Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

ΕΛΕΓΕ Ο ΓΕΡΟ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ

Έλεγε ό γερω-Καλλίνικος: «Λέω την ευχή άλλα έχω και τα Μηναία. Όταν με εγκατάλειψη ή θεία Χάρις, πάω στην πράξη. Διαβάζω την ακολουθία μου, μέχρι να βρω πάλι την ενέργεια της ευχής»




Διηγήθηκε ό Γερω-Γεράσιμος ό Υμνογράφος:  «Γνώρισα προσωπικά τον γερω-Καλλίνικο τον Ησυχαστή. Είχε την απλανή νοερά προσευχή. Έλαμπε το πρόσωπο του. Ενθυμούμαι μία φορά πού είχα διάφορα προβλήματα, πήγα να τον συμβουλευθώ. Μόλις μπήκα στο κελί του, το πρόσωπο του έλαμπε πάρα πολύ σαν να εξήρχετο φώς. Τον κοίταζα σαν απολιθωμένος. Τί θεωρία ασφαλώς θα είχε την προηγούμενη νύχτα και έλαμπε τόσον το πρόσωπο του!».


Ό γερω-Καλλίνικος ό Ησυχαστής ζούσε για ένα διάστημα με τον παπά-Ματθαίο. Συμφώνησαν να ζήσουν 17 χρόνια έγκλειστοι τελείως. Ό παπά-Ματθαίος μετά από λίγα χρόνια δεν άντεξε και βγήκε 'έξω. Είχε δώσει κάποιες οικονομίες από Σαρανταλείτουργα πού είχε και τώρα ζητούσε τα χρήματα. Συμβουλεύτηκαν τον παπά-Γρηγόρη τον Πνευματικό. Είπε στον γερω-Καλλίνικο: «Γερω-Καλλίνικε, εσύ ήρθες εδώ για καλογερική, όχι να γίνεις μπακάλης και να υπολογίζεις πόσο ξόδεψες για την διατροφή του παπά-Ματθαίου. Δώσ' του τα χρήματα να πάει στο καλό». Και στον παπά-Ματθαίο είπε: «Εσύ δεν ήρθες εδώ για καλόγερος, ήρθες να γίνεις Τραπεζίτης, να μαζεύεις χρήματα. Αυτό πού κάνεις δεν είναι καλό».

Ό γερω-Καλλίνικος είχε πάρει από διαδοχή την ευχή (την διδάχτηκε από τον Γέροντα του) και διάβαζε την Φιλοκαλία. Πολλοί άλλοι πατέρες διάβαζαν για την ευχή και δεν καταλάβαιναν. Ρωτούσαν τον γερω-Καλλίνικο για τη νοερά προσευχή και τούς απαντούσε ότι τούς είναι αρκετό να τηρούν τις εντολές και να μη ζητούν περισσότερα.

Έλεγε ό γερω-Καλλίνικος: «Λέω την ευχή άλλα έχω και τα Μηναία. Όταν με εγκατάλειψη ή θεία Χάρις, πάω στην πράξη. Διαβάζω την ακολουθία μου, μέχρι να βρω πάλι την ενέργεια της ευχής»
Είχε συγγράψει ένα πνευματικό βιβλίο, αλλά κάποια μέρα, πριν κοιμηθεί, το έβαλε στην φωτιά και το έκαψε από ταπείνωση.

Είχε έρθει τότε από το Σινά ένας μοναχός ονόματι Γεράσιμος, με μεγάλη φήμη ενάρετου και πνευματικού μονάχου. Πήγε ό π. Γεράσιμος στον γερω-Καλλίνικο και ζήτησε συμβουλές. Ίσως ό γερω-Καλλίνικος να διέγνωσε σπέρματα υπερηφάνειας και είπε στον π. Γεράσιμο: «Αν θέλεις να τελειοποιηθείς, πρέπει να γίνεις περίγελως του κόσμου». Τον ρώτησε συγκεκριμένα τί να κάνη. Τότε πλησίαζε ή εορτή της Υπαπαντής και πανηγύριζε ή Μονή του Αγίου Παύλου. Ό γερω-Καλλίνικος του είπε να πάει στο πανηγύρι να φάει καλά, να πιει πολύ κρασί μέχρι να μεθύσι και ό Θεός θα τον ελεήσει. Πράγματι έκανε υπακοή και έφαγε πολύ και ήπιε κρασί μέχρι πού μέθυσε. Οι πατέρες βλέποντας τον μεθυσμένο τον μυκτήριζαν, τον εξουθένωναν και έχασαν την ευλάβεια τους προς αυτόν. Έλεγαν: «Αυτός είναι ό π. Γεράσιμος ό ενάρετος;». Όταν συνήλθε πήγε στον γερω-Καλλίνικο και του ανέφερε τί έγινε. Εκείνος του είπε: «Τώρα είσαι καλά. Αγωνίσου και ό Θεός θα είναι μαζί σου».

Ό γερω-Καλλίνικος ήταν γνώστης της ρωσικής γλώσσας και βοηθούσε πνευματικά τούς πέριξ ασκούμενους Ρώσους, οι όποιοι τον οικονομούσαν και στην ζωοτροφία του. Είχε αλληλογραφία με πολλούς Ρώσους. Παρέμενε έγκλειστος στην μάνδρα του και δεν έβγαινε ποτέ έξω απ' αυτήν. 

Τις νύχτες δεν κοιμόταν καθόλου. Το πρωί ξεκουραζόταν. Τα μάγουλα του ήταν μαύρα από την γκαζόλαμπα με άσπρες γραμμές πού σχημάτιζαν τα δάκρυα. Όταν έρρεαν καθάριζαν το πρόσωπο του σχηματίζοντας άσπρες γραμμές. Διάβαζε πολύ και έγραφε πολλά γράμματα.

Όταν ό γερω-Καλλίνικος ό Ησυχαστής έδωσε την λύση στην αίρεση των όνοματολατρών, ό Τσάρος έστειλε τον υπασπιστή του και τον παρασημοφόρησε. Ρώτησε τον γερω-Δανιήλ αν πρέπει να δεχθή το παράσημο, και του είπε να το κράτηση, μήπως αργότερα ξαναπαρουσιασθή ή αίρεση.

Μετά το παράσημο ακολούθησε και χρηματική αμοιβή. Σκεφτόταν τί να κάνουν τα χρήματα. Ήθελαν να κάνουν Εκκλησία-Κυριακό στα Καρούλια, αλλά ή Λαύρα δεν έδωσε ευλογία. Ό υπασπιστής πρότεινε να κάνουν δρόμο. Και ό γερω-Καλλίνικος απάντησε: «Να πεις στον Τσάρο, αν φτιάξη δρόμους στο Αγιον Ορος, βασιλείαν Θεού δεν θα κληρονομήσει». Ό Τσάρος δέχθηκε την φωτισμένη συμβουλή του γερω-Καλλίνικου γιατί τον είχε σε ευλάβεια.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ 2011

Καλλίνικος ο Αγιορείτης – ο Ησυχαστής

Καλλίνικος ο Αγιορείτης – ο Ησυχαστής

καλλίνικος ησυχαστης αγιορειτης κατουνακια ρωμαιικο


Του Παναγιώτη Ηλιοπούλου, Καθηγητού-Συγγραφέως
Το ευώδες αυτό άνθος της Αθωνικής ερήμου, ανήκει στις μεγάλες μορφές του σύγχρονου Αγιορείτικου μοναχισμού. Οι ένσαρκοι αυτοί άγγελοι, με την οσιακή βιωτή τους, μετέφεραν με πιστότητα ως τις ημέρες μας, όλο το απόμακρο και απόκοσμο μυστικό μεγαλείο του Ανατολικού Ορθόδοξου Ησυχασμού. Ησυχασμός είναι τρόπος ζωής υψηλής πνευματικότητας Ορθόδοξου μοναστικού βίου, ώστε να καταστεί η ψυχή του ασκούμενου μοναχού πηγή ακτίστου φωτός, πεπληρωμένο από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Ο π. Καλλίνικος ο Κατουνακιώτης γαντζωμένος για πενήντα πέντε χρόνια στον απαραμύθητο βράχο των Κατουνακίων του Άθωνα, ανέβηκε πνευματικά σε ύψη δυσθεώρητα, και στάθηκε εκεί μετέωρος, κυριολεκτικά μεταξύ ουρανού και γης.
Έγινε πολύ γνωστός για την αρετή του και την κατά Θεόν σοφία του. Θεωρείται ως ο τελευταίος νηπτικός ησυχαστής του Αγίου Όρους.
Ο Κωνσταντίνος Θειάσπρης (αυτό ήταν το όνομα του π. Καλλινίκου) γεννήθηκε το 1853 στην Αθήνα από ευσεβείς γονείς, που προήρχοντο από καπεταναίους του 1821. Ο Κωνσταντίνος ήταν ζωηρό και έξυπνο παιδί, με ιδιαίτερη αγάπη για την Εκκλησία και τα χριστιανικά βιβλία μέσα από την μελέτη των οποίων γνώρισε τη θαυμαστή ζωή των ασκητών της ερήμου του Άθωνα.
Μια ημέρα του 1875  ο Κωνσταντίνος (22 ετών) κατεβαίνει στον Πειραιά και ερευνώντας τα καράβια βρήκε κάποιο που έφευγε για το Άγιο Όρος. Παρακάλεσε τον καπετάνιο να τον πάρει και του δήλωσε ότι θα τον βοηθούσε σε ότι μπορούσε. Ο καπετάνιος τον συμπάθησε και τον πήρε.
Έτσι το όνειρο άρχισε να γίνεται πραγματικότητα. Το καΐκι είχε σκοπό την Ι. Μ. Ιβήρων και κράτησε αρκετές ημέρες. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, με τη σκέψη του, άλλοτε οραματιζόταν τον πολυπόθητο Άθωνα και άλλοτε δεχόταν επιθέσεις λογισμών αμφιβόλων, με τον αποχωρισμό των οικείων και φίλων του.
Όλα αυτά όμως διαλύθηκαν σαν καπνός όταν αντίκρισε τον Άθωνα με τα διάσπαρτα μοναστήρια, σκήτες και κελλιά μέσα στο καταπράσινο αγιορείτικο τοπίο. Το καράβι προσάραξε στην Ι. Μ. Ιβήρων. Χαιρέτησε τον καπετάνιο και με γοργό βήμα έσπευσε στο μοναστήρι. Προσκύνησε με συγκίνηση την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Πορταίτισσας, που είχε διαβάσει στα βιβλία, και την παρακάλεσε για προστασία και για πού έπρεπε να κατευθυνθεί. Πήρε πληροφορίες για την έρημο των Κατουνακίων και έφθασε εκεί ύστερα από πεζοπορία αρκετών ωρών.
Αναζητώντας ο νεαρός λάτρης της ασκητικής ζωής, έναν ενάρετο γέροντα, βρήκε τον εκλεκτό ησυχαστή π. Δανιήλ.
Ο γέρο Δανιήλ δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο καλομαθημένος αυτός νέος, με την Αθηναϊκή ανατροφή, θα άντεχε την σκληρή ζωή της ερήμου.
Ύστερα από προσευχή δέχθηκε να τον κρατήσει ως δόκιμο.
        Από τον γέροντά του διδάχθηκε την ξυλογλυπτική ως εργόχειρο.
Η όλη διαγωγή του νεαρού δοκίμου έδωσε το δικαίωμα στον γέροντα Δανιήλ να τον κείρει μοναχό με το όνομα Καλλίνικος. Προαισθανόμενος ο γέροντας Δανιήλ την αναχώρησή του εκ του ματαίου αυτού κόσμου δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία να εμπιστευθεί την πλούσια ησυχαστική του πείρα στους ώμους του π. Καλλίνικου.
Ο π. Καλλίνικος όσο καιρό εμυείτο στα μυστικά της νοερής προσευχής και του θεωρητικού βίου, αισθανόταν θέρμη εσωτερική, ιερό δέος και βαθιά συγκίνηση. Ο γέροντας Δανιήλ ικανοποιημένος από τον υποτακτικό του, εδέετο στον Κύριο «νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα κατά το ρήμα σου εν ειρήνη…». Ακόμα τον διέκρινε υπερβολική έφεση για μελέτη. Ρίχτηκε με ζήλο στην μελέτη της Αγίας Γραφής και των Πατέρων εκ των οποίων τον πρώτο λόγο είχαν οι νηπτικοί πατέρες, Ησύχιος ο πρεσβύτερος, Ισαάκ ο Σύρος, Γρηγόριος ο Παλαμάς κ.α. Προσφιλές του ανάγνωσμα ήταν και η Φιλοκαλία.
Οξύνους και φιλομαθής καθώς ήτο, επιδόθηκε στην εκμάθηση της Ρωσικής Γλώσσας μόνος του. Σε λίγο χρονικό διάστημα κατόρθωσε να ομιλεί και να γράφει τα Ρωσικά.
Εκτός από την μελέτη, τον π. Καλλίνικο τον γοήτευσε πολύ η μοναξιά και η ησυχία. Κάποιες φορές έπρεπε να πάνε στη Δάφνη για τα χρειώδη. Η μετάβαση γινόταν με βάρκα. Όμως εκείνος προτιμούσε την πολύωρη κοπιαστική πεζοπορία για να αποφεύγει τις πολυλογίες στη βάρκα.
Ενώ τα βήματά του αντηχούσαν στις ρεματιές και στα διάσελα, προσευχόταν αδιάλειπτα.
Άλλοτε πάλι, ατενίζοντας την μαγευτική αγιορείτικη φύση, την πλατειά έκταση του Αιγαίου, ύψωνε τα χέρια του για να δοξάσει Εκείνον που «τα πάντα εν σοφία εποίησεν».
        Το πνεύμα της εγκρατείας κυριαρχούσε καθημερινά. Ο ίδιος και οι υποτακτικοί του ζούσαν με λιτότητα. Με ένα τενεκέ λάδι περνούσαν όλη τη χρονιά για το φαγητό και τα καντήλια. Το Σαββατοκύριακο έριχνε στο φαγητό ένα ρακοπότηρο λάδι.Κάποτε που επρόκειτο να γίνει μια αγρυπνία, τον ρώτησαν οι πατέρες αν τους επέτρεπε να πιουν καφέ. Αν είναι να κάνουμε αγρυπνίες με φάρμακα, καλύτερα να πάμε να κοιμηθούμε, ήταν η απάντησή του.
        Η απλότητα και η ταπείνωση ξεχώριζαν από την πρώτη ματιά. Απέφευγε με κάθε τρόπο την προβολή και την κενοδοξία. Την ημέρα που κοινωνούσε κλεινόταν στο κελλί του μέχρι το βράδυ.
        Από τα 55 χρόνια της ασκητικής βιωτής του τα 45 ήταν έγκλειστος στο κελλί του και σε μια μικρή περιοχή γύρω από αυτό. Σ’ αυτόν τον περιορισμένο χώρο έζησε 45 χρόνια! Όταν παρουσιαζόταν σοβαρή ανάγκη ύψωνε σ’ ένα μακρύ κοντάρι ένα πανί σαν σημαία. Το έβλεπαν οι μοναχοί και προσέτρεχαν.
Η ηρωική αυτή απόφαση συνδυάστηκε με ολοκληρωτική αφοσίωση στη θεωρητική ζωή της νήψεως και της νοεράς προσευχής.
Αξίζει εν προκειμένω να σημειώσουμε ότι ο μεταξοσκώληκας δεν κάνει το μετάξι αν δεν γίνει έγκλειστος στο κουκούλι του.
        Στη υψηλή αυτή πνευματική κατάσταση που λίγοι αξιώνονται να φθάσουν, ο πρακτικός βίος υποχωρεί. Η πράξη δίνει θέση στη θεωρία και οι εργασίες, τα διακονήματα και τα εργόχειρα φεύγουν. Ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος μακαρίζει όσους έφθασαν σ’ αυτή την κατάσταση.«Μακάριος, (γράφει ο άγιος πατήρ) ο μένων εν τη ησυχία και μη θορυβούμενος εν τω πλήθει των έργων αυτού, αλλά πάσας τας σωματικάς πράξεις μεταστρεψας εις τον κόπον της προσευχής.»    (Ασκητικός Λόγος ΚΓ΄)
Απασχολήσεις με επίγεια ζητήματα, με υποθέσεις του κόσμου, δεν είχαν καμία θέση σ’ αυτόν που ασπάστηκε τη νηψι και την αδιάλειπτη προσευχή.
«Μη τοίνυν, προτρέπει ο Όσιος Νείλος, ο ερημίτης, το της αρετής καθαρόν ταις των κοσμικών πραγμάτων εννοίαις επιθολούσθω, μηδέ το της θεωρίας ειλικρινές σωματικαίς επιταραττέσθω φροντίσιν».
Ουδέποτε άνοιξε το στόμα του να ρωτήσει, ούτε συμβατικά, τους πολυάριθμους επισκέπτες του, «τι νέα από τον κόσμο;». Κάθε φιλοπερίεργη διάθεση και αργολογία έπρεπε να καταπνιγεί και αν ακόμα χανόταν ο κόσμος, ο αγωνιζόμενος δεν έπρεπε να αποσπάσει τον νου του από την πνευματική θεωρία, αναθέτοντας τα πάντα στον προνοητή Θεό.
Η αρετή και η φήμη του ησυχαστού Καλλίνικου οδήγησαν τα βήματα μιας μεγάλης προσωπικότητας της εποχής, τον Σπυρίδωνα Μενάγια, μετέπειτα π. Γεράσιμο, αριστοκράτη, πλούσιο, διάσημο χημικό, πτυχιούχο του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης, να εγκαταλείψει τον κόσμο και να γίνει υποτακτικός (1920). Από τους πολλούς που τον επλησίασαν μεταξύ αυτών ήταν και ο περιβόητος Ιωσήφ ο σπηλαιώτης. Ολίγοι όμως έγιναν δεκτοί ως υποτακτικοί.
        Η φήμη του ως διακριτικού και φωτισμένου γέροντος προσείλκυε κοντά του πλήθος ανθρώπων που ζητούσαν μια φωτισμένη απάντηση για τα προβλήματά τους.
        Υποτακτικοί, γέροντες, ερημίτες, κοινοβιάτες, κοσμικοί, νομικοί, στρατιωτικοί, αστυνομικοί, Έλληνες, Ρώσοι, όλο το Άγιον Όρος απευθυνόταν στον έγκλειστο ησυχαστή των Κατουνακίων,  να πάρουν την ευχή του, να ακούσουν τις σοφές νουθεσίες του. Πάμπολλα ήταν και τα γράμματα που λάβαινε από όσους δεν μπορούσαν να τον επισκεφτούν.
        Το άκτιστο φως που ελάχιστοι αξιώθηκαν να αντικρίσουν, το φως αυτό που καταύγασε τον Μωυσή, τους τρεις μαθητές στο Όρος Θαβώρ, τον Παύλο πορευόμενο προς τη Δαμασκό, τον Συμεών το νέο Θεολόγο, τον Αγ. Γρηγόριο τον Παλαμά και πολλούς πατέρες, αξιώθηκε και ο γέρων Καλλίνικος.
Αυτόπται μάρτυρες διηγούνται πως είδαν να λάμπει η μορφή του για τον θεοφόρο και φωτοφόρο γέροντα Καλλίνικο ταιριάζοντας τα λόγια του Αγ. Συμεών Ν. Θεολόγου. «Μεταλαμβάνω του φωτός, μετέχω και της δόξης και λάμπει μου το πρόσωπο ως και του ποθητού μου και άπαντα τα μέλη μου γίνονται φωτοφόρα. Ωραίων ωραιότερος τότε αποτελούμαι.»
Ο γνωστός υμνογράφος π. Γεράσιμος Μικραγιαννίτης, που είχε τον γέροντα Καλλίνικο πνευματικό σύμβουλο, διηγήθηκε πως τον είδε να λάμπει ολόκληρος από κάποιο φως άλλου κόσμου και να εκπέμπει άρρητη ευωδία.
Στον φωτισμένο αυτόν ασκητή, δεν μπορούσαν να διαφύγουν ψευδοδιδασκαλίες, πλάνες, αιρέσεις και καινοτομίες.
Το 1913 εμφανίστηκε στο Άγιο Όρος, μεταξύ των Ρώσων μοναχών η πλάνη των ονοματολατρών η οποία διέλαθε απ’ όλους.(Γαβριήλ Διονυσιάτου, Λαυσαικόν Αγ. Όρος εν Βόλω 1953, σελ.32). Έμεινε μόνος ανταγωνιστής ο γέρων Καλλίνικος. Ο Τσάρος και ο Πατριάρχης συνεχάρησαν και του έστειλαν παράσημα. Δυο απ’ αυτά σώζονται στον Αγ. Γεράσιμο.
        Η μορφή του ησυχαστού Καλλινίκου αποτελούσε για τον Άθωνα ξεχωριστή ευλογία Θεού. Ένας πύρινος στύλος υψωνόταν στην έρημη εκείνη χαράδρα των Κατουνακίων πλάι στη θάλασσα, για να σκορπίζει φως σ’ όσους πλέουν στη θάλασσα του βίου. Πρόσωπα εξέχοντα, αποκαλύπτονταν μπροστά στο πνευματικό του μεγαλείο. O Ρώσος ασκητής παπα Παρθένιος, πρώην στρατηγός του τσαρικού στρατού, και οι ιερομόναχος Θεοδόσιος πρώην πρύτανης Ρωσικού Πανεπιστημίου, τον τιμούσαν ιδιαίτερα και τον επισκέπτονταν συχνά.
        Ο Λαυριώτης λόγιος μοναχός π. Αθανάσιος, περίφημος γιατρός, διάσημος και πολυγραφότατος  συμβουλευόταν τον π. Καλλίνικο.
Όταν ο βασιλεύς Κωνσταντίνος ο Α΄ γοητευμένος από τα έργα του επιφανούς λογοτέχνη Αλεξάνδρου Μωραιτίδη, απεφάσισε να τον παρασημοφορήσει, τότε ο ευσεβής λογοτέχνης εστράφη προς τον γέροντα Καλλίνικο και μόνο όταν ο π. Καλλίνικος συμφώνησε, δέχθηκε το βασιλικό παράσημο.
        Το 1913 στο Ρωσικό θρησκευτικό περιοδικό «ο Χριστιανός» (αρθ.11) δημοσιεύτηκαν εντυπώσεις από το Αγ. Όρος από τον Ρώσο π. Παντελεήμονα, καθηγητή στη θεολογική Ακαδημία του Αγ. Σεργίου (πλησίον της Μόσχας) που το 1912 επί έξι μήνες είχε περιηγηθεί στο Αγ. Όρος.Εκεί ο Ρώσος καθηγητής κάνει μνεία για τον π. Καλλίνικο. «Γνώρισα και κάποιον άλλον ασκητή που κατά τρόπο θαυμαστό συνενώνει πνευματική εμπειρία και περίσκεψη με σπάνια αγάπη και προσήνεια προς τους ανθρώπους. Τον πνευματικό του πλούτο τον σκορπίζει με πολλή αγάπη και προς τους Ρώσους μοναχούς που του ζητούν λόγους παρηγορίας και διδασκαλίας. Όχι απλώς μοναχοί αλλά και Αρχιερείς Ρώσοι έτρεχαν προς τον π. Καλλίνικο.
Ο Τρίκης και Σταγών Διονύσιος γράφει γι’ αυτόν: «Βλέποντάς τον έδινε την εντύπωση ότι ήταν πνευματέμφορος και ότι η χάρις του Θεού επαναπαυόταν σ’ αυτόν. Έβλεπες μια μορφή οσιακή, επιβλητική, αγία. Ήταν ολοκληρωμένος πνευματικός άνθρωπος μετρημένος και σοβαρός στους λόγους του με διαυγή σκέψη. Είναι πραγματικός ασκητής της ερήμου πολίτης και εν σώματι άγγελος».
        Ο Καλλίνικος θεωρείται μεγάλη αναλαμπή του Ησυχασμού. Έφθασε ύψη θεωρίας και ηξιώθει θείων ελλάμψεων κατά την άσκηση της νοεράς προσευχής, γράφει ο Έραστος μοναχός. (Δυο σύγχρονοι Άγιοι, Αθήνα 1961 σελ.48)
        7 Αυγούστου 1930 έμελλε ο έγκλειστος ησυχαστής της ερήμου των Κατουνακίων να αναχωρήσει για τα σκηνώματα του Κυρίου τα αγαπητά.»
Οι τελευταίες ώρες της ζωής του ήταν κατ’ εξοχήν οσιακές, άξιο επιστέγασμα του αγγελικού του βίου. Προαισθανόμενος το τέλος του, λέει στον υποτακτικό του «πήγαινε παιδί μου να ετοιμάσεις την εκκλησία. Ήρθαν οι όσιοι πατέρες και επί 10 λεπτά της ώρας πριν ξεψυχήσει ενατένιζε με θάμβος τις άγιες μορφές που τον καλωσόριζαν. Τότε ακούστηκε να ψελλίζει ήρεμα. «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου που πεθαίνω Ορθόδοξος. Δεν έκανα τίποτα στη ζωή μου» και ξεψύχησε ήρεμα, ταπεινά, οσιακά.
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
-         Αρχιμ. Χερουβείμ, «Καλλίνικος ο ησυχαστής» Ωρωπός Αττικής 2006 Βασικό βοήθημα
-         Έραστος μοναχός «Δυο σύγχρονοι Άγιοι» Αθήνα 1961
-         Μάξιμος ο Αγιοβασιλειάτης «Καταγγελία Αγιορειτών Πατέρων» Αγ. Όρος 1997
-         Αθωική Ηχώ 1924
-         Γαβριήλ Διονυσιάτου «Λαυσαικόν» εν Βόλω 1953
-         Δαμασκηνός μοναχός Αγιοβασιλειάτης – περιοδικό «Αγ. Αγαθάγγελος ο Εσφιγμενίτης» τ.74    1982
-         Αρχιμ. Ιουστίνος Πόποβιτς. «Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός» Αθήνα 1974
ΠΗΓΗ.ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Μαρτυρία πρώην Παλαιοημερολογίτη , γιά τό πώς ο π. Παΐσιος ο Αγιορείτης , μέ τό διορατικό τού χάρισμα , τόν βοήθησε στήν μεταστροφή τού στήν Ορθοδοξία .

Μαρτυρία πρώην Παλαιοημερολογίτη , γιά τό πώς ο π. Παΐσιος ο Αγιορείτης , μέ τό διορατικό τού χάρισμα , τόν βοήθησε στήν μεταστροφή τού στήν Ορθοδοξία .




   Ένα θέμα που απασχόλησε τον Γέροντα Παΐσιο, ήταν το θέμα του ημερολογίου. Πονούσε για το χωρισμό και προσευχόταν. Λυπόταν για τις παρατάξεις των παλαιοημερολογιτών που είναι ξεκομμένες σαν τα κλήματα από την Άμπελο, και δεν έχουν κοινωνία με τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία και τις κατά τόπους αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες. Μερικές τέτοιες ενορίες στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη ενώθηκαν καθ' υπόδειξή του με την Εκκλησία κρατώντας το παλαιό ημερολόγιο.
Έλεγε, λοιπόν ο Γέροντας: «Καλό ήταν να μην υπήρχε αυτή η εορτολογική διαφορά, αλλά δεν είναι θέμα πίστεως». Στις ενστάσεις ότι το νέο ημερολόγιο το έκανε Πάπας, απαντούσε: «Το νέο ημερολόγιο* το έκανε Πάπας και το παλιό ειδωλολάτρης», εννοώντας τον Ιούλιο Καίσαρα. Για να φανεί καλύτερα η τοποθέτηση του Γέροντα στο θέμα του ημερολογίου, παρατίθεται στη συνέχεια μια σχετική μαρτυρία:
Ορθόδοξος Έλληνας με την οικογένειά του ζούσε χρόνια στην Αμερική. Είχε όμως σοβαρό πρόβλημα. Ο ίδιος ήταν ζηλωτής (παλαιοημερολογίτης), ενώ η γυναίκα και τα παιδιά του ήταν με το νέο ημερολόγιο. «Δεν μπορούσαμε να γιορτάσουμε μια γιορτή σαν οικογένεια μαζί», έλεγε. «Αυτοί είχαν Χριστούγεννα, εγώ του Αγίου Σπυρίδωνος. Εγώ Χριστούγεννα, αυτοί του Αϊ-Γιαννιού. Και αυτό ήταν το λιγότερο. Το χειρότερο ήταν το να ξέρεις, όπως μας δίδασκαν, ότι οι νεοημερολογίτες είναι αιρετικοί και θα κολασθούν. Μικρό πράγμα είναι να ακούς συνέχεια ότι η γυναίκα σου και τα παιδιά σου πρόδωσαν την πίστη τους, πήγαν με τον Πάπα, τα μυστήριά τους δεν έχουν χάρη, κ.ά.π. Ώρες συζητούσαμε με τη γυναίκα μου, αλλά άκρη δε βρίσκαμε. Για να πω την αλήθεια, κάτι δε μου άρεσε και στους παλαιοημερολογίτες. Ιδίως όταν έρχονταν κάποιοι δεσποτάδες και μας μιλούσαν. Δε μιλούσαν με αγάπη και με πόνο για τους πλανεμένους (όπως τους θεωρούσαν) νεοημερολογίτες. Αλλά θαρρείς πως είχαν ένα μίσος και χαίρονταν, όταν έλεγαν ότι θα κολασθούν. Ήταν πολύ φανατικοί. Όταν τελείωνε η ομιλία τους, ένιωθα μέσα μου μια ταραχή. Έχανα την ειρήνη μου. Όμως, ούτε σκέψη να φύγω από την παράδοσή μας. Πήγαινα να σκάσω. Σίγουρα θα πάθαινα κάτι από τη στενοχώρια. Σ' ένα ταξίδι μου στην Ελλάδα, είπα τον προβληματισμό μου στον ξάδερφό μου Γιάννη. Εκείνος μου μίλησε για κάποιον γέροντα Παΐσιο. Αποφασίσαμε να πάμε στο Άγιον Όρος, για να τον συναντήσω. Φθάσαμε στην «Παναγούδα». Ο Γέροντας μας κέρασε με γελαστό πρόσωπο και με έβαλε να καθήσω δίπλα του. Τα είχα χαμένα. Ένιωθα, όπως μου συμπεριφερόταν, σα να με γνώριζε από καιρό, σα να ήξερε τα πάντα για μένα. «Πώς τα πας με τ' αυτοκίνητα εκεί στην Αμερική;» Ήταν η πρώτη κουβέντα του. Σάστισα. Ξέχασα να αναφέρω πως η δουλειά μου ήταν στους χώρους σταθμεύσεως αυτοκινήτων, και φυσικά όλο με αυτοκίνητα ασχολούμουν.
«Καλά τα πάω», ήταν το μόνο που μπόρεσα να ψελλίσω, κοιτώντας σα χαμένος το Γέροντα. «Πόσες Εκκλησίες έχετε εκεί που μένεις»; «Τέσσερις», απάντησα και δεύτερο κύμα έκπληξης με κατέλαβε. «Με το παλιό ή με το νέο»; Ήρθε ο τρίτος κεραυνός, που όμως, αντί να μεγαλώσει τη σαστιμάρα μου, κάπως με εξοικείωσε, με ...προσγείωσε, θα έλεγα, με το χάρισμα του Γέροντα. «Δυο με το παλιό και δυο με το νέο», του αποκρίθηκα. «Εσύ πού πας»; «Εγώ με το παλιό και η γυναίκα μου με το νέο», απάντησα. «Κοίτα. Να πας κι εσύ εκεί που πηγαίνει και η γυναίκα σου», μου είπε με μια αυθεντικότητα, και ετοιμαζόταν να μου δώσει εξηγήσεις. Αλλά για μένα το θέμα είχε τελειώσει. Δε χρειαζόμουν εξηγήσεις και επιχειρήματα. Κάτι το ανεξήγητο συνέβη μέσα μου, κάτι το θεϊκό. Ένα βάρος έφυγε και τινάχτηκε μακριά μου. Όλα τα επιχειρήματα και όλες οι απειλές και οι αφορισμοί για τους νεοημερολογίτες, που χρόνια άκουγα, εξανεμίστηκαν. Ένιωθα τη χάρη του Θεού που μέσω του Αγίου του δρούσε επάνω μου και με πλημμύριζε με μια ειρήνη που χρόνια αναζητούσα. Η κατάσταση που ζούσα θα εκδηλώθηκε στο πρόσωπό του...
Εκείνο που θυμάμαι είναι ότι αυτό μάλλον έκανε τον Γέροντα να σταματήσει για λίγο. Αλλά έπειτα συνέχισε με μερικές εξηγήσεις. Ίσως για να τις λέω σε άλλους. Ίσως και για να τις χρησιμοποιήσω για τον εαυτό μου σε καιρό πειρασμού, όταν θα περνούσε εκείνη η ουράνια κατάσταση.
«Και εμείς βέβαια εδώ στο Άγιον Όρος με το παλιό πάμε. Αλλά είναι άλλη περίπτωση. Είμαστε ενωμένοι με την Εκκλησία, με όλα τα Πατριαρχεία, και μ' αυτά που έχουν το νέο ημερολόγιο και μ' αυτά που έχουν το παλιό ημερολόγιο. Αναγνωρίζομε τα μυστήριά τους και αυτοί τα δικά μας. Οι ιερείς τους συλλειτουργούν με τους ιερείς μας. Ενώ αυτοί οι καημένοι ξεκόπηκαν. Οι περισσότεροι και ευλάβεια έχουν και ακρίβεια και αγωνιστικότητα και ζήλο Θεού. Μόνο που είναι αδιάκριτος, «ού κατ' επίγνωσιν». Άλλοι από απλότητα, άλλοι από αμάθεια, άλλοι από εγωισμό, παρασύρθηκαν. Θεώρησαν τις 13 μέρες θέμα δογματικό και όλους εμάς πλανεμένους, και έφυγαν από την Εκκλησία. Δεν έχουν κοινωνία ούτε με τα Πατριαρχεία και τις Εκκλησίες που πάνε με το νέο, αλλά ούτε και με τα Πατριαρχεία και τις Εκκλησίες που πάνε με το παλιό, γιατί δήθεν μολύνθηκαν από την επικοινωνία με τους νεοημερολογίτες. Και όχι μόνον αυτό. Και αυτοί οι λίγοι που έμειναν, έγιναν, δεν ξέρω και εγώ, πόσα κομμάτια. Και όλο και κομματιάζονται και αλληλοαναθεματίζονται και αλληλοαφορίζονται και αλληλοκαθαιρούνται. Δεν ξέρεις πόσο έχω πονέσει και πόσο έχω προσευχηθεί γι' αυτό το θέμα. Χρειάζεται να τους αγαπάμε και να τους πονάμε και όχι να τους κατακρίνουμε, και πιο πολύ να προσευχόμαστε γι' αυτούς να τους φωτίσει ο Θεός, και αν τύχει καμιά φορά και μας ζητήσει κανείς με καλή διάθεση βοήθεια, να λέμε καμιά κουβέντα».
Πέρασαν πάνω από πέντε χρόνια από την κοίμηση του Γέροντα. Ο κ. Χ. ήλθε στην «Παναγούδα» να ευχαριστήσει τον Γέροντα, γιατί έκτοτε βρήκε την πνευματική, αλλά και την οικογενειακή του σωτηρία και με δάκρυα στα μάτια διηγήθηκε τα ανωτέρω.
Με την αγάπη, την προσευχή και την διάκρισή του, γνώριζε πότε να μιλά, πώς να ενεργεί και να βοηθά αθόρυβα τη μητέρα Εκκλησία, αποφεύγοντας τα άκρα και θεραπεύοντας πληγές που ταλαιπωρούν το σώμα της Εκκλησίας και σκανδαλίζουν τους πιστούς.

------------

Από το βιβλίο «Βίος γέροντος Παϊσίου του Aγιορείτου», Ιερομονάχου π. Ισαάκ (σελ. 691 - 696).


*Τό Νέο ημερολόγιο δέν είναι τό Γρηγοριανό πού έφτιαξε ο Πάπας , αλλά διορθωμένο Ιουλιανό . Δέν γνωρίζω πώς τό έλεγε ο π. Παΐσιος , πάντως έτσι όπως τό γράφει ο μακαριστός π. Ισαάκ , είναι λάθος . Ουδείς αλάθητος άλλωστε .  

Γέροντας Ἰωσὴφ Βατοπαιδινὸς ”…οἱ Ἑβραῖοι θὰ ἐρεθίσουν τοὺς Τούρκους νὰ εἰσβάλλουν εἰς τὴν Ἑλλάδα…”

Γέροντας Ἰωσὴφ Βατοπαιδινὸς ”…οἱ Ἑβραῖοι θὰ ἐρεθίσουν τοὺς Τούρκους νὰ εἰσβάλλουν εἰς τὴν Ἑλλάδα…”




Πρὶν ἀπὸ μερικὲς ἡμέρες ἐπεξεργαστήκαμε ἕνα ἠχητικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ μία συνάντηση τοῦ Γέροντα Ἰωσὴφ Βατοπαιδινοῦ μὲ Ρώσους προσκυνητές. Ἀφαιρέσαμε τὰ Ρώσικα, ὥστε νὰ εἶναι πιὸ εὔκολη ἡ ἀκρόασή του.
Ἀπὸ τὸ ἄκουσμα ξεχωρίσαμε καὶ τονίσαμε στὸ ἄρθρο αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Γέροντας γιὰ τοὺς Ἑβραίους:”…οἱ Ἑβραῖοι θὰ ἐρεθίσουν τοὺς Τούρκους νὰ εἰσβάλλουν εἰς τὴν Ἑλλάδα…
Σημειῶστε τὴν λέξη «ἐρεθίσει».
Δεῖτε τώρα τί προτείνει ἀρθρογράφος Ramatkal τῆς ἑβραϊκῆς ἐφημερίδας  JSSNews (στὶς 4 .9. 2011)  ἀναλύοντας τὶς κινήσεις τῆς Τουρκίας: Ἀνακαλύπτουμε, λέει ὅτι οἱ Τοῦρκοι θυμώνουν ἐξαιρετικὰ γρήγορα. Ἄρα, αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε εἶναι νὰ τοὺς ἐρεθίσουμε!
Καὶ ἀφοῦ ἀναφέρει ὅτι ὁ ἕνας τρόπος γιὰ νὰ ἐρεθίσουν τοὺς Τούρκους εἶναι νὰ ὑποστηρίξουν τὸ ΡΚΚ, δεῖτε πὼς συνεχίζει: ”Περαιτέρω, τὴν ἴδια στιγμή, θὰ μπορούσαμε νὰ προσφέρουμε τὶς ὑπηρεσίες μας στοὺς Ἕλληνες καὶ Κύπριους ποὺ θὰ μποῦν τότε στὸν πειρασμὸ νὰ διώξουν τοὺς Τούρκους ἐποίκους ἀπὸ τὰ ἐδάφη τους. Καὶ μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο, ἡ Τουρκία θὰ ἔχανε σὲ τρία μέτωπα καὶ θὰ...
Ἀκοῦστε τὸ χαρακτηριστικὸ ἀπόσπασμα…

σταματοῦσε τὶς προκλήσεις τῆς ἐναντίον μας!”
Νομίζω ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ τὸ ἀναλύσουμε καὶ πολύ. Τὰ πράγματα μιλᾶνε ἀπὸ μόνα τους.
…η αμέσως επόμενη κουβέντα του Γέροντα, είναι: ”Οι Τούρκοι θα ‘ρθουν εις την Ελλάδα, διότι δεν έχομε κυβέρνηση…”


Ἀκοῦστε τὸν γέροντα, εἰδικὰ στὸ 4:35… ποὺ ἀναφέρει τὰ ἀνωτέρω


Πηγη: http://elladapoyantisteketai.blogspot.com

Ὁ π. Ἰουστίνος γιά τίς δολοφονικές ἀπόπειρες ἐναντίον του, τίς θαυματουργικές ἐπεμβάσεις τοῦ Ἁγίου Φιλουμένου καί τήν κατάσταση στήν Ἑλλάδα

Ὁ π. Ἰουστίνος γιά τίς δολοφονικές ἀπόπειρες ἐναντίον του, τίς θαυματουργικές ἐπεμβάσεις τοῦ Ἁγίου Φιλουμένου καί τήν κατάσταση στήν Ἑλλάδα




ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ ΒΙΝΤΕΟ
Στό παρόν βίντεο μιλᾶ ὁ π. Ἰουστίνος, διάδοχός του Ἁγίου Φιλουμένου, ὁ ὁποῖος κατακρεουργήθηκε τό 1979 ἐνῶ τελοῦσε τόν ἑσπερινό στό Φρέαρ τοῦ Ἰακώβ στούς Ἁγίους Τόπους. Ἀκοῦστε τόν νά περιγράφει δύο ἀπό τίς πάνω ἀπό δεκαπέντε δολοφονικές ἐπιθέσεις πού ἔχουν γίνει ἐναντίον τοῦ καθώς καί τίς θαυμαστές ἐπεμβάσεις τοῦ Ἁγίου Φιλουμένου ποῦ τόν ἔσωσε ἀπό βέβαιο θάνατο. Σχολιάζει ἐπίσης τήν τραγική κατάσταση στήν ὁποία  ἔχει περιέλθει ἡ Ἑλλάδα λόγω τῆς ἀπώλειας τῆς γλώσσας, τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ πολιτισμοῦ μας. Τέλος, ἐπισημαίνει ὅτι οὐδέποτε κατέβηκε ἡ ἑλληνική σημαία ἀπό τό Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων ὅπως εἶχε διαδοθεῖ παλαιότερα ἐνῶ ἀναφέρεται καί στούς πολιτικούς της χώρας μας. Συγκεριμένα λέει: "Ἐμεῖς τήν ἑλληνική σημαία οὔτε τήν κατεβάσαμε  καί οὔτε πρόκειται νά τήν κατεβάσουμε ὅσο ἀναπνέουμε καί μιλᾶμε ἑλληνικά. Τήν ἑλληνική σημαία στήν Ἑλλάδα τήν κατεβάσανε, στήν Ἑλλάδα τήν κάνανε σφουγγαρόπανο, στήν Ἑλλάδα τήν κάψανε καί....

 τήν κλωστήσανε στήν ἄσφαλτο. Καί δυστυχῶς καμμία ἀρχή καί καμμία ἐξουσία δέν κοιτάζει τί γίνεται. Διότι καί οἱ κυβερνῶντες καί οἱ νῦν καί οἱ πρώην καί αὐτοί ποῦ θά ἔρθουνε εἶναι ὅλοι μέσα στήν παγκοσμιοποίηση, μέσα στόν Σιωνισμό"

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Συγκλονιστικός Διάλογος Άθεου Επιστήμονα με Ιερέα

Συγκλονιστικός Διάλογος Άθεου Επιστήμονα με Ιερέα
Posted: 04 Feb 2014 09:14 AM PST

π.Ραφαήλ Καρέλιν
Ένας Ιερέας καθόταν στο κελί του και ξεχώριζε την αλληλογραφία του. Ξαφνικά χωρίς την συνηθισμένη προσευχή μπήκε η νεωκόρος και ψιθύρισε πολύ έντονα σαν να έλεγε κάποιο μυστικό νέο το οποίο δεν θα ‘πρεπε να ακούσει κάνεις: “Κάποιος άγνωστος φαίνεται από τους άρχοντες θέλει να σας μιλήσει. Δεν τον έχω ξαναδεί ούτε σε σας, ούτε στο ναό. Μάλλον είναι περαστικός”. “Άφησέ τον να μπει”, είπε ο ιερέας.
Μέσα στο κελί μπήκε ένας ψηλός άνδρας με ίσια κορμοστασιά που θύμιζε πρώην στρατιωτικό. Ήταν άψογα αλλά σεμνά ντυμένος. Φαινόταν σαν να ήταν σιδερωμένος μαζί με το κοστούμι του πριν βγει από το σπίτι. Ο ξένος κοίταξε ερευνητικά το δωμάτιο σαν να ήθελε να καταλάβει από την επίπλωση το πνεύμα και τον χαρακτήρα του κατόχου. Μετά χαιρέτησε, έβγαλε το καπέλο του και σταμάτησε στην πόρτα εν αναμονή για την πρόσκληση από τον ιερέα να καθίσει.
Μπορούσε κανείς να διακρίνει την αριστοκρατική παιδεία μέσα στον ξένο. Παιδεία που δημιουργείται και καλλιεργείται από γενεά σε γενεά και κληρονομείται σαν το οικόσημο. Πάρα τα χρόνια του θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν όμορφος αλλά ήταν η κρύα ομορφιά του αγάλματος, ανυπάκουη στον χρόνο και στην ζεστασιά του ήλιου.
Ο ιερέας του υπέδειξε την παλιά ξεθωριασμένη πολυθρόνα προορισμένη για τους επισκέπτες και είπε: “Παρακαλώ, καθίστε. Πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;”
Ο επισκέπτης κάθισε ακουμπώντας ελαφρά τα χέρια του στην πολυθρόνα. Δεν άρχισε να μιλάει αμέσως και έτσι ο ιερέας πρόλαβε να τον εξετάσει με το βλέμμα. Αισθανόταν ότι αυτός ο άνθρωπος γνωρίζει την αξία του και είναι συνηθισμένος να εξουσιάζει τους ανθρώπους με “σιδερένιο χέρι μέσα στο βελούδινο γάντι”. Οι τρόποι του ήταν κομψοί και συγκρατημένοι και στο πρόσωπο ξεχώριζε η έμφυτη ευγένεια.
Φαίνεται ότι ήταν από κάποιο παλιό αριστοκρατικό γένος και σταγόνες από αίμα των Ριούρικ κυλούσαν στις φλέβες του. Μόνο τα σβησμένα γυάλινα μάτια του ήταν σε δυσαρμονία με ολόκληρη εικόνα – σαν να ήταν σκεπασμένα με σκοτεινό πέπλο και έκρυβαν κάποιο μυστικό της ψυχής του. Η ματιά που έριχνε ο επισκέπτης φαινόταν στον ιερέα να μοιάζει με χτύπημα ξίφους γρήγορο και απότομο, αλλά πολύ γρήγορα έσβηνε έχανε ζωντάνια και ο ιερέας έβλεπε μπροστά του δύο κόγχες (κρανίου).
- Ποιο είναι το πρόβλημα που σας έφερε στο ταπεινό μου κελί- ρώτησε ο ιερέας – θα χαρώ πολύ αν καταφέρω να βοηθήσω.
- Έχω κάτι μεγαλύτερο από ένα πρόβλημα – απάντησε ο επισκέπτης – έχω την αίσθηση ότι είμαι στην θηλιά και ταλαντεύομαι ανάμεσα από την ζωή και τον θάνατο. Με βασανίζει ο φόβος που μπήκε στην καρδιά μου εδώ και πολλά χρόνια. Είναι ο φόβος ότι μήπως και πράγματι ο Θεός υπάρχει. Η σκέψη ότι απαρνήθηκα Τον Ζωντανό Θεό με ακολουθεί σαν φάντασμα που εκδικείται για την πατροκτονία.
Γεννήθηκα σε οικογένεια όπου η πίστη ήταν μόνο εξωτερική παράδοση που μοιάζει με κουφό (μουντό) μακρινό ήχο της καμπάνιας που έρχεται από το βάθος του χρόνου – συνέχιζε ο επισκέπτης. Το θέμα της θρησκείας ποτέ δεν με ενδιέφερε. Από τα νεανικά χρόνια πίστευα ότι το πρόβλημα είναι λυμένο άνευ όρων και τετελεσμένα… Ο Νίτσε έχει ένα περίεργο διήγημα για έναν τρελό που έτρεχε στους δρόμους και φώναζε: “Ο Θεός πέθανε! Τον σκοτώσατε!” Ο τρελός θρηνούσε το θάνατο του Θεού και κανένας δεν μπορούσε να τον παρηγορήσει. Για εμένα αυτό το διήγημα ήταν αλληγορικό – ο τρελός θρηνούσε την τρέλα του.
Δεν είχα ποτέ παρόμοια συναισθήματα. Μου φαίνεται ότι γεννήθηκα ήδη άθεος. Όμως μια φορά είχα έναν εφιάλτη: ονειρευόμουν ότι ήμουν μέσα σε ένα ακυβέρνητο διαστημόπλοιο και ξέρω ότι ποτέ πια δεν θα μπορέσω να επιστρέψω ότι χάθηκα στο απέραντο διάστημα ανάμεσα από αστέρια-γίγαντες από φωτιά και πάγο. Το διάστημα έγινε η δική μου παγίδα, λαβύρινθος χωρίς διέξοδο. Αισθανόμουν την θανατηφόρο παγωνιά και την αίσθηση απέραντης φρίκης ακόμα και όταν ξύπνησα. Για πολύ καιρό θυμόμουνα την εικόνα του διαστημόπλοιου που απομακρύνεται από την γη η οποία αρχίζει να μετατρέπεται σε μια φωτεινή κουκίδα.
Τα πιο σημαντικά πράγματα στην ζωή μου ήταν τα ανώτερα μαθηματικά και η φυσική που έγιναν και επάγγελμα μου. Εδώ είχα πολλές και γρήγορες επιτυχίες. Πολύ νέος είχα όλους τους ανώτερους επιστημονικούς τίτλους και ήμουν αρχηγός ενός πολύ μεγάλου ερευνητικού ιδρύματος. Δεύτερή μου αγάπη ήταν η λογοτεχνία που μου εμφύτευσαν οι γονείς.
Έτσι πέρασαν πολλά ξένοιαστα χρόνια αλλά μετά συνέβη κάτι το απρόσμενο κι ακατανόητο. Σαν να άρχισε να τρέμει και να αγωνιά η γη κάτω από τα πόδια μου. Μια έμμονη σκέψη με πήρε στο κατόπι “Αν ο Θεός εν τέλει υπάρχει;”! Δεν έβρισκα πουθενά την απάντηση. Οι εξισώσεις ήταν άφωνες και η λογοτεχνία που η απασχόληση της ήταν τα συναισθήματα και πάθη δεν μπορούσε να δώσει λύση σε οντολογικά προβλήματα.
Με την εμφάνιση των πρώτων ανησυχιών σε σχέση με την ύπαρξη του Θεού άρχισα να διαβάζω αντιθρησκευτική λογοτεχνία για να στηρίξω την απιστία μου μα αυτό μόνο με απογοήτευσε. Διάβασα τον Μπάουερ, τον Ρενάν, τον Καούτσκι όμως βαρέθηκα γρήγορα. Δεν μπορούσαν να βγάλουν καμία άκρη ήταν απλώς “φτυσίματα στον ουρανό”. Απορούσα – “Πώς μπορούσαν οι διανοούμενοι μας να καταπίνουν τέτοια διαβάσματα;” Δεν εννοούσα τον αθεϊσμό διότι παραμένω και είμαι άθεος αλλά τις λυπητερές απολογίες του.
Μετά καταπιάστηκα με την φιλοσοφία αλλά και εκεί δεν έβρισκα αποδείξεις, οι λογικές συρραφές δεν ήταν γερές. Όλα αυτά τα συγγράμματα μού φαινόντουσαν σαν πύργοι χωρίς θεμέλια κρεμασμένοι στον αέρα… Περνούσαν ολόκληρες νύχτες διαβάζοντας τα υπέρ πολύπλοκα βιβλία της φυσικής και μαθηματικής θεωρίας αλλά ούτε εκεί δεν έβρισκα απάντηση. Όχι σπάνια οι συγγραφείς χρησιμοποιούσαν την λέξη “θεός” αλλά ήταν θεός που δεν άρχιζε από κεφαλαίο γράμμα. Θεός σαν δυνατότητα των αριθμών, αρχική ουσία του κόσμου, νοερουσία του σύμπαντος, αρχή της πανσυμπαντικής αρμονίας, κάποιος πρωτόγονος νους και λογική του σύμπαντος αλλά και αυτά παρέμεναν χωρίς αποδείξεις.
Με έχουν παρασύρει αυτά τα συγγράμματα γιατί μου άρεσε το θάρρος της ανθρώπινης σκέψης που προσπαθούσε να πιάσει την αρχή και το τέλος της κοσμογονίας μου άρεσε η διαστημική κλίμακα των υποθέσεων που έμοιαζαν με τρέλα. Πρέπει να πω ότι πάντα θαύμαζα την ομορφιά των μαθηματικών. Για μένα ήταν ποίηση όπου οι αριθμοί ακούγονται σαν ρυθμοί και ομοιοκαταληξίες και δημιουργούν στίχους και στροφές. Που οι εξισώσεις τραγουδάνε σαν χορδές του βιολιού και μαθηματικοί υπολογισμοί λάμπουν σαν αστερισμοί στον νυχτερινό ουρανό.
Ο Αϊνστάιν ήταν για μένα ο Ντοστογιέφσκι της φυσικής και ο Λομπατσεφσκί – Χλέμπνικωφ της γεωμετρίας. Όμως έπιανα τον εαυτό μου πάνω στην σκέψη ότι είμαι μαγεμένος με το παιχνίδι του μυαλού, ότι βρίσκομαι πίσω από την επιφάνεια του καθρέφτη και γυρνάω μέσα στο χορό μαζί με ύπουλες σκιές της αλήθειας. Σκεφτόμουν ότι αυτός ο θαυμασμός είναι ένα είδος διανοητικής τοξικομανίας μια απόπειρα να πνίξουν τον φόβο εμπρός στην πιθανότητα ύπαρξης του Θεού.
- Ήρθατε σ’ εμένα – είπε ο ιερέας – για να βεβαιωθείτε για ακόμα μια φορά ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις για την πίστη και να καθησυχάσετε τον εαυτό σας με την ήττα μου; Εγώ όμως θα σας πω κάτι τελείως διαφορετικό: εάν μπορούσα να αποδείξω την ύπαρξη του Θεού αυτό θα αποδείκνυε την ανυπαρξία του Θεού, τουλάχιστον για μένα.
- Δεν καταλαβαίνω τι σημαίνουν τα λόγια σας, – ρώτησε ο επισκέπτης,- φυγή από την απάντηση, ένα παράδοξο ρητό στο στυλ του Όσκαρ Ουάιλντ, η θέση της διαλεκτικής του Χέγκελ για την ομοιότητα των αντιθέτων;
Ο ιερέας απάντησε:
- Θα ήθελα πρώτα να σημειώσω ότι η θέση για τις ομοιότητες ανάμεσα στα αντίθετα δεν είναι του βερολινέζου καθηγητή αλλά στην πραγματικότητα η αποκρυφιστική διδασκαλία των ιερέων της Εφέσου, μυσταγωγία και μυστήριό τους. Πρώτος που το ανέβασε στην φιλοσοφική στοά από το υπόγειο του ναού της Αρτέμιδος ήταν ο Ηράκλειτος – απόγονος των ιερέων της Εφέσου ο οποίος αντάλλαξε την μύηση του ιεροφάντη με την κάπα του φιλοσόφου. Αυτή η διδασκαλία δηλώνει ότι το καλό και το κακό, φως και σκότος, πληρότητα και μηδέν, ναι και όχι, Θεός και διάβολος είναι ενωμένοι. Οι μαρξιστές λένε ότι αυτή η ομοιότητα είναι η ψυχή της “διαλεκτικής”. Συνεπώς μπορούμε να πούμε ότι ο Χεγκελισμός και ο Μαρξισμός έχουν αποκρυφιστική βάση και δαιμονική πλευρά. Το μυστήριο της διαλεκτικής είναι αιματηρή φλόγα και εκατόμβες των επαναστάσεων.
Τώρα θα προσπαθήσω να απαντήσω στην ερώτηση σας, – συνέχισε ο ιερέας. – Εάν οι συνειδητές μου αντιλήψεις που αποτελούνται από κάποιες γνώσεις που αποκόμισα στην διάρκεια μερικών δεκαετιών, μπορούσαν να χωρέσουν, να ορίσουν και να κατανοήσουν το Απόλυτο. Τι ασήμαντο και λυπητερό θα ‘πρεπε να είναι αυτό το όν που μπορεί και χωράει μέσα στον τόσο περιορισμένο και ατελή δικό μου νου! Σκεφτείτε τι σημαίνει η λέξη “πίστη”; Πίστη είναι η περιοχή του μυστηρίου. Όπου υπάρχουν αποδείξεις δεν υπάρχει πίστη. Εκεί στην θέση της πίστης μένει η γνώση, η Αποκάλυψη αντικαθίσταται με την λογική, δόγματα – με συλλογισμούς, μεταφυσική – με φυσική, μυστική – με επίπεδες έννοιες. Το οφθαλμοφανές πια δεν είναι η πίστη αλλά η καταγραφή γεγονότων.
- Εσείς λέτε ότι η πίστη δεν έχει αποδείξεις,- διαφώνησε ο επισκέπτης,- τότε σε τι να πιστεύουμε : στο απόλυτο σκοτάδι του σκεπτικισμού, όπου είναι οι συνεχόμενες αρνήσεις που φτάνουν μέχρι άρνηση της ίδιας της άρνησης, όπως στον Σέξτο Εμπειρικό;
- Η Πίστη έχει αναμφίβολες και αναμφισβήτητες αποδείξεις διαφορετικού χαρακτήρα,- απάντησε ο ιερέας. Είναι η διαισθητική διείσδυση στον υπέρ λογικό άυλο κόσμο, επικοινωνία του ανθρώπου (ως περιορισμένης προσωπικότητας) με Τον Θεό (Απόλυτης Προσωπικότητας), είναι η πραγματική μυστηριακή εμπειρία η οποία αποκτιέται από άμεση επαφή με τον πνευματικό κόσμο, είναι εσωτερική αίσθηση της ψυχής, η υποκειμενική γνώση που θα την έλεγα και οικεία (ιδιαίτερη). Εδώ γίνεται κοινωνία με την Θεία Χάρη που στην δική σας γλώσσα λέγεται – ενέργειες ανωτέρας φύσεως.
Στην κοινωνία με τον Θεό αλλάζει ο ίδιος άνθρωπος, ως υποκείμενο γνώσης και ο πνευματικός του ορίζοντας διευρύνεται αμέτρητα. Πρέπει να θυμόμαστε ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι πιο βαθιά από την λογική του και η γνώση καταλαμβάνει την σφαίρα των συναισθημάτων όπου η Διάχυτη Αγάπη είναι μια από τις βασικές δυνάμεις κατανοήσεως που ενώνει το Άπειρο με το περιορισμένο, Τον Ζωντανό Θεό με τον άνθρωπο.
- Ομολογώ ότι αιφνιδιάστηκα, – είπε ο επισκέπτης,- θα σκεφτώ αυτά που μου είπατε αλλά χρειάζομαι χρόνο γι’ αυτό. Πρόσφατα είχα μια συζήτηση με έναν συνάδελφό σας τον οποίο μπορώ να χαρακτηρίσω ως “διανοούμενο στο ράσο”. Άρχισε να μου αποδεικνύει την ύπαρξη του Θεού βασίζοντας στην θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν και στην μηχανική των κβάντα του Γκαίνσμπεργκ. Είχε πολύ ενθουσιώδη και νικηφόρο τόνο και σήκωνε ακόμα και το δάχτυλό του σαν δάσκαλος. Μπερδευόταν και έκανε λάθη συνέχεια προσπαθώντας να μου εξηγήσει τον Αϊνστάιν σαν να ήμουν μαθητής, χωρίς να υποψιαστεί ότι τα μαθηματικά και η φυσική είναι το επάγγελμα μου. Τον λυπόμουν πραγματικά. Ύστερα του έγραψα ένα γράμμα όπου έκανα προσπάθεια να του εξηγήσω πόσο άσχημα γνωρίζει την θεωρία της σχετικότητας και τον συμβούλεψα να μην ασχολείται άλλο με τον Αϊνστάιν για να μην πνιγεί μέσα στις “σχετικότητες”. Πολύ σύντομα έλαβα την απάντησή του όπου με ευχαριστούσε για τις, κατά την γνώμη του, πολύ εποικοδομητικές παρατηρήσεις.
Ο επισκέπτης κοίταξε το ρολόι του και είπε:
- Επιτρέψτε μου να σας κάνω και άλλη μια ερώτηση: γιατί δεν φανερώνεται ο Θεός στον κόσμο, για να σβήσει οποιεσδήποτε αμφιβολίες σχετικές με την ύπαρξη Του για να Τον βλέπουμε σαν τον ήλιο ή τα αστέρια; Θα είχαν εξαφανιστεί πολλά προβλήματα και η ζωή θα ήταν πιο απλή.
- Ο Θεός κρύβει το πρόσωπό Του στα νέφη για να μην στερήσει στον άνθρωπο την δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στην πίστη και απιστία και να επιτρέψει στον άνθρωπο να λύσει το υπαρξιακό πρόβλημα αυτόνομα, -απάντησε ο ιερέας. Αν δεν υπήρχε τέτοια επιλογή τότε η πίστη σαν ελεύθερη πράξη της ψυχής δεν θα μπορούσε να υπάρχει και στην θέση της θα έμπαινε το ηθικά αδιάφορο ολοφάνερο. Ο Θεός δεν μας έβαλε μπροστά στο αναπόφευκτο γεγονός της ύπαρξης Του. Ήθελε να είναι ο εσωτερικός παράγοντας της ανθρώπινης ψυχής. Θέλει να Τον ψάχνουμε με την ελεύθερή μας βούληση, να προσελκυόμαστε σ’ Αυτόν, να διψάμε γι’ Αυτόν. Θέλει να είναι η αγάπη της καρδιάς μας και όχι το αποτέλεσμα μιας λογικής μας ανάλυσης.
Ο Θεός μας έδωσε την δυνατότητα της προσωπικής επαφής μαζί Του – το πιο άξιο και ανώτερο που μπορεί να υπάρχει ανάμεσα από τον Δημιουργό και το δημιούργημα. Την σχέση του Θεού με το κόσμο μπορούμε να δούμε σαν την σχέση του μάστορα και του προϊόντος. Αλλά ο άνθρωπος δεν είναι προϊόν είναι η αντανάκλαση του Θεού στην γη.
Αν ο άνθρωπος δεν είχε την ελεύθερη βούληση τότε δεν θα ήταν εικόνα του Θεού. Χωρίς την ελευθερία δεν υφίσταται η ύπαρξη του καλού υπάρχει αναγκαιότητα. Χωρίς προσωπική ελευθερία δεν υπάρχει αγάπη και χωρίς την πνευματική αγάπη δεν μπορεί να υπάρχει η θέωση σαν ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Πιστεύω θα συμφωνήσετε ότι ακόμα και ο πιο δυστυχής άνθρωπος δεν θα ήθελε να ανταλλάξει την θέση του με ένα ευτυχισμένο ζώο.
- Πράγματι,- χαμογέλασε ο ξένος, – παρά τα βάσανά μου δεν θα ήθελα να μεταμορφωθώ σε ένα γάιδαρο χωρίς βάσανα και ικανοποιημένο από την ζωή του! Τι θα μπορούσατε να με συμβουλέψετε αν και δεν υπόσχομαι ότι θα εκπληρώσω την συμβουλή σας;
Ο ιερέας απάντησε:
- Μου φαίνεται ότι η δική σας άρνηση του Θεού στην πραγματικότητα είναι κρυφή και βαθιά αποθυμία (νοσταλγία) για τον Θεό την οποία την αισθάνεστε σαν πόνο που δεν μπορείτε να καταλάβετε από που προέρχεται. Η καρδιά σας θρηνεί την μοναξιά της σαν το μωρό στην κούνια του που θρηνεί για την ζεστασιά της μητέρας. Και ο νους σας είναι πετρωμένος μέσα στην υπερηφάνεια του, γοητευμένος από την νεκρή λάμψη του Εωσφόρου, αντιστεκόμενος στην καρδιά απαντάει (στην καρδιά): “Σώπασε και άσε με στα χέρια του κακού δαίμονα της ζωής μου, δεν θέλω ούτε τον Θεό ούτε καμία άλλη δύναμη να μ’ εξουσιάζει. Για ποια αιώνια ζωή μου μιλάς; Το μέλλον του σύμπαντος είναι μαύρη διαστημική τρύπα όπου σαν σκιές θα εξαφανιστούν οι κόσμοι και θα εξαφανιστεί η ίδια η ύλη, θα τελειώσει ο χρόνος αλλά δεν θα έρθει η αιωνιότητα. Θα γίνει η αποκορύφωση του σύμπαντος που είναι το μέγα Τίποτα”.
Ο επισκέπτης απόρησε και είπε:
- Δηλαδή κρυφακούγατε τον διάλογο μου με τον εαυτό μου; Ή σας φανερώθηκαν τα όνειρα μου;
- Όχι, απλώς γνωρίζω πολύ λίγο την εσχατολογία του αθεϊσμού, – απάντησε ο ιερέας, – είναι σατανικό μυστήριο γενικού χαμού. Και σαν συμβουλή σας ζητώ να αποσυνδέεστε από την ροή των σκέψεών σας τουλάχιστον μια φορά την ημέρα και από καρδιά να λέτε: “Θεέ, εάν είσαι υπαρκτός, φανέρωσε Τον Εαυτό Σου σ’ εμένα. Χωρίς Εσένα δεν μπορώ να Σε βρω!”.
Ο επισκέπτης ευχαρίστησε τον ιερέα για την συζήτηση αποχαιρέτησε και βγήκε έξω. Από πουθενά ξεφύτρωσε ένα αυτοκίνητο, ο οδηγός γρήγορα άνοιξε την πόρτα και με σεβασμό κάθιζε τον επισκέπτη μέσα σαν τον πρίγκιπα στην άμαξα. Την επόμενη στιγμή το αυτοκίνητο εξαφανίστηκε στην στροφή.
π.Ραφαήλ Καρέλιν (στα Αγγλικά ο διάλογος)
Μεταφρασμένος από τον Ρώσο πνευματικό αδελφό μας και φίλο του blog «ΗΓΓΙΚΕΝ», Kyrilloff Alexei

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

- Ο Γέρων Άνθιμος Αγιαννανίτης όπως τον είδαν οι σύγχρονοί του


- Ο Γέρων Άνθιμος Αγιαννανίτης όπως τον είδαν οι σύγχρονοί του



του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος,
κυρού Χριστοδούλου
Σ’ ένα απέριττο μοναχικό ταφο, στο φτωχικό κοιμητήρι που βρίσκεται πίσω από το Κυριακό της αγιορείτικης Σκήτης της Αγίας Άννης, κυριολεκτικά μεταξύ ουρανού και γης, αναπαύεται από τις 28.6.96 το χοϊκό σκήνος του Γέροντος Ανθίμου του Πνευματικού, μιας από τις σπάνιες φυσιογνωμίες που ανέδειξε στον αιώνα μας το «Περιβόλι της Παναγιάς», το Άγιον Όρος. Οι προσκυνητές της Αγίας Άννης είχαν για πολλά χρόνια το ακριβό προνόμιο να επισκέπτονται το κελλί του, που μοιάζει με αητοφωλιά σ’ ένα από τα υψηλότερα σημεία της Σκήτης, τον Γέροντα Άνθιμο, που και μόνο με την βιβλική του φυσιογνωμία εντυπωσίαζε.
Επί 63 χρόνια οικιστής του Άθω, ο μακαριστός Γέρων έμοιαζε με κάποιον παληό Προφήτη, καθώς η εκ πρώτης όψεως αυστηρή μορφή του και η κατάλευκη γενειάδα του σε συνήρπαζαν. Κάπως έτσι, σκεφτόσουν, θα έπρεπε να ήσαν οι Προφήτες του Ισραήλ, στους οποίους ο Θεός εμπιστευόταν κάθε φορά τοθέλημά Του.
Κι όμως αυτός ο Γέρων κατά βάθος ήταν, όπως όλοι οι γνήσιοι άνθρωποι του Θεού: όλος αγάπη, όλος στοργή, όλος θέρμη για καθέναν πού έφθανε μέχρι το απόμερο ενδιαίτημά του. Κι όταν έβγαινε από το Άγιον Όρος κι ερχόταν στον «κόσμο», δεν έχανε ποτέ την παρθενική του αθωότητα, εκείνο το μειλίχιο ύφος, που λες και σνομπάρει κάθε φορά τις πολυπραγμοσύνες και τις μικρότητες των «κοσμικών».
Μικρός το δέμας και καλωσυνάτος Γέρων, ο παπα-Άνθιμος ο Πνευματικός είχε επάνω του κάτι το θεϊκό. Τον είπαν «χαρισματικό» και «ουράνιο άνθρωπο». Άλλοι «θεοφόρο Πνευματικό και σοφό διδάσκαλο». Και άλλοι «σπουδαστή της ερήμου».

Η αλήθεια είναι ότι η πολυετής άσκηση του χάρισε διορατικότητα, σοφία και διάκριση, καρποί των οποίων ήταν η ταπείνωσή του, η αγάπη του και η ανεπιτήδευτη εξωτερική συμπεριφορά του, όλα εκφραστικά της βιωματικής εμπειρίας που του είχε χαρίσει η κατά Χριστόν ζωή, που με θαυμαστή συνέπεια ακολούθησε όλα τα χρόνια της επίγειας ζωής του. Πήγε στο Άγιον Όρος σε ηλικία 17 ετών, πριν καν γνωρίσει καλά-καλά τον κόσμο και τα προς χαμαιζηλίαν κακά του. Παιδί ακόμη αμούστακο, νεαρός έφηβος, παρακινούμενος από ένθεο ζήλο για την πνευματική τελείωση, ο Κωνσταντίνος Ζαφειρόπουλος ξεκίνησε από το χωριό του, τους Καλλιάνους της Κορινθίας, έχοντας τελειώσει το τότε σχολαρχείο, και πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στον αγιασμένο τόπο του Άθωνος, επιλέξας εις κατοίκησιν την ιεράν Σκήτην της Αγίας Άννης, το θεοφρούρητο αυτό κάστρο της ασκητικής Ορθοδοξίας, με τους ευάριθμους μέν, αλλά πολύαθλους οικιστές του.
Ποθών τον βίον της ασκήσεως, έφθασε στα ιερά αυτά σκηνώματα, παρακινούμενος από τη μυστική εκείνη φωνή, που εκ των ένδον προερχομένη, παρωθεί τον άνθρωπο σε μεγάλα βήματα προς την κορυφή της θεώσεως. Ανεξιχνίαστες είναι οι βουλές του Κυρίου και ανεξερεύνητα τα κρίματά Του. Ποιος μπορεί να εξηγήσει τους μυστικούς αυτούς μηχανισμούς που λειτουργούν μέσα στην ανθρώπινη καρδιά, και υπαγορεύουν στα «μωρά του κόσμου και τα εξουθενωμένα» ένα τρόπο ζωής που διαφέρει τόσο πολύ από εκείνον των πολλών; Ποιος έχει την δύναμη να προσπελάσει σ’ αυτό το μυστήριο και να δώσει μια πειστική απάντηση στο ερώτημα που πλανάται, κάθε φορά που το φαινόμενο της αναχώρησης προκαλεί και δέος και σκάνδαλο στους ανθρώπους του κόσμου; Κανείς άλλος, παρά μόνον ο ίδιος ο άνθρωπος που επιλέγεται κάθε φορά να βιώσει μέσα του τη δύναμη του πόθου της αφιέρωσης, που θεωρεί τα πάντα σκύβαλα μπροστά στη θέα του Θεού, στην αιχμαλώτευση του Ηγαπημένου.
Το 1930 κάνει το μεγάλο βήμα. Να γίνει Αγιαννανίτης. Η φήμη της Σκήτης εκείνη την εποχή τον συνεπαίρνει. Εντάσσεται στη συνοδεία του περιώνυμου Γέροντος Γαβριήλ του εκ Μαδύτου, που τον κείρει μοναχό και αναλαμβάνει και την πνευματική του καθοδήγηση. 
Άνθιμος ιερομόναχος Αγιαννανίτης (1913-1996),
ως νέος μοναχός (αριστερά), με τον μοναχό Θεόφιλο (δεξιά)
και τον γέροντά τους μοναχό Γαβριήλ (†1959)
Κοντά στον Γέροντα αυτόν και τον αόμματο αυτάδελφό του Γέροντα Μιχαήλ, παρέμεινε ο Άνθιμος υποτασσόμενος με θέληση και δύναμη αγγέλου, υπηρετώντας τους με παραδειγματική αφοσοίωση, ταπείνωση και υπακοή. Εκεί εγνώρισε τα μυστικά του αοράτου πνευματικού πολέμου, την εκ του συστάδην μάχη του πνεύματος, τα όπλα της πνευματικής στρατείας, τις πτώσεις και τις νίκες, Η πνευματική του πρόοδος φαίνεται και από το γεγονός ότι μετά τριετίαν, δηλαδή το 1933, εχειροτονείτο διάκονος στο Κυριάκο της Αγίας Άννης από τον αείμνηστο Μητροπολίτη Μιλητουπόλεως Ιερόθεο, μόνιμο και αυτόν οικήτορα του Όρους, για να επακολουθήσει έπειτα και πάλι από τρία χρόνια, το 1936, η εις πρεσβύτερον χειροτονία του από τον ίδιο Μητροπολίτη. Στο Όρος δεν γίνεσαι εύκολα «Παπάς». Γιατί το να είσαι ιερομόναχος σημαίνει να είσαι λειτουργός καθημερινός, ευλογών και αγιάζων τους αδελφούς. Και το έργο αυτό δεν το εμπιστεύονται στον καθένα. Ο «Παπάς», όπως λέγεται θωπευτικά στο Άγιον Όρος ο ιερομόναχος, είναι πρόσωπο αξιοσέβαστο, αξιόπιστο και αξιοζήλευτο. Τέτοιο πρόσωπο κατάφερε να γίνει μέσα σε έξη χρόνια ο παπα-Άνθιμος, ξεπερνώντας με ταχύτητα τα εμπόδια στην ανοδική του πορεία και ξεφεύγοντας από τις παγίδες του πονηρού. Με τη χάρη της ιερωσύνης ο Γέρων εξελίσσεται βαθμηδόν σε έμπειρο οδηγόψυχών, σε θεραπευτή των τραυμάτων που ανοίγει στην ψυχή η αμαρτία, σε αναιρέτη του πονηρού.
Πολύ αργότερα ανυψώνεται σε Πνευματικό. Τη χειροθεσία του προσφέρει ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων ο Παπαγεωργίου, και ο ίδιος αγιορείτης και λάτρης του μοναχισμού. Ο Πνευματικός στο Άγιον Όρος είναι ο αυθεντικός διερμηνέας της θείας βουλής. Γνώστης το κατά δύναμιν των ιερών Κανόνων, των αγιορείτικων αποφάνσεων, της πρακτικής απόκρουσης των πειρασμών του αλάστορος, αλλά και των αδυναμιών της ανθρώπινης ψυχής, καλείται κάθε φορά όχι μόνο να ανακουφίσει τις ψυχές από το βάρος των ανομιών των, αλλά και να θεραπεύσει πληγές και τραύματα με το έλαιον της θείας ευσπλαχνίας και τον οίνον της πνευματικότητος. Και ο παπα-Άνθιμος δεν άργησε να αποκτήσει όνομα φημισμένου Γέροντος – Πνευματικού, γεμάτου αγάπη προς το πλάσμα του Θεού, «το μέγα τραύμα, τον άνθρωπον». Όσοι τον εγνώρισαν, ιδίως κατά τα τελευταία χρόνια, απεκόμιζαν την εντύπωση ενός χαριτωμένου Γέροντα, με ανθρωπιά και γλυκύτητα, αλλά ταυτόχρονα με προσήλωση στην Παράδοση. Συνεδύαζε κατά αριστοτεχνικό τρόπο την πατρικότητα με την στοργή, τη φιλικότητα με την απόσταση, την παραδοσιακότητα με τον ρεαλισμό, την ασκητικότητα με την διάκριση. Ήταν ένας σοφός Γέρων με όλη τη σημασία της λέξεως. Εγνώριζε και σεβόταν το μέτρο, τα όριά του, τη χρήση του. Γι’ αυτό και όσοι τον συμβουλεύονταν έμεναν στο έπακρον ικανοποιημένοι. Νουνεχής, πρακτικός και απλός, όπως ήταν στη ζωή του, έτσι ήταν και στα λόγια του. Γελούσε αυθόρμητα και συνοφρυωνόταν με νόημα. Δεν είχε στη συμπεριφορά του τίποτε το επιτηδευμένο και ψεύτικο. Ήταν αυθεντικός.
Επειδή ήταν αυστηρός στον εαυτόν του, φερόταν με επιείκια στους άλλους. Στο βλέμμα του ξεχώριζες τον ασκητή της ερήμου, που πολίζει την έρημο, Η Καλύβη του έγινε πολλές φορές καταφύγιο ψυχών ιερών. Πολλοί «κοπιώντες και πεφορτισμένοι» βρήκαν κοντά του ανακούφιση και παρηγοριά. Μιλούσε από την θεωτική εμπειρία του, γι’ αυτό και οι λόγοι του είχαν μια αξιοθαύμαστη πειθώ. Όταν μετείχε στις ιερές Ακολουθίες, λες και πετούσε στα ουράνια. Εξαϋλωμένος έμοιαζε μετά από κάθε θεία Λειτουργία. Μεταρσιωνόταν νους και καρδιά στον ουρανό. Τους αγίους θεωρούσε φίλους του Χριστού και δικούς του. Τους μιλούσε με απλότητα. Την Κυρία Θεοτόκο σεβόταν υπερβαλλόντως. Έφθασε στα όρια της θέωσης. Γι’ αυτό και ο Θεός του χάρισε το προορατικό χάρισμα. Το εχρησιμοποίησε μόνον εις δόξαν Θεού και ποτέ προς ιδική του προβολή και δόξα.
Στην Αθήνα κατέβαινε ενίοτε, για να εξομολογήσει. Ο λαός τον ανέμενε και στο επιτραχήλι του απέθετε τα βάρη των ανομιών του. Τα εσήκωνε αγόγγυστα. Αυτή ήταν η αποστολή του. Σεβόταν τους ανωτέρους του, τους Επισκόπους της Εκκλησίας, τον Πατριάρχη του. Σώζονται φωτογραφίες του με τον αείμνηστο Δημήτριο, με τον Παναγιώτατο Βαρθολομαίο. Τα μάτια του πετούν σπίθες από εσωτερική ικανοποίηση. Υπήρξε άνδρας εκκλησιαστικός.
Σε μια μου προσκυνηματική επίσκεψη στην Αγία Άννα προ ετών, με απεδέχθη στο Κυριακό, με τους άλλους Πατέρες, με περισσή αγάπη και σεβασμό. Μου επρότεινε να ευλογήσω με την επίσκεψη μου το Κελλίον του. Το έπραξα με προθυμία. Πετούσε από τη χαρά του σαν ενα απλό γεροντάκι. Μου διηγήθη τα της Καλύβης του, μου παρουσίασε τον υποτακτικό του, τον π. Χερουβίμ, με ξενάγησε με καύχηση εν Κυρίω στα διάφορα διαμερίσματα της Καλύβης, στο ναό, στην αυλή, στο μπαλκόνι. Έπλεε σε πελάγη ευτυχίας, καθώς με έβλεπε να αποθαυμάζω τους κόπους μιας ολόκληρης ζωής. Εκεί μέσα με τα χεράκια του πάνω από πενήντα χρόνια είχε δουλέψει κτίζοντας, σκάβοντας, φυτεύοντας, μεταφέροντας χώμα και πέτρες. Η φωλιά του ήταν κτισμένη με δομικό υλικό αίμα και ιδρώτα. Ποιος να το ‘ξερε ότι τον Ιούνιο του 1996 έμελλε να πέσει από μια πεζούλα, στην προσπάθειά του, τώρα στα 83 του, να φθάσει με τα χέρια του κάποια άκρη, να τη διορθώσει, να μη μείνει αγιάτρευτη η πληγή της αταξίας…
Η πτώση του υπήρξε μοιραία. Στις 28.6.96 εκοιμήθη στο νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης, όπου διεκομίσθη μετά τον θανάσιμο τραυματισμό του. Επέστρεψε στο Κελλί του νεκρός. Το λείψανό του είχε μιάν ανείπωτη ομορφιά. Ο Γέρων μέσα στο φέρετρο κοιμόταν ήσυχα, αναμένων την σάλπιγγα του αγγέλου. Είχε ήδη τελειώσει τον δρόμο του, είχε τηρήσει την πίστη του, τώρα του απέμενε το βραβείο της άνω κλήσεως. Τον εκήδευσε η Κοινότης της Σκήτης με όλες τις τιμές. Τον έθαψαν στο κοιμητήρι. Πάνω από τον τάφο του ένας μαύρος ξύλινος σταυρός και δίπλα του ένας φοίνικας, σύμβολο της αθανασίας.
Ας έχουμε την ευχή του.
Περιοδικό «Πειραϊκή Εκκλησία».
Σεπτέμβριος 1996.
Δείτε περισσότερες φωτογραφίες του Γέροντα: http://athosprosopography.blogspot.gr