσα στις αδικίες και ανωμαλίες αυτές και από το ότι συχνά οι ανωμαλίες και οι συμφορές σταμάτησαν όταν οι άνθρωποι που τις υφίσταντο μετανοούσαν από τα πονηρά τους έργα. Αυτό σημαίνει ότι τίποτε δεν γίνεται τυχαία και συμπτωματικά.
Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι στον κόσμο αυτό δεν είναι ποτέ δυνατό να πραγματοποιηθεί μια γενική δικαιοσύνη στις ανθρώπινες κοινωνίες (όπως διακηρύττουν δημαγωγικά πολλοί υλιστικά σκεπτόμενοι άνθρωποι), αφού υπάρχουν οι απεριόριστες σε αριθμό φυσικές αδικίες. Τότε μόνο η αδικία θα καταργηθεί, όταν φανερωθούν από τον ίδιο τον Δημιουργό οι «καινούριοι ουρανοί και η καινούρια γη, όπου θα βασιλεύει η δικαιοσύνη» (Β’ Πέτρ. γ’ 13).

Μέσα στον κόσμο των ιερών εικόνων ο ήλιος δεν δύει ποτέ! (Παταπίου μοναχού Καυσοκαλυβίτου)


(…) Στήν παράσταση τῆς εἰκόνας τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, μέ τήν ταυτόχρονη ἀπεικόνιση μέσα στήν ἴδια σύνθεση γεγονότων πού διαφέρουν χρονικά μεταξύ τους, δίνεται μία ἄλλη αἴσθηση τοῦ χρόνου, πού εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐνόρασης τῶν Χριστουγέννων ὡς γεγονότος ἱστορικοῦ ἀλλά καί πέρα ἀπό τήν ἱστορία· γεγονότος μυστηριακοῦ, ἐξωχρονικοῦ. Γιά παράδειγμα: ἡ ταυτόχρονη παρουσίαση τοῦ Χριστοῦ στή φάτνη καί στό λουτρό, καί οἱ Μάγοι πού ταξιδεύουν καί συγχρόνως προσφέρουν τά δῶρα τους στόν Χριστό. Ὑπογραμμίζεται ἐδῶ ἡ ὑπέρβαση τοῦ τρισδιάστατου φυσικοῦ χώρου καί χρόνου καί ἡ ἀναγωγή του σέ ἕνα συνεχές ‘‘ἐδῶ’’ καί ἕνα διαρκές δοξολογικό ‘‘παρόν’’. 
Μέσα στην Ἐκκλησία ὅλα τά γεγονότα τῆς θείας Οἰκονομίας εἶναι διαχρονικά. «Σήμερον ὁ Δεσπότης τίκτεται ὡς βρέφος…», «Σήμερον γεννᾶται ἐκ Παρθένου…», θά ψάλλουμε κατά τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων, κι ἄς ἀναφερόμαστε σ᾿ ἕνα γεγονός πού συνέβη πρίν δύο χιλιάδες χρόνια.
 
Ὁ χρόνος δέν μετριέται ὡς παρελθόν, παρόν, μέλλον. Ἡ Ἐκκλησία ζεῖ τό γεγονός τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως ὡς ἕνα συνεχές παρόν. Ὁ Χριστός ἀσφαλῶς γεννήθηκε σ᾿ ἕνα συγκεκριμένο τόπο καί χρόνο, στή Βηθλεέμ τῆς Ἰουδαίας, στά χρόνια πού βασίλευε ὁ Ἠρώδης ἀλλά εἶναι «ὁ πρό αἰώνων Θεός ἡμῶν», ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά γεννιέται καθημερινά στίς καρδιές μας καί μέ τόν τρόπο αὐτό νά μᾶς ἀναγεννάει πνευματικά.
Τόν χρόνο ὁ ὀρθόδοξος ζωγράφος τόν χρησιμοποιεῖ ἐλεύθερα, γιατί ὁ Χριστός εἶναι ἔξω ἀπό τόν χρόνο. Γιατί κι᾿ἄν σαρκώθηκε καί γεννήθηκε σέ μία ἱστορική–πραγματική στιγμή, δέν παύει νά εἶναι χθές καί σήμερα καί αὔριο ὁ ἴδιος, ὁ «Ἰησοῦς Χριστός ὁ αὐτός εἰς τούς αἰῶνας». Στήν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως παρουσιάζεται αὐτή ἡ ὑπέρβαση τοῦ χρόνου, ὁ λειτουργικός χρόνος, ὅπου τά πάντα εἶναι παρόν. Σημασία ἐδῶ ἔχει ὄχι ἡ συγκεκριμένη στιγμή τοῦ ἱστορικοῦ παρελθόντος, ἀλλά τό πῶς τό συγκεκριμένο γεγονός ἐπιβιώνει στήν ἐσχατολογική αἰωνιότητα τῆς οὐράνιας βασιλείας.
Μέσα στόν κόσμο τῶν ἱερῶν εἰκόνων ὁ ἥλιος δέν δύει ποτέ!
Τά Χριστούγεννα ὁ ἄχρονος Θεός μπῆκε μέσα στόν χρόνο καί ἀνέστρεψε τήν πορεία του. Ὁ Θεός φανερώθηκε στόν κόσμο μας, εἰσῆλθε μέσα στή   δική μας ἀνθρώπινη πραγματικότητα καί ἱστορία, μέσα στό εἶναι καί τή ζωή μας. Τώρα πλέον τό ποτάμι τοῦ χρόνου ἐκβάλλει στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ ἄχρονος Θεός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του μπῆκε μέσα στόν χρόνο, τόν ἔκοψε στή μέση. Μιλᾶμε γιά πρό Χριστοῦ, μιλᾶμε γιά μετά Χριστόν.
Ἀλλά αὐτό δέν ἀφορᾶ μόνο τήν ἱστορία γενικά. Ἀφορᾶ τήν προσωπική ἱστορία τοῦ καθενός μας. Κι ἄν ὁ Χριστός μπεῖ στόν χρόνο τῆς δικῆς μας ζωῆς, τότε καί μόνον τότε, μποροῦμε νά μιλᾶμε γιά τόν «νέο ἄνθρωπο». Τά Χριστούγεννα, τότε μόνο ἔχουν ἀξία γιά μᾶς, τότε ἔχουν ἀξία γιά τόν ἄνθρωπο, ὅταν γίνουν ἡ ἀφορμή, ὁ σαρκωθείς Θεός νά μπεῖ στόν χρόνο τῆς προσωπικῆς μας ζωῆς. Ὅταν μπεῖ μέσα στόν χρόνο τῆς ζωῆς μας καί τήν κόψει στή μέση: στήν πρό καί τήν μετά Χριστόν ζωή μας. Κι αὐτός ἄς εἶναι ὁ οὐσιαστικότερος τρόπος νά ἑορτάσουμε, ὄχι μιά στιγμή, ὄχι μιά μέρα μόνο, τά Χριστούγεννα.
Κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, «ὅλος ὁ χρόνος καί ὅλα ὅσα εἶναι ἐν χρόνῳ, βρίσκουν τήν ἀρχή καί τό τέλος τους στόν Χριστό». Ὁ Χριστός μπορεῖ νά γεννήθηκε σέ ὁρισμένο μετρητό χρόνο ὅταν ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου καί συγκεκριμένο τόπο, δέν ἔπαυσε ὅμως νά εἶναι «ὁ πρό τῶν αἰώνων ἄχρονος Υἱός» πού «ὅλος ἦν ἐν τοῖς κάτω καί τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν», ὅπως ψάλλουμε στόν Ἀκάθιστο Ὕμνο. Μέ τόν ἐκφραστικό αὐτό τρόπο ἡ εἰκόνα καθιστᾶ τό εἰκονιζόμενο γεγονός σύγχρονο, μοντέρνο, καί προτρέπει τόν πιστό νά συμμετάσχει καί νά δεῖ τόν τόπο ὅπου γεννήθηκε ὁ Χριστός· ὁ Χριστός, στό πρόσωπο τοῦ ὁποίου ἡ ἱστορία βρῆκε τό τέλος της, δηλαδή τό σκοπό της, πού εἶναι ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου…                                      
Ἀποσπάσματα ἀπό Ὁμιλία τοῦ συγγραφέα μέ τίτλο: 
«Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί: Εἰκονογραφικές προσεγγίσεις στό μυστήριο τῶν Χριστουγέννων».
 Ἡ ἐκδήλωση πραγματοποιήθηκε στίς 12 Δεκεμβρίου 2016 
στόν ἱερό Ναό Ἁγίου Γεωργίου Κυψέλης τῆς ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν

- Στο «φως» στοιχεία της σχέσης Αριστοτέλη με τον Άθω, από τον Μοναχό Μάξιμο Ιβηρίτη


Άγνωστα έως τώρα στοιχεία για την σχέση του Αριστοτέλη με τον Άθω αλλά και της παρουσίας του Μακεδόνα φιλοσόφου στο Άγιο  Όρος αποκάλυψε ο μοναχός Μάξιμος Ιβηρίτης, μιλώντας στην εκδήλωση που πραγματοποίησε χθες η Ιστορική και Λαογραφική Εταιρία Χαλκιδικής στην αίθουσα διαλέξεων της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.
Ο μοναχός Μάξιμος ήταν ο κεντρικός ομιλητής της εκδήλωσης, σε μια κατάμεστη από κόσμο αίθουσα, με θέμα «Αριστοτελικά Αποτυπώματα εις τον Άθωνα» κι όπως επισήμανε χαρακτηριστικά στον εναρκτήριο λόγο του, «το Άγιο Όρος είναι Ουρανογείτων αλλά είναι και Αριστοτελικογείτων αφού ο Αριστοτέλης καταγόταν από τα αρχαία Στάγειρα, πόλη που βρίσκεται στην προ του Άθω περιοχή».
Αναφερόμενος συγκεκριμένα στα αποτυπώματα του Μακεδόνα φιλοσόφου στον Άθω και  στο Άγιο Όρος σήμερα, ο μοναχός Μάξιμος  τόνισε ότι:

–«Την εποχή του Αριστοτέλη ο  Άθως λόγω της γεωμορφολογίας και του φυσικού του περιβάλλοντος προσέλκυε τους φιλοσόφους και μεταξύ αυτών ο Αριστοτέλης ο οποίος είχε κάνει μελέτες στο Άγιο Όρος κι αναφέρεται στα έργα του. Μελέτες που αφορούσαν τα χερσαία και θαλάσσια θηλαστικά, στα «Περί Υδάτων» και «Καιρικών φαινομένων» ενώ κάνει πολλές αναφορές για την διώρυγα του Ξέρξη κ.α.
–«Στην πορεία, όταν οι Αγιορείτες πατέρες συγκροτούσαν την Αθωνική Πολιτεία  σαφώς μελέτησαν τα έργα του Αριστοτέλη κι έχουμε πολλούς αριστοτελιστές πατέρες. Κυρίως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας υπήρχαν σχολεία στο Άγιο Όρος που δίδασκαν Αριστοτελικά έργα.
–«…Οι πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς θεωρούσαν ότι μια σειρά φιλοσόφων προετοίμασαν με τον σπερματικό λόγο τους την έλευση του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Οι πατέρες ενσωμάτωσαν το αρχαίο ελληνικό πνεύμα με την  εκκλησία, την Ορθοδοξία. Είναι μεγάλο επίτευγμα αυτό. Ξεκαθάρισαν την σοφία από την σοφιστεία. Οπότε βλέπουμε τους πατέρες της Εκκλησίας να αναφέρονται τακτικά στον Αριστοτέλη. Το έργο του Αριστοτέλους «Περί αρετών και κακιών» ταυτίζεται με την θεολογία του Αποστόλου Παύλου. Ήταν μονοθεϊσταί οι φιλόσοφοι. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Ε που έζησε εξόριστος στον Άθω είχε κάνει παράφραση στα «Ειδικά» του Αριστοτέλους. Στο Άγιο Όρος έχουμε πάρα πολλά χειρόγραφα-σχόλια στα έργα του Αριστοτέλους».
–«Δέκα σελίδες είναι μόνο οι τίτλοι των χειρογράφων που έχω καταγράψει στις βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους. Υπάρχουν 4 αυτούσια χειρόγραφα με έργα του Αριστοτέλη, 3 είναι στην ιερά μονή Μεγίστης Λαύρας και 1 στην μονή Ιβήρων και τα υπόλοιπα είναι διάσπαρτα στις βιβλιοθήκες των μονών.
–«Επειδή οι φιλόσοφοι είχαν τον σπερματικό λόγο, θεολογούσαν πριν έρθει ακόμη ο Χριστός τους έχουν ζωγραφίσει στους έξω-νάρθηκες. Έτσι εξηγείται η παρουσία αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων σε τοιχογραφίες χριστιανικών ναών. Και όχι μόνο φιλόσοφοι αλλά και ποιητές και ρήτορες και άλλα πρόσωπα ιστορικά , τα οποία ,προ Χριστού, άνοιξαν τον δρόμο για την έλευσή Του. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς που έζησε τον 3ο αιώνα, λέγει μάλιστα χαρακτηριστικά ότι ήταν στο σχέδιο προαιωνίως του Θεού οι φιλόσοφοι και οι ρήτορες, αφού ομιλούν για το Θείον, ομιλούν για έναν Θεό ».
–«…Ο Αριστοτέλης είναι από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της Αρχαιότητας,ο παμμέγιστος των Φιλοσόφων κι ασχολήθηκε μ όλους τους κλάδους της Επιστήμης .Δεν έχουν σωθεί βεβαίως όλα τα έργα του αλλά μόνο ένα μικρό μέρος αυτών και δεν ξέρουμε που θα ευρίσκετο ο κόσμος εάν είχαν σωθεί όλα τα έργα του».
–«…Το Άγιο Όρος πάντως είναι ένα Αριστοτελικό Ταμείο κι είναι πολύ συγκινητικές σήμερα οι αναφορές του μεγάλου Μακεδόνα φιλοσόφου και δασκάλου του Μεγάλου Αλεξάνδρου στον Άθωνα, στις πόλεις που υπήρχαν στην περιοχή του καθώς και στην διώρυγα».
Στην προσφώνησή του, ο πρόεδρος της ΙΛΕΧ κ Βασιλ Πάππας αφού επισήμανε ότι η παρουσίαση της μελέτης εντάσσεται στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για το έτος Αριστοτέλη 2016,τόνισε ,μεταξύ άλλων, ότι «η ΙΛΕΧ από της ιδρύσεώς της το 1960, δεν έπαυσε, ως η μόνη ως τα τώρα επιστημονική Εταιρεία της Χαλκιδικής, να τιμά τον μεγάλο φιλόσοφο με ομιλίες, ημερίδες, συνέδρια και με σειρά εκδηλώσεων αλλά και εκδόσεων, οι οποίες σε έντυπη μορφή υπερβαίνουν τις 3500 σελίδες».

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ

Όρθρος Βαθύς, το πώς η φθορά τῇ ζωῇ νικάται». Το νέο βιβλίο του παπα Αναστάση, Γέροντος του Ι. Κελλιού Τιμίου Προδρόμου (Φουρνά)


Στην πρωτεύουσα της Αθωνικής Πολιτείας, τις Καρυές, βρίσκεται το ιστορικό Κελλί του Τιμίου Προδρόμου, κτίτωρ του οποίου είναι ο μέγας διδάσκαλος της αγιογραφικής τέχνης ιερομόναχος Διονύσιος ο εκ Φουρνά των Αγράφων (περ. 1670-1745), συγγραφέας του περισπούδαστου έργου «Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης» (περ. 1728-1733).
Το Ιερό Κελλί, συνεχίζοντας την παράδοση περί την τέχνην, διακονεί με καλλιτεχνικές δραστηριότητες, όπως εκθέσεις και εκδόσεις υπό τον διακριτικό τίτλο «Ερμηνεία».
Τελευταία έκδοση αποτελεί το βιβλίο του Γέροντος του Κελλιού Ιερομονάχου Αναστασίου, με τίτλο «Όρθρος Βαθύς, το πώς η φθορά τ ζωῇ νικάται»

Ο ιερομόναχος Αναστάσιος κατάγεται από το Παντείχιον της Κωνσταντινούπολης. Εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου το 1977 και από το 1982 εγκαταβιώνει στο Ιερό Κελλί Τιμίου Προδρόμου “Διονυσίου εκ Φουρνά” στις Καρυές, κτήτωρ του οποίου είναι ο μέγας διδάσκαλος της αγιογραφικής τέχνης ιερομόναχος Διονύσιος ο εκ Φουρνά των Αγράφων (περ. 1670-1745).
Διακονεί με καλλιτεχνικές δραστηριότητες, ζωγραφίζει, γράφει και καλλιεργεί τον κήπο του Κελλιού. Εκθέσεις του έχουν παρουσιαστεί στη Θεσσαλονίκη, τη Λάρισα, τη Βέροια, τον Βόλο, την Αγιά Λάρισας, την Αθήνα καθώς και στην Κωνσταντινούπολη, τη Μόσχα, το Ελσίνκι και τη Γρανάδα.
Έχει εκδώσει τα κάτωθι λευκώματα – πονήματα: «Αθωνικά Δίπτυχα» (2000), «Από τον Σεπτέμβριο έως τον Αύγουστο» (2004), ‘Κωνσταντινούπολις, Παράκληση στην Παυσολύπη» (2011) ενώ προσφάτως κυκλοφόρησε το νέο του έργο, υπό τον τίτλο «Όρθρος Βαθύς, το πώς η φθορά τη ζωή νικάται» (2016), ενώ το 2007 επανεξέδωσε το περισπούδαστο έργο «Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης» (περ. 1728-1733) του ιερομονάχου Διονυσίου του εκ Φουρνά, το οποίο αποτελεί επί τρεις και πλέον αιώνες πολύτιμο εγχειρίδιο και μοναδικό έργο.

- Μητροπολίτης Κινσάσας κ. Νικηφόρος Μικραγιαννανίτης: Η Ορθοδοξία κηρύττει την ελευθερία και δεν εξαναγκάζει κανέναν να την ακολουθήσει.


Γράφτηκε από την Romfea.gr.
Πραγματοποιήθηκε Τρίτη 13 Δεκεμβρίου στην Θεολογική Σχολή της Κινσάσας του Κογκό «Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης», εκπαιδευτική ημερίδα της περιφερείας Κινσάσας, προεδρεύοντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κινσάσας κ. Νικηφόρου και συμμετεχόντων των εφημερίων και των διευθυντών των σχολείων των ενοριών της ως άνω περιφερείας. Ο Σεβασμιώτατος καλωσόρισε τους συνέδρους και εκδήλωσε την χαρά του για την παρουσία τους στην Θεολογική Σχολή, ενώ αναφέρθηκε στην σπουδαιότητα της ημερίδος προκειμένου να συντονισθεί καλύτερα το εκπαιδευτικό έργο της Μητροπόλεως.

Αναφέρθηκε εκτενώς στον σκοπό της υπάρξεως των σχολείων της Μητροπόλεως.
Σκοπός, τόνισε ο Σεβασμιώτατος, δεν είναι να λύσουμε τα εκπαιδευτικά θέματα της χώρας, αλλά σκοπός των σχολείων της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι να δώσει την παρουσία Της μέσα στην χώρα, τις αρχές Της και το ήθος Της.
Να δείξει και να γνωρίσει στην χώρα την ορθή πίστη, μακριά από προσηλυτισμούς και εξαναγκασμούς, τα οποία είναι ξένα στο ήθος της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Η Ορθοδοξία κηρύττει την ελευθερία και δεν εξαναγκάζει κανέναν να την ακολουθήσει. Εμείς οφείλουμε να φανερώσουμε στον κόσμο την ορθόδοξη διδασκαλεία και πίστη και όσοι θέλουν να την ακολουθήσουν αβίαστα και ελεύθερα.
Αυτός είναι και ο λόγος που δεν υποχρεώνουμε τους μαθητάς να γίνουν ορθόδοξοι προκειμένου να εγγραφούν στα σχολεία μας. 
Επίσης ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε και στο θέμα του φυλετισμού, όπου είναι ξένος προς την φύση της Ορθοδόξου πίστεως και που η Ορθόδοξος Εκκλησία, διαχρονικά καταδίκασε μέσο Ιερών Συνόδων.
Επέδειξε τον σεβασμό μεταξύ των αφρικανικών φυλών, την συνεργασία και την αγάπη για την επίτευξη του σκοπού των σχολείων της Μητροπόλεως.
Μεταξύ των άλλων ο Σεβασμιώτατος τόνισε πως το καλό σχολείο μορφώνει τον νου και την ψυχή του ανθρώπου. 
Εξέφρασε την χαρά του, που μεταξύ των άλλων, πολλά σχολεία κατόρθωσαν να συγκροτήσουν ωραίες χορωδίες, που κοσμούν με τις ωραίες τους φωνές και με τον παλμό τους τόσο τα ιερά αναλόγια των εκκλησιών, όσο και εκδηλώσεις που συχνά πραγματοποιούνται στις ενορίες.
Βεβαίως, ο Σεβασμιώτατος ανέφερε πως πέρα από την επίτευξη του σκοπού των σχολείων μας, επιθυμεί η Ιερά Μητρόπολης, κατά το μέτρο των δυνατοτήτων της, να βοηθήσει στην εκπαίδευση της χώρας, χωρίς όμως αυτό να είναι ο αρχικός της και απώτερος σκοπός Της. 
Έλαβε τον λόγο ο Αρχιμ. Θεοδόσιος Τσιτσιβός, αρχικώς να ευχαριστήσει και εκ μέρους των συνέδρων τον Σεβασμιώτατο για την πραγματοποιηθείσα ημερίδα, αλλά και για την σπουδαιότητα όλων όσων συζητήθηκαν σε θέματα εκπαίδευσης των σχολείων της Μητροπόλεως.
Επακολούθησε εκτενής συζήτηση με ανταλλαγή απόψεων και ο δεσπότης έδωσε κατευθυντήριες γραμμές για τη προαγωγή του εκπαιδευτικού έργου.
Έκανε γνωστό πως θα οργανωθούν αντίστοιχες ημερίδες και στις υπόλοιπες περιφέρειες της Μητροπόλεως.
Οι ιερείς και οι διευθυντές ευχαρίστησαν με την σειρά τους τον Σεβασμιώτατο για την ημερίδα και δεσμεύτηκαν αμφότεροι για την επανάληψη της συναντήσεως. Ορίστηκε τετραμελής επιτροπή για να εκδώσει τα πορίσματα της ημερίδος.
Τέλος ο Σεβασμιώτατος παρέθεσε γεύμα προς όλους τους συνέδρους μεταφέροντάς τους, την ευλογία του Μακαριωτάτου Πάπα και Πατριάρχου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ. Θεοδώρου του Β'.












Ιερομόναχος Ακάκιος Ξηροποταμηνός (1834 - 15 Δεκεμβρίου 1922)


Ο κατά κόσμον Αθανάσιος Μάδης γεννήθηκε στο χωριό Γεράκι της Λακωνίας το 1834. Μεγάλωσε ασχολούμενος με τα πατρικά του κτήματα. 
Στη μονή Ξηροποτάμου εισήλθε το 1865. Μοναχός εκάρη το 1866 μετονομασθείς Ακάκιος. Το 1869 χειροτονήθηκε διάκονος και το 1872 πρεσβύτερος. Το 1876 προήχθη σε Προϊστάμενο της μονής του. 
Αγαπούσε ιδιαίτερα την εκκλησία και τις ιερές ακολουθίες. Είχε ευλάβεια, προσοχή και κατάνυξη. Διετέλεσε επί έτη και καλός τυπικάρης. 
Το μοναχολόγιο της μονής λακωνικά αναφέρει περί αυτού: «Ήτο πολύ φιλακόλουθος, ιστάμενος μετ’ ευλαβείας και προσοχής εν τη εκκλησία, χρηματίσας και τυπικάρης».
Ανεπαύθη εν Κυρίω ειρηνικά στις 15.12.1922, ημέρα μνήμης του άγι­ου ιερομάρτυρος Ελευθερίου.

Πήγες – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου, α.α. 1.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α΄1901-1955 , σελ.169 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011