π. ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ - ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ «ΞΕΜΑΤΙΑΣΜΑ» ΜΙΚΡΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ
Όταν τα παιδιά τα μικρά συμβεί να πάθουν εκ βασκανίας, θα παίρνετε ολίγο βαμβάκι, θα το βουτάτε εις το κανδήλι πού έχετε εις τας εικόνας, θα αλείφετε το παιδί εις το μέτωπον και το πρόσωπον σταυροειδώς και θα λέγετε τα εξής τροπάρια:
Σταυρός ο φύλαξ πάσης της Οικουμένης,
Σταυρός η ώραιότης της Εκκλησίας,
Σταυρός βασιλέων το κραταίωμα,
Σταυρός πιστών το στήριγμα,
Σταυρός Αγγέλων η δόξα καί των δαιμόνων το τραύμα.
Εξηγόρασας ημάς εκ της κατάρας του νόμου τω Σταυρώ προσηλωθείς και τη λόγχη κεντηθείς την αθανασίαν επήγασας ημίν Σωτήρ ημών Δόξα Σοι.
Η μπορείτε και με ένα Σταυρό μικρό να τα σταυρώνετε και να λέγετε τα ανωτέρω τροπάρια.
Όταν υπάρχει Ιερεύς να τα σταυρώνη εκείνος και να λέγη την εύχήν της βασκανίας.
Ο πατέρας ή η μητέρα, επειδή είναι πρόσωπα ιερά, και επειδή έχουν εξουσία στα παιδιά τους, μπορούν να «σταυρώνουν»τα παιδιά τους και μόνο τα παιδιά τους. Το ίδιο ισχύει και για τον παππού ή τη γιαγιά σε σχέση με τα εγγονάκια τους.
Ο π. Φιλόθεος Ζερβάκος υπήρξεν ο πρύτανις του οσίου βίου, μέγας κήρυξ και πνευματικός, ηγούμενος υπέρ τα πεντήκοντα έτη της μοναδικής δια την πνευματικότητα και αγιότητά των σε όλην την εκτός του Αγίου Όρους περιφέρειαν, Ιεράν Κοινοβιακήν Μονήν Ζωοδόχου Πηγής Λογγοβάρδας Πάρου. Είναι ο μεγαλύτερος, μα ίσως και ο τελευταίος πνευματικός αστήρ ο π. Φιλόθεος, επειδή ο κόσμος αποσυντίθεται, επειδή πλέον ο κόσμος περιήλθεν εις χείρας του σατανά και θα είναι ανάξιος τοιούτων αγίων ανδρών και επειδή ίσως είναι τα τελευταία του, όπως ο ίδιος και διετύπωσε και έγραψε πολλάκις.
Ο π. Φιλόθεος ήτο ο ηγούμενος, ο ασκούμενος εις την ασκητικήν ζωήν και ο Ιεροκήρυκας και Πνευματικός όλης της Ελλάδος. Η Ιερά αυτή Μονή της περιφήμου Λογγοβάρδας, η μοναδική από πολλά έτη εις την πνευματικότητα, αριθμούσε μόλις προ ολίγων ετών υπέρ τους τεσσαράκοντα μοναχούς, τους οποίους εποίμανεν ο σοφός και άγιος Γέροντας, πιο πολύ με το φωτισμένον και άγιον παράδειγμά του υπέρ τα πεντήκοντα έτη. Υπήρξεν ο κήρυκας του Ευαγγελίου και ο Εξομολόγος, όχι μόνον εις την Μονήν που εποίμανεν, αλλά και εις όλην την νήσον Πάρον, τας πέριξ νήσους, αλλά και εις τας περισσοτέρας πόλεις της Ελλάδος. Συνεδύασεν ο μακάριος την μοναχικήν άσκησιν και την κοινωνικήν ιεραποστολικήν δράσιν. Σε όλα τα μέρη της Ελλάδος είχεν πνευματικά τέκνα. Μεγάλος ήτο ο σεβασμός που έτρεφον προς τον Γέροντα όχι μόνον τα πνευματικά του τέκνα, αλλά και κληρικοί, Αρχιεπίσκοποι, Αρχιερείς και αυτή η Ι. Σύνοδος. Είδον Αρχιερέα, όταν ο Γέροντας ήτο ακόμη εξήκοντα πέντε ετών, να σκύβη και να του ασπάζεται το χέρι.
Έγραψε πολλά πνευματικά ωραία βιβλία, άρθρα, επιστολάς (εκτός των χιλιάδων προσωπικών επιστολών στα πνευματικά του τέκνα). Εξομολογούντο σ' αυτόν, εκτός εκατοντάδων κληρικών, αλλά και πολλοί Αρχιερείς. Αι λειτουργίαι του ήσαν πάντα με δάκρυα, αι κρυφαί προσευχαί και αγρυπνίαι πολλάκις ολονύκτιαι γενόμεναι μετά κλαυθμών ακατάπαυσται, η πραότης του αμίμητος. Είχε την ευτυχίαν ο γράφων τας γραμμάς ταύτας, να ανήκη είς την Ιεράν αυτήν Μονήν και να γαλουχηθή επί πολλά έτη πλησίον του και να καρή υπ' αυτού Μοναχός, να τον προωθήση εις την Ιερωσύνην και με την εντολήν του και άδειάν του να προχειρισθή Πρεσβύτερος υπό του Μητροπολίτου Ναυπακτίας, μακαριστού Χριστοφόρου, που απεσπάσθη τη αδεία του για δύο τρία έτη, δια να βοηθήση τούτον.
Είχεν ο μακαριστός Γέροντας πάντα στο όνειρόν του, όπως χαρακτηριστικά μου έγραφεν εις επιστολήν του, να πλαισιώση την μονήν με μορφωμένους κατά κόσμον μοναχούς, καίτοι κατά καιρούς εγκαταβίωσαν αρκετοί πτυχιούχοι, αλλά δι' αγνώστους λόγους δεν παρέμεινον εις την Μονήν, δια να φέρωμεν όλοι ανάλογον ευθύνην δια την σημερινήν απογοητευτικήν αριθμητικήν σμίκρυνσιν της σημερινής Μονής.
Ακόμη είχον την εξαιρετικήν τιμήν, ολίγας ημέρας προ της ειρηνικωτάτης εκδημίας του, να ευρεθώ πλησίον του και να του προσφέρω τας ταπεινάς μου υπηρεσίας, ως και την προτελευταίαν μετάδοσιν της θείας Κοινωνίας. Όντως υπέφερεν από την ουρίαν, που του δημιουργούσε διαρκή τάσιν προς έμετον και δεν ηδύνατο, ξεσπώντας σε δυνατόν βήχα. Του έλεγον: "Γέροντα, ο Κύριος με την δοκιμασίαν αυτήν θέλει να κατοχυρώση ογδοήκοντα ετών κόπους και μόχθους δια το Άγιον Όνομά Του, δια να μην τα λιχνίση ο σατανάς την τελευταίαν ώραν με το τελευταίον όπλον, την επάρατον υπερηφάνειαν". Και μου απαντούσεν: "Δόξα σοι ο Θεός, ό,τι θέλει ο Κύριος". Επίσης του έλεγον: "Γέροντα, φεύγεις και αφήνεις τον εν αποστασία κόσμον και τα πνευματικά σου παιδιά εις χείρας του ερχομένου αντιχρίστου". Και αυτός απαντούσε: "Πράγματι, η αποστασία είναι μεγάλη και η καταστροφή και το τέλος του Κόσμου πολύ κοντά". Ακόμη του είπον: "Γέροντα, να προσεύχεσθε εις τον Κύριον, όταν θα πάτε εκεί, δια την ελεεινότητά μου, διότι είμαι ελεεινός και αδιόρθωτος, ως και δια τας δύο Μονάς σου, τας οποίας ο σατανάς θα θελήση μετά την κοίμησίν σου να σινιάση σαν το σιτάρι". Και μου απαντούσε: "Εάν εύρω παρρησίαν εις τον Χριστόν μας, θα προσεύχωμαι δι' όλους".
Έφυγα από την Μονήν με την πεποίθησιν ότι δεν τον ξαναβλέπω πλέον ζωντανόν, όπως και έγινεν. Μετά την αναχώρησίν μου εκοιμήθη. Εκοιμήθη την ημέραν του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και του μεγάλου Αρσενίου. Τον επήρε ο μαθητής της αγάπης, ο Ιωάννης ο Θεολόγος και ο άγιος Αρσένιος, διότι σαν αυτούς ηγάπησε τον Χριστόν σαν και αυτούς εργάσθηκε ασκούμενος στην μοναχική άσκηση και το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Έφυγε εκ των ματαίων, μόλις έκαμε επί του κρεββάτου την απόλυσιν του Όρθρου του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και του οσίου Αρσενίου, με τας τελευταίας λέξεις: "Τώρα πλέον φεύγω, θα κοιμηθώ". Και έκλεισε αμέσως για πάντα τους οσίους οφθαλμούς του.
Η κηδεία του ήτο κάτι το ασυνήθιστον και συγκινητικόν, με κλαυθμούς και δάκρυα, με πλήθος κόσμου, εντοπίου και ξένου, με πλήθος κληρικών και μοναχών και αρκετούς Αρχιερείς. Έγινε κηδεία την οποίαν θα επεθύμουν όλοι οι μεγιστάνες και όλοι οι Πατριάρχαι και Αρχιεπίσκοποι και Μητροπολίται, των οποίων η δόξα του αξιώματος στερεί τούτους της δόξης, που από εδώ αντιδοξάζει ο Κύριος τους ταπεινούς της γής.
Αξιοσημείωτον ήτο ότι ενώ είχον περάσει 36 ώρες με αρκετή ζέστη, το όσιον σώμα του Γέροντος δεν είχεν καν σημεία αποσυνθέσεως, αλλ' ούτε άφηνε την συνήθη σε όλους τους νεκρούς, νεκρικήν ατμόσφαιραν και οσμήν, αλλά διετηρείτο σαν να ήτο ολοζώντανον.
Αιωνία η οσία μνήμη σου, Γέροντα σεβαστέ, π. Φιλόθεε, και εύχου αυτού που είσαι να λυπηθή τον Κόσμον ο Κύριός μας και να αναδείξη και άλλους σαν και σένα στους σκοτεινούς μας τούτους καιρούς του αντιχρίστου, προς στηριγμόν των ευσεβών, που αγαπούν τον Κύριον εν αληθεία, διότι πολύ φοβούμαι μήπως εις το ανάστημα σου θα είσαι ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ!
(δημοσιεύθηκε στον "Ορθόδοξο Τύπο", 22-5-1980)
Ο αείμνηστος π. Φιλόθεος Ζερβάκος μέσα από τις αναμνήσεις του Αρχιμ. π. Αρσενίου Κομπούγια Ο Αρχιμανδρίτης π. Αρσένιος Κομπούγιας, πνευματικός του Ιερού Ησυχαστηρίου Παναγίας Γοργοεπηκόου Ναυπάκτου, διετέλεσε αδελφός της Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής Λογγοβάρδας Πάρου, υπό την πνευματική καθοδήγηση του αειμνήστου Γέροντος π. Φιλοθέου Ζερβάκου, ο οποίος εκοιμήθη την 8η Μαΐου 1980.
Με την ευκαιρία της επετείου της κοιμήσεως του αειμνήστου γέροντος Φιλοθέου, ο π. Αρσένιος μας διηγήθηκε μερικά περιστατικά από την γνωριμία του μαζί του και μας παρέδωσε μερικές επιστολές που αντήλλαξε με τον Γέροντά του καθώς και ένα παλαιότερο άρθρο που είχε δημοσιεύσει.
Ο π. Αρσένιος (κατά κόσμον Αντώνιος Κομπούγιας) στην ηλικία των 21 ετών και διαβιώνοντας στην Αθήνα, κατ' αρχάς κοντά σε έναν θείο του και κατόπιν σε μία αδελφότητα νέων με κοινά πνευματικά ενδιαφέροντα, είχε έντονη την επιθυμία να γίνη μοναχός. Ρώτησε τον Πνευματικό του π. Ιγνάτιο Γκολιόπουλο, στέλεχος της Ζωής, ο οποίος του έδωσε την ευλογία.
Έτσι, ο τότε Αντώνιος Κομπούγιας έστειλε γράμμα στον π. Φιλόθεο Ζερβάκο, τον οποίο είχε δει μία φορά, όταν ο π. Φιλόθεος είχε έλθει στην Αθήνα για εξομολόγηση και ομιλίες, αλλά η φήμη του είχε ήδη επεκταθή πολύ έξω από τα στενά όρια της νήσου Πάρου, όπου κατηύθυνε την ανδρώα Ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής Λογγοβάρδας, την οποία είχαν ιδρύσει Φιλοκαλικοί (Κολλυβάδες) Πατέρες, και την γυναικεία Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως - Οσίου Αρσενίου του εν Πάρω. Με την επιστολή αυτή ζητούσε από τον π. Φιλόθεο να τον δεχθή στο μοναστήρι και να τον κείρη μοναχό. Ο π. Φιλόθεος τον εδέχθη.
Έφθασε στην Πάρο τον Φεβρουάριο του 1939 και συγκατελέγη στο μοναχολόγιο της Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής και φόρεσε το τίμιο ράσο ως αρχάριος μοναχός, όπως είχε τυπικό η Μονή.
Ο π. Φιλόθεος τον ρώτησε τί όνομα να του δώση και ο τότε Αντώνιος του απήντησε ή Ιγνάτιος ή Αυγουστίνος. Στην ερώτηση του Γέροντα γιατί διάλεξε αυτά τα ονόματα, ο Αντώνιος απάντησε ότι του άρεσε πολύ ο βίος του αγίου Ιγνατίου, ιδίως μάλιστα το τέλος του, όταν οι Χριστιανοί που περισυνέλεξαν τα απομεινάρια του σώματός του που είχαν αφήσει τα θηρία, βρήκαν την καρδιά του, και πάνω στην καρδιά του χαραγμένο το όνομα "Ιησούς", ενώ από τον ιερό Αυγουστίνο του άρεσαν πολύ οι προσευχές του που είχε διαβάσει στο "Κεκραγάριο" τις οποίες ο άγιος απηύθυνε στον Χριστό. Έτσι, ο αείμνηστος Φιλόθεος Ζερβάκος έδωσε προκαταβολικά στον Αντώνιο Κομπούγια το όνομα Αυγουστίνος.
Όμως, τον Οκτώβριο του 1939 ο Αυγουστίνος έπρεπε να παρουσιασθή στον στρατό, αφού κάλεσαν ακόμη και τους μοναχούς.
Ο π. Αρσένιος διηγείται ότι υπήρχε μοναχός ονόματι Νικηφόρος στην Ιερά Μονή Λογγοβάρδας, ο οποίος ήδη από το καλοκαίρι του 1939 έλεγε ότι θα γίνη μεγάλος πόλεμος και θα καλέσουν και τους μοναχούς να πολεμήσουν και ότι ο ίδιος, ο Νικηφόρος, θα σκοτωνόταν. Όπως και έγινε, αφού στον πόλεμο κάλεσαν και τους μοναχούς, και ο Νικηφόρος σκοτώθηκε από οβίδα πυροβολικού, ενώ βρισκόταν στα μετόπισθεν.
Κάνοντας μια παρένθεση να πούμε ότι ο π. Αρσένιος είχε υπ' όψη του και άλλες οσιακές μορφές μοναχών που έζησαν στην Ιερά Μονή Λογγοβάρδας, όπως ο π. Παύλος, ο οποίος ήταν αμόρφωτος κατά κόσμον, αλλά είχε συνέχεια στο στόμα του το όνομα και την ευχή του Ιησού και αξιώθηκε να κοιμηθή ακριβώς την ώρα που έλεγε την ευχή του Ιησού, γονατιστός, με το αριστερό του χέρι να κρατά το κομβοσχοίνι και με το δεξί του χέρι στο μέτωπο, την ώρα που σχημάτιζε το σχήμα του σταυρού. Στην στάση αυτή τον βρήκαν οι άλλοι μοναχοί να έχη παραδώσει το πνεύμα του.
Επίσης ενθυμείτο τον π. Ιλαρίωνα, ο οποίος εισήλθε στην αδελφότητα στην ηλικία των 70 ετών. Επειδή μάλιστα ήταν μεγάλος στην ηλικία, υπήρχαν αντιρρήσεις και δεν ήθελαν να τον κρατήσουν στο μοναστήρι, αυτός παρακαλούσε τον Γέροντα να τον δεχθή, βεβαιώνοντάς τον ότι δεν θα τους είναι βάρος, αλλά θα βοηθή όσο μπορεί. Πράγματι, ο π. Ιλαρίων κοιμήθηκε στην ηλικία των 107 ετών. Στο διάστημα αυτό έκανε γεωργικές δουλειές, καλλιεργούσε αμπέλια, ελαιώνες, έκτισε τοίχους - ξερολιθιές. Κοιμήθηκε δε ευλογημένα, αφού σε ηλικία 107 ετών, όπως είπαμε, κάποιο μεσημέρι, 15 ημέρες πριν το Πάσχα, άρχισε να γυρίζη όλη την Μονή, να κτυπά τις πόρτες των κελλιών των μοναχών και να τους λέγη: "αδελφέ, συγχώρεσέ με, φεύγω". Πήρε ευχή και από τον Ηγούμενο. Όλοι τον κοιτούσαν παραξενεμένοι. Αφού κτύπησε όλα τα κελλιά, γύρισε στο κελλί του και έκλεισε την πόρτα. Όταν τον αναζήτησαν μετά από 15 λεπτά, τον βρήκαν πάνω στο κρεβάτι του με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο στήθος να έχη "φύγη", όπως προείπε.
Έτσι, λοιπόν, ο Αντώνιος-Αυγουστίνος παρουσιάσθηκε στο Μεσολόγγι και κατετάγη στο σώμα των ευζώνων. Υπηρέτησε την Πατρίδα μέχρι τον Απρίλιο του 1941, όταν εισήλθαν στην Ελλάδα οι Γερμανοί.
Τότε, ο Αυγουστίνος μέσω Ραφήνας και Σύρου ξαναγύρισε στην Μονή της μετανοίας του, όπου έφθασε στις δύο η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, την ώρα που κτυπούσε το τάλαντο. Εκείνη την ώρα κτυπούσε και ο Αντώνιος- Αυγουστίνος την πύλη της Μονής να του ανοίξουν. Ο Γέροντας τον δέχθηκε με τα λόγια: "Η Παναγιά σε ξανάφερε, παιδί μου".
Πριν εγκρίνη την κουρά του, ο τότε Μητροπολίτης Παροναξίας Χερουβίμ, ζήτησε να δοθή στον νέο μοναχό το όνομα Αρσένιος, προς τιμήν του οσίου Αρσενίου της Πάρου. Ο Ηγούμενος π. Φιλόθεος το δέχθηκε, λέγοντας στον Αντώνιο-Αυγουστίνο να μη στενοχωρήται και όταν θα τον έκανε μεγαλόσχημο θα τον ονόμαζε και πάλι Αυγουστίνο.
Ο π. Αρσένιος έμεινε στην Μονή της Λογγοβάρδας μέχρι τον Μάρτιο του 1945. Τότε τον εκάλεσαν και πάλι από την στρατολογία. Ο π. Αρσένιος ρώτησε τον Γέροντα Φιλόθεο αν μπορούσε να περάση να δη και τους δικούς του, αφού θα πήγαινε φαντάρος. Ο Γέροντας του έδωσε την άδεια. Στην Αθήνα, στην γειτονιά του θείου του όπου μεγάλωσε, συνάντησε τον Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως Ιωακείμ, με τον οποίο γνωριζόταν από μικρός. Όταν ο Μητροπολίτης συνάντησε τον μοναχό Αρσένιο, τον οποίο γνώριζε από παιδί, τον ρώτησε: "Συ είσαι ο Αντωνάκης; Και έγινες μοναχός; Πού;". Αμέσως, λοιπόν του ζήτησε να τον χειροτονήση Διάκο. Ο π. Αρσένιος συνεννοήθηκε με τον Ηγούμενό του π. Φιλόθεο, ο οποίος είχε έτσι και αλλιώς στην σκέψη του να τον κάνη Διάκο, και συγκατατέθηκε στην πρόταση του Μητροπολίτου Αλεξανδρουπόλεως.
Ήδη στην Αθήνα ήταν Πρωτοσύγκελλος ο Χριστοφόρος Αλεξανδρόπουλος, ο μετέπειτα Μητροπολίτης Ναυπακτίας και Ευρυτανίας, τον οποίο είχε γνωρίσει ο π. Αρσένιος στο Μεσολόγγι ως Γεώργιο Αλεξανδρόπουλο.
Ο π. Φιλόθεος προέτρεψε τον Διάκονο Αρσένιο να πάη στο Πανεπιστήμιο. Ο π. Αρσένιος απήντησε ότι δεν θέλει να συνεχίση στο Πανεπιστήμιο, πέραν μερικών μαθημάτων που παρακολουθούσε ως απλός ακροατής, γιατί το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν πώς θα σωθή. Τότε ο Γέροντας του είπε πώς δεν έχει καμμία δουλειά στην Αθήνα και πρέπει να επιστρέψη στην Μονή της μετανοίας του.
Ο π. Αρσένιος έμεινε στην Ιερά Μονή Λογγοβάρδας κατά την τρίτη αυτή σύντομη επιστροφή του, 7-8 μήνες.
Τον Μάρτιο του 1946 έλαβε από τον πρ. Πρωτοσύγκελλο Αθηνών Χριστοφόρο Αλεξανδρόπουλο, που εν τω μεταξύ είχε εκλεγή Μητροπολίτης Ναυπακτίας και Ευρυτανίας, επιστολή με την οποία τον καλούσε να τον βοηθήση ως Ιεροκήρυξ στην Μητρόπολη της γενετείρας του, η οποία, σύμφωνα με τα γραφόμενά του, εστερείτο Πρωτοσυγκέλλου, Ιεροκηρύκων, Πνευματικών κλπ. Ο Μητροπολίτης Χριστοφόρος ζητούσε και την συγκατάθεση του Ηγουμένου π. Φιλοθέου, γιατί με τον τρόπο αυτό θα βοηθούσε καλύτερα και την Εκκλησία του Χριστού, που στην επαρχία αυτή είχε μεγαλύτερη ανάγκη.
Ο π. Αρσένιος δέχθηκε τελικά την κλήση του αειμνήστου Χριστοφόρου και έτσι ήλθε στην Ναύπακτο το πρώτον ως Διάκονος. Όταν μετά από λίγους μήνες ο π. Φιλόθεος νοσηλεύθηκε στον Ευαγγελισμό, ο Μητροπολίτης Χριστοφόρος τον επισκέφθηκε μαζί με τον π. Αρσένιο, του φίλησε το χέρι, σύμφωνα με την μαρτυρία του π. Αρσενίου, και του ζήτησε την συγκατάθεσή του για να χειροτονήση τον π. Αρσένιο Ιερέα. Ο π. Φιλόθεος έδωσε την συγκατάθεσή του, με την προϋπόθεση ότι αν δεν ευδοκιμήση ο σκοπός για τον οποίο τον ζητούσε ο Μητροπολίτης, τότε θα έπρεπε να γυρίση και πάλι πίσω στην Μονή της μετανοίας του.
Ο π. Αρσένιος συνέχισε να έχη επαφή με τον Γέροντά του π. Φιλόθεο δια της αλληλογραφίας, τον επισκέφθηκε αρκετές φορές, μάλιστα του προσέφερε την προ τελευταία θεία Μετάληψη, μία εβδομάδα πριν κοιμηθή, την ημέρα του αγίου Αρσενίου, 8 Μαΐου 1980.
Δημοσιεύουμε στο τεύχος αυτό αποσπάσματα ενός παλαιοτέρου άρθρου του π. Αρσενίου στον Ορθόδοξο Τύπο που αναφέρεται στον π. Φιλόθεο Ζερβάκο.
Επίσης δημοσιεύουμε και μία χαρακτηριστική επιστολή, από τις πολλές που είχε αποστείλει ο π. Φιλοθέος προς π. Αρσένιο. Α.Κ.
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΡΧΙΜ. ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΖΕΡΒΑΚΟΥ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ ΕΝ ΠΑΡΩ τη 23-12-1970
Αγαπητέ μοι Αρσένιε,
έλαβον την επιστολήν σας ευχαριστώ δια τας επί ταις Αγίαις εορταίς ευχάς υμών, αντεύχομαι ομοίως.
Ασπάζομαι την συνετήν και φρονίμην γνώμην σας. Αλλά τί είπω, και τί λαλήσω΄ ουδέν άλλο ειμή το του Παροιμιαστού. Επειδή η παρούσα γενεά εστί σκολιά και παραπικραίνουσα΄ προς τους σκολιούς σκολιάς οδούς εξαποστέλλει ο Κύριος, και τα του σοφού Γρηγορίου. Τα των φίλων άπιστα, τα της Εκκλησίας αποίμαντα. Έρρει τα καλά γυμνά τα κακά' ο πλούς εν νυκτί Χριστός καθεύδει' μία των κακών η λύσις ο θάνατος. Τον οποίον επιθυμώ και παρακαλώ και πιστεύω και ελπίζω ότι ήγγικε. Φεύγω λυπημένος δια την ολεθρίαν, ελεεινήν και αξιοθρήνητον κατάστασιν όλης της ανθρωπότητος και περισσότερον του λαού και του κλήρου της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ελπίζω όμως ότι ο Πανάγαθος Θεός και Πατήρ ημών ο Ουράνιος δεν θα εγκαταλείψη εις τέλος την Εκκλησίαν, ην ο Ίδιος εθεμελίωσε και υπέρ ης το Αίμα Αυτού εξέχεε. Φεύγω και ευχαριστημένος και χαίρων, ελπίζων εις το άπειρον έλεος του Κυρίου, (ουχί εις τα έργα μου διότι ουκ εποίησα ουδέν αγαθόν επί της γης) ότι Εκείνος που με έβγαλε από την βρώμαν και δυσωδίαν του ματαίου κόσμου δια να Τον δουλεύσω δια της μοναχικής πολιτείας, θα ανοίξη τας πατρικάς αγκάλας Του, τα φιλάνθρωπα σπλάχνα, θα με δεχθή ουχί ότι ειμί άξιος, αλλ' ως τον άσωτον υιόν μετανοούντα και θα με συναριθμήση τοις προβάτοις Αυτού. Αρχιμ. Φιλόθεος
Τι είπεν ο π. ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ για το ΘΑΥΜΑ του τετραπληγικού
... Τούτο το θαύμα κατέπληξε πολλούς ακούσαντας, ακόμη και ιατρούς οι οποίοι εθεώρουν την νόσον ανίατον, αθεράπευτον, αγνοούντες και απιστούντες, ότι τα αδύνατα παρ' ανθρώποις δυνατά εισί παρά τω Θεώ, και όπου ο Θεός βούλεται νικάται φύσεως τάξις. Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού, και τοις αγίοις τοις εν τη γη εθαυμάστωσεν ο Κύριος. «Το θαύμα της τελείας θεραπείας του κ. Σταύρου Καλκανδή, οφείλεται βεβαίως εις τον θαυματουργόν Άγιον Νεκτάριον, αλλά και εις την πίστιν του ασθενούς. Εάν δεν επίστευε και δεν προσήρχετο μετά πίστεως εις το Μυστήριον της εξομολογήσεως, δεν θα εθεραπεύετο ψυχικώς. Εάν πάλιν δεν προσήρχετο μετά πίστεως εις τα ιερά Λείψανα του Αγίου, ζητών θεραπείαν, δεν θα εθεραπεύετο, αλλά θα παρέμενε παράλυτος, θα απέθνησκεν αθεράπευτος και δεν θα εσώζετο, διότι "άνευ πίστεως, αδύνατον σωθήναι", λέγει ο Θεοκήρυξ Απόστολος Παύλος». Τα θαύματα παρακολουθούν την πίστιν. Όταν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός απέστειλε τους Μαθητάς Αυτού εις τον κόσμον, τους είπε: «Πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα κηρύξατε το Ευαγγέλιον πάση τη κτίσει. Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται. Σημεία δε τοις πιστεύσασι ταύτα παρακολουθήσει. εν τω ονόματί μου δαιμόνια εκβαλούσι. γλώσσαις λαλήσουσι καιναίς. όφεις αρούσι. 'καν θανάσιμόν τι πίωσιν, ου μη αυτούς βλάψει. επί αρρώστους χείρας επιθήσουσι, και καλώς έξουσιν» (Μάρκου 16, 17). Ας ακούσουν οι ολιγόπιστοι και ας αποβάλουν την ολιγοπιστίαν, οι άπιστοι την απιστίαν, οι ασεβείς την ασέβειαν. Ας ακούσουν οι ιατροί και ας μάθουν, ότι τας ασθενείας, τας οποίας η ιατρική των επιστήμη, η γνώσις, η σοφία, η τέχνη δεν δύναται να θεραπεύση, τας θεραπεύει η προς τον Θεόν τελεία, θερμή, ζέουσα πίστις. Ας ακούσουν και ας πιστεύσουν ότι «τα αδύνατα παρ' ανθρώποις, δυνατά εστι παρά τω Θεώ», «και όπου βούλεται ο Θεός, νικάται φύσεως τάξις. Όπου Θεός ενεργεί, το αδύνατον αργεί». Ως πνευματικός Πατήρ, θεωρώ καθήκον μου, καθώς συνεβούλευσα τον ανωτέρω ασθενή παράλυτον, ο οποίος ως φρόνιμος με ήκουσε, μετενόησε, εξωμολογήθη, επίστευσε και ιάθη σωματικώς και ψυχικώς, έτσι και εσάς, ως τέκνα μου πνευματικά, παρακαλώ, ικετεύω και νουθετώ όπως σπεύσετε, εύρητε Πνευματικόν και εξομολογηθήτε μετά συντριβής, ταπεινώσεως και κατανύξεως τας αμαρτίας σας. Μετανοήσατε και πιστεύσατε εις τον αληθινόν Θεόν, μιμούμενοι τον ανωτέρω ασθενή παράλυτον, και σας πληροφορώ ότι, διά της πίστεως, μετανοίας και εξομολογήσεως, θα σωθήτε και θα αξιωθήτε της Βασιλείας των Ουρανών. Όσοι είσθε άπιστοι και ασεβείς και είσθε διανοούμενοι, εγγράμματοι δικηγόροι, ιατροί, αξιωματικοί, πολιτικοί, φροντίσατε να πιστεύσητε πριν έλθη ο θάνατος, ο οποίος εις ώρα που δεν περιμένουμε, θα έλθη και πράξατε έργα άξια μετανοίας, πριν το τέλος φθάση, έως ημέρα εστί, διότι εάν σας εύρη ο θάνατος εις την απιστίαν, θα πιστεύσητε τότε, θα μετανοήτε, αλλά θα είναι πολύ αργά, επειδή εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια. Διά να σας διευκολύνω εις την οδόν της μετανοίας, της πίστεως και της σωτηρίας, σας συμβουλεύω όλους να προμηθευθήτε μίαν ΚΑΙΝΗΝ ΔΙΑΘΗΚΗΝ. Μη λυπηθήτε να δώσετε ολίγας δραχμάς, διότι αν αγοράσετε μίαν Καινήν Διαθήκην και την αναγινώσκετε μετά προσοχής και πιστεύσετε εις ότι γράφει και τα βάλετε εις εφαρμογήν, θα κερδίσετε τον Παράδεισον. Σκεφθήτε ότι με ολίγας δραχμάς θα αγοράσετε τον Παράδεισον, θα σώσετε την ψυχήν σας, η οποία αξίζει περισσότερον από ότι αξίζει όλος ο κόσμος. Θα κερδίσετε την Βασιλείαν των Ουρανών, της οποίας να αξιωθώμεν πάντες, χάριτι, οικτιρμοίς και φιλανθρωπία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού και διά πρεσβειών της Παναχράντου Μητρός Αυτού Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, των Αγίων ενδόξων και Πανευφήμων Αποστόλων, των Αγίων ενδόξων Μαρτύρων και Ιεραρχών, του Αγίου Πατρός ημών Νεκταρίου και πάντων των Αγίων. ΑΜΗΝ.
Ο εν Ιερομονάχοις ελάχιστος και Πνευματικός Πατήρ Φιλόθεος
Ὁ Γέρ. Δανιὴλ Κατουνακιώτης μιλᾶ γιὰ τὸν μεγάλο ἀσκητὴ Φιλάρετο στὸ φρικαλέο Καρούλι Posted: June 25, 2014 at 7:18 pm Εχω διαβάσει στο Λαυσαϊκόν του Παλλαδίου τα εξής περί του αββά Ωρ: «Ούτος εν τη ερήμω διάγων, ήσθιεν μεν βοτάνας και ρίζας γλυκείας, έπινεν δε και ύδωρ ότε ηύρισκεν, εν ευχαίς και ύμνοις διατελών πάντα τον χρόνον».
Νομίζω αποδίδουν άριστα τα της ασκητικοτάτης βιοτής του πατρός Φιλαρέτου. Ηταν ενα από τα εύοσμα άνθη που φυτρώνουν στα βράχια των Καρουλίων! Φίλος της αρετής όντως. Πάντα κυκλοφορούσε ξυπόλυτος.
Μια μέρα ο Γέροντάς μας, ο π. Γερόντιος, θέλοντας να τον δοκιμάσει αν είναι από τον Θεόν η τόση αγάπη και απλότητά του ή από εγωισμό, του είπε: -«Πάτερ Φιλάρετε…» -«Ευλογείτε, Γέροντα». -«Είσαι υποκριτής! Μας δείχνεις ότι περπατάς ξυπόλυτος και με κουρελιασμένα ράσα, για να κάνεις τον ταπεινό! -«Γέροντα», απήντησεν εκείνος κατεβάζοντας ταπεινά το κεφάλι, «είμαι υποκριτής! Ομως τι να κάνω για να… θεραπευθώ;» -«Να βάλεις παπούτσια και να σουλουπωθείς». -«Να ’ναι ευλογημένο, Γέροντα· αυτό θα κάνω». Εβαλε βαθιά μετάνοια κι έφυγε. Πήγε αμέσως και βρήκε κάτι παμπάλαια παπούτσια και τα είχε κάτω από τη μασχάλη του και, όταν ήλθε στην πόρτα του ησυχαστηρίου μας, τα έβαλε και μπήκε! Αυτό έγινε με πόνο πολύ, διότι, τόσα χρόνια ξυπόλυτος, τα πέλματα είχαν πρησθεί και δεν χωρούσαν σε παπούτσι για πολλήν ώρα. Ομως η υπακοή, βλέπετε, και η ταπεινοφροσύνη κάνουν θαύματα! Η αρετή φαίνεται όταν σε ελέγχει ο αδελφός κι εσύ ταπεινώνεσαι αδιαμαρτύρητα. Ο διάβολος καίγεται με τέτοια συμπεριφορά… -«Τώρα, μάλιστα! Τώρα είσαι όντως ταπεινός μοναχός» του είπε ο Γέροντάς μας. -«Ευλόγησον, Γέροντα, ευλόγησον» είπε και, αφού έβαλε μετάνοια, απομακρύνθηκε παραπατώντας σαν παιδί…
Δίπλα στο ασκητήριό του φύτρωναν αγριόχορτα. Τα έκοβε και, μολονότι του ήσαν απολύτως απαραίτητα, μας τα έφερνε λέγοντας: -«Φάτε, πατέρες. Του Θεού είναι κι αυτά και πρέπει να τα τρώγουν αυτοί που ευαρεσθούν εις Αυτόν και όχι οι ράθυμοι σαν εμένα!»
Κάποια μέρα πέρασε από εκεί ένας ρασοφόρος, ο οποίος είπε πως ήτο διάκονος. Βλέποντας τα παλαιά βιβλία του ασκητού, τα έβαλε στο μάτι και με τρόπο τ’ αφήρεσε. Εφυγε παίρνοντάς τα μαζί του. Κατευθύνθηκε στη Δάφνη, μη γνωρίζοντας ότι στο τελωνείο της γίνεται έλεγχος στους εξερχομένους. Εκεί λοιπόν τον συνέλαβαν! «Πού τα βρήκες αυτά;» τον ρώτησαν. «Μου τα… πούλησε ο πατήρ Φιλάρετος, εις τα Καρούλια!» Είπε ψέματα για να δικαιολογηθεί και συνέχισε τη φρικτή συκοφαντία του: «Αυτός είναι αρχαιοκάπηλος! Πουλάει παλαιά βιβλία!» Οι αστυνομικοί ήλθαν εδώ στην έρημο κι έκαναν ανακρίσεις. Στη συνέχεια, έχοντας πεισθεί από τον πανούργο αυτόν άνθρωπο, μήνυσαν τον άγιον ασκητή! Κάποια μέρα έφθασαν σ’ εμάς οι κλήσεις, γιατί απ’ εδώ περνούν τα πάντα. Οι ασκηταί δεν γνωρίζουν από αυτά, αλλά και γενικότερα δεν ασχολούνται με βιοτικά πράγματα. Με τις κλήσεις εκαλείτο λοιπόν να δικασθεί!
Τον ενημερώσαμε σχετικά κι εκείνος μας είπε: «Εγώ δεν γνωρίζω πού να πάω. Σας παρακαλώ σεις να με οδηγήσετε». Ε, εμείς κάναμε ό,τι έπρεπε, του δώσαμε μερικά ρουχαλάκια -γιατί τα μοναδικά δικά του ήσαν ξεσχισμένα από την τραχιάν ασκητική ζωή- και είπαμε σ’ έναν γνωστό μας δικηγόρο να πάει να τον βοηθήσει. Του δώσαμε και λίγα χρήματα για να πάει στη Θεσσαλονίκη να δικασθεί. Ποιος; Εκείνος τον οποίον ούτε ο Θεός, νομίζουμε ταπεινά, δεν θα δικάσει «εν εκείνη τη ημέρα». Ενας ουράνιος άνθρωπος, ο οποίος ευωδίαζε άρωμα ασκήσεως! Παρά ταύτα ο άγιος ασκητής μάς είπε: «Εγώ θα κάνω υπακοή στην Πολιτεία και θα πάω, όπως μου λένε, να δικασθώ».
Εφυγε για τη Θεσσαλονίκη αυτός που είχε να βγει από το Αγιον Ορος πενήντα οκτώ ολόκληρα χρόνια! Πενήντα οκτώ χρόνια ασκητής εδώ, στο Καρούλι, τρώγοντας μόνο λίγα χορταράκια και πίνοντας το νεράκι του Θεού! Ο ευλογημένος αυτός άνθρωπος, ο οποίος είχε φθάσει σε πολύ μεγάλα μέτρα αρετής, πήγε και κάθισε στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Πώς γίνονται εκεί ούτε που ξέρω. Δεν πήγα ποτέ σ’ αυτές τις πόρτες… Απλώς θυμάμαι, όπως μας τα έλεγε ο ευλογημένος αυτός Γέροντας. Τον φώναξε λοιπόν ο πρόεδρος του δικαστηρίου: «Ο μοναχός Φιλάρετος;» «Εγώ είμαι ο ελεεινός» απήντησε ταπεινά σκύβοντας το κεφάλι. «Γιατί πούλησες τα βιβλία αυτά;» «Δεν τα πούλησα, αδελφέ! Να, πέρασε ο αδελφός και τα πήρε να τα διαβάσει και ασφαλώς θα τα γύριζε. Εγώ αυτό πίστευα…» «Πρέπει να ορκισθείς, πάτερ, για να είσαι πιστευτός. Αυτή είναι η τάξη του δικαστηρίου». «Α, δεν ορκίζομαι γιατί στο άγιον Ευαγγέλιο λέει “μη ομώσαι όλως”!» «Μα πρέπει, πάτερ, να ορκισθείς». «Πώς ορκίζονται;» «Βάζοντας την παλάμη πάνω στο Ευαγγέλιο». Ο π. Φιλάρετος τότε… έβαλε τρεις στρωτές μετάνοιες μπροστά στο ιερό Ευαγγέλιο και το ασπάσθηκε μ’ ευλάβεια, λέγοντάς τους: «Αρκείσθε σ’ αυτό;» «Οχι, πάτερ, πρέπει να βάλεις το χέρι σου στο Ευαγγέλιο και να πεις “ορκίζομαι…” κ.λπ.». «Δεν μπορώ να ορκισθώ». «Μα, αν δεν ορκισθείς, θα πας εννέα μήνες φυλακή…» «Να πάω φυλακή χίλιες φορές! Εγώ αναμένω την αιωνία καταδίκη από τον Θεό για τις αμαρτίες μου και θα σκεφθώ τη φυλάκιση των εννέα μηνών;» Παρών ήτο και ο ψευδοδιάκονος -φουσκώνοντας και ξεφουσκώνοντας από μεγαλοπρέπεια και ύφος- ατσαλάκωτος μέσα στα γυαλιστερά ράσα του. Είχε βάλει έναν δικηγόρο, ο οποίος είπε ένα σωρό ψεύδη. Μεταξύ άλλων ο δικηγόρος είπε: «Πώς είναι δυνατόν, κύριοι δικασταί, να κλέψει ο εκλεκτός αυτός κληρικός τα βιβλία αυτού του ρακενδύτου; Είναι δυνατόν; Μήπως τα είχε ανάγκη; Αν είναι δυνατόν…». Εν τέλει, με αυτές τις ψευδομαρτυρίες και τη διαστρέβλωση της αληθείας, δικαιώθηκε ο απαστράπτων κλέπτης και καταδικάσθηκε ο ενάρετος ασκητής, ο οποίος παρουσιάσθηκε με φτωχικά ράσα, χωρίς την τέχνη του ψεύδους και, φυσικά, δίχως να ορκισθεί. Βγήκε λοιπόν η καταδικαστική απόφαση και τον πήρε ο αστυνομικός να τον οδηγήσει στη φυλακή! Οι ιθύνοντες δεν συγκινήθηκαν και συγκινήθηκε το ακροατήριο. Εκαναν πρόχειρον έρανο μεταξύ τους και μάζεψαν το ποσό που χρειαζόταν για ν’ απαλλαγεί ο ασκητής από τη φυλάκιση. Με απλότητα τους ευχαρίστησε κι έφυγε χαρούμενος, επιστρέφοντας εδώ στα Καρούλια, χώρο της μακροχρονίου ασκήσεώς του. Ευχαριστούσε κι εμάς που τον βοηθήσαμε με τις πενιχρές δυνάμεις μας:
«Ευχαριστώ, πατέρες», μας έλεγε, «εύχεσθε να λυτρωθώ και από την αιωνία φυλακή!» Μεταξύ άλλων ήταν ενθουσιασμένος με τον δικηγόρο που είχαμε στείλει για να τον υπερασπισθεί. Ο αγαθός ασκητής, κάνοντας πάντα καλούς λογισμούς, τα έβλεπε όλα υπέροχα κι έλεγε και ξανάλεγε εντυπωσιασμένος: «Αυτός ο δικηγόρος έχει πνεύμα Θεού! Οπως ακριβώς έγιναν τα πράγματα, έτσι τα έλεγε». «Γέροντα», του είπα, «η τέχνη του είναι αυτή…». «Οχι, ευλόγησον, πνεύμα Θεού είναι» επέμενε ο Γέρων!
Τον ρώτησα: «Γέροντα, πώς είδες τον κόσμο ύστερ’ από πενήντα οκτώ χρόνια που είχες να βγεις από το Αγιον Ορος»; Ο καλός άνθρωπος που τα βλέπει όλα καλά έχει, όπως είπαμε, μόνον αγαθούς λογισμούς. Είπε λοιπόν ο Γέρων Φιλάρετος: «Τι να σας πω, πατέρες, όλοι οι άνθρωποι έξω είναι πολύ καλοί. Ολοι τρέχουν πέρα δώθε για τη σωτηρία τους, εκτός από μένα τον ράθυμο και αμαρτωλό που κάθομαι σ’ αυτά εδώ τα βράχια και δεν εργάζομαι όπως πρέπει, όπως είναι το θέλημα του Θεού!» Αυτά είπε και μπήκε στο ασκητήριό του, δοξάζοντας τον Θεό που στα τέλη της ζωής του τού έδωσε αυτή τη δοκιμασία για τη σωτηρία της ψυχής του, όπως έλεγε συνεχώς.
Ο μεγάλος και άγιος Γέροντας Δανιήλ Κατουνακιώτης (1846-1929), αφηγητής στην παρούσα διήγηση.
Οταν έφθασε σε βαθύ γήρας, μας εκάλεσε μίαν ημέρα στο ασκηταριό του. Πήγαμε με τον π. Ακάκιο. Με χαρά μας είπε: «Καλώς τα παιδιά μου! Καλά κάνατε που ήλθατε, διότι άλλη φορά δεν θα σας δω! Εγώ απόψε θα φύγω… Θέλω όμως, πριν συμβεί αυτό, να με αναπαύσετε». -Τι θέλεις, Γέροντα; -Να μου ψάλετε! Πείτε κάτι να ευφρανθεί η ψυχή μου. Ψάλαμε διάφορα κι ο Γέροντας έκλαιγε από χαρά και σταυροκοπιόταν κατανενυγμένος. Μόλις τελειώσαμε, μας είπε: «Τώρα, κάτι τελευταίο: Θέλω να μου ψάλετε τον “εθνικό ύμνο” της Παναγίας, το «Αξιον εστίν»! Αυτό όμως θα το ψάλουμε όρθιοι, όπως ψέλνουμε και τον εθνικό ύμνο της πατρίδος μας!»
Σηκώθηκε με κόπο. Ητο σκελετωμένος. Το δέρμα του σχεδόν διάφανο. Αφού συμψάλαμε, με δάκρυα χαράς και συγκινήσεως μας αγκάλιασε, μας ασπάσθηκε και μας είπε: «Παιδιά μου, άλλη φορά εδώ δεν σας βλέπω! Συγχωρήσατέ με, συγχωρήσατέ με!» Δακρύσαμε όλοι. Εκείνος με κόπο μας προέπεμψε. Φύγαμε κατασυγκινημένοι. Το πρωί μας ειδοποίησαν ότι εκοιμήθη! Οπως ακριβώς το είχε πει…
Ανοίξαμε στα βράχια μια λακκουβίτσα και τον θάψαμε, αφού τον κηδεύσαμε όπως του άξιζε… Εσβησε -ανθρωπίνως το λέγω- στον αθωνικό ουρανό το αστέρι αυτό του αγιορειτικού μοναχισμού. Αφησε όμως μίαν αείφωτη τροχιά αγωνιστικότητος και ασκήσεως αυστηρής. Αιωνία του η μνήμη. Την πολύτιμη ευχή του να έχουμε. Μερικές φορές ο πανάγαθος Θεός παραχωρεί και στο τέλος της ζωής μια δοκιμασία, για να γίνει ο άνθρωπος καλύτερος και να ωφεληθούν και άλλοι. Ετσι και ο π. Φιλάρετος υπέμεινε αγόγγυστα και βραβεύθηκε από τον Κύριο. Είδατε, πώς ο διάβολος πήγε να ταλαιπωρήσει τον άνθρωπο της ασκήσεως και της αρετής, αλλ’ ο πανάγαθος Θεός τον σκέπασε με τη χάρη Του και, αντί να πάθει βλάβη η ψυχή του, δέθηκε ακόμη περισσότερο με τον Θεό; Περισσότερο αγάπησε τον Θεό και με μεγαλύτερη ζέση Τον εδόξαζε.
Γέροντας Γερβάσιος Παρασκευόπουλος. 50 χρόνια από την κοίμησί του
Posted: June 20, 2014 at 9:30 am, Last Updated: June 20, 2014 at 9:16 am
Αρχιμ. Δανιήλ Γ. Αεράκη
Κατηχητής-ιεροκήρυκας-λειτουργιολόγος
Στις 30 Ιουνίου, εορτή των Δώδεκα Αποστόλων, συμπληρώνονται πενήντα χρόνια από την εις Κύριον εκδημία ενός εκ των αγίων κληρικών του 20ού αιώνος. Πρόκειται για τον αρχιμανδρίτη π. Γερβάσιο Παρασκευόπουλο, τον ακάματο εργάτη του Ευαγγελίου, τον ιεροκήρυκα και πνευματικό της πόλεως Πατρών, τον πρωτοπόρο στο έργο των Κατηχητικών Σχολείων, τον άμεμπτο στο ήθος και σοφό στη Θεολογία, τον ελεγκτή των δημοσίων σκανδάλων, τον σεβάσμιο πρεσβύτερο, που μέχρι σήμερα η Πάτρα ευλαβείται ως όντως άγιο.
•Παρέμεινε εκ πεποιθήσεως στη στρατειά των εκλεκτών πρεσβυτέρων, που προσέφεραν τη μαρτυρία του Ιησού Χριστού υπέρ πολλούς επισκόπους της Εκκλησίας μας και σαγήνευσαν τα πλήθη και ωδήγησαν νέους στην εν Χριστώ ζωή και κατέστησαν όργανα του Θεού, για να πορευθούν μυριάδες ψυχές στη βασιλεία των Ουρανών.
• Ο ιεροκήρυκας τότε αρχιμανδρίτης Αυγουστίνος Καντιώτης, που συνδεόταν μαζί του με στενή εν Χριστώ φιλία, μίλησε κατά την εξόδιο ακολουθία του π. Γερβασίου στην Πάτρα και στο τέλος της ομιλίας του ο λαός με μια φωνή αναφώνησε «Άγιος!». Δεν έχει σημασία, αν επισήμως δεν έχει αναγνωρισθή ως άγιος ο πατήρ Γερβάσιος. Σημασία σπουδαία έχει ότι απολαμβάνει τώρα τον «στέφανον της ζωής» (Ιακ. α΄ 12) που του χάρισε Εκείνος, υπέρ του ονόματος του οποίου με τόση γλυκύτητα και τόσο ιερό πάθος μίλησε και έγραψε ο πατήρ Γερβάσιος.
• Δεν έγινε επίσκοπος και μητροπολίτης ο πατήρ Γερβάσιος. Άν το ήθελε, ασφαλώς και θα γινόταν. Σημειωτέο δε, ότι επί αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσάνθου (1938-1941) είχε επιλεγη ως το καταλληλότερο πρόσωπο για την πρωτοσυγκελλίατης Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Νύχτα και μέρα εργαζόταν για τη δόξα της Εκκλησίας, για την κάθαρσι του χώρου της από φαύλους κληρικούς, για την ανακούφισι του πονεμένου και πενομένου τότε λαού.
• Για ένα ουδέποτε ενδιαφέρθηκε, για το πώς θα γινόταν Δεσπότης. Κάποτε ο πατήρ Αυγουστίνος Καντιώτης (Ιούν. 1966) έγραψε άρθρο στη «Σπίθα» με τίτλο: «Δεσπότης;», απαντώντας σε μερικούς, που κατηγορούσαν το θαρραλέο λόγο του, ότι τάχα έγραφε όσα έγραφε επειδή δεν είχε γίνει Δεσπότης! Τελικά ο πατήρ Αυγουστίνος έγινε επίσκοπος (Φλωρίνης), διατηρώντας βέβαια και το ρόλο του θαρραλέου ιεροκήρυκος. Ο πατήρ Γερβάσιος εκοιμήθη ως πρεσβύτερος. Μια περικοπή εκείνου του άρθρου του πατρός Αυγουστίνου ταιριάζει και στο στόμα του πατρός Γερβασίου, που παρέμεινε εκ πεποιθήσεως πρεσβύτερος:
«Η έφεσίς μου εκ παιδικής ηλικίας δεν ήταν να γίνω δεσπότης για ν’ απολαύσω πλούτη και ματαία δόξα. Η έφεσίς μου ήταν να γίνω ιεροκήρυξ και να υπηρετήσω και εγώ με τις μικρές μου δυνάμεις, με τον προφορικό και γραπτό λόγο, το λαό μας. Για το σκοπό αυτό εσπούδασα τη Θεολογία και συνεχώς μελετώ Γραφές και Πατέρες, για να μπορέσω ν’ ανταποκριθώ στο δύσκολο μέσα στη σύγχρονη γενεά έργο του ιεροκήρυκος, που είναι υποχρεωμένος να κηρύττη όχι μόνο εποικοδομητικά αλλά και ελεγκτικά, πρό παντός δε ελεγκτικά, λόγω της κρισιμότητος των καιρών.
Το έργο αυτό με απορροφά και δεν μου μένει χρόνος για να τρέχω και να συναγωνίζομαι τους σπουδαρχίδες σε μαραθωνίους δρόμους, για να γίνω δεσπότης. Αυτόκλητος επίσκοπος δεν επεθύμησα ποτέ να γίνω. Διότι, όπως πολλές φορές κηρύξαμε, ο επίσκοπος πρέπει να είναι ή δημόκλητος ή θεόκλητος».
• Θα παραθέσουμε μερικές μικρές περικοπές από το περίφημο και πρωτοποριακό για την εποχή του βιβλίο του π. Γερβασίου: «Ερμηνευτική επιστασία επί της θείας Λειτουργίας» (έκδ. α΄). Ο π. Γερβάσιος ήταν και κατηχητής και ιεροκήρυξ και πνευματικός και κανονολόγος αλλά και λειτουργιολόγος.
Γιά τήν απλότητα καί συμμετοχή του λαού
• Για την κατανόησι των λεγομένων στη λατρευτική σύναξι γράφει: «Η πλήρης κατανόησις της θείας Λειτουργίας θα αναπληρώση τα ελλείποντα στην Ορθοδοξία και θα επαναφέρη τα χρόνια εκείνα, όπου “οι πιστεύοντες ήσαν προσκαρτερούντες τη διδασκαλία των αποστόλων και τη κοινωνία και τη κλάσει του άρτου και ταις προσευχαίς”» (σελ. 8).
• Για το σκοπό της θείας Λειτουργίας γράφει: «Κύριος σκοπός είναι ν’ απολαύσουμε τη γλυκειά όψι του Προσώπου, άν και ο Κύριος, ως κατοικών “φως απρόσιτον”, αόρατος διατελεί και ουδείς δύναται να Τον δή και να ζήση. Κυριαρχείται παντελώς η ευσεβής ψυχή, καλείται ως βάτος ουρανία, να αισθάνεται τον Κύριο μέσα της ενοικούντα και εμπεριπατούντα κατά το άγιο θέλημά Του. Αυτό επιτυγχάνεται μεν και με την ένθεο προσευχή, την κατ’ ιδίαν και δημοσία, αλλά κυρίως με το μυστήριο των μυστηρίων, της αγίας Κοινωνίας» (σελ. 9).
• Για το τί είναι η θεία Ευχαριστία λέει: «Είναι ανάμνησις, κοινωνία και θυσία. Ως ανάμνησις του Μυστικού Δείπνου είναι συνέχεια της θειοτάτης εκείνης Ιερουργίας, κατά το “Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν”. Ως κοινωνία είναι πλήρης υπακοή και συμμόρφωσις των πιστών στην Κυριακή πρόσκλησι: “Λάβετε φάγετε· τούτό εστί το Σώμα μου”. Ως θυσία δέ, είναι αναπαράστασις της Σταυρικής θυσίας, συγχρόνως και πραγματική, αλλ’ αναίμακτος θυσία”, κατά το Α΄ Κορ. ια΄ 26»(σελ. 11).
• Για την απλούστευσι των τελουμένων: στη λατρεία σημειώνει: «Την απλούστευσι (π.χ. σύντμησι ψαλμάτων, περιορισμό συμβολισμών, λιτότητα του εξωτερικού στολισμού κ.ο.κ.) απαιτεί η παράδοσις και η επαναφορά στην εκκλησία των αποστολικών χρόνων, απαράμιλλος στολισμός της οποίας ήταν η χρυσή απλότητα» (σελ. 18).
• Για τη λιτότητα λέγει: «Η δόξα της Εκκλησίας είναι το εσωτερικό κάλλος της και το κάλλος αυτό νοθεύεται και συχνά αφανίζεται, όταν με τις εξωτερικές λάμψεις προκαλήται κοσμικός θαυμασμός. Αφανίζεται δέ, καθ’ όν χρόνον είναι αναγκαίο να διαλάμψη η εσωτερικότητά της, το πλήθος των αρετών της, τα ουράνια θέλγητρά της, οι ατίμητοι μαργαρίτες της. Να διαλάμψουν αγνοί, απαλλαγμένοι του ρύπου ή των ρυτίδων των εφημέρων λάμψεων» (σελ. 19).
• Για τη συμμετοχή του λαού στο Αμήν σημειώνει ο απαράμιλλος λειτουργός π. Γερβάσιος: «Η έννοια του “Αμήν” συνάγεται από όσα γράφει ο απόστολος Παύλος στο Α΄ Κορ. ιδ΄ 16… Ο άγιος Ιερώνυμος παρομοιάζει τις πολύφωνες από όλο το πλήρωμα των εκκκλησιαζομένων αντηχήσεις του “Αμήν” “προς ουρανίους βροντάς”… Πού σήμερα τα μυριόστομα εκείνα “Αμήν” του συμπροσευχομένου τα παλαιά χρόνια λαού, που γεμίζουν το κενό, που αφυπνίζουν και περιμαζεύουν τον διεσκορπισμένο νού όσων στέκουν με αμέλεια και με ραθυμία;» (σελ. 42-43).
Γιά το θυμίαμα και το αντίδωρο
Συνεχίζουμε τήν αναφορά μας στον μεγάλο λειτουργιολόγο μακαριστό αρχιμανδρίτη π. Γερβάσιο Παρασκευόπουλο, που φέτος συμπληρώνονται 50 χρόνια από την κοίμησί του. Σημειώνουμε περισότερο λειτουργικούς τους αγώνες, γιατί έχει ανάγκη κλήρος και λαος σε συνειδητή μετοχή της Ορθοδόξου λατρείας. Όσα μέ Γραφικά, Πατερικά καί Αγιοπνευματικά επιχειρήματα υποστηρίζει ο ευλαβέστατος πρεσβύτερος των Πατρών, έχουν βρη αποδοχη από πολλούς συγχρόνους λειτουργιολόγους. Δυστυχώς στην πράξι δεν φαίνεται οι λειτουργοί των τριών βαθμίδων νά ευλαβούνται τι σωστές θέσεις του αγίου πατρός.
Στη συνέχεια τρεις επισημάνσεις του σεμνού και προσεκτικού λειτουργού πατρός Γερβασίου παραθέτουμε. Και οι τρεις είναι συνεχόμενες στο βιβλίο του «Ερμηνευτική επιστασία επί της θείας Λειτουργίας» (σελ. 224-226), μεταγλωττισμένες, προς καλύτερη κατανόησι.
Πρώτον:
«Ποιός ο λόγος του προσφερομένου κατά το “εξαιρέτως της Παναγίας αχράντου…” θυμιάματος;
Δυό λόγοι επιβάλλουν το θυμίαμα κατά την ώρα εκείνη.
• Ο πρώτος είναι ο προτιθέμενος άμωμος Αμνός, το θείον Ιερείον, το σφαγιασθέν υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας, και ο Άρτος, ο οποίος κατεβαίνει από τον Ουρανό και δίνει ζωή σ’ όσους πιστούς Τον μεταλαμβάνουν. Σ’ Αυτόν ανήκει κάθε τιμή και λατρεία, σ’ Αυτόν, τον Θεό και Λυτρωτή.
Πρόκειται, λοιπόν, για θυμίαμα λατρείας στον Αμνό του Θεού και Σωτήρα του κόσμου.
• Ο δεύτερος λόγος πρέπει ν’ αναζητηθή στη γενική μνημόνευσι, που έχει τοποθετηθή μετά τον καθαγιασμό των τιμίων Δώρων. Ιδιαίτερα έχει σχέσι με τη μνημόνευσι των κεκοιμημένων μελών της Εκκλησίας, που επισφραγίζεται, ύστερα από λίγο, με την εκφώνησι “και πάντων και πασών· και ών έκαστος κατά διάνοιαν έχει”.
Είναι σε όλους γνωστό, ότι η Εκκλησία μας σε κάθε επιμνημόσυνο δέησι χρησιμοποιεί λιβανωτόν μετά θυμιάματος. Πρόκειται, δηλαδή, για θυμίαμα προσευχής στο θρόνο του Υψίστου Θεού υπέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων αδελφών. Σχετική είναι η λειτουργική πράξις του αγγέλου της Αποκαλύψεως: «Και άλλος άγγελος ήλθε και εστάθη επί του θυσιαστηρίου έχων λιβανωτόν χρυσούν, και εδόθη αυτώ θυμιάματα πολλά, ίνα δώση ταίς προσευχαίς των αγίων πάντων από το θυσιαστήριον το χρυσούν το ενώπιον του θρόνου. Και ανέβη ο καπνός των θυμιαμάτων ταίς προσευχαίς των αγίων εκ χειρός του αγγέλου ενώπιον του Θεού” (η΄ 3-4)».
Δεύτερον:
«Παρατηρείται, μετά τον καθαγιασμό των τιμίων Δώρων ευλογία του αντιδώρου και διανομή του, την ώρα μάλιστα που ψάλλεται το “Άξιόν εστί”.
Επισταμένη λειτουργική μελέτη της επικρατούσης αυτής συνηθείας με έπεισε απολύτως και σταθερώς, να πιστεύσω και να διακηρύξω, αλλά και να διαμαρτυρηθώ δημοσία:
α) Διότι η ευλόγησις του άρτου μετά το “εξαιρέτως” συνετέλεσε, ώστε να παραφθαρή σπουδαίας σημασίας τμήμα τηςευχής της αγίας αναφοράς.
β) Διότι, ανεξαρτήτως του παραπάνω λόγου, η ευλόγησις του αντιδώρου δεν είναι άλλη από την καθωρισμένη υπό της λειτουργικής διατάξεως. Και αυτή βρίσκεται πρό της απολύσεως της θείας Λειτουργίας. Έχει δέ ως εξής: “Ευλογία Κυρίου και έλεος έλθοι εφ’ υμάς τή Αυτού θεία χάριτι…”. Η δέ ευλογία στον καθένα ξεχωριστά κατά τη διανομή του αντιδώρου, καί εκείνο που λέγει ο λειτουργός “ευλογία Κυρίου και έλεος έλθοι επί σέ”, είναι επίσης ευλογία του αντιδώρου. Κάθε πιστός ασπάζεται την καθημαγμένη δεξιά του ιερέως, με μυστική παράκλησι να λάβη από εκεί την ευλογία και το έλεος. Και κυρίως την ευλογία αυτή περιμένουν όσοι δεν μπόρεσαν για διαφόρους λόγους να μετάσχουν των αχράντων Μυστηρίων.
Πρός ενίσχυσι της ορθότητος των θέσεών μας αυτών, παραπέμπω τον αναγνώστη σε επίσημο λειτουργικό κείμενο (“Αι τρείς Λειτουργίαι” υπό Παν. Τρεμπέλα, σελ. 157-158). Και σε όσους ως μόνο επιχείρημα της αταξίας του αντιδώρου επικαλούνται το “έτσι το βρήκαμε°, απαντώ: Έθος επικρατήσαν σε χρόνους παρακμής της λειτουργικής ευσεβείας, δεν είναι δυνατόν να χρησιμεύση ως στήριγμα και θεμέλιο στην προσπάθεια για αναζωπύρωσι του λειτουργικού ζήλου.
• Κατά τα ανωτέρω κάνουν μεγάλο λάθος και προξενούν μεγάλη αταξία όσοι λειτουργοί ευλογούν, ούτως ή άλλως, αντίδωρο αμέσως μετά τον καθαγιασμό των τιμίων Δώρων, πολύ δέ περισσότερο και όσοι λειτουργοί διανέμουν κατά την ώρα εκείνη αντίδωρο, και μάλιστα επιδεικτικά και διακριτικά, είτε τιμώντας πρόσωπα που (πολύ κακώς) βρίσκονται στο ιερό Βήμα, είτε δίνοντας… ειδικά αντίδωρα (“υψώματα”).
• Πιστεύω, ότι είναι ανάγκη επιτακτική, να τεθή τέρμα με απόφασι της Διοικούσης Εκκλησίας στην κακή αυτή συνήθεια. Είναι απαράδεκτο να συνεχίζωνται τα παρατηρούμενα άτοπα, όσα λαμβάνουν χώρα μετά τον καθαγιασμό των τιμίων Δώρων, όπως να βλέπης το λειτουργό να επιδίδεται σε φιλοφρονήσεις και λοιπές αξιοδάκρυτες πράξεις προς τους εν πολλοίς θαμώνας, που πλημμυρίζουν το ιερό Βήμα!
Άν σ’ αυτά προσθέσω και την ασεβή επαφή αντιδώρου επί του Αγίου Ποτηρίου από τον λειτουργό, για να επισπάση τάχα μεγαλύτερι χάρη υπέρ των (κακώς) ευρισκομένων στο Ιερό και αναμενόντων να πάρουν εκείνη την ώρα αντίδωρο, τότε κάθε ευλαβής πιστός, κληρικός ή λαϊκός, αντιλαμβάνεται την αταξία και τη μεγίστη πνευματική ζημία».
Τρίτον:
«Εισερχόμεθα στο μέρος εκείνο της θείας Λειτουργίας, χάριν του οποίου και μόνο τελείται η θεία Λειτουργία. Πρόκειται για τη θεία Κοινωνία. Και εδώ βλέπουμε ουσιαστική ευλογία της λειτουργούσης Εκκλησίας (όχι όπως η παρείσακτη του αντιδώρου).
• Επειδή το θέμα της προετοιμασίας για την Αγία Μετάληψι είναι από τα ουσιωδέστερα, γι’ αυτό η Εκκλησίας μας, ως φιλόστοργος μητέρα, κρίνει πολύ αναγκαίο να επιδαψιλεύση σε μάς την αποστολική ευλογία. Προτάσσεται η ευλογία αυτή της προετοιμασίας για τη θεία Μετάληψι. Ιδού η ευλογία: “Και έσται τα ελέη του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού μετά πάντων υμών”.
• Η ευλογία αυτή σημαίνει: Άν πάντοτε και παντού χρειαζόμεθα το έλεος του Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, εξαιρέτως χρειαζόμεθα το έλεός Του τώρα που πρόκειται να προσέλθουμε στη θεία Κοινωνία».
Καί μιά πρότασις
Ας γίνη από την αρμόδια Συνοδική Επιτροπή Εισήγησις στη Διαρκή Ι. Σύνοδο να αφιερωθούν τά Δίπτυχα του 2015 στους δυο σοφούς και ευλαβείς πρεσβυτέρους, που κοπίασαν πολλές δεκαετίες γιά τη αναζωπύρωσι της λειτουργικής μας ζωής.
Ο ένας έφυγε πριν από 50 χρόνια, ο πατήρ Γερβάσιος Παρασκευόπουλος, πρεσβύτερος των Πατρών. Ο άλλος έφυγε προσφάτως, ο π. Κωνσταντίνος Παπαγιάννης, πρεσβύτερος της Θεσσαλονίκης. Οι λειτουργοί της Εκκλησίας, «οι περιλειπόμενοι», τών δυό αυτών ευλαβών λειτουργών και λειτουργιολόγων ασπαζόμαστε ταπεινά τό χέρι. Ζητάμε την ευχή τους για να ξαναζήσουν οι πιστοί τη Λειτουργία κατά τό θέλημα του Θεού, όπως εκφράζεται στό ιδ΄ κεφάλαιο της πρώτης πρός Κορινθίους Επιστολης.
ΓΕΡΒΑΣΙΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ ΠΟΙΜΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΚΗΡΥΚΑΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ
Posted: June 21, 2014 at 11:46 am
Στην ταραγμένη εποχή του 20ου αιώνα, με τα συγκλονιστικά γεγονότα τα τόσο καθοριστικά για την ανθρώπινη ιστορία, ένα λαμπρό αστέρι πρόβαλε στο στερέωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, ο Αρχιμανδρίτης Γερβάσιος Παρασκευόπουλος (1877-1964).
Ο πατήρ Γερβάσιος, κατά κόσμον Γεώργιος, καταγόταν από την Γρανίτσα (σημερινή Νυμφασία) Αρκαδίας. Η φλόγα της κατά Χριστόν ζωής που έκαιγε μέσα του από την παιδική του ηλικία τον οδήγησε, δεκατριών μόλις ετών, στην Μονή Κερνίτσης, όπου ανέλαβε με ζήλο τους κόπους της μοναχικής ζωής. Λίγο αργότερα κατευθύνθηκε στην Μονή Ταξιαρχών Αιγιαλείας, για να σπουδάσει στο Σχολαρχείο της. Κατόπιν εγκαταβίωσε στην Μονή Γηροκομείου Πατρών, όπου και εκάρη μοναχός, ενώ παράλληλα συνέχιζε τις σπουδές του στο Γυμνάσιο, διακονώντας συνάμα την Μονή του και αυξάνοντας καθημερινώς τους ασκητικούς του αγώνες.
Το 1903 χειροτονήθηκε διάκονος και αναχώρησε για ανώτερες σπουδές στην Ριζάρειο Σχολή. Την εποχή εκείνη Διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής ήταν ο Πενταπόλεως ΄Αγιος Νεκτάριος, τον οποίο ο π. Γερβάσιος βαθειά αγάπησε και μιμήθηκε. Μετά από άριστες σπουδές στην Ριζάρειο, εγγράφηκε στην Θεολογική Σχολή, όπου και πάλι αρίστευσε. Στην συνέχεια και αφού τελείωσε τις σπουδές του, έλαβε τον βαθμό του Πρεσβυτέρου από τον Πατρών Αντώνιο. Το 1912-13 υπηρέτησε ως στρατιωτικός ιερέας στους Βαλκανικούς πολέμους, όπου και παρασημοφορήθηκε για τις υψηλές υπηρεσίες του. Στην μεταπολεμική περίοδο επέστρεψε στην Μονή της μετανοίας του, την Ιερά Μονή Παναγίας Γηροκομητίσσης Πατρών, αφ᾿ ενός μεν για να ασκηθεί στην περισυλλογή και την πνευματική κατάρτιση και αφ῾ ετέρου για να συνεχίσει την αγαπημένη του μελέτη. Με εντολή του Μητροπολίτου άρχισε την ανακαίνιση της Μονής. Εργάσθηκε σκληρά για την πνευματική ανύψωσή της με βάση την Εκκλησιαστική Πατερική Μοναχική παράδοση. Τα κατοπινά χρόνια κλήθηκε από τον Επίσκοπό του να υπηρετήσει την Μητρόπολη ως εφημέριος κατ᾿ αρχήν στον Ιερό Ναό Αγίας Παρασκευής Πατρών και στην συνέχεια στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου. Ως ποιμένας πλέον ο π. Γερβάσιος διακρίθηκε για τον προφητικό του ζήλο. «Ζηλών εζήλωσα τω Κυρίω παντοκράτορι», έλεγε συχνά. Οι ποιμαντικές του δραστηριότητες αγκάλιαζαν όλους τους τομείς. Οργάνωσε συστηματικά τα πρώτα κατηχητικά σχολεία στην Ελλάδα.
Αγαπούσε πολύ τα παιδιά και αγωνίσθηκε με όλες του τις δυνάμεις για τους νέους. Κήρυττε καθημερινώς με άκαμπτη σταθερότητα την Ευαγγελική αλήθεια. Εξομολογούσε ακούραστα τον λαό του Θεού οδηγώντας τον με πατρική στοργή στην εν Χριστώ μετάνοια. Λειτουργούσε συχνά, διότι πίστευε ότι η Θεία Λειτουργία «κύριον και μοναδικόν σκοπόν και έργον έχει την θέωσιν ημών…». Μεριμνούσε για τους φυλακισμένους και τους ενδεείς και είχε γίνει ο προστάτης των προσφύγων. Ζούσε και κήρυττε ως Ορθόδοξος κληρικός, χωρίς να απομακρύνεται ούτε στο ελάχιστο από την αγία Παράδοση και τους ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας μας. Αυτό, όμως, είχε ως αποτέλεσμα να διωχθεί.
Οι πρώτες συκοφαντίες άρχισαν με αφορμή τις νυκτερινές Θείες Λειτουργίες που τελούσε χάριν των εργαζομένων. Κι αυτό ήταν η αρχή ενός απηνούς πολέμου κατά του Αγίου Πατρός. Για πολλούς ήταν «βαρύς και βλεπόμενος». ΄Επρεπε να φιμωθεί ο λόγος της αληθείας. ΄Επρεπε να εξουδετερωθεί ο άνθρωπος του Θεού, για να παύσει ο έλεγχος των αμαρτωλών συνειδήσεων. Το 1931 η υπόθεση έφθασε στο Συνοδικό Δικαστήριο. Το αποτέλεσμα της δίκης ήταν, με πλειοψηφία μιας μόνο ψήφου, εξάμηνη αργία και περιορισμός στην Ιερά Μονή Γηροκομείου. Η συμπαράσταση όμως του λαού, ο οποίος σύσσωμος υπερασπίσθηκε τον πνευματικό του πατέρα, ήταν συγκινητική. Τελικά, η αθωότητα του Αγίου Γέροντος αποδείχθηκε περίτρανα και όχι μόνον διατάχθηκε ενωρίτερα η άρση της ποινής του, αλλά και τιμήθηκε να υπηρετήσει ως Πρωτοσύγκελλος στην Ιερά Μητρόπολη Πατρών. Το 1939 καλείται από τον Αθηνών Χρύσανθο να αναλάβει τα καθήκοντα του Μεγάλου Πρωτοσυγκέλλου της Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Κατόπιν πολλών πιέσεων δέχθηκε. Κι απ᾿ την θέση αυτή εργάσθηκε με σθένος για την εξυγίανση των εκκλησιαστικών πραγμάτων προχωρώντας σε βαθειές τομές. Δεν λύγιζε μπροστά σε τίποτε. Ουδέποτε εργάσθηκε για το ατομικό του συμφέρον. ΄Ελαμψε και στην περίοδο αυτή της πρωτοσυγκελλίας του με το άριστο παρά- δειγμα και την ασκητική ζωή του. Το 1941 απαλλάχθηκε των καθηκόντων του Πρωτοσυγκέλλου και επέστρεψε στην Πάτρα. Μετά από λίγο καιρό ο νέος αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός τον κάλεσε πάλι στην Αθήνα, αλλά αυτή την φορά δεν αποδέχθηκε την πρόσκληση. Παρέμεινε έκτοτε κοντά στο ποίμνιό του, που με τόσο πόνο είχε αποχωρισθεί.
Ο π. Γερβάσιος ζούσε και εκινείτο εν Αγίω Πνεύματι. Η καθαρή του ψυχή ήταν πλημμυρισμένη από τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Οι ίδιοι οι εξομολογούμενοι γνώριζαν το προορατικό του χάρισμα. ΄Ηταν «πόλις επάνω όρους κειμένη». Επίσης, το χάρισμα της θαυματουργίας – που λίγοι από τους Αγίους αξιώθηκαν να λάβουν απ᾿ αυτή την ζωή – μαρτυρείται και σήμερα από τους ανθρώπους που έζησαν κοντά του.
Ζώντας ο πατήρ Γερβάσιος ουράνια ζωή κατώρθωσε να αποκτήση τέτοια παρρησία προς τον Θεό, ώστε να καταστεί πηγή αστείρευτη θαυμάτων πολλών, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά το πνευματικό του παιδί, ο Αρχιμανδρίτης Κύριλλος Κωστόπουλος.. ΄Ομως, η αγιασμένη ύπαρξή του έφθασε στο τέλος της επίγειας πορείας της. Στις 30 Ιουνίου 1964 εκοιμήθη με το όνομα της Παναγίας στα χείλη του. Ο θρήνος του λαού, οι κραυγές των παρακολουθούντων την εξόδιο ακολουθία «΄Αγιος, ΄Αγιος», κατά την εκφορά του Αγίου Λειψάνου του, φανερώνουν περίτρανα το λυτρωτικό έργο που συντελέσθηκε στην πόλη των Πατρών από τον Αρχιμανδρίτη Γερβάσιο Παρασκευόπουλο.
Η ακλόνητη πίστη του προς τον Τριαδικό Θεό, η ασκητική του ζωή, ο μαρτυρικός του αγώνας για την Εκκλησιαστική αλήθεια, η άπειρη αγάπη του για τον άνθρωπο οδήγησαν τον ίδιο στην Αγιότητα, αλλά και τον λαό του Θεού στην θεογνωσία. Η παρουσία του και η ζωή του στην Πάτρα ήταν η ευλογία του Θεού στην πόλη του Πρωτοκλήτου. ΄Εζησε ο λαός τότε ημέρες πρώτων χριστιανικών αιώνων. ΄Οταν ανεχώρησε από την επίγεια ζωή, τον θρήνησε γοερώς. Τώρα ζητά να πανηγυρίσει με δοξολογίες προς τον Θεό την επίσημη διακήρυξη της αγιότητός του και την αγιοκατάταξή του στην χορεία των Αγίων Πατέρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας. * Από το βιβλίο του Αρχ. Κυρίλλου Κωστοπούλου Ιεροκήρυκα Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών, Δρ. Θεολογίας, «ΠΟΙΜΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΚΗΡΥΚΑΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ – π. Γερβάσιος Παρασκευόπουλος» (α΄ έκδοση 1976, β΄ έκδοση 1982, γ΄ έκδοση 1999).