Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2016

Μοναχός Ιερόθεος Δοχειαρίτης (1880 - 15 Δεκεμβρίου 1976)


Ο κατά κόσμον Ιωάννης Κυριάκου Κοντόπουλος γεννήθηκε στις Σαράντα Εκκλησιές της Α. Θράκης το έτος 1880. Προσήλθε στην ωραία και ιερά μονή Δοχειαρίου το 1900. Μοναχός εκάρη το 1902. Το 1911 εξελέγη προϊστάμενος αυτής. Επί μία τριακονταετία και πλέον διακόνησε αόκνως στη γραμματεία της μονής. 
Το υπομονετικό κι επιμε­λημένο έργο του παραμένει μέχρι σήμερα αρκετά χρήσιμο. Εργάσθηκε για τη σύνταξη του Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους. Διετέλεσε αντιπρόσωπος με βαρύνουσα γνώμη και ήταν σεβαστός απ’ όλους. Ο λογιότατος Ιερόθεος διετέλεσε επίσης καλός ψάλτης και ασχολήθηκε με την αντιγραφή μουσικών χειρογράφων.
Έτρεφε ιδιαίτερα μεγάλη ευλάβεια προς την Παναγία τη Γοργοϋπήκοο, τη θαυματουργή προστάτισσα όλων των Δοχειαριτών πατέ­ρων. Κάποτε μάλιστα που από την υπερβολική κόπωση των γραφείων έπαθαν τα μάτια του, κατέφυγε με θερμή πίστη στην εικόνα της Πανα­γίας και θεραπεύθηκε θαυματουργικά.

Ήταν καλογερικός άνθρωπος. Δεν κατέλυε ποτέ κρέας, παρότι ήταν ιδιορρυθμίτης. Σε όλη του τη ζωή ήταν πάντοτε λιτός και απλός.
Ο Γέροντας Γαβριήλ Διονυσιάτης (†1983) στο ωραιότατο του Λαυσαϊκόν του Αγίου Όρους τον εκθειάζει ως προεξάρχοντα στα διοικητι­κά και πνευματικά έργα της μονής, συνετό, εξυπηρετήσαντα το Δοχειάρι και το Άγιον Όρος, αξιέπαινο ζηλωτή, και καταλήγει: «Ανέκαθεν η Μονή Δοχειαρίου εφίλει την παιδείαν και προσοικειούτο τους μορ­φωμένους, και η παράδοσις αύτη συνεχίζεται και υπό των σημερινών πατέρων, εκ του υστερήματος αυτών μορφωσάντων αρτίως πολλούς υποτακτικούς των».
Κάποτε σε μεγάλη ηλικία, πάνω από ενενήντα ετών, ο κοινός Πνευ­ματικός της μονής τού έβαλε επιτίμιο να μείνει μετανοών κάτω από τον κεντρικό πολυέλαιο του Καθολικού κατά την κοινή ακολουθία. Κι έβλεπες τον πολιό Γέροντα, τον επί πολλά έτη πρόεδρο της Συνάξεως να στέκεται ως αρχάριος μετανοών. Ετελειώθη πλήρης ημερών στις 15.12.1976, για ν’ αναπαυθεί αιώνια από τους πολλούς και μακρούς του κόπους και κατά Θεόν αγώνες.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Γαβριήλ Διονυσιάτου αρχιμ., Λαυσαϊκόν του Αγίου Όρους, Βόλος 1953, σσ. 86-87. Πληροφορίες Γέροντος Θεοκτίστου Δοχειαρίτου.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β΄1956-1983, σελ.909-911, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011

Ιερομόναχος Παρθένιος Καρεώτης, ο κουτσο Παρθένιος


Ο ιερομόναχος Παρθένιος Καρεώτης, υπήρξε υποτακτικός του φημισμένου Γέροντος Χατζη Γεώργη.
Ο Γέροντας Παΐσιος στην βιογραφία του Γέροντα Χατζη Γεώργη την οποία συνέγραψε ο ίδιος, αναφέρει για τον Παρθένιο:
Πολύ του είχε συμπαρασταθεί του Γέροντα ο Ιερομόναχος Παρθένιος (Ρώσος) από την Κερασιά, ο οποίος είχε σωθεί από τον Χατζή-Γεώργη από βέβαιο θάνατο, και μετά έγινε υποτακτικός του και τον είχε σε ευλάβεια τον Γέροντα. Η όλη όμως συμπεριφορά του Ρώσου Ιερομόναχου Παρθενίου είχε ερεθίσει και αυτή πολύ την όλη εκείνη κατάσταση, για την εξορία του Χατζή-Γεώργη. Διότι ο Ιερομόναχος Παρθένιος, επειδή αγαπούσε λίγο την δόξα και ήθελε να αναδειχθεί, χρησιμοποιούσε το όνομα του Όσιου ΧατζήΓεώργη, σε όλες του τις ενέργειες, εκμεταλλευόμενος την Αγιότητα του Γέροντα, και δημιουργούσε προβλήματα. Αλλά όμως και τον αγαπούσε και παρέμεινε δίπλα του στα τελευταία της ζωής του.
Χατζηγιώργης μοναχός, ο περιβόητος ασκητής του Άθω (†1886)
Μεγαλόσχημος μοναχός Γεώργιος Χατζής 1828

Πειθήνιο όργανο του πανσλαβισμού, ο Παρθένιος, εκμεταλλευόμενος την φήμη του Γέροντά του στην Ρωσία, την οποία φήμη ο ίδιος διέδωσε, κατόρθωσε να καρπωθεί μεγάλα χρηματικά ποσά από δωρεές Ρώσων πιστών και να τα χρησιμοποιήσει για την επέκταση των κελλιών τα οποία αγόραζε, κατασκευάζοντας μεγαλοπρεπή κτίρια με πολλά δωμάτια, κατά παράβαση των αρχών του Τόπου, με σκοπό να τα επανδρώσει με Ρώσους μοναχούς και λαϊκούς.
Σας μεταφέρω αποσπάσματα από το βιβλίο του Γερασίμου Σμυρνάκη ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ (1903):
Τη 10η Οκτωβρίου 1882 εξεδόθη υπό της Ιεράς Κοινότητος η υπ’ αριθμόν ΙΗ΄ απόφασις κατά του Χατζή Γιώργη και του Ρώσσου Παρθενίου, κελλιωτών του κελλίου του Πρωτομάρτυρος Αρχιδιακόνου Στεφάνου, του υπαγομένου τη κυριάρχω Μονή του Ρωσσικού…. Εν δε τω διατακτικώ μέρει της ρηθείσης αποφάσεως αναφέρεται, ότι ο Παρθένιος αποβάλλεται του κελλίου υποχρεούμενος να παραδώση άπασαν την προίκα αυτού (εξ επίπλων και ιερών σκευών) τω ιερώ Κοινοβίω του Ρωσσικού, τας δε δύο σφραγίδας τη ιερά Κοινότητι. Προσέτι δε ότι απαγορεύεται μεν αυτώ τε και τω Χατζη Γιώργη ν’ αγοράσωσιν έτερον κελλίον, όπερ θέλει γείνη γνωστόν ταις ιεραίς Μοναίς δι’ εγκυκλίων, ίνα μη παραχωρήσωσιν αυτοίς, οις η συμβίωσις απαγορεύεται, τοιούτον, είτε διηρημένοις, είτε και ηνωμένοις. Επιτρέπεται δε να παραλάβη παρά του ρωσικού Κοινοβίου όσα εμέτρησε προς αγοράν του κελλίου, ήτοι 50.000 γροσίων ως και ετέρας 50.000 δια τας νέας οικοδομάς, ας εποίησεν κτλ.
Παρθένιος ιερομόναχος Καρεώτης, Χατζηγιωργιάτης (1840-1926),
με συμμοναστή, χιλανδαρινό κελλί του Ευαγγελισμού
…Ο ρηθείς Χατζή Γιώργης ην Μικρασιάτης την πατρίδα, απλούς το ήθος και ασκητικώτατος, διαμένων εν Κερασιά της Λαύρας και εν τω κελλίω του Αγίου Δημητρίου. Είτα δε αποβληθείς ένεκα του Ρώσσου Παρθενίου υποτακτικού αυτού, όστις ην ο κύριος μοχλός των πράξεων και ψευδών θαυματουργικών αγγελμάτων εις Ρωσσίαν, ηγόρασε το παρά τον υδροπρίονα της Μονής Γρηγορίου κελλίον «ο Άγιος Θεολόγος», έχων μεθ’ εαυτού μεγάλην ακολουθίαν εκ Ρώσσων και Ελλήνων Μοναχών. Αποβληθέντα όμως και εντεύθεν υπό των φιλοπατρίδων Γρηγοριατών ένεκα των ρωσσικών σχεδίων του Παρθενίου, ενεκολπώθησαν αυτόν στενώτερον οι του Ρωσσικού, εγκαθιδρύσαντες εν τω μνησθέντι κελλίω του Πρωτομάρτυρος Αγίου Στεφάνου, απέχοντι μίαν ώραν εκ Καρυών. 
Επειδή όμως η αρετή του Χατζη Γιώργη διεφημίσθη ανά την Ρωσσίαν, ένθα εθεωρείτο άγιος, η ρωσσική Μονή φοβουμένη την υπεροχήν αυτού και των μετ’ αυτού Ρώσσων και Ελλήνων απεφάσισε την εξόντωσιν αυτού καταστιγματίσασα όλως ασπλάχνως. Όθεν δια των πανισχύρων μέσων της Μονής του Ρωσσικού παρά τη Ιερά Κοινότητι εξορισθείς μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν, ένθα και ετελεύτησε τω 1886, αφειδώς ελεών τους πένητας εκ των αποστελλομένων αυτώ εκ Ρωσσίας βοηθημάτων.
Ιερό Χιλιανδαρινό Κελλί Ευαγγελισμός
Λιθογραφία 1894
Φωτ. ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΦΩΤΟΘΗΚΗ
Μετά δε την τελευτήν αυτού ο Ρώσσος Παρθένιος δια διαφόρων δωροδοκιών κατώρθωσεν επανελθών εν αγίω Όρει ν’ αγοράση το Χιλιανδαρινόν κελλίον «ο Ευαγγελισμός», ύπερθεν των Καρυών. Παρά τούτο δε ανήγειρε τριώροφον μέγαρον μήκους 40 πήχεων και πλάτους 14, τη αδεία της κυριάρχου αυτού Μονής ου ένεκεν κατεδικάσθη υπό της ιεράς Κοινότητος δια της από 3ης Φεβρουαρίου 1899 ΝΑ΄ αποφάσεως, δι ης διατάσσεται αύθις η εκτέλεσις της μνησθείσης ΙΗ’ αποφάσεως του 1882, ήτοι οριστικώς ν’ αποβληθή εκ του Τόπου εντός διμήνου, εκποιών το κελλίον αυτού.
Παρθένιος ιερομόναχος Καρεώτης, Χατζηγιωργιάτης (1840-1926),
χιλανδαρινό κελλί του Ευαγγελισμού,
με τον Ρώσο πρόξενο στη Θεσσαλονίκη Ν.Β. Κόχμανεκ, 1906
Δυστυχώς προς χλεύην των ιεροδικαστών αντιπροσώπων ο χωλός τον πόδα Παρθένιος κατέχων μέχρι σήμερον το ειρημένον μέγαρον, όλως αθορύβως προβαίνει επί το έργον της αναπτύξεως αυτού, πηγνύων σταύλους και αχυραποθήκας, άτινα μετά μικρόν μετατρέπει εις οικοδομάς μετά πολυαρίθμων δωματίων, μηδόλως πτοούμενος, ως εν δέοντι θέλομεν γνωρίση τοις αναγνώσταις τας ανισχύρους αυτώ αποφάσεις του ιερού Κριτηρίου, αίτινες ατυχώς ουδαμώς εφηρμόσθησάν ποτε, διότι δεν κατηγγέλθη ίσως υπό της ρωσσικής Μονής, εις ην απαρέσκουσι τα ούτω αυστηρά μέτρα, αφού μάλιστα ουδόλως παραβλάπτονται τα συμφέροντα αυτής.

Ο π. Γεώργιος (Χατζη-Γεώργης) Αγιορείτης εκ Καππαδοκίας (1809 – 17 Δεκεμβρίου 1886)



Είχε αδελφή μοναχή, την οποία επισκεπτόταν με τα παιδιά της. Στον μικρό Γαβριήλ που άκουγε τις διάφορες διηγήσεις από την θεία του για τους ασκητές, άναψε η επιθυμία στην παιδική του καρδιά να γίνει Μοναχός και προσπαθούσε να μιμηθεί τους ασκητές με αυστηρές νηστείες και προσευχές.
Ο πατέρας του ήταν ευλαβής, έλειπε όμως πολύ καιρό από το σπίτι λόγω της απασχόλησής του με το εμπόριο. Η μητέρα του Μαρία, επειδή είχε περισ­σότερη ευλάβεια, έπαιρνε μαζί της τον μικρό Γαβριήλ και αγρυπνούσε με άλλες γυναί­κες πότε στις σπηλιές και πότε στα εξωκκλήσια.
Όταν μεγάλωσε ο Γαβριήλ, πήγε στο σχολείο, αλλά δεν μπορούσε να μάθει γράμματα, ενώ ήταν πολύ έξυπνος. Φαίνεται ήταν οικονομία Θεού, για να μάθει με θεϊκό τρόπο γράμματα το αγιασμένο αυτό παιδί. Τέσσερα χρόνια στο σχολείο δεν κατόρθωσε ούτε να συλλαβίζει. Επειδή τον μάλω­ναν οι γονείς του και ο δάσκαλος, εύρισκε ευκαιρία και έφευγε στις σπηλιές. Τις περισσότερες φορές κατέφευγε στη σπηλιά με τα αποτυπώματα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου που ήταν κοντά στην περιοχή τους. Νήστευε πολύ και προσευχόταν, κάνοντας πολλές μετάνοιες εδαφιαίες, και όταν ένιωθε εξάντληση, έτρωγε χόρτα που φύτρωναν στο βουνό.
Κάποτε μάλιστα απουσίασε ένα μήνα ζώντας μαζί με τους ασκητές που έμεναν γύρω στις σπηλιές. Τον βρήκαν μετά οι γονείς του και από τότε δεν τον μάλωναν που δεν μπορούσε να μάθει γράμματα.
Μιά μέρα, τον προέτρεψε η μητέρα του να παρακαλέσει την Παναγία, να τον βοηθήσει να μάθει γράμματα. Μετά από τριήμερη νηστεία και πολλές μετάνοιες πήγε νύκτα, για να μην τον δουν οι άνθρωποι, να προσευχηθεί στην Εκκλησία στην οποία υπήρχε Θαυματουργός Ει­κόνα της Θεοτόκου.
Έφθασε στο κατώφλι της κλειστής πόρτας του Ναού και με ευλάβεια και δάκρυα προσκύνησε απ’ έξω. Ενώ παρακαλούσε· «Δώσε μου, Βασίλισσα του Ουρανού, να μάθω γράμμα­τα!», ξαφνικά άνοιξαν οι πόρτες της Εκκλησίας, και μπήκε η Θεοτόκος. Παίρνοντάς τον από το χέρι, τον έφερε στην Εικόνα του Χριστού και είπε· «Υιέ μου, δώσε στον μικρό Γαβριήλ να μάθει γράμματα». Κι όπως έλεγε αργότερα ο ίδιος: Μ’ αυτά τα λόγια μ’ ευλόγησε με το χέρι Της, μ’ ασπάσθηκε και είπε: «Τώρα, έμαθες γράμματα». Μετά μπήκε στην Βόρεια πύλη του Ιερού.
Ο Γαβριήλ έψαξε σ’ όλη την Εκκλησία, αλλά δεν μπόρεσε να βρει την Παναγία! Όταν ήλθε ο νεωκόρος για να σημάνει την ώρα της ακολουθίας, βλέπει τις πόρτες ανοιχτές και τον Γαβριήλ μέσα στον Ναό! Τον ρώτησε με έκπληξη!
- Πως βρέθηκες εδώ;
Ο Γαβριήλ του διηγήθηκε όλα όσα συνέβησαν. Ο νεωκόρος, για να διαπιστώσει την αλήθεια, του έδωσε ένα βιβλίο να διαβάσει, και ο Γαβριήλ άρχισε να διαβάζει ωραία και καθαρά. Τότε του είπε. «Πράγματι, εκείνη η γυναίκα ήταν η Πανα­γία!».

Περί των μοναχών (Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης)


Ὑπάρχουν τινες οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι οἱ μοναχοὶ ὀφείλουν νὰ ὑπηρετοῦν τὸν κόσμον, ἵνα μὴ τρώγουν τὸν ἄρτον δωρεάν. Πρέπει ὅμως νὰ ἐννοήσωμεν εἰς τί ἔγκειται ἡ ὑπηρεσία αὕτη καὶ τίνι τρόπῳ ὀφείλει ὁ μοναχὸς νὰ βοηθῇ τὸν κόσμον.
Ὁ μοναχὸς εἶναι ἱκέτης ὑπὲρ ὅλου τοῦ κόσμου· θρηνεῖ δι᾿ ὅλον τὸν κόσμον· καὶ εἰς τοῦτο ἔγκειται τὸ κύριον ἔργο αὐτοῦ.
Ποῖος ἆρά γε προτρέπει αὐτόν, ὅπως χέῃ δάκρυα δι᾿ ὅλον τὸν κόσμον;
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἐμπνέει τὸν μοναχόν. Αὐτὸς δίδει εἰς τὸν μοναχὸν τὴν ἀγάπην τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἐκ τῆς ἀγάπης αὐτῆς ἡ καρδία τοῦ μοναχοῦ εἶναι πάντοτε περίλυπος διὰ τὸν λαόν, ἐπειδὴ δὲν σῴζονται πάντες. Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος ἦτο τοσοῦτον περίλυπος διὰ τὸν λαόν, ὥστε παρέδωκεν Ἑαυτὸν εἰς τὸν διὰ σταυροῦ θάνατον. Καὶ ἡ Παναγία τὴν αὐτὴν λύπην διὰ τοὺς ἀνθρώπους ἔφερεν ἐν τῇ καρδίᾳ Αὐτῆς καὶ ὁμοίως πρὸς τὸν Ἠγαπημένον Αὐτῆς Υἱὸν εἰς τέλος ἐπόθει τὴν σωτηρίαν τοῦ σύμπαντος κόσμου.

Τὸ αὐτὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἔδωκεν ὁ Κύριος καὶ εἰς τοὺς Ἀποστόλους, καὶ εἰς τοὺς Ἁγίους ἡμῶν Πατέρας, καὶ εἰς τοὺς ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας. Εἰς τοῦτο συνίσταται ἡ διακονία ἡμῶν ἐν τῷ κόσμῳ. Καὶ διὰ τοῦτο οὔτε οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε οἱ μοναχοὶ πρέπει νὰ ἀπασχολῶνται εἰς κοσμικὰ προβλήματα, ἀλλὰ νὰ μιμῶνται τὴν Θεομήτορα, Ἥτις ἐντὸς τοῦ Ναοῦ, εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἐμελέτα ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου καὶ ἔμενε πρεσβεύουσα ὑπὲρ τοῦ λαοῦ.
Δὲν εἶναι ἔργον τοῦ μοναχοῦ, ἵνα διακονῇ τὸν κόσμον ἐκ τοῦ κόπου τῶν χειρῶν αὐτοῦ. Τοῦτο εἶναι ἔργον τῶν ἐν τῷ κόσμῳ. Οἱ ἐν τῷ κόσμῳ προσεύχονται ὀλίγον, ὁ δὲ μοναχὸς διηνεκῶς. Χάρις εἰς τοὺς μοναχοὺς ἡ προσευχὴ ἐπὶ τῆς γῆς οὐδέποτε παύει. Καὶ ἐν τούτῳ ὠφελεῖται ὅλος ὁ κόσμος, διότι ὁ κόσμος ἵσταται διὰ τῆς προσευχῆς, ὅταν δὲ ἐξασθενήσῃ ἡ προσευχή, τότε θὰ ἀπολεσθῇ ὁ κόσμος.
Καὶ τί δύναται νὰ παραγάγῃ ὁ μοναχὸς διὰ τῶν χειρῶν αὐτοῦ; Θὰ κερδίσῃ ἀσήμαντόν τι ποσὸν διὰ τὴν ἐργασίαν ὅλης τῆς ἡμέρας. Τί εἶναι τοῦτο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Μία σκέψις ὅμως εὐάρεστος εἰς τὸν Θεὸν τελεῖ θαύματα. Βλέπομεν τοῦτο ἐκ τῆς Γραφῆς.
Ὁ προφήτης Μωϋσῆς προσηυχήθη νοερῶς, καὶ ὁ Κύριος εἶπεν εἰς αὐτόν, Μωϋσῆ, τί βοᾷς πρός Με, καὶ ἔσῳσεν ὁ Κύριος τοὺς Ἰσραηλίτας ἐκ τοῦ ὀλέθρου (Ἐξ. ιδ´ 15). Ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἐβοήθει τὸν κόσμον διὰ τῆς προσευχῆς καὶ οὐχὶ διὰ τῶν χειρῶν αὐτοῦ. Ὁ Ὅσιος Σέργιος διὰ τῆς νηστείας καὶ τῆς προσευχῆς ἐβοήθησε τὸν Ρωσικὸν λαὸν νὰ ἀπελευθερωθῇ ἐκ τοῦ ταταρικοῦ ζυγοῦ. Ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ προσηυχήθη νοερῶς, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα κατέβη ἐπὶ τοῦ Μοτοβίλωφ. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι τὸ κύριον ἔργον τῶν μοναχῶν.
Ἐὰν ὅμως ὁ μοναχὸς εἶναι ἀμελὴς καὶ δὲν ἔφθασεν εἰς ἀδιάλειπτον θεωρίαν τοῦ Θεοῦ, τότε ἂς διακονῇ τοὺς προσκυνητὰς καὶ ἂς ὑπηρετῇ τοὺς κοσμικοὺς ἐκ τῶν κόπων αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο εἶναι εὐάρεστον εἰς τὸν Θεόν, ἀλλὰ γνώριζε ὅτι αὐτὸ εἶναι μακρὰν τοῦ ἀληθινοῦ μοναχισμοῦ.
Ὁ μοναχὸς ὀφείλει νὰ παλαίῃ κατὰ τῶν παθῶν καὶ βοηθούμενος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ νὰ νικᾷ ταῦτα. Ὁ μοναχὸς ἄλλοτε μὲν ἀπολαύει μακαριότητος ἐν τῷ Θεῶ καὶ ζῇ ὡς ἐν τῷ παραδείσῳ, πλησίον τοῦ Θεοῦ, ἄλλοτε δὲ θρηνεῖ δι᾿ ὅλον τὸν κόσμον, διότι ἐπιθυμεῖ ὅπως πάντες σωθοῦν.
Οὕτω τὸ Ἅγιον Πνεῦμα διδάσκει τὸν μοναχὸν νὰ ἀγαπᾷ τὸν Θεόν, νὰ ἀγαπᾷ καὶ τὸν κόσμον.
Θὰ εἴπῃς, ἴσως, ὅτι νῦν δὲν ὑπάρχουν τοιοῦτοι μοναχοί, οἵτινες προσεύχονται διαπύρως ὑπὲρ ὅλου τοῦ κόσμου. Ἐγὼ ὅμως θὰ εἴπω εἰς σὲ ὅτι, ὅταν ἐπὶ τῆς γῆς δὲν θὰ ὑπάρχουν πλέον ἄνθρωποι πρεσβεύοντες ὑπὲρ τοῦ κόσμου, τότε ὁ κόσμος θὰ παρέλθῃ, θὰ ἔλθουν αἱ μεγάλαι ὠδῖνες. Καὶ ἤδη ὑπάρχουν αἱ ἀρχαὶ αὐτῶν.
Ὁ κόσμος ἵσταται διὰ τῶν προσευχῶν τῶν Ἁγίων. Καὶ ὁ μοναχὸς ἐκλήθη, ἵνα προσεύχηται ὑπὲρ τοῦ κόσμου δι᾿ ὅλου τοῦ εἶναι αὐτοῦ. Εἰς τοῦτο ἔγκειται ἡ διακονία αὐτοῦ καὶ διὰ τοῦτο μὴ ἐπιβαρύνετε αὐτὸν διὰ κοσμικῶν μεριμνῶν. Ὁ μοναχὸς ὀφείλει νὰ ζῇ ἐν συνεχεῖ ἐγκρατείᾳ. Ἐὰν ὅμως εἶναι ἀπησχολημένος εἰς κοσμικὰς φροντίδας, τότε ἀναγκάζεται νὰ τρώγῃ πλεῖον, καὶ ἐκ τούτου προκαλεῖται γενικὴ ζημία, διότι ὁ τρώγων ὑπὲρ τὸ δέον δὲν δύναται πλέον νὰ προσεύχηται, ὡς ὤφειλεν. Ἡ χάρις ἀγαπᾷ νὰ ζῇ ἐν ἀπεξηραμμένῳ δι᾿ ἀσκήσεως σώματι.
Ὁ κόσμος νομίζει ὅτι οἱ μοναχοὶ εἶναι ἀνωφελὲς γένος. Ἀλλ᾿ ἀδίκως σκέπτονται οὕτω. Δὲν γνωρίζουν ὅτι ὁ μοναχὸς εἶναι εὐχέτης ὑπὲρ ὅλου τοῦ κόσμου. Δὲν βλέπουν τὰς προσευχὰς αὐτοῦ καὶ δὲν γνωρίζουν ὁπόσον ἐλεημόνως δέχεται αὐτὰς ὁ Κύριος. Οἱ μοναχοὶ διεξάγουν ἰσχυρὸν πόλεμον κατὰ τῶν παθῶν καὶ διὰ τὸν ἀγῶνα αὐτὸν θὰ εἶναι μεγάλοι παρὰ τῷ Θεῷ.
Ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶμαι ἀνάξιος νὰ ὀνομάζωμαι μοναχός. Ἔζησα ὑπὲρ τὰ τεσσαράκοντα ἔτη ἐν τῇ Μονῇ καὶ αἰσθάνομαι ἐμαυτὸν ὡς ἀρχάριον ὑποτακτικόν. Γνωρίζω ὅμως μοναχούς, οἵτινες εἶναι πλησίον τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Παναγίας. Ὁ Κύριος εἶναι τοσοῦτον ἐγγὺς ἡμῶν, ἐγγύτερον τοῦ ἀέρος, τὸν ὁποῖον ἀναπνέομεν. Ὁ ἀὴρ εἰσέρχεται εἰς τὸ σῶμα καὶ φθάνει μέχρι τῆς καρδίας, ἀλλ᾿ ὁ Κύριος ζῇ ἐντὸς τῆς καρδίας τοῦ ἀνθρώπου: «ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω... καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς Πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ Μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ» (Β´ Κορ. στ´ 16-18).
Ἰδοὺ ἡ χαρὰ ἡμῶν: Ὁ Θεὸς μεθ᾿ ἡμῶν καὶ ἐν ἡμῖν.
Γνωρίζουν τοῦτο ἆρα γε πάντες; Δυστυχῶς, οὐχὶ πάντες, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνοι οἵτινες ἐταπεινώθησαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπέκοψαν τὸ ἴδιον αὐτῶν θέλημα, διότι ὁ Θεὸς «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται», ζῇ δὲ μόνον ἐν τῇ ταπεινῇ καρδίᾳ. Ὁ Κύριος χαίρει, ὅταν ἐνθυμώμεθα τὴν εὐσπλαγχνίαν Αὐτοῦ καὶ ἐξομοιούμεθα πρὸς Αὐτὸν διὰ τῆς ταπεινώσεως.
Ὅπως ὁ Λουκᾶς καὶ ὁ Κλεόπας εἶχον τὰς καρδίας καιομένας, ὅτε περιεπάτει μετ᾿ αὐτῶν ὁ Κύριος, οὕτω καὶ νῦν αἱ καρδίαι πολλῶν μοναχῶν καίουν ἐκ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Κύριον καὶ αἱ ψυχαὶ αὐτῶν ἐν ταπεινώσει πνεύματος καὶ ἐν ἀγάπῃ ἐκολλήθησαν εἰς τὸν Ἕνα Θεόν. Ἀλλ᾿ ἡ ψυχὴ τοῦ μοναχοῦ, ὅστις ἔχει προσπάθειαν πρὸς χρήματα ἢ πράγματα ἢ γενικῶς πρὸς ὅ,τιδήποτε γήϊνον, δὲν δύναται νὰ ἀγαπήσῃ τὸν Θεόν, ὡς θὰ ἔπρεπε, διότι ὁ νοῦς αὐτοῦ διχάζεται καὶ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς τὰ πράγματα, ἐνῷ ὁ Κύριος εἶπεν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ δουλεύωμεν εἰς δύο κυρίους. Οὕτως ὁ νοῦς τῶν κοσμικῶν ἀπασχολεῖται εἰς τὰ γήϊνα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύνανται νὰ ἀγαποῦν τὸν Θεόν, ὅπως ἀγαποῦν Αὐτὸν οἱ μοναχοί.
Ἂν καὶ ὁ μοναχὸς καταγίνηται καὶ εἰς τὰ ἐπίγεια, ὅσον τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν ζωὴν τοῦ σώματος, τὸ πνεῦμα ὅμως αὐτοῦ καίει ἐξ ἀγάπης πρὸς τὸν Θεόν. Ἂν καὶ ἐργάζηται διὰ τῶν χειρῶν αὐτοῦ, ἐν τούτοις διὰ τοῦ νοῦ μένει ἐν τῷ Θεῷ. Ὅπως οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐκήρυττον τὸν λόγον εἰς τὸν λαόν, ἀλλ᾿ ἡ ψυχὴ αὐτῶν ἦτο πλήρως ἐν τῷ Θεῷ -διότι τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἔζη ἐντὸς αὐτῶν καὶ ὡδήγει τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν αὐτῶν- ὁμοίως καὶ ὁ μοναχός, ἔστω καὶ ἂν ἐν σώματι κάθηται ἐντὸς τοῦ μικροῦ καὶ πτωχοῦ κελλίου αὐτοῦ, πνεύματι θεωρεῖ τὸ μεγαλεῖον τοῦ Θεοῦ. Ἐν παντὶ φυλάττει τὴν συνείδησιν αὐτοῦ καθαράν, ὅπως μὴ θλίψῃ διά τινος τὸν ἀδελφόν, μὴ λυπήσῃ τὸ ἐν αὐτῷ Ἅγιον Πνεῦμα διά τινος κακοῦ λογισμοῦ· ταπεινοῖ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, καὶ διὰ τῆς ταπεινώσεως ἐκδιώκει τοὺς ἐχθροὺς ἀπ᾿ αὐτοῦ καὶ ἀπ᾿ ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες ζητοῦν τὰς προσευχὰς αὐτοῦ.
Ὑπάρχουν μοναχοί, οἵτινες γνωρίζουν τὸν Θεόν, γνωρίζουν καὶ τὴν Θεοτόκον καὶ τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους καὶ τὸν παράδεισον· συγχρόνως δὲ οὗτοι γνωρίζουν καὶ τοὺς δαίμονας καὶ τὰ κολαστήρια τοῦ ᾅδου, καὶ γνωρίζουν ταῦτα ἐκ πείρας.
Πνεύματι Ἁγίῳ ἡ ψυχὴ γνωρίζει τὸν Θεόν. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον δίδει, κατὰ τὸ ἐφικτὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἵνα γνωρίσῃ οὗτος, ἔτι ἐντεῦθεν, τὴν χαρὰν τοῦ παραδείσου, τὴν ὁποίαν ἄνευ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος δὲν δύναται νὰ βαστάσῃ, καὶ ἀποθνῄσκει.
Ἐκ τῆς πολυετοῦς πείρας ὁ μοναχὸς διεξάγει τὸν πόλεμον κατὰ τῶν ὑπερηφάνων ἐχθρῶν, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα διδάσκει καὶ σοφοῖ αὐτὸν καὶ δίδει εἰς αὐτὸν τὴν δύναμιν νὰ νικήσῃ. Ὁ σοφὸς μοναχὸς διὰ τῆς ταπεινώσεως ἀποκρούει πᾶσαν ὑψηλοφροσύνην καὶ ὑπερηφανίαν. Λέγει:
«Εἶμαι ἀνάξιος τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ παραδείσου. Ἐγὼ εἶμαι ἄξιος τῶν βασάνων τοῦ ᾅδου καὶ αἰωνίως θὰ καίωμαι ἐν τῷ πυρί. Ἀληθῶς, εἶμαι χείριστος πάντων καὶ ἀνάξιος ἐλέους».
Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα διδάσκει νὰ σκεπτώμεθα οὕτω περὶ ἑαυτῶν. Καὶ ὁ Κύριος χαίρει δι᾿ ἡμᾶς, ὅταν ταπεινοῦμεν καὶ καταδικάζωμεν ἑαυτούς, καὶ δίδει εἰς τὴν ψυχὴν χάριν.
Ὅστις ἐταπείνωσεν ἑαυτόν, οὗτος ἐνίκησε τοὺς ἐχθρούς. Ὅστις ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ θεωρεῖ ἑαυτὸν ἄξιον τῆς αἰωνίου φλογός, εἰς αὐτὸν οὐδεὶς ἐχθρὸς δύναται νὰ προσεγγίσῃ, καὶ τότε ἐν τῇ ψυχῇ δὲν ὑπάρχει τόπος δι᾿ ἐμπαθεῖς λογισμούς, ἀλλ᾿ ὅλος ὁ νοῦς καὶ ὅλη ἡ καρδία μένουν σταθερῶς ἐν τῷ Θεῷ. Ὅστις δὲ ἐγνώρισε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καὶ ἔμαθε παρ᾿ Αὐτοῦ τὴν ταπείνωσιν, οὗτος ἐγένετο ὅμοιος πρὸς τὸν διδάσκαλον αὐτοῦ Ἰησοῦν Χριστόν, τὀν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ.
Πάντες ἡμεῖς, οἱ ἀκόλουθοι τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ κυρίως οἱ μοναχοί, διεξάγομεν ἀγώνα κατὰ τοῦ ἐχθροῦ. Εὑρισκόμεθα ἐν πολέμῳ, καὶ ἡ μάχη ἡμῶν γίνεται καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν καὶ ὥραν, καὶ ὅστις ἀγαπᾷ νὰ ἀποκόπτῃ τὸ θέλημα αὐτοῦ, μένει ἄτρωτος ἐκ τοῦ ἐχθροῦ. Ἵνα νικήσῃς δὲ τελείως τὸν ἐχθρόν, πρέπει νὰ μάθῃς τὴν κατὰ Χριστὸν ταπείνωσιν.
Ἀλλ᾿ ἂς μὴ ἀπογινώσκωμεν ἑαυτούς, διότι ὁ Κύριος εἶναι ἀπείρως ἐλεήμων καὶ ἀγαπᾷ ἡμᾶς.
Ὁ Θεὸς διὰ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δίδει εἰς τὴν ψυχὴν νὰ γνωρίσῃ ποία προσευχὴ προσιδιάζει εἰς ἀρχαρίους, ποία εἶναι μέση καὶ ποία τελεία. Ἀλλὰ καὶ τὴν τελείαν προσευχὴν ὁ Κύριος δέχεται, οὐχὶ διότι ἡ ψυχὴ εἶναι τελεία, ἀλλὰ διότι Οὗτος εἶναι ἐλεήμων καὶ θέλει, ὡς φιλόστοργος μήτηρ, νὰ παρηγορήσῃ τὴν ψυχήν, ὥστε ἔτι μᾶλλον νὰ ζέῃ καὶ νὰ μὴ γνωρίζῃ ἀνάπαυσιν ἡμέρας καὶ νυκτός.
Ἡ καθαρὰ προσευχὴ χρῄζει ψυχικῆς εἰρήνης, ἡ δὲ εἰρήνη ἐν τῇ ψυχῇ εἶναι ἀδύνατος χωρὶς ὑπακοῆς καὶ ἐγκρατείας.
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἔθεσαν τὴν ὑπακοὴν ὑπὲρ τὴν νηστείαν καὶ τὴν προσευχήν, διότι ἄνευ τῆς ὑπακοῆς ὁ ἄνθρωπος δύναται νὰ νομίζῃ περὶ ἑαυτοῦ ὅτι εἶναι σπουδαῖος ἀσκητὴς καὶ εὐχέτης. Ὅστις δὲ ἀπέκοψεν ἐν πᾶσι τὸ θέλημα αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ γέροντος καὶ τοῦ πνευματικοῦ, οὗτος ἔχει νοῦν καθαρόν.
Ὁ ἀνυπήκοος μοναχὸς οὐδέποτε θὰ γνωρίσῃ τί ἐστιν ἡ καθαρὰ προσευχή. Ὁ ἀγέρωχος καὶ αὐθαίρετος, καὶ ἂν ἔτι ἔζῃ ἑκατὸν χρόνους ἐν τῇ Μονῇ, οὐδὲν πνευματικὸν θὰ ἐμάνθανε, διότι διὰ τῆς ἀνυπακοῆς προσβάλλει τοὺς γέροντας καὶ ἐν τῷ προσώπῳ αὐτῶν τὸν Θεόν.
Οὐαὶ εἰς τὸν μοναχὸν ἐκεῖνον ὅστις δὲν ὑπακούει εἰς τοὺς γέροντας. Προτιμότερον νὰ ἔμενεν εἰς τὸν κόσμον. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ κόσμῳ οἱ ἄνθρωποι ὑπακούουν εἰς τοὺς γονεῖς καὶ ἐκτιμοῦν τοὺς πρεσβυτέρους, ὑποτάσσονται εἰς τοὺς ἀνωτέρους καὶ εἰς τὰς ἀρχάς.
Οὐαὶ εἰς ἡμᾶς. Ὁ Κύριος, ὁ Βασιλεὺς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ τοῦ σύμπαντος κόσμου, ἐταπείνωσεν Ἑαυτὸν καὶ ὑπετάσσετο εἰς τὴν Μητέρα Αὐτοῦ καὶ τὸν Ἅγιον Ἰωσήφ, ἡμεῖς δὲ δὲν θέλομεν νὰ ὑπακούωμεν εἰς τὸν γέροντα, πνευματικὸν πατέρα, τὸν ὁποῖον ἀγαπᾷ ὁ Κύριος καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεπιστεύθη ἡμᾶς. Καὶ ἐὰν ὁ γέρων εἶναι δυσκόλου χαρακτῆρος, ὅπερ εἶναι διὰ τὸν ὑποτακτικὸν μέγαλη δυστυχία, ὅμως καὶ τότε ὁ ὑποτακτικὸς ὀφείλει νὰ προσεύχηται ὑπὲρ αὐτοῦ εἰς τὸν Θεὸν ἐν πνεύματι ταπεινώσεως, καὶ ὁ Κύριος ὁπωσδήποτε θὰ ἐλεήσῃ καὶ τὸν ὑποτακτικὸν καὶ τὸν γέροντα αὐτοῦ
Μοναχοί τινες δυσφοροῦν καὶ εὑρίσκουν προφάσεις: ἢ ἡ ὑπακοὴ1 εἶναι δύσκολη, ἢ τὸ κελλίον εἶναι ἀκατάλληλον, ἢ ὁ Προεστὼς (ὁ Γέρων)2 ἔχει βίαιον χαρακτῆρα. Ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦν οὗτοι ὅτι οὔτε τὸ κελλίον, οὔτε τὸ διακόνημα, οὔτε ὁ Γέρων, ἀποτελοῦν τὴν πραγματικὴν αἰτίαν τῆς δυσφορίας αὐτῶν, ἀλλ᾿ ἡ ψυχὴ αὐτῶν εἶναι ἄρρωστος. Εἰς τὴν ὑπερήφανον ψυχὴν οὐδὲν ἀρέσκει, εἰς τὸν ταπεινὸν ἄνθρωπον ὅμως τὰ πάντα εἶναι ἀνεκτά.

Ἐὰν ὁ Προεστὼς εἶναι κακός, τότε εὔχου ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ θὰ ἔχῃς εἰρήνην ἐν τῇ καρδίᾳ. Ἐὰν τὸ κελλίον εἶναι ἀκατάλληλον ἢ τὸ διακόνημα φορτικὸν ἢ ἡ ἀσθένεια βαρεῖα, τότε λογίζου ἐν ἑαυτῷ, «ὁ Κύριος βλέπει καὶ γνωρίζει τὴν κατάστασίν μου· οὗτως ηὐδόκησεν ὁ Θεός», καὶ θὰ μένῃς εἰρηνικός. Ἐὰν ἡ ψυχὴ δὲν παραδοθῇ εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, οὐδαμοῦ θὰ μένῃ εἰρηνική, καὶ ἐὰν εἰσέτι πολὺ νηστεύῃ καὶ προσεύχηται ἐκτενῶς. Ὅστις ἐνοχοποιεῖ τοὺς ἀνθρώπους, διότι οὗτοι προσέβαλον αὐτόν, δὲν γνωρίζει ὅτι ἡ ψυχὴ αὐτοῦ εἶναι ἄρρωστος καὶ ὅτι αἱ προσβολαὶ δὲν εἶναι ἡ ἀληθινὴ αἰτία τῶν παθημάτων αὐτοῦ. Ὅστις ἐκπληροῖ τὸ ἴδιον θέλημα, οὗτος οὐδόλως εἶναι σοφός· ὅστις ὅμως εἶναι ὑπήκοος, ἐκεῖνος ταχέως προοδεύει, διότι ἀγαπᾷ αὐτὸν ὁ Κύριος. Ἐὰν εἲς τινα ὑπάρχῃ ἔστω καὶ μικρὰ χάρις Ἁγίου Πνεύματος, οὗτος ἀγαπᾶ πᾶσαν ἐξουσίαν δοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ καὶ μετὰ χαρᾶς ὑποτάσσεται εἰς αὐτὴν πρὸς δόξαν Θεοῦ. Ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἡμῶν τοῦτο εἶναι γνωστὸν δι᾿ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ οἱ Πατέρες ἔγραψαν περὶ τούτου.
Εἶναι ἀδύνατον νὰ διατηρήσωμεν τὴν ψυχικὴν εἰρήνην, ἐὰν δὲν φυλάττωμεν τὸν νοῦν. Ἐὰν θέλῃ τις νὰ ἔχῃ ψυχικὴν εἰρήνην, πρέπει νὰ εἶναι ἐγκρατής, διότι ἡ εἰρήνη φυγαδεύεται καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ σώματος ἡμῶν. Δὲν πρέπει νὰ εἶσαι περίεργος· ἀπόφευγε νὰ ἀναγινώσκῃς ἐφημερίδας ἢ κοσμικὰ βιβλία, ἅτινα ἐρημοῦν τὴν ψυχὴν καὶ φέρουν ἀκηδίαν καὶ σύγχυσιν. Μὴ κατακρίνῃς τοὺς ἄλλους, διότι πολλάκις συμβαίνει οἱ ἄνθρωποι, μὴ γνωρίζοντές τινα, νὰ κατηγοροῦν αὐτόν, ἐνῷ οὗτος κατὰ τὸν νοῦν εἶναι ὅμοιος πρὸς ἀγγέλους. Μὴ θελήσῃς νὰ γνωρίζῃς τὰς ξένας ὑποθέσεις, ἀλλὰ μόνον τὰς σεαυτοῦ. Φρόντιζε μόνον νὰ ἐμπιστεύησαι εἰς τοὺς γέροντας, καὶ τότε, ἕνεκα τῆς ὑπακοῆς, ὁ Κύριος θὰ σὲ βοηθήσῃ διὰ τῆς χάριτος Αὐτοῦ.
Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ κοινοβίῳ ἀπομακρύνεται κυρίως, διότι δὲν ἐμάθομεν νὰ ἀγαπῶμεν τὸν ἀδελφὸν κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου. Ἐὰν ἀδελφός τις σὲ προσβάλῃ καὶ σὺ ἐκείνην τὴν στιγμὴν δεχθῇς ἐναντίον αὐτοῦ λογισμὸν ὀργῆς ἢ κρίνῃς ἢ μισήσῃς αὐτόν, τότε θὰ αἰσθανθῇς ὅτι ἡ χάρις σὲ ἐγκατέλειψε καὶ ἡ εἰρήνη ἀπωλέσθη. Διὰ τὴν ψυχικὴν εἰρήνην ὀφείλει νὰ μάθῃ ἡ ψυχὴ νὰ ἀγαπᾷ ἐκεῖνον, ὅστις προσέβαλεν αὐτήν, καὶ εὐθὺς νὰ προσεύχηται ὑπὲρ αὐτοῦ. Δὲν δύναται ἡ ψυχὴ νὰ ἔχῃ εἰρήνην, ἐὰν δὲν ζητῇ παρὰ τοῦ Κυρίου ἐξ ὅλης τῆς δυνάμεως τὸ χάρισμα νὰ ἀγαπᾷ πάντας τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ Κύριος εἶπεν: «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν», καὶ ἡμεῖς, ἐὰν δὲν ἀγαπῶμεν τοὺς ἐχθρούς, δὲν θὰ ἔχωμεν εἰρήνην ἐν τῇ ψυχῇ. Ἀπαραίτητον εἶναι νὰ ἀποκτήσωμεν ὑπακοήν, ταπείνωσιν καὶ ἀγάπην, ἄλλως πᾶσαι αἱ μεγάλαι ἀσκήσεις καὶ ἀγρυπνίαι ἡμῶν ἀποβαίνουν μάταιαι. Γέρων τις εἶδε τοιαύτην ὅρασιν: Ἄνθρωπός τις ἔχεεν ὕδωρ εἰς σκάφην τινά, ἥτις ἦτο διάτρητος εἰς τὸν πυθμένα. Προσεπάθει ἐπὶ πολὺ ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ συνεχῶς διέρρεε καὶ ἡ σκάφη παρέμενε κενή. Ὁμοίως καὶ ἡμεῖς ζῶμεν ἀσκητικῶς, ἀλλὰ παραλείπομεν ἀρετήν τινα καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῆς ἡ ψυχὴ μένει κενή.
Ὦ, ἀδελφοί, ἀθληταὶ Χριστοῦ, ἂς μὴ γινώμεθα ράθυμοι εἰς τὴν ἄσκησιν καὶ τὴν προσευχήν, ἀλλ᾿ ἂς μένωμεν ἀφωσιωμένοι εἰς τὸν πνευματικὸν ἀγῶνα δι᾿ ὅλου τοῦ βίου ἡμῶν. Ἐγνώρισα πολλοὺς μοναχούς, οἵτινες προσῆλθον εἰς τὴν Μονὴν μετὰ καιομένης ψυχῆς, ἀλλ᾿ ὕστερον ἐγκατέλειψαν τὸν πρῶτον ζῆλον. Γνωρίζω καὶ ἄλλους, οἵτινες ἐφύλαξαν τὴν πρώτην θέρμην μέχρι τέλους.
Ἵνα τηρήσωμεν τὸν ζῆλον, πρέπει συνεχῶς νὰ ἐνθυμώμεθα τὸν Κύριον καὶ νὰ σκεπτώμεθα: «Ἔφθασε τὸ τέλος μου καὶ ὀφείλω νὰ ἐμφανισθῶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πρὸς κρίσιν». Καὶ ἐὰν ἡ ψυχὴ διαμένῃ συνεχῶς ἑτοίμη πρὸς τὸ θάνατον, τότε παύει πλέον νὰ φοβῆται αὐτόν, ἀλλ᾿ ἔρχεται εἰς μετάνοιαν καὶ ταπεινὴν προσευχήν, διὰ τῆς ὁποίας καθαίρεται ὁ νοῦς καὶ δὲν θέλγεται πλέον ὑπὸ τοῦ κόσμου καὶ ἀρχίζει ἐν πνεύματι Χριστοῦ νὰ ἀγαπᾷ τοὺς πάντας καὶ νὰ χέῃ δάκρυα, προσευχόμενος ὑπὲρ τοῦ κόσμου. Ὅταν ὅμως λάβῃς τοῦτο, γνώριζε ὅτι εἶναι δῶρον τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, ὁ δὲ ἄνθρωπος μόνος ἀφ᾿ ἑαυτοῦ εἶναι μηδέν, γῆ ἁμαρτωλός.
Εἶδον ἀνθρώπους, οἵτινες ἦσαν ἐνάρετοι, ὅτε προσῆλθον εἰς τὴν Μονήν, ἀλλ᾿ ὕστερον ἐχαυνώθησαν. Εἶδον καὶ ἄλλους, οἵτινες ἦλθον διεφθαρμένοι, ὕστερον ὅμως ἐγένοντο ταπεινοὶ καὶ πρᾶοι, καὶ ἔχαιρεν ἡ ψυχὴ νὰ βλέπῃ αὐτούς.
Γνωρίζω μοναχόν τινα, ὅστις, ὅτε ἦτο νέος, παρέκαμπτε τὰ χωρία, ἵνα μὴ πέσῃ εἰς πειρασμόν, καὶ πρὸ ὀλίγου εἶπεν εἰς ἐμὲ ὁ ἴδιος ὅτι ἐπὶ δύο ὥρας προσέβλεπε μετ᾿ ἐμπαθοῦς ἐπιθυμίας εἰς τὸν κόσμον, τὸν εὑρισκόμενον ἐπὶ τῆς γέφυρας πλοίου. Οὕτω δύναται νὰ ἀλλάξῃ ἡ ψυχὴ τοῦ μοναχοῦ καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὰ κοσμικὰ πάθη. Καὶ ὅμως οὗτος ἦτο δέκα ἑπτὰ ἐτῶν νέος, ὅτε ἦλθεν εἰς τὴν Μονήν, ἔνθα ἔζησε μοναχὸς ἐπὶ τριάκοντα καὶ πέντε ἔτη. Ἐκ τούτου εἶναι φανερὸν ὅτι πρέπει νὰ φοβώμεθα μὴ σβεσθῇ ἐντὸς ἡμῶν ἐκεῖνο τὸ πῦρ, ὅπερ ἐνέπνευσεν ἡμᾶς νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸν κόσμον διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Κυρίου.
Πολλοὶ μοναχοὶ γνωρίζουν τὴν χάρην τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι γλυκὺ καὶ τοσοῦτον ἀγαπητὸν εἰς τὴν ψυχήν, ὥστε, καὶ ἂν ἴδῃ ὡραίαν κόρην ὁ μοναχός, μένει ἄτρωτος ἐκ τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας. Ὅστις ὅμως ἔχει τὴν χάριν μόνον ἐν τῇ ψυχῆ, ἐκεῖνος φοβεῖται εἰσέτι τὴν ἁμαρτίαν, ἐπειδὴ αἰσθάνεται ὅτι ἕλκουν αὐτὸν εἰσέτι τὰ πάθη καὶ ζῇ ἐντὸς αὐτοῦ ἡ ἁμαρτία.
Τινὲς ἔμαθον νὰ προσεύχωνται εὑρισκόμενοι ἐν τοῖς κινδύνοις τοῦ πολέμου, ὅπου φονεύουν μόνον τὸ σῶμα, ἡμεῖς ὅμως, οἱ μοναχοί, διεξάγομεν ἄλλον πόλεμον ἐντὸς ἡμῶν, ὅπου ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἀπολεσθῇ ἡ ψυχή. Διὰ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ προσευχώμεθα μετὰ μεγαλυτέρας σπουδῆς καὶ θέρμης, ὥστε ἡ ψυχὴ ἡμῶν νὰ διαμένῃ πάντοτε μετὰ τοῦ Κυρίου. Ὀφείλομεν οὐχὶ μόνον νὰ καταφεύγωμεν εἰς Αὐτόν, ἀλλὰ καὶ συνεχῶς νὰ μένωμεν ἐν Αὐτῷ. Καθὼς οἱ Ἄγγελοι πάντοτε διακονοῦν τὸν Θεὸν νοερῶς, οὕτω καὶ ὁ μοναχὸς πάντοτε ὀφείλει νὰ εὑρίσκεται νοερῶς ἐν τῷ Θεῷ καὶ νὰ μελετᾷ τὸν νόμον Αὐτοῦ ἡμέρας καὶ νυκτός.
Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅμοιος πρὸς μέγαν, ὡραῖον κῆπον, ἐν τῷ ὁποίῳ ζῇ καὶ Αὐτὸς ὁ Κύριος καὶ πάντες οἱ Ἅγιοι Αὐτοῦ: Προφῆται, Ἀπόστολοι, Ἱεράρχαι, Μάρτυρες καὶ Ὅσιοι ταπεινοὶ ἀσκηταί. Καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι συνήχθησαν θαυμαστῶς ὑπὸ τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ· καὶ ἡ ψυχὴ χαίρει δι᾿ αὐτὴν τὴν ἁγίαν, μεγάλην καὶ θαυμαστὴν Σύναξιν.
Πολλοὶ ἐπιθυμοῦν νὰ γνωρίζουν καὶ νὰ βλέπουν τὸν βασιλέα, ἄνθρωπον θνητόν· ἀλλὰ νὰ γνωρίζῃς τὸν Κύριον, τὸν Βασιλέα τῆς αἰωνίου δόξης, εἶναι πολυτιμότερον πάντων.
Ὦ, ἀδελφοί, μελετᾶτε ἔτι πλεῖον τὸ Εὐαγγέλιον, τὰς ἐπιστολὰς τῶν Ἀποστόλων καὶ τὰ ἔργα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Διὰ τῆς μελέτης αὐτῆς ἡ ψυχὴ θὰ γνωρίσῃ τὸν Θεόν, καὶ ὁ νοῦς τοσοῦτον ἁρπάζεται ὑπὸ τοῦ Κυρίου, ὥστε ὁ κόσμος «λησμονεῖται» ἐντελῶς, ὡς νὰ μὴ ἐγεννήθη αὕτη εἰς τὸν κόσμον.
Ὁ Κύριος ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς τὸ Εὐαγγέλιον καὶ θέλει ἵνα ἡμεῖς ἀκολουθῶμεν αὐτό. Ἀλλ᾿ ἐκτὸς τούτου ὁ Κύριος διδάσκει ἡμᾶς καὶ διὰ τῆς χάριτος Αὐτοῦ. Ἐν τούτοις οὐχὶ πάντες δύνανται νὰ ἐννοήσουν τοῦτο, εἰ μὴ μόνον σπάνιοι, οἵτινες ταπεινῶς ἀπεξεδύθησαν τὸ ἴδιον θέλημα. Ἡμεῖς δὲ ὀφείλομεν νὰ ἐρωτῶμεν τοὺς ἁγίους πνευματικοὺς καὶ οὗτοι θὰ ὁδηγήσουν ἡμᾶς πρὸς τὸν Χριστόν, διότι εἰς αὐτοὺς ἐδόθη ἡ χάρις τοῦ «δεσμεῖν καὶ λύειν». Ὕπαγε εἰς τὸν πνευματικὸν μετὰ πίστεως καὶ θὰ λάβῃς τὸν παράδεισον.
Εἶναι καλὸν εἰς τὸν μοναχὸν νὰ εἶναι ὑπήκοος καὶ νὰ ἐξομολογῆται καθαρῶς, ὥστε νὰ γνωρίζῃ ὁ πνευματικὸς ὁποίας σκέψεις ἀγαπᾷ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ. Ὁ τοιοῦτος μοναχὸς πάντοτε θὰ ἔχῃ εἰρήνην ἐν τῷ Θεῷ, καὶ ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ θὰ γεννῶνται θεῖοι λογισμοί, καὶ ὁ νοῦς αὐτοῦ θὰ φωτίζηται ὑπὸ τῆς χάριτος, ἡ δὲ καρδία αὐτοῦ θὰ εἶναι ἀναπεπαυμένη ἐν τῷ Θεῷ.
Ζῇ τοιοῦτος μοναχὸς ἐπὶ τῆς γῆς ἐν μέσῳ σκανδάλων καὶ παντοίων πειρασμῶν, ἀλλ᾿ οὐδὲν φοβεῖται, διότι ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐστερεώθη ἐν τῷ Θεῷ καὶ ἠγάπησεν Αὐτόν, καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ ὅλη εἶναι πῶς νὰ ταπεινώσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, διότι ὁ Κύριος ἀγαπᾷ τὴν ταπεινὴν ψυχὴν καὶ ἡ ψυχὴ γνωρίζει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, διότι ἔχει Αὐτὸν τὸν Κύριον Διδάσκαλον αὐτῆς.
Καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις ἡμῶν ὑπάρχουν πολλοὶ ἀσκηταί, οἵτινες εἶναι εὐάρεστοι εἰς τὸν Θεόν, ἂν καὶ δὲν θαυματουργοῦν φανερῶς.
Ἀλλ᾿ ἰδοὺ τὸ θαῦμα, ὅπερ εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδωμεν ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν. Ἐὰν ἡ ψυχή σου ταπεινωθῇ, ὅπως πρέπει, τότε ὁ Ἐλεήμων Κύριος θὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν χαρὰν μεγάλην καὶ κατάνυξιν. Ἐὰν ὅμως ἡ ψυχή σου κλίνῃ ὀλίγον εἰς τὴν ὑπερηφάνιαν, ἐμπίπτει τότε εἰς ἀκηδίαν καὶ σκοτισμόν. Περὶ τούτου ὅμως γνωρίζουν μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐμμένουν εἰς τὴν ἄσκησιν.
Ἐὰν ἦλθες εἰς τὴν Μονὴν μετ᾿ ἀγάπης πρὸς τὸν Κύριον, ἔστω καὶ οὐχὶ μεγάλης, καὶ λογίζησαι ὅτι ὁ Κύριος σὲ ὁδήγησεν ἐνταῦθα καὶ Αὐτὸς κατευθύνει τοὺς γέροντάς σου, τότε ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ θὰ σκηνώσῃ ἐντός σου καὶ ὁ Κύριος θὰ δώσῃ εἰς σὲ εἰρήνην καὶ διάκρισιν τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, καὶ ἡ ψυχή σου θὰ διώκῃ τὸ ἀγαθὸν ἑκάστην ἡμέραν καὶ ὥραν, διότι ἐτέρφθη ἐν τῶ νόμῳ τοῦ Θεοῦ.
Ἐὰν εἰσῆλθες εἰς τὸ Κοινόβιον, ἀνδρίζου καὶ ἂς μὴ ταράττηται ἡ ψυχή σου.
Ἐὰν διακονῇς εἰς τὸν ξενῶνα, ὁμοίαζε πρὸς τὸν Ἀβραάμ, ὅστις ἠξιώθη νὰ φιλοξενήσῃ τοὺς τρεῖς θαυμαστοὺς Ὁδοιπόρους. Ταπεινῶς καὶ μετὰ χαρᾶς ὑπηρέτει πατέρας καὶ ἀδελφοὺς καὶ προσκυνητάς, καὶ θὰ λάβῃς Ἀβραμιαίαν ἀμοιβήν.
Ἐὰν εἶσαι εἰς ἐργασίας μεταξὺ ἀδελφῶν καὶ ὑπομένῃς τὰ τυχὸν σκάνδαλα, τότε ὁμοίαζε πρὸς τοὺς διὰ Χριστὸν σαλούς. Ἐκεῖνοι προσηύχοντο δι᾿ ὅσους ὕβριζον αὐτούς, καὶ ἕνεκα τούτου ἡ ἀγάπη τοῦ Κυρίου ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἦτο εὔκολον εἰς αὐτοὺς νὰ ζοῦν μετὰ τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ ὑποφέρουν παντοίας θλίψεις.
Ἐὰν τελῇς διακόνημα τι, ἔστω καὶ ἂν διὰ τοῦ νοὸς διασκορπίζησαὶ ποτε, ὁ Κύριος εἶναι ἐλεήμων πρὸς σέ. Ὁ δὲ παρήκοος μόνος ἀποδιώκει ἀφ᾿ ἑαυτοῦ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ.
Ἐὰν πάλιν ἡσυχάζῃς ἐντὸς κελλίου, τότε μιμοῦ τὴν ἡσυχίαν Ἀρσενίου τοῦ Μεγάλου, ἵνα τὸ Ἅγιον Πνεῦμα κατευθύνῃ τὸ πλοῖον τῆς ψυχῆς σου.
Ἐὰν τυχὸν ἀποκάμῃς, ἐνθυμοῦ τοὺς ἐλεητικοὺς λόγους τοῦ Κυρίου: «Δεῦτε πρός Με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. ια´ 28). Τὴν ἀνάπαυσιν αὐτὴν λαμβάνει ἡ ψυχὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίω διὰ τὴν μετάνοιαν.
Ὁ Κύριος ἀγαπᾷ τὴν ψυχήν, ἥτις ἀναζητεῖ Αὐτὸν ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, διότι Αὐτὸς εἶπε: «Τοὺς Ἐμὲ φιλοῦντας ἀγαπῶ, οἱ δὲ Ἐμὲ ζητοῦντες εὑρήσουσι χάριν» (Παρ. η´ 17). Καὶ ἡ χάρις αὕτη μετὰ δακρύων ἕλκει τὴν ψυχὴν εἰς ἀναζήτησιν τοῦ Θεοῦ.

--------------------------------------------------------------------------------
Σημειώσεις:
1. Εἰς τὴν δεδομένην περίπτωσιν ὑπὸ τὸν ὅρον «ὑπακοὴ» δηλοῦται ἡ ἐργασία ἢ τὸ διακόνημα τὸ ἀνατεθὲν εἰς τὸν μοναχόν.
2. Ἡ ὀνομασία «Γέρων» (Στάρετς) ἐν τῆ ρωσικῇ ἐκκλησιαστικῇ συνειδήσει κατ᾿ ἐξοχὴν χρησιμοποιεῖται ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἀσκητάς, οἵτινες διῆλθον μακρὰν δοκιμήν, ἐγνώρισαν διὰ πείρας τὴν πνευματικὴν πάλην, ἀπέκτησαν διὰ πολλῶν ἀγώνων τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως καὶ εἶναι ἱκανοὶ διὰ τῆς προσευχῆς νὰ συλλάβουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ περὶ τοῦ ἀνθρώπου, τουτέστι κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον βαθμὸν ἔλαβον τὸ χάρισμα τῆς διορατικότητος, καὶ ὡς ἐκ τούτου δύνανται νὰ χειραγωγοῦν πνευματικῶς τοὺς προστρέχοντας εἰς αὐτούς.
Ἐν τῷ Ἄθῳ ὁ ὅρος «Γέρων», ὡς τιμητικὴ ὀνομασία, ἔλαβε καὶ ἄλλας, οὕτως εἰπεῖν, τοπικὰς σημασίας. Ἐν τῶ Ρωσικῷ Κοινοβίῳ τῆς Σκήτης τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου ὀνομάζουν Γέροντα τὸν Ἡγούμενον. Εἰς τὰ «Κελλία» Γέροντα ἀποκαλοῦν τὸν προεστῶτα τοῦ Κελλίου (μικροῦ οἰκήματος ἐξαρτωμένου ἔκ τινος Μονῆς). Τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἢ τῆς Συνάξεως τῶν Γερόντων καλοῦνται «Γέροντες». Συχνάκις Γέροντα ὀνομάζουν ἐν γένει ἡλικιωμένον ἀσκητὴν μοναχόν.
Ἐν τῇ Μονῇ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος οἱ ὑποτασσόμενοι μοναχοὶ εἰς ἔνδειξιν σεβασμοῦ Γέροντα ἀποκαλοῦν τὸν ὑπεύθυνον αὐτῶν, τουτέστι τὸν γεροντότερον, τὸν διευθύνοντα τὸ μοναστηριακὸν διακόνημα ἢ τὴν ἐργασίαν ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν ἐτάχθη ὁ μοναχός. Σὺν τῷ χρόνῳ ἡ τιμητικὴ αὕτη ὀνομασία ἐπεκράτησεν ἐν τῇ Μονῇ διὰ τοὺς ὑπευθύνους τῶν ἐργαστηρίων ἢ τῶν διακονημάτων.
Ὁ Γέρων Σιλουανὸς εἰς τὴν δεδομένην περίπτωσιν ἔχει ὑπ᾿ ὄψιν τὴν τελευταίαν ταύτην, τοπικήν, μοναστηριακὴν σημασίαν τοῦ ὅρου.

Μοναχός Φανούριος Καψαλιώτης (1898 - 18 Δεκεμβρίου 1986)


Ο κατά κόσμον Βασίλειος Μαντρέας γεννήθηκε στο Τεκόστι της Ρουμανίας το 1898. Ηλθε από τη Ρουμανία στο Άγιον Όρος το 1913. Ο πατέρας του φεύγοντας του είπε: «Παιδί μου Βασίλη, σε αφιερώνουμε στην Παναγία, να ζήσεις με υπακοή και υπομονή, να ευα­ρεστήσεις τον Θεό, για να σώσει κι εμάς τους γονείς σου ο Θεός, με την αγία σου ζωή». Πήγε πρώτα στη ρουμανική σκήτη του Τιμίου Προ­δρόμου, όπου έζησε τριάντα χρόνια. Κατόπιν στη ρουμανική σκήτη του Αγίου Δημητρίου-Λάκκου. Επέστρεψε στη σκήτη του Τιμίου Προδρό­μου. Το 1915 εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός. Στη συνέχεια πήγε στην Καψάλα.
Τελικά εγκαταστάθηκε στο Κελλί του Αγίου Βασιλείου στην Καψά­λα. Τον άγιο Βασίλειο τον είχε από μικρός μεγάλη ευλάβεια. Στο Κελλί αυτό είχαν κατοικήσει παλαιότερα άγιοι. Έμεινε σε αυτό το αγιοτρόφο Κελλί επί μία τεσσαρακονταετία. Επισκευάζοντας το Κελλί είχε φαί­νεται παραμελήσει τα μοναχικά του καθήκοντα. Του παρουσιάσθηκαν τότε στον ύπνο οι άγιοι Βασίλειος και Θεόφιλος. Ο δεύτερος αυστηρά του είπε, καθώς διηγείτο ο ίδιος:
«Να μην αφήνεις τα μοναχικά σου καθήκοντα, εμείς θα φροντίσουμε το Κελλί».
Ήταν λίαν ασκητικός. Θύμιζε παλαιούς ασκητές. Πολλά ημερόνυχτα προσευχόταν ακατάπαυστα. Άκρος νηστευτής, δεν έτρωγε σχεδόν τί­ποτε. Μελετηρός πολύ. Ιδιαίτερα αγαπούσε τον όσιο Ισαάκ τον Σύρο. Κοιμόταν ελάχιστα πάνω στις σανίδες με μαξιλάρι μία πέτρα. Τις χει­μωνιάτικες νύχτες θεωρούσε ατελείωτες. Ήταν καλογερικός και φιλακόλουθος. Μόλις έδυε ο ήλιος, άρχιζε την ακολουθία του. Συνέχιζε με κομποσχοίνι ως το πρωί. Προσευχόταν για όλο τον κόσμο. Όσους είχε γνωρίσει έστω και για λίγο. Για όσους του το είχαν ζητήσει. Προσ­ευχόταν με θερμά δάκρυα, εκζητώντας το έλεος του Θεού για όλο το ανθρώπινο γένος. Χαιρόταν να μνημονεύει ονόματα και να μαθαίνει για την πρόοδό τους.
Δεν είχε καμία ιδέα περί του εαυτού του. Δεν ήθελε κανείς να τον θεωρεί κάτι. Γι’ αυτό συχνά προσποιόταν μωρία. Μερικοί τον παρεξηγούσαν και τον θεωρούσαν λειψό. Αυτός όμως ήξερε καλά τί έκανε. Ζούσε ταλαιπωρώντας το σαρκίο του, δίχως καμιά ανάπαυση. Τον χει­μώνα δίχως θέρμανση και το Κελλί να βάζει από παντού κρύο και νερά. Το καλοκαίρι να κουβαλά νερό από μακριά. Λάτρευε την ησυχία και για χάρη της αδιαφορούσε πραγματικά για κάθε περιποίηση, διευκό­λυνση και άνεση. Τήρησε με ακρίβεια τις υποσχέσεις της κουράς του. Δεν έδωσε ποτέ μεγάλη άνεση στο ταλαίπωρο σαρκίο του.
Όσοι πήγαιναν να τον δουν έβλεπαν μία εικόνα πραότητος, αγαθότητος και απλότητος. Ήταν ένα μεγάλο παιδί. Απέπνεε την ευωδία ενός ταπεινού ασκητού. Μιλώντας για τον όσιο Θεόφιλο δάκρυζε. «Αν έχει ευλάβεια ο προσκυνητής», έλεγε, «αισθάνεται την ευωδία του οσίου». Τα λόγια του ήταν απλά και μεστά θείας σοφίας. Οι άγγελοι του χάριζαν γαλήνη και οι δαίμονες ανέδιδαν δυσωδία. Κάποτε τον επισκέφθηκαν οι Τρεις Ιεράρχες. Συνομίλησε άλλοτε με τον Μέγα Βασίλειο και τον όσιο Θεόφιλο. Είχε αγωνία για τη σωτηρία του. Η μεγάλη του άσκηση συνυπήρχε με τη μεγάλη αγάπη της αγαθής και αθώας καρδιάς του. Ηλικιωμένος πολύ έτρεχε να φροντίζει άλλα γεροντάκια.
Είχε πλήρη εμπιστοσύνη στον Θεό. Ζούσε με τα ελάχιστα. Με λί­γες ρόγες σταφύλι όλη την ημέρα, λίγα μούρα ή λίγα μανιτάρια. Αγα­πούσε τη φύση. Περπατούσε ανάμεσα στα δένδρα δοξολογώντας κι ευχαριστώντας τον Θεό για τις τόσες δωρεές του. Έριχνε ψωμιά στα πουλάκια και χαιρόταν αφάνταστα, σαν μικρό παιδί, να τα βλέπει να τρώνε.
Ένας μοναχός που τον επισκέφθηκε γράφει περί αυτού: «Ήταν ένα κοντό, αδύνατο γεροντάκι. Το πρόσωπό του ήταν φωτεινό, σαν τον ήλιο. Ήταν αληθινά πρόσωπο μικρού παιδιού, πράο, ροδοκόκκινο, νεανικό, καθάριο, ιλαρό, αγνό, άγιο. Δεν είχε τίποτε να μας κεράσει, μόνο λίγο νερό. Όταν τον ρωτήσαμε πώς περνάει, απάντησε: “Περνάω πολύ καλά. Με φροντίζει ο Χριστός και η Παναγία. Τρώγω παξιμάδι και χόρτα. Τη νύχτα κάνω κομβοσχοίνι, λέγοντας την ευχή. Δεν τα μετρώ. Λέγω το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» μέχρι να έλθουν τα δάκρυα. Προ­σεύχομαι και κλαίω για όλο τον κόσμο. Σταματώ όταν θέλει ο Κύριος. Όταν σταματήσουν τα δάκρυά μου για τον κόσμο …”».
Προείδε το τέλος του. Του το είπε ο «φίλος» του ο Μέγας Βασίλειος. Πήγε στους άλλους Καψαλιώτες να ζητήσει συγχώρεση για τη μόνιμη αναχώρησή του. Ανεπαύθη στις 18.12.1986. Τον βρήκαν νεκρό στο κελλάκι του. Έξω είχε πέσει πολύ χιόνι. Ο συμπατριώτης του Γέροντας Ηρωδίων (†1990) ο φίλος και συναγωνιστής του, είπε: «Ο Γέρων Φα­νούριος δεν πέθανε, πήγε από τη μία ζωή στην άλλη ζωή. Να του κάνετε κομποσχοίνι, να έχουμε ειρήνη. Είναι άγιος». Έζησε, όπως είπαμε, με κάθε ακρίβεια τις μοναχικές υποτυπώσεις και υποσχέσεις της κουράς του. Δεν έδωσε καμία υλική ανάπαυση στον εαυτό του. Έλεγε χαριτω­μένα: «Μακάρι όση προθυμία έχουν οι άνθρωποι για τα κακά, τόση να είχαν και για τα καλά …».
Πήγες – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Παντοκράτορος. Ανωνύμου Αγιορείτου μοναχού, Ο Γέ­ρων Φανούριος της Καψάλας, Ορθόδοξη Μαρτυρία 45/1995, σσ. 29-31.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ΄1984-2000 , σελ.1173-1176, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011

Χρυσόστομος επίσκοπος Ζίτσης, ο Χιλιανδαρινός (1939 - 18 Δεκεμβρίου 2012)


Χρυσόστομος Χιλιανδαρινός
επίσκοπος Ζίτσης
Χρυσόστομος Χιλιανδαρινός
ως Πρωτεπιστάτης
του Αγίου Όρους
Γεννήθηκε το 1939 στη Σερβία. Το κοσμικό του όνομα ήταν Μίλαν Στόλιτς του Γεωργίου και της Ραδοσλάβας.
Στις 8 Νοεμβρίου 1961 εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Ντετσάνης. Διάκονος χειροτονήθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1961 και Πρεσβύτερος στις 4 Απριλίου 1962 από τον Επίσκοπο Ράσκας και Πριζρένης Παύλο.
Το 1966 πήγε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η Θεολογική Ακαδημία της Αγίας Τριάδος στο Jordanville. Μετά τις σπουδές του, υπηρέτησε ως εφημέριος σε σερβικούς ναούς μέσα και γύρω από το Σικάγο.
Στο Άγιον Όρος, στη μεγάλη σερβική λαύρα του Χιλιανδαρίου, ήλθε το 1969. Το επόμενο έτος εξελέγη προϊστάμενος. Υπηρέτησε τη μονή του ως εφημέριος, ψάλτης, βιβλιοθηκάριος και σκευοφύλακας.

Η υποδειγματική οργάνωση της βιβλιοθήκης και του σκευοφυλακίου και η συνεργασία του με Σέρβους, Έλληνες και Αμερικανούς επιστήμονες είχαν ως αποτέλεσμα την καλή διαφύλαξη και συντήρηση των θησαυρών του Χιλανδαρίου καθώς και την έκδοση σημαντικού αριθμού σχετικών βιβλίων και μελετών.
Χρημάτησε Πρωτεπιστάτης του Αγίου Όρους δύο φορές: τα έτη 1978-79 και 1983-84. Υπήρξε ιδιαίτερα συνετός και διακριτικός, παραδοσιακός μοναχός, ελληνομαθής, υπεύθυνος και αγαπητός από τους αγιορείτες πατέρες.
Στις 10 Ιουλίου 1988 χειροτονήθηκε Επίσκοπος Δυτικής Αμερικής. Τη χειροτονία τέλεσε ο Πατριάρχης Σερβίας Γερμανός, συμπαραστατούμενος από τους Επισκόπους Ράσκας και Πριζρένης Παύλο, Ζίτσης Στέφανο και Σουμαδίας Σάββα. Το 1992 εξελέγη Επίσκοπος Βανάτου και στις 19 Μαΐου 2003 Επίσκοπος Ζίτσης.
Εκοιμήθη στις 18 Δεκεμβρίου 2012.

Περισσότερες φωτογραφίες: http://athosprosopography.blogspot.gr

Μοναχός Αρσένιος Καυσοκαλυβίτης (1866 - 19 Δεκεμβρίου 1956)


Κατά κόσμον ονομαζόταν Απόστολος Κόντος του Στυλιανού και της Αμερσούδας. Η καταγωγή του ήταν από το χωριό Βρυσσί Μυ­τιλήνης. Το 1885 ήλθε στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων και υποτάχθηκε στον Γέροντα Νικόδημο (†1907) της Καλύβης των Αγίων Πάντων, από τον οποίο έμαθε και την τέχνη της αγιογραφίας. Αργότερα όμως έμαθε το εργόχειρο της ξυλογλυπτικής, στην οποία σύντομα προόδευσε κατα­πληκτικά. Εκάρη μοναχός το 1887.
Τα ξυλογλυπτικά έργα του, με πολύπλοκες παραστάσεις, πολυπρόσωπα, λεπτότατα και αριστοτεχνικά τον έκαναν φημισμένο και μακριά από τον Άθωνα. Επί 15 χρόνια σκάλιζε περίτεχνα μία «Δευτέρα Παρουσία» και επί 10 χρόνια μια αριστουργηματική «Σταύρωση», που βρίσκεται στην Αμερική, και άλλη, που φυλάγεται στο συνοδικό της Μ. Λαύρας. Έργα του κοσμούν αίθουσες ανακτόρων. Η λεπτή του τέχνη είχε κάτι από τη λεπτότητα, υπομονή και ευγένεια της καθαρής καρδιάς του.

Ο ηγούμενος του Παρακλήτου αρχιμανδρίτης Χερουβείμ, που τον συνάντησε το 1938, γράφει περί αυτού: «Η καλλιτεχνική του ψυχή ήταν αγιασμένη από την άσκηση. Την εργασία του την συνόδευε πάντοτε η νηστεία και η προσευχή. Στο πρόσωπό του έβλεπες τον άνθρωπο που ζούσε μόνο για τον Θεόν και τον υπηρετούσε με την λε­πτή, την λεπτοτάτη τέχνη του. Όταν τον εγνώρισα, ήταν περίπου εβδομήντα ετών. Καθόταν σταυροπόδι επάνω σ’ ένα μιντέρι. Γύρω του είχε σκορπισμένα τα εργαλεία. Στα χέρια κρατούσε ένα κομμάτι τσιμισίρι, ξύλο που συνήθως χρησιμοποιούν οι ξυλογλύπται. Τα μάτια του ήσαν φωτεινά, σαν μικρού παιδιού. Το λευκό του πρόσωπο χωρίς καμμία γεροντική ρυτίδα ακτινοβολούσε, ενώ η άσπρη του γενειάδα τον έκα­νε περισσότερο σεβάσμιο. Όλους όσοι είχαν την ευλογία από τον Θεό να τον γνωρίσουν, τους συνέπαιρνε. Τα σοφά του λόγια έβγαιναν από μία αγιασμένη καρδιά». Ο Γέρων Γαβριήλ Διονυσιάτης στο περίφημο Λαυσαϊκόν του αναφέρει περί αυτού: «Η σημερινή δόξα και του Αγίου Όρους καύχημα, είναι ο λαμπρός και περί την αρετήν θαυμαστός καλλιτέχνης Αρσένιος, γέρων ογδοηκοντούτης ήδη με παιδικήν χάριν και αγαθότητα». Ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός, που τον επισκέφθηκε με τον Νίκο Καζαντζάκη το 1914, γράφει στο ημερολόγιό του: «Πηγαίνομε έπειτα στον ξυλογλύπτη Αρσένιο που κάνε το εγκόλπιο των Καρύων, τη Δευτέρα Παρουσία. Αυτοδίδακτος άρχισε από μικρούς άξεστους σταυρούς. Δούλεψε 15 χρόνια τη Δευτέρα Παρουσία. Σε κάθε πρόσωπο έδωκε έκφραση. Στην όψη του έχει σταλαγμένο το φως της εργασίας. Στο μικρό του δωμάτιο όλα τα σύνεργα της τέχνης του. Το κοτσύφι του. Τρώει σμυρτιά απ’ το χέρι, κουκκί κισσού, ζυμάρι. Μια πίστη στον άνθρωπο».